← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΣΤΕΛΙΟΣ ΑΔΑΜΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3583/2023, 29/10/2025

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΣΤΕΛΙΟΣ ΑΔΑΜΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3583/2023, 29/10/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3583/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν.

  1. ΣΤΕΛΙΟΣ ΑΔΑΜΟΥ
  2. VIKTORIA MILTCHEVA MITOVA Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου 2025 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Δανιηλίδου Για Κατηγορούμενη 2: κ. Κ. Κλεοβούλου Κατηγορούμενη 2 παρούσα ΠΟΙΝΗ (Δοθείσα Αυθημερόν) Η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας για το αδίκημα της κλοπής (9η κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, την 6.3.2023 η κατηγορούμενη έκλεψε καλώδια αξίας €3.000 από το υποστατικό με την ονομασία «Santa Eirini», ιδιοκτησίας του Γ.Γ. Ως η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε, η κατηγορουμένη είναι λευκού ποινικού μητρώου. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στην κατηγορούμενη, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, κάλεσε δε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης, την απολογία της, το γεγονός ότι επρόκειτο για μία απερίσκεπτη πράξη, καθώς επίσης και τον χρόνο κατά τον οποίο τελεί υπό κράτηση, μέσα στο πλαίσιο της παρούσας. Τέλος, εισηγήθηκε όπως τυχόν ποινή στερητική της ελευθερίας ανασταλεί. Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η οποία τέθηκε ενώπιόν μου ενόψει της σοβαρότητας της κατηγορίας την οποία η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, αναφέρεται μεταξύ άλλων, ότι η κατηγορούμενη είναι 42 ετών, είναι άνεργη και δεν διαθέτει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία, ούτε και χρέη. Γεννήθηκε στη Βουλγαρία και ήρθε στην Κύπρο στην ηλικία των πέντε ετών, είναι απόφοιτη του Λυκείου Στροβόλου και μετά το Λύκειο εγκατέλειψε το σπίτι της και άρχισε να κάνει διάφορες δουλειές. Σε ηλικία 25 ετών έφυγε για τη Γερμανία και επέστρεψε στην Κύπρο περί το
  3. Έχοντας κατά νου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στην κατηγορουμένη. Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[1] Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση, ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[2] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[3] Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Αναφορικά με τη σοβαρότητα της κατηγορίας που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[4] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[5] Ειδικότερα, για το αδίκημα της κλοπής, το οποίο συνιστά κακούργημα, το αρ. 262 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι και τρία έτη. Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας του αδικήματος, η οποία πηγάζει από τις προβλεπόμενες εκ της νομοθεσίας ποινές, η σοβαρότητά του προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία. Σχετικά παραπέμπω στις Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021, ECLI:CY:AD:2022:B62 ημερ. 15.2.2022, Bezanidis v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 785, Saadi v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 308/2014 ημερ. 24.6.2016 και Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 11/2021 ημερ. 4.11.2022. Ως έχει νομολογηθεί, τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη.[6] Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, από την Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021, ECLI:CY:AD:2022:B62 ημερ. 15.2.2022: «Δεν είναι λίγες φορές που το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει ότι οι κλοπές και διαρρήξεις, καθώς και ομοειδή αδικήματα, βρίσκονται εδώ και χρόνια στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Ορθά, επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στη συχνότητα διάπραξης αυτού του είδους των αδικημάτων και την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Σχετικά είναι και τα όσα επισημάνθηκαν στην υπόθεση Bezanidis v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 785: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιφέρει ρήξη στον κοινωνικό ιστό και στην ευόδωση της επίτευξης του στόχου εδραίωσης μιας φιλήσυχης και ειρηνικής κοινωνίας στην οποία δικαιούται να προσβλέπει ο κάθε πολίτης ώστε να νοιώθει ασφάλεια. Στις πρόσφατες αποφάσεις Mixaylov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 175, αναφέρθηκαν τα εξής: «Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92.» Στην Χασσάν v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 78, ποινή φυλάκισης 15 μηνών που επιβλήθηκε για το αδίκημα κλοπής αντικειμένων αξίας Λ.Κ. 3.005,80 όπου μέρος αυτών είχε ανευρεθεί, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επιπλέον, στην Ψύλλας v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430 επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κλοπή ποσών Λ.Κ. 350,00 και Λ.Κ. 20,00. Επιπρόσθετα, η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, αναφορικά με την οποία το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του, καταδεικνύει τη σοβαρότητά τους και συγχρόνως, επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους, χωρίς βεβαίως αυτό να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[7] Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[8] Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή της αρμόζουσας κατά την κρίση μου ποινής στην κατηγορουμένη. Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχει διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθώς επίσης και τους μετριαστικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπο της κατηγορουμένης και τα όσα διαλαμβάνει η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό της μητρώο, τον χρόνο κατά τον οποίο η κατηγορούμενη τελεί υπό κράτηση, ήτοι από 23.6.2025, καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω, ότι αυτές δεν υπερφαλαγγίζουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών, αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στην κατηγορουμένη, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία. Συνεπακόλουθα, επιβάλλεται στην κατηγορουμένη ποινή φυλάκισης 8 μηνών για το αδίκημα της 9ης κατηγορίας στο οποίο κρίθηκε ένοχη. Προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, καθότι η επιβληθείσα ποινή δεν ξεπερνά τα τρία έτη. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, ως έχει τροποποιηθεί, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία
(3)έτη. Πρόκειται για διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία έχει διευρυνθεί και μπορεί να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.[9] Επισημαίνεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[10] Η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[11] Αναφορικά με τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, παραπέμπω στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ
  1. Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν έντονου προβληματισμού και αξιολογώντας όλα τα ανωτέρω, είναι η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης, δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στην κατηγορούμενη. Και τούτο, αφού έλαβα υπόψη μου όλα τα πιο πάνω δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων των ελαφρυντικών παραγόντων που αφορούν στο πρόσωπο της κατηγορουμένης, οι οποίοι δεν μπορούν κατά την κρίση μου, να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας του αδικήματος που έχει διαπράξει η κατηγορουμένη, αλλά και της έξαρσής στην οποία βρίσκονται τέτοιας φύσεως αδικήματα. Ως έχει άλλωστε νομολογηθεί, η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν ενδείκνυται, όταν τα αδικήματα που αφορά η υπόθεση βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία του παραβάτη, συνιστά επιπρόσθετα, μέσο αποτροπής άλλων πιθανών παραβατών, καθώς η προστασία του δημοσίου συμφέροντος, είναι υπεράνω οιωνδήποτε προσωπικών περιστάσεων.[12] Ενόψει όλων των ανωτέρω, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη θα έχει άμεση ισχύ από σήμερα. Λαμβανομένων υπόψη των προνοιών του αρ. 117 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, διατάζεται όπως η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί, μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα που η κατηγορούμενη τελεί υπό κράτηση μέχρι σήμερα ως υπόδικος, δηλ. από 23.6.
  2. Το τεκμήριο της υπόθεσης να κατασχεθεί και να καταστραφεί. Έξοδα €80,00 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ........ Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272. [2] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). [3] Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). [4] Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527. [5] Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166. [6] Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104, Γενικός Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 A.A.Δ. 129. [7] Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. [8] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022. [9] Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161. [10] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373. [11] Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R.
  1. [12] Σ.Π.Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν. Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015 ημερ. 15.11.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.