Δημοκρατία ν. Μ.Α., Αρ. Υπόθεσης: 1873/22, 4/9/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1873/22 Δημοκρατία ν. Μ.Α. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 4 Σεπτεμβρίου 2025 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα H. Ζησίμου, για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Μιντής Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (Η διαδικασία στην παρούσα υπόθεση έχει διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών και η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Έτσι το πρωτότυπο που περιλαμβάνει τα ονόματα ή άλλα στοιχεία των αδικημάτων, θα παραμείνει στο φάκελο, ενώ θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης, χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων και αυτό βέβαια, για προστασία των τελευταίων.) Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, αρνήθηκε ενοχή στις 46 συνολικά κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Συγκεκριμένα, αντιμετωπίζει: - 29 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση του άρθρου 6
(4)(α) και (γ) του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν. 91(Ι)/2014 (κατηγορίες 1-10, 15-23, 28-36 και 41), - 12 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της παραγωγής παιδικής πορνογραφίας, κατά παράβαση του άρθρου 8
(5)του Νόμου 91(Ι)/2014 (κατηγορίες 11-14, 24-27 και 37-40), - 1 κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κατοχής παιδικής πορνογραφίας, κατά παράβαση του άρθρου 8
(1)του Νόμου 91(Ι)/2014 (κατηγορία 42), - 3 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της πρόκλησης ψυχικής βλάβης σε μέλος της οικογένειας κατά παράβαση του άρθρου 3
(1),
(3)και
(4)του Περί Βίας στην Οικογένειας Νόμου, Ν.119(Ι)/2000 (κατηγορίες 43, 44 και 45) και τέλος - 1 κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παρενοχλητικής συμπεριφοράς κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)του Περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμου, Ν.114(Ι)/2021 (κατηγορία 46). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 16.06.19-16.06.20, με τη χρήση απειλών και καταχρώμενος τη σχέση εμπιστοσύνης και εξουσίας που κατείχε, φέρεται να ανάγκαζε την ανήλικη T.A.R. να συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη μαζί του, δηλαδή σε έξι διαφορετικές περιπτώσεις την ανάγκαζε να αγγίζει το γεννητικό του όργανο και να τον αυνανίζει (κατηγορίες 1-6), σε μια διαφορετική περίπτωση άγγιξε στο γεννητικό της όργανο (κατηγορία 7) και σε άλλες τρεις διαφορετικές περιπτώσεις την ανάγκασε να προβεί σε πεολειχία (κατηγορίες 8-10). Για την περίοδο 17.06.20-16.06.21 του αποδίδεται ότι με τον ίδιο τρόπο που αναφέρθηκε ανωτέρω, σε έξι διακριτές περιπτώσεις ανάγκαζε την ανήλικη T.A.R. να συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη μαζί του, δηλαδή να αγγίζει το γεννητικό του όργανο και να τον αυνανίζει (κατηγορίες 15-20) και ότι σε τρεις διακριτές περιπτώσεις την ανάγκασε να προβεί σε πεολειχία (κατηγορίες 21-23). Η ίδια συμπεριφορά του αποδίδεται και για την περίοδο 17.06.21-10.06.22 όπου του αποδίδεται πως σε άλλες 6 περιπτώσεις την ανάγκαζε να αγγίζει το γεννητικό του όργανο και να τον αυνανίζει (κατηγορίες 28-33) και ότι σε άλλες τρεις διακριτές περιπτώσεις την ανάγκασε να προβεί σε πεολειχία (κατηγορίες 33-36). Του αποδίδεται επίσης πως στις 11.06.22 επίσης την ανάγκασε να αγγίζει το γεννητικό του όργανο και να τον αυνανίζει (κατηγορία 41). Επίσης του αποδίδεται ότι σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις μεταξύ των ημερομηνιών 16.06.19-16.06.20 (κατηγορίες 11-14), σε άλλες τέσσερις περιπτώσεις μεταξύ των ημερομηνιών 17.06.20-16.6.21 (κατηγορίες 24-27) και σε ακόμη τέσσερις περιπτώσεις μεταξύ των ημερομηνιών 17.06.21-10.06.22 (κατηγορίες 37-40) ανάγκαζε την ανήλικη T.A.R. να βγάλει τα ρούχα της για να τη φωτογραφίζει με το εσώρουχο της, παράγοντας έτσι υλικό παιδικής πορνογραφίας. Περαιτέρω, του αποδίδεται ότι, μεταξύ των ημερομηνιών 16.06.19-16.06.22 κατείχε 79 αρχεία με υλικό παιδικής πορνογραφίας, δηλαδή φωτογραφίες της ανήλικης T.A.R., μόνο με το εσώρουχο της (κατηγορίας 42) καθώς επίσης και ότι εντός της πιο πάνω περιόδου της προκάλεσε ψυχική βλάβη αφού την εξανάγκαζε να προβαίνει σε πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα μαζί του (κατηγορία 43), αλλά και επειδή χρησιμοποιούσε βία εναντίον της μητέρας της (κατηγορία 44) καθώς επίσης και επειδή δεν την άφηνε να έχει επικοινωνία με τους φίλους της (κατηγορία 45). Τέλος, του αποδίδεται ότι οι αναφορές του προς την ανήλικη T.A.R. πως όταν κλείσει 16 ετών θα έχουν σεξουαλική επαφή, οι οποίες έγιναν σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 16.06.19-16.06.22, προκάλεσαν σε αυτήν άγχος και παρενόχληση (κατηγορία 46). Προς ευχερέστερη κατανόηση των όσων έπονται, σημειώνουμε ότι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν ο σύντροφος της μητέρας της ανήλικης (τότε) T.A.R (στο εξής «η Παραπονούμενη»), καταχρώμενος τη θέσης εξουσίας και εμπιστοσύνης που είχε επί της Παραπονούμενης και με την χρήση απειλών κατά την περίοδο 16.9.19 - 11.6.22, την εξανάγκαζε να αγγίζει το γεννητικό του όργανο και να προβαίνει σε πεολειχίες και αυνανισμούς του, ως επίσης σε μια περίπτωση, όταν η ίδια ήταν 13 ετών, την άγγιξε και ο ίδιος στο γεννητικό της όργανο, στο υπνοδωμάτιο της, πάνω στο κρεβάτι της μικρότερης της αδελφής. Επιπρόσθετα, πως με πρόφαση το ότι ήθελε να ελέγχει εάν η Παραπονούμενη αυτοτραυμάτιζε το σώμα της κόβοντας το, την φωτογράφιζε ενώ φορούσε μόνο το κάτω εσώρουχο της, με το κινητό του τηλέφωνο, βάζοντας την να βρίσκεται σε διάφορες πόζες και στάσεις σεξουαλικού χαρακτήρα, παράγοντας έτσι υλικό παιδικής πορνογραφίας, το οποίο κατείχε στο κινητό του τηλέφωνο. Επιπλέον και λόγω των ως άνω πράξεων του αλλά και της κακοποιητικής συμπεριφοράς που είχε έναντι της ίδιας, αλλά και της μητέρας της, αποτελεί θέση της κατηγορούσας αρχής, πως προκάλεσε στην ίδια ψυχική βλάβη. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος, αρνήθηκε ό,τι του καταλογίζεται, πλην του ότι φωτογράφιζε την Παραπονούμενη, ενέργεια για την οποία προέβαλε ως δικαιολογία, το ότι σε συνεννόηση με την μητέρα της, ήλεγχε το σώμα της τελευταίας για να εντοπίσει επ' αυτού τυχόν κοψίματα, συνήθεια την οποία ανακάλυψαν πως είχε η Παραπονούμενη, και με σκοπό πάντα να την προστατεύσει. Σε ό,τι αφορά τις σεξουαλικές πράξεις που του αποδίδονται, καθώς και την πρόκληση ψυχικής βλάβης και την παρενοχλητική συμπεριφορά, αποτέλεσε θέση του πως η Παραπονούμενη, προέβη στην καταγγελία κατόπιν συνεννόησης με τον αδελφό της (Μ.Κ.8) και κατόπιν παρότρυνσης από τον βιολογικό της πατέρα (Μ.Κ.7), ο οποίος ήθελε να εκδικηθεί τον Κατηγορούμενο, οπόταν ενορχήστρωσαν μαζί την καταγγελία εναντίον του, με απώτερο σκοπό να επιστρέψουν η Παραπονούμενη και ο αδελφός της στην Αγγλία, στην οποία βρίσκεται και ο βιολογικός πατέρας τους. Παράλληλα η υπεράσπιση προώθησε τη θέση πως λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος, έθετε υγιή όρια στην Παραπονούμενη και τον Μ.Κ.8, σε μια προσπάθεια διαπαιδαγώγησης τους, αυτοί αποφάσισαν αμφότεροι να τον εκδικηθούν.
- Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Προς απόδειξη των κατηγοριών η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δέκα μάρτυρες, ήτοι την Αστ.4875 Χ.Ι. (M.K.1), τον Αστ. 3849 Κ.Π. (M.K.2), την Α./Αστ. 4484 Μ.Κ. (Μ.Κ.3), την Σ.Ρ. (Μ.Κ.4), τον Αστ. 1456 Σ.Α. (Μ.Κ.5), την Παραπονούμενη T.A.R. (M.K.6), τον πατέρα της Παραπονούμενης D.I.R. (M.K.7), τον αδελφό της Παραπονούμενης A.D.R (Μ.Κ.8), τον Α/Αστ. 2298 Σ.Α. (Μ.Κ.9) και την ψυχολόγο Ε.Χ. (Μ.Κ.10). Περαιτέρω κατατέθηκαν 29 τεκμήρια, καθώς και διάφορες καταθέσεις ως Έγγραφα Α-ΙΓ. Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατατέθηκε και εγκρίθηκε αριθμός παραδεκτών γεγονότων, αναφορά στα οποία θα γίνει πιο κάτω, σε κατάλληλο σημείο προς αποφυγή επαναλήψεων. Αφότου ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επεξηγήθηκαν σ' αυτόν τα δικαιώματα του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως[1] και κάλεσε περιπλέον προς υπεράσπιση του 4 ακόμη μάρτυρες ήτοι, τον πατέρα του, Ν.Α. (Μ.Υ.2), τη δικηγορική υπάλληλο, Χ.Γ. (Μ.Υ.3), τη μητέρα του, Α.Α. (Μ.Υ.4) και τη δικηγορική υπάλληλο Μ.Α. (Μ.Υ.5). Περιπλέον και δεδομένης της εξ ακοής μαρτυρίας που προσήγαγε η υπεράσπιση και η οποία αφορούσε λεχθέντα αποδιδόμενα στη μητέρα της Παραπονούμενης, και στη βάση των σχετικών προνοιών του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 (άρθρο 26), κλήθηκε για ν' αντεξεταστεί η μητέρα της Παραπονούμενης, η μαρτυρία της οποίας λογίζεται δυνάμει της ίδιας πρόνοιας, ως μέρος της μαρτυρίας της υπεράσπισης εξ ου και η εν λόγω μάρτυρας καταγράφεται ως Μ.Υ.
- ΣΥΝΟΨΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η Μ.Κ.1 (Αστ. 4875 Χ.Ι.), υιοθέτησε τις γραπτές καταθέσεις της (Έγγραφα Α και Β), στις οποίες αναφέρεται στις ενέργειες της κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, μεταξύ των οποίων σύμφωνα με το Έγγραφο Α, περιλαμβάνεται η λήψη γραπτής συγκατάθεσης από τη μητέρα της Παραπονούμενης (Μ.Υ.6) για λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης (Τεκμήριο 1), ο χειρισμός της συσκευής οπτικογράφησης ενόσω λαμβανόταν η οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη, η μετέπειτα ετοιμασία, τριών ψηφιακών δίσκων με το περιεχόμενο της[2] όπως και η απομαγνητοφώνηση της στις 18.06.22 (Τεκμήριο 4), αντίγραφο της οποίας δόθηκε αργότερα στην Μ.Υ.6 (Τεκμήριο 5). Περιπλέον στο Έγγραφο Β, αναφέρεται σε ενέργειες που προέβη κατά την 20.6.22 και πιο συγκεκριμένα στη λήψη φωτογραφιών από την οικία όπου διέμενε η Παραπονούμενη (Τεκμήριο 8) κατά τη διάρκεια της οποίας, η Παραπονούμενη προέβη και σε υπόδειξη δύο σκηνών (Τεκμήριο 7). Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, αναφέρθηκε στην εκπαίδευση της οποίας έτυχε και την εμπειρία που είχε σε σχέση με την τεχνική λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων, στο πώς προέκυψε η αναφορά στο τμήμα που υπηρετεί και αναγνώρισε έγγραφο που της υπεδείχθη ως τη δήλωση ανακριτή προς συνοδό (Τεκμήριο 2), την οποία συνυπέγραψε τόσο η ίδια όσο και η Μ.Υ.6 όπως και η Μ.Κ.4, πριν από τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης. Περιπλέον επεξήγησε το ρόλο της κατά τη διάρκεια της λήψης της κατάθεσης, τη διαδικασία που ακολούθησε μετά για την απομαγνητοφώνηση της, ενώ ως επίσης ανέφερε ήταν παρούσα και κατά τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 9). Η εν λόγω μάρτυρας αντεξετάστηκε σε σχέση με τον τρόπο που διεξήχθη η διαδικασία λήψης οπτικογραφημένης κατάθεσης από την Παραπονούμενη, για να της υποβληθεί πως λανθασμένα αυτή λήφθηκε στην ελληνική και όχι στη μητρική γλώσσα της τελευταίας που είναι η αγγλική και πως το Τεκμήριο 5 το οποίο είναι στην ελληνική γλώσσα, δεν ήταν κατανοητό από μέρους της Μ.Υ.6, η οποία δεν γνωρίζει καθόλου ελληνικά. Ερωτήθηκε επίσης, για ποιο λόγο συνυπέγραψε το Τεκμήριο 5 και η Μ.Κ.4 η οποία είναι λειτουργός στο Σπίτι του Παιδιού, ποια η μεταξύ τους σχέση και ποια η σχέση της τελευταίας με τον Μ.Κ.9, αν η Μ.Κ.4 ήταν παρούσα κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης και κατά πόσον η ίδια γνωρίζει εάν η Μ.Κ.4 διέρρευσε οτιδήποτε λέχθηκε στα πλαίσια της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης. Ο Μ.Κ.2 Αστ. 3849 Κ.Π., υιοθέτησε την κατάθεση του (Έγγραφο Γ), στην οποία εξηγεί τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στη σύλληψη του Κατηγορούμενου κατά την 16.06.22 κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης (Τεκμήριο 10) και στην έρευνα που ακολούθησε στην οικία, τα υποστατικά και το όχημα του Κατηγορούμενου κατόπιν εκτέλεσης σχετικού εντάλματος (Τεκμήριο 11). Ως αναφέρει δε κατά τη διάρκεια της έρευνας ανευρέθηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου και κατασχέθηκαν ως τεκμήρια, ένα κινητό τηλέφωνο με τα στοιχεία που αναφέρονται στην κατάθεση του και ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής. Περαιτέρω αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος του παρέδωσε και ένα σκληρό δίσκο, ο οποίος βρισκόταν σε διπλανό δωμάτιο της οικίας, ότι την ίδια μέρα στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, επέδωσε στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματα συλληφθέντα/κρατούμενου και ότι αυτός τα παρέλαβε σε έντυπο το οποίο υπέγραψε (Τεκμήριο 12). Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του κατέθεσε κατάλογο τεκμηρίων της υπόθεσης (Τεκμήριο 13) τον οποίο παρέλαβε στις 25.11.24 από τον Μ.Κ.9 καθώς και μέρος των τεκμηρίων που περιέχονται στον εν λόγω κατάλογο, όπως το κινητό τηλέφωνο του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 14), και ψηφιακό δίσκο που περιέχει τα εξαχθέντα δεδομένα του εν λόγω κινητού (Τεκμήριο 15). Ανέφερε περαιτέρω πως πέραν των όσων ενεργειών αναφέρει στην κατάθεση του, είχε προηγηθεί στις 04.06.22 μετάβαση στην οικία του Κατηγορούμενου, μαζί με άλλο συνάδελφο του, καθ' ότι είχαν λάβει αναφορά πως το γραφείο της Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων εξέταζε το ενδεχόμενο να διαπράττεται εντός της εν λόγω οικίας αδίκημα εμπίπτον στην αρμοδιότητα του, οπόταν έλαβαν οδηγίες να μεταβούν και οι ίδιοι εκεί για να διαπιστώσουν εάν διαπράττεται οποιοδήποτε αδίκημα που εμπίπτει εντός της δικής τους αρμοδιότητας. Κατά την επίσκεψη τους είχαν εξατομικευμένες συναντήσεις και με τα 5 μέλη της οικογένειας, χωρίς όμως τότε να εντοπίσουν οτιδήποτε το επιλήψιμο. Αντεξετάστηκε σε σχέση με το κατά πόσον, κατά την παραλαβή των τεκμηρίων που κατασχέθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας στο σπίτι του Κατηγορούμενου, δόθηκε στον τελευταίο οποιοδήποτε έγγραφο προς υπογραφή, εάν ήταν παρών ο Κατηγορούμενος ή και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατά την έρευνα και εάν αφότου συνελήφθη, έφερε χειροπέδες. Σε σχέση με την επίσκεψη στις 04.06.22, ερωτήθηκε κατά πόσον βρίσκονταν και άλλοι αστυφύλακες μαζί του και εάν συνομίλησαν εξατομικευμένα με τη σύζυγο του Κατηγορούμενου (Μ.Υ.6), την Παραπονούμενη και τον αδελφό της (Μ.Κ.8) και εάν μετέπειτα και ενόσω ο Κατηγορούμενος βρισκόταν υπό κράτηση, τον επισκέφθηκε ο Μ.Κ.9 και του υποσχέθηκε ότι εάν υπέγραφε κάποιο έγγραφο, θα αφηνόταν ελεύθερος. Η Μ.Κ.3, (Α/Αστ. 4484 Μ.Κ), υιοθέτησε την κατάθεση της (Έγγραφο Δ), στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων, πως είναι ειδικά εκπαιδευμένη στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες, ότι στις 16.06.22, στο ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο στο Σπίτι του Παιδιού, έλαβε οπτικογραφημένη συνέντευξη από την Παραπονούμενη σχετικά με υπό διερεύνηση υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης της, κατά τη διάρκεια της οποίας η Μ.Κ.1, χειριζόταν τη συσκευή οπτικογράφησης και η οποία μετά το πέρας της, σφράγισε τους τρεις ψηφιακούς δίσκους που ετοιμάστηκαν, τους οποίους υπέγραψε και η ίδια. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, αναφέρθηκε στην εκπαίδευση της οποίας έτυχε σε ό,τι αφορά την τεχνική λήψης συνεντεύξεων από ευάλωτους μάρτυρες, τα χρόνια υπηρεσίας της καθώς και τον αριθμό των υποθέσεων στις οποίες ενεπλάκη, υπό την παραπάνω ιδιότητα της. Εξήγησε επίσης τη διαδικασία που ακολουθείται γενικώς κατά τη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες, τους κανόνες που θα πρέπει να ακολουθούνται κατά τη λήψη τους και αναγνώρισε τα Τεκμήρια 3.1 και 3.2, ως δύο από τους τρείς ψηφιακούς δίσκους τους οποίους ετοίμασε η Μ.Κ.1 και υπέγραψε και η ίδια, καθώς και την υπογραφή της επί αυτών. Πέραν των πιο πάνω ενεργειών προέβη, ως ανέφερε, και στη λήψη κατάθεσης από τον αδελφό της Παραπονούμενης (Μ.Κ.8). Η εν λόγω μάρτυρας αντεξετάστηκε ως προς το γιατί η οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης λήφθηκε στην ελληνική και όχι στην αγγλική γλώσσα που ήταν η μητρική της, ως προς το εάν της έκανε εντύπωση η ψύχραιμη, κατά τον συνήγορο υπεράσπισης, στάση της Παραπονούμενης κατά τη διάρκεια που λάμβανε χώρα η κατάθεση της ενώ επιπλέον αντεξετάστηκε και ως προς το ποια είναι η αναμενόμενη αντίδραση ενός συνεντευξιαζόμενου, υπό τις δοθείσες περιστάσεις. Στη μάρτυρα, υπεβλήθη επιπρόσθετα η θέση πως με τον τρόπο που έλαβε τη συνέντευξη, καθοδηγούσε την Παραπονούμενη ως προς το τι θα απαντήσει. Η Μ.Κ.4 (Σ.Ρ.), κοινωνική λειτουργός η οποία εργάζεται στο Σπίτι του Παιδιού, υιοθέτησε την κατάθεση της (Έγγραφο Ε), στην οποία αναφέρεται ουσιαστικά στην συνυπογραφή του Τεκμηρίου 1 στις 16.06.22, καθώς επίσης και στο ότι κατά τη διάρκεια της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης την ίδια ημέρα, βρισκόταν σε διπλανό δωμάτιο και παρακολουθούσε τη διαδικασία λήψης της. Με τη δια ζώσης μαρτυρία της, εξήγησε τον ρόλο της ως κοινωνική λειτουργός στο Σπίτι του Παιδιού αλλά και ειδικότερα κατά τον χρόνο που λαμβανόταν η οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης, αναγνώρισε την υπογραφή της επί των τεκμηρίων 2, 3.1 και 3.2 και εξήγησε περαιτέρω πως προέκυψε η δική της εμπλοκή στην υπόθεση αναφέροντας τα όσα προηγήθηκαν μέχρι τη λήψη της οπτικογραφημένης στις 16.6.22, αναφορά στα οποία θα ακολουθήσει στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας της. Αναφέρθηκε περαιτέρω στη λήψη φωτογραφιών από την οικία η οποία ακολούθησε, αλλά και στις υποδείξεις σκηνών στις οποίες προέβη η Παραπονούμενη (Τεκμήριο 7). Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσον υπέδειξε στη Μ.Υ.6, τις φωτογραφίες της Παραπονούμενης οι οποίες εντοπίστηκαν στο κινητό του Κατηγορούμενου και κατά πόσον η Μ.Υ.6 της ανέφερε πως η Παραπονούμενη αυτοτραυματιζόταν, για να της υποβληθεί πως πράγματι της ειπώθηκε και πως αυτός ήταν και ο λόγος που ο Κατηγορούμενος φωτογράφιζε την Παραπονούμενη, γεγονός το οποίο ήταν εις γνώσιν της Μ.Υ.
- Ερωτήθηκε επίσης εάν πληροφορήθηκε πως ενόσω ο Μ.Κ.7 ήταν παντρεμένος με την Μ.Υ.6 ασκούσε βία έναντι της ίδιας και των παιδιών και ότι ήταν ουσιοεξαρτημένος, ενώ επίσης αντεξέταστηκε ως προς το ποιος της ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος είχε πει στην Παραπονούμενη και στον Μ.Κ.8 πως ο Μ.Κ.7 ήταν νεκρός, για να της υποβληθεί πως αυτό είναι ψέμα. Και ακόμα και πως αμφότεροι η Παραπονούμενη και ο Μ.Κ.8, είχαν συνάντηση με τον Μ.Κ.7 πριν μερικά χρόνια, όταν ο τελευταίος έπειτα από καταγγελία απαγωγής που είχε κάνει στην Αγγλία, εναντίον της Μ.Υ.6 και του Κατηγορούμενου, κατάφερε σε συνεννόηση με τους τελευταίους να έρθει στην Κύπρο και να συναντήσει τα παιδιά του. Επί τούτου, της υπεβλήθη πως κατόπιν εκείνης της συνάντησης, ο Μ.Κ.7 δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ ξανά για τα παιδιά του. Περιπλέον της υπεβλήθη πως ο Μ.Κ.8 μετά που αποχώρησε από το σχολείο, δούλευε πράγματι με τον Κατηγορούμενο και πληρωνόταν και πως επρόκειτο για μια φυσιολογική και αγαπημένη οικογένεια. Αποτέλεσε περαιτέρω θέση της υπεράσπισης προς τη Μ.Κ.4, πως ψεύδεται σε ό,τι αφορά την ύπαρξη κάποιου ηχητικού που άκουσε και πως αυτό αποτελεί αποκύημα της δικής της φαντασίας, αφού σκοπός της είναι να ενοχοποιήσει τον Κατηγορούμενο. Της υπεβλήθη επίσης πως η ίδια είχε απειλήσει την Μ.Υ.6 όταν συνελήφθη ο Κατηγορούμενος, πως εάν τον στήριζε, θα είχε πρόβλημα με το γραφείο ευημερίας σε ό,τι αφορά το μικρότερο παιδί που απέκτησε με τον Κατηγορούμενο. Επί τούτου, ερωτήθηκε πώς και για ποιο λόγο, το μικρότερο αυτό παιδί παραπέμφθηκε σε ψυχολογική αξιολόγηση, εάν η ίδια ανέφερε στους γονείς του Κατηγορούμενου (Μ.Υ.2 και Μ.Υ.4) πως ο τελευταίος ασχολείτο με εμπορία προσώπων ως επίσης και γιατί ήταν σημαντικό για την ίδια το γεγονός πως δεν υπήρχε πόρτα, στα υπνοδωμάτια της Παραπονούμενης και του Μ.Κ.
- Επ' αυτού, της υπεβλήθη πως το σπίτι ήταν σε αυτή την κατάσταση από τότε που το αγόρασαν και πως από κοινού συμφώνησαν να παραμείνει έτσι, διότι η ύπαρξη πόρτας θα εμπόδιζε στην διαρρύθμιση του υπνοδωματίου. Τέλος, αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης προς τη Μ.Κ.4 πως η ίδια πίεσε την Παραπονούμενη ν' αναφέρει, όσα ανέφερε στην οπτικογραφημένη της κατάθεση και πως όσα ανέφερε, δεν συνέβησαν ποτέ. Ο Μ.Κ.5, (Αστ. 1456 Σ.Α.), ανέφερε ότι είναι αστυφύλακας, ειδικός στην επιστημονική εξέταση ηλεκτρονικών τεκμηρίων, υιοθέτησε το βιογραφικό του σημείωμα (Έγγραφο Στ), ως και την έκθεση (Έγγραφο Ζ), που ετοίμασε κατόπιν εξέτασης του κινητού τηλεφώνου του Κατηγορουμένου (Τεκμήριο 14) και 3 σκληρών δίσκων, την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Στο Έγγραφο Ζ, ο Μ.Κ.5 καταγράφει τα τεκμήρια που παρέλαβε προς εξέταση (επισημαίνοντας ότι η αιτούμενη εξέταση αφορούσε την εξαγωγή όλων των αρχείων εικόνας που βρίσκονταν αποθηκευμένα), τη διαδικασία που ακολουθήθηκε προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού καθώς και τα ευρήματα που προέκυψαν από την εν λόγω εξέταση, μεταξύ των οποίων ήταν και ο εντοπισμός 87 αρχείων τα οποία αφορούσαν την υπόθεση και δεν είχαν ημερομηνία δημιουργίας, αλλά ημερομηνία μεταβολής η οποία ήταν μεταξύ 05.01.22 και 07.05.
- Αναγνώρισε δε το Τεκμήριο 15 ως τον ψηφιακό δίσκο που ετοίμασε για να αποθηκεύσει τα δεδομένα που εξήγαγε από την εξέταση του Τεκμηρίου
- Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, εξήγησε με λεπτομέρεια, επιμέρους αναφορές της έκθεσης του, τη σημασία της μορφής που είχαν τα αρχεία που εντοπίστηκαν, πώς και γιατί εντοπίστηκαν σε αυτή την μορφή και τι αυτό συνεπάγεται. Επεξήγησε περαιτέρω, τι σημαίνει πρακτικά το γεγονός πως δεν εντοπίστηκε η ημερομηνία δημιουργίας τους και ποια η σημασία της ημερομηνίας μεταβολής τους, για να καταλήξει πως η εν λόγω ημερομηνία, υποδηλοί πως κατά την εν λόγω χρονική περίοδο, τα 87 αρχεία που εντοπίστηκαν και σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση, υπήρχαν στο κινητό τηλέφωνο και δεν είχαν διαγραφεί. Η αντεξέταση του Μ.Κ.5, περιορίστηκε στο να ερωτηθεί, πού κατέληξε ο ψηφιακός δίσκος που ο ίδιος ετοίμασε, ο οποίος περιλάμβανε τα εξαχθέντα δεδομένα του Τεκμηρίου
- Ως Μ.Κ.6, κατέθεσε η Παραπονούμενη. Στην οπτικογραφημένη της κατάθεση (Τεκμήρια 3.1 και 3.2[3]), αναφέρει μεταξύ άλλων που και με ποιους διαμένει, ότι την ημέρα εκείνη (που έδινε την κατάθεση της) η ίδια έκλεινε τα 16 έτη της, ότι δεν φοιτούσε σε σχολείο καθώς και τους λόγους που η ίδια και ο Μ.Κ.8 διέκοψαν τη φοίτηση τους σε σχολείο μετά το Γυμνάσιο. Αναφέρεται περαιτέρω πως όταν ήταν 12 ετών, ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να την διαπαιδαγωγεί σεξουαλικά, δείχνοντας της εκπαιδευτικό υλικό από το διαδίκτυο ενώ όταν έγινε 13 ετών, ξεκίνησε να κάνει σενάρια ως προς το που πρέπει να τον αγγίξει και να κάνει «πράγματα σεξουαλικά». Όταν ο Κατηγορούμενος κατάλαβε ότι η ίδια είχε φοβία με τα αγόρια, της έλεγε να της δείξει τα δικά του γεννητικά όργανα, ώστε να γνωρίζει περί τίνος πρόκειται. Σε αυτό το πλαίσιο, της ζήτησε να τον αγγίξει στα γεννητικά του όργανα με πρόφαση το να διαπιστώσει πως δεν πρέπει να φοβάται. Tην απειλούσε πως εάν δεν το έκανε, θα έκοβε το χέρι του, ή θα τιμωρούσε τον Μ.Κ.
- Τα παραπάνω συνέβαιναν περίπου δύο με τρείς φορές, κάθε δύο μήνες περίπου, από τότε που ήταν 13 ετών, μέχρι πρόσφατα. Σε κάποιες από τις παραπάνω περιπτώσεις, της έλεγε να χρησιμοποιήσει τα χέρια ή το στόμα της, μέχρι να εκσπερματώσει και όταν χρησιμοποιούσε το στόμα της, την έβαζε να καταπίνει «αυτό το πράγμα στο τέλος». Αναφέρει επίσης κάποιο περιστατικό, που έγινε μια φορά στο υπνοδωμάτιο της, όταν η ίδια ήταν 13 ετών, όπου αφότου ο Κατηγορούμενος της ζήτησε να τον αγγίξει, την άγγιξε και ο ίδιος στα γεννητικά της όργανα, πάνω από τα ρούχα. Αναφέρει επίσης ότι όταν ήταν 13 ετών, ξεκίνησε να κόβει το σώμα της λόγω του κακοποιητικού χαρακτήρα του Κατηγορούμενου, γεγονός που διαπίστωσε ο Κατηγορούμενος και για το οποίο της ζητούσε να μεταβούν στο εργαστήριο του που βρίσκεται σε παρακείμενο του σπιτιού, χώρο, να αφαιρέσει τα ρούχα της εντελώς, ώστε να ελέγξει εάν είχε κοψίματα στο σώμα της, διαδικασία την οποία ο Κατηγορούμενος επαναλάμβανε μια φορά τον μήνα από τότε, παρότι η ίδια σταμάτησε να κόβεται από τότε που ήταν 13-14 ετών. Ξεκίνησε να αντιλαμβάνεται ότι ο Κατηγορούμενος την κακοποιεί, γύρω στα 14-15 έτη της, όταν πλέον εκμυστηρεύτηκε στον Μ.Κ.8 το τι συνέβαινε, γεγονός που οδήγησε τον Μ.Κ.8, να ψάξει και να εντοπίσει τον βιολογικό τους πατέρα (Μ.Κ.7) και να επικοινωνήσει με την Αστυνομία. Ο λόγος που αποφάσισε να μιλήσει στον Μ.Κ.8, ήταν γιατί ο Κατηγορούμενος της έλεγε πως όταν η ίδια γίνει 16 ετών, θα μπορούσαν να έχουν ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή και επειδή τα δέκατα έκτα γενέθλια της ήταν κοντά, ήταν τρομοκρατημένη και δεν ήθελε να βρίσκεται στο σπίτι που διέμενε με τον Κατηγορούμενο. Περιγράφει τέλος τον Κατηγορούμενο ως ένα πολύ χειριστικό άνθρωπο, ο οποίος εκτός από την μικρότερη τους αδελφή, ασκούσε ψυχολογική βία σε όλους τους άλλους ενώ στην Μ.Υ.6 ασκούσε και σωματική βία κάποιες φορές, δεν άφηνε την ίδια και τον Μ.Κ.8 να έχουν φίλους, της αφαίρεσε την πόρτα του υπνοδωματίου της λέγοντας της ότι είναι πολύ μικρή για να έχει πόρτα στο υπνοδωμάτιο και κακομεταχειριζόταν και εξευτέλιζε τον Μ.Κ.
- Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, διευκρίνισε κατά πόσο προτού της ληφθεί ανακριτική κατάθεση, ερωτήθηκε σε ποια γλώσσα επιθυμεί να γίνει η διαδικασία καθώς και εάν και σε ποιο βαθμό ομιλεί και καταλαβαίνει την ελληνική γλώσσα. Αναγνώρισε τον εαυτό της, ως το πρόσωπο που απεικονίζεται στις φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 15, επισημαίνοντας ότι πέραν από τον εαυτό της αναγνωρίζει και τον χώρο ως το εργαστήριο του Κατηγορούμενου, το οποίο βρίσκεται στον εξωτερικό χώρο της κατοικίας που διέμεναν. Επίσης, αναφέρθηκε με περισσότερη λεπτομέρεια ως προς το τι κατά τον ισχυρισμό της, ο Κατηγορούμενος της ζητούσε να πράξει με το χέρι και το στόμα της, τι της έλεγε ακριβώς και που ακριβώς βρίσκονταν όταν γίνονταν τα όσα ισχυρίστηκε στην οπτικογραφημένη της κατάθεση με παραπομπή στο Τεκμήριο
- Ερωτήθηκε περιπλέον, εάν είχαν επισκεφθεί αστυνομικοί την κατοικία τους, προτού της ληφθεί οπτικογραφημένη κατάθεση και για ποιο λόγο δεν ανέφερε τότε, αλλά ούτε και μετέπειτα που συνάντησε την Μ.Κ.4, όσα ανέφερε στην κατάθεση της. Περιπλέον, αναφορά έγινε και στη σχέση της με τον Μ.Κ.7, για ποιο λόγο δεν είχαν καμιά επικοινωνία μαζί του, πότε ήταν η τελευταία φορά που τον είχε συναντήσει πριν συναντηθούν στο Σπίτι του Παιδιού καθώς και εάν γνώριζε την Α.Κ., τη σχέση της τελευταίας με την οικογένεια της καθώς και εάν επικοινώνησε το πρόσωπο αυτό μαζί της μετά που έδωσε την οπτικογραφημένη της κατάθεση. Η Παραπονούμενη αντεξετάστηκε ως προς τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ήρθαν στην Κύπρο με τον Κατηγορούμενο, ποια η σχέση που η ίδια και ο Μ.Κ.8 είχαν με τον Μ.Κ.7 και κατά πόσο, όλα τα χρόνια της παραμονής τους στην Κύπρο, συντηρούνταν από τον Κατηγορούμενο. Ερωτήθηκε επίσης για ποιο λόγο, όταν αρχικά τους επισκέφθηκε η Αστυνομία και η Μ.Κ.4 στο σπίτι τους, δεν ανέφερε οτιδήποτε από αυτά που είπε στην οπτικογραφημένη της κατάθεση, για να της υποβληθεί πως δεν φοβόταν να μιλήσει, ως ήταν η θέση της ίδιας και η όλη καταγγελία είχε σχεδιαστεί από την ίδια και τον Μ.Κ.8, ώστε να μπορούν να φύγουν και να επιστρέψουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, εξ ου και όταν πλέον συνελήφθη ο Κατηγορούμενος, έφυγαν μαζί με τον Μ.Κ.
- Αντεξετάστηκε περαιτέρω, σε σχέση με τις φωτογραφίες που εντοπίστηκαν στο κινητό του Κατηγορούμενου, για να της υποβληθεί πως καμιά σεξουαλική πρόθεση υπήρχε από πλευράς του τελευταίου, ο οποίος προέβαινε σε φωτογράφηση της με μοναδικό σκοπό να ελέγξει εάν εξακολουθούσε να κόβει το σώμα της, ότι παροτρύνθηκε από τον Κατηγορουμένο να αποταθούν για ψυχολογική υποστήριξη και η ίδια αρνήθηκε, απειλώντας τον ότι εάν το πράξει θα αυτοκτονήσει, ότι αυτοτραυματιζόταν λόγω μιμητισμού μιας άλλης φίλης της και όχι επειδή είχε κατάθλιψη και πως ό,τι ανέφερε σε σχέση με το ότι δεν περνούσε καλά στο σπίτι, ήταν ψέματα καθότι ήταν μια αγαπημένη οικογένεια, την οποία φρόντιζε ο Κατηγορούμενος. Σε σχέση με τις αναφορές της, ότι της αφαίρεσαν σκόπιμα την πόρτα του υπνοδωματίου της, της υποβλήθηκε ότι ψεύδεται και πως ο λόγος που αφαιρέθηκε η πόρτα ήταν γιατί εμπόδιζε την διαρρύθμιση των επίπλων που ήθελε να κάνει η Μ.Υ.6 και πως βρισκόταν κουρτίνα, μπροστά από το δωμάτιο, η οποία της παρείχε ιδιωτικότητα. Ως ψέμα της αποδόθηκε και η αναφορά της ότι σταμάτησε το σχολείο επειδή ο Κατηγορούμενος επέμενε να μην συνεχίσει και της υποβλήθηκε πως ήταν δική της απόφαση και ενώ της δόθηκε η επιλογή να συνεχίσει, η ίδια επέλεξε να διακόψει τη φοίτηση της. Ερωτήθηκε περαιτέρω κατά πόσο η ίδια ζητούσε από τον Κατηγορούμενο να συζητούν θέματα σεξουαλικής φύσεως, επειδή η ίδια είχε αμφιβολίες για τη σεξουαλικότητα της και κατά πόσον, ο Κατηγορούμενος, πλην της περιόδου που απαγορευόταν η κυκλοφορία λόγω κορονοϊού, την μετέφερε συχνά στις φίλες της ή το αντίστροφο. Πέραν τούτων, η Παραπονούμενη ερωτήθηκε κατά πόσο ο Κατηγορούμενος τους έθετε περιορισμούς στο σπίτι, όπως για παράδειγμα για τη διάρκεια χρήσης του διαδικτύου, για να της υποβληθεί πως οι περιορισμοί αυτοί που τίθονταν και οι οποίοι είχαν από μέρους του Κατηγορούμενου σκοπό, την ορθή διαπαιδαγώγηση τους, ήταν ένας από τους λόγους που ήθελαν με τον Μ.Κ.8 να εκδικηθούν τον Κατηγορούμενο. Ως προς τον Μ.Κ.8 της τέθηκε η θέση πως τίποτα από όσα ανέφερε σε σχέση με τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου προς αυτόν έγινε, πλην του ότι εργαζόταν μεν μερικώς για τον Κατηγορούμενο, ωστόσο αμοιβόταν. Αντεξετάστηκε τέλος, ως προς το κατά πόσον, την περίοδο που ισχυρίζεται ότι κακοποιείτο σεξουαλικά από τον Κατηγορούμενο στο εργαστήριο του σπιτιού τους, διέμενε εκεί η Α.Κ., η οποία είναι φίλη του Κατηγορούμενου, εάν ο Μ.Κ.8 είχε κλειδιά της πόρτας του εν λόγω εργαστηρίου και ελεύθερη πρόσβαση σε αυτό, ως επίσης και κατά πόσο η ίδια σε μικρότερη ηλικία, είχε τη συνήθεια να παίρνει χρήματα από το σπίτι, να τα κρύβει και να λέει ψέματα, για να της υποβληθεί πως ό,τι ανέφερε είναι ψέματα, λόγω της ροπής που έχει η ίδια στο να ψεύδεται. Ο Μ.Κ.7, βιολογικός πατέρας της Παραπονούμενης και του Μ.Κ.8 και πρώην σύζυγος της Μ.Υ.6, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του (Έγγραφο Η), όπου αναφέρει μεταξύ άλλων, τον λόγο που από τον καιρό που η Μ.Υ.6 έφυγε από το Ηνωμένο Βασίλειο με την Παραπονούμενη και τον Μ.Κ.8, ο ίδιος δεν είχε ξανά επικοινωνία μαζί τους με εξαίρεση μια φορά που ήρθε στην Κύπρο, τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο Μ.Κ.8 κατόρθωσε να τον εντοπίσει και να επικοινωνήσει μαζί του καθώς και τον λόγο που του αναφέρθηκε από τον Μ.Κ.8, ως προς τη μη αποκάλυψη της ταυτότητας του τελευταίου, στην αρχή που επικοινώνησε μαζί του. Μεταξύ αυτών ήταν και το ότι ο Κατηγορούμενος, δεν τους επέτρεπε να κάνουν οτιδήποτε χωρίς τη δική του έγκριση και πως εάν μάθαινε πως επικοινώνησε μαζί του, θα τον σκότωνε. Πέραν τούτου, του είχε αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος δεν τους επέτρεπε να βγαίνουν έξω χωρίς ο ίδιος να είναι παρών, ούτε να έχουν φίλους και πως ο λόγος που τον ώθησε να επικοινωνήσει μαζί του, ήταν γιατί ο Κατηγορούμενος κακοποιούσε σεξουαλικά την Παραπονούμενη από τότε που ήταν 13 ετών και ήθελαν βοήθεια να ξεφύγουν από αυτή την κατάσταση, μιας και έγινε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία δια μέσου ενός οργανισμού στην Κύπρο. Περαιτέρω ανέφερε πως έφτασε στην Κύπρο στις 13.06.22, ότι είχε επικοινωνήσει μαζί του η Μ.Κ.4 από το Σπίτι του Παιδιού και ότι διευθετήθηκε συνάντηση, κατά τη διάρκεια της οποίας ενημερώθηκε από την τελευταία ότι διερευνάται από την Αστυνομία καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου για σεξουαλική κακοποίηση της Παραπονούμενης. Έπειτα από τρεις ημέρες, συνάντησε στο γραφείο της Μ.Κ.4, την Παραπονούμενη και τον Μ.Κ.8 και εξέφρασε την ετοιμότητα να τους πάρει μαζί του στο Ηνωμένο Βασίλειο, εάν οι ίδιοι επιθυμούσαν. Επίσης, αναφέρθηκε σε ένα ηχογραφημένο αρχείο που του αποστάλθηκε από τον Μ.Κ.8, το οποίο ηχογράφησε η Παραπονούμενη όταν ο Κατηγορούμενος της ζητούσε να βγάλει τα ρούχα της, το οποίο είχε και ήταν διατεθειμένος να παραδώσει στις αστυνομικές αρχές εάν κρινόταν σκόπιμο. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, ερωτήθηκε κατά πόσον ο ίδιος άκουσε το ηχητικό το οποίο αναφέρει στην κατάθεση του και του ζητήθηκε να μεταφέρει στο Δικαστήριο, το περιεχόμενο της συνομιλίας που άκουσε, πράγμα που έκανε. Η αντεξέταση του Μ.Κ.7, περιστράφηκε γύρω από τους λόγους που δεν υπήρχε επικοινωνία με την Παραπονούμενη και τον Μ.Κ.8 από όταν έφυγαν από το Ηνωμένο Βασίλειο, για να του υποβληθεί η θέση πως ο λόγος ήταν διότι ο ίδιος δεν ενδιαφερόταν και πως η Μ.Υ.6 πήρε την απόφαση να φύγουν, ένεκα της κακοποιητικής του συμπεριφοράς. Αντεξετάστηκε περαιτέρω σε σχέση με τον λόγο που ενώ, ως ανέφερε στην κατάθεση του, έμαθε για την σεξουαλική κακοποίηση της Παραπονούμενης κάποιους μήνες πριν, περίμενε μέχρι τις 13.06.2022 για να έρθει στην Κύπρο, για να του υποβληθεί πως ψεύδεται και πως ο λόγος που μεσολάβησαν τόσοι μήνες, ήταν γιατί ενορχήστρωνε την καταγγελία με την Παραπονούμενη και τον Μ.Κ.8 ώστε να επιτύχουν τον σκοπό τους, που ήταν να τους πάρει πίσω στο Ηνωμένο Βασίλειο, εξ ου και μεσούσης της πιο πάνω περιόδου, έφυγε από τη Νέα Ζηλανδία όπου ζούσε με την πρώην σύντροφο του. Επίσης του υπεβλήθη πως ψεύδεται και σε ό,τι αφορά την ύπαρξη ηχητικά καταγεγραμμένης συνομιλίας αλλά και όσων ανέφερε στο Δικαστήριο σε σχέση με το τι ο Μ.Κ.8 του είπε για τον Κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.8, αδελφός της Παραπονούμενης, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του (Έγγραφο Θ), στην οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων, στο πότε και κάτω από ποιες περιστάσεις ήρθε στην Κύπρο, πού διέμενε, καθώς και στο ότι διέκοψε τη φοίτηση του μετά το Γυμνάσιο κατόπιν παρότρυνσης του Κατηγορουμένου, ο οποίος του είπε να μείνει στο σπίτι και να παρακολουθήσει διαδικτυακά μαθήματα στον τομέα που τον ενδιέφερε, κάτι το οποίο δεν έγινε ποτέ. Περιγράφει τις περιστάσεις υπό τις οποίες ξεκίνησε να εργάζεται στην οικογενειακή επιχείρηση που ανήκε στον Κατηγορούμενο, την εργασία που διεκπεραίωνε, την αμοιβή την οποία λάμβανε (20 ευρώ μηνιαίως), ενώ περιγράφει τον Κατηγορούμενο ως χειριστικό και κακοποιητικό, ειδικότερα προς την Παραπονούμενη, αφού την κακοποιούσε σεξουαλικά στο εργαστήριο του, γεγονός το οποίο έμαθε στις 30.01.22 από την τελευταία. Εξηγεί πως η Παραπονούμενη του ανέφερε ότι την ανάγκαζε να τον αγγίζει και το αντίστροφο, ότι δεν του είπε πολλές λεπτομέρειες αφού αντελφήθη ότι ένιωθε ντροπή και αναστάτωση και δεν έδειχνε τα συναισθήματα της, ότι όταν έμαθε τα πιο πάνω αποφάσισε την ίδια ημέρα να ενημερώσει τον Μ.Κ.7, ο οποίος διέμενε στο Ηνωμένο Βασίλειο και δίδει λεπτομέρειες της εν λόγω επικοινωνίας ενώ επίσης εξηγεί ότι ο ίδιος ζήτησε από την Παραπονούμενη να ηχογραφήσει τον Κατηγορούμενο, ότι η τελευταία το έπραξε και ότι ο ίδιος απέστειλε ακολούθως την ηχογράφηση στον Μ.Κ.
- Επιπλέον αναφέρεται και στους λόγους που παρά το ότι ήθελε να φύγει μακριά από τον Κατηγορούμενο από καιρό, δεν το έπραξε αλλά και στο γιατί δεν ανέφεραν τίποτε από τα παραπάνω στη μητέρα τους (Μ.Υ.6) την οποία ο ίδιος ανέφερε πως θεωρεί επίσης θύμα, αφού τον άκουσε να την χτυπά πολλές φορές και εν γένει να μην της φέρεται καλά. Επίσης ανεφέρεται και στο πώς έφτασε η καταγγελία στην Αστυνομία, λέγοντας ότι στις 11.06.22, η Παραπονούμενη ήταν φοβισμένη και του είπε πως ο Κατηγορούμενος της είχε πει πως όταν θα έκλεινε τα 16 έτη της, θα είχαν ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή και επειδή η Παραπονούμενη θα έκλεινε 16 στις 16.06.22, ο ίδιος θεώρησε σκόπιμο να ενημερώσει τον Μ.Κ.7, όπερ και έπραξε, με τον τελευταίο να φτάνει στην Κύπρο για να τους βοηθήσει στις 13.06.22, χωρίς ωστόσο να τον έχει συναντήσει πριν τις 16.6.22 που μετέβη στο Σπίτι του Παιδιού και έδωσε κατάθεση. Τέλος, περιγράφει τα παιδικά και εφηβικά χρόνια που πέρασε με τον Κατηγορούμενο ως δύσκολα χρόνια, κατά τα οποία τους χειραγωγούσε και συμπεριφερόταν και στον ίδιο κακοποιητικά, λέγοντας του μεταξύ άλλων κάποιες φορές πως θα ήταν καλύτερο εάν αυτοκτονούσε. Αναφέρει περιπλέον πως παρότι ο Κατηγορούμενος παρουσιαζόταν προς τον έξω κόσμο ως ιερέας, ο ίδιος δεν πιστεύει πως ασκεί πραγματικά το εν λόγω λειτούργημα και πως όταν ήταν μικρότερος, του ασκούσε και σωματική βία αλλά δεν θυμόταν ημερομηνίες ή λεπτομέρειες, δεν είχε καθόλου κοινωνική ζωή και φίλους, μέσο να κυκλοφορεί και δεν έβγαινε έξω παρά μόνο για να πάει μέχρι το περίπτερο της γειτονιάς του. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε στο πώς και από ποιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης επικοινώνησε με τον Μ.Κ.7, καθώς και τον λόγο που χρησιμοποίησε εν τέλει άλλο μέσο και άλλο όνομα παρά το δικό του για να επικοινωνεί με τον Μ.Κ.
- Αντεξετάστηκε ως προς το εάν διατηρούσε οποιεσδήποτε σχέσεις με τον Μ.Κ.7 από το 2013 που έφυγαν από το Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι και το 2022 που τον συνάντησε, για να του υποβληθεί πως ο ισχυρισμός του ότι δεν τους επέτρεπε ο Κατηγορούμενος την επικοινωνία, είναι ψέμα και πως ήταν κατ' επιλογήν του ίδιου του Μ.Κ.8 που δεν συναντήθηκαν με τον Μ.Κ.7, όταν ο τελευταίος ήρθε σε κάποια στιγμή στην Κύπρο για να τους συναντήσει. Του υπεβλήθη επίσης πως ως οικογένεια, ήταν αγαπημένοι και είχαν κοινωνική ζωή και πως ο ίδιος δεν τους ακολουθούσε και προτιμούσε να παραμένει μόνος στο σπίτι λόγω του «κλειστού» χαρακτήρα του, αρνούμενος οποιεσδήποτε συναναστροφές με άλλους ανθρώπους. Ερωτήθηκε επίσης εάν γνωρίζει για ποιο λόγο αφαιρέθηκε η πόρτα που υπήρχε στο υπνοδωμάτιο της Παραπονούμενης και για ποιο λόγο δεν αντικαταστάθηκε, για να του υποβληθεί πως ο λόγος ήταν το ότι δεν βόλευε στη διαρρύθμιση του υπνοδωματίου. Ερωτήθηκε επίσης, εάν η Παραπονούμενη παρακολουθούσε διαδικτυακά, κάποια επιμορφωτικά μαθήματα με την προοπτική να εργοδοτηθεί σε σχολείο όπου εργαζόταν η μητέρα του Κατηγορούμενου, για ποιο λόγο η Παραπονούμενη, όπως και ο ίδιος, δεν ήθελαν να συνεχίσουν το σχολείο και εάν γνώριζε πως η Παραπονούμενη τραυμάτιζε τον εαυτό της επειδή και η φίλη της Μ.G. το έκανε. Επιπλέον, αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσον, στο εργαστήριο του Κατηγορούμενου περνούσαν χρόνο τόσο ο ίδιος όσο και η Παραπονούμενη, ποιοι είχαν πρόσβαση σε αυτό και εάν τα κλειδιά της κλειδαριάς της εξωτερικής πόρτας τα είχε ο ίδιος, όπως και την ευθύνη να κλειδώνει. Ως προς τον ισχυρισμό του ότι ο Κατηγορούμενος τους απαγόρευε μεταξύ άλλων τις εξόδους από το σπίτι, του υπεβλήθη πως και αυτή η αναφορά του ήταν ψέμα και πως αυτό που έπραττε ο Κατηγορούμενος ήταν να τους ασκεί το συνήθη έλεγχο που ασκεί κάποιος γονέας σε έφηβους, ως ήταν τότε και ο ίδιος. Επιπρόσθετα, του υποβλήθηκε η θέση πως ουδέποτε η Παραπονούμενη του είπε πως κακοποιείτο σεξουαλικά από τον Κατηγορούμενο γιατί κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ και πως τούτο διαφαίνεται από το ότι, ενώ λέει πως ενημερώθηκε από την Παραπονούμενη τον Ιανουάριο του 2022 και ενώ τότε ήταν ήδη ενήλικας, η καταγγελία έγινε τον Ιούνιο του
- Επίσης του υπεβλήθη ότι το ψεύδος φαίνεται και από το ότι στο εργαστήριο όπου ισχυρίζονται ότι κακοποιείτο η Παραπονούμενη η πρόσβαση ήταν ελεύθερη και δεν θα μπορούσε ο Κατηγορούμενος να πράξει όσα του καταλόγισαν, αλλά και από το ότι ποτέ δεν ενημέρωσαν τη μητέρα τους (Μ.Υ.6) και τέλος, από το ότι η καταγγελία κατασκευάστηκε όταν πλέον επικοινώνησε με τον Μ.Κ.7 και το σχεδίασαν, ώστε να μπορεί να έρθει και να τους πάρει με την Παραπονούμενη, πίσω στο Ηνωμένο Βασίλειο. Πέραν των πιο πάνω, του τέθηκε η θέση πως ψεύδεται ακόμη και για την αναφορά του ότι ο Κατηγορούμενος κτυπούσε την Μ.Υ.6, γεγονός που δεν είδαν ποτέ να συμβαίνει και πως ήθελαν με την Παραπονούμενη να εκδικηθούν τον Κατηγορούμενο, ο οποίος τους ασκούσε επωφελή έλεγχο και ανησυχούσε για τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους και τις περίεργες σεξουαλικές συνήθειες που είχαν τόσο ο ίδιος όσο και η Παραπονούμενη. Ο Μ.Κ.9, Αστ. 2298 Σ.Α., ο οποίος υπηρετεί στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων, του Αρχηγείου Αστυνομίας, υιοθέτησε την κατάθεση του (Έγγραφο ΙΑ), στην οποία αναφέρεται στις ενέργειες στις οποίες προέβη, κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Αυτές συνίστανται, στην παραλαβή των τεκμηρίων που αναφέρονται στο Τεκμήριο 13 από τον Μ.Κ.2 στις 18.06.22, στη μετέπειτα παράδοση τους στις 20.06.22 στον Μ.Κ.5, στη λήψη συγκατάθεσης από τη Μ.Υ.6 για φωτογράφηση της οικίας που διέμεναν (Τεκμήριο 6), στην ετοιμασία εντύπου κατά τη διάρκεια υπόδειξης σκηνών από την Παραπονούμενη (Τεκμήριο 7) και στην καθ΄ υπόδειξιν του, φωτογράφηση τους από τη Μ.Κ.1 (βλ. Τεκμήριο 8), καθώς επίσης και στη λήψη γραπτής συγκατάθεσης από τον Κατηγορούμενο προς λήψη βιομετρικών στοιχείων, παρειακών επιχρισμάτων, δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε στα προσόντα και την εμπειρία του, στο πως έφτασε στον κλάδο που υπηρετεί η αναφορά για την παρούσα υπόθεση καθώς στη δική του εμπλοκή αλλά και στο λόγο για τον οποίο κρίθηκε σκόπιμη η παράδοση των τεκμηρίων στο Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων (ΔΕΗΔ) προς εξέταση, ποιο το αποτέλεσμα των εν λόγω εξετάσεων, τι ανέφερε η Παραπονούμενη κατά τη διάρκεια υπόδειξης σκηνών και εάν κατά την επίσκεψη του στην οικία, αντελήφθη οτιδήποτε που να τον παραξένεψε. Επίσης, ανέφερε πως κατόπιν των πιο πάνω ενεργειών του, είχε λάβει επίσης γραπτή κατάθεση από την Α.Κ., την οποία εντόπισαν να διαμένει στο σπίτι του Κατηγορούμενου όταν είχαν μεταβεί εκεί, οπόταν και κρίθηκε σκόπιμη η λήψη κατάθεσης από το εν λόγω πρόσωπο, μιας και η Παραπονούμενη στην οπτικογραφημένη της κατάθεση ανέφερε πως το τελευταίο περιστατικό είχε γίνει ημέρες προηγουμένως, ήτοι στις 11.06.
- Από τη λήψη της εν λόγω κατάθεσης, διαπιστώθηκε πως εν τέλει η Α.Κ., στις 11.06.22, δεν φιλοξενείτο στην εν λόγω οικία. Περαιτέρω, προσέγγισαν γείτονες της οικίας και συνομίλησαν μαζί τους, για να διαπιστώσουν εάν κάποιος εξ αυτών, αντελήφθη οτιδήποτε το οποίο θα ήταν χρήσιμο κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και παρέδωσε στη Μ.Υ.6 αντίγραφο της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης. Κατά την αντεξέταση του, ερωτήθηκε γιατί κρίθηκε σκόπιμο να ρωτήσουν τους περίοικους της οικίας, εάν περιέπεσε στην αντίληψη τους οτιδήποτε, εάν ο ίδιος αντελήφθη κατά την επίσκεψη του στην εν λόγω οικία πως έξω από το υπνοδωμάτιο της Παραπονούμενης υπήρχε κουρτίνα η οποία διαχώριζε το σαλόνι, εάν στο χώρο του εργαστηρίου υπήρχε κλειδαριά στην πόρτα, εάν λήφθηκε κατάθεση από την Μ.Υ.6 και για ποιο λόγο το εν λόγω πρόσωπο δεν περιλαμβανόταν στον κατάλογο μαρτύρων της υπόθεσης. Του υπεβλήθη τέλος, πως η Α.Κ., διέμενε μεταξύ άλλων ημερομηνιών, στις 11.06.2022 στο σπίτι του Κατηγορούμενου και συγκεκριμένα, στον χώρο του εργαστηρίου. Η Μ.Κ.10, κλινική ψυχολόγος στο Σπίτι του Παιδιού, υιοθέτησε το βιογραφικό σημείωμα της (Έγγραφο ΙΒ) και την έκθεση που ετοίμασε ημερ. 31.10.22, κατόπιν που αξιολόγησε την Παραπονούμενη, (Έγγραφο ΙΓ). Στο Έγγραφο ΙΓ, η Μ.Κ.10 αναφέρεται στον λόγο που η Παραπονούμενη παραπέμφθηκε σε αξιολόγηση, στη λήψη συγκατάθεσης προς τον παραπάνω σκοπό από τον Μ.Κ.7 και την Μ.Υ.6, την πορεία συνεργασίας καθώς και το ιστορικό της Παραπονούμενης, τα κλινικά ευρήματα, τα συμπεράσματα και τις εισηγήσεις της. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, εξήγησε τι εστί η κλινική ψυχολογία και σε τι συνίσταται η κλινική αξιολόγηση ενός ατόμου και οι κλινικές συνεντεύξεις μαζί του ενώ επίσης αναφέρθηκε και στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες συνάντησε την Παραπονούμενη για πρώτη φορά. Περαιτέρω, αναφέρθηκε με περισσότερη λεπτομέρεια σε επιμέρους αναφορές της έκθεσης της, όπως το για ποιο λόγο η Μ.Υ.6 φαινόταν αποτρεπτική στο να δώσει πληροφορίες για τη λήψη του ιστορικού, τι εννοεί όταν αναφέρει πως στην Παραπονούμενη είχε φανεί πως ανατέθηκαν από την οικογένεια περισσότερες ευθύνες από αυτές που αναλογούσαν στο ηλικιακό της στάδιο, ποια επίδραση είχε στην Παραπονούμενη η ανεπάρκεια της Μ.Υ.6 στο να ανταποκριθεί στον γονεϊκό της ρόλο και για ποιο λόγο ένα παιδί, δυνατόν να αυτοτραυματίζεται, γεγονός το οποίο η ίδια συνέδεσε στην έκθεση της, με τα όσα η Παραπονούμενη ανέφερε πως βίωνε στο σπίτι. Περαιτέρω, εξήγησε τι εννοεί με την αναφορά πως η Παραπονούμενη βίωνε τη σεξουαλική κακοποίηση της μέσω συναισθηματικού μουδιάσματος, ποια τα στάδια που ακολουθούν τη σεξουαλική κακοποίηση, μέχρι και το στάδιο της αποκάλυψης, για ποιο λόγο καταλήγει στην έκθεση της πως η Παραπονούμενη είχε δυσκολία στο να αναπτύξει συναισθήματα εμπιστοσύνης προς τους γύρω της, ποια επίδραση μπορεί να έχει σε ένα παιδί η κοινωνική απομόνωση του και ειδικότερα σε ό,τι αφορά την Παραπονούμενη καθώς επίσης και κατά πόσο είναι εφικτή η ταυτόχρονη ύπαρξη ψυχικών τραυμάτων και η απουσία διάγνωσης οποιασδήποτε ψυχικής διαταραχής. Αντεξετάστηκε κυρίως, σε σχέση με τη διαδικασία που ακολούθησε κατά την ψυχολογική αξιολόγηση της Παραπονούμενης και τα ευρήματα στα οποία κατέληξε, εφόσον αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης, πως καμμιά ουσιαστική αξιολόγηση έγινε, με αποτέλεσμα να εξαχθούν λανθασμένα συμπεράσματα από μια απλή συνέντευξη, χωρίς να προηγηθεί τεστ προσωπικότητας της Παραπονούμενης, το οποίο ήταν απαραίτητο να γίνει. Επίσης, υπεβλήθη στην Μ.Κ.10 πως η έκθεση που συνέταξε, ήταν προκατειλημμένη κατά του Κατηγορούμενου και πως οι πληροφορίες που αναφέρονται στην έκθεση ότι προήλθαν από την Μ.Υ.6, είναι λανθασμένες διότι η Μ.Υ.6 ουδέποτε ανέφερε, όσα επιμέρους καταγράφονται ως λεγόμενα της. Περιπλέον, υπεβλήθη στη μάρτυρα πως τα όσα αναφέρει ως ευρήματα και συμπεράσματα στην έκθεση, είναι μεταξύ τους αντιφατικά και η Παραπονούμενη καμμιά σεξουαλική κακοποίηση υπέστη εξ ου και κανένας από τους δασκάλους της στο σχολείο, δεν αντελήφθη οτιδήποτε που να τον ανησυχήσει, τα όσα δε ανέφερε στη Μ.Κ.10 ήταν ψέματα, τα οποία θα μπορούσε να αντιληφθεί εάν διεξήγαγε με τον ορθό επιστημονικό τρόπο, την αξιολόγηση της. Τέλος, αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης πως ο Κατηγορούμενος, φωτογράφιζε την Παραπονούμενη ώστε να μπορεί να ελέγχει κατά πόσο εξακολουθούσε να αυτοτραυματίζεται, ενόψει του ότι επίκειτο συνέντευξη της, σε ιδιωτικό σχολείο στην Λευκωσία, ώστε να μπορεί να εργοδοτηθεί και δεν θα έπρεπε να είχε οποιαδήποτε κοψίματα στο σώμα της. Τέλος, η Μ.Κ.10 ερωτήθηκε κατά πόσο η Παραπονούμενη της ανέφερε τον σεξουαλικό προσανατολισμό της και εάν τα όποια συμπτώματα καταγράφει στην έκθεση της ότι εντόπισε στη συμπεριφορά της τελευταίας, είναι απίθανο να προέρχονταν από την δυσφορία που ένιωθε για την σεξουαλική ταυτότητα της. Ο Κατηγορούμενος, κατά την κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στις περιστάσεις υπό τις οποίες γνώρισε την Μ.Υ.6, την Παραπονούμενη και τον Μ.Κ.8, πότε και κάτω από ποιες περιστάσεις μετακόμισαν στην Κύπρο, πως και που ζούσαν και σε ποια σχολεία και μέχρι πότε φοιτούσαν η Παραπονούμενη και ο Μ.Κ.
- Αναφέρθηκε περιπλέον, στις συνήθειες αλλά και το πως περνούσαν η Παραπονούμενη και ο Μ.Κ.8 στο σχολείο, επισημαίνοντας ότι αμφότεροι, αντιμετώπιζαν προβλήματα συμπεριφοράς αλλά και αποδοχής τους από τους συμμαθητές τους, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, τους οποίους εξήγησε. Για την Παραπονούμενη ανέφερε πως ενώ στις αρχές δεν αντιμετώπιζαν οποιοδήποτε πρόβλημα, στη συνέχεια και όταν μετακόμισαν σε άλλο χωριό και η Παραπονούμενη μετεγράφη σε άλλο σχολείο, ξεκίνησαν να έχουν προβλήματα μαζί της, αφού δεν διάβαζε και δεν ασχολείτο με τις εργασίες της και η συμπεριφορά της δεν ήταν καλή, από τη στιγμή που ξεκίνησε να έχει επαφές με την Μ.G., στα 13 της έτη, με την οποία είχαν και ερωτικές σχέσεις από τότε. Αναφέρθηκε περαιτέρω, στο ότι τόσο η Παραπονούμενη, όσο και ο Μ.Κ.8 τερμάτισαν την φοίτηση τους στο σχολείο, κατόπιν δικής τους επιθυμίας και πως αμφότεροι μετέπειτα, κατόπιν δικής του παροτρύνσεως παρακολουθούσαν διαδικτυακά μαθήματα επιμόρφωσης, στους τομείς που ενδιέφεραν τον κάθε ένα ξεχωριστά. Για την Παραπονούμενη, ανέφερε ειδικότερα πως από όταν σταμάτησε το σχολείο, παρακολούθησε πάρα πολλά διαδικτυακά σεμινάρια σε Πανεπιστήμιο, για τα οποία έλαβε πιστοποιητικά παρακολούθησης, ώστε να μπορεί να εργαστεί στο ιδιωτικό σχολείο που εργάζεται η μητέρα του (Μ.Υ.3) στην Κύπρο, σκοπός που εν τέλει δεν επετεύχθη διότι έφυγαν από την Κύπρο με τον Μ.Κ.7 όταν έγινε η καταγγελία για την παρούσα και δεν έγινε η συνέντευξη που προγραμματίζετο να γίνει για τον παραπάνω σκοπό. Χαρακτήρισε την ζωή τους σαν οικογένεια, ως πολύ ενεργή κοινωνικά, με τον ίδιο να τους παρέχει πλήρη οικονομική και συναισθηματική στήριξη. Επί αυτών των αναφορών του, κατέθεσε δέσμη φωτογραφιών που λήφθηκαν σε διάφορες εξορμήσεις της οικογένειας (Τεκμήρια 20 και 21), καταλήγοντας πως παρότι στο σπίτι, η συμπεριφορά του Μ.Κ.8 και της Παραπονούμενης ήταν προβληματική, ο ίδιος ήταν πολύ κοντά τους, μιλώντας τους και συμβουλεύοντας τους συνεχώς. Ιδιαιτέρως για τον Μ.Κ.8, ο οποίος εργαζόταν πράγματι στην εταιρεία του ως ανέφερε, το πλάνο ήταν σε κάποια στιγμή να του μεταβιβάσει εξ ολοκλήρου την ιδιοκτησία της εταιρείας, ώστε να έχει αποκτήσει κάτι στην ζωή του. Απέδωσε τις αναφορές υποτίμησης και κακής συμπεριφοράς που του απέδωσε ο Μ.Κ.8 σε ψεύδη, οι οποίες ανταποκρίνονταν στο τι ο Μ.Κ.7 έλεγε στον Μ.Κ.8, όταν ήταν μικρότερος. Αποτέλεσε περιπλέον θέση του πως σε καμμιά περίπτωση, δεν ήταν χειριστικός μαζί τους και δεν απαγόρευε ούτε στον Μ.Κ.8, όπως ούτε και στην Παραπονούμενη, να έχουν φίλους, εξόδους και πρόσβαση στο διαδίκτυο και πως ό,τι έπραττε ήταν να τους θέτει υγιείς περιορισμούς εφόσον και ο μεν Μ.Κ.8 ήταν εθισμένος σε ιστοσελίδες σκληρού πορνογραφικού υλικού και η Παραπονούμενη δεχόταν απρεπή μηνύματα και εκφοβισμό από συμμαθητές της σε διάφορες ομάδες συνομιλιών που είχαν μεταξύ τους, ένεκα του ότι είχαν μάθει πως ο Κατηγορούμενος ήταν ιερέας, γεγονός για το οποίο την κοροϊδεύαν. Περιπλέον, αναφέρθηκε στην Μ.Υ.6 και στο πως η ίδια ως μητέρα αντιμετώπιζε τα παιδιά της, λέγοντας για το περιστατικό στο οποίο αναφέρθηκαν η Παραπονούμενη και ο Μ.Κ.8 πως πρόκειται για παρεξήγηση του τι άκουσαν, εξιστορώντας τι συνέβη εκείνη την ημέρα. Σε σχέση με τον Μ.Κ.7, αποτέλεσε θέση του πως ουδέποτε είπε στον Μ.Κ.8 και στην Παραπονούμενη πως δεν ήταν εν ζωή και πως όταν έφτασαν στην Κύπρο, έλαβαν τηλεφώνημα από την Αστυνομία στην Αγγλία όπου τους αναφέρθηκε πως ο Μ.Κ.7 τους κατήγγειλε για απαγωγή του Μ.Κ.8 και της Παραπονούμενης, τι μετέπειτα συνέβη όταν ο Μ.Κ.7 έφτασε στην Κύπρο και για ποιο λόγο, από τη στιγμή που ο τελευταίος αποχώρησε από την Κύπρο, δεν είχε ξανά επικοινωνία μαζί τους, αποδίδοντας τον λόγο, σε ουσιαστική αδιαφορία του τελευταίου. Επί τούτου, ανέφερε πως πιστεύει πως ένας από τους λόγους που έγινε η καταγγελία για την παρούσα, ήταν για να πάρει εκδίκηση ο Μ.Κ.7 από τον ίδιο, εφόσον πιστεύει πως του πήρε τα παιδιά του, γεγονός το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αφού η Μ.Υ.6 έφυγε με τα παιδιά από κοντά του, λόγω της βίας που τους ασκούσε. Ως προς το ότι στο υπνοδωμάτιο της Παραπονούμενης δεν υπήρχε πόρτα, ανέφερε πως ο λόγος έγκειτο στο ότι η πόρτα όταν αγόρασαν το σπίτι, ήταν κατεστραμμένη και επειδή δεν βόλευε τη διαρρύθμιση των επίπλων που ήθελε να κάνει η Μ.Υ.6 και επειδή η Μ.Υ.6 θεωρούσε ότι κάποιο από τα παιδιά θα έκλεινε τα δάκτυλα του μέσα, όπως συνέβη πιο παλιά σε άλλο σπίτι που διέμεναν, η τελευταία του ζήτησε να την αφαιρέσει εντελώς. Σε σχέση με τις φωτογραφίες (τεκμήριο 15) που εντοπίστηκαν στο κινητό του τηλέφωνο, αποτέλεσε θέση του πως όταν η Παραπονούμενη ήταν 13 ετών, αντιλήφθηκαν με την Μ.Υ.6 ότι αυτοτραυματιζόταν, ξεκίνησαν να την παρατηρούν μέχρι που μετά από κάποιες ημέρες, διαπίστωσε από έλεγχο που της έκανε πως είχε κοψίματα σε όλο της το σώμα, τα οποία επαναλάμβανε, γεγονός που τον έκανε να ανησυχήσει. Τη φωτογράφισε την πρώτη φορά για να έχει ως αναφορά του τα κοψίματα που είχε και συνέχιζε να την φωτογραφίζει κάθε φορά που ήλεγχε το σώμα της έτσι ώστε να μπορεί να διαπιστώνει πότε του έλεγε ψέματα ως προς το εάν έκοψε ξανά τον εαυτό της. Σε κάθε νέα φωτογράφηση, διέγραφε τις προηγούμενες και ο όλος έλεγχος και φωτογράφηση διήρκησε 5-6 μήνες, παρόλο που η Παραπονούμενη αυτοτραυματιζόταν μέχρι την στιγμή που ο ίδιος συνελήφθη για την παρούσα. Όταν είχε εισηγηθεί στην Παραπονούμενη να επισκεφθούν κάποιο ψυχολόγο ή θεραπευτή, αυτή αρνήθηκε λέγοντας του πως εάν το έπραττε θα αυτοκτονούσε και πως ο λόγος που κοβόταν ήταν για να ταιριάζει με την φίλη της Μ.G. η οποία κοβόταν επίσης. Ανέφερε πως ο λόγος που στην ανακριτική του κατάθεση είχε πει πως φωτογράφιζε την Παραπονούμενη με τα ρούχα (και όχι γυμνή), ήταν γιατί ξεγελάστηκε από την Αστυνομία, η οποία του είπε πως η κατάθεση του δεν σήμαινε πολλά και πως θα μπορούσε να αναφέρει οτιδήποτε επιθυμούσε στο δικαστήριο. Το ότι φωτογράφιζε την Παραπονούμενη, το γνώριζαν τόσο οι γονείς του (Μ.Υ.2 και Μ.Υ.4), όσο και η Μ.Υ.6 στην οποία έδωσε την ευκαιρία να δει τις φωτογραφίες αλλά η ίδια αρνήθηκε γιατί δεν μπορεί να βλέπει κοψίματα και αίμα, αφού της προκαλείται λιποθυμία. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της Παραπονούμενης ότι της άγγιξε το γεννητικό της όργανο και την ανάγκαζε να τον αγγίζει στο δικό του, να προβαίνει σε πεολειχία και να εκσπερματώνει στο στόμα της, ανέφερε πως πρόκειται για ψέματα της Παραπονούμενης καθ' ότι η ίδια έχει ροπή στο ψέμα και επιπλέον πως πρόκειται για κατασκευασμένα γεγονότα της Παραπονούμενης και του Μ.Κ.8 οι οποίοι έψαχναν τρόπο να φύγουν από την Κύπρο και συνήργησαν με τον Μ.Κ.7 ο οποίος ήθελε να τον εκδικηθεί και περιπλέον διότι και η Μ.Υ.6, με την οποία χώρισαν πλέον, θέλει να φύγει από την Κύπρο με το μικρότερο παιδί τους, κάτι για το οποίο ο ίδιος δεν συγκατατίθεται. Επί των πιο πάνω, υποστήριξε πως θα ήταν αδύνατο να την άγγιζε εντός του υπνοδωματίου της, εφόσον ήταν χώρος που θα γινόταν αντιληπτός, όπως και στο εργαστήριο του, στο οποίο υπήρχε απρόσκοπτη πρόσβαση από όλους και τα κλειδιά του οποίου είχε εν πάση περιπτώσει ο Μ.Κ.
- Αποδέχθηκε πως έθεσε όρο σε όσους είχαν πρόσβαση, το να χτυπούν την πόρτα πριν, όμως μόνο όταν υπήρχαν σε λειτουργία επικίνδυνα μηχανήματα. Δεν αποδέχθηκε ότι ανέφερε ποτέ στην Παραπονούμενη πως όταν γίνει 16 ετών, που ήταν σύμφωνα με τον ίδιο η ηλικία συναίνεσης στην Αγγλία, θα είχαν ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή διότι κατά πρώτο βρίσκονταν στην Κύπρο που η ηλικία συναίνεσης είναι τα 18 έτη και κατά δεύτερο, δεν θα της έλεγε ποτέ κάτι τέτοιο. Απέδωσε την πιο πάνω αναφορά της Παραπονούμενης, σε τεχνάσματα του Μ.Κ.7 ο οποίος καθοδηγούμενος από το τι ισχύει στην Αγγλία, είπε στην Παραπονούμενη να αναφέρει αυτά που ανέφερε. Τέλος, ανέφερε πως όλα όσα υποστήριξε η Παραπονούμενη είναι ψεύδη και πως τούτο διαφαίνεται και από το ότι είπε μεταξύ άλλων, πως την απειλούσε πως εάν δεν έκανε όσα της ζητούσε θα έκοβε το χέρι του και πως κάποιες φορές τον χάιδευε για περισσότερη από μια ώρα χωρίς να εκσπερματώσει, αναφορές που δεν συνάδουν ούτε και λογικά. Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσον, προτού του ληφθεί ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 9), είχε συμβουλευτεί τον δικηγόρο του και κατά πόσον προτού υπογράψει την εν λόγω κατάθεση, ήταν εις γνώση του ότι μπορούσε να προβεί σε οποιαδήποτε αλλαγή επιθυμούσε, για να του υποβληθεί πως ο λόγος που είχε πει ψέματα, πως δεν φωτογράφισε την Παραπονούμενη χωρίς ρούχα, ήταν διότι πίστευε πως οι φωτογραφίες (τεκμήριο 15) δεν θα εντοπίζονταν στο κινητό του, αφού τις είχε διαγράψει προηγουμένως και πως τα όσα προέβαλε ως δικαιολογία, ήταν εκ των υστέρων σκέψεις του, όταν πλέον αντελήφθη πως οι εν λόγω φωτογραφίες εντοπίστηκαν. Ερωτήθηκε επίσης, για ποιο λόγο, εφόσον ως ο ισχυρισμός του, ανησυχούσε για τη σωματική ακεραιότητα της Παραπονούμενης επειδή έκοβε τον εαυτό της, προτίμησε να την ελέγχει ο ίδιος και δεν μερίμνησε ποτέ να την μεταφέρει σε κάποιο ψυχολόγο ή δεν παρότρυνε τη Μ.Υ.6 να το πράξει. Ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο να υποδείξει σε ποιες φωτογραφίες εκ του Τεκμηρίου 15, εμφαίνονται κοψίματα στο σώμα της Παραπονούμενης, για να του υποβληθεί πως σε καμμιά εκ των εν λόγω φωτογραφιών υπάρχουν τέτοια, γεγονός το οποίο απέκρυψε σκόπιμα από την Μ.Υ.6, ώστε να εκμεταλλεύεται την Παραπονούμενη σεξουαλικά, προφασιζόμενος δήθεν ότι θα την ήλεγχε, γεγονός που προκύπτει και από τις πόζες που ζητούσε να λάβει η Παραπονούμενη, για να διαφαίνονται σημεία του σώματος της στα οποία ούτως ή άλλως, η Παραπονούμενη δεν θα μπορούσε να αυτοτραυματίζεται. Του υπεβλήθη επίσης πως τα όσα προέβαλε σε σχέση με την αναγκαιότητα να ελέγχει το σώμα της Παραπονούμενης είναι ψεύδη και πως τούτο φαίνεται από το γεγονός ότι όταν συνελήφθη, όλες οι επίδικες φωτογραφίες είχαν διαγραφεί, κάτι που καταρρίπτει τον ισχυρισμό του ότι φωτογράφιζε την Παραπονούμενη και κρατούσε ένα σετ για να το συγκρίνει με τις επόμενες που θα λάμβανε, ώστε να εντοπίσει εάν η Παραπονούμενη είχε φρέσκα κοψίματα στο σώμα της. Επίσης το ότι ψεύδετο, του υπεβλήθη πως φαίνεται από το ότι γνώριζε πως η Παραπονούμενη σταμάτησε να αυτοτραυματίζεται πολύ πριν γίνει 15 ετών. Σε σχέση με την αφαίρεση της πόρτας του υπνοδωματίου της Παραπονούμενης υπεβλήθη στον Κατηγορούμενο πως είναι ο ίδιος και όχι η Μ.Υ.6 που αφαίρεσε την πόρτα, καθώς επίσης ότι είναι ο ίδιος που αποφάσισε να μην συνεχίσουν τη φοίτηση τους στο Λύκειο, τόσο η Παραπονούμενη όσο και ο Μ.Κ.8, με απώτερο σκοπό να τους απομονώσει κοινωνικά και να μπορεί να τους εκμεταλλεύεται, τον μεν Μ.Κ.8 για να διεκπεραιώνει την δική του εργασία και την Παραπονούμενη για να ικανοποιεί τις σεξουαλικές του ορέξεις. Ερωτήθηκε επίσης, για ποιο λόγο, ενώ επικαλείτο ως δικαιολογία την προστασία της προσωπικής ζωής της Παραπονούμενης, ως προς το ότι δεν ανέφερε στην κατάθεση του μεταξύ άλλων ότι η τελευταία απειλούσε να αυτοκτονήσει, αποφάσισε να εκθέσει στο Δικαστήριο λεπτομέρειες σε σχέση με τον σεξουαλικό προσανατολισμό της ίδιας, όπως και του Μ.Κ.8, για να του υποβληθεί πως όλες οι πιο πάνω αναφορές σκοπό είχαν να πλήξουν την αξιοπρέπεια τους και να δημιουργήσουν λανθασμένες εντυπώσεις για τους ίδιους και τους φίλους τους, από τους οποίους, εσκεμμένα ο ίδιος τους απομόνωσε. Αποτέλεσε θέση του Κατηγορούμενου, πως τα όσα ανέφερε σε σχέση με την Παραπονούμενη, ήταν γεγονότα αληθή, τα οποία γνώριζε και η Μ.Υ.6 εξ ου και η κατηγορούσα αρχή επέλεξε να μην την κλητεύσει ως μάρτυρα, αφού προηγουμένως δεχόταν απειλές από την Μ.Κ.4 και το γραφείο ευημερίας πως εάν τον στήριζε, θα της δημιουργούσαν πρόβλημα με την μικρότερη τους κόρη με αποτέλεσμα η ίδια να φοβάται τόσο που να θέλει να φύγει από την Κύπρο με το παιδί, γεγονός για το οποίο ο ίδιος δεν συναινεί και από τότε δεν του επιτρέπει η Μ.Υ.6 να έχει επικοινωνία μαζί του. Αντεξετάστηκε περαιτέρω, σε σχέση με το κατά πόσο ο ίδιος ασκούσε βία στη Μ.Υ.6, με την Παραπονούμενη και τον Μ.Κ.8 να είναι αυτήκοοι μάρτυρες σε ένα από τα πιο πάνω περιστατικά καθώς επίσης ως προς το ότι παραπλανούσε την Μ.Υ.6 σε σχέση με τον έλεγχο που της έλεγε πως έκανε στην Παραπονούμενη, αποκρύπτοντας της ότι φωτογράφιζε την Παραπονούμενη γυμνή σε όλο της το σώμα. Αποτέλεσε επίσης θέση της κατηγορούσας αρχής πως εάν ευσταθούσαν τα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος, περί ελέγχου της Παραπονούμενης ενόψει του ότι είχε προγραμματισμένη συνέντευξη για να εργοδοτηθεί στο σχολείο που εργαζόταν η Μ.Υ.4, δεν θα φωτογράφιζε την Παραπονούμενη στα οπίσθια και στους μαστούς που δεν είναι σημεία τα οποία μπορεί κάποιος να δει. Ερωτήθηκε για ποιο λόγο δεν ανέφερε στην Αστυνομία την πεποίθηση του ότι η καταγγελία ήταν υποκινούμενη από τον Μ.Κ.7, ότι η Παραπονούμενη δεν θα ήταν σε θέση να περιγράψει το πέος του διότι δεν το είδε ποτέ, καθώς και όσα άλλα ανέφερε σε σχέση με την Παραπονούμενη και τον Μ.Κ.8 στην κυρίως εξέταση του, προκειμένου να τύχουν διερεύνησης, με τον ίδιο να προβάλλει την θέση πως πίστευε πως δεν ήταν επάναγκες, διότι η Αστυνομία θα διερευνούσε την καταγγελία και θα κατέληγε πως είναι ανυπόστατη, ενώ επίσης δεν ήθελε να εκθέσει την Παραπονούμενη, σε σχέση με την προσωπική ζωή και τις σεξουαλικές προτιμήσεις και ενέργειες της. Ο Μ.Υ.2, πατέρας του Κατηγορούμενου, κατά την κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων, στο πότε και κάτω από ποιες περιστάσεις μετακόμισαν από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο, στο ότι διέμεναν για κάποιο χρονικό διάστημα με την οικογένεια του Κατηγορούμενου, στις μεταξύ τους σχέσεις, αλλά και στο πως, πότε και γιατί, τόσο η Παραπονούμενη όσο και ο Μ.Κ.8, διέκοψαν την φοίτηση τους στο σχολείο. Επί τούτου ανέφερε πως η μεν Παραπονούμενη, είχε επιδείξει ενδιαφέρον να εργάζεται με παιδιά, οπότε διευθετήθηκε η παρακολούθηση μαθημάτων στο ιδιωτικό σχολείο που εργαζόταν η Μ.Υ.4, με προοπτική να εργοδοτηθεί εκεί και ο δε Μ.Κ.8, είχε παρακολουθήσει μαθήματα γραφιστικής που τον ενδιέφεραν, τα οποία δεν ολοκλήρωσε λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος εν τέλει. Αναφέρθηκε περαιτέρω στη σχέση του Κατηγορούμενου με την Παραπονούμενη και τον Μ.Κ.8, στο πώς ο ίδιος γνώρισε τον Μ.Κ.7 και τι είχε μάθει για τον χαρακτήρα του από την Μ.Υ.6 αλλά και από τα όσα απεκόμισε ο ίδιος, όταν τον συνάντησε για πρώτη φορά στην Κύπρο. Σε σχέση με τον Μ.Κ.9 και την Μ.Κ.4 αποτέλεσε θέση του πως τους συνάντησε στο σπίτι του Κατηγορούμενου την ημέρα που συνελήφθη ο τελευταίος και πως αργότερα, ο Μ.Κ.9 του ζήτησε και έδωσε κατάθεση τηλεφωνικά, την οποία ποτέ δεν υπέγραψε, παρά τις προσπάθειες που ο ίδιος κατέβαλε για να επικοινωνήσει ξανά μαζί του. Την Μ.Κ.4 τη συνάντησε ξανά στο γραφείο της, όταν μετέφεραν την Μ.Υ.6 και την μικρότερη κόρη τους με τον Κατηγορούμενο, για σκοπούς αξιολόγησης της τελευταίας. Ανέφερε περαιτέρω, πως κατά την διάρκεια που ο Κατηγορούμενος κρατείτο ως υπόδικος για την παρούσα, η Μ.Υ.6 του είχε αποστείλει ηλεκτρονικά μηνύματα, ζητώντας του να τα προωθήσει στον δικηγόρο του Κατηγορουμένου (βλ. Τεκμήρια 23, 24). Όταν δε αφέθηκε ελεύθερος ο Κατηγορούμενος σε κάποιο στάδιο, ενημερώθηκαν από τη Μ.Υ.6 πως η Μ.Κ.4 επικοινώνησε μαζί της και της είπε πως εάν επέτρεπε στον Κατηγορούμενο να επιστρέψει στο σπίτι, θα είχε πρόβλημα με το γραφείο ευημερίας σε ό,τι αφορά την επιμέλεια της μικρότερης τους κόρης, έτσι ο Κατηγορούμενος επέστρεψε στο πατρικό του σπίτι και διέμενε μαζί του και με την Μ.Υ.4, έχοντας για κάποιο χρονικό διάστημα, επαφή με την Μ.Υ.6 και το μικρότερο παιδί, μέχρι που η Μ.Υ.6 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο, να της υπογράψει συγκατάθεση για να μπορεί να επιστρέψει με το παιδί στο Ηνωμένο Βασίλειο, κάτι το οποίο ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε, με αποτέλεσμα από τότε να μην επιτρέπει στον τελευταίο, όπως και σε όλη την οικογένεια να έχουν επαφή με το παιδί και να μην την έχουν ξαναδεί από τότε. Αντεξετάστηκε σε σχέση με τις αναφορές του ότι πιέστηκε από τον Μ.Κ.9 να δώσει κατάθεση από το τηλέφωνο, την οποία δεν υπέγραψε εξαιτίας μη ανταπόκρισης του Μ.Κ.9, για να του υποβληθεί πως δεν υπεγράφη εξ υπαιτιότητος δικής του. Υπεβλήθη επίσης στον Μ.Υ.2 πως τα όσα ανέφερε και τα όσα καταγράφονται στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 23 και 24, τα οποία πράγματι αποστάλθηκαν από την Μ.Υ.6 δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και πως πρόκειται για κατασκεύασμα του ίδιου και της Μ.Υ.4 για να βοηθήσουν τον Κατηγορούμενο και να επιρρίψουν ευθύνες στη Μ.Κ.4 ώστε να πληγεί η αξιοπιστία της. Επί τούτου, ερωτήθηκε για ποιο λόγο τα εν λόγω μηνύματα, δεν απεστάλησαν κατευθείαν στον δικηγόρο του Κατηγορούμενου και αντ' αυτού απεστάλησαν στον ίδιο με σκοπό να τα προωθήσει στον δικηγόρο. Αποτέλεσε θέση του Μ.Υ.2 πως ενόψει του ότι ο ίδιος και η Μ.Υ.4 είχαν τακτική και κατευθείαν επικοινωνία με τον δικηγόρο, η Μ.Υ.6 το θεώρησε πιο εύκολο, να τους τα προωθήσει, ώστε με τη σειρά τους να τα προωθήσουν στον εν λόγω δικηγόρο. Τέλος, υπεβλήθη στον μάρτυρα πως ούτε τα όσα ανέφερε σε σχέση με την Μ.Κ.4 και τον Μ.Κ.7 ανταποκρίνονται στην αλήθεια καθ' ότι με την Μ.Κ.4 δεν είχαν ποτέ καμμιά κατ' ιδίαν επικοινωνία ενώ σε σχέση με τον Μ.Κ.7 όσα αναφέρθηκαν ήταν προιόν προκατειλημμένης αντίληψης που είχαν, απ' όσα τους ανέφερε ο Κατηγορούμενος. Η Μ.Υ.3, γραμματέας στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Κατηγορούμενο, κατέθεσε ως Τεκμήριο 26, ηλεκτρονικό μήνυμα που έλαβε στην ηλεκτρονική διεύθυνση του δικηγορικού γραφείου, από αποστολέα με το όνομα S.C., πρόσωπο το οποίο δεν συνάντησε ποτέ, όπως ούτε και τον Κατηγορούμενο. H αντεξέταση της εν λόγω μάρτυρος, περιορίστηκε στο κατά πόσον ήταν σε θέση η ίδια να γνωρίζει ποιος ήταν ο συντάκτης, του εν λόγω Τεκμηρίου
- Η Μ.Υ.4, μητέρα του Κατηγορούμενου, κατά την κυρίως εξέταση της, αναφέρθηκε στην μετακόμιση της οικογένειας στην Κύπρο το 2012, στο πού διέμεναν ο Κατηγορούμενος μαζί με την Μ.Υ.6, την Παραπονούμενη και τον Μ.Κ.8, μέχρι και το σημείο που αγόρασαν το σπίτι στο οποίο διέμεναν στις Βρυσούλες, περιγράφοντας περαιτέρω τη διαρρύθμιση που είχε το εν λόγω σπίτι. Αναφέρθηκε επίσης στη σχέση που είχε η οικογένεια της ίδιας με αυτήν του Κατηγορούμενου, στο πώς, πότε και γιατί, τόσο η Παραπονούμενη όσο και ο Μ.Κ.8, διέκοψαν τη φοίτηση τους στο σχολείο, καθώς και τη συμπεριφορά που είχαν η Παραπονούμενη και ο Μ.Κ.8 απ' όταν τους γνώρισε, την οποία χαρακτήρισε για αμφότερα τα πιο πάνω πρόσωπα ως προβληματική, παραπέμποντας σε διάφορα περιστατικά που ως ανέφερε επεσυνέβησαν όταν ήταν μικρότεροι. Σε σχέση με την Παραπονούμενη, ανέφερε πως ενόψει του ότι είχε επιδείξει ενδιαφέρον να εργάζεται με παιδιά, της πρότεινε να παρακολουθήσει κάποια μαθήματα στο σχολείο όπου η ίδια εργαζόταν ως διευθύντρια, έτσι ώστε να μπορεί μετέπειτα να εργοδοτηθεί εκεί. Σε σχέση με τον Μ.Κ.7, ανέφερε πως παρότι δεν τον γνωρίζει και δεν τον έχει συναντήσει ποτέ, με βάση αυτά που η Μ.Υ.6 της ανέφερε κατά καιρούς, δεν άκουσε καλά πράγματα, μεταφέροντας επιμέρους αναφορές της Μ.Υ.6 σε σχέση με το πιο πάνω πρόσωπο. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, ως ανέφερε δεν έδωσε κατάθεση και τούτο παρά τις προσπάθειες της ίδιας και του συζύγου της, προσπάθειες οι οποίες δεν επιτεύχθηκαν διότι όταν κατάφεραν εν τέλει να επικοινωνήσουν με τον Μ.Κ.9 για τον παραπάνω σκοπό, τους είχε αναφέρει πως ήταν ήδη αργά. Επ' αυτού, αναγνώρισε το τεκμήριο 25, ως το ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλαν η ίδια και ο Μ.Υ.2 στον δικηγόρο του Κατηγορούμενου, διαμαρτυρόμενοι για τα πιο πάνω. Αποτέλεσε θέση της πως εξ όσων η Μ.Υ.6 της είπε, ο Μ.Κ.7 βρισκόταν σε επικοινωνία με την Παραπονούμενη και τον Μ.Κ.8, μέχρι να κατασκευάσει την καταγγελία που αφορά η παρούσα και να κατορθώσει να τους πάρει μαζί του στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως και έπραξε, για να εκδικηθεί τον Κατηγορούμενο. Αντεξετάστηκε, ως προς τον λόγο που επέλεξε να αναφέρει στην κυρίως εξέταση της, πως ο Μ.Κ.8 είχε δικά του κλειδιά, της εξώπορτας του υπνοδωματίου του, χωρίς να ερωτηθεί επ' αυτού. Επιπλέον, για ποιο λόγο, ενώ διαπίστωσε ως η αναφορά της ότι τόσο η Παραπονούμενη όσο και ο Μ.Κ.8 είχαν από μικρή ηλικία, προβληματική συμπεριφορά, δεν παρέπεμψε την Μ.Υ.6 ή και τους ίδιους, σε οποιονδήποτε επαγγελματία ειδικό, λαμβανομένης υπόψη της εκπαιδευτικής κατάρτισης της. Ερωτήθηκε επίσης, εάν τα όσα ανέφερε σε σχέση με τους λόγους που η Παραπονούμενη και ο Μ.Κ.8 διέκοψαν την φοίτηση τους σε σχολείο, ή τον χαρακτήρα και βίο του Μ.Κ.7, ήταν κατόπιν ιδίας γνώσης ή ήταν αυτά που της ανέφερε ο Κατηγορούμενος, για να της υποβληθεί πως τίποτα εκ των όσων ανέφερε, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η Μ.Υ.5, γραμματέας στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Κατηγορούμενο, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης της, κατέθεσε ως Τεκμήρια 27, 28 και 29 ηλεκτρονικά μηνύματα που έλαβε στην ηλεκτρονική διεύθυνση του δικηγορικού γραφείου. H αντεξέταση της εν λόγω μάρτυρος, περιορίστηκε στο κατά πόσον η ίδια είναι σε θέση να γνωρίζει ποιος ήταν ο συντάκτης και αποστολέας των εν λόγω τεκμηρίων. Η Μ.Υ.6, είναι η μητέρα της Παραπονούμενης και του Μ.Κ.
- Κλήθηκε προς αντεξέταση, σε σχέση με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 23, 24, 26-29 (συμπεριλαμβανομένων), δυνάμει των προνοιών του άρθρου 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, οπότε η μαρτυρία της περιορίστηκε επί του περιεχομένου των πιο πάνω τεκμηρίων. Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο είναι πράγματι η αποστολέας των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που περιέχονται στα τεκμήρια 23, 24 και 26-29, υπό ποιες περιστάσεις αποστάλθηκαν και γιατί αποστάλθηκαν πρώτα στους Μ.Υ.2 και Μ.Υ.4, αντί του δικηγόρου του Κατηγορούμενου και εάν τα όσα περιέχονται στα ηλεκτρονικά μηνύματα, ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Αντεξετάστηκε περαιτέρω, ως προς τους λόγους που την οδήγησαν να αποστέλλει ηλεκτρονικά μηνύματα, με περιεχόμενο που ως η ίδια ανέφερε, δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, κατά πόσον ήταν εις γνώση της πως ο Κατηγορούμενος ήλεγχε το σώμα της Παραπονούμενης, χωρίς η τελευταία να φορά ρούχα πλην του εσωρούχου της, εάν ο Κατηγορούμενος προσφέρθηκε να της δείξει τις φωτογραφίες της Παραπονούμενης καθώς και εάν θεωρεί πως, με βάση τα όσα ο ίδιος της είχε αναφέρει επί των πιο πάνω, την παραπλάνησε. Σε σχέση με τις εν λόγω φωτογραφίες, αντεξετάστηκε ως προς τον λόγο, που ενώ κατά την αντεξέταση της ανέφερε πως δεν είχε γνώση του ότι ο Κατηγορούμενος λάμβανε γυμνές φωτογραφίες της Παραπονούμενης, στο τεκμήριο 23, υπάρχει αναφορά της γι΄ αυτές. Περιπλέον των πιο πάνω, ερωτήθηκε για ποιο λόγο, στο Τεκμήριο 29 η ίδια εκφράζει την επιθυμία να μην προωθήσει την υπόθεση που εκκρεμούσε εναντίον του Κατηγορουμένου για άσκηση ενδοοικογενειακής βίας και κατά πόσο ο Κατηγορούμενος, κακοποιούσε την ίδια, παρά τα όσα αναφέρει στο εν λόγω τεκμήριο.
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχουμε παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και εξετάσαμε όπως επιβάλλεται τη μαρτυρία τους, καθώς και κάθε άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί υπό μορφή δηλώσεων ή εγγράφων εν τη εννοία του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
- Είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την αξιοπιστία των μαρτύρων και την ως άνω μαρτυρία, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των πραγματικών γεγονότων. Υπενθυμίζεται εδώ, ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια ν' αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και ν' απορρίπτει το υπόλοιπο μέρος αυτής ως αναξιόπιστο, ενεργώντας αναλόγως. Για μερική αποδοχή μαρτυρίας, χρειάζεται βεβαίως ικανή αιτιολόγηση από το Δικαστήριο[4]. 3.1 . Διερεύνηση (Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, Μ.Κ.3, Μ.Κ.4, Μ.Κ.5, Μ.Κ.9) Αρχίζοντας από τους αστυνομικούς που ενεπλάκησαν στη διερεύνηση (M.K.1, M.K.2, M.K.3, M.K.5 και Μ.Κ.9), πρέπει να πούμε ότι οι μάρτυρες αυτοί δεν γνώριζαν οιοδήποτε εκ των εμπλεκομένων μερών, ούτε και διαφάνηκε να έχουν οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Επρόκειτο δηλαδή για ανεξάρτητους μάρτυρες, οι οποίοι μαρτύρησαν καθηκόντως ως προς το πώς αντιλήφθηκαν τα πράγματα και περιέγραψαν πειστικά τον ρόλο και την έκταση της ανάμειξης τους στη διερεύνηση της υπόθεσης. Εν γένει η μαρτυρία τους χαρακτηριζόταν από ευθείς και λεπτομερείς απαντήσεις, χωρίς διάθεση υπεκφυγής. Εξάλλου μεγάλο μέρος της μαρτυρίας τους ως θα διαφανεί και από την ανάλυση που ακολουθεί δεν αμφισβητήθηκε. Η δε βασιμότητα των όσων ανέφεραν επιβεβαιώνεται και από την αντιπαραβολή της μαρτυρίας τους με τη λοιπή αξιόπιστη μαρτυρία στην υπόθεση, γραπτή και προφορική. Ως προς τη λήψη του παραπόνου για την έναρξη της διερεύνησης, σημειώνουμε πως δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του Μ.Κ.9, ο οποίος ανέφερε ότι είχε σταλεί αναφορά από το ΤΑΕ Αμμοχώστου στην οποία αναφερόταν ότι κάποιο πρόσωπο με το όνομα «Jadelynne» έστειλε email στον οργανισμό «Cyprus Stop Trafficking», στο οποίο ανέφερε ότι είχε μια φίλη στο χωριό Βρυσούλες η οποία κακοποιείτο από τον θετό της πατέρα, ότι ο θετός πατέρας κακοποιούσε σεξουαλικά και τη μικρότερη της αδελφή, ηλικίας 16 ετών, ότι χτυπούσε και τη μητέρα της και ότι ζητούσε βοήθεια για να μεταφερθούν σε άλλο χώρο, μέχρι ο βιολογικός τους πατέρας να έρθει για να τους βοηθήσει. Αναφερόταν επίσης ότι η μητέρα είχε ακόμα ένα παιδί με τον θετό πατέρα και ότι φοβούνταν να φύγουν από το σπίτι. Η θέση αυτή του μάρτυρα περί ενός προσώπου με το όνομα Jadelynne που απέστειλε σχετική αλληλογραφία, βέβαια συνάδει με την επίσης αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.8 (αδελφού της Παραπονούμενης), ο οποίος ανέφερε ότι είχε διαδικτυακή συνομιλία με φίλη του στις Η.Π.Α. την οποία δεν συνάντησε ποτέ, και με την οποία συνομιλούσε μόνο διαδικτυακά, την οποία έλεγαν Jadelynne και στην οποία ανέφερε όλα όσα συνέβαιναν και τα οποία εξιστορεί στην κατάθεση του, μεταξύ των οποίων και τις σεξουαλικές αναφορές της Παραπονούμενης προς τον ίδιο που αφορούσαν τον Κατηγορούμενο. Περαιτέρω αναφέρει ότι η Jadelynne του ανέφερε πως θα έψαχνε διάφορους οργανισμούς που μπορούσαν να βοηθήσουν, ότι απέστειλε ηλεκτρονικά μηνύματα και ότι ένας από αυτούς απέστειλε το μήνυμα στην αστυνομία της Κύπρου. Βέβαια ό,τι εντοπίζει εύκολα κάποιος είναι πως στην αλληλογραφία η Jadelynne κάνει λόγο για φίλη της, που κακοποιείτο (καθώς και την αδελφή της φίλης της, ηλικίας 16 ετών) ενώ ο M.K.8 που είχε τις συνομιλίες μαζί της είναι γένους αρσενικού. Όμως η αναφορά της Jadelynne (με την οποία ο Μ.Κ.8 τονίζουμε πως απλά μιλούσε διαδικτυακά και δεν τη συνάντησε ποτέ), σε φίλη της γένους θηλυκού και όχι αρσενικού, δεν θεωρούμε πως δημιουργεί ρήγμα στην εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, ως ήταν εν πολλοίς η θέση της υπεράσπισης. Και τούτο εφόσον δεν πρέπει να διαλανθάνει την προσοχή πως ο Μ.Κ.8, ως κατά κόρον ακούστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας καίτοι αγόρι παρουσιάζει τον εαυτό του ως κορίτσι. Μάλιστα η Παραπονούμενη κατά τη μαρτυρία της είχε και η ίδια αναφερθεί σε αυτόν ως "she". Επομένως υπό το φως της ανωτέρω παραμέτρου, αλλά και του ότι ο ίδιος ο Μ.Κ.8 ως θα διαφανεί ανωτέρω πέραν από τις σεξουαλικές αναφορές της Παραπονούμενης τις οποίες μετέφερε, ισχυρίστηκε πως ο Κατηγορούμενος ήταν κακοποιητικός και έναντι του (όχι όμως με σεξουαλική έννοια), θεωρούμε πως η μαρτυρία του Μ.Κ.9 σε σχέση με το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος από την Jadelynne, συνάδει με τα όσα ο Μ.Κ.8 ανέφερε, χωρίς ωστόσο στο στάδιο αυτό να μπορούμε να αποφασίσουμε οτιδήποτε για τη γνησιότητα ή ορθότητα των καταγγελόμενων γεγονότων. Απλά σημειώνουμε πως με δεδομένο πως δεν αμφισβητείται πως η αστυνομία έλαβε τη σχετική αλληλογραφία ως ο Μ.Κ.9 ανέφερε, οδηγούμαστε στο ότι αυτή πράγματι εδράζετο σε επικοινωνία που είχε ο Μ.Κ.8 με το εν λόγω πρόσωπο στο εξωτερικό, ανεξαρτήτως αν το περιεχόμενο, ως ήδη αναφέραμε, είναι ή όχι βάσιμο, κάτι το οποίο βέβαια δεν μπορεί να κριθεί στο στάδιο αυτό. Σύμφωνα δε με την επίσης αναντίλεκτη αναφορά του Μ.Κ.9, με τη λήψη της εν λόγω αναφοράς ενημερώθηκε το ΤΑΕ Αμμοχώστου και είχε γίνει συνάντηση στο σπίτι που αναφερόταν όπου έγιναν εξατομικευμένες συναντήσεις με τα παιδιά, αλλά χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε επιλήψιμο. Σε συνοχή με τα όσα ο Μ.Κ.9 ανέφερε, και ο Μ.Κ.2 ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί πως στις 4.6.22 ενώ βρισκόταν καθήκον στο Κλιμάκιο Βίας στην Οικογένεια του ΤΑΕ Αμμοχώστου, έλαβε οδηγίες όπως μεταβεί στην οικία του Κατηγορούμενου με τον Λοχ. 1589, για να εξεταστεί το ενδεχόμενο να διαπράττεται στην οικία οποιοδήποτε αδίκημα που εμπίπτει στην αρμοδιότητα τους, πράγμα το οποίο έπραξαν. Πιο συγκεκριμένα, ανέφερε ότι μεταβαίνοντας εκεί είχαν μια συζήτηση με όλη την οικογένεια καθώς και εξατομικευμένες συναντήσεις με κάθε μέλος ξεχωριστά στο πλαίσιο των οποίων τους εξήγησαν τον ρόλο του συγκεκριμένου κλιμακίου και τους ανέφεραν πως εάν συμβαίνει οτιδήποτε το οποίο τους ενοχλεί ή τους προβληματίζει είναι στη διάθεση τους για να μιλήσουν, ενώ επίσης τους εξήγησαν πού είναι τα γραφεία τους λέγοντας τους πως ακόμα και αν τη στιγμή εκείνη δεν επιθυμούσαν να μιλήσουν, θα μπορούσαν να το πράξουν αργότερα, μεταβαίνοντας στα γραφεία, θέλοντας έτσι να τους δώσουν να καταλάβουν πως μπορούν να μιλήσουν και να ζητήσουν βοήθεια αν την χρειάζονται. Ως δε ειλικρινώς ανέφερε, τη δεδομένη μέρα δεν εντόπισαν οτιδήποτε επιλήψιμο κατά την επίσκεψή τους, κάτι το οποίο συνάδει και με τη θέση του Μ.Κ.9 πως αρχικά δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε επιλήψιμο στην οικία. Αποδεχόμαστε τα πιο πάνω μη αμφισβητούμενα γεγονότα, όπως και το ότι σύμφωνα με τον Μ.Κ.9, τη συνάντηση αυτή ακολούθησαν άλλες συναντήσεις της λειτουργού από το Σπίτι του Παιδιού (Μ.Κ.4), που ήταν η εντεταλμένη λειτουργός της συγκεκριμένης περίπτωσης και στις 16.6.24 λήφθηκε οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη και άρχισε ουσιαστικά η διερεύνηση. Εν σχέσει τώρα με τη Μ.Κ.4, πρέπει να πούμε εκ προοιμίου πως δεν γνώριζε οιοδήποτε εκ των εμπλεκομένων στην υπόθεση ούτε και διαφάνηκε να είχε οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της, έτσι ώστε να έχει και ανάλογο κίνητρο να παραποιήσει γεγονότα υπέρ της πλευράς της Παραπονούμενης και εναντίον του Κατηγορούμενου, ή να μεροληπτεί εναντίον του τελευταίου ως ήταν εν πολλοίς η εισήγηση της υπεράσπισης. Εξάλλου η ίδια εξήγησε με λεπτομέρεια τον ρόλο ενός κοινωνικού λειτουργού στο πλαίσιο τέτοιων υποθέσεων γενικότερα αλλά και συγκεκριμένα στο πλαίσιο της παρούσας, χωρίς να διαπιστώνουμε η ίδια να ξέφυγε, εν προκειμένω, από το πλαίσιο του συγκεκριμένου ρόλου που είχε. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ένας κοινωνικός λειτουργός στο Σπίτι του Παιδιού δέχεται αναφορές για σεξουαλικές κακοποιήσεις ανήλικων (παιδιών), ακολούθως γίνεται ανάθεση της κάθε περίπτωσης σε αρμόδιο λειτουργό ο οποίος θα ενημερώσει σχετικά την οικογένεια για την αναφορά και θα διενεργήσει με την αστυνομία τις διαδικασίες ποινικής διερεύνησης, με τον ρόλο του να περιορίζεται στο να διασφαλίζει ότι οι διαδικασίες γίνονται με τρόπο φιλικό προς τα παιδιά αλλά και στο να παρέχει στήριξη στην οικογένεια είτε αυτοτελώς είτε σε συνεργασία τις λοιπές αρμόδιες υπηρεσίες [5]. Η μάρτυρας απαντούσε με αμεσότητα και προθυμία στις ερωτήσεις, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Παρέμεινε σταθερή στα όσα κατέθεσε χωρίς να περιπέσει σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις δυνάμενες να κλονίσουν τη μαρτυρία της. Μαρτυρία η οποία, διαπνέετο έντονα από το στοιχείο της αντικειμενικότητας αφού η μάρτυρας δε δίσταζε να αναφέρει στο πλαίσιο των απαντήσεων της πως η ίδια, εν σχέσει με τα γεγονότα, το μόνο που γνώριζε ήταν οι αναφορές που έλαβε, χωρίς ωστόσο να μπορεί να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τα γεγονότα που της λέγονταν, αφού η ίδια δεν είχε άμεση γνώση ως προς τα πρωτογενή γεγονότα. Κάτι το οποίο είναι απόλυτα εύλογο και ορθό. Εξ ου και εμείς εν σχέσει με το τι της είχε αναφερθεί και τι η ίδια εντόπισε, δεν βρίσκουμε λόγο να μην αποδεχθούμε τη μαρτυρία της ότι πράγματι περιήλθαν στην αντίληψη της οι συγκεκριμένες αναφορές ή ότι η ίδια διαπίστωσε συγκεκριμένα δεδομένα κάποια εκ των οποίων τη θορύβησαν ή της προκάλεσαν προβληματισμό για συγκεκριμένους λόγους. Χωρίς ωστόσο, και το τονίζουμε αυτό, να μπορούμε εμείς από το στάδιο αυτό να αποφανθούμε αν οι αναφορές αυτές έχουν πραγματική υπόσταση ή αν τα συμπεράσματα της στη βάση των όσων αντιλήφθηκε είναι ορθά. Το ουσιώδες από τη μαρτυρία της είναι πως και αυτή η μάρτυρας ανέφερε χωρίς επί τούτου να αμφισβητηθεί ότι τον Ιούνιο του 2022 είχαν λάβει μια αναφορά η οποία παραπέμφθηκε κοντά τους από το αρχηγείο αστυνομίας η οποία αναφερόταν σε μια ηλεκτρονική αλληλογραφία που είχε ληφθεί από το «Cyprus Stop Trafficking», όπου ένα πρόσωπο ζητούσε βοήθεια και αναφερόταν σε σεξουαλική κακοποίηση και ενδοοικογενειακή βία γενικότερα, οπόταν οι ίδιοι κλήθηκαν να επισκεφθούν τα παιδιά της οικογένειας. Στην αναφορά αναφερόταν ότι η 16χρονη ανήλικη κακοποιείτο σεξουαλικά και ότι στο σπίτι υπήρχε ακόμα ένας ενήλικας που ήταν κλεισμένος στο σπίτι για αρκετά χρόνια χωρίς να του δίνεται άδεια να βγαίνει από το σπίτι και ακόμα ένα παιδί δημοτικής ηλικίας. Σύμφωνα πάντα με την Μ.Κ.4, έλαβαν τα στοιχεία της οικίας και των παιδιών από την Αστυνομία και ακολούθως διενήργησαν έρευνα μέσω του Υπουργείου Παιδείας με όσα στοιχεία είχαν και εντόπισαν τη μικρότερη κόρη του Κατηγορούμενου Ε.Α., όπου ξεκίνησαν να επισκέπτονται το σχολείο της για να ρωτήσουν και να διαπιστώσουν τις συνθήκες που επικρατούσαν στο εν λόγω σπίτι. Με ειλικρίνεια ανέφερε και αποδεχόμαστε πως οι συναντήσεις με την Ε.Α. δε δημιουργούσαν οποιοδήποτε προβληματισμό αφού επρόκειτο για άριστη μαθήτρια, πολύ καλά περιποιημένη, χωρίς να αναφέρεται σε οτιδήποτε που να προκαλούσε ανησυχία. Με δεδομένο δε πως η ανήλικη 16χρονη φαινόταν να είχε φοιτήσει μόνο μέχρι την Γ' Γυμνασίου και δεν φαινόταν εγγραφή οπουδήποτε μετέπειτα ενώ και ο ενήλικας αδελφός της φαινόταν να διέκοψε τη φοίτηση του στο Γυμνάσιο (χωρίς να ενθυμείται για να προσδιορίσει την τάξη), ήταν η θέση της, την οποία αποδεχόμαστε, πως κρίθηκε σκόπιμο να κληθεί η οικογένεια να προσέλθει στο γραφείο τους για συνάντηση, την οποία ακολούθησε δεύτερη ενώ στη συνέχεια και αφού μεσολάβησε επικοινωνία με τον Μ.Κ.7 (βιολογικό πατέρα της Παραπονούμενης), έγινε επίσκεψη στην οικία και στις 16.6.24 η Παραπονούμενη έδωσε την οπτικογραφημένη της κατάθεση. Ως προς την πρώτη συνάντηση ανέφερε, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι πράγματι η ανήλικη προσήλθε στα γραφεία τους στη Λάρνακα συνοδευόμενη από τη μητέρα της (Μ.Υ.6) και τον Κατηγορούμενο, όπου η ίδια (Μ.Κ.4), είχε εξατομικευμένη συνάντηση με την ίδια και τη μητέρα της. Σε σχέση με την Παραπονούμενη, ανέφερε πως της δημιούργησε προβληματισμό η αμυντική στάση που τηρούσε, το ότι ανέφερε πως την ανάγκασαν να σταματήσει από το σχολείο λέγοντας πως η γιαγιά της είναι διευθύντρια ιδιωτικού σχολείου, οπόταν είχε πει στην ανήλικη πως με το να πάει δύο χρόνια εθελοντικά θα γινόταν υποδιευθύντρια και θα βοηθούσε τη γιαγιά της. Επίσης προβληματισμό της δημιούργησε το ότι σε ερωτήσεις για τις φίλες της ή για δραστηριότητες, δεν μπορούσε να αναπτύξει περισσότερο και έλεγε ότι δεν είχε φίλες, ανέφερε ως δραστηριότητα το «Jumbo», χωρίς να ξέρει τι είναι ενώ παρουσίαζε την οικογένεια της σαν μια ισορροπημένη οικογένεια χωρίς κανένα παράπονο κάτι το οποίο επίσης θεωρήθηκε ως αφύσικο, αφού συνήθως οι έφηβοι έχουν έστω κάποιο μικρό παράπονο από τους γονείς τους. Η γενικότερη στάση της δε, παρέπεμπε σε ενήλικα[6] ή εν πάση περιπτώσει παρέπεμπε σε παιδί μεγαλύτερης ηλικίας, οπόταν ξεκίνησαν να προβληματίζονται, έτσι την ξανακάλεσαν στο γραφείο τους όπου πάλι προσήλθε συνοδευόμενη από τη Μ.Υ.6 (μητέρα της) και τον Κατηγορούμενο, οπόταν και κρατούσε πάλι την ίδια στάση. Αποδεχόμαστε ότι πράγματι της δημιουργήθηκαν οι πιο πάνω προβληματισμοί, αφού ως ήδη υποδείξαμε δεν εντοπίζουμε οιοδήποτε κίνητρο για να μας μεταφέρει άλλη εικόνα από αυτήν την οποία η ίδια απεκόμισε. Χωρίς ωστόσο να μπορούμε στο στάδιο αυτό, εκ των αναφορών της αυτών και μόνο, να εξαγάγουμε οποιαδήποτε συμπεράσματα επί των καίριων επίδικων ζητημάτων. Κατά τη δεύτερη συνάντηση, η Μ.Κ.4 με ειλικρίνεια ανέφερε πως είχε πει στην Παραπονούμενη πως είχαν τη συγκεκριμένη πληροφορία και ότι ήθελαν να δουν τι γίνεται, όμως και πάλιν η ανήλικη αρνήθηκε ότι γινόταν οτιδήποτε. Όταν δε ρωτήθηκε αν μπορεί να μοιραστεί την πληροφορία με τη μητέρα της, η ίδια αρνήθηκε και δεν ήθελε να αναφέρει οτιδήποτε στη μητέρα της. Την ίδια μέρα είχε συνάντηση και με την Μ.Υ.6 η οποία επίσης δεν αναφέρθηκε σε οτιδήποτε συνέβαινε στο σπίτι και παρουσίασε μια ωραιοποιημένη κατάσταση χωρίς καμμιά δυσκολία. Η υπεράσπιση βέβαια αμφισβήτησε τη θέση της Μ.Κ.4, πως δεν γνώριζε τίποτε μέχρι το χρόνο που έδωσε κατάθεση η Παραπονούμενη, όμως αφενός δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε λόγο ή κίνητρο που είχε η Μ.Κ.4 να ψευσθεί για το ζήτημα αυτό και αφετέρου κανένα στέρεο έρεισμα υπέδειξε η υπεράσπιση για την προώθηση αυτής της εισήγησης, την οποία αδυνατούμε, ως εκ των ανωτέρω, να αποδεχθούμε. Η Μ.Κ.4 ανέφερε επίσης με φυσικότητα πως ο Κατηγορούμενος μετά τη δεύτερη συνάντηση μπήκε στο γραφείο της μάρτυρος και την επαινούσε για την εργασία της και την ευχαριστούσε που τους κάλεσε και επέμενε να μάθει ποιος είχε υποβάλει την καταγγελία, με την Μ.Κ.4 να αναφέρει πως επειδή ο ίδιος δεν γνώριζε πως αφορούσε σεξουαλική κακοποίηση, αναφερόταν σε διάφορα γυναικεία ονόματα με τα οποία διατηρούσε κάποια σχέση που δεν γνώριζε η σύζυγος του. Επίσης για αρκετές μέρες δέχονταν πάρα πολλά τηλεφωνήματα από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος ζητούσε να της μιλήσει ρωτώντας ξανά ποιος έκανε την καταγγελία και την μάρτυρα να του απαντά πως δεν μπορεί να αναφερθεί σε διαδικασίες που αφορούν την αστυνομία και τον παρέπεμπε κάθε φορά να μιλήσει με την αστυνομία. Τα πιο πάνω βέβαια όπως και άλλες αναφορές της μάρτυρος (αναφορά στις οποίες γίνεται πιο κάτω), δεν έχουμε πειστεί πως είχε λόγο να τις αναφέρει εάν πράγματι δεν της είχαν λεχθεί. Παρενθετικά σημειώνουμε εδώ βέβαια ότι από την εμφανή ανησυχία του Κατηγορούμενου (ως προκύπτει από τα αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα και ερωτήσεις προς τη Μ.Κ.4), στο στάδιο αυτό δεν μπορούν να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα, αφού για αυτήν μπορεί να υπάρχει και κάποια αθώα εξήγηση. Επομένως και για τον ίδιο λόγο ουσιαστικά αποδεχόμαστε και τη θέση της Μ.Κ.4 ότι μετά τη δεύτερη αυτή συνάντηση, δέχθηκε τηλεφώνημα από συγκεκριμένο δικηγόρο (τον Σ.Τ.) που εργάζεται στο «Generation of Change», ένα οργανισμό που στηρίζει ευάλωτα άτομα, ο οποίος της ανέφερε ότι εδώ και κάποιο διάστημα διατηρούσε επικοινωνία με τον Μ.Κ.8 (αδελφό της Παραπονούμενης), τον οποίο στήριζαν για αρκετό καιρό και ότι μαζί με την πρεσβεία της Αγγλίας έκαναν ενέργειες για να τον διασυνδέσουν με τον βιολογικό του πατέρα, για τον οποίο ο Κατηγορούμενος τους είχε αναφέρει πως απεβίωσε οκτώ έτη προηγουμένως. Οπόταν σε συνεργασία με την πρεσβεία και τον ως άνω οργανισμό ήρθε ο Μ.Κ.7 στην Κύπρο και διευθετήθηκε συνάντηση τους μαζί του, την επόμενη μέρα (σελ. 8 πρακτικά 12.12.24). Κατά την εν λόγω συνάντηση που είχε με τον πατέρα, ο τελευταίος της ανέφερε για την επανασύνδεση που έγινε με τον γιο του μετά από 8 χρόνια, ότι ο γιος του του ανέφερε πως τον έψαξαν στη συγκεκριμένη φάση επειδή ο Κατηγορούμενος είχε πει στην Παραπονούμενη ότι στα 16 της έτη θα μπορούσε να έχει ελεύθερη σεξουαλική επαφή και η αναφορά που έλαβαν ήταν λίγες μέρες πριν τα 16α γενέθλια της ανήλικης, στοιχείο που ως ανέφερε τους ταρακούνησε. Ο Μ.Κ.7 της ανέφερε επίσης ότι σύμφωνα με τα όσα του είχε αναφέρει ο γιος του τα τελευταία χρόνια ο Κατηγορούμενος τους είχε κλεισμένους στο σπίτι, δεν τους άφηνε να έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση, σε δραστηριότητες, δεν τους έπαιρνε σε γιατρούς, αναφέρθηκε σε ψυχολογική βία και επίσης της έβαλε να ακούσει ένα ηχητικό στο οποίο ο Κατηγορούμενος αναφέρει στην Παραπονούμενη να βγάλει τα ρούχα της και να κάνει διάφορες πόζες αναφέροντας ότι κοίταζε για χαρακιές, επειδή για κάποιο διάστημα χαρακωνόταν η ανήλικη, η ανήλικη είχε αίμα, την ρωτούσε από που προήλθε, αν ήταν από την περίοδο της και αν ξυρίστηκε. Παρεμβάλλουμε εδώ πως δεν έχουμε λόγο να μην αποδεχθούμε τη θέση της Μ.Κ.4 ως προς τα όσα ανέφερε πως της διηγήθηκε ο Μ.Κ.7, αφού πέραν του ότι επρόκειτο για μάρτυρα που δεν είχε λόγο ως διαπιστώσαμε, να παραποιήσει τα γεγονότα, εν πάση περιπτώσει τα όσα μετέφερε ως αναφορές του Μ.Κ.7, συνάδουν, ως θα διαφανεί και πιο κάτω, με θέσεις που προώθησε ο τελευταίος κατά τη μαρτυρία του. Χωρίς βεβαίως και πάλιν στο στάδιο αυτό να μπορούμε να αποδεχθούμε τις αναφορές αυτές ως ορθές στην ουσία τους. Μετά τη συνάντηση αυτή που έλαβε χώρα στις 15.6.22, ενημέρωσε την αστυνομία και αφού πήρε τηλέφωνο και υπήρξε συγκατάθεση μετέβη για επίσκεψη στην οικία, ενέργεια η οποία δεν αμφισβητήθηκε και την οποία επίσης αποδεχόμαστε. Εκεί ανέφερε πως διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε πόρτα στο δωμάτιο της Παραπονούμενης και ότι στου Μ.Κ.8 ήταν γυάλινη, στοιχεία εύλογα την οδήγησαν να αναφέρει ότι επομένως δεν υπήρχε ιδιωτικότητα. Για την πόρτα μάλιστα στο υπνοδωμάτιο της Παραπονούμενης, πειστικά ανέφερε πως δεν υπήρχε λόγος εργονομικός για να μην υπάρχει πόρτα, αφού όταν θα μετέβαινε στο σπίτι τους, τους κάλεσε απρογραμμάτιστα και τους ανέφερε ότι ευρίσκεται κοντά και αν είναι εντάξει να τους επισκεφθεί και εκεί δεν εντόπισε οτιδήποτε π.χ. έπιπλο ή άλλο λόγο που να εμπόδιζε το να υπάρχει εκεί πόρτα. Και εξάλλου ανέφερε πως και στο δωμάτιο του Μ.Κ.8 η πόρτα που υπήρχε ήταν γυάλινη, κατά τρόπο που ήταν πλήρως ορατό το τι συνέβαινε στο δωμάτιο του, αποστερώντας του κάθε ίχνος ιδιωτικότητας. Βέβαια είναι γεγονός πως ο Μ.Κ.8 δεν ερωτήθηκε και δεν ανέφερε οτιδήποτε εν σχέσει με την πόρτα του υπνοδωματίου του. Τούτο όμως δεν σημαίνει πως ψεύδετο η Μ.Κ.4 επί τούτου, ως ήταν εν πολλοίς η εισήγηση της υπεράσπισης, η οποία ειρήσθω εν παρόδω δεν αντεξέτασε ούτε και υπέβαλε οποιαδήποτε τέτοια θέση στον Μ.Κ.8 για να τοποθετηθεί. Το γεγονός δε πως υπήρχε πρόσβαση στο δωμάτιο του Μ.Κ.8 από το εξωτερικό του σπιτιού, δε σημαίνει βέβαια πως η εσωτερική πόρτα που περιέγραψε η Μ.Κ.4 δεν ήταν γυάλινη, ως ήταν η εισήγηση που προώθησε ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του. Πέραν του ζητήματος της ιδιωτικότητας ανέφερε πως παρά το ότι εισήλθε στο σπίτι, η Παραπονούμενη και ο Μ.Κ.8 κάθονταν στα γραφεία τους και κοίταζαν τον τοίχο χωρίς καν να χαιρετίσουν την μάρτυρα. Οπόταν όλα αυτά δημιουργούσαν στην ομάδα που μετέβη στο μέρος μια ανησυχία, θέση την οποία αποδεχόμαστε αφού μαρτυρείται και από το ότι ενημέρωσαν τον Κατηγορούμενο ότι την επόμενη μέρα θα έπρεπε να μεταβούν στο Σπίτι του Παιδιού για συνάντηση με την αστυνομία. Κάτι το οποίο πράγματι έγινε, αφού την επομένη, 16.6.22, λήφθηκε η οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης στο Σπίτι του Παιδιού, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε. Και τούτο χωρίς στο στάδιο εκείνο, ως ήδη έχουμε αποδεχθεί, η Μ.Κ.4 να γνωρίζει τι θα έλεγε η Παραπονούμενη στην κατάθεση της, αφού δεν της είχε μιλήσει προηγουμένως για οτιδήποτε συνέβαινε στην κατοικία της ούτε της είπε ότι αυτοτραυματιζόταν, κάτι το οποίο έμαθε από τον βιολογικό πατέρα και από το ηχητικό, αφού κατά τις δύο προηγούμενες συναντήσεις της με την Παραπονούμενη αυτή παρουσίαζε ωραιοποιημένες καταστάσεις, ενώ με τον βιολογικό πατέρα η πρώτη συνάντηση έγινε στις 16.6.
- Εξ ου και αρνήθηκε ότι πίεσε την Παραπονούμενη να πει αυτά που είπε και ανέφερε πειστικά πως η ίδια άκουσε τα όσα είπε για πρώτη φορά στην οπτικογραφημένη κατάθεση. Και την πιστεύουμε, αφού ως ήδη εξηγήσαμε δεν εντοπίζουμε λόγο να ήθελε να κατασκευάσει μαρτυρία για να ενοχοποιήσει ψευδώς κάποιο πρόσωπο που της ήταν παντελώς άγνωστο. Ως προς τις πιο πάνω αναφορές της Μ.Κ.4 σε γεγονότα, έχουμε ήδη επισημάνει πως αποδεχόμαστε πως αυτά περιήλθαν στην αντίληψη της και πως η ίδια μας μετέφερε ειλικρινώς το τι αντελήφθη. Άλλωστε και η ίδια πουθενά δεν προσπάθησε να πείσει ότι οι αναφορές αυτές ήταν πράγματι αληθινές. Τουναντίον ήταν πολύ προσεκτική στο να τονίζει πως η ίδια δεν ήταν γνώστης γεγονότων και πως μετέφερε τα όσα της είχαν λεχθεί από τους εμπλεκόμενους αλλά με ειλικρίνεια ανέφερε πως ο Μ.Κ.7 της είχε αναφέρει ο ίδιος πως ασκούσε βία στην Μ.Υ.6 και έκανε χρήση ναρκωτικών 10 έτη προηγουμένως, γεγονότα που της ανέφερε αντιλαμβανόμενος τα λάθη που έκανε όσο ήταν στην Αγγλία. Ανέφερε πως δεν μπορούσε να γνωρίζει αν πράγματι ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον Μ.Κ.8 και την Παραπονούμενη πως ήταν νεκρός ο πατέρας τους αλλά ανέφερε πως ο πατέρας είχε κάνει καταγγελία για απαγωγή μετά τη φυγή της Μ.Υ.6 από την Αγγλία, οπόταν ήρθε στην Κύπρο ο Μ.Κ.7 και υπήρξε συννενόηση για να συνεχίσει απρόσκοπτα η επικοινωνία τους και παρά ταύτα όταν επέστρεψε στην Αγγλία άλλαξαν διεύθυνση και αριθμούς και εξαφανίστηκαν χωρίς να μπορεί να τους εντοπίσει. Σε υποβολή δε πως ο Κατηγορούμενος τους συντηρούσε και πως ήταν μια φυσιολογική οικογένεια, ανέφερε πως η ίδια γνωρίζει πως, σύμφωνα με τις αναφορές του Μ.Κ.8, ο τελευταίος εργαζόταν για τον Κατηγορούμενο λαμβάνοντας μόνο 20 ευρώ μηνιαίως και επανέλαβε πως τα όσα η ίδια ανέφερε πρόκειται για τις αναφορές των παιδιών. Ανέφερε πως το ότι τα παιδιά πιέστηκαν να σταματήσουν τη φοίτηση τους είναι αναφορές των παιδιών, ότι δεν είχε ενημέρωση ότι η Παραπονούμενη επισκεπόταν ακατάλληλες ιστοσελίδες και ότι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο επενέβη σε σχέση με το κινητό της ο Κατηγορούμενος και ότι όσον αφορά την παρακολούθηση μαθημάτων ανέφερε πως της έλεγε ο Κατηγορούμενος πως θα άρχιζε διαδικτυακά μαθήματα στην Αγγλία, τα οποία όμως ποτέ δεν ξεκίνησαν. Με την ίδια ειλικρίνεια ανέφερε πως δεν μπορεί να γνωρίζει γιατί έβγαζε τις φωτογραφίες ο Κατηγορούμενος, αποφεύγοντας έτσι να πάρει θέση για ένα ομολογουμένως καίριο ζήτημα. Αρνήθηκε ότι υπέδειξε στην Μ.Υ.6 φωτογραφίες της Παραπονούμενης που ευρίσκοντο στο κινητό του Κατηγορούμενου, αφού όπως πειστικά εξήγησε δεν είχε πρόσβαση σε αυτές. Αρνήθηκε ακόμα πως της ανέφερε για εξωσυζυγικές σχέσεις του Κατηγορούμενου και πως προσπάθησε να δημιουργήσει αρνητικά συναισθήματα στην Μ.Υ.6 για τον Κατηγορούμενο, λέγοντας πως δεν ενεργούν με αυτό τον τρόπο στο πλαίσιο του προαναφερθέντος ρόλου τους και πως εστιάζουν στη στήριξη του παιδιού και της οικογένειας στο πλαίσιο της όλης διερεύνησης. Ως προς το ηχητικό μήνυμα, ειλικρινώς δεν απέκλεισε να το έδειξαν στην Μ.Υ.6 τα παιδιά της και πάντως επέμεινε πως δεν της το έδειξε η ίδια, αφού δεν είχε πρόσβαση σε αυτό, αποδεχόμενη όμως με ειλικρίνεια και σε πλήρη συνοχή με την κυρίως εξέταση της ότι της το έβαλε να το ακούσει ο Μ.Κ.
- Επέμεινε δε έντονα ότι άκουσε το ηχητικό και σε υποβολή πως λέει ψέματα για να ενοχοποιήσει τον Κατηγορούμενο αυθόρμητα γέλασε, αφού ως και εμείς διαπιστώσαμε, πράγματι δεν είχε λόγο να θέλει να ενοχοποιήσει άδικα τον Κατηγορούμενο τον οποίο δεν γνώριζε προηγουμένως, ούτε θα άλλαζε κάτι στην όλη υπόθεση αν η Μ.Κ.4 είχε ακούσει ή όχι ένα ηχητικό που δεν παρουσιάστηκε καν στο Δικαστήριο. Επίσης με ειλικρίνεια δέχθηκε ότι η Μ.Υ.6 ήταν φίλη με την Α.Κ. (παιδική φίλη του Κατηγορούμενου) αλλά αρνήθηκε πως απείλησε την Μ.Υ.6 ότι αν πήγαινε στο Δικαστήριο τη μέρα της προσωποκράτησης θα είχε πρόβλημα με την μικρότερη της κόρη. Αρνήθηκε επικοινωνία με τους γονείς του Κατηγορούμενου ενώ επέμεινε πως έγινε σύσταση όχι από την ίδια προσωπικά αλλά από την πολυθεματική ομάδα που εξέτασε την περίπτωση της μικρότερης κόρης, όπως αυτή παρακολουθείται από ψυχολόγο ένεκα των γεγονότων που αφορούσαν την οικογένεια, οπόταν και προσερχόταν στον ψυχολόγο με τη μητέρα της και τον πατέρα του Κατηγορούμενου. Ερωτηθείσα δε κατά την αντεξέταση αν παρατήρησε οτιδήποτε παράξενο στη συμπεριφορά της Παραπονούμενης και του Μ.Κ.8, ανέφερε πως επρόκειτο για δύο φοβισμένα παιδιά και πως αν αναφερόταν ο συνήγορος στο σεξουαλικό τους προσανατολισμό ότι επρόκειτο για παιδιά με ομοφυλοφιλική τάση, αυτό δεν ήταν παράξενο για την ίδια, επιβεβαιώνοντας αφενός τον δίκαιο και αντικειμενικό τρόπο με τον οποίο προσπαθούσε να μεταχειριστεί γενικότερα τα πράγματα, ανεξαιρέτως των προσώπων που εμπλέκονταν, και αφετέρου την απουσία προκατάληψης της. Επανερχόμενοι τώρα στα γεγονότα και συγκεκριμένα στις 16.6.22 οπόταν λήφθηκε η οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη, σημειώνουμε πως στα της λήψης της, αναφέρθηκε η Μ.Κ.
- Η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε χωρίς ν' αμφισβητηθεί ότι σαν κλάδος διερεύνησης αδικημάτων σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων, έλαβαν αναφορά από το ΤΑΕ Αμμοχώστου σύμφωνα με την οποία στάλθηκε σε οργανισμό που είχε να κάνει με την εμπορία προσώπων («trafficking»), πληροφορία ότι στις Βρυσούλες μια ανήλικη πιθανόν να είναι θύμα κακοποίησης από μέλος της οικογένειας της και με βάση αυτό ανέλαβαν να λάβουν οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη στο Σπίτι του Παιδιού. Η Μ.Κ.1 ανέφερε περαιτέρω, και πάλιν χωρίς να αμφισβητηθεί, πως είναι μέλος της αστυνομίας από το 2009, ότι από το 2019 υπηρετεί στον κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων, πως μεταξύ των καθηκόντων της είναι και η λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων και πως είναι δεόντως εκπαιδευμένη στην τεχνική λήψης τέτοιων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες τόσο ως χειριστής των μηχανημάτων οπτικογράφησης όσο και σαν συνεντεύκτης. Επίσης κοινό τόπο αποτέλεσε και η αναφορά της ότι στην προκειμένη περίπτωση η ίδια χειρίστηκε στο πλαίσιο των καθηκόντων της τη συσκευή οπτικογράφησης κατά τη διάρκεια λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης, (η οποία λήφθηκε στις 16.6.22 μεταξύ των ωρών 09:41 - 10:21), ότι η οπτικογραφημένη κατάθεση λήφθηκε από την Μ.Κ.3 (ως συνεντεύκτη) και πως πριν τη λήψη της επεξηγήθηκε στη μητέρα της Μ.Υ.6 από την ίδια την Μ.Κ.1, η διαδικασία που θα ακολουθούσε. Προς τούτο δε υπεγράφη το Τεκμήριο 2 από την Μ.Υ.6 το οποίο προσυπέγραψε και η ίδια η μάρτυρας αλλά και η λειτουργός από το Σπίτι του Παιδιού (Μ.Κ.4) και πως με ανάλογο τρόπο υπεγράφη και η σχετική συγκατάθεση (Τεκμήριο 1), κάτι που επιβεβαίωσε και η Μ.Κ.4 χωρίς επί τούτου να αμφισβητηθεί. Επίσης αδιαμφισβήτητη παρέμεινε και η μαρτυρία της Μ.Κ.1, ως προς τη διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά τη λήψη και δη πως στη συσκευή τοποθετήθηκαν, για σκοπούς ασφαλείας τρεις ψηφιακοί δίσκοι, επί των οποίων καταγράφηκε η οπτικογραφημένη κατάθεση, πως όταν ολοκληρώθηκε κατέγραψε και επί των τριών αυτών ψηφιακών δίσκων την ημερομηνία και ώρα, τους σφράγισε με ειδική ταινία και υπέγραψε σε αυτούς τόσο η ίδια όσο και οι υπόλοιποι που έλαβαν μέρος στη διαδικασία, υποδεικνύοντας επί των σχετικών δίσκων που παρουσίασε τις σχετικές υπογραφές. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 3.1 και 3.2, τα οποία αποτέλεσε επίσης παραδεκτό γεγονός ότι παραλήφθηκαν νομότυπα, διακινήθηκαν νομότυπα από την αστυνομία και ότι από την παραλαβή τους μέχρι και την παρουσίαση τους στο Δικαστήριο, δεν έχουν υποστεί κάποια αλλοίωση ή επέμβαση. Επίσης αναντίλεκτο παρέμεινε πως η ώρα καταγραφής και η ώρα που καταγράφετο στο μηχάνημα ήταν ορθές, ότι ο τρίτος ψηφιακός αποσφραγίστηκε για σκοπούς απομαγνητοφώνησης ως το Τεκμήριο 4, απομαγνητοφώνηση η οποία δεν αμφισβητήθηκε πως έγινε από την ίδια την Μ.Κ.1 με τη διαδικασία που επεξήγησε[7] και πως αντίγραφο της δόθηκε στη μητέρα της Παραπονούμενης (βλ. Τεκμήριο 5). Βέβαια έγινε λόγος από την υπεράσπιση επί τω ότι η μητρική γλώσσα της μητέρας της Παραπονούμενης είναι τα αγγλικά ενώ η απόδειξη παραλαβής της απομαγνητοφωνημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης της δόθηκε στα ελληνικά. Όμως πέραν του ότι η ίδια η Μ.Υ.6 δεν είχε υποβάλει οποιοδήποτε παράπονο, δεν είναι αντιληπτό πως τούτο επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου, ιδίως εφόσον είχε προηγηθεί η επεξήγηση της όλης διαδικασίας στην Μ.Υ.6 και υπέγραψε σχετική συγκατάθεση, το δε περιεχόμενο της απομαγνητοφώνησης αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως είναι ορθό και αποτυπώνει επακριβώς τα όσα λέχθηκαν κατά την οπτικογράφηση. Πιο συγκεκριμένα αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι το Τεκμήριο 4, που είναι το κείμενο της απομαγνητοφωνημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης, αποδίδει πιστά την οπτικογραφημένη της κατάθεση (Τεκμήριο 3.1 και 3.2) και ότι δεν έχει προστεθεί ή αφαιρεθεί οτιδήποτε στο τι λέχθηκε κατά την οπτικογράφηση και δεν έγινε οποιαδήποτε αλλοίωση αυτής[8]. Εξάλλου ο Μ.Κ.9 πειστικά εξήγησε πως η Μ.Υ.6 ναι μεν παρέλαβε τη σχετική απόδειξη στην ελληνική γλώσσα, αλλά ο ίδιος της είχε εξηγήσει τι αφορούσε και αφού το αντελήφθη υπέγραψε τη συγκεκριμένη απόδειξη (βλ. πρακτικά ημερ. 27.1.25, σελ. 5, γρ. 35-37 και σελ. 6, γρ.1). Ως προς το γεγονός ότι η κατάθεση λήφθηκε από την Παραπονούμενη στην ελληνική γλώσσα, η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν διεξήχθη διαδικασία με διερμηνέα αφού η ίδια η Παραπονούμενη δεν είχε εκφράσει οποιοδήποτε θέμα με τα ελληνικά της, κάτι που εν πολλοίς επιβεβαιώσε και η ίδια, αποδεχόμενη ότι μιλά και τις δύο γλώσσες. Ανάλογη ήταν βέβαια και η μαρτυρία της Μ.Κ.4 (κοινωνικής λειτουργού που προσυπέγραψε τα Τεκμήρια 1, 2 και 3.1 και 3.2) η οποία παρακολουθούσε τη διαδικασία από διπλανό δωμάτιο αλλά και της Μ.Κ.3, τόσο σε σχέση με την ακολουθηθείσα διαδικασία κατά την οπτικογράφηση όσο και ως προς τη χρήση της ελληνικής γλώσσας από την Παραπονούμενη. Η Μ.Κ.3 ήταν ως λέχθηκε το πρόσωπο που έλαβε την οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη. Πρόκειται για πρόσωπο που κατά το χρόνο που κατέθετε είχε συμπληρώσει 25 χρόνια εργασίας στην αστυνομία και πέντε περίπου χρόνια στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων και η οποία δεν αμφισβητήθηκε ως προς την εκπαίδευση της στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες, ούτε όμως ως προς την εμπειρία της[9]. Επί του ζητήματος της διαδικασίας που ακολουθείται κατά τη λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης εξήγησε πως ο χειριστής των μηχανημάτων αναλαμβάνει τη λήψη των σχετικών συγκαταθέσεων, ως δηλαδή έπραξε η Μ.Κ.1, ενώ ο συνεντεύκτης (που εν προκειμένω ήταν η ίδια), ξεναγεί το παιδί στο χώρο μαζί με τον Κοινωνικό Λειτουργό (εδώ την Μ.Κ.4) και ακολούθως λαμβάνεται η συνέντευξη που καταγράφεται σε τρεις ψηφιακούς δίσκους (και η οποία ακολούθως σφραγίζεται), με το χειριστή να ευρίσκεται σε άλλο δωμάτιο και τον Λειτουργό από το Σπίτι του Παιδιού να βρίσκεται επίσης σε άλλο δωμάτιο, απ' όπου παρακολουθεί την όλη διαδικασία. Εξήγησε δε πως είναι με αυτό τον τρόπο που λήφθηκε και η επίδικη συνέντευξη της Παραπονούμενης. Ως προς τη μη διεξαγωγή της διαδικασίας στην αγγλική γλώσσα, με πειστικότητα ανέφερε πως στη μικρή ξενάγηση που είχε προηγηθεί από την ίδια, αντιλήφθηκε ότι η ανήλικη μιλούσε πολύ καλά την ελληνική γλώσσα και αφού την ρώτησαν σε ποια γλώσσα ένιωθε άνετα να τους μιλά και αφού τους απάντησε στην ελληνική, προχώρησαν στη λήψη της κατάθεσης στην ελληνική γλώσσα. Στη θέση αυτή επέμεινε λέγοντας πως όταν η ανήλικη ρωτήθηκε σε ποια γλώσσα επιθυμούσε τη λήψη της συνέντευξης ανέφερε ότι μιλούσε καλά ελληνικά, θέση η οποία ως επεσήμανε η μάρτυρας υποστηριζόταν από το ότι η ανήλικη φοιτούσε για 10 χρόνια σε ελληνικό σχολείο. Τόνισε δε πως ούτως ή άλλως ήταν εύκολο να διεξαγάγει τη συνέντευξη αγγλικά και πως τη διεξήγαγε στα ελληνικά σύμφωνα με τις επιθυμίες της Παραπονούμενης, θέλοντας έτσι να δείξει πως δεν υπήρχε σκοπιμότητα στη λήψη της κατάθεσης στην ελληνική. Δεν μας διαφεύγει βέβαια πως η Παραπονούμενη σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας της υποστήριξε πως τους είχε αναφέρει ότι επιθυμούσε να ληφθεί η κατάθεση της στην αγγλική γλώσσα. Όμως το ουσιώδες εδώ είναι πως και από τη μαρτυρία της εν τέλει διαφαινόταν πως ήταν σε θέση να δώσει την κατάθεση και στις δύο γλώσσες. Εξ άλλου δεν είναι αντιληπτό ούτε και υποδείχθηκε τι θα άλλαζε (και μάλιστα προς όφελος του Κατηγορούμενου) αν λαμβανόταν η κατάθεση στην αγγλική γλώσσα. Ό,τι άλλο κρίνουμε σκόπιμο να σημειώσουμε είναι πως η θέση της Μ.Κ.3 πως είχε αποκομίσει την εντύπωση ότι η ανήλικη μιλούσε καλά τα ελληνικά, φαίνεται και από το ότι εν τέλει έγινε δήλωση εν σχέσει με το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της κατάθεσης της Παραπονούμενης, και συγκεκριμένα το Τεκμήριο 4 γραμμή 40, όπου καταγράφεται ως αναφορά της μάρτυρος «εν τζιαι μιλάς καλά τα ελληνικά», αναφορά η οποία δηλώθηκε ότι στην πραγματικότητα και με βάση την οπτικογραφημένη κατάθεση ήταν «γι' αυτό και μιλάς καλά τα ελληνικά» (βλ. πρακτικά ημερ. 26.11.24, σελ. 18-19). Βέβαια αντεξετάστηκε έντονα επί τω ότι με τον τρόπο που υπέβαλε τις ερωτήσεις προς την Παραπονούμενη, την καθοδηγούσε, θέση την οποία η μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά, εξηγώντας πειστικά πως τα παραδείγματα που της τέθηκαν ως ερωτήσεις που εμπεριείχαν καθοδήγηση, ήταν επανάληψη προηγούμενων αναφορών του παιδιού, για να βοηθηθεί να συνεχίσει την εξιστόρηση και να δώσει περισσότερες πληροφορίες. Θέση η οποία, από προσεκτική μελέτη των όσων προηγούνται των ερωτήσεων για τις οποίες παραπονείται η υπεράσπιση ότι εμπεριέχουν καθοδήγηση, προκύπτει να ευσταθεί. Και τούτο αφού οι επίμαχες ερωτήσεις της, καταδεικνύεται πως πράγματι εκπηγάζουν από προηγούμενες απαντήσεις της Παραπονούμενης. Δεν έχουμε επομένως εντοπίσει οτιδήποτε το μεμπτόν ούτε στη χρήση της ελληνικής γλώσσας, ούτε όμως στον τρόπο υποβολής των ερωτήσεων από την Μ.Κ.3, η οποία σημειώνουμε πως ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί ότι πέραν από τους κανόνες λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης τους οποίους είχε υπόψη, χρησιμοποίησε και ειδικό πρωτόκολλο κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης, σύμφωνα με το οποίο στο πρώτο μέρος προσπαθούν να κάνουν το παιδί να χαλαρώσει με σχετικές ερωτήσεις για το ίδιο και τα ενδιαφέροντα του και ακολούθως προχωρούν στο μέρος της συνέντευξης με ανοικτές ερωτήσεις (για να δώσουν προφανώς την ευχέρεια στο παιδί να θέσει ανεπηρέαστα τις θέσεις του) και ακολούθως μπαίνουν στο θέμα της συνέντευξης (βλ. πρακτικά ημερ. 26.11.24, σελ. 15, γρ. 30-38). Κατά τη διάρκεια δε της συνέντευξης, και όταν τούτο χρειάζεται, επαναλαμβάνονται λόγια του παιδιού είτε για να το βοηθήσουν να προχωρήσει παρακάτω είτε για να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες για ένα περιστατικό. Διαδικασία που ως φαίνεται από τη στεγνή μελέτη του περιεχομένου του Τεκμηρίου 4, ακολουθήθηκε και εν προκειμένω. Προς περαιτέρω επίρρωση της ως άνω διαπίστωσης μας παραπέμπουμε ενδεικτικά σε ένα εκ των σημείων για τα οποία υπεράσπιση παραπονέθηκε. Συγκεκριμένα τέθηκε ζήτημα για τα όσα μεταξύ άλλων διαμείβονται στο Τεκμήριο 4, σελ. 7, γραμμή 1, όπου τέθηκε στη Μ.Κ.3 με αναφορά στο σημείο αυτό, πως χωρίς να έχει αναφέρει οτιδήποτε η Παραπονούμενη, η ίδια προσπάθησε να την καθοδηγήσει λέγοντας της «Έβαλε το χέρι σου εκεί αν κατάλαβα καλά;..» και πως η απάντηση της Παραπονούμενης είναι αντίθετη και πως η ίδια επέμενε να την καθοδηγεί λέγοντας της «σε ανάγκασε». Επί τούτου η μάρτυρας ανέφερε πως ακολουθώντας την πρακτική που καταγράψαμε ανωτέρω, επανέλαβε τα λεχθέντα της Παραπονούμενης, η οποία είχε προηγουμένως αναφέρει «he forced me to», ενώ ως προς τη χειρονομία ορθώς ανέφερε πως κάποιος πρέπει παράλληλα να βλέπει την οπτικογραφημένη κατάθεση και τα όσα είχαν προηγηθεί. Και πράγματι ανατρέχοντας στα όσα προηγούνται, και δη στη σελίδα 6 του Τεκμηρίου 4, γραμμές 34 και επόμενες, σημείο το οποίο αντιστοιχεί στο 09:56:12 της οπτικογραφημένης κατάθεσης Τεκμήριο 3.1, φαίνεται πως η ίδια η Παραπονούμενη δείχνει τον τρόπο με τον οποίο την έβαζε να τον αγγίζει στο σημείο που ευρίσκεται το ανδρικό μόριο, κάνοντας την κίνηση του χεριού πάνω - κάτω (που παραπέμπει στην κίνηση του ανδρικού αυνανισμού), με αποτέλεσμα να μην προκύπτει οποιαδήποτε αθέμητη καθοδήγηση προς την Παραπονούμενη με τον τρόπο που εισηγήθηκε η υπεράσπιση. Παραπέμπουμε προς τούτο σχετικά και στην υπόθεση Α.Μ. v. Δημοκρατίας
(2021)2 Α.Α.Δ 264, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε με τη διαπίστωση του Κακουργιοδικείου πως οι ερωτήσεις δεν αποτελούσαν καθοδήγηση αλλά «θεμιτές διευκρινιστικές ερωτήσεις», αφού από την ανάγνωση του συνόλου της οπτικογραφημένης κατάθεσης προέκυπτε πως ο ανακριτής είχε ζητήσει διευκρινίσεις, επί ήδη αφηγηθέντων γεγονότων από το παιδί. Παραμένοντας τώρα στις ενέργειες που έγιναν στο πλαίσιο διερεύνησης, σημειώνουμε πως δεν αμφισβητήθηκε πως μετά την ολοκλήρωση της οπτικογραφημένης κατάθεσης η Παραπονούμενη μετέβη στην οικία της όπου προέβη σε δύο υποδείξεις σκηνών στην παρουσία της Μ.Κ.4, της Μ.Κ.1 και του Μ.Κ.9, ως το Τεκμήριο
- Περιπλέον μη αμφισβητούμενη εκ των γεγονότων που αφορούν τη διερεύνηση παρέμεινε και η αναφορά του Μ.Κ.2, ότι την ίδια μέρα (16.6.22) και ώρα 19:00 συνέλαβε τον Κατηγορούμενο δυνάμει εντάλματος σύλληψης (Τεκμήριο 10), αφού τον πληροφόρησε για τους λόγους σύλληψης και του υπέδειξε και επεξήγησε το σχετικό ένταλμα. Ακολούθως παρέμεινε επίσης αναντίλεκτο πως του επεξήγησε τα δικαιώματα του και ότι αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο αυτός απάντησε «Is this the reason why my family didn't come home today». Επίσης αδιαμφισβήτητο παρέμεινε και το ότι την ίδια μέρα μεταξύ των ωρών 19:05 και 19:30, ερεύνησε στην παρουσία του Κατηγορούμενου και δυνάμει εντάλματος έρευνας (Τεκμήριο 11) την οικία, τα υποστατικά και το μηχανοκίνητο όχημα του, οπόταν και ανευρέθηκε στην κατοχή του ένα κινητό τηλέφωνο (Τεκμήριο 14), ενώ σε δωμάτιο στην αυλή της οικίας ένας φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής μάρκας Lenovo και ένας φορητός σκληρός δίσκος «WD» χρώματος μαύρου, για τα οποία, αφού του επεστήθη η προσοχή στον Νόμο αυτός απάντησε αντίστοιχα «It's mine», «It's mine, it's old», «Its my old disk». Ερωτήθηκε βέβαια ο Μ.Κ.2 σε ποια γλώσσα δόθηκε στον Κατηγορούμενο η απόδειξη παραλαβής τεκμηρίων, όπου ανέφερε πως του δόθηκε στην αγγλική. Παρά δε την αντίθετη θέση της υπεράσπισης και παρά το ότι ο Κατηγορούμενος λογικά θα έπρεπε να έχει στην κατοχή του το εν λόγω έγγραφο αφού δεν αμφισβήτησε επουδενί πως το παρέλαβε, εντούτοις δεν υπεδείχθη στον μάρτυρα τέτοιο έγγραφο στην ελληνική, ούτε όμως του ζητήθηκε να παρουσιάσει το αντίγραφο που, ως ο μάρτυρας ανέφερε, ευρίσκετο στο φάκελο. Αφήνοντας έτσι τη θέση της υπεράσπισης η οποία δεν γίνεται δεκτή, μετέωρη, μη υποστηριζόμενη από οποιαδήποτε μαρτυρία. Του τέθηκε επίσης πως η συμπεριφορά της αστυνομίας ήταν εκφοβιστική και πως τον εξέθεσαν προβαίνοντας στην έρευνα στην παρουσία άλλων προσώπων και πως όταν βγήκαν έξω τον είχαν με τις χειροπέδες σε θέα των περιοίκων και των γειτόνων. Ο μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά και τη θέση αυτή, αποδεχόμενος βέβαια ταυτόχρονα και ειλικρινώς πως πράγματι κατά τον χρόνο που μετέβησαν εκεί ήταν όντως παρούσα μια κοπέλα στην οικία, από την οποία ζήτησαν να αποχωρήσει όταν θα προέβαιναν στη σύλληψη και ότι εν τέλει κατά το χρόνο της έρευνας και σύλληψης ήταν μόνοι μαζί με τον Κατηγορούμενο. Όταν δε ολοκληρώθηκε η έρευνα, και πάλιν με την ίδια ειλικρίνεια δέχθηκε πως βγήκαν έξω από το σπίτι με τον Κατηγορούμενο να φέρει χειροπέδες (πράγμα λογικό εφόσον τελούσε υπό σύλληψη) και έχοντας στην κατοχή τους τα παραληφθέντα τεκμήρια, όμως τόνισε πως το υπηρεσιακό τους αυτοκίνητο, το οποίο δεν είχε σήμανση της αστυνομίας, βρισκόταν σταθμευμένο ακριβώς έξω από την οικία και έτσι μπήκαν σε αυτό και αποχώρησαν χωρίς χρονοτριβή. Θέλοντας έτσι να δείξει, πως είχε υποστεί τη λιγότερη δυνατή έκθεση υπό τις περιστάσεις, θέση η οποία μας βρίσκει και εμάς σύμφωνους. Σε σχέση δε με τη θέση πως επρόκειτο για όχημα με διακριτικά της αστυνομίας, σημειώνουμε πως ο ίδιος απέρριψε τη θέση αυτή κάθετα, δίδοντας παράλληλα και περιγραφή και λεπτομέρειες του χρησιμοποιηθέντος οχήματος, για να καταλήξει μάλιστα να τονίσει πως πρόκειται για το μοναδικό όχημα που διαθέτει το κλιμάκιο Βίας στην Οικογένεια του ΤΑΕ Αμμοχώστου. Θέση η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και την οποία αποδεχόμαστε. Με τον ίδιο ρητό τρόπο απέρριψε αφοπλιστικά τη θέση πως η Λοχ. 324 που είχε συμμετάσχει στην έρευνα ήταν εκφοβιστική και επιθετική έναντι του, λέγοντας πως ο ίδιος ήταν αυτός που είχε την μεγαλύτερη επαφή μαζί του και πως ουδέν μεμπτόν είχε η συμπεριφορά της αστυνομίας έναντι του και ξεκαθάρισε πως αφ΄ ης στιγμής ολοκληρώθηκε η έρευνα, ο ίδιος δεν είχε άλλη ανάμειξη στην υπόθεση και επομένως δεν μπορούσε να γνωρίζει αν ο Μ.Κ.9, (Αστ. 2298 Σ.Α.) του έδωσε οποιοδήποτε έγγραφο να υπογράψει λέγοντας του πως αν το έπραττε θα αφηνόταν ελεύθερος. Αναντίλεκτο παρέμεινε επίσης ότι στις 16.6.22 και περί ώρα 20:20 επέδωσε γραπτώς και επεξήγησε στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματα συλληφθέντα κρατουμένου, τα οποία παρέλαβε και υπέγραψε στην παρουσία του Μ.Κ.2 (Τεκμήριο 12). Περαιτέρω αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι ο μάρτυρας σφράγισε τα παραληφθέντα τεκμήρια στην παρουσία του Κατηγορούμενου, πως ο τελευταίος υπέγραψε επί αυτών όπως και ο Μ.Κ.2, πως μεταξύ αυτών ήταν και το Τεκμήριο 14 (κινητό τηλέφωνο) και πως παρέδωσε όλα τα παραληφθέντα τεκμήρια στις 18.6.22 στον Μ.Κ.9 για συνέχιση των εξετάσεων. Πράγμα το οποίο επιβεβαιώνει ούτως ή άλλως και ο ίδιος ο Μ.Κ.9, ο οποίος στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 20.6.22 τα περέδωσε στον Μ.Κ.5 για να προβεί στη δικανική εξέταση τους. Ενέργεια η οποία ως ευλόγως ανέφερε κρίθηκε αναγκαία, επειδή κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης η τελευταία είχε αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος τη φωτογράφιζε αφού της ζητούσε να βγάλει τα ρούχα της και επομένως σκοπός της παραλαβής των επίμαχων τεκμηρίων και της αποστολής τους στη ΔΕΗΔ ήταν για να τύχουν επιστημονικής εξέτασης και να διαπιστωθεί κατά πόσον υπήρχαν σε αυτά οποιεσδήποτε γυμνές φωτογραφίες της Παραπονούμενης. Δεν μας διαφεύγει βέβαια πως παρά το γεγονός πως τόσο το Τεκμήριο 14 όσο και το Τεκμήριο 15 κατατέθηκαν χωρίς ένσταση, εντούτοις ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του υποστήριξε πως δεν υπήρχε διάταγμα που να επιτρέπει τη δικανική εξέταση του κινητού τηλεφώνου του Κατηγορούμενου. Επί τούτου όμως αρκούμαστε να σημειώσουμε ότι το εν λόγω τηλέφωνο παραλήφθηκε στο πλαίσιο εκτέλεσης εντάλματος έρευνας, η νομιμότητα του οποίου δεν αμφισβητήθηκε με το κατάλληλο ένδικο μέσο, το δε περιεχόμενο της δικανικής εξέτασης κατατέθηκε χωρίς ένσταση και χωρίς να τεθεί σε κανένα μάρτυρα τέτοιος ισχυρισμός, ενώ και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος κατά τη μαρτυρία του ευθέως παραδέχθηκε πως οι εν λόγω φωτογραφίες λήφθηκαν από τον ίδιο για τους λόγους που επικαλέστηκε. Επιπλέον αδιαμφισβήτητο παρέμεινε ότι το σύνολο των Τεκμηρίων της υπόθεσης περιήλθαν στην κατοχή του Μ.Κ.2 από 25.11.24, αφού του τα παρέδωσε ο εν λόγω μάρτυρας. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 13, που αποτελεί τον κατάλογο των τεκμηρίων σε σχέση με τα οποία αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός πως η παραλαβή και η διακίνηση όλων των τεκμηρίων της υπόθεσης διενεργήθηκε νομότυπα από την Αστυνομία χωρίς επέμβαση σε αυτά πέραν των απαραίτητων επιστημονικών εξετάσεων. Ό, τι άλλο αξίζει να σημειωθεί είναι πως δεν αμφισβητήθηκε ούτε πως ο ψηφιακός δίσκος Τεκμήριο 15 αποτελεί ψηφιακό δίσκο που περιέχει εξαχθέντα δεδομένα από το Τεκμήριο 14, ήτοι το κινητό που βρέθηκε στην κατοχή του Κατηγορούμενου. Αναντίλεκτο παρέμεινε επίσης πως στην εξαγωγή των δεδομένων αυτών προέβη ο Μ.Κ.5, ο οποίος κατέθεσε ως Έγγραφο ΣΤ το βιογραφικό του σημείωμα και σε σχέση με τον οποίο αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός πως είναι ειδικός στη δικανική εξέταση και ανάλυση ηλεκτρονικών τεκμηρίων και ότι ο ίδιος έτυχε ειδικής και συγκεκριμένης εκπαίδευσης στην εξέταση και ανάλυση ηλεκτρονικών τεκμηρίων. Περαιτέρω αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός πως πρόκειται για εμπειρογνώμονα στον ως άνω τομέα και πως οτιδήποτε θα κατέθετε σε σχέση με τη δικανική εξέταση και ανάλυση ηλεκτρονικού τεκμηρίου γίνεται στο πλαίσιο της ως άνω εμπειρογνωμοσύνης του. Ο εν λόγω μάρτυρας υιοθέτησε την έκθεση που ετοίμασε εν σχέσει με τη δικανική εξέταση του Τεκμηρίου 14, όπου σημειώνει πως στα άλλα δύο τεκμήρια που παραλήφθηκαν από την οικία του, δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε που να αφορά την παρούσα υπόθεση. Εξ ου και η έκθεση καταπιάνεται με τα όσα εντοπίστηκαν στο Τεκμήριο
- Ειδικότερα σε σχέση με το εν λόγω Τεκμήριο 14 εξήγησε χωρίς να αμφισβητηθεί, τη διαδικασία με βάση την οποία εξήγαγε τα δεδομένα από το εν λόγω τεκμήριο (τηλέφωνο). Αποδεχόμαστε ως ορθή τη διαδικασία που λεπτομερώς και με σαφήνεια εξήγησε, ως αποτέλεσμα της οποίας εντοπίστηκαν 57.624 αρχεία εικόνας τα οποία αξιολόγησε μαζί με τον ανακριτή της υπόθεσης και κατόπιν τούτου εντοπίστηκαν 87 αρχεία εικόνας που αφορούσαν την παρούσα υπόθεση, εκ των οποίων τα 79 αποτελούσαν μοναδικά αρχεία ενώ τα υπόλοιπα ήταν επαναλαμβανόμενα διπλά ή τριπλά ή αρχεία που αφορούσαν φωτογραφίες εκ των 79, οι οποίες υπέστησαν κάποια αλλοίωση (έστω και αν αυτή οπτικά δεν είναι ορατή σε κάποιον παρατηρητή). Επεξήγησε δε πως αυτά είναι διακριτά αφού για παράδειγμα η φωτογραφία με αριθμό 37 εμφαίνεται με τις αναφορές 37
(1), 37
(2), 37
(3)και 37
(4)κάτι που σημαίνει ότι η φωτογραφία αυτή είναι τετραπλή, δηλαδή έχει το ίδιο ψηφιακό αποτύπωμα και αποτελεί αντίγραφο της φωτογραφίας που εντοπίστηκε αποθηκευμένη (βλ. Τεκμήριο 15). Με δεδομένο ότι στην έκθεση του αναφέρει ότι τα αρχεία εικόνας που εντοπίστηκαν ήταν τύπου «thumbnail» και «cache» κλήθηκε να εξηγήσει τους εν λόγω όρους. Σε σχέση με τον πρώτο («thumbnail»), πειστικά και με ευκρίνεια ανέφερε πως πρόκειται για μικρογραφία του πρωτότυπου αρχείου που είναι εγκατεστημένο στη συσκευή και δημιουργείται αυτόματα από το λογισμικό που είναι εγκατεστημένο στη συσκευή και φυλάγεται σε φάκελο ο οποίος δεν είναι προσβάσιμος στον χρήστη όταν τον αναζητήσει. Με παραστατικό τρόπο εξήγησε πως όταν ανοίξει κάποιος τη βιβλιοθήκη φωτογραφιών, βλέπει μικρογραφίες των φωτογραφιών και αυτά είναι τα «thumbnails» και όταν κάποιος πατήσει πάνω τους το κινητό ψάχνει την πραγματική φωτογραφία, που είναι αποθηκευμένη στο κινητό και φέρνει σε μεγάλη αυτό το «thumbnail». Με τον ίδιο λεπτομερή τρόπο εξήγησε χωρίς να αμφισβητηθεί τα αρχεία «cache», λέγοντας πως πρόκειται πάλι για ένα πολύ μικρό αρχείο που φυλάγεται στην προσωρινή μνήμη του κινητού τηλεφώνου, μια μικρογραφία του αρχείου, ως διαμεσολάβηση στο να ανοίξει το πραγματικό αρχείο στο κινητό τηλέφωνο και το οποίο φυλάγεται στην κρυφή μνήμη του κινητού τηλεφώνου. Ως επίσης εξήγησε τα αρχεία αυτά «thumbnail» και «cache» δεν διαγράφονται με τη διαγραφή του αρχικού αρχείου αλλά αποθηκεύονται σε αρχείο που είναι κρυμμένο από τον χρήστη, όπου ανέφερε ότι ο φάκελος είναι μέρος του λειτουργικού συστήματος του κινητού τηλεφώνου και δεν είναι προσβάσιμος προς τον χρήστη και μπορεί να ανακτηθεί μόνο με δικανικά εργαλεία από εξειδικευμένους (επαγγελματίες), που μπορούν αντιληφθούν το σύστημα αρχείων που περιέχουν τα κινητά. Το ουσιαστικότερο όμως εκ της μαρτυρίας του το οποίο επίσης δεν αμφισβητήθηκε, ήταν πως τα επίδικα αρχεία που εντόπισε ενέπιπταν σε αυτές τις κατηγορίες και δεν ήταν πρωτότυπα αρχεία, κάτι που εν ολίγοις σημαίνει πως σε κάποια στιγμή διαγράφηκαν. Όμως ως εξήγησε η δημιουργία αυτών των αρχείων «thumbnail» και «cache», προϋποθέτει ότι κάποτε το πρωτότυπο αρχείο ήταν στο κινητό αλλά διαγράφηκε, χωρίς ωστόσο με τη διαγραφή αυτή να μπορούν να διαγραφούν τα αρχεία «thumbnail» και «cache» τα οποία διατηρούνται στο κινητό τηλέφωνο σαν μικρογραφία της κρυφής μνήμης. Επεξήγησε επίσης πως το γεγονός πως αυτά βρίσκονται αποθηκευμένα σε συγκεκριμένο σημείο που ανέφερε και με συγκεκριμένη ονομασία («/thumbsmall» και «/gallery_disk_cache») δεν ξενίζει εφόσον αυτά τα αρχεία δημιουργούνται αυτόματα από το λειτουργικό σύστημα του τηλεφώνου, άρα οι φάκελοι αυτοί είναι δημιουργημένοι μέσω των δύο εφαρμογών που ανέφερε δηλαδή «gallery» και «videoplayer» και είναι κρυμμένοι προς το χρήστη καθ' ότι αποτελούν φακέλους του συστήματος και ο χρήστης δεν έχει οποιαδήποτε πρόσβαση σε αυτούς τους φακέλους, εκτός εάν χρησιμοποιήσει είτε δικανικό είτε άλλο εξειδικευμένο εργαλείο για να τα δει. Ανέφερε επίσης σε σχέση με τα εν λόγω αρχεία ότι δεν έχουν ημερομηνία δημιουργίας αλλά μόνο ημερομηνία μεταβολής, επεξηγώντας πως όταν ένα αρχείο δημιουργηθεί σε ένα κινητό τηλέφωνο υπάρχουν τρεις ημερομηνίες καταχωρημένες δηλαδή η ημερομηνία δημιουργίας, η ημερομηνία μεταβολής («modified date») και η ημερομηνία πρόσβασης («access date»). Όταν δε προβάλλονται ή μεταβάλλονται τα αρχεία και δημιουργούνται τα δύο αρχεία που προαναφέρε «thumbnail» και «cache», η ημερομηνία δημιουργίας δεν μεταφέρεται στα αρχεία αυτά. Με άλλα λόγια μετά τη δημιουργία του πρωτότυπου αρχείου στο κινητό τηλέφωνο, όταν αυτό ξανανοιχθεί ή μεταβληθεί οτιδήποτε πάνω στη φωτογραφία, η ημερομηνία modified date μεταβάλλεται και διατηρείται μόνο αυτή στα συγκεκριμένα αρχεία «thumbnail» και «cache», ενώ η ημερομηνία δημιουργίας παραμένει μόνο στο πρωτότυπο. Εν προκειμένω ανέφερε πως όλα τα αρχεία έχουν ημερομηνία μεταβολής μεταξύ 5.1.22 και 7.5.22, ημερομηνία η οποία μεταφέρεται από το πρωτότυπο αρχείο στα αρχεία «thumbnail» και «cache» που δημιουργούνται σε κρυμμένους φακέλους του συστήματος. Εδώ σε σχέση με τα 79 μοναδικά αρχεία που εντοπίστηκαν. Επομένως υπέδειξε πως για να υπάρχουν οι εν λόγω ημερομηνίες μεταβολής σημαίνει ότι τα αρχικά αρχεία εικόνας μεταξύ εκείνων των ημερομηνιών υπήρχαν στο κινητό τηλέφωνο για να μπορεί να γίνει η μεταβολή στα αρχεία «thumbnail» και «cache» και πρόσθεσε πως ούτως ή άλλως για να δημιουργηθούν τα εν λόγω αρχεία προϋποθέτει ότι κάποτε υπήρχε το πρωτότυπο, ως ήταν η θέση που εξ αρχής ανέφερε. Η ως άνω μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε ούτε το ότι πράγματι τα όσα εντόπισε στο Τεκμήριο 14 μεταφέρθηκαν στο Τεκμήριο 15, το οποίο προβλήθηκε και ενώπιον μας, με το μάρτυρα να προβαίνει σε επεξήγηση και ως προς τα βήματα που πρέπει να ακολουθηθούν καθώς και σε σχετική μεγέθυνση των αρχείων «thumbnail» (μέσω του δωρεάν λογισμικού infraview) για να μπορούν να γίνουν ορατά, χωρίς ως συγκεκριμένα ανέφερε να χαλάει η ποιότητα. Παρά δε την τοποθέτηση του αυτή σε σχέση με την ποιότητα κατά τη μεγέθυνση, σημειώνουμε πως δεν του τέθηκε οτιδήποτε για να σχολιάσει εν σχέσει με την ποιότητα. Στοιχείο το οποίο σημειώνουμε, αφού σε αυτό θα επανέλθουμε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας των άμεσα εμπλεκομένων και δη του Κατηγορούμενου, ο οποίος προώθησε τη θέση ότι ένεκα της μη καλής ποιότητας των φωτογραφιών δεν ήταν ορατά τα κοψίματα που είχε στο σώμα της η Παραπονούμενη. Θέση η οποία βέβαια ουδέποτε τέθηκε στον εν λόγω μάρτυρα που καθηκόντως ήταν και ο πιο αρμόδιος για να τοποθετηθεί. Η αντεξέταση του περιορίστηκε στις ενέργειες στις οποίες προέβη μετά την εξαγωγή των εν λόγω δεδομένων όπου ο μάρτυρας σε πλήρη συνοχή με την έκθεση του ανέφερε πως αυτά αποθηκεύτηκαν στο ψηφιακό δίσκο Τεκμήριο 15 και πως παραδόθηκαν ως αναφέρει στην κατάθεση του στην Α/Αστ. 1931 Π.Α., στις 28.6.22 στις 08:10 π.μ.. Επανερχόμενοι τώρα στο ανακριτικό έργο, ό,τι άλλο θα πρέπει να σημειωθεί είναι πως παρέμεινε επίσης αναντίλεκτο ότι η Μ.Κ.1 στις 20.6.22, μετά από γραπτή συγκατάθεση της Μ.Υ.6 που λήφθηκε από τον Μ.Κ.9 (Τεκμήριο 6), και στην παρουσία της τελευταίας, έλαβε αριθμό φωτογραφιών στην οικία της Μ.Υ.6, στην παρουσία της Παραπονούμενης κατά τη διάρκεια των οποίων η τελευταία προέβη σε υπόδειξη σκηνών ως το Τεκμήριο 7 και τις οποίες φωτογραφίες αργότερα εκτύπωσε ως το Τεκμήριο 8. Ανάλογη επί του προκειμένου ήταν και η μαρτυρία του Μ.Κ.9 ο οποίος πέραν του ότι επιβεβαιώνει και αυτός πως έλαβε τη σχετική συγκατάθεση από την Μ.Υ.6 για λήψη φωτογραφιών από την οικία της και ότι η Μ.Κ.1 έλαβε τις σχετικές φωτογραφίες καθ' υπόδειξιν του, επιβεβαιώνει και το ότι πράγματι η Παραπονούμενη είχε προβεί σε δύο υποδείξεις σκηνών, όπου σε κάθε υπόδειξη κατέγραφε την απάντηση της και αφού της την διάβαζε την υπέγραφε ως ορθή στην παρουσία του. Αδιαμφισβήτητη παρέμεινε και η διαδικασία λήψης της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου αφού αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός πως η Α/Αστ. 1931 Π.Α., στις 20.6.22 έλαβε την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 9), αφού προηγουμένως του επεστήθη η προσοχή και του επιδόθηκαν γραπτώς τα δικαιώματα του. Η δε πιστή μετάφραση της στην ελληνική γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 19. Σημειώνουμε δε πως παρά το ότι η Α/Αστ. 1931 ήταν στον πίνακα μαρτύρων και παρά το ότι προσφέρθηκε αντεξέταση, δεν ζητήθηκε από την υπεράσπιση να κληθεί και να αντεξεταστεί και να της τεθεί πως παραπλάνησε τον Κατηγορούμενο κατά το χρόνο λήψης της κατάθεσης του ή πως του ανέφερε ότι η κατάθεση αυτή ήταν ανεπίσημη[10]. Και σημειώνουμε τούτο αφού είναι ουσιώδες, δεδομένου του ότι ως θα διαφανεί στη συνέχεια, ο Κατηγορούμενος,