ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. M. P. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14590/2024, 1/12/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ. Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Κ. Ηλία, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14590/2024 Μεταξύ: ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v.
- M. P.
- G. C. Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 1 Δεκεμβρίου 2025 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Τιμοθέου Για τον Κατηγορούμενο 1: κα. Σ. Αδάμου Για την Κατηγορούμενη 2: κα Ι. Αδάμου Κατηγορούμενοι 1 και 2: Παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η (H διαδικασία στην παρούσα υπόθεση έχει διεξαχθεί ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ και σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η δημοσιοποίηση οποιουδήποτε στοιχείου ή πληροφορίας θα ήταν δυνατό να οδηγήσει στην εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπλεκόμενων προσώπων) Με βάση το κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος 1, αντιμετωπίζει συνολικά δεκαέξι
(16)κατηγορίες (κατηγορίες υπ. αρ. 1-16) Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιού, ήτοι της ανήλικης θυγατέρας της συμβίας του/Κατηγορούμενης 2. Η πρώτη κατηγορία στηρίζεται στο άρθρο 6
(4)(α) και
(7)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014 Ν. 91(Ι)/2014, ενώ οι υπόλοιπες κατηγορίες στο άρθρο 6
(3)και
(7)του ίδιου Νόμου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 1 ότι σε δεκαέξι περιπτώσεις σε άγνωστες ημερομηνίες κατά τα έτη 2019, 2020, 2021 και 2022 (4 περιπτώσεις ανά έτος), συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την ανήλικη (στο εξής η «Ανήλικη»), η οποία δεν είχε φτάσει σε ηλικία συναίνεσης, δηλαδή της άγγιξε το στήθος και έτριψε το γεννητικό της όργανο. Σε σχέση με την πρώτη κατηγορία ενήργησε καθ' αυτό τον τρόπο, καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης και εξουσίας που είχε στην Ανήλικη. Η Κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει την 18η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της Αναφοράς Υποψίας σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κακοποίησης παιδιών και προώθηση καταγγελίας, κατά παράβαση του άρθρου 30
(1)του Ν. 91(I)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, αποδίδεται στην Κατηγορούμενη 2 πως σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2023, ενώ περιήλθε σε γνώση της περίπτωση όπου εμπλέκεται παιδί, δηλαδή η Ανήλικη/θυγατέρα της, σε αδίκημα που προβλέπεται από το άρθρο 6 του Ν.91(Ι)/2014, δηλαδή σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, παρέλειψε να καταγγείλει ή να προωθήσει την σχετική καταγγελία. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αρνήθηκαν τις πιο πάνω κατηγορίες και η υπόθεση προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία. Να σημειωθεί πως η Κατηγορούμενη 2 αντιμετώπιζε και την 17η κατηγορία που αφορούσε το αδίκημα της Παρέμβασης σε Δικαστική Διαδικασία και κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του Κεφ. 154, την οποία παραδέχτηκε κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δώδεκα μάρτυρες κατηγορίας. Δηλώθηκαν, επίσης, παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Αφού κλήθηκαν σε απολογία, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 επέλεξαν το δικαίωμα της σιωπής, ενώ από την πλευρά του Κατηγορούμενου 1 κλήθηκε μια μάρτυρας υπεράσπισης. Προσκομισθείσα Μαρτυρία Παραθέτουμε, κατωτέρω, σύνοψη της ενώπιον μας τεθείσας μαρτυρίας, χωρίς να κρίνουμε αναγκαία την λεπτομερή αναπαραγωγή της. Η Μ.Κ.1, Αστυφ. 2155, υπηρετεί στην Υποδιεύθυνση Διαχείρισης Υποθέσεων Ευάλωτων Προσώπων του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας και είναι τοποθετημένη στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής τη γραπτή της κατάθεση (Έγγραφο Α), όπου αναφέρεται ότι είναι ειδικά εκπαιδευμένη στην τεχνική συνέντευξης και τη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους και ανήλικους μάρτυρες. H μάρτυρας αναφέρθηκε στην εμπλοκή της και τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης που αφορούσαν στο χειρισμό της συσκευής οπτικογράφησης που βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο απ' όπου λήφθηκε η κατάθεση της Ανήλικης στο «Σπίτι του Παιδιού» από την Αστ. 672 με τη βοήθεια διερμηνέα και κατόπιν συγκατάθεσης του πατέρα της Ανήλικης (βλ. Τεκμήρια 3 και 4). Ως η χειριστής της συσκευής οπτικογράφησης κατέθεσε στο Δικαστήριο τους τρεις ψηφιακούς δίσκους (DVDs) με την καταγραμμένη κατάθεση της Ανήλικης, οι οποίοι κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Η οπτικογραφημένη κατάθεση της Ανήλικης προβλήθηκε ακολούθως στο Δικαστήριο. Όπως, επίσης, ανέφερε, στη συνέχεια προέβη σε απομαγνητοφώνηση της οπτικογραφημένης κατάθεσης την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 5, η οποία αποδίδει πιστά την κατάθεση της Ανήλικης χωρίς οποιαδήποτε αλλοίωση. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας εξήγησε πως η τήρηση τριών ψηφιακών δίσκων γίνεται για λόγους ασφαλείας και διευκρίνισε πως η εμπλοκή της ήταν περιορισμένη στο χειρισμό των συσκευών και τις ενέργειες που αποτυπώνονται στα ημερολόγια ενεργείας που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 6 και
- Η Μ.Κ.2 είναι κοινωνική λειτουργός και κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στο Σπίτι του Παιδιού για υποθέσεις που αφορούν σεξουαλικές κακοποιήσεις παιδιών. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης (Έγγραφο Β). Ως εκεί αναφέρει, ορίστηκε ως λειτουργός περίπτωσης για την υπόθεση που κατήγγειλε η Ανήλικη. Συνυπέγραψε μαζί με τον πατέρα της Ανήλικης τη γραπτή συγκατάθεση ώστε να ληφθεί η οπτικογραφημένη κατάθεση από αυτήν (βλ. Τεκμήρια 3 και 4) και κατά τη διάρκεια της οπτικογραφημένης κατάθεσης βρισκόταν σε διπλανό δωμάτιο, από όπου και παρακολούθησε τη διαδικασία. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Κ.3, Α/Αστ. 2851, υπηρετούσε κατά τον επίδικο χρόνο στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων. Ως μέρος της κυρίως εξέτασής του κατέθεσε τη γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο Γ) όπου αναφέρει ότι την 5.9.2025, δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, συνέλαβε τον Κατηγορούμενο 1, αναφορικά με διερευνώμενα αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού και αφού του εξήγησε τους λόγους σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, απάντησε «Δεν έκανα κάτι». (βλ. Τεκμήριο 9). Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από την υπεράσπιση του Κατηγορούμενου 1, η δε υπεράσπιση του Κατηγορούμενου 2 περιορίστηκε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις. Η Μ.Κ.4 είναι καθηγήτρια συμβουλευτικής και επαγγελματικής αγωγής. Ως μέρος της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Δ. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, την 6.10.2023 ξεκίνησε επικοινωνία με την Ανήλικη όταν αυτή ήταν στην Α' Τάξη Γυμνασίου. Στο πλαίσιο των συναντήσεων μαζί της, η Ανήλικη ανέφερε ότι δεν έχει καλές σχέσεις με τη μητέρα της και δεν επιθυμεί να την επισκέπτεται λόγω του συντρόφου της, χωρίς, όμως, να της επεξηγήσει το λόγο. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, οι αναφορές της Ανήλικης ήταν γενικότερα διφορούμενες, αφού, όπως ανέφερε, «έλεγε κάτι και μετά το έπαιρνε πίσω». Σε συνάντηση που είχε εκ νέου με την Ανήλικη στις 9.10.2023, αυτή της ανέφερε ότι έχει κατάθλιψη, ότι ήθελε να κάνει κακό στον εαυτό της και πως ήταν θύμα σχολικού εκφοβισμού στο δημοτικό. Λόγω των πιο πάνω αναφορών της Ανήλικης, η μάρτυρας ενεργοποίησε αμέσως τις διαδικασίες που υπήρχαν δυνάμει πρωτοκόλλου για τον αυτοκτονικό ιδεασμό. Ενημέρωσε ταυτόχρονα τον πατέρα της Ανήλικης και την εκπαιδευτική ψυχολόγο (Μ.Κ.7), η οποία την αμέσως επόμενη ημέρα είχε ατομική συνάντηση μαζί της, ενώ στη συνέχεια, έγινε καταγγελία στην Αστυνομία και τις αρμόδιες υπηρεσίες για σεξουαλική παρενόχληση. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας κατέθεσε πως εάν η Ανήλικη έκανε αναφορά σε σεξουαλική κακοποίηση, κάτι το οποίο δεν έγινε, η ίδια θα ενεργοποιούσε το ανάλογο πρωτόκολλο. Πρόσθεσε πως η μεταξύ τους συζήτηση ήταν διάρκειας 30-40 λεπτών, ενώ στις 10.10.2023 είδε την Ανήλικη για πολύ λίγο, πριν από τη συνάντηση που θα είχε η Ανήλικη με την Μ.Κ.
- Ερωτηθείσα για τα αίτια της κατάθλιψης, η ίδια αναφέρθηκε στα λεγόμενα της Ανήλικης, επισημαίνοντας πως η κατάθλιψη είναι πολυπαραγοντική. Ο Μ.Κ.5 ήταν ο Α/Αστ. 2298 ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης. Ως μέρος της κυρίως εξέτασής του κατέθεσε την γραπτή του κατάθεση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Ε, στην οποία αναφέρει ότι την 7.9.2024 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη 2 (βλ. Τεκμήριο 12). Όπως εξήγησε, ανακριτική κατάθεση λήφθηκε την ίδια ημέρα και από τον πατέρα της Ανήλικης (βλ. Τεκμήριο 11), αφού εναντίον του διερευνάτο αδίκημα ότι παρέλειψε να προβεί σε αναφορά για υποψία σεξουαλικής κακοποίησης, για το οποίο, ωστόσο, δεν ασκήθηκε, εν τέλει, ποινική δίωξη σύμφωνα με οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας. Η Ανήλικη, η οποία έδωσε οπτικογραφημένη κατάθεση στην Αστυνομία στις 3.9.
- κατέθεσε ως Μ.Κ.
- Κατά το χρόνο λήψης της κατάθεσης ήταν 13 ετών, ενώ κατά τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, 14 ετών. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της αναφέρθηκε στο χωρισμό των γονέων της και τη διαμονή της, έκτοτε, με τον πατέρα της, αφού, όπως είπε, ένιωθε πιο άνετα μαζί του. Πρόσθεσε πως όταν φοιτούσε στο δημοτικό, μετέβαινε συνήθως στο σπίτι όπου διέμενε η μητέρα της μαζί με τον Κατηγορούμενο 1, μέχρις ώτου να σχολάσει ο πατέρας της και να την παραλάβει από εκεί. Ο Κατηγορούμενος 1 συνήθως σχόλανε γύρω στις 14:30-15:
- Όπως εξήγησε, αγαπούσε πολύ τη μητέρα της, αλλά όταν μπήκε στη ζωή της ο Κατηγορούμενος 1, όλα άλλαξαν, ιδιαίτερα δε μετά τα επίδικα περιστατικά. Εξαρχής ένιωθε άβολα με τον Κατηγορούμενο 1, αν και στην αρχή αυτός προσπαθούσε να είναι καλός μαζί της. Σύμφωνα με την Ανήλικη, κατά το 2019 η μητέρα της διέμενε στην περιοχή Αγίου Νικολάου στη Λεμεσό, ενώ στην υποβολή της συνηγόρου του Κατηγορούμενου 1 επί τω ότι η μητέρα της απουσίασε για 5-6 μήνες κατά το εν λόγω έτος στην Ελβετία, επιστρέφοντας το 2020, δήλωσε πως ουδέποτε της αναφέρθηκε κάτι τέτοιο. Το εν λόγω σπίτι ήταν μεγάλο, με 2-3 υπνοδωμάτια, όπου μαζί με τους Κατηγορούμενους 1 και 2 διέμεναν άλλα δύο άτομα, ενώ η Ανήλικη χρησιμοποιούσε δικό της δωμάτιο. Ακολούθως, από τον Μάιο του 2020 μέχρι τον Ιανουάριο του 2024, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 διέμεναν σε δωμάτιο συγκεκριμένου ξενοδοχείου, το οποίο αποτελείτο από μόνο ένα δωμάτιο χωρίς καθιστικό και χωρίς κουζίνα, επισημαίνοντας πως στο μπαλκόνι υπήρχε σόμπα μαγειρέματος. Ανάμεσα στο δωμάτιο και το μπαλκόνι υπήρχε κουρτίνα. Αναφερόμενη στα επίδικα περιστατικά, η μάρτυρας ανέφερε πως λάμβαναν χώρα όταν η ίδια ήταν στο υπνοδωμάτιο και η μητέρα της είτε μαγείρευε στην κουζίνα ή στη σόμπα μαγειρέματος έξω στο μπαλκόνι (ανάλογα με τον χώρο όπου κατά καιρούς διέμεναν οι Κατηγορούμενοι) είτε έβγαινε έξω να ψωνίζει ώστε να ετοιμάσει το φαγητό. Όπως περιέγραψε, εκμεταλλευόμενος την απουσία της Κατηγορούμενης 2 από το δωμάτιο όπου βρισκόταν και προφασιζόμενος ότι θέλει να κοιμηθεί μαζί της ή να παίξει παιχνίδια μαζί της στο κινητό, ο Κατηγορούμενος 1 ξάπλωνε πίσω της, την αγκάλιαζε, προσποιείτο ότι της έκανε μασάζ και στη συνέχεια την άγγιζε στα γεννητικά της όργανα τόσο πάνω από τα ρούχα όσο και κάτω από αυτά, τρίβοντας την κλειτορίδα της. Κάποιες φορές την άγγιζε και της έτριβε το στήθος, κάτω από τα ρούχα και πάνω από τον στηθόδεσμο της. Οι πιο πάνω πράξεις γίνονταν άλλοτε ταυτόχρονα και άλλοτε χωριστά, ενώ η συμπεριφορά αυτή του Κατηγορούμενου 1 διήρκησε μέχρι την ηλικία των 11 - 12 ετών, οπότε και το 2022 σταμάτησε. Η ίδια ζητούσε από τον Κατηγορούμενο 1 να σταματήσει, αφού ένιωθε αηδία, πλην, όμως αυτός συνέχιζε, αναφέροντάς της, μάλιστα, ότι αυτό είναι φυσιολογικό και «όλοι το κάνουν». Τα περιστατικά αυτά ξεκίνησαν όταν η ίδια ήταν 8-9 χρονών και συνέβαιναν 5-6 φορές κάθε δυο εβδομάδες όταν ο Κατηγορούμενος 1 ήταν στο σπίτι και η Κατηγορούμενη 2 έβγαινε για ψώνια ή μαγείρευε σε άλλο χώρο. Μεγαλώνοντας, η Ανήλικη άρχισε να αντιλαμβάνεται τι συνέβαινε και να αντιδρά, σπρώχνοντας τον Κατηγορούμενο 1 προς τα πίσω, ενώ στη συνέχεια σταμάτησε να επισκέπτεται την μητέρα της προκειμένου να τον αποφεύγει. Πέραν από μια περίπτωση κατά την οποία η μητέρα της εισήλθε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου διέμεναν και είδε την Ανήλικη κάτω από τα σεντόνια και τον Κατηγορούμενο 1 από πίσω της προσπαθώντας να κάνει κάτι, η Κατηγορούμενη 2 δεν ήταν μάρτυρας των επίδικων περιστατικών. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με την Ανήλικη, ο Κατηγορούμενος 1, απομακρύνθηκε αμέσως, ενώ η Κατηγορούμενη 2 υποστήριξε ότι δεν είδε κάτι. Αναφερόμενη στα υπόλοιπα πρόσωπα που διέμεναν μαζί με τους Κατηγορούμενους 1 και 2 κατά το 2019 στο διαμέρισμα, η μάρτυρας σημείωσε πως δεν είχαν αντιληφθεί τις πράξεις του Κατηγορούμενου 1 προς την ίδια, αφού όλα όσα έκανε, γίνονταν κρυφά. Η μάρτυρας υποστήριξε, περαιτέρω, πως στις προσπάθειες της να αναφέρει όλα όσα γίνονταν στην Κατηγορούμενη 2, η τελευταία, την κοροϊδευε και δεν την πίστευε. Όταν δε η Ανήλικη προχώρησε στην επίδικη καταγγελία το 2024, η Κατηγορούμενη 2 προσπάθησε να την πείσει να αναιρέσει την κατάθεση της, με αντάλλαγμα να της δώσει χρήματα. Αυτή ήταν και η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία είχε επικοινωνία μαζί με την Κατηγορούμενη
- Κληθείσα να εξηγήσει γιατί εξακολουθούσε να επισκέπτεται τη μητέρα της, παρά την συμπεριφορά του Κατηγορούμενου 1, η μάρτυρας ανέφερε πως όταν άρχισαν τα επίδικα περιστατικά, η ίδια δεν αντιλαμβανόταν ακριβώς τι της έκανε ο Κατηγορούμενος 1, λόγω του νεαρού της ηλικίας της, καθώς επίσης πως νοιαζόταν για την μητέρα της και ήθελε να έχει επαφή μαζί της. Την ανησυχούσε, επίσης, η αντίδραση του κόσμου σε περίπτωση που αυτό γινόταν γνωστό. Αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα των όσων συνέβαιναν όταν μεγάλωσε και συγκεκριμένα το καλοκαίρι προτού πάει Γυμνάσιο. Αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης και των δυο Κατηγορουμένων πως η υποβολή του σχετικού παραπόνου στην Αστυνομία έγινε εκδικητικά λόγω του ότι η Ανήλικη καταλόγιζε στον Κατηγορούμενο 1 τον χωρισμό των γονέων της και γιατί η Κατηγορούμενη 2 δεν συνεισέφερε στα έξοδα της. Αν και η μάρτυρας δέχθηκε ότι η μητέρα της ξόδευε συνεχώς τα χρήματα της για προσωπικά της έξοδα και δεν την βοηθούσε ούτε καν για τα απαραίτητα, απέρριψε τις σχετικές υποβολές, δηλώνοντας πως εκείνο που την ενδιέφερε ήταν η σεξουαλική παρενόχληση που δεχόταν από τον Κατηγορούμενο 1 και τίποτε άλλο. Παρομοίως, απέρριψε την έτερη θέση της υπεράσπισης πως ζήλευε το παιδί που απέκτησαν οι Κατηγορούμενοι το 2024 και την ενοχλούσε που δεν της έδινε σημασία, εκφράζοντας την ανησυχία της μήπως ο Κατηγορούμενος 1 κάνει κακό και στο μικρό της αδελφό. Αναφερομένη στον Κατηγορούμενο 1, τον χαρακτήρισε τοξικό και χειριστικό, ενώ υποστήριξε πως κακομεταχειριζόταν την μητέρα της, κτυπώντας την. Η Μ.Κ.7 είναι εκπαιδευτική ψυχολόγος και υπηρετεί στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας. Εργάζεται στο συγκεκριμένο τμήμα από το
- Ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της (Έγγραφο Στ), όπου αναφέρει πως στις 10.10.2023 ενημερώθηκε από τη σύμβουλο του Γυμνασίου όπου φοιτούσε η Ανήλικη, ότι αυτή παρουσίαζε στοιχεία κατάθλιψης και είχε αυτοκτονικό ιδεασμό. Την ίδια ημέρα είχε ατομική συνάντηση μαζί της για μια πρώτη γνωριμία λόγω του ότι η αναφορά ήταν επείγουσα και αφορούσε τη ψυχική της υγεία. Την εν λόγω ημέρα, η Ανήλικη δεν της ανέφερε οτιδήποτε που να αφορούσε τη σεξουαλική της κακοποίηση. Ακολούθως, στις 16.10.2023, σε προγραμματισμένη συνάντηση που είχε μαζί της, η Ανήλικη της ανέφερε θέματα που αφορούσαν τα μέλη της οικογένειάς της και τις σχέσεις μεταξύ τους. Επίσης, συζήτησαν το θέμα της συχνότητας των επισκέψεων στο σπίτι της μητέρας της. Συγκεκριμένα, η Ανήλικη ανέφερε ότι πλέον δεν επισκεπτόταν συχνά το σπίτι της μητέρας της αφού ο σύντροφος της την άγγιζε. Η Ανήλικη δεν της ανέφερε περισσότερες λεπτομέρειες, παρά το γεγονός ότι η ίδια της υπέβαλε σχετικές ερωτήσεις. Η Ανήλικη της είπε, επίσης, πως είχε κάνει σχετική αναφορά στη μητέρα της, η οποία, ωστόσο, δεν την πίστεψε. Τότε, η Μ.Κ. 7 την ενημέρωσε ότι όλα αυτά είναι πολύ σοβαρά και ότι θα έπρεπε να ενημερώσει τον πατέρα της, αλλά και τις υπόλοιπες υπηρεσίες. Σύμφωνα με την μάρτυρα, η Ανήλικη φάνηκε δεκτική σε όλα και έτσι ενεργοποιήθηκε το πρωτόκολλο που προβλέπεται σε τέτοιου είδους περιπτώσεις. Αντεξεταζόμενη, η μάρτυρας εξήγησε πως η Ανήλικη δεν της είχε αναφέρει λεπτομέρειες για το περιστατικό, ενώ ούτε η ίδια η μάρτυρας προχώρησε σε ερωτήσεις επί του θέματος. Οι ερωτήσεις της ίδιας προς την Ανήλικη περιορίστηκαν στη συχνότητα των περιστατικών και πότε αυτά έλαβαν χώρα. Ως της ανέφερε η Ανήλικη, τα περιστατικά είχαν γίνει δυο χρόνια πριν, 3-4 φορές συνολικά. Ερωτηθείσα σε σχέση με την Ανήλικη, σημείωσε πως ήταν ένα παιδί με συναισθηματικές δυσκολίες. Η Μ.Κ.8 κατάγεται από το Ιράν, διαμένει στην Κύπρο τα τελευταία οκτώ χρόνια και είναι οικογενειακή φίλη της Ανήλικης και του πατέρα της. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της τη γραπτή της κατάθεση (Έγγραφο Ζ). Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της ανέφερε πως ένεκα της σχέσης τους επισκέπτεται το σπίτι της Ανήλικης μαζί με τον γιο της και διαμένουν σε αυτό κάθε Παρασκευή μέχρι Κυριακή. Η ίδια μαζί με τον γιο της διαμένουν στη Λευκωσία, πλην, όμως, φιλοξενούνται από τον πατέρα της Ανήλικης καθότι ο γιος της εργάζεται στη Λεμεσό κατά τα σαββατοκυρίακα. Την 30.8.2024 μετέβηκε στο σπίτι του πατέρα της Ανήλικης. Ο πατέρας απουσίαζε και στο σπίτι βρισκόταν μόνο η Ανήλικη, η οποία άρχισε να κάνει παράπονα για την μητέρα της. Όπως ανέφερε η Ανήλικη, η μητέρα της δεν της έδινε σημασία, ενώ σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1, είπε πως αρκετές φορές την άγγιζε στο σώμα της και γι' αυτό το λόγο δεν ήθελε να τους επισκέπτεται. Όπως είπε στην Μ.Κ. 8, δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό στον πατέρα της ή στην Αστυνομία διότι ήταν δώδεκα ετών και φοβόταν. Τότε η μάρτυρας την ρώτησε εάν θέλει να το αναφέρουν στην Αστυνομία και αφού η Ανήλικη συμφώνησε, την μετέφερε στην Αστυνομία και έγινε η σχετική καταγγελία. Ακολούθως ενημερώθηκε και ο πατέρας. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας απέρριψε τη θέση της υπεράσπισης πως η Ανήλικη ένιωθε άσχημα για το ότι την είχε εγκαταλείψει η μητέρα της λόγω της σχέσης που είχε με τον Κατηγορούμενο 1, όπως και για το ότι δεν την βοηθούσε οικονομικά, αν και υποστήριξε πως η Κατηγορούμενη 2 δεν ενδιαφερόταν για την κόρη της. Ως Μ.Κ. 9 κατέθεσε ο πατέρας της Ανήλικης. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 11 το οποίο αποτελεί την ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από αυτόν την 7.9.2024 στο πλαίσιο διερεύνησης υπόθεσης εναντίον του που αφορούσε, μεταξύ άλλων, το αδίκημα της παράλειψης αναφοράς υποψίας σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κακοποίησης παιδιού. Σε αυτή την κατάθεση αναφέρει ότι διαμένει στη Λεμεσό μαζί με την κόρη του. Η Κατηγορούμενη 2 τους εγκατέλειψε όταν η Ανήλικη ήταν 3 ετών. Περιγράφοντας τις σχέσεις που είχε η Ανήλικη με τους Κατηγορούμενους 1 και 2, αναφέρει στην κατάθεσή του πως παλαιότερα είχε καλές σχέσεις μαζί τους. Η Ανήλικη πήγαινε συχνά στο σπίτι τους μετά το σχολείο και έμενε κάποιες ώρες εκεί. Μια μέρα το 2022, η Ανήλικη του είπε ότι δεν ήθελε να πηγαίνει στο σπίτι της μητέρας της, χωρίς, όμως, να του αναφέρει το λόγο. Έκτοτε δεν τους επισκέφθηκε ξανά, ενώ στο διάστημα που ακολούθησε, η Κατηγορούμενη 2 μετέβηκε στο σπίτι του μαζί με τον Κατηγορούμενο 1, 2-3 φορές για να δει την Ανήλικη. Κατά το 2024, η Ανήλικη συνομιλούσε με τη μητέρα της τηλεφωνικώς, χωρίς, όμως, να συναντιούνται. Όταν άνοιξαν τα σχολεία το 2023, ενημερώθηκε από το σχολείο της Ανήλικης πως αυτή ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 1 την άγγιζε στο σώμα. Όταν ο ίδιος την ρώτησε για τα όσα ανέφερε στο σχολείο, αυτή απάντησε ότι δεν ήθελε να βλέπει τον Κατηγορούμενο
- Όπως περαιτέρω αναφέρεται στην κατάθεσή του, σε εκείνο το στάδιο η Ανήλικη δεν επιθυμούσε να προβεί σε καταγγελία διότι η μητέρα της ήταν έγκυος και δεν ήθελε να την αναστατώσει. Εξ' ου και ο ίδιος έδωσε σχετική κατάθεση στην Αστυνομία (βλ. Έγγραφο Η). Αργότερα, όμως, κατά το 2024 η Ανήλικη προέβηκε σε καταγγελία, κατόπιν παρότρυνσης της Μ.Κ.
- Ο ίδιος δεν γνωρίζει λεπτομέρειες για τα επίδικα περιστατικά, ενώ, όπως υπέδειξε, λόγω της συναισθηματικής του φόρτισης, δεν έχει διαβάσει καν το κείμενο της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Ανήλικης. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ο Μ.Κ. 9 υιοθέτησε επίσης το περιεχόμενο της κατάθεσης ημερομηνίας 19.12.2023 (Έγγραφο Η), όπου σημειώνεται πως τη δεδομένη χρονική στιγμή η Ανήλικη δεν επιθυμούσε να δώσει κατάθεση «για τα γεγονότα του παρελθόντος» και πως ως πατέρας υποστηρίζει την επιθυμία της. Επιπλέον, ως Έγγραφο Η1 κατατέθηκε η κατάθεσή του ημερομηνίας 9.9.2024, με την οποία ουσιαστικά δίδει την συγκατάθεσή του στην Αστυνομία για έλεγχο του κινητού του τηλεφώνου. Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας επανέλαβε ότι μετά τον χωρισμό του με την Κατηγορούμενη 2, η Ανήλικη διέμενε μαζί του λόγω αδυναμίας της Κατηγορούμενης 2 να την αναλάβει, ενώ πρόσθεσε ότι η Κατηγορούμενη 2 δεν συνεισέφερε στη διατροφή της Ανήλικης. Απέρριψε υποβολές της υπεράσπισης περί του αντιθέτου, προσθέτοντας πως ο ίδιος βοηθά, κατά καιρούς, οικονομικά την Κατηγορούμενη
- Παράλληλα, ο μάρτυρας απέρριψε τη θέση της υπεράσπισης πως η Ανήλικη προέβηκε στη συγκεκριμένη καταγγελία λόγω του ότι ένιωθε αντιπάθεια προς τους Κατηγορούμενους λόγω της σχέσης τους και προκειμένου να αποσπάσει χρήματα από αυτούς, σημειώνοντας πως το μόνο που χρειαζόταν η Ανήλικη ήταν τη μητέρα της. Επιπλέον, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στο χώρο διαμονής των Κατηγορουμένων 1 και 2 κατά την περίοδο 2020 - 2024, ήτοι σε δωμάτιο ξενοδοχείου στη Λεμεσό. Όπως εξήγησε, λόγω του ότι ο ίδιος εργαζόταν κατά τις απογευματινές ώρες, η Ανήλικη μετέβαινε στο δωμάτιο του εν λόγω ξενοδοχείου ώστε για να μην μένει μόνη της και παρέμενε εκεί για 4-5 ώρες. Ο ίδιος παραλάμβανε την Ανήλικη από το ισόγειο και ως εκ τούτου δεν εισήλθε ποτέ στο δωμάτιο, εξ' ου και δεν ήταν σε θέση να το περιγράψει. Ως του ανέφερε η Ανήλικη, η μητέρα της έβγαινε συνεχώς έξω και την άφηνε μόνη, ενώ, ως ο ίδιος παρατήρησε, με την επιστροφή της από τη μητέρα της, η Ανήλικη ήταν πάντα λυπημένη. Τέλος, ο μάρτυρας απέρριψε τις θέσεις της Υπεράσπισης επί τω ότι οι καταγγελίες έγιναν για σκοπούς εκδίκησης του Κατηγορούμενου 1 διότι αυτός ήταν ο λόγος που στερήθηκε τη μητέρα της, όπως και τη θέση ότι η Ανήλικη ένιωθε παραμελημένη από την Κατηγορούμενη 2 μετά που απέκτησε παιδί με τον Κατηγορούμενο 1, σημειώνοντας ότι η Κατηγορούμενη 2 είχε αποκτήσει άλλα δυο παιδιά από παλαιότερες σχέσεις της. Ως Μ.Κ.10, κατέθεσε η Κλινική Ψυχολόγος στο Σπίτι του Παιδιού η οποία προέβηκε σε ψυχολογική αξιολόγηση της Ανήλικης. Ανάμεσα στα καθήκοντα της είναι, μεταξύ άλλων, η διεκπεραίωση της ψυχολογικής αξιολόγησης, οι θεραπευτικές παρεμβάσεις σε σχέση με ψυχικές διαταραχές παιδιών και η προετοιμασία των παιδιών για το Δικαστήριο. Το βιογραφικό της σημείωμα κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Από το 2020 που εργάζεται ως Κλινική Ψυχολόγος στο Σπίτι του Παιδιού ασχολήθηκε με περίπου 170 περιπτώσεις σεξουαλικώς κακοποιημένων παιδιών, εκ των οποίων 90 ήταν στο πλαίσιο της ψυχολογικής αξιολόγησης και τα υπόλοιπα στο πλαίσιο θεραπείας και προετοιμασίας για το Δικαστήριο. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της παρουσίασε την Έκθεση Ψυχολογικής Αξιολόγησης της Ανήλικης ημερ. 30.1.2025 που ετοίμασε και αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της, η έκθεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Όπως εξήγησε, σκοπός της ψυχολογικής αξιολόγησης είναι η εκτίμηση της ψυχικής κατάστασης του παιδιού σε γνωστικό και συναισθηματικό επίπεδο κατά την περίοδο που γίνεται η αξιολόγηση. Ως αναφέρεται στην Έκθεση, τα πορίσματα της αξιολόγησης προέκυψαν από το σύνολο των πληροφορίων που συλλέχθηκαν από τις ψυχοδιαγνωστικές συναντήσεις με την Ανήλικη στις 25.9.2024, 7.10.2024 και 5.11.2024, μέσω κλινικής παρατήρησης και ημι-δομημένης συνέντευξης. Η μάρτυρας εξήγησε πως κατά τις ψυχοδιαγνωστικές συναντήσεις γίνεται μια συζήτηση μεταξύ του αξιολογητή και του αξιολογούμενου με στόχο τη διάγνωση και αξιολόγηση του εξεταζόμενου. Πέραν από τα λεκτικά μηνύματα λαμβάνονται υπόψη και μη λεκτικά μηνύματα όπως η στάση του σώματος, η βλεμματική επαφή, η ενδυμασία, η συναισθηματική διακύμανση και γενικά η συμπεριφορά του. Σκοπός των συναντήσεων αυτών είναι να ληφθούν όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες και να ενθαρρυνθεί ο αξιολογούμενος να εξωτερικεύσει τις σκέψεις και τα συναισθήματα του. Συναντήσεις έγιναν και με τον πατέρα της Ανήλικης στο πλαίσιο των οποίων λήφθηκε το αναπτυξιακό, οικογενειακό και ατομικό ιστορικό του παιδιού. Αφού γίνεται αναφορά στο ιστορικό της Ανήλικης, καταγράφονται τα κλινικά ευρήματα και σημειώνεται, μεταξύ άλλων, πως κατά την αξιολόγηση το παιδί παρουσίασε τη σχέση του με τον Κατηγορούμενο 1 με αρνητικά σχόλια, περιγράφοντας περιπτώσεις που ο τελευταίος την κοροϊδευε ή ασκούσε ψυχολογική βία προς την μητέρα της. Περαιτέρω, κατά την περίοδο που εκτυλίσσονταν τα καταγγελλόμενα περιστατικά, περιέγραψε να εμφανίζει μειωμένη διάθεση, διαταραχές στον ύπνο, έλλειψη κινήτρου και δυσκολία στην αλληλεπίδραση με άλλους, ενώ προέβαινε σε συμπεριφορές ασφαλείας σε μια προσπάθεια να προστατευτεί από τον Κατηγορούμενο
