ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. PHILANBRAIN ALENDA AGOAMBING, Αρ. Υπόθεσης: 11923/2025, 21/11/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11923/2025 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. PHILANBRAIN ALENDA AGOAMBING Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 21 Νοεμβρίου 2025 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Δανιηλίδου Για Κατηγορούμενο: κ. Αλβάνης Ο κατηγορούμενος είναι παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος, ο οποίος τελεί υπό κράτηση από 9.9.2025, κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του, στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ήτοι του τραυματισμού κατά παράβαση του αρ. 234(α) του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία) και της μεταφοράς μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας ή της αυλής της, κατά παράβαση των αρ. 82
(2), 85 και 86 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου που αφορούν στην 1η κατηγορία, την 4.9.2025 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος παράνομα τραυμάτισε τον μάρτυρα 1 επί του κατηγορητηρίου (στο εξής ο «ΜΚ1»), με τη χρήση μαχαιριού. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου που αφορούν στην 2η κατηγορία, την 4.9.2025 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος παράνομα μετέφερε ένα μαχαίρι που καταλήγει σε μυτερή άκρη, εκτός της κατοικίας ή της αυλής της. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και το περιεχόμενό του δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση από την άλλη πλευρά. Ως αναφέρεται στο Έγγραφο Α, μεταξύ άλλων, την 4.9.2025 περί η ώρα 00:50, λήφθηκε πληροφορία στο ΚΕΜ Λεμεσού ότι σε συγκεκριμένη περιοχή υπήρχε τραυματισμένο πρόσωπο. Στη σκηνή μετέβησαν μέλη της Αστυνομίας, όπου εντόπισαν τον παραπονούμενο ο οποίος έφερε τραύματα από μαχαίρι αριστερά στο στήθος και στο αριστερό χέρι. Ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, όπου αφού εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι ιατρό, διαπιστώθηκε ότι υπέστη διάτρηση πνεύμονα και πνευμοθώρακα. Ο παραπονούμενος κρατήθηκε για νοσηλεία και υπεβλήθη σε αξονική τομογραφία. Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν από την Αστυνομία, εξασφαλίστηκε μαρτυρία ότι ο δράστης ήταν ο κατηγορούμενος. Ανακρινόμενος, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων, αναφέροντας ότι προέβη στην πράξη αυτή λόγω του ότι εκνευρίστηκε από τον παραπονούμενο, ενώ σε έρευνα που διενεργήθηκε στην οικία του με τη γραπτή του συγκατάθεση, εντοπίστηκε το μαχαίρι με το οποίο τραυμάτισε τον παραπονούμενο. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής του κατηγορουμένου, ο ευπαίδευτος συνήγορός του διευκρίνισε ότι τα γεγονότα ως εκτέθηκαν από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση και υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Επιπρόσθετα, κάλεσε το Δικαστήριο, όπως για σκοπούς επιβολής ποινής, λάβει υπόψη του την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου η οποία δεικνύει την έμπρακτή του μεταμέλεια, το λευκό ποινικό του μητρώο, το νεαρό της ηλικίας του, τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και το γεγονός ότι οι τραυματισμοί του παραπονούμενου δεν είναι μόνιμης φύσεως, το ότι ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος έχουν συμφιλιωθεί, καθώς ο παραπονούμενος προέβη σε σχετική δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς επίσης και τον χρόνο κατά τον οποίο τελεί υπό κράτηση. Τέλος, εισηγήθηκε όπως τυχόν επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας, ανασταλεί. Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου ενόψει της σοβαρότητας των κατηγοριών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει,[1] αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι 23 ετών και κατάγεται από το Καμερούν και επιθυμία του είναι να παραμείνει στην Κύπρο. Οι γονείς του δεν εργάζονται και αντιμετωπίζουν δύσκολες οικονομικές συνθήκες, ενώ μία εκ των δύο αδερφών του απεβίωσε ενώ αυτός βρισκόταν στη φυλακή. Δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας και πριν τη σύλληψή του διέμενε σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα με άλλους τρεις φίλους του. Εργάζεται ως διανομέας και σε πιτσαρία, ενώ δεν διαθέτει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία, ούτε χρέη. Έχοντας λάβει υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στον κατηγορούμενο. Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης με την εξατομίκευση της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[2] Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[3] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[4] Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[5] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[6] Ειδικότερα, για το αδίκημα του τραυματισμού, το οποίο συνιστά κακούργημα, ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης έως και τριών ετών, ενώ για το αδίκημα της μεταφοράς μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας ή της αυλής της, το οποίο συνιστά πλημμέλημα, ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης έως και ενός έτους, με κατώτατη ποινή τη φυλάκιση των έξι μηνών, εκτός αν το Δικαστήριο κρίνει διαφορετικά, αφού λάβει υπόψη, κατά την επιμέτρηση της ποινής, τα περιστατικά της υπόθεσης, περιλαμβανομένης της δοκιμασίας την οποία θα υποστεί ο καταδικασθείς και παρόμοιων ελαφρυντικών περιστατικών που σχετίζονται προσωπικά με τον καταδικασθέντα. Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία πηγάζει από τις προβλεπόμενες εκ της νομοθεσίας ποινές, η σοβαρότητά τους προκύπτει και από τη συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, αναφορικά με την οποία το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του, γεγονός το οποίο επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους, χωρίς βεβαίως να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[7] Για σκοπούς επιβολής ποινής, το Δικαστήριο προσμετρά, μεταξύ άλλων, τις συνθήκες τέλεσης του αδικήματος, την έκταση της βίας που έχει χρησιμοποιηθεί, τις σωματικές βλάβες και επιπτώσεις που έχει υποστεί το θύμα, καθώς επίσης και τα μέσα που χρησιμοποιούνται και το κατά πόσο η βία έχει εκδηλωθεί σε δημόσιο χώρο, στην παρουσία άλλων προσώπων.[8] Ως έχει επίσης νομολογηθεί, η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7
(1)του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας, είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της, πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.[9] Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[10] Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή ποινής. Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, ήτοι την άμεση παραδοχή του, η οποία σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης και όταν γίνεται πριν από την ακρόαση εκτιμάται ως ένας σοβαρός μετριαστικός παράγοντας, που επηρεάζει τόσο το είδος, όσο και την έκταση της ποινής,[11] το νεαρό της ηλικίας του, το λευκό ποινικό του μητρώο, τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι αυτές δεν υπερφαλαγγίζουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών, αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου το γεγονός ότι ο θύτης και το θύμα έχουν συμφιλιωθεί, το γεγονός ότι οι προκληθέντες τραυματισμοί δεν είναι μόνιμης φύσης, καθώς επίσης και το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία. Συνεπακόλουθα, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: - Για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 10 μηνών. - Για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 6 μηνών, καθότι δεν θεωρώ ότι τέθηκαν ενώπιόν μου τέτοιοι παράγοντες, οι οποίοι να αιτιολογούν την επιβολή ποινής κάτω των έξι μηνών, λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων και των συνθηκών διάπραξης των αδικημάτων. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν το θέμα, καθότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία απορρέουν από μια ενιαία, έκνομη συμπεριφορά, συνδέονται δε χρονικά και τοπικά.[12] Ενόψει του ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δεν ξεπερνά τα τρία έτη, προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, ως έχει τροποποιηθεί, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία έτη. Πρόκειται για διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία έχει διευρυνθεί και μπορεί να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.[13] Επισημαίνεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[14] Η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[15] Αναφορικά με τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ως έχουν τεθεί νομολογιακώς, παραπέμπω στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ
- Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν έντονου προβληματισμού και αξιολογώντας όλα τα ανωτέρω, είναι η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Και τούτο, αφού έλαβα υπόψη μου όλα τα πιο πάνω δεδομένα και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, οι οποίοι δεν μπορούν κατά την κρίση μου να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας των αδικημάτων που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος, αλλά και της έξαρσης την οποία παρουσιάζουν τέτοιας φύσεως αδικήματα. Ως έχει νομολογηθεί, η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν ενδείκνυται, όταν τα αδικήματα που αφορά η υπόθεση βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία του παραβάτη, συνιστά επιπρόσθετα, μέσο αποτροπής άλλων πιθανών παραβατών, καθώς η προστασία του δημοσίου συμφέροντος, είναι υπεράνω οιωνδήποτε προσωπικών περιστάσεων.[16] Ενόψει όλων των ανωτέρω, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα έχει άμεση ισχύ από σήμερα. Ωστόσο, διατάζεται, όπως μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση μέχρι σήμερα δυνάμει του αρ. 117 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, δηλ. από 9.9.
- Το τεκμήριο να κατασχεθεί και να καταστραφεί. (Υπ.) ......... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τηλεμάχου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701. [2] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272. [3] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). [4] Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). [5] Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527. [6] Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166. [7] Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. [8] Mehmet Urgur ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 189, Asoltanei Cristinel ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 742, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327. [9] Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95. [10] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022. [11] Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 458, CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 ΑΑΔ 288), Φούττης ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ
- [12] Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021 ημερ. 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Σάκκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 196/2020 ημερ. 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B
- [13] Βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583. [14] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373. [15] Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R.
- [16] Σ.Π.Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν. Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015 ημερ. 15.11.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο