← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. SAMUIL SIMEONOV GEORGIEV, Αρ. Υπόθεσης: 1824/2025, 11/11/2025

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. SAMUIL SIMEONOV GEORGIEV, Αρ. Υπόθεσης: 1824/2025, 11/11/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1824/2025 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. SAMUIL SIMEONOV GEORGIEV Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 11 Νοεμβρίου 2025 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Β. Δανιηλίδου Για Κατηγορούμενο: κα Μ. Παπαδημήτρη Ο κατηγορούμενος είναι παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του στην μοναδική κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης σε σχέση με το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος μεταξύ της 1ης και 3ης Μαρτίου 2023 στο χωρίο Πλάτρες της επαρχίας Λεμεσού, διέρρηξε και εισήλθε σε εξοχική κατοικία, περιουσία του Α.Α., με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος μέσα σε αυτή, δηλαδή την κλοπή. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου. Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Έγγραφο Α, την 4.3.2023 και ώρα 10:30, ο Α.Α. μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Πλατρών, όπου κατήγγειλε ότι μεταξύ των ημερομηνιών 1.3.2023 - 3.3.2023 διαρρήχθηκε η εξοχική κατοικία της οποίας είναι διαχειριστής, καθώς ανήκει στην αδερφή του η οποία ζει μόνιμα στο εξωτερικό. Συγκεκριμένα, την 3.3.2023 μετέβη στην εν λόγω οικία ο συντηρητής της, ο οποίος την επισκέφθηκε τελευταία φορά την 1.3.2023, όπου διαπίστωσε ότι η ξύλινη πόρτα που οδηγεί στην κουζίνα ήταν παραβιασμένη και ότι εντός της οικίας υπήρχαν ακαταστασίες. Στη σκηνή μετέβη μέλος του Αστυνομικού Σταθμού Πλατρών, το οποίο διαπίστωσε ότι η πόρτα της οικίας παραβιάστηκε με αιχμηρό αντικείμενο, ενώ εντόπισε στην οικία ένα χρησιμοποιημένο τενεκεδάκι αναψυκτικού και ένα χρησιμοποιημένο γάντι κουζίνας, τα οποία παρέλαβε και παρέδωσε για επιστημονικές εξετάσεις. Από τις επιστημονικές εξετάσεις που έγιναν στα αναφερόμενα τεκμήρια, απομονώθηκε γενετικό υλικό το οποίο ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του κατηγορουμένου. Ακολούθησε η σύλληψη του κατηγορουμένου και η λήψη παρειακών επιχρισμάτων από αυτόν. Με τη συγκατάθεση της Κατηγορούσας Αρχής, εγκρίθηκε αίτημα της Υπεράσπισης, το οποίο υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ώστε να ληφθεί υπόψη, για σκοπούς επιβολής ποινής στον κατηγορούμενο και η ποινική υπόθεση υπ' αρ. 8108/2023 του Ε.Δ. Πάφου που εκκρεμεί εναντίον του. Μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης αυτής, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στα αδικήματα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α (1η κατηγορία) και της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α(2η κατηγορία), κατά παράβαση των προνοιών της οικείας νομοθεσίας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, αναφορικά με την 1η κατηγορία, την 11.11.2022 στην Πάφο, ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α, δηλ. μεθαμφεταμίνη συνολικού βάρους 0,02 γραμμαρίων, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, αναφορικά με την 2η κατηγορία, την 11.11.2022 στην Πάφο, ο κατηγορούμενος έκανε χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, δηλ. μεθαμφεταμίνη. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Β και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου. Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Έγγραφο Β, την 11.11.2022, μέλη του ΟΠΕ Πάφου μετέβησαν έξω από συγκεκριμένο συγκρότημα διαμερισμάτων, κατόπιν λήψης σχετικής πληροφορίας, όπου περιφέρονταν για αρκετή ώρα δύο πρόσωπα τα οποία θεωρήθηκαν ύποπτα. Εκεί εντόπισαν ένα όχημα, με την πόρτα του οδηγού ανοιχτή και ένα πρόσωπο να στέκεται έξω από αυτό και να μιλά με τον οδηγό του εν λόγω οχήματος. Επρόκειτο για τον κατηγορούμενο και τον Α.Α., ο οποίος ανέφερε ότι χάλασε το όχημά του και ζήτησε βοήθεια από τον κατηγορούμενο. Ενόψει των αντιφάσεων στις απαντήσεις τους, ο Αστυνομικός προέβη σε έρευνα τόσο στο όχημα, όσο και στον ίδιο τον κατηγορούμενο. Τότε εντοπίστηκε στην τσέπη του κατηγορούμενου ένα τεμάχιο ασημόχαρτου εντός του οποίου υπήρχε μεθαμφεταμίνη βάρους 0,02 γραμμαρίων, με τον κατηγορούμενο να απαντά ότι την κατείχε για δική του χρήση και ότι έκανε χρήση τελευταία φορά την 11.11.

  1. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με πέντε προηγούμενες καταδίκες, ήτοι: (α) Υπόθεση αρ. 35/18 με ημερ. καταδίκης την 20.6.2028, για αδικήματα κλοπής, κακόβουλης ζημιάς, κλοπής από κατοικία, παράνομης κατοχής περιουσίας, διάρρηξης κατοικίας κατά τη διάρκεια της νύχτας, συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και κατοχής διαρρηκτικών οργάνων κατά τη διάρκεια της νύχτας, μέσα στο πλαίσιο της οποίας λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις υπ' αρ. 1215/18, 1437/18 και 156/
  2. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με υψηλότερη την ποινή φυλάκισης για 18 μήνες σε σχέση με το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας. (β) Υπόθεση αρ. 6483/18 με ημερ. καταδίκης την 14.2.2019 για τα αδικήματα της διάρρηξης κατοικίας και της κλοπής από κατοικία, όπου του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 και 4 μηνών. (γ) Υπόθεση αρ. 834/19 με ημερ. καταδίκης την 24.5.2029 για το αδίκημα της κλοπής, όπου του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο μηνών. (δ) Υπόθεση αρ. 9082/20 με ημερ. καταδίκης την 22.6.2020 για τα αδικήματα της διάρρηξης κατοικίας κατά τη διάρκεια της νύχτας με σκοπό διάπραξης κακουργήματος, της κλοπής από κατοικία, της κακόβουλης ζημιάς, της κατοχής διαρρηκτικού οργάνου κατά τη διάρκεια της νύχτας, της παράνομης κατοχής περιουσίας και της μεταφοράς μαχαιριού εκτός της οικίας ή της αυλής της, όπου του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης και διαδοχικές με την ποινή που του επιβλήθηκε στην υπόθεση αρ. 35/2018, με μεγαλύτερη την ποινή φυλάκισης για 24 μήνες. Σε αυτή την υπόθεση λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις υπ' αρ. 8813/20 και 3734/
  3. (ε) Υπόθεση αρ. 1481/22 με ημερ. καταδίκης την 9.8.2022 για τα αδικήματα της επίθεσης/αντίστασης σε όργανο τήρησης της τάξης, της απείθειας σε διατάξεις νόμων που επιβάλλουν καθήκον, της κλοπής και της παράνομης κατοχής περιουσίας, όπου του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 30 ημερών. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση υπ' αρ. 7032/23, όπου επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης για διάστημα έξι και τριών μηνών, ενεργοποιήθηκε προεδρική χάρη την οποία ο κατηγορούμενος έχει εκτίσει. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, η ευπαίδευτη συνήγορός του υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου, το γεγονός ότι δεν έκλεψε, αλλά κατανάλωσε ένα αναψυκτικό διότι δεν αισθάνθηκε καλά, το γεγονός ότι δεν προκλήθηκαν ζημιές, ότι πρόκειται για χρήστη ναρκωτικών ουσιών ο οποίος είχε μειωμένη και εσφαλμένη κρίση, η οποία τον οδήγησε στη διάπραξη του αδικήματος, τον χρόνο κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, αλλά και το γεγονός ότι έχει απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά. Τέλος, εισηγήθηκε όπως η ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο συντρέχει με την ποινή φυλάκισης που ο κατηγορούμενος εκτίει μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης υπ' αρ. 2510/2024 του Ε.Δ. Πάφου, όπου του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2½ ετών κατόπιν ακρόασης, για αδικήματα διάρρηξης κτιρίου, κλοπής και κατοχής διαρρηκτικών οργάνων, τα οποία διαπράχθηκαν την περίοδο 27-28.4.2023, ενόψει του ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε αφότου του επιβλήθηκε ποινή στην υπόθεση εκείνη και δεν είχε την ευκαιρία να ζητήσει όπως η παρούσα ληφθεί υπόψη μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης 2510/
  4. Σημείωσε περαιτέρω, ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπόδικος από 29.5.2024 και η παρούσα καταχωρίστηκε την 14.2.2025, πλην όμως δεν του επιδόθηκε, καλώντας το Δικαστήριο όπως επιβάλει ποινή με τρόπο ώστε να μην επηρεαστεί η ημερομηνία αποφυλάκισης του κατηγορουμένου. Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου ενόψει της σοβαρότητας της κατηγορίας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει,[1] αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι 44 ετών, κατάγεται από τη Βουλγαρία και εκτίει ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές. Οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν δύο ετών και η μητέρα του εργαζόταν ως νοσηλεύτρια στον Παγκύπριο Σύνδεσμο Καρκινοπαθών και φίλων από όπου έλαβε σύνταξη, ενώ πλέον εργάζεται βάρδιες σε ιατρικό κέντρο. Φοίτησε για ένα χρόνο σε Γυμνάσιο στην Κύπρο αλλά έλαβε απολυτήριο από σχολείο στη Βουλγαρία όπου συνέχισε να φοιτά εξ αποστάσεως. Στη συνέχεια φοίτησε για τέσσερα χρόνια στο τότε Intercollege στον κλάδο της διακόσμησης εσωτερικού χώρου, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του λόγω χρήσης ουσιών. Εργάστηκε σε διάφορους τομείς πριν τη φυλάκισή του, όμως κυρίως συντηρείτο από τη μητέρα του. Από το 2013 μπαινοβγαίνει στις Κεντρικές Φυλακές, ενώ διέκοψε δύο φορές τη φυλάκισή του για να ενταχθεί στο κλειστό πρόγραμμα της Αγ. Σκέπης, χωρίς όμως να το έχει ολοκληρώσει. Εκτίει ποινή φυλάκισης 2½ ετών στις Κεντρικές Φυλακές από 29.5.2024 και πριν τη σύλληψή του διέμενε μαζί με τη μητέρα του σε ιδιόκτητη οικία. Δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, πλην όμως είναι χρήστης ουσιών από τα 18 του, ενώ δεν διαθέτει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία ή χρέη. Έχοντας λάβει υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στον κατηγορούμενο. Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης με την εξατομίκευση της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[2] Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[3] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[4] Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Αναφορικά με τη σοβαρότητα της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[5] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[6] Ειδικότερα, για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, το αρ. 292(α) του Ποινικού Κώδικα προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης έως και επτά ετών. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι η παρούσα έχει παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, γεγονός το οποίο δεν αποτελεί κατά κανόνα ελαφρυντικό στοιχείο υπέρ ενός κατηγορουμένου προσώπου, πλην όμως έχει τη δική της σημασία, καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι διά Νόμου περιορισμένο στην επιβολή κατ' ανώτατο όριο πενταετούς ποινής φυλάκισης.[7] Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας του αδικήματος, η οποία πηγάζει από την προβλεπόμενη εκ της νομοθεσίας ποινή, η σοβαρότητά του προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία. Σχετικά παραπέμπω στις Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021, ECLI:CY:AD:2022:B62 ημερ. 15.2.2022, Bezanidis v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 785, Saadi v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 308/2014 ημερ. 24.6.2016 και Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 11/2021 ημερ. 4.11.2022. Ως έχει νομολογηθεί, τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη.[8] Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, από την Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021, ECLI:CY:AD:2022:B62 ημερ. 15.2.2022: «Δεν είναι λίγες φορές που το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει ότι οι κλοπές και διαρρήξεις, καθώς και ομοειδή αδικήματα, βρίσκονται εδώ και χρόνια στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Ορθά, επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στη συχνότητα διάπραξης αυτού του είδους των αδικημάτων και την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Σχετικά είναι και τα όσα επισημάνθηκαν στην υπόθεση Bezanidis v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 785: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιφέρει ρήξη στον κοινωνικό ιστό και στην ευόδωση της επίτευξης του στόχου εδραίωσης μιας φιλήσυχης και ειρηνικής κοινωνίας στην οποία δικαιούται να προσβλέπει ο κάθε πολίτης ώστε να νοιώθει ασφάλεια. Στις πρόσφατες αποφάσεις Mixaylov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 175, αναφέρθηκαν τα εξής: «Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92.» Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[9] Επισημαίνεται δε, ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα, μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιόν του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο.[10] Παράλληλα, εκεί όπου μια υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και δεν λήφθηκε, αυτό δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος.[11] Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή της αρμόζουσας κατά την κρίση μου ποινής στον κατηγορούμενο. Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχουν διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθώς επίσης και τους μετριαστικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και τα όσα διαλαμβάνει η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη μου την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου, η οποία σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης και πρέπει να αμοίβεται,[12] το γεγονός ότι δεν προκλήθηκαν οποιεσδήποτε ζημιές από τις ενέργειές του σε τρίτα πρόσωπα, τον χρόνο που αυτός τελεί υπό κράτηση, καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, περιλαμβανομένου του γεγονότος ότι πρόκειται για άτομο χρόνια ουσιοεξαρτώμενο, το οποίο κατέβαλε προσπάθειες απεξάρτησης και σήμερα δηλώνει ότι έχει επιτυχώς απεξαρτηθεί, θέση η οποία παρότι δεν υποστηρίχθηκε από κάποιο πιστοποιητικό, δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση από την άλλη πλευρά και σύμφωνα με τη νομολογία, πρέπει να επικροτείται. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως, ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, δεν είναι δυνατό να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών, αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με σειρά προηγούμενων καταδικών και μάλιστα σε ομοειδή αδικήματα, γεγονός το οποίο δεν συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα, πλην όμως αποτελεί ένδειξη της στάσης του κατηγορουμένου στην τήρηση των νόμων. Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την DYGDALOWICZ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 11/2021 ημερ. 4.11.2022: «Όμως η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο, κυρίως, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου στην τήρηση των νόμων (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17). Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 306 τονίστηκε και πάλι ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής, αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. επίσης Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 και Vedat v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 787)». Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία. Συνεπακόλουθα, επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης για διάστημα 10 μηνών στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, καθότι η επιβληθείσα ποινή δεν ξεπερνά τα τρία έτη. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, ως έχει τροποποιηθεί, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία
(3)έτη. Πρόκειται για διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία έχει διευρυνθεί και μπορεί να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.[13] Επισημαίνεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[14] Η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[15] Σχετικά παραπέμπω στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303. Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν έντονου προβληματισμού και αξιολογώντας όλα τα ανωτέρω, είναι η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Και τούτο, αφού έλαβα υπόψη μου όλα τα πιο πάνω δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων των ελαφρυντικών παραγόντων που αφορούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, οι οποίοι δεν μπορούν κατά την κρίση μου να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας του αδικήματος που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος, αλλά και της έξαρσης στην οποία βρίσκονται τέτοιας φύσεως αδικήματα. Ως έχει άλλωστε νομολογηθεί, η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν ενδείκνυται, όταν τα αδικήματα που αφορά η υπόθεση βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία του παραβάτη, συνιστά επιπρόσθετα, μέσο αποτροπής άλλων πιθανών παραβατών, καθώς η προστασία του δημοσίου συμφέροντος, είναι υπεράνω οιωνδήποτε προσωπικών περιστάσεων.[16] Ενόψει όλων των ανωτέρω, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα έχει άμεση ισχύ από σήμερα. Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω, στρέφομαι σε εξέταση του κατά πόσον η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης θα συντρέχει με την ποινή που ήδη εκτίει ο κατηγορούμενος ή εάν η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης θα εκτιθεί διαδοχικά, ως η εισήγηση της υπεράσπισης. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(2)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155: «Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά». Οι αρχές που διέπουν το θέμα συνοψίζονται στην Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 443, μέσα στο πλαίσιο της οποίας λέχθηκαν τα εξής: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του». Ανάμεσα στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η ομοιότητα μεταξύ των αδικημάτων, η συνάφεια γεγονότων, εάν υπάρχει, και ο χρόνος διάπραξής τους.[17] Ως έχει επίσης νομολογηθεί, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος καταχώρισης της υπόθεσης και κατά πόσον αυτή ήταν δυνατό να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής σε άλλη υπόθεση.[18] Όπως λέχθηκε στην Φράγκου ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 13): «Η αρχή της συνολικότητας επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης επιβολής διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο ταυτόχρονα και καλύπτει επίσης περιπτώσεις όπου οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικά δικαστήρια σε διαφορετικό χρόνο και διαφορετικές βέβαια υποθέσεις. Επίκεντρο της αρχής είναι η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου. Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε τις αρχές που θέτει η νομολογία». Στην Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 541, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο, θα πρέπει πρωτίστως να αναλογίζεται το ορθό ποινικό μέτρο σε κάθε κατηγορία και μετά να εξετάζει το ενδεχόμενο της επιβολής διαδοχικότητας των ποινών. Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, σημειώνω, ότι με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου και τις τοποθετήσεις αμφοτέρων των συνηγόρων επί του θέματος, ο κατηγορούμενος εκτίει ποινή φυλάκισης 2½ ετών από 29.5.2024, ποινή η οποία του επιβλήθηκε μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης υπ' αρ. 2510/2024 του Ε.Δ. Πάφου, για ομοειδή αδικήματα, τα οποία διαπράχθηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 27-28.4.2023, δηλαδή σε περίοδο πολύ κοντά στην περίοδο που διαπράχθηκε το αδίκημα που αφορά η παρούσα υπόθεση. Ως προς το γεγονός ότι δεν ζητήθηκε να ληφθεί υπόψη η παρούσα, για σκοπούς επιβολής ποινής, μέσα στο πλαίσιο της εν λόγω υπόθεσης, η συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε ότι η παρούσα καταχωρίστηκε μήνες μετά την επιβολή ποινής στον κατηγορούμενο μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης αρ. 2510/2024 και του επιδόθηκε πολύ αργότερα, παρότι αφορά σε αδικήματα διαπραχθέντα εντός της ίδιας χρονικής περιόδου. Ως εκ τούτου, δεν είχε τη δυνατότητα να ζητήσει όπως η παρούσα ληφθεί υπόψη μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης εκείνης. Διερχόμενη όλων των ανωτέρω, σε συνάρτηση με τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα, σημειώνω αρχικά ότι ο κατηγορούμενος παρουσιάζει την εικόνα ατόμου που έχει από πολύ νεαρή ηλικία επιδοθεί σε δραστηριότητες οι οποίες σχετίζονται με τη διάπραξη αδικημάτων διαρρήξεων και κλοπών και άλλων ομοειδών αδικημάτων, έκανε δε πολυετή χρήση ναρκωτικών ουσιών από νεαρή ηλικία. Περαιτέρω, ως προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, το αδίκημα στο οποίο ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στην παρούσα υπόθεση, διαπράχθηκε κατά την ίδια περίοδο με τα αδικήματα που διαπράχθηκαν τα αδικήματα που αφορούσε η υπόθεση 2510/24 και συγκεκριμένα περί τους δύο μήνες αργότερα, πλην όμως η παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλ. αφού η υπόθεση αρ. 2510/2024 διεκπεραιώθηκε. Σε κάθε περίπτωση, σε περίπτωση που επιβληθεί διαδοχική ποινή στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος θα υπόκειται στην ουσία σε συνολική ποινή φυλάκισης 3 ετών και 4 μηνών, ποινή η οποία στο σύνολό της θεωρώ ότι θα είναι υπέρμετρη και δυσανάλογη, ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου, για την οποία το παρόν Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, εν αντιθέσει με την αρχή της συνολικότητας της ποινής. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, καταλήγω ότι η παρούσα είναι κατάλληλη περίπτωση, όπου η αρχή της συνολικότητας της ποινής επιτρέπει στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια κατ' απόκλιση από τη γενική αρχή του άρθρου 117
(2)του Κεφ. 155. Συνεπακόλουθα, διατάζεται όπως η έκτιση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση συντρέχει με την ποινή που του επιβλήθηκε στην υπόθεση υπ' αρ. 2510/2024 του Ε.Δ. Πάφου. Στην επιμέτρηση της ποινής του κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση λήφθηκε υπόψη και η ποινική υπόθεση υπ' αρ. 8108/2028 του Ε.Δ. Πάφου. Τα τεκμήρια της υπόθεσης να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.) ......... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τηλεμάχου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701. [2] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272. [3] Βλ. μεταξύ άλλων, Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). [4] Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). [5] Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527. [6] Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166. [7] Kolev v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 197, Αστυνομία ν. Βακανά Π.Ε. 173/2020 ημερ. 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B200, αρ. 24 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960). [8] Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104, Γενικός Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 A.A.Δ. 129. [9] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022. [10] Παντελής Κυριάκου Ιωάννου ν. Γεν. Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 598. [11] Μιχάλης Παραρέ ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 257. [12] Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 458, CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 ΑΑΔ 288), Φούττης ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 359. [13] Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161. [14] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373. [15] Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R.
  1. [16] Σ.Π.Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν. Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015 ημερ. 15.11.
  2. [17] Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 331. [18] Μιχάλης Παραρέ ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 257. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.