- Επίσης, κατά την ίδια περίοδο, προέβαινε σε προσπάθειες να αποκαλύψει τα περιστατικά, μέσω δοκιμαστικών αποκαλύψεων και υπαινιγμών. Στα συμπεράσματα της αξιολόγησής της η μάρτυρας αναφέρει πως οι συνθήκες στο οικογενειακό πλαίσιο της Ανήλικης λειτούργησαν ως παράγοντες ευαλωτότητας για την ψυχοσυναισθηματική κατάστασή της αφού η δομή και η λειτουργία της οικογένειας, η αδυναμία της μητέρας να ασκήσει το γονικό της ρόλο και η δυσκολία του πατέρα να ανταποκριθεί επαρκώς στις ανάγκες της οικογένειας, δεν προσέφεραν το αίσθημα ασφάλειας στο παιδί. Όσον αφορά τα καταγγελλόμενα περιστατικά, αναφέρεται ότι το παιδί βίωνε απειλή για τη σωματική του ακεραιότητα με αποτέλεσμα να εμφανίσει ψυχικά ενοχλήματα. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με τον αντίκτυπο των περιστατικών σχολικού εκφοβισμού που δεχόταν εξαιτίας της ήδη ευάλωτης ψυχοσυναισθηματικής της κατάστασης, φάνηκε να επηρεάζει τη λειτουργικότητα της Ανήλικης σε σημαντικούς τομείς της καθημερινότητας της. Όπως επεξηγήθηκε, κατά την αξιολόγηση, η Ανήλικη δεν πληρούσε κριτήρια για την ύπαρξη οποιασδήποτε διαταραχής, σημειώνοντας πως η αποκάλυψη συνέβαλε στην ανακούφιση από τη συμπτωματολογία λόγω των διαδικασιών που ακολούθησαν, αφού η Ανήλικη αισθανόταν, πλέον, ασφαλής. Επιπλέον, η μάρτυρας ανέφερε πως η Ανήλικη εμφάνιζε αμφιθυμικά συναισθήματα προς τη μητέρα της, αφού από την μια εξέφραζε αγάπη προς την ίδια, ενώ από την άλλη θυμό, ο οποίος σχετιζόταν με την αντίδραση και στάση της ως προς τα καταγγελλόμενα περιστατικά. Σε ό,τι αφορά στην αποκάλυψη μιας σεξουαλικής κακοποίησης από ένα παιδί, η μάρτυρας εξήγησε πως πρόκειται για μια πολύ δύσκολη και εξελισσόμενη διαδικασία, διότι το παιδί έχει να αντιμετωπίσει την αφήγηση ενός τραυματικού γεγονότος, τις ποινικές διαδικασίες που ακολουθούν, ενώ υπεισέρχονται και ατομικοί και οικογενειακοί παράγοντες. Ρόλο στην αποκάλυψη διαδραματίζει, μεταξύ άλλων, και η ηλικία, το φύλο του παιδιού, η σχέση που διατηρείται ανάμεσα στο θύμα με τον θύτη, ο φόβος για αντίποινα, οι σκέψεις για αρνητική αντίδραση των γονέων και το συναίσθημα συνενοχής και ευθύνης. Στην περίπτωση της Ανήλικης δόθηκε έμφαση στην ηλικία των 8-9 ετών, οπότε άρχισαν τα περιστατικά, αφού, όπως επεξηγήθηκε, ήταν ηλικία τέτοια ώστε το παιδί να αναγνωρίζει ποια είναι η αποδεκτή σεξουαλική συμπεριφορά ενηλίκων, με αποτέλεσμα αυτό να της δημιουργεί αίσθημα ντροπής και συνακόλουθα δυσκολία στην αποκάλυψη. Περαιτέρω, επισημάνθηκε πως η αποκάλυψη του περιστατικού στην ψυχοσύνθεση ενός παιδιού, έχει κύριο σκοπό την προστασία του και όχι την τιμωρία του θύτη, ιδιαίτερα όταν αυτός ανήκει στο οικογενειακό του περιβάλλον. Το μόνο που χρειάζεται το θύμα είναι να προστατευθεί. Ιδιαίτερα όσον αφορά την Ανήλικη, η μάρτυρας υπέδειξε πως ήταν παιδί με υψηλή ενσυναίσθηση, και έμπαινε εύκολα στη θέση του άλλου, έχοντας πλήρη αντίληψη. Η ενσυναίσθηση προέκυπτε από τις ίδιες τις πράξεις της Ανήλικης με ειδική αναφορά στην πρώτη αποκάλυψη που έγινε στην σχολική ψυχολόγο και την απροθυμία της Ανήλικης για προώθηση των ποινικών διαδικασιών, σκεπτόμενη τη μητέρα της η οποία ήταν έγκυος. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της η Μ.Κ. 10 ανέφερε, περαιτέρω, πως όταν τα περιστατικά κακοποίησης είναι επαναλαμβανόμενα το άτομο μπορεί να θυμηθεί με ευκολία το γενικότερο πλαίσιο ενός γεγονότος, χωρίς να είναι σε θέση να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Κατά την αντεξέτασή της η μάρτυρας επεσήμανε πως σκοπός της ψυχολογικής αξιολόγησης είναι η αξιολόγηση της ψυχικής κατάστασης του παιδιού και όχι η διαπίστωση κατά πόσον τα επίδικα περιστατικά έλαβαν χώρα ή όχι. Εξήγησε, επίσης, πως η διάρκεια των τριών συναντήσεων της με την Ανήλικη ήταν περί τα 50 λεπτά η κάθε μία. Συναντήθηκε μόνο με τον πατέρα της Ανήλικης και όχι με την μητέρα, αφού ο πατέρας είχε την κηδεμονία της και η μητέρα της ήταν κατηγορούμενη, με αποτέλεσμα, ως θέμα πρακτικής, να μην ενδείκνυται κάτι τέτοιο. Η μάρτυρας ανέφερε πως κατά τις συνεντεύξεις δεν ζητείται από το παιδί να δώσει λεπτομέρειες για το καταγγελλόμενο περιστατικό προκειμένου να αποφεύγεται ο επανατραυματισμό του. Εξετάζεται μόνο η ψυχική κατάσταση του θύματος και όχι το γεγονός ως γεγονός, αναφέροντας ταυτόχρονα ότι η Ανήλικη δεν φάνηκε να είχε επηρεαστεί από τρίτο πρόσωπο για να προβεί ουσιαστικά στις αναφορές της. Υπέδειξε, μάλιστα, πως στην ηλικία της κάτι τέτοιο είναι πολύ σπάνιο. Η μάρτυρας απέρριψε την υποβολή ότι η Ανήλικη παρουσίαζε μόνιμη θλίψη, ήταν απομονωμένη και δεν είχε κοινωνικές επαφές ένεκα της εγκατάλειψης της μητέρας της, υποδεικνύοντας πως τα συμπτώματα αυτά εμφανίστηκαν όταν η Ανήλικη ήταν στο Δημοτικό, ήτοι στην ηλικία που περιέγραψε ότι συνέβησαν τα επίδικα περιστατικά για τα οποία κατηγορείται ο Κατηγορούμενος 1, ενώ οι γονείς της είχαν χωρίσει όταν αυτή ήταν περίπου 4 ετών. Σε σχέση με τα μηνύματα ημερομηνίας 29.8.2024 τα οποία απέστειλε η Ανήλικη στη μητέρα της λίγο πριν προβεί στην καταγγελία στην Αστυνομία, ζητώντας της χρήματα και τις αναφορές της ότι θα την καταγγείλει γιατί την εγκατέλειψε, η μάρτυρας απέρριψε τη θέση της υπεράσπισης πως οι λόγοι πίσω από την καταγγελία είναι οικονομικοί, επισημαίνοντας πως η συνεργασία της Ανήλικης με το Σπίτι του Παιδιού είχε ήδη ξεκινήσει από τον Οκτώβριο του 2023 όταν το παιδί φοιτούσε στην Α' Γυμνασίου και είχε ήδη προβεί στην αποκάλυψη για σεξουαλική κακοποίηση στη σχολική ψυχολόγο, πλην, όμως, δεν επιθυμούσε να προχωρήσει, καθώς η μητέρα της ήταν έγκυος. Επιπλέον, ανέφερε ότι η προώθηση της καταγγελίας αργότερα στην Αστυνομία, έγινε, τελικώς, κατόπιν προτροπής οικογενειακής τους φίλης, ήτοι της Μ.Κ. 8, η οποία την συνόδευσε στην Αστυνομία. Η Μ.Κ.11, Αστ. 4875, η οποία υπηρετεί στην Υποδιεύθυνση Διαχείρισης Υποθέσεων Ευάλωτων Προσώπων του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας, αναφέρθηκε στη δική της εμπλοκή με την παρούσα υπόθεση. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της τις καταθέσεις της, ήτοι τα Έγγραφα Θ1, Θ2 και Θ
- Κατατέθηκαν, επιπλέον, ως τεκμήρια, η βεβαίωση πληροφόρησης και παραλαβής δικαιωμάτων της Κατηγορούμενης 2 (βλ. Τεκμήριο 18), και δυο ημερολόγια ενεργείας ημερομηνίας 10.9.2024 (βλ. Τεκμήρια 19 και 20). Η μάρτυρας ανέφερε περαιτέρω πως στις 10.9.2024 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη 2 η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
- Επιπλέον, την 9.9.2024, καθ' υπόδειξη της Κατηγορούμενης 2, έλαβε αριθμό φωτογραφιών συνομιλίας που είχε στην εφαρμογή WhatsΑpp, με την Ανήλικη, ενώ την ίδια ημέρα, καθ' υπόδειξη της Ανήλικης, έλαβε αριθμό φωτογραφιών συνομιλίας που είχε στην εφαρμογή WhatsΑpp με την Κατηγορούμενη
- Η συνήγορος του Κατηγορούμενου 1 δεν αντεξέτασε την εν λόγω μάρτυρα. Αντεξεταζόμενη από τη συνήγορο της Κατηγορούμενης 2, η μάρτυρας υποστήριξε ότι από τις πιο πάνω αναφερόμενες συνομιλίες, είδε και φωτογράφησε όσα της υπέδειξαν η Κατηγορούμενη 2 και η Ανήλικη, χωρίς να προβεί σε έλεγχο ή να εξετάσει προηγούμενες συνομιλίες. Κληθείσα να τοποθετηθεί κατά πόσον στη βάση των μηνυμάτων μεταξύ της Ανήλικης και της Κατηγορούμενης 2, το κίνητρο της Ανήλικης ήταν οικονομικό και εκδικητικό σε σχέση με την υποβολή της καταγγελίας, η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί. Τελευταία μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η Αστ. 672 (Μ.Κ. 12), η οποία υπηρετεί στην Υποδιεύθυνση Διαχείρισης Υποθέσεων Ευάλωτων Προσώπων του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας, Όπως εξήγησε, ανάμεσα στα καθήκοντά της είναι η ποινική διερεύνηση υποθέσεων σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων, ενώ είναι εκπαιδευμένη στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ανήλικους μάρτυρες και στη διερεύνηση τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Πρόκειται για την ανακρίτρια της υπό κρίση υπόθεσης και το πρόσωπο που στις 3.9.2024 έλαβε την οπτικογραφημένη κατάθεση της Ανήλικης. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής της (Έγγραφο Ι) και αναφέρθηκε στο σύνολο των ενεργειών στις οποίες προέβηκε κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Παράλληλα, παρουσίασε ως Τεκμήριο 21 τη συμπληρωματική κατάθεση της Κατηγορούμενης 2 ημερομηνίας 10.9.2024, με την οποία ουσιαστικά διευκρινίζει ότι είχε δώσει τη συγκατάθεση για έλεγχο των κλήσεων και μηνυμάτων στο κινητό της τηλεφωνο και ως Τεκμήριο 22 την σχετική γραπτή συγκατάθεση. Ανάμεσα στις ενέργειες της ήταν και η λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο 1 την 9.9.2024 (βλ. Τεκμήριο 23), όπως και η εξασφάλιση ενυπόγραφης βεβαίωσης του Κατηγορούμενου 1 ότι πληροφορήθηκε και παρέλαβε το έγγραφο δικαιωμάτων του (βλ. Τεκμήριο 24). Περαιτέρω, στο πλαίσιο της μαρτυρίας της η Μ.Κ. 12 παρουσίασε ως Τεκμήριο 25 ημερολόγιο ενεργείας ημερομηνίας 6.9.2024 στο οποίο καταγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι κατά την διάρκεια μεταφοράς του Κατηγορούμενου 1 στο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης, αυτός αρνήθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων, ενώ υποστήριξε ότι είχε αλλάξει πολλούς χώρους διαμονής με την Κατηγορούμενη 2 στην πορεία του χρόνου, δίνοντας στοιχεία για κάποιους από αυτούς. Ως Τεκμήριο 26 κατατέθηκε ημερολόγιο ενεργείας των ημερομηνιών 3.11.2023 και 13.11.2023, το οποίο ετοιμάστηκε από τη Αστ. 3497, στο οποίο γίνεται, μεταξύ άλλων, αναφορά ότι την 2.11.2023 σε συνάντηση που έγινε με την Ανήλικη στο Σπίτι του Παιδιού, αυτή ήταν διστακτική να προχωρήσει σε καταγγελία και να προβεί σε οπτικογραφημένη κατάθεση. Επιπλέον, σε επικοινωνία που είχε η Αστ. 3497 με τον πατέρα της παραπονούμενης στις 13.11.2023, αφού του επεξηγήθηκε η διαδικασία που ακολουθείται για λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από την Ανήλικη, αυτός ανέφερε ότι η κόρη του δεν ήταν σίγουρη εάν ήθελε να προχωρήσει σε οπτικογραφημένη κατάθεση και καταγγελία, αφού επρόκειτο για κάτι που συνέβη πριν από πολύ καιρό, η δε μητέρα της ήταν έγκυος και δεν ήθελε να την αναστατώσει και ως εκ τούτου ήθελε να σεβαστεί την επιθυμία της. Σχετικό επί τούτου είναι και το Τεκμήριο 29 που παρουσίασε η μάρτυρας, που αποτελεί Έντυπο Αναφοράς Αστυνομίας στο Σπίτι του Παιδιού στο οποίο, αφού γίνεται αναφορά στην καταγγελία που υποβλήθηκε στις 30.8.2024, σημειώνεται πως καταγγελία για τα ίδια γεγονότα είχε γίνει και τον Οκτώβριο του 2023 από την Μ.Κ. 7 μετά από συνάντηση που είχε με την Ανήλικη, η οποία, ωστόσο, δεν προχώρησε για λόγους που αφορούσαν την Ανήλικη. Σε σχέση με τις ενέργειές της στο πλαίσιο διερεύνησης του ισχυρισμού των Κατηγορουμένων αναφορικά με τη διαμονή τους σε συγκεκριμένη πολυκατοικία ονόματι O.C., η μάρτυρας παρουσίασε ως Τεκμήριο 28 το ημερολόγιο ενεργείας ημερ. 6.9.2024 από όπου προκύπτει πως επιβεβαιώθηκε η εκεί παραμονή τους χωρίς, όμως, να μπορεί να διαπιστωθεί η περίοδος διαμονής τους στο μέρος. Τέλος, καταθέτοντας στο Δικαστήριο η μάρτυρας έκανε αναφορά στην επικοινωνία της Ανήλικης με την Κατηγορούμενη 2 με ειδική μνεία στα μηνύματα που αντάλλαξαν καθ' ον χρόνο η διερεύνηση της υπόθεσης ήταν σε εξέλιξη, με τα οποία, σύμφωνα με την μάρτυρα, η Κατηγορούμενη 2, καλούσε την Ανήλικη να αποσύρει την καταγγελία που έκανε εναντίον του Κατηγορούμενου
- Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ερωτήθηκε αναφορικά με την καταγγελία της Ανήλικης η οποία είχε υποβληθεί κατά το 2023, καθώς επίσης για τους λόγους για τους οποίους αυτή δεν είχε, τότε, προχωρήσει. Κληθηκε, επίσης, να τοποθετηθεί σε σχέση με τις αναφορές της Ανήλικης όσον αφορά τη συχνότητα των επίδικων περιστατικών. Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης της Μ.Κ. 12 αναλώθηκε σε σχέση με τη θέση της υπεράσπισης του Κατηγορούμενου 1 ότι το έτος 2019 οι δύο Κατηγορούμενοι δεν διέμεναν μαζί καθώς η Κατηγορούμενη 2 βρισκόταν στο εξωτερικό για περίπου έξι μήνες και επέστρεψε στις αρχές του 2020, και γενικότερα με τους τόπους όπου διέμεναν κατά καιρούς οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, με τη μάρτυρα να παραπέμπει στα διάφορα ημερολόγια ενεργείας που ετοιμάστηκαν στο πλαίσιο διερεύνησης των εν λόγω ισχυρισμών. Επαναλαμβάνεται πως οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 διατήρησαν το δικαίωμα τους στη σιωπή. Από την πλευρά της Υπεράσπισης του Κατηγορούμενου 1 κλήθηκε η Μ.Υ.1, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο ήταν η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου στο οποίο διέμεναν οι Κατηγορούμενοι την περίοδο από 22.5.2020 μέχρι και 30.1.
- Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφο Κ). Σύμφωνα με τη μάρτυρα, καθ' όλη τη διάρκεια της παραμονής τους στο ξενοδοχείο, οι Κατηγορούμενοι διέμεναν στο ίδιο δωμάτιο το οποίο ήταν ένα τυπικό δωμάτιο ξενοδοχείου δύο αστέρων. Επρόκειτο για ένα μικρό δωμάτιο, με διπλό κρεβάτι και ξεχωριστό δωμάτιο μπάνιου, χωρίς κουζίνα, ενώ διέθετε μπαλκόνι εξωτερικά. Με βάση τα όσα ανέφερε η Μ.Υ.1, τα δωμάτια τα οποία προσφέρονταν στο ξενοδοχείο, ήταν μόνο για διαμονή και το μαγείρεμα σε οποιοδήποτε χώρο του ξενοδοχείου απαγορευόταν. Σύμφωνα, επίσης, με τη μάρτυρα, προτού αποχωρήσουν οι Κατηγορούμενοι από το ξενοδοχείο, διαπίστωσε ότι η Κατηγορούμενη 2 ήταν έγκυος, ενώ είχε παρατηρήσει ότι, μια νεαρή κοπέλα που ήταν κόρη της Κατηγορούμενης 2, ήρθε 2 - 3 φορές μόνο για επίσκεψη, χωρίς να διανυκτερεύσει εκεί. Ως Τεκμήριο 30 κατατέθηκε δέσμη εγγράφων τα οποία, ως ανέφερε η μάρτυρας, ετοιμάζονται κατά την άφιξη του πελάτη στο ξενοδοχείο. Αντεξεταζόμενη και επεξηγώντας περαιτέρω το έγγραφο με τίτλο "Attachment 2" επί του Τεκμηρίου 30 ανέφερε ότι σε αυτό καταγράφονται τα αντικείμενα τα οποία υπάρχουν στο δωμάτιο όταν αυτό παραλαμβάνεται και όταν παραδίδεται από τους πελάτες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως υπέδειξε, με την αποχώρηση της Κατηγορούμενης, διαπιστώθηκε ότι υπήρχε, μεταξύ άλλων, ένας φούρνος και ένα ψυγείο, εξ ου και η σχετική αναφορά στο Τεκμήριο 30, ενώ συμφώνησε με τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής πως δεν θα μπορούσε να γνωρίζει εάν οι Κατηγορούμενοι μαγείρευαν στο δωμάτιο ή όχι. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Έχοντας σκιαγραφήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία σημειώνουμε ότι έχουμε διεξέλθει με μεγάλη προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων των τεκμηρίων που κατατέθηκαν. Με μεγάλη προσοχή έχουμε, επίσης, μελετήσει το περιεχόμενο των τελικών αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων επί του προκειμένου. Δεν θεωρούμε ότι θα εξυπηρετούσε, για σκοπούς της παρούσας απόφασης, η επανάληψη της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων. Άλλωστε, τα θέματα αυτά είναι που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο στη συνέχεια, ενώ δεδομένη παραμένει πάντοτε η νομολογιακή αρχή ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι μια λεπτή και παράλληλα σημαντική εκδήλωση της δικαστικής κρίσης γιατί μέσα από αυτήν το Δικαστήριο, αφού μορφώσει άποψη για την αξιοπιστία των μαρτύρων, θα διαμορφώσει την κρίση του και θα οδηγηθεί στα συμπεράσματά του ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Σύμφωνα με τα όσα έχουν λεχθεί στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας, σε σύγκριση και με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, ΧΧΧ ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 177/2017, ημερ. 20.12.2018 και Rana ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489). Έχουμε δε κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας πως το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή (βλ. Ιωσηφίδης ν. Αστυνομίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 307 και Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 1). Αποτελεί, επίσης, νομολογιακή αρχή ότι μικροαντιφάσεις ή μικρές ανακρίβειες δεν πλήττουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά, πολλές φορές, την ενδυναμώνουν γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού (βλ. Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας
(2016)2 Α.Α.Δ. 353, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(20100)2 Α.Α.Δ. 345 και Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68). Τέλος, αναφορά αξίζει να γίνει στην υπόθεση Σιβιτανίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166 όπου υποδείχθηκε πως ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτάται με την αντικειμενική αφή των πραγμάτων (βλ. Στυλιανίδη ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1056 και Μουζάκης ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 220). Έχουμε παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες στη ζωντανή τους παρουσία ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχαμε, επίσης, την ευκαιρία, ως αναφέρεται πιο πάνω, να εξετάσουμε με προσοχή το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας και των τεκμηρίων. Ως προς τα γεγονότα τα οποία δηλώθηκαν ως παραδεκτά, αυτά καθιστούνται μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Κρίνεται επίσης σκόπιμο να σημειωθεί πως από την γραπτή αγόρευση της συνηγόρου του Κατηγορουμένου 1 προκύπτει πως η μαρτυρία των Μ.Κ.1, 2, 3, 4, 5, 7 και 11 δεν αμφισβητείται. Ξεκινούμε το έργο της αξιολόγησης από τους Μ.Κ.1, 3, 5, 11 και 12 για τους οποίους έχουμε σχηματίσει θετική εντύπωση και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία τους. Προσήλθαν στο Δικαστήριο προκειμένου να καταθέσουν σε σχέση με τις ενέργειες τους στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης και έπραξαν τούτο με σαφήνεια και πληρότητα. Σαφώς, η μαρτυρία τους περιορίζεται σε αυτό τους το έργο και σε κανένα σημείο της δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση. Ειδικότερα σε σχέση με την Μ.Κ.1 σημειώνουμε πως οι ενέργειες της περιορίστηκαν στο χειρισμό της συσκευής οπτικογράφησης κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης (βλ. Τεκμήριο 8) και τη διαδικασία που ακολούθησε μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης, την οποία απομαγνητοφώνησε (βλ. Τεκμήριο 5). Ως ανέφερε, έχει τύχει ειδικής εκπαίδευσης στην τεχνική συνέντευξης και στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους και ανήλικους μάρτυρες. Από τη μαρτυρία της προκύπτει ότι ακολούθησε την ορθή και ενδεδειγμένη διαδικασία με βάση το Νόμο κατά τη λήψη της προαναφερόμενης οπτικογραφημένης κατάθεσης, ζήτημα το οποίο ουδόλως αμφισβητήθηκε. Περαιτέρω, στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης η μάρτυρας προέβηκε στις ενέργειες που τυγχάνουν καταγραφής στα ημερολόγια ενεργείας που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 6 και
- Η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση και δεν έχουμε εντοπίσει οτιδήποτε που θα συνηγορούσε στην μη αποδοχή της. Ο Μ.Κ.3 ήταν το πρόσωπο που προχώρησε στη σύλληψη του Κατηγορούμενου 1 (βλ. Τεκμήριο 9) και την παράδοση του εντύπου δικαιωμάτων συλληφθέντα σε αυτόν (βλ. Τεκμήριο 10). Ουδεμία ενέργεια έχει κάνει σε σχέση με την Κατηγορούμενη
- Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Η εμπλοκή του Μ.Κ. 5 περιορίζεται στη λήψη ανακριτικών καταθέσεων από τον πατέρα της ανήλικης ημερ. 7.9.2024 (βλ. Τεκμήριο 11) και την Κατηγορούμενη 2 επίσης ημερομηνίας 7.9.2024 (βλ. Τεκμήριο 12). Παρομοίως, η Μ.Κ.11 ήταν το πρόσωπο που έλαβε τη συμπληρωματική κατάθεση της Κατηγορούμενης 2 ημερ. 10.9.2024 (βλ. Τεκμήριο 17) και κατόπιν συγκατάθεσής της έλαβε αριθμό φωτογραφιών συνομιλίας που είχε η Κατηγορούμενη 2 με την Ανήλικη μέσω της εφαρμογής WhattsΑpp. (βλ. Έγγραφο Θ2). Όπως εξήγησε, οι φωτογραφίες λήφθηκαν καθ' υπόδειξη της Ανήλικης και της Κατηγορούμενης 2, με τη μάρτυρα να μην είναι σε θέση να τοποθετηθεί για την ύπαρξη τυχόν προηγούμενων μεταξύ τους συνομιλιών. Η Μ.Κ.12 ήταν η ανακρίτρια της υπόθεσης και το πρόσωπο που, μεταξύ άλλων, έλαβε την κατάθεση ημερ. 9.9.2024 από τον Κατηγορούμενο 1 (βλ. Τεκμήριο 23), ενώ στο πλαίσιο της μαρτυρίας της παρουσίασε τη συμπληρωματική κατάθεση ημερομηνίας 10.9.2024 από την Κατηγορούμενη 2 (βλ. Τεκμήριο 21). Η μάρτυρας αναφέρθηκε στη καταγγελία που έγινε αρχικά από την Ανήλικη τον Οκτώβριο του 2023 στην εκπαιδευτική ψυχολόγο (Μ.Κ.7) και όπως εξήγησε με ειλικρίνεια, η ίδια δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους δεν είχε προχωρήσει η καταγγελία τη δεδομένη στιγμή. Ανέφερε, ωστόσο, πως με βάση τα όσα αναφέρονται στα ημερολόγια ενεργείας ημερ. 3.11.2023 και 13.11.2023 (βλ. Τεκμήριο 26), κατά τον εν λόγω χρόνο, η Ανήλικη δεν επιθυμούσε την προώθηση της υπόθεσης λόγω του ότι η Κατηγορούμενη 2 εγκυμονούσε και δεν ήθελε να την αναστατώσει. Παράλληλα, η μάρτυρας εξήγησε με πληρότητα τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε σε σχέση με τη διερεύνηση των ισχυρισμών των Κατηγορουμένων 1 και 2 αναφορικά με τους κατά καιρούς τόπους διαμονής τους. Σε γενικότερο πλαίσιο, σημειώνουμε πως η Μ.Κ. 12 κατέθεσε με ειλικρίνεια και τρόπο αντικειμενικό όσα έπραξε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της. Απάντησε στις ερωτήσεις που της τέθηκαν χωρίς υπεκφυγές και δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση, ικανή να πλήξει την αξιοπιστία της. Επίσης, εξετάζοντας τη μαρτυρία της δεν εντοπίζουμε οποιαδήποτε προσπάθεια ευνοϊκής μεταχείρισης της Ανήλικης ή δυσμενούς χειρισμού των Κατηγορουμένων. Συνεπώς, κρίνουμε την Μ.Κ. 12 αξιόπιστη μάρτυρα και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της. Η Μ.Κ.2, κοινωνική λειτουργός, η οποία συνυπέγραφε τις σχετικές δηλώσεις συγκατάθεσης για λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από την Ανήλικη (βλ. Τεκμήριο 3) και έθεσε την υπογραφή της στους ψηφιακούς δίσκους, δεν αντεξετάστηκε και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Η Μ.Κ.4 μας άφησε θετική εικόνα. Παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα τα καθήκοντά της ως καθηγήτρια Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Αγωγής και τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, σε σχέση με την Ανήλικη. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα όσα διαμείφθηκαν κατά τις συναντήσεις που είχε με την Ανήλικη που αποτέλεσαν τη βάση για την ενεργοποίηση του πρωτοκόλλου για αυτοκτονικό ιδεασμό, με αποτέλεσμα την εμπλοκή της Μ.Κ.
- Στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας της Μ.Κ.4 δεν μας διαφεύγει η αναφορά της περί διφορούμενων αναφορών της Ανήλικης σε σχέση με τους λόγους που δεν επιθυμούσε να επισκέπτεται το σπίτι της μητέρας της. Ωστόσο, όπως διαφάνηκε με αναφορά σε συγκεκριμένα παραδείγματα, η μάρτυρας αναφερόταν στην ουσία σε δισταγμό της Ανήλικης, να προβεί σε οποιαδήποτε αποκάλυψη και όχι σε ασαφείς αναφορές από μέρους της. Το στοιχείο αυτό του δισταγμού αξιολογείται σε συνάρτηση και με τα όσα η Μ.Κ.10 εξήγησε αναφορικά με τις «δοκιμαστικές προσπάθειες» της Ανήλικης να αποκαλύψει τα επίδικα περιστατικά και τη δυσκολία της να αναφερθεί σε αυτά. Σε υποβολή από την Υπεράσπιση ότι η κατ' ισχυρισμό κατάθλιψη της Ανήλικης ήταν αποτέλεσμα σχολικού εκφοβισμού που δεχόταν και όχι απόρροια της κατ' ισχυρισμό συμπεριφοράς των Κατηγορουμένων, η μάρτυρας απάντησε με επάρκεια ότι δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει μια τέτοια συνθήκη. Επεσήμανε, μάλιστα, ότι η Ανήλικη, κατά τις συναντήσεις τους, μιλούσε κυρίως για το σπίτι και την μητέρα της και το θυμό που ένιωθε, τονίζοντας πως δεν μπορούσε να καταλήξει στη βασική αιτία πιθανής κατάθλιψης σε ένα παιδί, στο πλαίσιο μιας δεκάλεπτης συζήτησης μαζί του. Οι πιο πάνω τοποθετήσεις ενδυναμώνουν την πεποίθηση μας ότι πρόκειται για μια αντικειμενική και ειλικρινή μάρτυρα η οποία χωρίς προκαταλήψεις, παρέθεσε στο Δικαστήριο τις εν λόγω αναφορές της Ανήλικης οι οποίες γίνονται αποδεκτές στη βάση του τι η ίδια αποκόμισε ως εικόνα για την Ανήλικη στο πλαίσιο των συναντήσεων τους. Συναφώς, η μαρτυρία της Μ.Κ.4 κρίνεται ως αξιόπιστη και με βάση αυτή, κρίνουμε ότι μπορούμε να στηριχθούμε στη μαρτυρία της ώστε να εξάξουμε τα δικά μας ευρήματα. Η Μ.Κ. 7 αναφέρθηκε στα γεγονότα τα οποία περιήλθαν σε γνώση της από τις συναντήσεις που είχε με την Ανήλικη καθώς και στις δικές της ενέργειες μετά από αυτά, όταν και ενεργοποίησε το σχετικό πρωτόκολλο και ενημέρωσε τον πατέρα της, όπως και τις αρμόδιες υπηρεσίες. Η μάρτυρας προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο αφού η μαρτυρία της ήταν σαφής και σταθερή. Δεν έχουμε διαπιστώσει οτιδήποτε το μεμπτό στη μαρτυρία της. Η μάρτυρας αναφέρθηκε με λεπτομέρεια τόσο στις συνθήκες κάτω από τις οποίες κρίθηκε αναγκαία η συνάντηση με την Ανήλικη όσο και στα όσα της ανέφερε η Ανήλικη, τα οποία και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Αποδεχόμαστε, λοιπόν, τόσο τις ενέργειες τις οποίες είχε κάνει μετά τα όσα άκουσε από την Ανήλικη όσο και τις διαπιστώσεις της σε σχέση με το πως ο πατέρας της αντέδρασε στην πληροφόρηση που του δόθηκε. Δεν παραγνωρίζουμε τη θέση της Μ.Κ. 7 πως στη συζήτηση που είχε με την Ανήλικη, η τελευταία αναφέρθηκε σε παιχνίδι και ενασχόληση με τον μικρό της αδελφό, ο οποίος σύμφωνα με την υπόλοιπη μαρτυρία γεννήθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτό της συνάντησης. Δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσδώσουμε στο στοιχείο αυτό ιδιαίτερη βαρύτητα έχοντας υπόψη ότι, ως η Μ.Κ. 7 ανέφερε κατά την αντεξέτασή της, η συνολική εικόνα που αποκόμισε για την Ανήλικη δεν περιορίστηκε στις συναντήσεις που είχε μαζί της αλλά έλαβε υπόψη της και αναφορές που προέρχονταν από το σχολείο και δη από την Μ.Κ.4, η οποία, ως κατέθεσε, είχε μέχρι και πρόσφατα συναντήσεις με την Ανήλικη. Έχοντας υπόψη μας τη μαρτυρία της Μ.Κ.7 υπό το φως των όσων σημειώνονται πιο πάνω, κρίνουμε ότι μπορούμε να βασιστούμε σε αυτή και συνεπώς την αποδεχόμαστε. Αξιολογώντας τη μαρτυρία της Μ.Κ.8, εν πρώτοις σημειώνουμε ότι η εικόνα που δημιούργησε σε εμάς από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν καθόλα θετική. Απαντούσε με φυσικότητα και αφήνοντας την εντύπωση ότι παρουσίαζε στο Δικαστήριο τα γεγονότα ως η ίδια τα βίωσε και τα αντιλήφθηκε. Παρά το ότι επρόκειτο για οικογενειακή φίλη της Ανήλικης και του πατέρα της, δεν άφησε οποιαδήποτε ένδειξη ή υπόνοια ότι πρόθεση της ήταν να μαρτυρήσει για να υποβοηθήσει τη θέση της Ανήλικης ή να παραποιήσει τα γεγονότα. Αντιθέτως, αποκομίσαμε την εικόνα ενός ανθρώπου, ο οποίος στο άκουσμα των ισχυρισμών της Ανήλικης αναφορικά με τα επίδικα περιστατικά, έδρασε αμέσως ώστε να υποβληθεί σχετική καταγγελία στην Αστυνομία, ενώ στοιχείο που έχει τη σημασία του και συνυπολογίζεται, είναι πως ενήργησε κατ' αυτό τον τρόπο χωρίς να έρθει προηγουμένως σε συνεννόηση με τον πατέρα της Ανήλικης. Ουδόλως πλήγηκε η εικόνα που δημιούργησε, κατά την αντεξέταση της. Σε ακολουθία των ανωτέρω, η μάρτυρας αυτή κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και συνεπώς αποδεχόμαστε ότι στο πλαίσιο συζήτησης που είχε με την Ανήλικη, η τελευταία, αφού της ανέφερε τα παράπονα της σε σχέση με τη μητέρα της, ακολούθως της είπε πως πολλές φορές ο Κατηγορούμενος 1 την άγγιζε στο σώμα και αυτός ήταν ο λόγος που δεν ήθελε να επισκέπτεται τη μητέρα της. Ερωτηθείσα εάν η Ανήλικη της έδωσε λεπτομέρειες σε σχέση με τα αγγίγματα στο σώμα της, η μάρτυρας απάντησε πως της υπέδειξε το σημείο στο κάτω μέρος της πλάτης της. Πρόσθεσε, μάλιστα, πως αφού έγινε αυτό, εκνευρίστηκε και μετέφερε την Ανήλικη στην Αστυνομία. Κατόπιν τούτου, ενημερώθηκε και ο πατέρας της Ανήλικης. Ο Μ.Κ.9, πατέρας της Ανήλικης μας άφησε καλή εντύπωση. Κατέθεσε τα γεγονότα που περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπικής του γνώσης χωρίς προσχεδιασμό και δίχως τάση υπερβολής, ενώ σημαντικό είναι να λεχθεί πως τα όσα ανέφερε στο πλαίσιο της μαρτυρίας του συνάδουν τόσο με τα λεχθέντα της Ανήλικης όσο και των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας. Από την όλη στάση και συμπεριφορά του στο εδώλιο κρίνουμε ότι ήταν ειλικρινής, η δε μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από σταθερότητα. Δεν έχουμε εντοπίσει οποιαδήποτε προσπάθεια του να διογκώσει γεγονότα είτε να κατασκευάσει μαρτυρία προκειμένου να βοηθήσει την εκδοχή της Ανήλικης. Ενδεικτικό της όλης στάσης και συμπεριφοράς του είναι η θέση του πως ακόμα και σήμερα δεν γνωρίζει λεπτομέρειες των πράξεων του Κατηγορούμενου 1, ενώ δεν έχει καν διεξέλθει το κείμενο της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Ανήλικης. Παρομοίως, στοιχείο που ενισχύει την κρίση μας ως προς το αξιόπιστο της μαρτυρίας του είναι πως ουδεμία εμπλοκή είχε στην υποβολή της καταγγελίας από την Ανήλικη η οποία μετέβηκε στην Αστυνομία με την Μ.Κ.8 και ο ίδιος ενημερώθηκε αργότερα και σε κάθε περίπτωση τέτοια θέση δεν υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση. Σημειώνουμε, περαιτέρω, πως ο μάρτυρας αναφέρθηκε με σαφήνεια στη σχέση της Ανήλικης με τη μητέρα της και εξήγησε πως λόγω των ωρών εργασίας του, η Ανήλικη μετέβαινε στο σπίτι της Κατηγορούμενης 2 μετά το σχολείο και παρέμενε εκεί μέχρι να την παραλάβει ο ίδιος. Η θέση αυτή ουδόλως αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Αυτό που προβάλλεται στην αγόρευση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου 1 είναι ότι υπάρχει διάσταση ως προς τη συχνότητα των επισκέψεων αυτών. Συναφώς, παρατηρούμε πως στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 11) ο Μ.Κ. 9 επιβεβαιώνει τη θέση της Ανήλικης περί συχνών επισκέψεων της στην Κατηγορούμενη 2 μετά το σχολείο και παραμονής της εκεί για κάποιες ώρες (βλ. ερώτηση αρ. 13). Η δε αναφορά του Μ.Κ.9 περί επικοινωνίας της Ανήλικης με την Κατηγορούμενη 2 μια φορά κάθε 2-3 μήνες αφορούσε σε προγενέστερο χρόνο, ήτοι όταν ο Μ.Κ.9 χώρισε με την Κατηγορούμενη 2 και η Ανήλικη ήταν νήπιο. Όπως, επίσης, ανέφερε ο μάρτυρας, θέση την οποία και αποδεχόμαστε και η οποία συνάδει με τη μαρτυρία της Μ.Κ. 6, οι επισκέψεις της Ανήλικης στο σπίτι της μητέρας της σταμάτησαν το 2022, ως η παράκληση της Ανήλικης. Αναφορικά με το χρονικό σημείο στο οποίο έλαβε γνώση των επίδικων περιστατικών ο Μ.Κ.9, αξίζει να σημειωθεί πως από την πλευρά της Υπεράσπισης τέθηκαν σε αυτόν δύο αντικρουόμενες θέσεις. Αφενός πως γνώριζε για τα κατ΄ ισχυρισμό περιστατικά από το 2022 και ένεκα τούτου είχε απαγορεύσει στην Ανήλικη να μεταβαίνει στο σπίτι των Κατηγορουμένων, και αφετέρου, πως ενημερώθηκε για πρώτη φορά για τα εν λόγω περιστατικά από το σχολείο, ήτοι το 2023, και δεν πίστεψε την Ανήλικη, με τον ίδιο να εμμένει στις θέσεις του χωρίς να κλονιστεί με οποιοδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του. Αποδεχόμαστε, επίσης, τη θέση του Μ.Κ. 9 πως η καταγγελία της Ανήλικης δεν προχώρησε κατά το έτος 2023 κατόπιν παράκλησης της τελευταίας λόγω εγκυμοσύνης της μητέρας της, την οποία και δεν ήθελε να αναστατώσει. Ο μάρτυρας τοποθετήθηκε με σταθερότητα και σαφήνεια και σε σχέση με την μη συνεισφορά της Κατηγορούμενης 2 στα οικονομικά της Ανήλικης. Έπεισε το Δικαστήριο για τα όσα υποστήριξε επί τούτου, ότι δηλαδή δεν υπήρχε ουσιαστική οικονομική υποστήριξη από την Κατηγορούμενη 2 σε σχέση με την Ανήλικη, δίδοντας προς τούτο συγκεκριμένα στοιχεία, ήτοι πως μετά τον χωρισμό του ζευγαριού, η Κατηγορούμενη 2 την επισκέφθηκε δυο - τρείς φορές στο σπίτι τους στην Παρεκκλησία φέρνοντας μόνο κάποια τρόφιμα θέση η οποία, άλλωστε, προκύπτει και από την κατάθεση του Κατηγορούμενου 1 (βλ. Τεκμήριο 23, ερώτηση 33). Ο μάρτυρας απέρριψε τη θέση της Υπεράσπισης περί εκδικητικού κινήτρου από μέρους της Ανήλικης ως προς την υποβολή της καταγγελίας και ειδικότερα γιατί η Κατηγορούμενη 2 είχε εγκαταλείψει την Ανήλικη και τον ίδιο λόγω του Κατηγορούμενου
- Όπως εξήγησε στο Δικαστήριο με τρόπο ικανοποιητικό, η σχέση των Κατηγορουμένων άρχισε αφού είχε ήδη χωρίσει με την Κατηγορούμενη 2, στοιχείο που σε κάθε περίπτωση προκύπτει και από τις ανακριτικές καταθέσεις των Κατηγορουμένων. Στη βάση των πιο πάνω, έχουμε ικανοποιηθεί για την αλήθεια των όσων κατέθεσε στο Δικαστήριο και κατά συνέπεια αποδεχόμαστε την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 11, του Εγγράφου Η και του Εγγράφου Η1, που υιοθετήθηκαν ως μέρος της μαρτυρίας του. Σε σχέση με το μέρος της μαρτυρίας του που αφορά στη θέση της υπεράσπισης ότι η Κατηγορούμενη 2 απουσίαζε από την Κύπρο για περίπου 6 μηνών το 2019, σημειώνουμε ότι δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί επ' ακριβώς επί τούτου. Σε κάθε περίπτωση, ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα παρατηρούμε ότι από την κατάθεση του Κατηγορούμενου 1 (βλ. Τεκμήριο 23), και από την κατάθεση της Κατηγορούμενης 2 (βλ. Τεκμήριο 12), προκύπτει ότι αυτή απουσίαζε στο εξωτερικό το 2017 και όχι το
- Προχωρούμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ. 10 η οποία κατέθεσε ως εμπριρογνώμονας - κλινική ψυχολόγος. Η προσέγγιση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, έχει αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. ενδεικτικά Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ 984) και συνοψίστηκε πολύ πρόσφατα στην Robert Keith Stark κ.ά. ν. David Marsland κ.ά., Πολιτική Έφεση αρ 233/2019, ημερ. 6.5.2025. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές 2014 στη σελίδα 276, προκειμένου να καταθέσει κανείς ως πραγματογνώμονας πρέπει να καταδείξει ότι η μαρτυρία του είναι αναγκαία για την υπόθεση και ότι κατέχει τα απαιτούμενα προσόντα για κάτι τέτοιο. Αυτό αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και εξέτασης των γνώσεων και εμπειρίας του μάρτυρα στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει. Σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία θα πρέπει πρώτα το Δικαστήριο να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και στη συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του, έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, έτσι ώστε να το καταστήσει ικανό να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Όπως αναφέρεται στην προαναφερθείσα νομολογία, για να κριθεί ένας μάρτυρας ως εμπειρογνώμονας, απαιτείται να έχει τα αναγκαία επιστημονικά προσόντα που να τον καταστούν ικανό έτσι ώστε να διαφωτίσει το Δικαστήριο για τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης. Είναι σημαντικό να αποδειχθεί ότι ο εμπειρογνώμονας, έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών, είτε λόγω εμπειρίας, επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. Σιακόλα ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 110). Όπως έχει προσφάτως λεχθεί στην Παντελή ν. Iacovou Brothers (Construction) Limited, Πολιτική Έφεση αρ. 111/2017, απόφαση ημερ. 13.3.2024, η μαρτυρία εμπειρογνώμονα αξιολογείται όπως και κάθε άλλη μαρτυρία. Οι κανόνες αξιολόγησης είναι οι ίδιοι τόσο για τις μαρτυρίες εμπειρογνωμόνων όσο και για τις συνήθεις μαρτυρίες. Ως έχει επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, αποτελεί βασική και πάγια νομολογιακή αρχή ότι για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα, πλην του ότι, κατά παρέκκλιση του γενικού κανόνα, εμπειρογνώμονες δύνανται να εκφέρουν γνώμη στον τομέα ειδίκευσής τους. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση (βλ. Πιττάλης κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd. κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814, Cybarco Ltd. ν. Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013 και Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους v. Κονναρή (πιο πάνω)). Θα πρέπει εξαρχής να λεχθεί πως η εμπειρογνωμοσύνη της Μ.Κ. 10 δεν αμφισβητήθηκε και σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο ικανοποιείται πως με βάση τα ακαδημαϊκά της προσόντα και την εμπειρία της στο συγκεκριμένο τομέα, ως αυτά εκτίθενται στο βιογραφικό της σημείωμα (βλ. Τεκμήριο 15), είναι πρόσωπο που κατέχει τα αναγκαία προσόντα ώστε να καταθέσει ως ειδικός. Η Μ.Κ. 10 προέβηκε στη ψυχολογική αξιολόγηση της Ανήλικης κατόπιν παραπομπής της στο Σπίτι του Παιδιού. Η μάρτυρας μας έκανε εξαιρετική εντύπωση αφού με άνεση, σαφήνεια, σταθερότητα και λεπτομέρεια εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε και πως κατέληξε στα όσα περιγράφει στην Έκθεσή της (βλ. Τεκμήριο 16). Απώτερος στόχος και σκοπός της ήταν να βοηθήσει το Δικαστήριο ώστε με τη σειρά του να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Η μάρτυρας έδωσε επαρκείς και τεκμηριωμένες εξηγήσεις για τον τρόπο διεξαγωγής της συνέντευξης και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε και σε κανένα σημείο έχει κλονιστεί η αξιοπιστία της. Δεν έχουμε, επίσης, εντοπίσει, οτιδήποτε το μεμπτό στη μαρτυρία της και ειδικότερα, δεν έχουμε διαπιστώσει οποιαδήποτε προσπάθεια μεροληψίας υπέρ της Ανήλικης. Σημαντικό είναι, μάλιστα, να λεχθεί, πως, ως εξήγησε η Μ.Κ. 10, ο σκοπός της αξιολόγησης είναι η εκτίμηση της ψυχολογικής κατάστασης του παιδιού και όχι να διακριβωθεί κατά πόσον τα επίδικα περιστατικά έλαβαν χώρα ή όχι. Στην έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης που ετοίμασε, η μάρτυρας αναφέρεται στο οικογενειακό και ατομικό ιστορικό της Ανήλικης στη βάση των πληροφοριών που έλαβε από την ίδια και τον πατέρα της, αφού, όπως εξήγησε, το ιστορικό αποτελεί σημαντικό εργαλείο στο πλαίσιο μιας ψυχολογικής αξιολόγησης ώστε να ληφθούν πληροφορίες για το περιβάλλον στο οποίο ζει το παιδί, το βαθμό στήριξης του παιδιού και για την προσωπικότητα του παιδιού και των γονέων του και να εντοπιστούν παράγοντες ευαλωτότητας. Ως τέτοιους παράγοντες η μάρτυρας καθόρισε αυτούς που συμβάλλουν είτε στην ανάπτυξη ψυχικής διαταραχής ή στη δημιουργία εύφορου εδάφους για κακοποίηση. Στην προκειμένη περίπτωση, ο πατέρας ήταν το μοναδικό άτομο που μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες της Ανήλικης αλλά λόγω του ότι εργαζόταν πολλές ώρες για κάλυψη των οικονομικών αναγκών, η επίβλεψη της Ανήλικης ήταν μειωμένη. Από την άλλη, η σχέση της Ανήλικης με τη μητέρα παρουσιάστηκε ως ασύνδετη συναισθηματικά, ενώ, περαιτέρω, το παιδί εκλάμβανε τη στάση της μητέρας ως απορριπτική αφού θεωρούσε πως δεν αποτελούσε γι' αυτήν προτεραιότητα, με αποτέλεσμα να βιώνει το αίσθημα της εγκατάλειψης. Ως προς τη σχέση της Ανήλικης με τον Κατηγορούμενο 1, σύντροφο της μητέρας της, διαπιστώθηκαν συναισθήματα φόβου, τόσο λόγω της συμπεριφοράς του απέναντι στην μητέρα της, αλλά και λόγω των περιστατικών που είχε βιώσει μαζί του. Ένιωθε απειλή για την σωματική της ακεραιότητα, φόβο, άγχος και ντροπή. Στην έκθεση παρατίθενται με ιδιαίτερη λεπτομέρεια τα κλινικά ευρήματα, σύμφωνα με τα οποία, η Ανήλικη, κατά τις αξιολογικές συναντήσεις ήταν συνεργάσιμη και διατηρούσε καλή βλεμματική επαφή. Οι νοητικές της ικανότητες φάνηκε να κυμαίνονταν στο φυσιολογικό επίπεδο και η Ανήλικη εμφάνιζε καλή απόδοση στην άμεση, πρόσφατη και απώτερη μνήμη. Είχε ανεμπόδιστη ροή και περιεχόμενο σκέψεων και διατηρούσε καλή κριτική σκέψη και αντίληψη, χωρίς ψευδαισθητικά ή παραισθητικά ενοχλήματα. Το συναίσθημα συμβάδιζε με το περιεχόμενο της αφήγησης και δεν παρουσίαζε αστάθεια. Αναφερόμενη στη σχέση της Ανήλικης με τη μητέρα της, η μάρτυρας παρατήρησε πως η Ανήλικη περιέγραψε τη μητέρα της ως άτομο που δεν εκφράζει την αγάπη της, δεν της προσφέρει φροντίδα και επομένως, δεν υπήρχε στενός συναισθηματικός δεσμός μεταξύ τους. Πρόσθεσε πως η Ανήλικη εμφάνιζε αμφιθυμικά συναισθήματα προς τη μητέρα της αφού από τη μια εξέφραζε αγάπη προς την ίδια, ενώ την ίδια στιγμή θυμό που σχετιζόταν με την αντίδραση της και τη στάση της προς τα καταγγελλόμενα περιστατικά. Χαρακτήρισε την Ανήλικη ως ένα παιδί με υψηλή ενσυναίσθηση, στοιχείο που εντοπίζεται, ως υποστήριξε η μάρτυρας, στην μη προώθηση της καταγγελίας κατά το 2023 λόγω του ότι η μητέρα της ήταν έγκυος και δεν ήθελε να την αναστατώσει. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τις δοκιμαστικές προσπάθειες αποκάλυψης εκ μέρους της Ανήλικης, καθώς επίσης, όπως επεξήγησε η μάρτυρας, στο γεγονός πως όταν επεσυνέβαιναν τα περιστατικά η Ανήλικη προτίμησε να αποφεύγει τον θύτη, παρά να προβεί σε αποκάλυψη και να προκαλέσει αναστάτωση στην οικογένεια της. Η μάρτυρας εξήγησε, περαιτέρω, τους λόγους της μη αποκάλυψης των επίδικων περιστατικών κατά τον χρόνο που αυτά λάμβαναν χώρα. Οι πιο πάνω αναφορές της Μ.Κ.10 λαμβάνονται υπόψη στο βαθμό που μπορούν να διαφωτίσουν επιστημονικά το Δικαστήριο για τον τρόπο αντίδρασης ατόμων που βιώνουν παρόμοιες συμπεριφορές αν και η σύγχρονη τάση, σε σχέση με την καθυστέρηση υποβολής παραπόνου από θύματα σεξουαλικών αδικημάτων, καταδεικνύει ότι το ίδιο το Δικαστήριο, μέσα από τη δική του δικαστική εμπειρία και ως ζήτημα κοινής λογικής, δύναται να προβεί σε σχετικό σχόλιο για τους ενδεχόμενους λόγους ενός καθυστερημένου παραπόνου από νεαρά πρόσωπα, χωρίς την ανάγκη μαρτυρίας ειδικών, νοουμένου ότι το σχόλιο είναι εξισορροπημένο και δίκαιο (βλ. Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 231/2018, ημερ. 19.11.2019, R. v. MM [2007] EWCA Crim.1558 και Doody [2008] EWCA Crim. 2557). Η μάρτυρας ανέλυσε, με τρόπο που ικανοποιεί το Δικαστήριο, τη διαδικασία αποκάλυψης σεξουαλικής κακοποίησης, επισημαίνοντας πως είναι μια πάρα πολύ δύσκολη διαδικασία, ιδιαίτερα για ένα παιδί, το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπο με την αφήγηση ενός τραυματικού γεγονότος, τις ποινικές διαδικασίες που θα ακολουθήσουν, αλλά και άλλους παράγοντες που ενδεχομένως να εμποδίζουν τη διαδικασία αυτή. Στην περίπτωση της Ανήλικης, έχοντας υπόψη την υψηλή ενσυναίσθηση που την χαρακτήριζε, αλλά και τον τρόπο λειτουργίας της αποκάλυψης στη ψυχοσύνθεση ενός ανηλίκου που πρώτιστο μέλημα έχει την προστασία του, η μάρτυρας ανέφερε πως η υποβολή καταγγελίας από την Ανήλικη δεν είχε πυροδοτηθεί από εκδικητικά κίνητρα. Σε ό,τι δε αφορά την περίπτωση όπου τα γεγονότα είναι επαναλαμβανόμενα, όπως η παρούσα, η μάρτυρας εξήγησε πως το άτομο μπορεί να ανακαλέσει γενικά το πλαίσιο, χωρίς να δίδει συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Επι τούτου η μάρτυρας έδωσε συγκεκριμένα παραδείγματα στην προσπάθεια να βοηθήσει το Δικαστήριο. Με επάρκεια και επιστημονική τεκμηρίωση η μάρτυρας επεξήγησε στο Δικαστήριο τα συμπεράσματα της, δίδοντας στο Δικαστήριο τα εχέγγυα ώστε να μπορεί να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα. Ειδικότερα, ανέφερε πως αν και κατά την αξιολόγηση της Ανήλικης, αυτή δεν πληρούσε κριτήρια για την ύπαρξη οποιασδήποτε διαταραχής, γεγονός που φάνηκε να σχετιζόταν με την αποκάλυψη η οποία συνέβαλε ώστε αυτή να ανακουφιστεί λόγω των διαδικασιών που ακολούθησαν και να νιώσει ασφάλεια, εντούτοις το παιδί παραμένει ευάλωτο για την ανάπτυξη ψυχικής διαταραχής στο μέλλον. Σημείωσε, βεβαίως, πως η Ανήλικη βίωνε τα επίδικα περιστατικά ως απειλή για τη σωματική της ακεραιότητα με αποτέλεσμα να είχε εμφανίσει ψυχικά ενοχλήματα, τα οποία σε συνδυασμό με τον σχολικό εκφοβισμό που, επίσης, βίωνε εξαιτίας της ήδη ευάλωτης ψυχοσυναισθηματικής της κατάστασης, επηρέαζαν τη λειτουργικότητα της σε σημαντικούς τομείς της καθημερινότητας της. Στο πλαίσιο αυτό, η μάρτυρας έκανε αναφορά και σε περιστατικά αυτοτραυματισμού της Ανήλικης σε μια προσπάθειά της να διαχειριστεί τα συναισθήματά της πριν από την αποκάλυψη τω γεγονότων. Εισηγείται την ατομική θεραπεία της Ανήλικης, η οποία, ως εξήγησε παραμένει ευάλωτη για την ανάπτυξη ψυχικής διαταραχής. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι μπορούμε να στηριχθούμε στη μαρτυρία της Μ.Κ. 10 ώστε να εξάξουμε τα δικά μας ευρήματα, σημειώνοντας, ταυτόχρονα, πως η μαρτυρία της δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία της Ανήλικης, που αποτελεί τη βασική μάρτυρα γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Όπως έχει υποδειχθεί στην Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390, «η διακρίβωση των γεγονότων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η τελική ετυμηγορία περί ενοχής ή μη του κατηγορούμενου ανήκει στο δικαστήριο και δεν γίνεται ανεκτή καμία εξωγενής παρέμβαση σε αυτό το έργο» (βλ. επίσης Ομήρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 91/2017, ημερ. 2.8.2018). Η παρούσα υπόθεση αφορά κυρίως σεξουαλικής φύσεως αδικήματα με βάση το Ν. 91(Ι)/2014 (βλ. κατηγορίες υπ. αρ. 1-16) που σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα αρχή έλαβαν χώρα κατά τα έτη 2019 - 2022. Πηγή για τα γεγονότα της υπόθεσης, ως τίθενται από την Κατηγορούσα Αρχή, παραμένει η Ανήλικη/Μ.Κ. 6, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, βίωσε τα γεγονότα που την αφορούν όταν ήταν σε ηλικία 8 - 12 ετών. Με βάση το άρθρο 21
(1)του Ν.91(Ι)/2014, για σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που προβλέπονται στον εν λόγω Νόμο, δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία. Με βάση δε, τον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, άρθρο 9, ως τροποποιήθηκε, για την απόδειξη οποιουδήποτε αδικήματος δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού. Το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση ΣΣ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 147/2016, ημερ. 20.11.2019, προβαίνει σε μια λεπτομερή ανάλυση του θέματος επισημαίνοντας ότι «.Το ζητούμενο είναι το Δικαστήριο να αισθάνεται βέβαιο, επειδή έχει εντοπίσει και ενισχυτική μαρτυρία, ή να αισθάνεται εξίσου ασφαλές να καταδικάσει, έστω και χωρίς ενισχυτική μαρτυρία. Αυτά όμως πρέπει να εξετάζονται κατά συγκεκριμένο τρόπο και πρέπει να φαίνονται κατά τρόπο πειστικό μέσα στην απόφαση, ως αποτέλεσμα ενός συμπαγούς και συγκεκριμένου σκεπτικού, εδραζομένου στα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου». Στην Ε. Α. ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), λέχθηκαν τα εξής, επί του προκειμένου: «Στην Makanjuola (ανωτέρω) η ανάγκη έχει συγκεκριμενοποιηθεί. Προκειμένου να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας θα πρέπει να υπάρχει έρεισμα στη συγκεκριμένη μαρτυρία που να υποδηλώνει ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα δυνατόν να μην είναι αξιόπιστη. Έχουμε ήδη αναφερθεί στο παράδειγμα του καθυστερημένου παραπόνου. Μια άλλη περίπτωση θα μπορούσε να είναι η ύπαρξη προηγούμενης αντιφατικής δήλωσης του μάρτυρα...Αφ' ης στιγμής το Δικαστήριο αποφασίσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία και τέτοια μαρτυρία δεν εντοπιστεί, εναπόκειται και πάλι στη διακριτική του ευχέρεια ο τρόπος διατύπωσης και η ένταση της αυτοπροειδοποίησης, ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης, τα εγειρόμενα θέματα, το περιεχόμενο και την ποιότητα της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα. Δεν απαιτείται προδιαγεγραμμένος τύπος.» Αναφορά στο πλαίσιο αυτό αξίζει να γίνει και στην Γ.Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 148/19, ημερ. 25.2.2021, όπου αφού υπέδειξε την κατάργηση της πρόνοιας στον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι «.όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Κ.Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 272/2017, ημερομηνίας 26.9.2019, «.το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται σε κατάλληλες περιπτώσεις ως το ίδιο κρίνει ορθό να προβεί σε τέτοια αυτοπροειδοποίηση ή να αναζητήσει ενίσχυση, ακριβώς λόγω του ελλοχεύοντος κινδύνου που περικλείει η μαρτυρία ανήλικου παιδιού, ιδιαίτερα σε υποθέσεις σεξουαλικής φύσεως»». Όλες οι πιο πάνω αρχές επαναλήφθηκαν στην Δ.Β.Γ.Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 3/2022, ημερ. 29.2.
- Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη, προχωρούμε με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.
- Σημειώνουμε εξαρχής ότι παρά το νεαρό της ηλικίας της, έχουμε αποκομίσει έντονα την εντύπωση ενός συγκροτημένου προσώπου, το οποίο με πλήρη συνοχή και λογική στα λεγόμενα της, υποστήριξε τις θέσεις της. Διαπιστώνεται, τόσο από τη ζωντανή εικόνα της Μ.Κ. 6 και τις ζωντανές της αντιδράσεις στα διάφορα ερωτήματα που της ετίθεντο, όσο και από το περιεχόμενο της μαρτυρίας της, μια εικόνα αυθεντικότητας στα λεγόμενα της, χωρίς κανένα στοιχείο υπερβολής. Η πιο πάνω θεώρησή μας δεν επηρεάζεται ή ανατρέπεται από το γεγονός ότι ήταν εμφανής η ντροπαλότητα της και η απουσία άνεσης στις αναφορές της για τα όσα αφορούσαν τις σεξουαλικές πράξεις και τα σημεία στα οποία την άγγιξε ο Κατηγορούμενος 1, δίδοντας σαφείς και συγκεκριμένες λεπτομέρειες σε σχέση με τον τρόπο και τα σημεία στα οποία την άγγιζε ο Κατηγορούμενος
- Ξεκάθαρο όμως είναι ότι αυτό δεν οφείλεται σε έλλειψη αντίληψης της για το τι επρόκειτο. Ενδεικτικά αναφέρουμε την αρχική δυσκολία της να αναφερθεί στο γεννητικό της όργανο, αναφερόμενη σε «ιδιωτικά σημεία», ενώ στη συνέχεια προσδιόρισε την κλειτορίδα ως το συγκεκριμένο σημείο. Η μάρτυρας κατέθεσε τα γεγονότα με ακρίβεια και σαφήνεια τόσο σε σχέση με τις πράξεις του Κατηγορουμένου 1, τους χώρους όπου συνέβαιναν αλλά και τη συχνότητα αυτών. Η μάρτυρας αναφέρθηκε με ιδιαίτερη λεπτομέρεια και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβαιναν τα επίδικα περιστατικά, ήτοι στην απουσία της μητέρας της όταν αυτή είτε ήταν έξω για ψώνια είτε ασχολείτο με το μαγείρεμα. Ως προς το τελευταίο, και ειδικότερα τη θέση της Υπεράσπισης πως κατά τη διαμονή των Κατηγορουμένων στο ξενοδοχείο κατά την περίοδο Μαΐου 2020 - Ιανουαρίου 2024 δεν ήταν εφικτό το μαγείρεμα, η Μ.Κ.6 απάντησε πως υπήρχε σόμπα μαγειρέματος στο μπαλκόνι του δωματίου με διαχωριστική κουρτίνα, θέση η οποία και δεν αναιρέθηκε από την Μ.Υ.1 αλλά αντίθετα επιβεβαιώνεται από σχετική καταγραφή στο Τεκμήριο
- Σε σχέση δε με το διαμέρισμα όπου έμεναν προηγουμένως, η Ανήλικη ανέφερε ότι χρησιμοποιούσε ξεχωριστό υπνοδωμάτιο, όπου και επεσυνέβαιναν τα επίδικα περιστατικά. Παρομοίως, η Μ.Κ.6 με τρόπο κατηγορηματικό απέρριψε τη θέση της Υπεράσπισης πως ουδέποτε έμεινε μόνη με τον Κατηγορούμενο 1, αναφερόμενη, μάλιστα, και στην υπεραγορά που επισκεπτόταν για το σκοπό αυτό η Κατηγορούμενη
- Λεπτομέρειες έδωσε η Ανήλικη και για τις ώρες κατά τις οποίες εργαζόταν ο Κατηγορούμενος 1, απορρίπτοντας με τρόπο που ικανοποιεί απόλυτα το Δικαστήριο, την υποβολή της Υπεράσπισης πως κατά τις απογευματινές ώρες ο Κατηγορούμενος 1 εργαζόταν. Στο πλαίσιο αυτό, η μάρτυρας αναφέρθηκε στην εργασία του Κατηγορουμένου 1 και επεσήμανε πως αναλόγως της ημέρας, ο Κατηγορούμενος 1 σχόλανε νωρίς, προσθέτοντας πως η ίδια παρέμενε στο χώρο διαμονής της μητέρας της για 3-4 ώρες. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας που δόθηκε στο Δικαστήριο, και όχι μόνο από την Μ.Κ.6, αναλώθηκε στη χώρα διαμονής της Κατηγορουμένης 2 κατά το
- Ήταν η θέση της Υπεράσπισης πως για περίοδο 6 μηνών κατά το 2019 και αρχές του 2020, η Κατηγορούμενη 2 απουσίαζε στο εξωτερικό. Η Μ.Κ.6 τοποθετήθηκε και επί τούτου. Περιέγραψε με λεπτομέρεια το διαμέρισμα όπου διέμεναν οι Κατηγορούμενοι κατά την εν λόγω περίοδο και δη πριν την μετακόμισή τους στο ξενοδοχείο κατά το 2020, τους χώρους που υπήρχαν σε αυτό, αλλά και τα άτομα που διέμεναν μαζί με τους Κατηγορουμένους. Κρίνεται δε σκόπιμο να λεχθεί πως παρά τις προς τούτο υποβολές της Υπεράσπισης προς την Μ.Κ.6 αλλά και άλλους μάρτυρες κατηγορίας, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 στις ανακριτικές τους καταθέσεις (βλ. Τεκμήρια 12 και 23) τοποθετούν την απουσία της Κατηγορουμένης 2 στο εξωτερικό κατά το έτος 2017, με τρόπο ώστε αυτές να παραμένουν μετέωρες. Η Μ.Κ.6 δεν δίστασε να εκφράσει τα συναισθήματα θυμού και απογοήτευσης που ένιωθε έναντι της Κατηγορουμένης 2 τόσο για το ότι δεν την βοηθούσε οικονομικά όσο και για το ότι ασχολείτο μόνο με τον Κατηγορούμενο 1 και το παιδί τους. Επίσης, λόγω του ότι την είχε εγκαταλείψει και δεν τύγχανε της ίδιας αντιμετώπισης με το μικρότερο παιδί. Όπως, όμως, με αφοπλιστική ειλικρίνεια κατέθεσε στο Δικαστήριο, αυτοί δεν ήταν οι λόγοι που την οδήγησαν να προβεί στην υπό κρίση καταγγελία. Εξήγησε πως εκείνο που την ενδιέφερε ήταν η σεξουαλική κακοποίηση που δεχόταν από τον Κατηγορούμενο 1 και όχι η εκδίκηση. Η στάση της αυτή και δη η έλλειψη εκδικητικού κινήτρου από μέρους της υποστηρίζεται και επεξηγείται και από την Μ.Κ.
- Άλλωστε, σε σχέση με την μη οικονομική υποστήριξη της Ανήλικης από την Κατηγορούμενη 2, δεν θα πρέπει να λησμονείται πως δεν ήταν κάτι που προέκυψε προσφάτως της καταγγελίας, με τρόπο ώστε να καταρρίπτεται και αυτή η εκδοχή της Υπεράσπισης. Και τούτο σε συνάρτηση με τη θέση της Μ.Κ.10 πως η Ανήλικη ήταν άτομο που ικανοποιείτο με τα βασικά, στοιχείο που προκύπτει και από τη μαρτυρία της ίδιας. Στο ίδιο πλαίσιο αξιολογούμε και τη θέση της Μ.Κ. 6 ως προς τα αισθήματα αγάπης που έτρεφε για τη μητέρα της, τα οποία αποτέλεσαν και τους λόγους της μη αποκάλυψης των γεγονότων σε ενωρίτερο στάδιο, της συνέχισης των επισκέψεων σε αυτή, αλλά και την μη προώθηση της καταγγελίας κατά το 2023 δεδομένης της εγκυμοσύνης της μητέρας της. Παρομοίως, η Μ.Κ.6 τοποθετήθηκε και στις θέσεις της Υπεράσπισης περί υποβολής της καταγγελίας λόγω ζήλειας έναντι του παιδιού που απέκτησαν οι Κατηγορούμενοι. Η Μ.Κ.6 αν και δέχτηκε πως την ενοχλούσε που η Κατηγορούμενη 2 δεν ασχολείτο μαζί της, υποστήριξε πως ανησυχούσε μήπως ο Κατηγορούμενος 1 συμπεριφερθεί και στο μωρό με ανάλογο τρόπο. Η Μ.Κ.6 απέρριψε με τρόπο κατηγορηματικό και τη θέση της Υπεράσπισης πως η καταγγελία υποβλήθηκε ψευδώς γιατί η ίδια θεωρούσε τον Κατηγορούμενο 1 υπεύθυνο για τον χωρισμό των γονέων της, θέση η οποία δεν επιβεβαιώνεται, αλλά φαίνεται να αναιρείται από την κατάθεση της Κατηγορούμενης
- Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται σε αυτή, η σχέση της με τον Κατηγορούμενο 1 τοποθετείται σε χρόνο μεταγενέστερο του χωρισμού της Κατηγορούμενης 2 με τον Μ.Κ.9 (βλ. Τεκμήριο 11 και 12). Συνεπώς, ό,τι προκύπτει είναι πως δεν φαίνεται να ήταν ο Κατηγορούμενος 1 η αιτία χωρισμού των γονέων της Ανήλικης, με τρόπο ώστε οι πιο πάνω θέσεις της Υπεράσπισης να μην έχουν αντικειμενικό έρεισμα. Δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι οι αναφορές της Μ.Κ.7 για την περιγραφή της Μ.Κ.6 προς αυτήν περιλαμβάνουν αναφορά ότι τα αγγίγματα από μέρους του Κατηγορούμενου 1 έλαβαν χώρα 3-4 φορές πριν από δύο χρόνια, ήτοι κατά το
- Η Μ.Κ.6, όμως, δεν προβάλλει τέτοιους ισχυρισμούς. Αντιθέτως, τόσο στην οπτικογραφημένη κατάθεση της όσο και στη δια ζώσης μαρτυρίας της, αναφέρθηκε σε περιστατικά που λάμβαναν χώρα 5-6 φορές ανά δεκαπενθήμερο κατά τα έτη 2019-
- Επί του προκειμένου, ακόμη και να μπορούσε με βεβαιότητα να λεχθεί ότι υπάρχει διάσταση στα λεγόμενα της Μ.Κ.6, η εν λόγω διαφοροποίηση δεν θεωρούμε ότι κλονίζει με οποιοδήποτε τρόπο τη μαρτυρία της Μ.Κ.
- Υπενθυμίζεται, συναφώς, πως η Μ.Κ.10 ανέφερε ότι η διαδικασία αποκάλυψης ενός τέτοιου τραυματικού γεγονότος είναι εξελισσόμενη και η αφήγηση του είναι πάρα πολύ δύσκολη, σε συνδυασμό με την ντροπή που αισθανόταν η Ανήλικη. Ουδόλως εντοπίζουμε ούτε σε αυτό αλλά ούτε και σε οποιοδήποτε άλλο σημείο της μαρτυρίας της Μ.Κ.6 διάθεση της να ψευσθεί. Αντιθέτως, η όλη της συμπεριφορά και το περιεχόμενο της καταγγελίας της φανερώνουν γνήσια αν και επίπονη, για αυτήν, προσπάθεια να ικανοποιήσει το ζητούμενο που για αυτήν ήταν η αποκάλυψη αυτών που βίωνε. Παρομοίως, δεν μας διαφεύγει η αναφορά της Μ.Κ.8 περί υπόδειξης από την Ανήλικη του κάτω μέρους της πλάτης της ως το σημείο όπου την άγγιζε ο Κατηγορούμενος
- Η πιο πάνω αναφορά της Μ.Κ.8 ουδόλως αναιρεί τις θέσεις της Μ.Κ.6 περί αγγιγμάτων στα γεννητικά της όργανα και το στήθος από τον Κατηγορούμενο 1, αφού, ως η Μ.Κ.8 υπέδειξε, κατά τη σύντομη συζήτηση που είχε με την Ανήλικη δεν συζητήθηκαν λεπτομέρειες, μιας και στο άκουσμα της αναφοράς της Ανήλικης περί αγγιγμάτων, την μετέφερε αμέσως στην Αστυνομία. Επί των ως άνω φυσικά, κατατοπιστικά είναι και τα όσα η Μ.Κ.10 ανέλυσε ως προς τον τρόπο που παιδιά αυτής της ηλικίας αντιμετωπίζουν την όλη διαδικασία αποκάλυψης και μετέπειτα αφήγησης των γεγονότων. Παρεμβάλλουμε στο σημείο πως η δυσκολία ενός θύματος σεξουαλικής κακοποίησης και ιδιαίτερα ενός παιδιού, να περιγράφει όλα τα περιστατικά, ειδικά εκεί όπου λαμβάνουν χώρα κατ' επανάληψη και για παρατεταμένη χρονική περίοδο, αναγνωρίζεται και από τη νομολογία (βλ. Γ.Ι. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/2019, ημερ. 18.9.2020). Ως προς το ότι η Μ.Κ.6 δεν αποκάλυψε τα γεγονότα αμέσως, βοηθητική είναι και η νομολογία. Όπως αναφέρεται στην Ποινική Έφεση 231/2018, Ε. Α. ν. Δημοκρατία (πιο πάνω), «.Έχει από πολλού αναγνωριστεί από τη νομολογία ότι τα θύματα σεξουαλικών επιθέσεων, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ανήλικα πρόσωπα, δεν αναμένεται, ως εκ της τραυματικής τους εμπειρίας, να ενεργήσουν κατά τον «αναμενόμενο» τρόπο ώστε να υποβάλουν άμεσο παράπονο (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146, Κλείτου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 113, Λ.Κ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547 και Σ.Π. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 207/23, 25.6.2014). Μάλιστα θεωρείται πλέον ότι πρόκειται για ένα ζήτημα για το οποίο μπορεί το ίδιο το Δικαστήριο, όταν εγείρεται από την υπεράσπιση θέμα κατασκευασμένου παραπόνου, μέσα από τη δική του δικαστική εμπειρία και ως ζήτημα κοινής λογικής, να προβεί σε σχετικό σχόλιο για τους ενδεχόμενους λόγους ενός καθυστερημένου παραπόνου από νεαρά πρόσωπα, χωρίς την ανάγκη μαρτυρίας ειδικών, νοουμένου ότι το σχόλιο είναι εξισορροπημένο και δίκαιο (R v. MM [2007] EWCA Crim 1558, Doody [2008] EWCA Crim 2557, Miller, [2010] EWCA Crim 1578)». Εις δε την Σ.Π. ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) υπεδείχθη η μη ύπαρξη στερεότυπων-προτύπων επί των ως άνω. Στην παρούσα περίπτωση, πέραν της ως άνω δικαστικής εμπειρίας, παρέχεται εξήγηση τόσο από την Μ.Κ.10, όσο και από την ίδια την Μ.Κ.6, η οποία εξηγεί το πως βίωσε τα γεγονότα και τι την ώθησε να αποκαλύψει αυτά τόσο κατά το 2023, όσο και το 2024, όπως και γιατί δεν προχώρησε με την αρχική καταγγελία της. Σε ό,τι αφορά στη θέση της Ανήλικης στην οπτικογραφημένη κατάθεση της περί πληροφόρησης του Μ.Κ.9 για τα επίδικα περιστατικά περί το 2022, παρατηρούμε πως η Ανήλικη δεν ήταν βέβαιη για το χρονικό σημείο που έγινε αυτό (βλ. σελίδα 13 από Τεκμήριο 5). Σε γενικότερο δε πλαίσιο, το ζήτημα αυτό δεν θα μπορούσε να είναι καθοριστικό για την αξιοπιστία της Ανήλικης δεδομένου ότι δεν πρόκειται για άμεσο παράπονο. Σημειώνουμε δε συναφώς πως σε ευρύτερο πλαίσιο, οι ενέργειες και ο τρόπος διαχείρισης της όλης κατάστασης από την Μ.Κ.6 τυγχάνουν επιστημονικής εξήγησης από τα λεγόμενα της Μ.Κ.10. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η μη άμεση καταγγελία από μέρους της Μ.Κ.6 μας είχε θέσει σε κατάσταση εξονυχιστικής μελέτης και εξέτασης της μαρτυρίας, συναισθανόμενοι το ενδεχόμενο να υφίστανται αλλότρια κίνητρα πίσω από τις αποκαλύψεις της. Είναι, περαιτέρω, εμφανές ότι δεν υφίσταται μαρτυρία που να μπορούσε να χαρακτηριστεί ενισχυτική, η οποία, δηλαδή, να τείνει να καταδείξει ουσιωδώς ότι, όχι μόνο διαπράχθηκε αδίκημα, αλλά και ότι εκείνος που το διέπραξε είναι ο κατηγορούμενος (βλ. Μeitanis v. The Republic
(1967)2 C.L.R. 31). Όμως, έχοντας προειδοποιήσει καταλλήλως τους εαυτούς μας για τους ενδεχόμενους κινδύνους, ήτοι τον θυμό της Ανήλικης έναντι της Κατηγορούμενης 2 για τη μη παροχή οικονομικής βοήθειας και συναισθηματικής στήριξης, τον ερχομό του μικρότερου παιδιού και τη σχέση της με τον Κατηγορούμενο 1, η όλη εικόνα της Μ.Κ.6, το συγκροτημένο της σκέψης και περιγραφής της, η ποιότητα της μαρτυρίας της, η αυθεντικότητα και γνησιότητά της, μέσα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε και από τις δύο πλευρές, δεν μας αφήνουν οποιανδήποτε αμφιβολία για το αξιόπιστο της μαρτυρίας της και το ασφαλές να βασιστούμε στη μαρτυρία της, ακόμη και χωρίς ύπαρξη ενίσχυσης. Σε ό,τι, τέλος, αφορά στο μέρος της μαρτυρίας της αναφορικά με την αποκάλυψη των γεγονότων στην Κατηγορούμενη 2 κατά το έτος 2023, σημειώνουμε ότι αυτό δεν έτυχε αμφισβήτησης από την πλευρά της Υπεράσπισης, η οποία δίδει τη δική της εκδοχή ως προς τους λόγους για τους οποίους η Κατηγορούμενη 2 δεν προέβη σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία, ήτοι πως δεν πίστεψε τα όσα της ανέφερε. Παρατηρούμε ότι η θέση αυτή δεν υποστηρίζεται από το σύνολο της ενώπιον μας μαρτυρίας, ενώ αξιοσημείωτο είναι πως στην επικοινωνία που είχε η Κατηγορούμενη 2 με την Ανήλικη, σε χρόνο, βεβαίως, μεταγενέστερο, η Κατηγορούμενη 2 καλούσε την Ανήλικη να συγχωρέσει τον Κατηγορούμενο 1 λέγοντας της, μεταξύ άλλων, «I am begging you I kneel before you justforgive Marinel»,«I wanted to write that he will not approach you again» καθώς και ότι «I promise you that everything will be beautiful, I promise you». Ως έχει σημειωθεί πιο πάνω, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 μετά που κλήθηκαν σε απολογία στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν, επέλεξαν να ασκήσουν, το δικαίωμα της σιωπής. Από την επιλογή αυτή των Κατηγορουμένων δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Είναι δικαίωμα τους και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος τους (βλ. Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Συναφώς σημειώνεται πως ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν παρουσιαστεί οι ανακριτικές καταθέσεις των Κατηγορουμένων, ήτοι η κατάθεση που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο 1 στις 9.9.2024 (βλ. Τεκμήριο 23) και η κατάθεση που λήφθηκε από την Κατηγορούμενη 2 στις 7.9.2024 (βλ. Τεκμήριο 12). Όσον αφορά τις εν λόγω γραπτές καταθέσεις των Κατηγορουμένων, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να προσδώσει σ' αυτές. Σύμφωνα με το γενικό κανόνα, η γραπτή κατάθεση κατηγορουμένου αξιολογείται για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος που ενδεχομένως συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Δύναται να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα σε παραδοχές ή δηλώσεις εναντίον συμφέροντος (βλ. Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 693). Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις (βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Το ζήτημα γενικά εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο δίδει σχετική αιτιολογία για την πιθανή διαφορετική βαρύτητα (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας v. Παπανικόλα, Ποιν. Έφ. 214/2021, ημερ. 20.12.23, Χαραλάμπους v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 153/23, ημερ. 29.2.24, Πισσαρίδης v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 67/2023 κ.ά., ημερ. 29.5.25). Έχοντας υπόψη μας τις πιο πάνω αρχές, ως αναφέρθηκαν, θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε το περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων και κατά πόσο μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτές ή μέρος αυτών σε σχέση με τα ζητήματα τα οποία απασχόλησαν κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας. Ο Κατηγορούμενος 1 στην κατάθεση του ημερομηνίας 9.9.2024 (βλ. Τεκμήριο 23) ουσιαστικά αρνείται την διάπραξη των αδικημάτων, ζήτημα το οποίο θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο και κατ' επέκταση δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στις εν λόγω αναφορές του. Κρίνουμε ότι μπορούμε να αποδεχθούμε το μέρος αυτής στο οποίο ο Κατηγορούμενος 1 αναφέρει ότι περί το τέλος του 2017, η Κατηγορούμενη 2 έφυγε για 5 μήνες μόνη της στην Ελβετία και με την επιστροφή της στην Κύπρο, έμεινε αρχικά σε μια οικογενειακή φίλη, ενώ ο ίδιος διέμενε στον αδελφό του. Ακολούθως, μετά την πάροδο δύο εβδομάδων από την επιστροφή της, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 διέμεναν μαζί σε συγκεκριμένο διαμέρισμα. Τα πιο πάνω υποστηρίζονται και από την κατάθεση της Κατηγορούμενης 2 (βλ. Τεκμήριο 12), στην οποία αναφέρεται ότι διέμενε μέχρι το τέλος του 2017 σε συγκεκριμένο διαμέρισμα με τον Κατηγορούμενο 1 και μετά πήγε μόνη της για πέντε μήνες στην Ελβετία. Οι αναφορές αυτές στην κατάθεση του Κατηγορούμενου 1, οι οποίες συνάδουν με την εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την γραμμή υπεράσπισης του, όπως αυτή προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, ήτοι πως η Κατηγορούμενη 2 απουσίαζε στο εξωτερικό για περίοδο 6 μηνών κατά το 2019, με τρόπο ώστε, κατά την εισήγηση της υπεράσπισης, να μην ήταν δυνατή η διάπραξη των αδικημάτων κατά το έτος
- Στη βάση, λοιπόν, των γραπτών καταθέσεων των Κατηγορουμένων 1 και 2, προκύπτει με ξεκάθαρο τρόπο από τα πιο πάνω είναι ότι η απουσία της Κατηγορούμενης 2 στο εξωτερικό δεν σχετίζεται με το 2019, αλλά με το τέλος του 2017 μέχρι τους πρώτους μήνες του 2018, καθώς επίσης πως δυο εβδομάδες μετά την επιστροφή της Κατηγορούμενης 2 από το εξωτερικό, οι Κατηγορούμενοι άρχισαν και πάλι να διαμένουν μαζί. Τα στοιχεία αυτά δεν διαπιστώνεται να συγκρούονται με οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Αντιθέτως, συνάδουν και επιβεβαιώνουν τη θέση της Μ.Κ.6 πως κατά το 2019 οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 διέμεναν μαζί σε συγκεκριμένο διαμέρισμα που είχε περιγραφεί. Η Μ.Υ.1 μας άφησε θετική εντύπωση. Παρέθεσε με ειλικρίνεια τα όσα διαπίστωσε σε σχέση με τη διαμονή των Κατηγορουμένων κατά τον επίδικο χρόνο στο ξενοδοχείο της, χωρίς να διαπιστώσουμε οποιαδήποτε προσπάθεια να διαστρεβλώσει τα πραγματικά γεγονότα ως αυτά περιέπεσαν στην αντίληψη της και ως προκύπτουν από τα τεκμήρια που παρουσίασε. Σε σχέση με την αναφορά της πως είχε δει την Ανήλικη δύο με τρεις φορές στο ξενοδοχείο, σημειώνουμε πως αυτή ουδόλως αναιρεί τη θέση των Μ.Κ.6 και Μ.Κ.9 αναφορικά με την συχνότητα των επισκέψεων της Ανήλικης στην Κατηγορούμενη
- Στην ουσία η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε ενώ στη βάση του περιεχομένου της μαρτυρίας, κρίνουμε τη μάρτυρα ειλικρινή και αξιόπιστη και ως εκ τούτου την αποδεχόμαστε στην ολότητα της. Ευρήματα του Δικαστηρίου Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας και της μαρτυρίας που αποτέλεσε κοινό έδαφος των μερών, καταλήγουμε ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης μπορούν να συνοψισθούν στα εξής: Η Ανήλικη γεννήθηκε την 20.1.2011, με γονείς την Κατηγορούμενη 2 και τον Μ.Κ.
- Ο Κατηγορούμενος 1 συζεί με την Κατηγορούμενη 2 από το 2016, ενώ τον Απρίλιο του 2024 απέκτησαν μαζί ένα γιο. Οι γονείς της Ανήλικης χώρισαν και από την ηλικία των 3-4 ετών η Ανήλικη διέμενε με τον πατέρα της. Η Κατηγορούμενη 2 δεν συνεισέφερε οικονομικά στη διατροφή και τα έξοδα της Ανήλικης. Όταν η Κατηγορούμενη 2 έφυγε από το σπίτι όπου διέμενε με τον Μ.Κ. 9, έμεινε αρχικά μόνη της σε ένα σπιτάκι. Ακολούθως, την 15.6.2016 γνώριζε τον Κατηγορούμενο 1 και έμεναν μαζί σε ένα χώρο σε συγκρότημα διαμερισμάτων για περίπου ένα χρόνο, συγκατοικώντας με άλλα πρόσωπα. Στη συνέχεια, για περίοδο 5-6 μηνών κατά το έτος 2017 η Κατηγορούμενη 2 απουσίαζε στο εξωτερικό. Με την επιστροφή της, για κάποια περίοδο οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 έμεναν ξεχωριστά και ακολούθως διέμεναν σε διαμέρισμα στην περιοχή Αγίου Νικολάου μαζί με άλλα δυο πρόσωπα. Το εν λόγω διαμέρισμα, στο οποίο οι Κατηγορούμενοι διέμεναν μέχρι τον Μάιο του 2020, υπήρχαν τρία υπνοδωμάτια, σαλόνι, ξεχωριστή μεγάλη κουζίνα και μπάνιο και τουαλέτα. Στο ένα διέμεναν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, το άλλο χρησιμοποιείτο από την Ανήλικη και το άλλο από δυο άλλα πρόσωπα. Κατά την περίοδο 22.5.2020 - 30.1.2024, οι Κατηγορούμενοι διέμεναν σε δωμάτιο του ξενοδοχείου ιδιοκτησίας της Μ.Υ.
- Το δωμάτιο αποτελείτο από υπνοδωμάτιο και χώρο μπάνιου, ενώ στη βεράντα του δωματίου υπήρχε σόμπα/φούρνος μαγειρέματος. Ακολούθως, οι Κατηγορούμενοι μετακόμισαν σε διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου σε άλλο ξενοδοχείο. Λόγω του ότι ο πατέρας της Ανήλικης εργαζόταν τις απογευματινές ώρες, κατά την περίοδο που αυτή φοιτούσε στο Δημοτικό, η Ανήλικη μετέβαινε συνήθως στο χώρο όπου κατά καιρούς διέμενε η Κατηγορούμενη 2 και παρέμενε εκεί για 3-4 ώρες μέχρις ότου την παραλάβει ο πατέρας της. Η Ανήλικη σταμάτησε να επισκέπτεται τη μητέρα της κατά το έτος
- Κατά τη διάρκεια των επισκέψεων της στη μητέρα της, η Ανήλικη ξάπλωνε για να ξεκουραστεί και να παίξει παιχνίδια με το κινητό τηλέφωνο. Ενώ η Κατηγορούμενη 2 απουσίαζε από το σπίτι για ψώνια ή ενώ μαγείρευε είτε στην κουζίνα του διαμερίσματος είτε στο μπαλκόνι του δωματίου του ξενοδοχείου, ο Κατηγορούμενος 1 προσέγγιζε την Ανήλικη στο κρεβάτι όπου η τελευταία ξάπλωνε και την αγκάλιαζε από πίσω, με τρόπο ώστε ο ίδιος να βλέπει την πλάτη της. Τα χέρια του ήταν τοποθετημένα γύρω από τη μέση της Ανήλικης και ήταν κολλημένος στο σώμα της. Έλεγε στην Ανήλικη ότι ήθελε να κοιμηθεί μαζί της ή να παίξουν παιχνίδια στο κινητό προσπαθώντας να αποσπάσει την προσοχή της. Ακολούθως, της ζητούσε να της κάνει μασάζ και έβαζε τα χέρια του κάτω από τα ρούχα της και της έτριβε την κλειτορίδα. Επίσης, κάποιες φορές την άγγιζε στο στήθος και έτριβε στο σημείο του στήθους, κάτω από τα ρούχα που φορούσε η Ανήλικη, αλλά πάνω από το στηθόδεσμο. Στο πλαίσιο των εν λόγω περιστατικών, κάποτε ο Κατηγορούμενος 1 της έτριβε ταυτόχρονα την κλειτορίδα και το στήθος και κάποτε ξεχωριστά. Κατά τη διάρκεια των περιστατικών η Ανήλικη φοβόταν και ήθελε να κλάψει και όταν έλεγε στον Κατηγορούμενο 1 να σταματήσει, αυτός άλλοτε δεν την άκουγε και άλλοτε της έλεγε ότι είναι φυσιολογικό και πως «όλοι το κάνουν». Τα πιο πάνω περιστατικά ξεκίνησαν το 2019 όταν η Ανήλικη ήταν 8-9 ετών και διήρκησαν μέχρι το 2022, ήτοι όταν η Ανήλικη ήταν στην ηλικία των 11 - 12 ετών. Λάμβαναν χώρα τις απογευματινές ώρες, 5-6 φορές κάθε δυο βδομάδες ανά έτος και είχαν διάρκεια περί τα 20 λεπτά το κάθε ένα. Περί το 2023 η Ανήλικη πληροφόρησε την Κατηγορούμενη 2 για τις ενέργειες του Κατηγορούμενου 1 και αυτή γελούσε και την κορόιδευε. Στη συνέχεια, η Κατηγορούμενη 2 ενημέρωσε σχετικά τον Κατηγορούμενο 1 και επικοινώνησαν τηλεφωνικώς με την Ανήλικη. Κατά τη συνομιλία που είχε η Ανήλικη με τον Κατηγορούμενο 1, ο τελευταίος την έβρισε. Η Κατηγορούμενη 2 δεν προέβηκε σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. Όταν η Ανήλικη φοιτούσε στο Γυμνάσιο, στις 6.10.2023 ξεκίνησε επικοινωνία με την Μ.Κ. 4 και στο πλαίσιο των συζητήσεων τους, ανέφερε πως δεν είχε καλές σχέσεις με τη μητέρα της και πως δεν επιθυμούσε να την επισκέπτεται λόγω του συντρόφου της, χωρίς, όμως, να δίδει λόγους για αυτό. Σε συνάντηση που είχαν στις 9.10.2023, η Ανήλικη ανέφερε πως είχε κατάθλιψη και πως ήθελε να κάνει κακό στον εαυτό της και για το λόγο αυτό η Μ.Κ. 4 ενεργοποίησε τις διαδικασίες με βάση το πρωτόκολλο για τον αυτοκτονικό ιδεασμό. Έτσι, η Ανήλικη παραπέμφθηκε στην Μ.Κ. 7, στην οποία σε συνάντηση που είχαν στις 16.10.2023, ανέφερε πως δεν επισκεπτόταν τη μητέρα της γιατί ο σύντροφός της την άγγιζε και πως παρόλο που έκανε σχετική αναφορά στην Κατηγορούμενη 2, αυτή δεν την πίστεψε. Η Μ.Κ. 7 ενεργοποίησε το σχετικό πρωτόκολλο και ενημερώθηκε ο Μ.Κ. 9 σχετικά, όπως και η Αστυνομία. Η Ανήλικη παραπέμφθηκε στο Σπίτι του Παιδιού και σε συνάντηση που είχε στις 2.11.2023 με λειτουργό του Σπιτιού, στην παρουσία του πατέρα της, αν και αρχικά ήταν διστακτική να προχωρήσει με καταγγελία και να προβεί σε οπτικογραφημένη κατάθεση, στο τέλος της συνάντησης ανέφερε ότι ήθελε να προβεί σε καταγγελία. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Μ.Κ. 9 η Αστ. 3497 στις 13.11.2023, αυτός ανέφερε πως μετά τη συνάντηση στις 2.11.2023, η Ανήλικη του ανέφερε ότι δεν ήταν σίγουρη για το αν ήθελε να προχωρήσει γιατί τα γεγονότα είχαν συμβεί πριν πολύ καιρό και η Κατηγορούμενη 2, ήταν έγκυος και δεν επιθυμούσε να την αναστατώσει (βλ. 'Εγγραφο Η και Τεκμήριο 26). Τις πρωινές ώρες της 30.8.2024 η Ανήλικη είχε επικοινωνία με την Κατηγορούμενη 2 μέσω γραπτών μηνυμάτων δια της εφαρμογής WhatsΑpp (βλ. Τεκμήριο 12) ζητώντας χρήματα για να αγοράσει τα πράγματα που χρειαζόταν για το σχολείο. Η Κατηγορούμενη 2 ανέφερε πως τόσο η ίδια όσο και ο Κατηγορούμενος 1 δεν είχαν την οικονομική ευχέρεια να της δώσουν οποιοδήποτε ποσό. Ακολούθως, η Ανήλικη ανέφερε στην Κατηγορούμενη 2 πως δεν θέλει να της ξαναμιλήσει και πως θα πήγαινε στην Αστυνομία γιατί αυτή την έχει εγκαταλείψει για χρόνια και ενδιαφέρεται μόνο για το παιδί ενώ η ίδια δεν έχει τα αναγκαία. Την 30.8.2024, σε συζήτηση που είχε αργότερα η Μ.Κ. 8 με την Ανήλικη, η τελευταία ανέφερε πως η Κατηγορούμενη 2 δεν της έδινε σημασία και πως αρκετές φορές ο Κατηγορούμενος 1 την άγγιζε στο σώμα. Αφού η Ανήλικη εξέφρασε την ετοιμότητα της να προβεί σε καταγγελία, η Μ.Κ.8 την μετέφερε στην Αστυνομία προκειμένου να υποβληθεί σχετική καταγγελία, ενώ αργότερα ενημερώθηκε και ο Μ.Κ.
- Κατόπιν υποβολής του παραπόνου την ίδια ημέρα, άρχισε η έρευνα από μέρους της Αστυνομίας και ενημερώθηκε σχετικά το Σπίτι του Παιδιού (βλ. Τεκμήρια 27 και 29). Οπτικογραφημένη κατάθεση λήφθηκε από την Ανήλικη στις 3.9.2024 (βλ. Τεκμήρια 1-5). Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα του Δικαστηρίου Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου, προχωρούμε να εξετάσουμε κατά πόσον η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. μεταξύ άλλων Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. 40, Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Ως έχει ήδη σημειωθεί, οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1 στηρίζονται αφενός σε σχέση με την πρώτη κατηγορία στο άρθρο 6
(4)(α) και 7 του Ν, 91(Ι)/2014, αφετέρου σε σχέση με τις κατηγορίες υπ. αρ. 2-16 στο άρθρο 6
(3)
(7)του ίδιου Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 6
(4)(α) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν. 91(Ι)/2014: «6
(4)Όποιος συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη με παιδί όταν - (α) γίνεται κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής επάνω στο παιδί, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου.» Το εδάφιο
(3)του άρθρου 6 του Νόμου προβλέπει πως όποιος συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη με παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει στην ηλικία συναίνεσης είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα είκοσι
(20)έτη, ενώ σε περίπτωση που το θύμα είναι κάτω των 13 ετών, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης δια βίου. Ως ηλικία συναίνεσης καθορίζεται στις ερμηνευτικές διατάξεις η ηλικία των 17 ετών. Στις ερμηνευτικές διατάξεις η φράση «θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής» ερμηνεύεται να περιλαμβάνει - (α) σχέση συγγένειας εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού μεταξύ του θύματος και του προσώπου που διαπράττει ποινικό αδίκημα που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο, ή (β) οποιαδήποτε άλλη σχέση μεταξύ του θύματος και του προσώπου αυτού, λόγω της θέσης του ή της ιδιότητάς του περιλαμβανομένης της σχέσης του με τον κηδεμόνα του παιδιού, εκπαιδευτικό, εργοδότη, υπεύθυνο οποιουδήποτε δημόσιου ή ιδιωτικού ιδρύματος το οποίο φιλοξενεί παιδιά ή στο οποίο περιορίζονται ή κρατούνται πρόσωπα δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή απόφασης διοικητικών ή δικαστικών αρχών, καθώς και με άλλα πρόσωπα με ανάλογη θέση ή ιδιότητα. Η «κατάχρηση θέσης εξουσίας, εμπιστοσύνης ή επιρροής ή ευάλωτης θέσης» ερμηνεύεται, στο άρθρο 2 του Νόμου, να περιλαμβάνει την περίπτωση όπου το θύμα δεν έχει άλλη πραγματική ή παραδεκτή επιλογή από το να υποστεί ή να υποκύψει στη συγκεκριμένη κατάχρηση. «Παιδί» σημαίνει, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοχτώ ετών, ενώ η «σεξουαλική πράξη» ερμηνεύεται να περιλαμβάνει πράξη η οποία εύλογα θεωρείται: «(α) ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική, ανεξάρτητα από το σκοπό του προσώπου που προβαίνει σε αυτή, ή (β) δυνατό να είναι ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική και οι περιστάσεις υπό τις οποίες διενεργείται την καθιστούν σεξουαλική.» Έχουμε καταγράψει τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Καθίσταται προφανές πως κατά τα έτη 2019-2022, οπότε και έλαβαν χώρα τα επίδικα περιστατικά, η Ανήλικη ήταν παιδί εν τη εννοία του Ν. 91(Ι)/2014, ο δε Κατηγορούμενος 1 ήταν ο συμβίος της μητέρας της/Κατηγορούμενης 2, και ως εκ τούτου κατείχε θέση εμπιστοσύνης ή επιρροής έναντι της. Ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο ο Κατηγορούμενος 1 καταχράστηκε τη θέση εμπιστοσύνης και επιρροής έναντι της Ανήλικης θέτοντάς την, χωρίς άλλη επιλογή, από το να υποστεί τις συγκεκριμένες πράξεις του. Οι πράξεις στις οποίες προέβη ο Κατηγορούμενος 1 έναντι της Ανήλικης, ήτοι τα αγγίγματα στην κλειτορίδα και στο στήθος της, αποτελούν σεξουαλικές πράξεις που τελέστηκαν σε παιδί ηλικίας 8 - 12 ετών. Ως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος 1 προέβαινε στις συγκεκριμένες πράξεις 5-6 φορές ανά δεκαπενθήμερο ανά έτος κατά τα έτη 2019-2022, με τρόπο ώστε να υπερκαλύπτονται τα περιστατικά που του αποδίδονται με βάση το κατηγορητήριο (4 ανά έτος). Η Κατηγορούμενη 2 κατηγορείται για το αδίκημα της Αναφοράς υποψίας σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κακοποίησης παιδιών και προώθηση καταγγελίας που προνοείται στο άρθρο 30 του Ν. 91(Ι)/2014 που προβλέπει πως: «30.
(1)Οποιοσδήποτε παραλείπει να καταγγείλει περίπτωση που περιέρχεται σε γνώση του, όπου εμπλέκεται παιδί ή παιδί με διανοητική ή ψυχική ανεπάρκεια σε αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα 6 μέχρι 10 και 15 του παρόντος Νόμου ή δεν προωθεί σχετική καταγγελία, διαπράττει αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι δεκαπέντε
(15)έτη ή σε χρηματική ποινή μέχρι είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο αυτές ποινές». Επί του προκειμένου, κρίνουμε ότι στη βάση των ευρημάτων μας έχει αποδειχθεί η 18η κατηγορία στον απαιτούμενο βαθμό. Κατά το έτος 2023 η Ανήλικη ανέφερε στην Κατηγορούμενη 2 όσα της έκανε ο Κατηγορούμενος 1, ήτοι ενήργησε κατά τρόπο που αποτελεί σεξουαλική κακοποίηση της Ανήλικης, η οποία ήταν παιδί κατά τον εν λόγω χρόνο και παρόλα αυτά η Κατηγορούμενη 2 παρέλειψε να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία. Τα όσα υποβλήθηκαν από την Υπεράσπιση της Κατηγορούμενης 2 κατά την αντεξέταση της Ανήλικης ως προς τους λόγους της μη υποβολής καταγγελίας, ήτοι ότι η Κατηγορούμενη 2 δεν πίστεψε τα όσα η Ανήλικη καταλόγιζε στον Κατηγορούμενο 1, τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν έγιναν αποδεκτά για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω, δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπεράσπιση αφού ό,τι απαιτείται για σκοπούς απόδειξης του αδικήματος της Αναφοράς Υποψίας, είναι το κατηγορούμενο πρόσωπο να πληροφορηθεί σε σχέση με περίπτωση στην οποία εμπλέκεται παιδί σε αδίκημα που προβλέπεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 6 του Ν.91(Ι)/2014 και να μην προβεί σε σχετική καταγγελία, όπως έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Συνακόλουθα, στη βάση όλων των πιο πάνω, καταλήγουμε πως η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες που έκαστος εξ αυτών αντιμετωπίζει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες υπ. αρ. 1-16 και η Κατηγορούμενη 2 στην κατηγορία υπ' αρ. 18. (Υπ.) ................................................. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............................................. Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. (Υπ.) ................................................. Κ. Ηλία, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο