← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. M. P. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14590/2024, 18/12/2025

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. M. P. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14590/2024, 18/12/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ. Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Κ. Ηλία, Ε.Δ. ​ ​ ​ Αρ. Υπόθεσης: 14590/2024 Μεταξύ: ​​​​ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ​​​​​ ​​​​​ v.

  1. M. P.
  2. G. C. Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 18 Δεκεμβρίου 2025 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Τιμοθέου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κα. Σ. Αδάμου Κατηγορούμενοι 1 και 2: Παρόντες ΠΟΙΝΗ (H διαδικασία στην παρούσα υπόθεση έχει διεξαχθεί ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ και σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η δημοσιοποίηση οποιουδήποτε στοιχείου ή πληροφορίας θα ήταν δυνατό να οδηγήσει στην εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπλεκόμενων προσώπων) Αδικήματα σεξουαλικής φύσεως, από μόνα τους, προκαλούν απέχθεια και αποτροπιασμό. Στις περιπτώσεις, όμως, στις οποίες παραβιάζονται ηθικοί και κοινωνικοί κανόνες και το θύμα είναι ανήλικο πρόσωπο, τα πιο πάνω συναισθήματα επαυξάνονται στο μέγιστο βαθμό. Η σεξουαλική κακοποίηση παιδιών αποτελεί ένα από τα πιο σοβαρά και αποτρόπαια αδικήματα, καθώς προσβάλλει βαθιά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και καταστρέφει την αίσθηση ασφάλειας και εμπιστοσύνης που χρειάζεται ένα παιδί για να αναπτυχθεί υγιώς. Τέτοια είναι και η προκειμένη περίπτωση στην οποία ο Κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε δεκαέξι

(16)κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού. Η πρώτη κατηγορία βασίστηκε στο άρθρο 6
(4)(α) και
(7)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014 Ν. 91(Ι)/2014 (στο εξής ο «Νόμος»), ενώ οι υπόλοιπες κατηγορίες στο άρθρο 6
(3)και
(7)του Νόμου. Η Κατηγορούμενη 2 κρίθηκε ένοχη, κατόπιν παραδοχής, στην 17η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της Παρέμβασης σε Δικαστική Διαδικασία κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του Κεφ. 154 και κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στην 18η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της Αναφοράς Υποψίας Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης και Κακοποίησης Παιδιών και Προώθηση Καταγγελίας, κατά παράβαση του άρθρου 30
(1)του Νόμου. Να σημειωθεί πως η παραδοχή της Κατηγορούμενης 2 στην 17η κατηγορία δηλώθηκε κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας κατέθεσαν δώδεκα μάρτυρες κατηγορίας, συμπεριλαμβανομένης της ανήλικης παραπονούμενης (στο εξής η «Ανήλικη»), η οποία κατέθεσε ως Μ.Κ. 6, και μία μάρτυρας υπεράσπισης. Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν την υπόθεση αναλύονται με λεπτομέρεια στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 1.12.
  1. Για σκοπούς της παρούσας σημειώνονται τα εξής: Η Ανήλικη γεννήθηκε την 20.1.2011, με γονείς την Κατηγορούμενη 2 και τον Μ.Κ.
  2. Ο Κατηγορούμενος 1 συζεί με την Κατηγορούμενη 2 από το 2016, ενώ τον Απρίλιο του 2024 απέκτησαν μαζί ένα γιο. Οι γονείς της Ανήλικης χώρισαν και από την ηλικία των 3-4 ετών η Ανήλικη διέμενε με τον πατέρα της. Η Κατηγορούμενη 2 δεν συνεισέφερε οικονομικά στη διατροφή και τα έξοδα της Ανήλικης. Λόγω του ότι ο πατέρας της Ανήλικης εργαζόταν κατά τις απογευματινές ώρες, κατά την περίοδο που φοιτούσε στο Δημοτικό, η Ανήλικη μετέβαινε συνήθως στο χώρο όπου κατά καιρούς διέμενε η Κατηγορούμενη 2 και παρέμενε εκεί για 3-4 ώρες μέχρις ότου την παραλάβει ο πατέρας της. Η Ανήλικη σταμάτησε να επισκέπτεται τη μητέρα της κατά το έτος
  3. Κατά τη διάρκεια των επισκέψεων της στη μητέρα της, η Ανήλικη ξάπλωνε για να ξεκουραστεί και να παίξει παιχνίδια με το κινητό τηλέφωνο. Ενώ η Κατηγορούμενη 2 απουσίαζε από το σπίτι για ψώνια ή μαγείρευε είτε στην κουζίνα του διαμερίσματος είτε στο μπαλκόνι του δωματίου του ξενοδοχείου, αναλόγως του τόπου διαμονής των Κατηγορουμένων 1 και 2, ο Κατηγορούμενος 1 προσέγγιζε την Ανήλικη στο κρεβάτι όπου η τελευταία ξάπλωνε και την αγκάλιαζε από πίσω, με τρόπο ώστε ο ίδιος να βλέπει την πλάτη της. Τα χέρια του ήταν τοποθετημένα γύρω από τη μέση της Ανήλικης και ήταν κολλημένος στο σώμα της. Έλεγε στην Ανήλικη ότι ήθελε να κοιμηθεί μαζί της ή να παίξουν παιχνίδια στο κινητό προσπαθώντας να αποσπάσει την προσοχή της. Ακολούθως, της ζητούσε να της κάνει μασάζ και έβαζε τα χέρια του κάτω από τα ρούχα της και της έτριβε την κλειτορίδα. Επίσης, κάποιες φορές την άγγιζε στο στήθος και έτριβε στο σημείο του στήθους, κάτω από τα ρούχα που φορούσε η Ανήλικη, αλλά πάνω από το στηθόδεσμο. Στο πλαίσιο των εν λόγω περιστατικών, κάποτε ο Κατηγορούμενος 1 της έτριβε ταυτόχρονα την κλειτορίδα και το στήθος και κάποτε ξεχωριστά. Κατά τη διάρκεια των περιστατικών η Ανήλικη φοβόταν και ήθελε να κλάψει και όταν έλεγε στον Κατηγορούμενο 1 να σταματήσει, αυτός άλλοτε δεν την άκουγε και άλλοτε της έλεγε ότι είναι φυσιολογικό και πως «όλοι το κάνουν». Τα πιο πάνω περιστατικά ξεκίνησαν το 2019 όταν η Ανήλικη ήταν 8-9 ετών και διήρκησαν μέχρι το 2022, όταν η Ανήλικη ήταν στην ηλικία των 11 - 12 ετών. Λάμβαναν χώρα τις απογευματινές ώρες, 5-6 φορές κάθε δυο βδομάδες ανά έτος και είχαν διάρκεια περί τα 20 λεπτά το κάθε ένα. Περί το 2023 η Ανήλικη πληροφόρησε την Κατηγορούμενη 2 για τις ενέργειες του Κατηγορούμενου 1 και αυτή γελούσε και την κορόιδευε. Στη συνέχεια, η Κατηγορούμενη 2 ενημέρωσε σχετικά τον Κατηγορούμενο 1 και επικοινώνησαν τηλεφωνικώς με την Ανήλικη. Κατά τη συνομιλία που είχε η Ανήλικη με τον Κατηγορούμενο 1, ο τελευταίος την έβρισε. Η Κατηγορούμενη 2 δεν προέβηκε σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. Η Ανήλικη προέβηκε σε καταγγελία τον Οκτώβριο του 2023 κατόπιν συζήτησης που είχε με την Μ.Κ. 7, εκπαιδευτική ψυχολόγο, στην οποία ανέφερε πως δεν επισκεπτόταν τη μητέρα της γιατί ο σύντροφός της την άγγιζε και πως παρόλο που έκανε σχετική αναφορά στην Κατηγορούμενη 2, αυτή δεν την πίστεψε. Η Μ.Κ. 7 ενεργοποίησε το σχετικό πρωτόκολλο και ενημερώθηκε ο Μ.Κ. 9 σχετικά, όπως και η Αστυνομία. Αν και η Ανήλικη παραπέμφθηκε στο Σπίτι του Παιδιού και αρχικά ανέφερε ότι ήθελε να προβεί σε καταγγελία, εντούτοις αργότερα δήλωσε πως δεν επιθυμούσε να προχωρήσει για λόγους που αφορούσαν στην Κατηγορούμενη
  4. Αργότερα, σε συζήτηση που είχε με την οικογενειακή φίλη/Μ.Κ. 8 στις 30.8.2024, η Ανήλικη ανέφερε πως αρκετές φορές ο Κατηγορούμενος 1 την άγγιζε στο σώμα. Το εν λόγω πρόσωπο την μετέφερε στην Αστυνομία και υποβλήθηκε σχετική καταγγελία. Συνοψίζοντας τα γεγονότα της 17ης κατηγορίας ως εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας αρχής και έγιναν αποδεκτά από την Υπεράσπιση, σημειώνεται πως στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης και ειδικότερα της αναφοράς της Ανήλικης στην οπτικογραφημένη κατάθεση της ότι η ίδια είχε αναφέρει στην Κατηγορούμενη 2 το τι είχε υποστεί από τον Κατηγορούμενο 1, κατόπιν συγκατάθεσης της Κατηγορούμενης 2 και της Ανήλικης, η Αστυνομία έλεγξε τον κατάλογο κλήσεων και μηνυμάτων τους. Και στα δυο κινητά τηλέφωνα εντοπίστηκαν γραπτά μηνύματα σύμφωνα με τα οποία η Κατηγορούμενη 2 προσπαθούσε να πείσει την Ανήλικη να αποσύρει την καταγγελία που έκανε στην Αστυνομία ώστε ο Κατηγορούμενος 1 να αφεθεί ελεύθερος (βλ. έγγραφο «Χ»). Όπως αναφέρθηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες, ενώ ο Κατηγορούμενος 1 τελεί υπό κράτηση από τις 5.9.
  5. Αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1 και 2 έχουν ετοιμαστεί εκθέσεις του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών. Όπως έχει νομολογηθεί, η έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών αποτελεί ένα εργαλείο το οποίο προσφέρει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα αποκρυστάλλωσης της οικογενειακής αλλά και της ατομικής προσωπικότητας κάθε κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Από την έκθεση που ετοιμάστηκε για τον Κατηγορούμενο 1, προκύπτει πως είναι ηλικίας 36 ετών και κατάγεται από τη Ρουμανία. Προέρχεται από πενταμελή οικογένεια. Ο πατέρας του απεβίωσε το 2012, ενώ η μητέρα του είναι ηλικίας 53 ετών. Μεγάλωσε με τον παππού, τον πατέρα του και τους δυο μεγαλύτερους αδελφούς του σε ένα οικογενειακό περιβάλλον χωρίς μητρικό πρότυπο αφού η μητέρα του τους είχε εγκαταλείψει όταν ο Κατηγορούμενος 1 ήταν ηλικίας 2 ετών. Διέκοψε τη φοίτηση στο στο σχολείο από την ηλικία των οκτώ ετών, ενώ από μικρή ηλικία εργαζόταν ως εργάτης σε οικοδομικές εργασίες για βιοποριστικούς λόγους. Το 2009 μετέβηκε στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας και αργότερα γνώρισε την Κατηγορούμενη 2, με την οποία απέκτησαν ένα παιδί. Περιέγραψε τις σχέσεις του με την Κατηγορούμενη 2 ως καλές. Ο ίδιος δεν έχει επικοινωνία με συγγενείς και φίλους, οι οποίοι ζούν στην χώρα καταγωγής του. Ανέφερε πως δεν κάνει χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών και δεν είχε συνεργασία με ψυχίατρο ή ψυχολόγο στο παρελθόν. Στην έκθεση που ετοιμάστηκε για την Κατηγορούμενη 2, αναφέρεται πως αυτή κατάγεται από τη Ρουμανία και είναι ηλικίας 34 ετών. Μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο αφού μετά τη γέννηση της εγκαταλείφθηκε από τους γονείς της, τους οποίους δεν έχει γνωρίσει. Βίωσε σωματική και ψυχολογική βία από άλλα μεγαλύτερα παιδιά που διέμεναν στο ορφανοτροφείο. Σημειώνεται, περαιτέρω, πως αρκετές φορές αποπειράθηκε να θέσει τέρμα στη ζωή της λόγω των όσων βίωνε εκεί. Μετέβηκε στην Κύπρο πριν από περίπου 15 χρόνια ευελπιστώντας για ένα καλύτερο μέλλον. Αρχικά φιλοξενήθηκε από μια οικογένεια με καταγωγή από τη Ρουμανία, και αργότερα συνήψε γάμο με τον πατέρα της Ανήλικης, ο οποίος κατάγεται από το Ιράν. Μαζί απέκτησαν την Ανήλικη, αλλά ακολούθως χώρισαν. Στη συνέχεια, η Κατηγορούμενη 2 σύναψε δεσμό με τον Κατηγορούμενο 1 και μαζί απέκτησαν ένα παιδί ηλικίας 20 περίπου μηνών σήμερα. Η Κατηγορούμενη 2 εργάστηκε σε διάφορες ξενοδοχειακές μονάδες ως καθαρίστρια μέχρι το 2024. Μετά τη γέννηση του παιδιού της, σταμάτησε να εργάζεται και δεν έχει εισοδήματα. Τα έξοδα της καλύπτονται από τα επιδόματα τα οποία λαμβάνει και από βοήθεια που δέχεται από ομοεθνείς της. Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου 1, η κα Αδάμου υιοθέτησε την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών και κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό του μητρώο και τις προσωπικές του περιστάσεις. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 2, η κα Αδάμου αναφέρθηκε στις προσωπικές της περιστάσεις ως αυτές εκτίθενται με λεπτομέρεια στην έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών, με ιδιαίτερη έμφαση στα δύσκολα παιδικά της χρόνια, όπως και στο ότι από την ημερομηνία σύλληψης του Κατηγορούμενου 1, η ίδια έχει αναλάβει την αποκλειστική φροντίδα και επιμέλεια του μικρού τους παιδιού. Η συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει επίσης υπόψη του την παραδοχή της Κατηγορούμενης 2 στην 17η κατηγορία, σημειώνοντας πως ακόμα και στο στάδιο που έγινε, είναι ενδεικτική της μεταμέλειας της. Περαιτέρω, επισημάνθηκε το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορούμενης 2, στοιχείο που δεικνύει πως πρόκεται για άτομο που δεν έχει ροπή στο έγκλημα, και το ότι στο διάστημα που μεσολάβησε από τη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων, η Κατηγορούμενη 2 δεν έχει υποπέσει σε διάπραξη άλλων αδικημάτων. Η κα Αδάμου απέδωσε τη διάπραξη του αδικήματος της 17ης κατηγορίας στην αφέλεια της Κατηγορούμενης 2 και την άγνοια του νόμου, ενώ σε σχέση με την 18η κατηγορία, αναφέρθηκε πως η Κατηγορούμενη 2 δεν πίστευε πως ο Κατηγορούμενος 1 ήταν άτομο ικανό να διαπράξει τα αδικήματα αυτά, καλώντας το Δικαστήριο να διαχωρίσει την παρούσα περίπτωση από τις περιπτώσεις εκείνες όπου κακόβουλα και εσκεμμένα δεν υποβάλλεται σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. Τέλος, η συνήγορος σημείωσε πως η Κατηγορούμενη 2 είναι μητέρα παιδιού ηλικίας 20 περίπου μηνών, γεγονός που έγινε αποδεκτό από την κα Τιμοθέου, με τρόπο ώστε, σύμφωνα με την εισήγηση, να εμπίπτει στο πλαίσιο του όρου «μητέρα» του Ν.33(Ι)/2005, με τρόπο ώστε να μην μπορεί να επιβληθεί σε αυτήν ποινή στερητικής της ελευθερίας. Αναμφίβολα τα αδικήματα για τα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος 1 είναι ιδιαίτερα σοβαρά, στοιχείο που αντικατοπτρίζεται από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, όταν γίνεται κατά κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής, το άρθρο 6
(4)(α) προνοεί ποινή δια βίου φυλάκισης (σχετική η 1η κατηγορία). Η ίδια ποινή προβλέπεται και στην περίπτωση σεξουαλικής κακοποίησης όπου το θύμα είναι παιδί το οποίο, κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, είναι ηλικίας κάτω των 13 ετών, όπως στην προκειμένη περίπτωση (σχετικές οι κατηγορίες υπ. αρ. 2-16). Συμφώνως της νομολογίας, σεξουαλικής φύσεως αδικήματα τα οποία στρέφονται εναντίον παιδιών αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερα αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλήματα τα οποία στρέφονται κατά των ηθών αλλά προσβάλλουν, παράλληλα, και καταρρακώνουν την προσωπικότητα του θύματος (βλ. A.R.R. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 20/2022, ημερ. 30.4.2024, Λευκαρίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας,
(2016)2 Α.Α.Δ. 1165, Rana κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 529). Τούτο επιβάλλεται και λόγω της έξαρσης που παρατηρείται σε αυτής της φύσης τα αδικήματα τα οποία έχουν καταντήσει κοινωνική μάστιγα, γεγονός το οποίο αναγνωρίζεται από την πρόσφατη νομολογία και για το οποίο λαμβάνουμε δικαστική γνώση από τον αριθμό των υποθέσεων που τίθενται ενώπιον μας (βλ. Δημοκρατία ν. Κ.Π., Ποιν. Έφ. 74/2025, ημερ. 8.12.2025, Clarson ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 38/2022, ημερ. 27.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B411, S.J.L. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 129/2021, ημερ. 27.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B409 και Δημοκρατία ν. Χατζηαθανασίου, Ποιν. Έφ. 20/2021, ημερ. 19.10.2021). Στην υπόθεση Αστυνομία ν. Πατούρη, Ποιν. Έφ. 51/2020, ημερ. 3.12.2020, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στους σκοπούς του Νόμου, καθώς και τη φιλοσοφία πίσω από την ποινικοποίηση πράξεων και συμπεριφορών που με βάση το Νόμο αποτελούν σεξουαλική κακοποίηση παιδιών, υποδεικνύοντας την ανάγκη για επιβολή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών ποινών. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα: «Ο Νόμος 91(Ι)/2014 θεσπίστηκε με σκοπό την καλύτερη εφαρμογή του νομικού γίγνεσθαι αναφορικά με την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού, η οποία καθιερώθηκε με πράξεις Διεθνών Οργανισμών. Προπαντός, όμως, έγινε προς εναρμόνιση της ημεδαπής νομοθεσίας με πράξεις της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης στο συγκεκριμένο τομέα του δικαίου. Από αυτές, ξεχωρίζει, ιδιαίτερα, η Οδηγία 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου, 2011, (η «Οδηγία»), την οποία ο εν λόγω Νόμος έχει, εν πολλοίς, ως πρότυπο. Στο Προοίμιό της, εκτιμάται, διά της αιτιολογικής σκέψεως 1, ότι:- «Η σεξουαλική κακοποίηση και η σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών, συμπεριλαμβανομένης της παιδικής πορνογραφίας, συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, ειδικότερα των δικαιωμάτων των παιδιών στην προστασία και τη φροντίδα που είναι αναγκαίες για την ευημερία τους, όπως προβλέπονται στη σύμβαση του 1989 των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης.» Ακολούθως, στην αιτιολογική σκέψη 2, εκτιμάται, σύμφωνα με ό,τι διαλαμβάνει το πρόγραμμα της Στοκχόλμης[2], πως:- «Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες παρέχει σαφή προτεραιότητα στην καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας.» Εμφανώς, η προστασία του παιδιού αναγνωρίζεται από το διεθνές και ημεδαπό δίκαιο ως κοινωνική ανάγκη, πηγάζουσα εκ της εγγενούς φύσεώς του. Στο προοίμιο της Σύμβασης περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού, κυρωθείσας με τον ομώνυμο Νόμο του 1990, (Ν. 243/1990), αναφέρεται, συναφώς ότι: «..., όπως υποδεικνύεται στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού, 'το παιδί, λόγω της σωματικής και διανοητικής του ανωριμότητας, χρειάζεται ειδική προστασία και φροντίδα, συμπεριλαμβανομένης και της κατάλληλης νομικής προστασίας, τόσο πριν όσο και μετά τη γέννησή του'». Στο επίπεδο, ειδικά, της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, εκτιμάται, στην αιτιολογική σκέψη 12 της Οδηγίας, πως:- «Για τις σοβαρές μορφές σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών θα πρέπει να επιβάλλονται αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινές.» Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έχοντας ως πρότυπο τις πιο πάνω αρχές, διαμόρφωσε, ανάλογα, τις ποινές οι οποίες επιβάλλονται για αδικήματα που εμπίπτουν στον υπό αναφορά τομέα του δικαίου». Στην υπόθεση Σ.Λ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 155/2019, ημερ. 25.2.2021, ECLI:CY:AD:2021:B57, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με τα αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών: «Η γενετήσια ελευθερία είναι έκφανση της προσωπικής ελευθερίας. Κάθε ενήλικο πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να τελεί γενετήσιες πράξεις με πρόσωπα που συνειδητά επιλέγει. Οι ανήλικοι βρίσκονται σε μια κρίσιμη διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητας τους. Έχουν μειωμένη δυνατότητα αντίληψης των δικαιωμάτων τους και των συνεπειών των πράξεων τους. Κατ΄ επέκταση δεν έχουν την ωριμότητα να επιλέγουν τους ερωτικούς τους συντρόφους ή τα πρόσωπα με τα οποία θα αναπτύξουν σεξουαλικές δραστηριότητες. Ο πιο πάνω Νόμος έχει στο επίκεντρο του την προστασία των παιδιών. Όσοι διαπράττουν αξιόποινες πράξεις εις βάρος των παιδιών, βρίσκονται αντιμέτωποι με αυστηρές ποινές.» Στην υπόθεση Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 184/15, ημερ. 13.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:B72, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε, όχι απλώς την ανησυχία, αλλά την αγωνία των Δικαστηρίων σε σχέση με την ολοένα αυξανόμενη τάση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα. Σημειώθηκε πως ό,τι πλήττουν είναι το παιδί και ο ευαίσθητος κόσμος του, αξίες μεγάλης σπουδαιότητας για την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον πολιτισμό. Η αδιαμφισβήτητη αναγνώριση τέτοιας σπουδαιότητας αντανακλάται στη θέσπιση αυστηρότερων ποινών διά του Νόμου, ως εκδήλωση της ανησυχίας της κοινωνίας και της αποφασιστικότητας της έννομης τάξης για αντιμετώπιση τέτοιων απαράδεκτων, από κάθε άποψη, συμπεριφορών. Όσο δε νεαρότερο είναι ένα παιδί, εξ αντικειμένου, το αδίκημα καθίσταται σοβαρότερο (βλ. επίσης Αστυνομία ν. Π., Ποιν. Έφ. 51/2020, ημερ. 3.12.2020). Η αρχή του δικαστικού προηγούμενου δεν εφαρμόζεται στην επιβολή ποινών. Οι αποφάσεις επιβολής ποινών δεν ενέχουν δεσμευτικό χαρακτήρα καθότι είναι αλληλένδετες με τη φύση και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Είναι, όμως, ενδεικτικές στον καθορισμό του μέτρου της τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της ποινής, χάριν ομοιομορφίας στη μεταχείριση των αδικοπραγούντων (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 172/2019 (σχ. 130/2019), ημερ. 10.3.2021 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123). Αναφορά στο πλαίσιο αυτό μπορεί να γίνει στην υπόθεση Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 99/2021, ημερ. 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B183, όπου ο εφεσείων καταδικάστηκε σε 27 κατηγορίες σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση του άρθρου 10 του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2007, Ν.87(Ι)/2007 και του άρθρου 6
(4)(α) του Νόμου. Παραπονούμενη σε όλες τις κατηγορίες ήταν η θυγατέρα του, η οποία ήταν, κατά τους χρόνους που οι κατηγορίες αφορούσαν, πέντε μέχρι έντεκα χρόνων. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, ο εφεσείων από την εποχή που η θυγατέρα του ήταν 6 χρόνων την παρενοχλούσε κατ' επανάληψη. Ξαπλώνοντας μαζί της, προσποιείτο τον κοιμισμένο και ακουμπούσε στα γεννητικά όργανα της ανήλικης, πότε το δάκτυλο του, κάνοντας κυκλικές κινήσεις, πότε το πέος του που ήταν σκληρό κάνοντας κινήσεις εμπρός-πίσω και πότε και με τους δύο τρόπους. Η άνομη συμπεριφορά του διήρκησε για 6 περίπου χρόνια. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιβάλει συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 8 ετών. Η έφεση αφορούσε τόσο την καταδίκη όσο και την ποινή. Κατ΄έφεση, η καταδίκη σε κάποιες από τις κατηγορίες παραμερίστηκε και το Ανώτατο Δικαστήριο προχώρησε στην καταδίκη του εφεσείοντα σε κατηγορίες που είχαν προστεθεί στο κατηγορητήριο, επιβάλλοντας ποινή φυλάκισης 8 ετών σε σχέση με αυτές, ενώ απέρριψε την έφεση κατά της ποινής στις υπόλοιπες κατηγορίες. Επίσης, στην υπόθεση Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 178/2017, ημερομηνίας 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 ετών σε κάθε κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης κατά παράβαση του άρθρου 6
(4)(α) του Νόμου, οι οποίες αφορούσαν θύμα 10 ετών την οποία ο θύτης, σε μία περίπτωση φίλησε στο στόμα, σε άλλες επτά περιπτώσεις φίλησε στο στόμα, χάιδεψε στα γεννητικά όργανα, στα οπίσθια και στο στήθος, σε άλλες δύο περιπτώσεις φίλησε, χάιδεψε στα γεννητικά όργανα, στα οπίσθια και στο στήθος, καθώς επίσης, φίλησε στο στόμα και, τέλος, σε άλλη μια περίπτωση φίλησε, αγκάλιασε και φίλησε στο στόμα. Σχετική και η Filip v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 112/2019, ημερ. 3.12.2020, ECLI:CY:AD:2020:D412, η οποία αφορούσε υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, ενός κοριτσιού ηλικίας δεκατριών ετών, από πρόσωπο το οποίο τελούσε σε θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής προς αυτό. Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε επιβάλει, κατόπιν παραδοχής του εφεσείοντα, ποινή φυλάκισης επτά ετών στις δύο από τις τέσσερις κατηγορίες που αυτός αντιμετώπιζε, την πρώτη και την τέταρτη, οι οποίες ήταν οι πιο σοβαρές και βασίζονταν στις πρόνοιες του άρθρου 6
(4)(α) και (γ) του Νόμου. Η τέταρτη κατηγορία αφορούσε σε περιστατικό κατά το οποίο ο εφεσείων είχε προσεγγίσει την παραπονούμενη ενώ αυτή βρισκόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Την πλησίασε και άρχισε να την αγγίζει σε διάφορα μέρη του σώματός της, οπότε αυτή αντέδρασε, φωνάζοντας, για να τον απωθήσει. Στη συνέχεια, ο εφεσείων ξάπλωσε δίπλα της, της αφαίρεσε τα εσώρουχα και άρχισε να την αγγίζει στα γεννητικά όργανα. Παρόμοιο περιστατικό, το οποίο αφορούσε την πρώτη κατηγορία, επεσυνέβη και ένα μήνα προηγουμένως. Εξετάζοντας την έφεση κατά της ποινής, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε την ποινή ως υπερβολική, μειώνοντας την μείωσε σε 5 χρόνια, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα συγκεκριμένα αδικήματα ενέπιπταν στην κατηγορία της επαφής, διά του αγγίγματος σε διάφορα μέρη του σώματος. Η αυξητική τάση στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της φύσης, όχι μόνο αναγνωρίζεται από τη νομολογία αλλά προκύπτει από τον όγκο των υποθέσεων που τίθενται καθημερινά ενώπιον των Δικαστηρίων. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών. Η αποτροπή έχει δύο παραμέτρους, την αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερο την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342). Έχοντας τονίσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1, θα πρέπει παράλληλα να λεχθεί ότι αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου όπως στο έργο εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την Υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Όπως, όμως, έχει επανειλημμένα τονιστεί, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο, ως ανωτέρω περιγράφεται, λαμβάνουμε υπόψη, προς όφελος τους Κατηγορούμενου 1, το λευκό ποινικό του μητρώο, την απουσία βιαιότητας στις ενέργειες του και τις προσωπικές του περιστάσεις, ως καταγράφονται στη σχετική έκθεση, την οποία υιοθέτησε η συνήγορος του. Φυσικά, ως λέχθηκε στην Γ.Α. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) «η σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως προκύπτει από την προβλεπόμενη ποινή, η μεγάλη κοινωνική απαξία που τα αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο Νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή το παιδί, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις δευτερεύουσας σημασίας» (βλ. επίσης A.R.R. (πιο πάνω)). Λαμβάνουμε υπόψη, επίσης, το γεγονός ότι, ως επίπτωση της παρούσας υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος 1 θα απωλέσει την εργασία του και αυτό, αναπόφευκτα, θα έχει ως αποτέλεσμα την αποστέρηση του ανήλικου παιδιού του από τυχόν οικονομική στήριξη, καθώς και τις δυσμενείς επιπτώσεις και επίδραση σε αυτό από τυχόν μακρά ποινή φυλάκισης που ήθελε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 1 (βλ. Filip (πιο πάνω)). Αναλογιζόμενοι τα διαδραματισθέντα στην παρούσα υπόθεση, το τι προβάλλεται είναι η δράση του Κατηγορούμενου 1, ηλικίας 34 ετών, επί της Ανήλικης, θυγατέρας της συμβίας του. Η επαναλαμβανόμενη δράση του Κατηγορούμενου 1 επί της Ανήλικης κατά την τρυφερότατη ηλικία των 8 μέχρι 12 ετών. Παρεμβάλλεται, επί του προκειμένου, ότι η σχέση της Ανήλικης με τον Κατηγορούμενο 1, αποτελεί επιβαρυντικό στοιχείο σύμφωνα με το άρθρο 19(γ) του Ν.91(Ι)/2014 σε σχέση με τις κατηγορίες υπ. αρ. 2-16 (βλ. A.R.R. (πιο πάνω)). Επιβαρυντικό παράγοντα στην προκειμένη περίπτωση συνιστά και η μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ του Κατηγορούμενου 1 και της Ανήλικης, η οποία αποτιμάται στο πλαίσιο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση (βλ. Ν.Σ.
(2018)(πιο πάνω) και Γ. Α. (πιο πάνω)). Ο Κατηγορούμενος 1 είχε έναντι της Ανήλικης θέση ανάλογη του κηδεμόνα (βλ. Γ.Α. (πιο πάνω)). Αντί, λοιπόν, να την προστατεύει και να την φροντίζει, ο Κατηγορούμενος 1 κατέστη, με την επαναλαμβανόμενη δράση του, στην οικία όπου διέμενε μαζί με την μητέρα της Ανήλικης, για να ικανοποιήσει τις αρρωστημένες ορέξεις του, ένας πραγματικός εφιάλτης για αυτήν, τραυματίζοντας τον αθώο ψυχικό της κόσμο. Στο πλαίσιο αυτό συνυπολογίζουμε πως όλα τα επίδικα περιστατικά εμπίπτουν στην κατηγορία της επαφής, διά του αγγίγματος σε διάφορα μέρη του σώματος, τόσο πάνω (στήθος), όσο και κάτω (γεννητικό όργανο) από τα ρούχα. Δεν είναι, επίσης, άνευ σημασίας, ο μεγάλος αριθμός των εγκληματικών περιστατικών, διάρκειας 20 λεπτών κάθε φορά, κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης χρονικής περιόδου, με ανάλογες τραυματικές επιπτώσεις στο νεαρό θύμα. Ως προς τούτο, σημειώνουμε πως αν και με βάση τη μαρτυρία της κλινικής ψυχολόγου (Μ.Κ. 10), η Ανήλικη δεν πληρούσε τα κριτήρια για την ύπαρξη οποιασδήποτε διαταραχής και τούτο ως αποτέλεσμα της ασφάλειας που ένιωσε μετά την αποκάλυψη των γεγονότων, εντούτοις συνιστάται η ατομική θεραπεία της Ανήλικης αφού εξακολουθεί να παραμένει ευάλωτη για την ανάπτυξη ψυχικής διαταραχής. Σημαντικό είναι, επίσης, να τονιστεί ότι σύμφωνα με την Μ.Κ. 10, η Ανήλικη βίωνε τα επίδικα περιστατικά ως απειλή για τη σωματική της ακεραιότητα με αποτέλεσμα να εμφανίσει ψυχικά ενοχλήματα, τα οποία επιβάρυναν έτι περαιτέρω την ψυχοσυναισθηματική της κατάσταση, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η λειτουργικότητα της σε σημαντικούς τομείς της καθημερινότητας της και να αυτοτραυματίζεται στην προσπάθεια της να διαχειριστεί τα συναισθήματα της. Απαξία και αποτροπιασμό είναι το τι προκαλούν οι ενέργειες του Κατηγορούμενου
  1. Στο πλαίσιο καθορισμού της ποινής του Κατηγορούμενου 1 παρατηρούμε πως αν και το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου είναι απόλυτο και καθόλα σεβαστό και η άσκησή του προφανώς δεν συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα, στην προκειμένη περίπτωση, η μη παραδοχή του Κατηγορούμενου 1, η οποία παραδοχή θα αποτελούσε ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας και δεν θα εξέθετε την Ανήλικη στη ψυχική δοκιμασία της δίκης και στην αναβίωση των τραυματικών γεγονότων, δεν επιτρέπει ανάλογη έκπτωση στην ποινή, επιείκια που θα μπορούσε να ασκηθεί σε μια τέτοια περίπτωση (βλ. Α.Ν.Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 136/2022, ημερ. 1.8.2025 και Λευκαρίτης ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω)). Σχετικά με το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα παρατηρούμε πως σύμφωνα με καθιερωμένη πλέον θέση της νομολογίας (βλ. Δ.Σ.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 271/2022, ημερ. 20.12.2023), σε σεξουαλικής φύσης αδικήματα η καθυστέρηση στην υποβολή της καταγγελίας αφ' εαυτής δεν προσμετρά συνήθως υπέρ του κατηγορούμενου και τούτο λόγω των αναστολών και άλλων ψυχολογικών εμποδίων τα οποία αντιμετωπίζει το θύμα, ως απόρροια των ίδιων των αδικημάτων και των σχέσεων του θύματος με τον δράστη. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν παραγνωρίζουμε ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια των ετών 2019 -
  2. Από την απόφαση μας προκύπτουν σαφώς οι λόγοι που οδήγησαν την Ανήλικη να κρατήσει για τον εαυτό της τα διαδραματιζόμενα και να προβεί σε αποκάλυψη αυτών αρχικά τον Οκτώβριο του 2023, οπότε και αποφάσισε να μην προχωρήσει με την καταγγελία για λόγους που αφορούσαν στη μητέρα της, και αργότερα τον Αύγουστο του 2024, οπότε και υποβλήθηκε και προωθήθηκε η σχετική καταγγελία. Ακολούθως, σε σύντομο χρονικό διάστημα, καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση, η οποία εκδικάστηκε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος (σχετική είναι και η Α. Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 55/2019, ημερ. 12.4.2021), ECLI:CY:AD:2021:B
  3. Στη βάση των πιο πάνω, και έχοντας υπόψη ότι πέραν της γέννησης του παιδιού των Κατηγορουμένων, δεν έχει τεθεί ενώπιον μας οποιαδήποτε αλλαγή στη ζωή και συνθήκες του Κατηγορούμενου 1, ικανή να επηρεάσει δραστικά το είδος της ποινής, δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός του Κατηγορούμενου
  4. Ούτε υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση επί τούτου. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα των αδικημάτων και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε υποθέσεις αυτής της φύσεως, και χωρίς να παραγνωρίζουμε το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, κρίνουμε πως η μόνη αρμόζουσα ποινή αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 1 είναι αυτή της φυλάκισης, το ύψος της οποίας θα αντανακλά όλα τα πιο πάνω. Σημειώνουμε πως οποιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του Νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα. Παρεμβάλλουμε στο σημείο πως αν και η κατηγορία υπ. αρ. 1 στηρίζεται στα άρθρα 6
(4)(α) και
(7)του Νόμου, ενώ οι κατηγορίες υπ. αρ. 2 - 16 στα άρθρα 6
(3)και
(7)του Νόμου, ενόψει του ότι η ποινή που προβλέπεται και στις δυο περιπτώσεις είναι η ίδια, όπως και οι πράξεις στις οποίες προέβαινε ο Κατηγορούμενος 1, το ύψος της ποινής φυλάκισης που θα επιβληθεί θα είναι το ίδιο σε όλες τις κατηγορίες. Όλα τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου 1, όπως λεπτομερώς αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν είναι ικανά να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής που θα επιβληθεί, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο εκτός από ποινή στερητική της ελευθερίας του, αλλά θα διαδραματίσουν ρόλο στο ύψος αυτής, όπως θα διαφανεί πιο κάτω. Στρεφόμαστε στην Κατηγορούμενη 2, η οποία, ως έχει ήδη αναφερθεί, παραδέχθηκε την 17η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της Παρέμβασης σε Δικαστική Διαδικασία, ενώ κρίθηκε ένοχη στο αδίκημα της Αναφοράς Υποψίας (18η κατηγορία). Η σοβαρότητα του αδικήματος της Αναφοράς Υποψίας προκύπτει καταρχήν από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή που πρόκειται για ποινή φυλάκισης μέχρι δεκαπέντε έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €20.000 ή και στις δύο αυτές ποινές. Πρόκειται για ένα σοβαρό αδίκημα αφού άπτεται της ασφάλειας και ευημερίας ενός ανήλικου που δεν μπορεί να προστατευθεί μόνος του. Οι προβλεπόμενες ποινές είναι αυστηρές ακριβώς επειδή η έγκαιρη καταγγελία μπορεί να αποτρέψει περαιτέρω βλάβη στο θύμα και να επιτρέψει στις αρμόδιες αρχές να παρέμβουν αποτελεσματικά. Σε σχέση με το αδίκημα της Παρέμβασης σε Δικαστική Διαδικασία, το άρθρο 122(β) του Ποινικού Κώδικα, προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι τρία έτη. Το υπό κρίση αδίκημα θεωρείται σοβαρό επειδή περιλαμβάνει ενέργειες που εμποδίζουν την απονομή της δικαιοσύνης. Είναι αδίκημα που ενέχει το στοιχείο του θράσους και της περιφρόνησης προς το θεσμό της δικαιοσύνης. Σ' ένα κράτος δικαίου, η δικαιοσύνη πρέπει να απονέμεται απρόσκοπτα και απρόσωπα. Όποιος στέκεται εμπόδιο στην εφαρμογή των νόμων πρέπει να αντιμετωπίζεται με τη δέουσα αυστηρότητα. Διαφορετική προσέγγιση θα διαβιβάσει λανθασμένα μηνύματα στην κοινωνία. Η ανάγκη διασφάλισης του κύρους της δικαιοσύνης επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων. Ως προς τα γεγονότα των δυο κατηγοριών, παρατηρούμε πως αφενός η 18η κατηγορία συνίσταται στην αδράνεια της Κατηγορούμενης 2 να προχωρήσει σε υποβολή καταγγελίας στην Αστυνομία αφού είχε ενημερωθεί από την Ανήλικη για όσα βίωνε, και αφετέρου η 17η κατηγορία στις προσπάθειες της να πείσει την Ανήλικη να αποσύρει την καταγγελία που είχε υποβάλει στην Αστυνομία εναντίον του Κατηγορούμενου 1 (σχετικό το έγγραφο «Χ»). Η στάση αυτή της Κατηγορούμενης 2 συνιστά όχι μόνο ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά, αλλά και σοβαρή παραβίαση του καθήκοντος προστασίας που είχε έναντι της Ανήλικης θυγατέρας της, όπως και σοβαρή ανεπάρκεια του γονεϊκού της ρόλου. Τα όσα δε προβλήθηκαν από την Υπεράσπιση ως προς τους λόγους πίσω από τις πράξεις της Κατηγορούμενης 2, ουδόλως μπορούν να δικαιολογήσουν τη συμπεριφορά της. Στο πλαίσιο αυτό δεν παραγνωρίζουμε πως με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η Κατηγορούμενη 2, ενημερώθηκε για την συμπεριφορά του Κατηγορούμενου 1, αφού τα επίδικα περιστατικά σταμάτησαν, όπως και οι επισκέψεις της Ανήλικης στην οικία όπου διέμεναν. Παρόλα αυτά, η υπό κρίση συμπεριφορά της Κατηγορούμενης 2, είχε ως αποτέλεσμα την, έστω για κάποιο χρονικό διάστημα μέχρι την πρώτη καταγγελία της Ανήλικης τον Οκτώβριο του 2023, μη διερεύνηση των βαρύτατων εγκληματικών πράξεων του Κατηγορούμενου 1, αλλά και την έκθεση της Ανήλικης σε περαιτέρω τραυματισμό του ψυχικού της κόσμου. Υπενθυμίζεται πως με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, στο άκουσμα των όσων απέδιδε η Ανήλικη στον Κατηγορούμενο 1, η Κατηγορούμενη 2 όχι μόνο δεν έδρασε ως όφειλε, αλλά αντίθετα γελούσε και κοροϊδευε την Ανήλικη, πράξη που από μόνη της είναι απαράδεκτη. Όλα αυτά σε συνάρτηση με τις προσπάθειες της Κατηγορούμενης 2 να πείσει την Ανήλικη να αποσύρει την καταγγελία που υπέβαλε ένα χρόνο περίπου μετά εναντίον του Κατηγορούμενου 1, αλλά και το περιεχόμενο των μηνυμάτων της με την Ανήλικη, αποτελούν στοιχεία που συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής που θα επιβληθεί σε αυτήν. Στο πλαίσιο επιβολής ποινής στην Κατηγορούμενη 2 λαμβάνουμε υπόψη, προς όφελος της, το λευκό ποινικό της μητρώο και τις προσωπικές της περιστάσεις, ως αυτές εκτέθηκαν από τη συνήγορο υπεράσπισης και προκύπτουν από την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών. Κρίνουμε, επίσης, πως πολύ περιορισμένη σημασία μπορεί να αποδοθεί στην παραδοχή της στην 18η κατηγορία αφού αυτή έλαβε χώρα μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας και πιο συγκεκριμένα στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Τα γεγονότα της υπόθεσης και ειδικότερα η σχέση της Κατηγορούμενης 2 με την Ανήλικη, καθιστούν την περίπτωση ιδιαίτερα σοβαρή, σε βαθμό που υπό τις περιστάσεις η επιβολή ποινής φυλάκισης να ήταν όχι μόνο δικαιολογημένη, αλλά επιβεβλημένη. Δεδομένου, όμως, του ότι η Κατηγορούμενη 2 είναι μητέρα παιδιού ηλικίας κάτω των τριών ετών, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του περί της Προστασίας Ανήλικων Τέκνων Καταδικασθείσων ή Ύποπτων Μητέρων Νόμου Ν. 33(Ι)/2005. Tο εδάφιο
(1)του άρθρου 3 του Ν. 33(Ι)/2005 προβλέπει τα εξής: «3.
(1)Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, όπου σε νόμο προβλέπεται ποινή στερητική της ελευθερίας για οποιοδήποτε αδίκημα, η εν λόγω ποινή δεν επιβάλλεται σε μητέρα, αν δε συντρέχουν στη δεδομένη περίπτωση όλες οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α)Το αδίκημα είναι κακούργημα ή είναι πλημμέλημα το οποίο κρίνεται από το δικαστήριο ως σοβαρό λαμβανομένης υπόψη της φύσης του αδικήματος σε συνδυασμό με τις περιστάσεις της υπόθεσης, (β)το αδίκημα διαπράχθηκε με τη χρήση βίας κατά του ατόμου και λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης το δικαστήριο κρίνει ότι η μητέρα αποτελεί άμεσο ή και συνεχιζόμενο κίνδυνο για την κοινωνία, και (γ) το δικαστήριο κρίνει, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης, ότι δεδομένου του άμεσου ή και συνεχιζόμενου κινδύνου που η μητέρα αποτελεί για την κοινωνία, είναι ανεπαρκής για την προστασία της κοινωνίας, κάθε άλλη ποινή, κύρωση, ή μέτρο που το δικαστήριο δύναται να επιβάλει για το αδίκημα δυνάμει οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμου, περιλαμβανομένης της προσφοράς κοινοτικής εργασίας, και δε δικαιολογείται επίσης η έκδοση διατάγματος αναστολής ποινής φυλάκισης κατά τα διαλαμβανόμενα σε οποιοδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμο». Στην προκειμένη περίπτωση δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις υπό (β) και (γ) πιο πάνω, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην δικαιούται καν να εξετάσει το ενδεχόμενο επιβολής ποινής φυλάκισης. Στην πραγματικότητα, όσο παράδοξο και εάν είναι, ο εν λόγω νόμος διασφαλίζει σε όλες τις γυναίκες ότι για οποιοδήποτε αδίκημα (εκτός αδικημάτων βίας στην οικογένεια ή ναρκωτικών), όπως για αδικήματα με βάση το Νόμο, οικονομικά εγκλήματα, αδικήματα κατά του προσώπου και εναντίον περιουσίας, δεκασμούς κ.λ.π., δεν θα τιμωρηθούν με άμεση φυλάκιση ακόμα και αν έχουν προηγούμενες καταδίκες (εκτός αν η παλαιότερη ποινή ήταν ποινή φυλάκισης με αναστολή οπότε η ενεργοποίηση της για έγκυο ή μητέρα επιτρέπεται), αρκεί κατά την επιβολή της ποινής να εγκυμονούν ή να είναι μητέρες τέκνου ηλικίας μέχρι 3 ετών. Οι πρόνοιες του Ν. 33(Ι)/2005 εξετάστηκαν στην υπόθεση Makuetche ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 149/2021, ημερ. 27.9.2021, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε πως προκειμένου να επιβληθεί ποινή στερητικής της ελευθερίας σε μητέρα συμφώνως των προνοιών του Ν. 33(Ι)/2005, είναι απαραίτητη η ικανοποίηση και τριών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 3
(1), κάτι το οποίο, ως έχουμε αναφέρει, δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Στο πλαίσιο της εν λόγω υπόθεσης, το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε την έτερη παραδοξότητα που προκύπτει από τις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν. 35(Ι)/2001, όπου αναφέρεται πως «"ποινή στερητική της ελευθερίας" σημαίνει ποινή φυλάκισης, αλλά δεν περιλαμβάνει ποινή φυλάκισης με αναστολή εκτέλεσης ή ενεργοποίηση ποινής φυλάκισης με αναστολή.», σημειώνοντας πως η ποινή φυλάκισης δεν μπορεί να επιλέγεται με την προοπτική της αναστολής της. Στη βάση των προνοιών του Ν. 33(Ι)/2005 και των λεχθέντων στην Makuetche κρίνουμε πως δεν υπάρχει άλλη οδός παρά η επιβολή χρηματικής ποινής στην Κατηγορούμενη 2, αν και, επαναλαμβάνουμε, πως με δεδομένη τη σοβαρότητα των αδικημάτων και των γεγονότων της υπόθεσης, η ενδεδειγμένη, για την Κατηγορούμενη 2, ποινή θα ήταν αυτή της φυλάκισης. Με βάση το άρθρο 29 του Ποινικού Κώδικα, με την εξαίρεση συγκεκριμένων αδικημάτων, σε περίπτωση που κάποιο ποινικό αδίκημα τιμωρείται με την ποινή της φυλάκισης διά βίου ή οποιουδήποτε άλλου χρόνου, το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει ποινή φυλάκισης λιγότερου χρόνου ή αντί τέτοιας ποινής, χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ποσό, το οποίο το Δικαστήριο αυτό έχει εξουσία να επιβάλει. Το ύψος της χρηματικής ποινής που θα επιβληθεί στην Κατηγορούμενη 2 θα αντανακλά τη σοβαρότητα των πράξεων της, χωρίς να παραγνωρίζονται οι προσωπικές της περιστάσεις και τα ελαφρυντικά στοιχεία ως αναλύονται πιο πάνω. Εναπόκειται, βεβαίως, στη νομοθετική εξουσία να επανεξετάσει τις πρόνοιες του Ν. 33(Ι)/2005 υπό το φως των ως ανω. Λαμβάνοντας, συνακόλουθα, υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την αναγκαιότητα ικανοποίησης του στοιχείου της αποτροπής, ως αναλύεται ανωτέρω, εμπράκτως και όχι μόνο λεκτικά, τις περιστάσεις τέλεσης των αδικημάτων, τα ελαφρυντικά στοιχεία και προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων, ως επίσης αναλύονται ανωτέρω, επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 1 στις κατηγορίες υπ. αρ. 1-16, ποινή φυλάκισης 7 ετών σε κάθε κατηγορία. Έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται στην Ποινική Έφεση Αρ. 126/2019, Κ.Ι. ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 25.2.2021, τις αρχές που αφορούν τη συνολικότητά της ποινής και το χρόνο και τις συνθήκες τέλεσης των αδικημάτων, αποφασίζουμε όπως οι ως άνω ποινές να συντρέχουν. Στην ποινή να συνυπολογιστεί ο χρόνος κράτησης του Κατηγορουμένου 1 από 5.9.2024. Στην Κατηγορούμενη 2: - Στην 17η κατηγορία πρόστιμο €1,500. . - Στην 18η κατηγορία πρόστιμο €3,500. Ενόψει της ποινής που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 1 και λαμβάνοντας υπόψη ότι το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας που προσκομίστηκε κατά την ακρόαση δεν αφορούσε τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε η Κατηγορούμενη 2, τα έξοδα της διαδικασίας εκ €445 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Οι ψηφιακοί δίσκοι να καταστραφούν μετά το πέρας της προθεσμίας καταχώρησης έφεσης. (Υπ.) ............... Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. (Υπ.) .................. Κ. Ηλία, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.