ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. JURAJ MAK SO, Αρ. Υπόθεσης: 6658/2024, 20/10/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6658/2024 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. JURAJ MAK SO Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20 Οκτωβρίου 2025 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για Κατηγορούμενη: κα Αδάμου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ (Δοθείσα Αυθημερόν) Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του για τη διάπραξη των αδικημάτων της κλοπής (1η κατηγορία) και της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία (2η κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, αναφορικά με την 1η κατηγορία, την 24.3.2024 ο κατηγορούμενος έκλεψε από το ντεπόζιτο καυσίμων ενός ερπυστριοφόρου εκσκαφέα, 150 λίτρα πετρέλαιο αξίας €220,00 περιουσία του μάρτυρα 1 επί του κατηγορητηρίου (στο εξής ο «ΜΚ1»). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, αναφορικά με την 2η κατηγορία, την 24.3.2024 ο κατηγορούμενος εκσεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά ύψους €50,00 στο πώμα και στην κλειδαριά του ντεπόζιτου καυσίμων ενός ερπυστριοφόρου εκσκαφέα, περιουσία του ΜΚ
- Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου. Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Έγγραφο Α, την 26.3.2024, όταν ο ΜΚ1 πήγε στην εργασία του, όπου είχε σταθμευμένο ερπυστριοφόρο εκσκαφέα, διαπίστωσε ότι η κλειδαριά της πόρτας όπου είναι το ντεπόζιτο καυσίμων και το πώμα του ντεποζίτου καυσίμων, ήταν παραβιασμένα, καθώς υπήρχε ζημιά στις κλειδαριές τους. Αφού ο ΜΚ1 έλεγξε την ποσότητα καυσίμων, διαπίστωσε ότι περίπου 150 λίτρα από πετρέλαιο συνολικής αξίας €220,00 είχαν κλαπεί. Ακολούθως, δόθηκε πληροφορία στον ΜΚ1, από πρόσωπο που δεν ήθελε να αποκαλύψει τα στοιχεία του, ότι την 24.3.2024 το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής [ ] ήταν σταθμευμένο μπροστά από τον ερπυστριοφόρο εκσκαφέα και ότι έξω από αυτό βρισκόταν ένας άνδρας, ο οποίος ερχόμενος από τον εκσκαφέα κρατούσε ένα πλαστικό μπιτόνι το οποίο φαινόταν γεμάτο. Αφού έβαλε το εν λόγω μπιτόνι στο όχημά του, ο άνδρας αποχώρησε από το μέρος. Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν, διαπιστώθηκε ότι ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος, είναι ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη κατόπιν έκδοσης σχετικού εντάλματος εναντίον του και ανακρινόμενος, παραδέχθηκε την κλοπή του πετρελαίου. Αναφέρθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και ότι ο παραπονούμενος δεν έχει αποζημιωθεί. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, την παραδοχή και απολογία του, τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν όταν διέπραξε τα αδικήματα τα οποία έχει παραδεχθεί, το γεγονός ότι έκτοτε δεν διέπραξε οποιοδήποτε αδίκημα, ενώ εισηγήθηκε όπως το Δικαστήριο αναστείλει τυχόν επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Παρεμβάλλω, ότι ενόψει της σοβαρότητας της κατηγορίας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, το Δικαστήριο ζήτησε την ετοιμασία Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, ώστε να τεθούν ενώπιον του οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, για σκοπούς εξατομίκευσης της αρμόζουσας ποινής.[1] Στην εν λόγω Έκθεση, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος είναι 35 ετών και κατάγεται από τη Σλοβακία, είναι υπάλληλος σε εταιρεία μεταλλικών κατασκευών και διαμένει με τη συμβία του στη Μονή σε σιδηροκατασκευή που έχει κατασκευάσει ο ίδιος, σε χωράφι που του παραχώρησε ο εργοδότης του. Λαμβάνει περί τα €1.160,00 μηνιαίως και δεν έχει χρέη, ούτε περιουσιακά στοιχεία. Ζεί και εργάζεται στην Κύπρο από το 2008 και διατηρεί καλές σχέσεις με τα αδέρφια του, τα οποία διαμένουν επίσης στην Κύπρο. Μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο ενεγράφη σε Πανεπιστήμιο της χώρας του στον κλάδο του Πολιτικού Μηχανικού και διέκοψε τις σπουδές του δύο μήνες προτού τις ολοκληρώσει και ήρθε στην Κύπρο, όπου διέμεναν τα δύο αδέρφια του. Έχοντας κατά νου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στον κατηγορούμενο. Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[2] Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση, ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[3] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[4] Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[5] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[6] Ειδικότερα, για το αδίκημα της κλοπής, το οποίο συνιστά κακούργημα, το αρ. 262 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι και τρία έτη, ενώ για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσια, το αρ. 324
(1)του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι και δύο έτη. Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία πηγάζει από τις προβλεπόμενες εκ της νομοθεσίας ποινές, η σοβαρότητά τους προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία. Σχετικά παραπέμπω στις Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021, ECLI:CY:AD:2022:B62 ημερ. 15.2.2022, Bezanidis v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 785, Saadi v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 308/2014 ημερ. 24.6.2016 και Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 11/2021 ημερ. 4.11.2022. Ως έχει νομολογηθεί, τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη.[7] Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, από την Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021, ECLI:CY:AD:2022:B62 ημερ. 15.2.2022: «Δεν είναι λίγες φορές που το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει ότι οι κλοπές και διαρρήξεις, καθώς και ομοειδή αδικήματα, βρίσκονται εδώ και χρόνια στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Ορθά, επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στη συχνότητα διάπραξης αυτού του είδους των αδικημάτων και την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Σχετικά είναι και τα όσα επισημάνθηκαν στην υπόθεση Bezanidis v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 785: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιφέρει ρήξη στον κοινωνικό ιστό και στην ευόδωση της επίτευξης του στόχου εδραίωσης μιας φιλήσυχης και ειρηνικής κοινωνίας στην οποία δικαιούται να προσβλέπει ο κάθε πολίτης ώστε να νοιώθει ασφάλεια. Στις πρόσφατες αποφάσεις Mixaylov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 175, αναφέρθηκαν τα εξής: «Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92.» Στην Χασσάν v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 78, ποινή φυλάκισης 15 μηνών που επιβλήθηκε για το αδίκημα κλοπής αντικειμένων αξίας Λ.Κ. 3.005,80 όπου μέρος αυτών είχε ανευρεθεί, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επιπλέον, στην Ψύλλας v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430 επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κλοπή ποσών Λ.Κ. 350,00 και Λ.Κ. 20,00. Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[8] Επιπρόσθετα, η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, αναφορικά με την οποία το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του, καταδεικνύει τη σοβαρότητά τους και συγχρόνως, επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους, χωρίς βεβαίως αυτό να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[9] Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή της αρμόζουσας κατά την κρίση μου ποινής στην κατηγορούμενη. Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, την παραδοχή του, η οποία σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης, καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω, ότι αυτές δεν υπερφαλαγγίζουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών, αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη, από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία. Συνεπακόλουθα, επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 6 μηνών για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας. Αναφορικά με τη 2η κατηγορία δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της συνολικότητας της ποινής, εφόσον πρόκειται για το σύνολο μιας ενιαίας εγκληματικής συμπεριφοράς. Ενόψει του ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δεν ξεπερνά τα τρία έτη, προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία έτη. Πρόκειται για εξουσία του Δικαστηρίου η οποία δυνατό να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου.[10] Διευκρινίζεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[11] Επιπρόσθετα, η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης, διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[12] Τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ως έχουν τεθεί νομολογιακώς, είναι τα ακόλουθα:[13] (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του, (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας, καθώς ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή. Στη Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 22, λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση της εφεσείουσας, συνέτρεχαν αρκετοί παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής άμεσης φυλάκισης που είχε πρωτοδίκως επιβληθεί, περιλαμβανομένου του πρότερου βίου της, καθότι η κατηγορούμενη επέδειξε για πρώτη φορά εγκληματική αδιαφορία για τις σοβαρές επιπτώσεις από την ενέργειά της, ενώ συνειδητοποίησε αμέσως τη σοβαρότητα των πράξεών της και μεταμελήθηκε πλήρως. Στην Αστυνομία v. Μαυρομμάτη, Π.Ε. υπ' αρ. 92/2019 ημερ. 22.5.2020, επικυρώθηκε η αναστολή της επιβληθείσας ποινή φυλάκισης, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου και της διαγωγής του, μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν έντονου προβληματισμού και σταθμίζοντας όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Δεν παραγνωρίζω, τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος και το γεγονός ότι το μήνυμα που θα σταλεί στην κοινωνία πρέπει να είναι αποτρεπτικό. Ωστόσο, κατ' επέκταση των όσων έχω παραθέσει ανωτέρω, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του λευκού ποινικού μητρώου του και έχει απολογηθεί για τις πράξεις του, αλλά και των προσωπικών του περιστάσεων, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης, παρέχοντας στον κατηγορούμενο μία δεύτερη ευκαιρία. Συνεπακόλουθα, η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών. (Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) ........ Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τηλεμάχου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701. [2] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272. [3] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). [4] Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). [5] Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527. [6] Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166. [7] Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104, Γενικός Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 A.A.Δ. 129. [8] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022. [9] Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. [10] Βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583. [11] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373. [12] Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1. [13] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο