← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Σ.Α. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3583/2023, 29/10/2025

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Σ.Α. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3583/2023, 29/10/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3583/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν.

  1. Σ.Α.
  2. V.M.M. Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου 2025 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Δανιηλίδου Για Κατηγορούμενη 2: κ. Κ. Κλεοβούλου Κατηγορούμενη 2 παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης δύο κατηγορίες, οι οποίες αφορούν στα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (8η κατηγορία) και της κλοπής (9η κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Ποινικού Κώδικα. Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, σημειώνω ότι ο 1ος κατηγορούμενος παραδέχθηκε όλες τις κατηγορίες οι οποίες τον αφορούν και του επιβλήθηκε ποινή, ενώ η 2η κατηγορούμενη αρνήθηκε ενοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε έναν μάρτυρα, το περιεχόμενο της μαρτυρίας του οποίου θα συνοψίσω ευθύς αμέσως. Ο Αστ. [ ], Κ.Π., υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών, ενώ κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι την 6.3.2023, υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Καλού Χωριού Λεμεσού (στο εξής ο «ΜΚ1»). Ο ΜΚ1 υιοθέτησε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την κατάθεσή του ημερ. 6.3.2023, στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι την 6.3.2023 τηλεφώνησε στον Αστυνομικό Σταθμό Καλού Χωριού Λεμεσού ο ιδιοκτήτης του υποστατικού με την ονομασία «Santa Eirini» και κατήγγειλε ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία κλάπηκαν χάλκινα καλώδια από το εν λόγω υποστατικό και ότι το ΚΚΒΠ κατέγραψε τις κινήσεις των δραστών. Ο ΜΚ1 μετέβη στη σκηνή και από το ΚΚΒΠ διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής [ xx ] μετέβη στον εξωτερικό χώρο του εν λόγω υποστατικού και από αυτό αποβιβάστηκαν ένας άνδρας και μία γυναίκα. Ο άνδρας εισήλθε εντός του περιφραγμένου χώρου του υποστατικού και έσπρωξε τα καλώδια προς την περίφραξη. Αφού εξήλθε της περίφραξης, τράβηξε έξω τα καλώδια και ακολούθως, με τη βοήθεια της γυναίκας, έβαλε τα καλώδια στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο και έφυγαν από τη σκηνή. Ως επίσης αναφέρεται στην κατάθεση του ΜΚ1, από έλεγχο που έγινε αναφορικά με το όχημα με αρ. εγγραφής [ xx ], διαπιστώθηκε ότι αυτό είχε δηλωθεί ως κλοπιμαίο. Από περαιτέρω εξετάσεις που διενήργησε ο ΜΚ1 στην περιοχή, διαπίστωσε ότι την 6.3.2023 ώρα 09:40, το εν λόγω όχημα μετέβη στο εργοστάσιο Marios Loizou Scrap Metals. Ως ο ΜΚ1 ενημερώθηκε από τον Διευθυντή της συγκεκριμένης εταιρείας, εντός του αναφερόμενου οχήματος μετέβαιναν ένας άνδρας και μία γυναίκα και ο άνδρας παρέδωσε 13 κιλά χαλκού και 1,80 κιλά μπρούντζου έναντι απόδειξης. Στην απόδειξη αυτή, ως ιδιοκτήτης του οχήματος με αρ. εγγραφής [ xx ] αναγράφεται ο 1ος κατηγορούμενος και σύμφωνα με τον Διευθυντή της εν λόγω εταιρείας, του πούλησε αρκετές φορές μέταλλα. Ανακρινόμενος από τον ΜΚ1, μετά τη σύλληψή του, ο 1ος κατηγορούμενος κατονόμασε τη 2η κατηγορούμενη ως τη γυναίκα που πήγε μαζί του στη σκηνή και παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων, ενώ ανέφερε ότι την κλοπιμαία περιουσία την έδωσε στον S.M. Αφού ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι το εργοστάσιο Marios Loizou Scrap Metals απέχει περί τα 5 -10 λεπτά με αυτοκίνητο από το υποστατικό Santa Eirini, κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 την απόδειξη που πήρε από το εργοστάσιο της Marios Loizou Scrap Metals, περιγράφοντας το περιεχόμενό της. Ακολούθως, ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 το βίντεο από το ΚΚΒΠ του υποστατικού Santa Eirini, σε μορφή usb, εξηγώντας ότι στάλθηκε στην ΥΠΕΓΕ για επεξεργασία και ετοιμασία έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  3. Επιπρόσθετα, ο ΜΚ1 ως Τεκμήριο 5 κατέθεσε το CD το οποίο είχε στην κατοχή του και είναι πιστό αντίγραφο του usb. Μετά την αναπαράσταση του αναφερόμενου βίντεο στο Δικαστήριο, από το ΚΚΒΠ του επίδικου υποστατικού, ο μάρτυρας αναγνώρισε στο Δικαστήριο την κατηγορούμενη, ως τη γυναίκα που απεικονίζεται στο εν λόγω βίντεο. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν πήρε κατάθεση από την κατηγορούμενη, έλαβε ωστόσο ανακριτική κατάθεση από τον 1ο κατηγορούμενο, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. Ερωτηθείς εάν στην εν λόγω κατάθεση του ο 1ος κατηγορούμενος ανέφερε ότι ναι μεν πήγαν μαζί με την κατηγορούμενη στο επίδικο υποστατικό, πλην όμως αυτή δεν είχε καμία σχέση με την κλοπή, ο ΜΚ1 παρέπεμψε στο βίντεο, όπου παρουσιάζονται ένας άντρας και μια γυναίκα να συνεργάζονται άψογα για να κλέψουν ένα καλώδιο το οποίο δεν τους ανήκει και η γυναίκα δεν αντιδρά στις ενέργειες του 1ου κατηγορούμενου. Ως περαιτέρω ανέφερε ο μάρτυρας, τούτο ενισχύεται από το γεγονός ότι προηγουμένως πήγαν μαζί να πουλήσουν και άλλη κλοπιμαία περιουσία. Η δε γνώση της κατηγορουμένης ότι διέπραττε αδίκημα, προκύπτει κατά τον μάρτυρα και από το γεγονός ότι το επίδικο κτίριο ήταν περιφραγμένο και τα αντικείμενα βρίσκονταν μέσα στην περίφραξη. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΚ1 και προτού η Κατηγορούσα Αρχή κλείσει την υπόθεση της, κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν ως τέτοια, τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: · Ότι το Τεκμήριο 3 και η σχετικά με αυτό παραλαβή, συσκευασία, σφράγιση, διακίνηση και φύλαξη, μέχρι την κατάθεσή του στο Δικαστήριο, έγινε ορθά και νομότυπα, χωρίς να επέλθει σε αυτό οποιαδήποτε επέμβαση ή αλλοίωση, εκτός από την επέμβαση που έγινε για τις απαραίτητες επιστημονικές εξετάσεις, στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης. · Ότι το ΚΚΒΠ που αναφέρεται στο Τεκμήριο 7 είναι αυτό που προβλήθηκε στο Δικαστήριο, ήτοι το Τεκμήριο
  5. · Ότι το άτομο που αναγνώρισε η Αστ. [ ], ως αναφέρει στην κατάθεση της, είναι η 2η κατηγορούμενη. · Ότι το Τεκμήριο 2 είναι το φωτοαντίγραφο παραλαβής που αναφέρεται στο Τεκμήριο
  6. · Ότι η γυναίκα στην οποία γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 11 είναι η 2η κατηγορούμενη. · Ότι το USB στο οποίο γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 12 είναι αυτό που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. · Ότι το ΚΚΒΠ στο οποίο γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 13 είναι το Τεκμήριο 3, δηλ. το usb. · Κατατέθηκε η κατάθεση της κατηγορουμένης στη μητρική της γλώσσα, ως Τεκμήριο 9, ως προς το γεγονός της λήψης της. Επιπρόσθετα, εκ συμφώνου κατατέθηκαν για την αλήθεια του περιεχομένου τους, τα ακόλουθα: · Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7 η κατάθεση της Αστ. [ ], στην οποία αναφέρεται ότι την 13.2.2023 η κατηγορούμενη κλήθηκε για ανάκριση στον Αστ. Σταθμό Αγίου Ιωάννη κατά τη διερεύνηση υπόθεσης κλοπής αυτοκινήτου από την Αστ. [ ], η οποία την αναγνώρισε την 6.3.2023, ως άτομο το οποίο καταγράφηκε από ΚΚΒΠ αναφορικά με υπόθεση κλοπής καλωδίων από το χωριό Παραμύθα. · Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 η κατάθεση του Αστ. [ ], στην οποία αναφέρεται ότι την 12.3.2023, με τη βοήθεια διερμηνέα στη βουλγάρικη γλώσσα, λήφθηκε ανανκριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη για τα υπό διερεύνηση αδικήματα και επιστήθηκε η προσοχή της στο Νόμο. · Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10 η κατάθεση της κατηγορουμένης, ως η πιστή μετάφρασή της στην ελληνική. Αναφορά στο περιεχόμενό της θα γίνει κατωτέρω. · Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11 η κατάθεση του Διευθυντή της Marios Loizou Scrap Metals, στην οποία αναφέρεται ότι από έλεγχο που έγινε στο σύστημα της εταιρείας, την 6.3.2023 το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής [ xx ] μετέβη στο μαγαζί του περί η ώρα 09:37 και του πούλησε μπρούντζο και χαλκό έναντι απόδειξης. Στο εν λόγω αυτοκίνητο στη θέση του συνοδηγού καθόταν μία γυναίκα. · Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12 η κατάθεση του Μάριου Μάρκου, τεχνικού στην Securiteone, στην οποία αναφέρεται ότι έλαβε τα βίντεο που αφορούν στα όσα κατέγραψαν οι κάμερες του υποστατικού Santa Eirini μετά την καταγγελία της κλοπής, τα οποία παρέδωσε στην Αστυνομία, διευκρινίζοντας, ότι υπάρχει διαφορά μιας ώρας σε πραγματικό χρόνο από αυτήν που καταγράφεται στα βίντεο. · Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13 η κατάθεση του Γ.Γ., ιδιοκτήτη του υποστατικού «Santa Eirini», στην οποία κατήγγειλε το περιστατικό της κλοπής των καλωδίων αξίας €3.000 την 6.3.
  8. Αφού η κατηγορούμενη κλήθηκε από το Δικαστήριο σε απολογία, στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, επέλεξε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ενόρκως. Κατά την κυρίως εξέτασή της, η κατηγορούμενη αναγνώρισε την κατάθεσή της (Τεκμήριο 9), ερωτηθείσα δε τι έγινε εκείνη την ημέρα για την οποία κατηγορείται, απάντησε ότι ήταν σπίτι του 1ου κατηγορούμενου επειδή συζούσαν. Σε κάποια στιγμή της είπε να πάει μαζί του για να πάρουν κάποια πράγματα που είχε αφήσει ο φίλος του για να τα πουλήσει. Δεν ήξερε ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο 1ος κατηγορούμενος ήταν κλεμμένο, ή ότι θα πάει να κλέψει. Ανέφερε επίσης ότι ο 1ος κατηγορούμενος ήξερε πολύ καλά από που να μπει στο κτίριο, οπότε ότι πίστεψε ότι πράγματι κάποιος φίλος του άφησε τα πράγματα εκεί και ότι το κτίριο ανήκει σε φίλο του, ωστόσο δεν τον ρώτησε λεπτομέρειες να της πει ποιος είναι αυτός ο φίλος του. Περαιτέρω ανέφερε ότι με τον 1ο κατηγορούμενο ήταν ζευγάρι και συζούσαν για περίπου 3 - 4 μήνες σε χώρο που του ενοικίασε το κράτος και τη φιλοξενούσε. Μετά το επίδικο περιστατικό, μπορεί να έμεινε ακόμα έναν μήνα μαζί του, αλλά τον χώρισε λόγω της συμπεριφοράς του προς αυτήν. Η ίδια δεν εργαζόταν καθώς αντιμετωπίζει πρόβλημα επιληψίας και τη συντηρούσε ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος της έλεγε ότι μάζευε παλιά σίδερα και τα πουλούσε και ότι εργαζόταν τα απογεύματα μερικώς σε κάποιο φίλο του. Πριν την επίδικη ημερομηνία, έτυχε ξανά να παραδώσουν αντικείμενα, αλλά όχι να πάρουν. Αντεξεταζόμενη, η κατηγορούμενη ανέφερε ότι ενόσω διέμενε με τον 1ο κατηγορούμενο ήταν άνεργη. Ερωτηθείσα εάν ο 1ος κατηγορούμενος ήταν άνεργος, απάντησε ότι της είχε πει ότι μάζευε παλιοσίδερα που ήταν άχρηστα και τα παρέδιδε για λεφτά και ότι τα απογεύματα δούλευε σε κάποιο φίλο του ως πογιατζής, πλην όμως δεν ζήτησε λεπτομέρειες και δεν ξέρει σε ποιόν φίλο του εργαζόταν. Στην υποβολή ότι ο 1ος κατηγορούμενος πήδηξε από τον περιφραγμένο χώρο του επίδικου υποστατικού, η κατηγορούμενη απάντησε ότι όπως φαίνεται στο βίντεο, ο κατηγορούμενος μπήκε από το πλευρό και δεν πήδηξε από κάγκελα, οπότε αυτή υπέθεσε ότι ο φίλος του του είπε να περάσει από εκεί. Ως επίσης ανέφερε, αφού ο 1ος κατηγορούμενος τράβηξε τα καλώδια από τον περιφραγμένο χώρο, της φώναξε να τον βοηθήσει. Ως περαιτέρω ανέφερε, όταν πήγαν στο Santa Eirini δεν τους περίμενε οποιοδήποτε πρόσωπο, ή κάποιος για να τους ανοίξει, ούτε είχε ρωτήσει τον 1ο κατηγορούμενο αν θα ήταν εκεί ο φίλος του. Σύμφωνα με τα όσα της ανέφερε ο 1ος κατηγορούμενος, άφησε τα καλώδια εκεί κάποιος φίλος του. Σε υποβολές της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, ότι αν υπήρχε συνεννόηση με άλλο πρόσωπο, το εν λόγω πρόσωπο θα ήταν εκεί για να τους ανοίξει και να τους υποδείξει τι να μαζέψουν, η κατηγορούμενη απάντησε ότι δεν γνωρίζει, επαναλαμβάνοντας ότι ο 1ος κατηγορούμενος της είπε ότι συνεννοήθηκε με κάποιον. Ως περαιτέρω ανέφερε η κατηγορούμενη αντεξεταζόμενη, μπορεί αυτό το πρόσωπο να είχε δουλειά και να μην μπορούσε να είναι εκεί και να είπε στον 1ο κατηγορούμενο να πάει να τα πάρει. Η ίδια δεν μπορεί να γνωρίζει τι συμφώνησαν και αν αυτά τα πράγματα είναι κλεμμένα. Στην υποβολή ότι αν όντως ο 1ος κατηγορούμενος είχε συνεννοηθεί με τον ιδιοκτήτη, θα το έλεγε στην κατάθεση του, η κατηγορούμενη απάντησε ότι δεν βρίσκεται στο Δικαστήριο για τον 1ο κατηγορούμενο, αλλά για την ίδια, ενώ στην ερώτηση γιατί δεν ανέφερε στην κατάθεσή της ότι ο 1ος κατηγορούμενος της είπε να πάνε να πάρουν καλώδια από φίλο του, η κατηγορούμενη απάντησε ότι βρισκόταν σε κατάσταση σοκ και δεν ήθελε να μιλήσει στην αστυνομία χωρίς δικηγόρο, για να μπορεί να λάβει συμβουλή, ενώ σε κάθε περίπτωση, δεν την ρώτησαν αν είναι κλεμμένα ή όχι, ούτε για τον φίλο του 1ου κατηγορουμένου. Υποβλήθηκε περαιτέρω στην κατηγορουμένη, ότι όταν επιστήθηκε η προσοχή της στο νόμο και συνελήφθη, απάντησε ότι έκανε λάθος και απολογήθηκε, με την κατηγορούμενη να απαντά ότι το λάθος της ήταν που βρισκόταν εκεί και όχι επειδή έκλεψε, επικαλούμενη την κατάθεση του 1ου κατηγορούμενου, όπου αυτός ανέφερε ότι η ίδια δεν γνώριζε τίποτα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο δύναται να αξιολογεί τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[1] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων,[2] η δε αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[3] Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[4] Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[5] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[6] Παρεμβάλλω, ότι όσον αφορά στη μαρτυρία που κατατέθηκε εκ συμφώνου και τα παραδεκτά γεγονότα, σύμφωνα με τη νομολογία, η μαρτυρία αυτή γίνεται αποδεκτή και εξάγονται ανάλογα ευρήματα από το Δικαστήριο.[7] Έχοντας κατά νου τις αρχές που διέπουν το θέμα, προχωρώ σε αξιολόγηση των δύο μαρτύρων τους οποίους είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω. Αρχίζοντας από τον ΜΚ1, η εντύπωση που απεκόμισα ήταν πολύ θετική. Ο μάρτυρας απάντησε με ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, τα δε τεκμήρια τα οποία κατέθεσε, συνάδουν με τους ισχυρισμούς του. Ούτε και έχω εντοπίσει οτιδήποτε στον τρόπο που κατέθετε ο μάρτυρας, από το οποίο να αναδύεται τυχόν προσπάθειά του να παραποιήσει τα γεγονότα ή οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Ο μάρτυρας απάντησε ευθέως στα όσα ερωτήθηκε χωρίς υπεκφυγές και δεν εντόπισα οποιεσδήποτε ουσιώδεις ανακολουθίες στη μαρτυρία του, η οποία γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Από την άλλη, η εντύπωση που απεκόμισα από την κατηγορούμενη δεν ήταν θετική, καθώς, πέραν του ότι η μαρτυρία της δεν είναι αληθοφανής και λογική, μου έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να αποφύγει την ευθύνη της και ότι απέφευγε τεχνηέντως να απαντήσει στις ερωτήσεις που της υποβάλλοντο κατά την αντεξέτασή της. Ως θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, από την όλη μαρτυρία της, προκύπτουν αντιφάσεις και εσκεμμένες αποκρύψεις γεγονότων, οι οποίες οδηγούν το Δικαστήριο σε εξ ολοκλήρου απόρριψη της μαρτυρίας της. Η εκδοχή της κατηγορουμένης, ότι μετέβησαν στο επίδικο υποστατικό για να πάρει ο 1ος κατηγορούμενος κάποια καλώδια από κάποιο φίλο του και ότι δεν είχε ιδέα για το τι συνέβαινε, προβλήθηκε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο και όχι στην ανακριτική της κατάθεση. Αντεξεταζόμενη ωστόσο, όταν ερωτήθηκε γιατί δεν ανέφερε στην Αστυνομία την εκδοχή που προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου, απάντησε ότι ήταν σε κατάσταση σοκ και ότι δεν ήθελε να μιλήσει στην Αστυνομία χωρίς δικηγόρο, για να μπορεί να λάβει συμβουλή. Ως επίσης ανέφερε, δεν ερωτήθηκε εάν τα καλώδια ήταν κλεμμένα. Διερχόμενη της ανακριτικής κατάθεσης της κατηγορουμένης, την οποία αναγνώρισε και υιοθέτησε, διαπιστώνω ότι προτού καταθέσει, πληροφορήθηκε από τον ανακριτή ότι ο τελευταίος διερευνά υπόθεση κλοπής καλωδίων που διαπράχθηκε την 6.3.2023 στο Santa Eirini στο χωριό Παραμύθα στη Λεμεσό. Ερωτηθείσα εάν έχει καταλάβει τα όσα της αναφέρθηκαν, απάντησε καταφατικά και δήλωσε ότι δεν θέλει να μιλήσει με τον δικηγόρο της. Αναφορικά με την 6.3.2023, η κατηγορούμενη ανέφερε ότι ο 1ος κατηγορούμενος την πήρε από το σπίτι και πήγαν περίπατο, πλην όμως δεν θυμόταν που πήγαν. Όταν ωστόσο πληροφορήθηκε ότι υπήρχε μαρτυρία, ότι πήγε μαζί με τον 1ο κατηγορούμενο στο Santa Eirini στην Παραμύθα και έκλεψαν καλώδια, απάντησε ότι αυτή βρισκόταν στο αυτοκίνητο και ο 1ος κατηγορούμενος της ζήτησε να τον βοηθήσει να φορτώσει «κάποια σύρματα που ήταν στο έδαφος». Διερχόμενη περαιτέρω της κατάθεσης του Διευθυντή της Marios Loizou Scrap Metals, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11 για την αλήθεια του περιεχομένου της, διαπιστώνω ότι σε αυτήν αναφέρεται ότι την 6.3.2023, ώρα 09:37, επισκέφθηκε το μαγαζί του ο 1ος κατηγορούμενος για να του πουλήσει χαλκό και μπόιλερ, ο οποίος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής [ xx ], εντός του οποίου καθόταν μία γυναίκα στη θέση του συνοδηγού. Υπενθυμίζεται, ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η γυναίκα αυτή, είναι η κατηγορούμενη. Στο βίντεο το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 στο Δικαστήριο και αναπαράχθηκε, παρουσιάζεται το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής [ xx ] να εισέρχεται στον εξωτερικό χώρο του υποστατικού Santa Eirini και να σταθμεύει. Έπειτα ο οδηγός του εν λόγω οχήματος κατεβαίνει από το όχημα και πάει προς την περίφραξη του αναφερόμενου υποστατικού, στο οποίο εισέρχεται μπαίνοντας από το πλάι, όπου δεν υπάρχει περίφραξη και αρχίζει να τραβά τα καλώδια προς την περίφραξη, πάνω από την οποία πήδηξε στη συνέχεια και όδευσε προς το όχημά του, το οποίο μετακίνησε προς την περίφραξη με όπισθεν, ώστε το πορτμπαγκάζ να είναι προς την περίφραξη. Ακολούθως, ο οδηγός του οχήματος κατέβηκε από το αναφερόμενο όχημα και μαζί του κατέβηκε και η συνοδηγός και άρχισαν να τραβούν προς τα έξω τα καλώδια τα οποία βρίσκονταν κάτω από την περίφραξη, από το σημείο όπου υπάρχει κάποιο κενό. Στη συνέχεια άνοιξαν και τις δύο πίσω πόρτες του αυτοκινήτου και έσπρωχναν ταυτόχρονα τα καλώδια, ο καθένας από τη μία πλευρά του αυτοκινήτου, ώστε να χωρέσουν στο πίσω μέρος, δηλ. στα πίσω καθίσματα. Όταν κατόρθωσαν να χωρέσουν τα καλώδια στο αυτοκίνητο, έκλεισαν τις πίσω πόρτες και αποχώρησαν από το μέρος. Η ώρα κατά την οποία εκτυλίχθηκε το περιστατικό ήταν περί τις 10:
  9. Στην κατάθεσή της, η κατηγορούμενη ανέφερε ότι ο 1ος κατηγορούμενος της ζήτησε να τον βοηθήσει να φορτώσει κάποια πράγματα που ήταν στο έδαφος. Στο Δικαστήριο, ανέφερε ότι της ζήτησε να τον βοηθήσει να πάρει κάποια πράγματα από έναν φίλο του. Θέση, την οποία ουδέποτε ανέφερε στην ανακριτική της κατάθεση, ως το προϊόν αυθόρμητης και ειλικρινούς αντίδρασης, εάν όντως έτσι είχαν τα πράγματα. Από το βίντεο, προκύπτει ότι τα επίδικα καλώδια δεν βρίσκονταν στο έδαφος, αλλά ότι τα τράβηξε ο δράστης προς τα έξω, αφού εισήλθε στο υποστατικό. Κατά τη διάρκεια του συμβάντος, η κατηγορούμενη ήταν συνοδηγός και βρισκόταν στη σκηνή, ενώ σε μετέπειτα στάδιο παρουσιάζεται να βοηθά με συντονισμένες και εναρμονισμένες κινήσεις τον 1ο κατηγορούμενο να μεταφέρει τα καλώδια στο αυτοκίνητο και αμέσως μετά τη φόρτωσή τους στο όχημα, να αποχωρούν. Ούτε και παρουσιάζεται στο εν λόγω βίντεο ο 1ος κατηγορούμενος να αναζητά τον υποτιθέμενο φίλο του, είτε όταν καταφτάνει το αυτοκίνητο στη σκηνή, είτε μεταγενέστερο χρόνο. Επιπρόσθετα, ενώ στην κατάθεσή της η κατηγορούμενη ανέφερε ότι δεν θυμόταν τι έκανε εκείνη την ημέρα και ότι πήγαν ένα περίπατο με τον 1ο κατηγορούμενο, ως προκύπτει από τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μου, δεν πήγαν απλώς ένα περίπατο, αλλά προτού μεταβούν στο επίδικο υποστατικό, μετέβησαν στην Marios Loizou Scrap Metals, όπου ο 1ος κατηγορούμενος πούλησε μέταλλα. Υπενθυμίζω, ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ1, το εργοστάσιο Marios Loizou Scrap Metals απέχει περί τα 5 -10 λεπτά με αυτοκίνητο από το Santa Eirini. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, η αναφορά του 1ου κατηγορουμένου στην ανακριτική του κατάθεση, ότι η κατηγορούμενη δεν είχε σχέση με την κλοπή και δεν γνώριζε τι επρόκειτο να κάνει. Η εν λόγω κατάθεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 και αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, καθώς ο 1ος κατηγορούμενος δεν κατέθεσε ενώπιον Δικαστηρίου. Παρόλο που εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιασδήποτε δικαστική διαδικασία, απλώς και μόνο διότι είναι εξ ακοής, το Δικαστήριο αξιολογεί την βαρύτητα που θα προσδώσει σε τέτοια μαρτυρία, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα, αλλά και των σχετικών νομοθετικών διατάξεων του Περί Αποδείξεως Νόμου.[8] Στην προκειμένη περίπτωση, δεν εξηγήθηκε στο Δικαστήριο ο λόγος που ο 1ος κατηγορούμενος δεν κλητεύθηκε να καταθέσει, ώστε να αντεξετασθεί και να τύχει αξιολόγησης από το Δικαστήριο, ούτε καταδείχθηκε κατά πόσο ήταν εύλογο ή εφικτό να κλητευθεί για να καταθέσει. Συνεπακόλουθα, δεν αποδίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα στην εν λόγω μαρτυρία. Ως εκ των άνω, δεν κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ πάνω στη μαρτυρία της κατηγορουμένης για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, καταλήγω στα ακόλουθα ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση γεγονότα: Την 6.3.2023, περί η ώρα 10:15, το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής [ xx ] μετέβη στον εξωτερικό χώρο του υποστατικού με την ονομασία «Santa Eirini», ιδιοκτησίας του Γ.Γ. Οδηγός του εν λόγω οχήματος ήταν ο 1ος κατηγορούμενος και συνοδηγός η 2η κατηγορούμενη. Αφού στάθμευσε το όχημα εντός του εξωτερικού χώρου του αναφερόμενου υποστατικού, ο 1ος κατηγορούμενος εξήλθε του οχήματος και εισήλθε εντός του περιφραγμένου χώρου του εν λόγω υποστατικού, μπαίνοντας από το πλάι, όπου δεν υπάρχει περίφραξη. Αφού έσπρωξε τα καλώδια προς την περίφραξη, όδευσε προς το όχημά του, το οποίο μετακίνησε προς την περίφραξη με όπισθεν, ώστε το πορτμπαγκάζ να είναι προς την περίφραξη. Ακολούθως, κατέβηκε από το αναφερόμενο όχημα και μαζί του κατέβηκε και η 2η κατηγορούμενη και άρχισαν να τραβούν προς τα έξω τα καλώδια τα οποία βρίσκονταν κάτω από την περίφραξη, από το σημείο όπου υπάρχει κάποιο κενό. Στη συνέχεια, άνοιξαν και τις δύο πίσω πόρτες του αυτοκινήτου και άρχισαν να σπρώχουν ταυτόχρονα τα καλώδια, ο καθένας από τη μία πλευρά του αυτοκινήτου, ώστε να χωρέσουν στο πίσω μέρος του, δηλ. στα πίσω καθίσματα. Όταν κατόρθωσαν να χωρέσουν τα καλώδια στο αυτοκίνητο, έκλεισαν τις πίσω πόρτες του οχήματος και αποχώρησαν από το μέρος. Η αξία των κλοπιμαίων ανέρχεται σε €3.
  10. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Στις ποινικές υποθέσεις η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος αποδείξεως, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, της ύπαρξης κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[9] Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων, που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.[10] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[11] Εάν στο τέλος της υπόθεσης υπάρχει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.[12] Παράλληλα, δεν αποτελεί υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής το να αναιρέσει ή αποκρούσει κάθε πιθανή υπεράσπιση που ενδεχομένως θα επικαλεστεί ο κατηγορούμενος.[13] Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, προχωρώ σε εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει. Το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, το οποίο αφορά η 8η κατηγορία, εδράζεται στο αρ. 371 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή». Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα και δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε, πέραν από τη συμφωνία. Η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας είναι θέμα πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό. Σχετικά παραπέμπω στην Λαζάρου ν. Δημοκρατίας

(2010)2 Α.Α.Δ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου αναφορικά με την 8η κατηγορία, οι κατηγορούμενοι την 6.3.2023 στη Λεμεσό, συνωμότησαν με τον Salih Mavideniz από τη Λεμεσό να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή κλοπή. Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, διαπιστώνω ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε, από την οποία να προκύπτει ότι η κατηγορούμενη συνωμότησε με τον S.M. για τη διάπραξη κακουργήματος. Ουδεμία ερώτηση της υποβλήθηκε κατά την αντεξέτασή της αναφορικά με το συγκεκριμένο πρόσωπο, ή σε σχέση με τη σύναψη οποιασδήποτε συμφωνίας με οποιοδήποτε πρόσωπο, για να προβούν στη διάπραξη κακουργήματος. Το αδίκημα της κλοπής που αφορά η 9η κατηγορία, εδράζεται στα άρθρα 255 και 20 του Ποινικού Κώδικα, τα οποία παραθέτω αυτούσια: «
  2. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη». «255.-
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
  1. i)με τέχνασμα (
  2. ii)με εκφοβισμό (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο». Στην Ιωάννης Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas a.o. v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act. Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-39. Η έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του Άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αυτός ο ορισμός του ιδιοκτήτη πρέπει να συνδυαστεί και με το Άρθρο 260, όπου καθορίζεται ότι κλοπή μπορεί να γίνει και από πρόσωπο που έχει συμφέρον στο κλοπιμαίο όπως εάν το πρόσωπο αποκτά ειδική ιδιοκτησία ή είναι μισθωτής του αντικειμένου ή συνιδιοκτήτης του. Αυτή η έννοια της ιδιοκτησίας που καθορίζει το Κεφ. 154, είναι απόρροια της νομολογημένης αντίληψης προερχόμενης από τις έννοιες του κοινοδικαίου ότι η ιδιοκτησία μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα με τον κατηγορούμενο και σε άλλο πρόσωπο ή ο κατηγορούμενος μπορεί να το κατέχει λόγω σχέσης εμπιστοσύνης, από άλλο πρόσωπο. Αυτό καλύπτει και την παρούσα περίπτωση, όπου η εταιρεία απέκτησε το χαρτοφυλάκιο του Ταμείου με τη συγκατάθεση του, αλλά στη συνέχεια το οικειοποιήθηκε («fraudulent conversion»), όπως απαντάται στην επιφύλαξη του Άρθρου 255
(1)και στο Άρθρο 260. Όπως αναφέρεται περαιτέρω στο σύγγραμμα του Ashworth: Principles of Criminal Law 3η έκδ. σελ. 385, η έννοια της λέξης «property» κάτω από το Άρθρο 4
(1)του Theft Act 1968, είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, όπως ακριβώς καθορίζεται και στην έννοια του «property» του ερμηνευτικού Άρθρου 4 του Κεφ. 154, που περιλαμβάνει κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Στο σύγγραμμα Parry on Offences Against Property, σελ. 11, παρ. 1.21, αναφέρεται ότι μία περιουσία ανήκει όχι μόνο σε κάποιον που είναι απόλυτος ιδιοκτήτης της, αλλά και σε οποιονδήποτε έχει επ' αυτής συμφέρον ή εμπράγματο δικαίωμα. Έτσι, περιουσία, η οποία κατέχεται από κοινού, μπορεί να γίνει αντικείμενο κλοπής από ένα ή περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες, ενώ στην παρ. 1.22 καταγράφεται η θέση ότι το συμφέρον στην περιουσία δεν είναι ανάγκη να είναι νομικό («legal»), αλλά μπορεί να είναι και συμφέρον που αναγνωρίζεται στο δίκαιο της επιείκειας («equitable»). Κατά συνέπεια, ένας καταπιστευματοδόχος («trustee») παρόλο που κατά νόμο θεωρείται απόλυτος ιδιοκτήτης, εν τούτοις μπορεί να κλέψει την περιουσία του καταπιστεύματος, διότι οι δικαιούχοι έχουν «equitable interest». Κατά παρόμοιο τρόπο, πρόσωπα που βρίσκονται σε σχέση εμπιστοσύνης με άλλα («fiduciary position») και που λόγω της θέσης αυτής δυνατό να αποκτήσουν μυστικά κέρδη μπορούν να θεωρηθούν ένοχοι κλοπής, ιδιαιτέρως όταν η περιουσία έτυχε εμπίστευσης ως πραγματικό γεγονός. (Attorrney-General's Reference (No. 1 of 1985) [1986] QB 491). Σχετικές αναφορές γίνονται και στο σύγγραμμα του Edward Griew: The Theft Act 1968 2η έκδ., σελ. 11-12 τόσο για την ιδιοκτησία όσο και τη φράση «belonging to another». Το πόσο ευρεία είναι η έννοια «belonging to another», σχολιάζεται και στον Ashworth - πιο πάνω - σελ. 386-390, όπου διακρίνεται η έννοια αυτή από τον παλιό νόμο του Larceny Act ...». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου αναφορικά με την 9η κατηγορία, οι κατηγορούμενοι την 6.3.2023 στην Παραμύθα της επαρχίας Λεμεσού, έκλεψαν από το υποστατικό «ΣΑΝΤΑ ΕΙΡΗΝΗ» το οποίο βρίσκεται στον κύριο δρόμο Λεμεσού-Πλατρών, 5 καλώδια βαρετού τύπου εξωτερικού χώρου συνολικής αξίας €3.000. Υπενθυμίζεται, ότι ο 1ος κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή. Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω αποδεχθεί, τα κλοπιμαία καλώδια ήταν ιδιοκτησίας του Γ.Γ., ιδιοκτήτη του υποστατικού Santa Eirini, ο οποίος υπέβαλε στην Αστυνομία καταγγελία για κλοπή των εν λόγω καλωδίων την 6.3.2023. Περαιτέρω, από τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, προκύπτει ότι η κατηγορούμενη, παίρνοντας τα εν λόγω καλώδια και φορτώνοντάς τα πάνω στο αυτοκίνητο, μαζί με τον 1ο κατηγορούμενο, ώστε να τα απομακρύνουν από το εν λόγω υποστατικό, είχε πρόθεση να τα αποστερήσει από το νόμιμο ιδιοκτήτη τους τελεσίδικα και να αποκτήσει την κατοχή τους, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη τους. Η πρόθεσή της αυτή μετουσιώθηκε σε πράξη και έγινε δολίως, καθότι γνώριζε ότι δεν είχε δικαίωμα κτήσης των εν λόγω καλωδίων, ωστόσο σκοπίμως προέβη στην πράξη αυτή. Συνεπακόλουθα, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό σε σχέση με την 9η κατηγορία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Στη βάση όλων των ανωτέρω, είναι η κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεσή της σε ότι αφορά στην κατηγορία 9 και η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην εν λόγω κατηγορία, ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 8η κατηγορία. Υπ.) .................................. Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [2] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [3] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614. [4] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [5] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(2010)2 ΑΑΔ 304. [6] Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454. [7] Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143. [8] Βλ. αρ. 23, 24 και 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου και επίσης Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, Πολ. Έφεση 274/2010 ημερ. 5.5.2015 & Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου
(2016)1 ΑΑΔ 1779. [9] Σιακόλα ν Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 110. [10] Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71. [11] Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. [12] Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110. [13] Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 296. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.