ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. MARIYA NEDODATOK κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2703/2022, 7/11/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2703/2022 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν.
- MARIYA NEDODATOK
- ANTON ΝΤΟΛΙΝΟΒ
- ΕΛΕΝΑ ΣΑΒΒΙΔΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 7 Νοεμβρίου 2025 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για Κατηγορούμενη 3: κ. Η. Αγαθοκλέους Η κατηγορούμενη 3 είναι παρούσα. ΠΟΙΝΗ Η 3η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη κατόπιν παραδοχής της στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και ειδικότερα, σε σχέση με το αδίκημα της κλεπταποδοχής (3η κατηγορία) και της διάρρηξης κατοικίας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος (4η κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με την 3η κατηγορία, η 3η κατηγορούμενη την 19.11.2021 στη Λεμεσό, κατακράτησε περιουσία, δηλαδή τα αντικείμενα που αναφέρονται στον συνημμένο Πίνακα Α, περιουσία της Μάρτυρος 1 επί του κατηγορητηρίου (στο εξής η «ΜΚ1»), γνωρίζοντας ότι αυτή ήταν κλοπιμαία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με την 4η κατηγορία, η 3η κατηγορούμενη την 1.10.2021 στη Λεμεσό, διέρρηξε και εισήλθε στην οικία του μάρτυρα 15 επί του κατηγορητηρίου (στο εξής ο «ΜΚ15»), με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή την κλοπή. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου. Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Έγγραφο Α, την 1.10.2021 περί την 23:40, καταγγέλθηκε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού από τον ΜΚ15, ότι την 22:29 της ίδιας ημέρας, ενημερώθηκε από ιδιωτική εταιρεία ασφάλειας ότι ήχησε το σύστημα συναγερμού της πατρικής οικίας της συζύγου του, στην οποία μετέβη και διαπίστωσε ότι η εν λόγω οικία είχε διαρρηχθεί. Τη σκηνή επισκέφθηκε μέλος του κλιμακίου διαρρήξεων του Τ.Α.Ε. Λεμεσού και από επιτόπιες εξετάσεις που διενεργήθηκαν, διαπιστώθηκε ότι διαρρήχθηκε η βόρεια πόρτα της κουζίνας με αφαίρεση κλειδαριάς, πλην όμως δεν επιτεύχθηκε είσοδος στην κατοικία, λόγω του ότι ήχησε ο συναγερμός. Περαιτέρω, εντοπίστηκε θρυμματισμένο το αλουμίνιο παράθυρο της κουζίνας. Την επόμενη μέρα, λήφθηκαν από τη σκηνή αποστάσεις αποτυπωμάτων ως τεκμήρια και στάλθηκαν για επιστημονικές εξετάσεις, οι οποίες κατέδειξαν ταυτοποίηση της κατηγορουμένης με τα εν λόγω αποτυπώματα. Η κατηγορούμενη συνελήφθη κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης και στην κατοχή της ανευρέθηκε ένα μαργαριταρένιο κολιέ σε νάιλον σακουλάκι, αναφορικά με την κατοχή του οποίου δεν ήταν σε θέση να δώσει εξηγήσεις. Αφού εκδόθηκε νέο ένταλμα σύλληψης εναντίον της κατηγορουμένης, για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, η κατηγορούμενη ανέφερε ότι το αναφερόμενο κολιέ, της το χάρισε η μάρτυρας 6 επί του κατηγορητηρίου (στο εξής η «ΜΚ6»). Σε κατάθεσή της στην Αστυνομία, η ΜΚ6 επιβεβαίωσε ότι χάρισε το εν λόγω κολιέ στην κατηγορουμένη με την οποία ήταν φίλες, ώστε να ξεχάσει το παρελθόν της, διότι το κολιέ της το είχε χαρίσει ο πρώην συμβίος της, Μ.Χ. Αφού διατάχθηκε η τετραήμερη προσωποκράτηση της κατηγορουμένης, η τελευταία έδωσε νέα ανακριτική κατάθεση, στην οποία παραδέχθηκε ότι την 1.10.2021 μετέβη στην πιο πάνω αναφερθείσα οικία με σκοπό να τη διαρρήξει και ότι χρησιμοποιώντας πέτρα θρυμμάτισε το παράθυρο της κουζίνας και εισήλθε στην κατοικία. Ενόψει ωστόσο του ότι χτύπησε ο συναγερμός, το έβαλε στα πόδια χωρίς να κλέψει οτιδήποτε. Ανακρινόμενος από την Αστυνομία, ο Μ.Χ. ανέφερε ότι η κατηγορούμενη προσπάθησε στο παρελθόν να του πουλήσει κάποια χρυσαφικά και αποφάσισε να την κάνει μπλοκ από το κινητό του. Συγκεκριμένα, την 17.11.2021, του έστειλε κάποιες φωτογραφίες με μαργαριταρένια περιδέραια και του ζήτησε να της τα πουλήσει. Όσον αφορά στη ΜΚ6, είχε δεσμό μαζί της πριν από 2-3 χρόνια και δεν γνώριζε για ποιο λόγο ανέφερε κάτι τέτοιο. Η κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής της κατηγορουμένης, ο ευπαίδευτος συνήγορός της υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και κάλεσε το Δικαστήριο όπως, για σκοπούς επιβολής ποινής, λάβει υπόψη, την απολογία της, τον χρόνο που μεσολάβησε από τη διάπραξη των αδικημάτων, το νεαρό της ηλικίας της κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων και τον χρόνο κατά τον οποίο τελεί υπό κράτηση σε άλλη υπόθεση, ήτοι από 11.7.
- Κάλεσε περαιτέρω το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το γεγονός ότι η κατηγορούμενη θέλει να απεξαρτηθεί από ναρκωτικές ουσίες, ώστε να αποκατασταθούν και οι σχέσεις της με τα δύο παιδιά της, με τα οποία δεν έχει καλές σχέσεις, καθώς επίσης και την αλλαγή στις συνθήκες της από τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων στα οποία παραδέχθηκε ενοχή. Τέλος, εισηγήθηκε όπως τυχόν ποινή στερητική της ελευθερίας, ανασταλεί. Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου ενόψει της σοβαρότητας των κατηγοριών που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει,[1] αναφέρεται ότι η κατηγορούμενη γεννήθηκε την 26.10.1996 στη Λεμεσό, από Κύπριο πατέρα και μητέρα από τη Σουηδία. Οι γονείς της χώρισαν όταν ήταν 11 ετών και η μητέρα της έκτοτε ζει μόνιμα στη Σουηδία και δεν διατηρούν επικοινωνία. Έχει δύο ανήλικα παιδιά από δύο διαφορετικούς συντρόφους της και το ένα διαμένει με τον πατέρα του σε προσωρινό χώρο φιλοξενίας. Η κατηγορούμενη διέμενε μαζί με τον πατέρα της και το άλλο της παιδί σε ενοικιαζόμενη οικία, καθότι ο πατέρας αυτού του παιδιού της εκτίει 12ετή ποινή φυλάκισης. Τη συντηρεί οικονομικά ο πατέρας της και δεν διαθέτει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία, ούτε χρέη. Αναφέρεται επιπρόσθετα, ότι η κατηγορούμενη από την ηλικία των 14 ετών άρχισε να κάνει χρήση παράνομων ουσιών και σε ηλικία 18 ετών μετακόμισε στην Αγγλία μαζί με τον τότε σύντροφό της, διάστημα κατά το οποίο το ζεύγος διέκοψε τη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Από το 2016 που γέννησε το πρώτο της παιδί σταμάτησε να εργάζεται και τον Ιούνιο του 2019 επέστρεψε στην Κύπρο και ξεκίνησε ξανά τη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Συνήψε σχέση με τον πατέρα του δεύτερου παιδιού της, ο οποίος εκτίει 12ετή ποινή φυλάκισης αναφορικά με αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικές ουσίες. Τα τελευταία χρόνια, η κατηγορούμενη κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών και είναι επιθυμία της να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης, διευθετώντας τα θέματα φροντίδας των παιδιών της. Έχοντας λάβει υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στην κατηγορουμένη. Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης με την εξατομίκευση της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[2] Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[3] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[4] Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[5] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[6] Ειδικότερα, για το αδίκημα της κλεπταποδοχής στην περίπτωση κακουργήματος, το αρ. 306(α) του Ποινικού Κώδικα προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης έως και πέντε ετών, ενώ για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, το αρ. 292(α) του Ποινικού Κώδικα προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης έως και επτά ετών. Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία πηγάζει από τις προβλεπόμενες εκ της νομοθεσίας ποινές, η σοβαρότητά τους προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία. Σχετικά παραπέμπω στις Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021, ECLI:CY:AD:2022:B62 ημερ. 15.2.2022, Bezanidis v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 785, Saadi v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 308/2014 ημερ. 24.6.2016 και Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 11/2021 ημερ. 4.11.2022. Ως έχει νομολογηθεί, τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη.[7] Επιπρόσθετα, η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, αναφορικά με την οποία το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του, καταδεικνύει τη σοβαρότητά τους και συγχρόνως, επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους, χωρίς βεβαίως αυτό να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[8] Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή ποινής. Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθώς επίσης και τους μετριαστικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπο της κατηγορουμένης και τα όσα διαλαμβάνει η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης, την παραδοχή της, η οποία σύμφωνα με τη νομολογία προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης και όταν γίνεται πριν από την ακρόαση εκτιμάται ως ένας σοβαρός μετριαστικός παράγοντας, που επηρεάζει τόσο το είδος, όσο και την έκταση της ποινής,[9] το νεαρό της ηλικίας της κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, την προσπάθειά της για απεξάρτηση η οποία σύμφωνα με τη νομολογία πρέπει να επικροτείται, καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι αυτές δεν υπερφαλαγγίζουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Τέλος, λαμβάνω υπόψη μου το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η κατηγορουμένη τελεί υπό κράτηση. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στην κατηγορουμένη, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία. Συνεπακόλουθα, επιβάλλονται στην κατηγορουμένη οι ακόλουθες ποινές: - Για το αδίκημα της 3ης κατηγορίας επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 8 μηνών. - Για το αδίκημα της 4ης κατηγορίας επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν το θέμα.[10] Ενόψει του ότι η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί δεν ξεπερνά τα τρία έτη, προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, ως έχει τροποποιηθεί, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία έτη. Πρόκειται για διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία έχει διευρυνθεί και μπορεί να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.[11] Επισημαίνεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[12] Η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[13] Τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ως έχουν τεθεί νομολογιακώς, είναι τα ακόλουθα:[14] (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του, (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας, καθώς ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή. Στη Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 22, λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση της εφεσείουσας, συνέτρεχαν αρκετοί παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής άμεσης φυλάκισης που είχε πρωτοδίκως επιβληθεί, περιλαμβανομένου του πρότερου βίου της, καθότι η κατηγορούμενη επέδειξε για πρώτη φορά εγκληματική αδιαφορία για τις σοβαρές επιπτώσεις από την ενέργειά της, ενώ συνειδητοποίησε αμέσως τη σοβαρότητα των πράξεών της και μεταμελήθηκε πλήρως. Στην Αστυνομία v. Μαυρομμάτη, Π.Ε. υπ' αρ. 92/2019 ημερ. 22.5.2020, επικυρώθηκε η αναστολή της επιβληθείσας ποινή φυλάκισης, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου και της διαγωγής του, μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν έντονου προβληματισμού και σταθμίζοντας όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης, δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που της έχει επιβληθεί. Δεν παραγνωρίζω, τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει διαπράξει η κατηγορούμενη και το γεγονός ότι το μήνυμα που θα σταλεί στην κοινωνία πρέπει να είναι αποτρεπτικό. Ωστόσο, κατ' επέκταση των όσων έχω παραθέσει ανωτέρω, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του λευκού ποινικού μητρώου και του νεαρού της ηλικίας της κατηγορουμένης κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, καθώς επίσης και των προσωπικών της περιστάσεων και ιδιαίτερα του ότι πρόκειται για μητέρα δύο μικρών παιδιών, η οποία παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και προσπαθεί να απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά ώστε να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με τα παιδιά της, τα οποία θεωρώ ότι καταδεικνύουν την έμπρακτη της μεταμέλεια, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης, παρέχοντας στην κατηγορουμένη μία δεύτερη ευκαιρία. Συνεπακόλουθα, η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στην κατηγορουμένη αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών. Αναφορικά με τα τεκμήρια που παραλήφθηκαν από τις Αστυνομικές Αρχές, μέσα στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, διατάσσεται όπως επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, όπως δημευθούν. (Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) ......... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τηλεμάχου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701. [2] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272. [3] Βλ. μεταξύ άλλων, Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). [4] Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). [5] Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527. [6] Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166. [7] Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104, Γενικός Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 A.A.Δ. 129. [8] Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. [9] Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 458, CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 ΑΑΔ 288), Φούττης ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ
- [10] Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021 ημερ. 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Σάκκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 196/2020 ημερ. 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B
- [11] Βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583. [12] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373. [13] Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1. [14] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο