Δημοκρατία ν. Α. X., Αρ. Υπόθεσης: 16929/22, 27/1/2026 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 16929/22 Μεταξύ: Δημοκρατία v. Α. X. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 27η Ιανουαρίου 2026 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Στ. Παπουή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Αλ. Κληρίδης Κατηγορούμενος παρών (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου και υπάρχει περιορισμός στην κυκλοφορία της απόφασης. Το πρωτότυπο της απόφασης που περιλαμβάνει τα ονόματα ή άλλα στοιχεία θα παραμείνει στον φάκελο του Δικαστηρίου, ενώ θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη). ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει οκτώ κατηγορίες. Το σύνολο τούτων φέρει την ίδια έκθεση αδικήματος, δηλαδή· σεξουαλική κακοποίηση παιδιού κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(4)(α), 14 και 34, του περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014 όπως τροποποιήθηκε. Οι ιδιαίτερες λεπτομέρειες της κάθε κατηγορίας αναφέρουν τα ακόλουθα: Πρώτη κατηγορία Ο κατηγορούμενος, την 13η Μαΐου 2021 στα Λατσιά της Επαρχίας Λευκωσίας, καταχρώμενος θέση εμπιστοσύνης επάνω σε παιδί, όντας εκπαιδευτής του σε πολεμικές τέχνες, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Ι.Ν. από τη Λευκωσία, (ημ. γενν. 6/5/2005), δηλαδή την αγκάλιασε, τη φίλησε στον λαιμό και αποπειράθηκε να τη φιλήσει στο στόμα. Δεύτερη κατηγορία Ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2019 και 2021 στα Λατσιά της Επαρχίας Λευκωσίας, καταχρώμενος θέση εμπιστοσύνης επάνω σε παιδί, όντας εκπαιδευτής του σε πολεμικές τέχνες, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Ι.Ν. από τη Λευκωσία (ημ. γενν. 6/5/2005), δηλαδή έβαλε τα χέρια του μέσα στην μπλούζα της και της έπιασε το στήθος. Τρίτη κατηγορία Ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2019 και 2021 στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, σε άλλη περίπτωση από αυτή που αναφέρεται στη 2η κατηγορία, καταχρώμενος θέση εμπιστοσύνης επάνω σε παιδί, όντας εκπαιδευτής του σε πολεμικές τέχνες, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Ι.Ν από τη Λευκωσία, (ημ. γενν. 6/5/2005), δηλαδή με τα χέρια του τη χαΐδεψε στο πόδι και στο στήθος πάνω από τα ρούχα. Τέταρτη κατηγορία Ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2019 και 2021 στα Λατσιά της Επαρχίας Λευκωσίας, σε άλλη περίπτωση από αυτήν που αναφέρεται στις κατηγορίες 2 και 3, καταχρώμενος θέση εμπιστοσύνης επάνω σε παιδί, όντας εκπαιδευτής του σε πολεμικές τέχνες, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Ι.Ν. από τη Λευκωσία, (ημ. γενν. 6/5/2005), δηλαδή με την πρόφαση ότι θα της έκανε μασάζ έβαλε το χέρι του μέσα στο παντελόνι της, της έπιασε τα οπίσθια και την άγγιξε στα γεννητικά της όργανα. Πέμπτη κατηγορία Ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2019 και 2021 στα Λατσιά της Επαρχίας Λευκωσίας, σε άλλη περίπτωση από αυτή που αναφέρεται στις κατηγορίες 2, 3 και 4, καταχρώμενος θέση εμπιστοσύνης επάνω σε παιδί, όντας εκπαιδευτής του σε πολεμικές τέχνες, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Ι.Ν. από τη Λευκωσία, (ημ. γενν. 6/5/2005), δηλαδή με την πρόφαση ότι θα της έκανε μασάζ της έπιασε τα οπίσθια πάνω από τα ρούχα της. Έκτη κατηγορία Ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2019 και 2021 στον Λυθροδόντα της Επαρχίας Λευκωσίας, σε άλλη περίπτωση από αυτή που αναφέρεται στις κατηγορίες 2, 3, 4, και 5, καταχρώμενος θέση εμπιστοσύνης επάνω σε παιδί, όντας εκπαιδευτής του σε πολεμικές τέχνες, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Ι.Ν. από τη Λευκωσία, (ημ. γενν. 6/5/2005), δηλαδή με την πρόφαση ότι θα της έκανε μασάζ της έπιασε τα οπίσθια πάνω από τα ρούχα της. Έβδομη κατηγορία Ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2019 και 2021 στον Λυθροδόντα της Επαρχίας Λευκωσίας, σε άλλη περίπτωση από αυτή που αναφέρεται στις κατηγορίες 2, 3, 4, 5 και 6, καταχρώμενος θέση εμπιστοσύνης επάνω σε παιδί, όντας εκπαιδευτής του σε πολεμικές τέχνες, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Ι.Ν. από τη Λευκωσία, (ημ. γενν. 6/5/2005), δηλαδή με την πρόφαση ότι θα της έκανε μασάζ της έπιασε τα οπίσθια πάνω από τα ρούχα της. Όγδοη κατηγορία Ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2019 και 2021 στην Παλλουριώτισσα της Επαρχίας Λευκωσίας, καταχρώμενος θέση εμπιστοσύνης επάνω σε παιδί, όντας εκπαιδευτής του σε πολεμικές τέχνες, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Ι.Ν. από τη Λευκωσία, (ημ. γενν. 6/5/2005), δηλαδή ενώ προσπαθούσε να της διορθώσει τη στάση της, πήγε από πίσω της ακουμπώντας τα γεννητικά του όργανα στο σώμα της. Προς απόδειξη των κατηγοριών η κατηγορούσα αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο εννέα μάρτυρες. Τούτοι είναι οι ακόλουθοι: αστ. 1714 (Μ.Κ.1), Ι.Ν. (Μ.Κ.2), Ζ.Α. (Μ.Κ.3), Τ.Χ. (Μ.Κ.4), αστ. 3400 (Μ.Κ.5), Χ.Ν. (Μ.Κ.6), Τ.Α. (Μ.Κ.7), Β.Χ. (Μ.Κ.8) και Λ.Μ. (Μ.Κ.9). Από την άλλη, όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε και έδωσε ένορκη μαρτυρία. Ακολούθως, κάλεσε και τρεις μάρτυρες υπεράσπισης, συγκεκριμένα τη Θ.Τ. (Μ.Υ.1), τον Η.Κ. (Μ.Υ.2) και τον Θ.Μ. (Μ.Υ.3). Προστίθεται περαιτέρω πως οι δύο πλευρές προέβησαν και σε παραδεκτά γεγονότα, τα οποία έθεσαν εγγράφως στο Δικαστήριο και είναι τούτα το έγγραφο Α. Πριν οτιδήποτε άλλο κρίνουμε ότι από την αντιμετώπιση που έτυχε η προσκομισθείσα μαρτυρία, τόσο από την κατηγορούσα αρχή όσο και από την υπεράσπιση, παρέχεται ασφάλεια να προβούμε, έστω σε αδρές γραμμές, σε σκιαγράφηση των γεγονότων που δεν έτυχαν αμφισβήτησης, προλογίζοντας τρόπον τινά τα όσα ακολουθούν. Εν προκειμένω παραπονούμενη είναι η I.N (στη συνέχεια η παραπονούμενη) η οποία γεννήθηκε την 06/05/2005 και είναι θυγατέρα των Μ.Κ.4 και Μ.Κ.
- Επιπλέον, γεγονός συνιστά ότι από την ηλικία των έξι, περίπου, ετών, μέχρι και την 13/05/2021, η παραπονούμενη ήταν μαθήτρια του κατηγορούμενου στη σχολή καράτε που διατηρεί ο τελευταίος. Μάλιστα, για την ίδια, περίπου, περίοδο, ήταν μαθήτρια και της θυγατέρας του κατηγορούμενου, δηλαδή της Μ.Υ.1, η οποία είναι δασκάλα χορού. Τα μαθήματα χορού που η παραπονούμενη παρακολουθούσε με τη θυγατέρα του κατηγορούμενου, λάμβαναν χώρα στο ίδιο κτήριο που στεγάζεται και η σχολή του πατέρα της και συγκεκριμένα στον επάνω όροφο, δηλαδή στην Παλλουριώτισσα. Το εν λόγω κτήριο απαρτίζεται από ισόγειο και ανώγειο κατά πώς απεικονίζεται στις φωτογραφίες που λήφθηκαν εξωτερικά του χώρου και αποτελούν μέρος του τεκμηρίου 7 ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα μαθήματα καράτε διεξάγονταν στο ισόγειο, ενώ τα μαθήματα χορού στο ανώγειο. Επίσης, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στο ισόγειο, σε ειδικά διαρρυθμισμένο χώρο, βρισκόταν και φυσιοθεραπευτήριο, το οποίο λειτουργεί ο υιός του κατηγορούμενου, ο οποίος είναι φυσιοθεραπευτής, δηλαδή ο Μ.Υ.
- Πέραν της ιδιότητας του φυσιοθεραπευτή ο υιός του κατηγορούμενου είναι και αυτός δάσκαλος καράτε, εντούτοις αναμφισβήτητο είναι πως πλην μίας περιόδου που δεν εμπίπτει στον επίδικο χρόνο (έτος 2018), ο Μ.Υ.2 δεν παρέδιδε μαθήματα καράτε στην παραπονούμενη. Περαιτέρω, γεγονός είναι πως για κάποιο χρόνο που εμπίπτει στην επίδικη περίοδο, δηλαδή τα έτη 2019 με 2021 που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των υπό κρίση κατηγοριών, μαζί με την παραπονούμενη στην ίδια τάξη καράτε στη σχολή στην Παλλουριώτισσα, μαθήματα τύγχανε κάποτε να παρακολουθεί και η νεαρότερη αδελφή της. Εντέλει, άλλο ένα αναμφισβήτητο γεγονός είναι πως για μέρος του χρόνου που εμπίπτει στον επίδικο, ο κατηγορούμενος διατηρούσε άλλες δύο σχολές, εν προκειμένω ενοικίαζε χώρο από υφιστάμενες σχολές εκτός Λευκωσίας και συγκεκριμένα στα Λατσιά και στον Λυθροδόντα. Πέραν των ανωτέρω η μαρτυρία θέλει την παραπονούμενη να προβαίνει σε αποκάλυψη μέρους των αιτιάσεών της την 14/05/2021, στον ψυχολόγο που την παρακολουθούσε, εν προκειμένω τον Μ.Κ.
- Ακολούθησε ενημέρωση των γονέων της παραπονούμενης (Μ.Κ.4 και Μ.Κ.8) από τον ψυχολόγο (Μ.Κ.9) και στη συνέχεια καταγγελία των γονέων σε αστυνομικό σταθμό. Πέραν από την καταγγελία των γονέων και ο ψυχολόγος (Μ.Κ.9) προέβη σε σχετική καταγγελία. Αρχικά μετέβη στο ΤΑΕ Λευκωσίας και υπέβαλε προφορικώς την καταγγελία του, ότε και ενημερώθηκε το κλιμάκιο διερεύνησης αυτού του είδους υποθέσεων και ακολούθως, συνέταξε έκθεση την οποία απέστειλε και είναι τούτη η επιστολή ημερομηνίας 15/05/2021, δηλαδή το τεκμήριο
- Αυτές οι δύο καταγγελίες αποτέλεσαν το έναυσμα για διερεύνηση των ισχυρισμών της παραπονούμενης από την αστυνομία. Πλείστες δε από τις ενέργειες στις οποίες προέβη η αστυνομία κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, εμφαίνονται στο περιεχόμενο του εγγράφου Α, δηλαδή τα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθηκαν από τους συνηγόρους και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου παρατίθενται αυτούσια. «
- Η Αστ. 3400 (μάρτυρας 15 επί του κατηγορητηρίου) υπηρετούσε στο Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας και συγκεκριμένα στο Γραφείο Χειρισμού Θεμάτων Βίας στην Οικογένεια, Κακοποίησης Ανήλικων και Ελλειπόντων Προσώπων. Είναι μέλος της ανακριτικής ομάδας για τη διερεύνηση υποθέσεων σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικων και είναι ειδικά εκπαιδευμένη στην τεχνική συνέντευξης του National Children's Advocacy Center για τη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες, ως επίσης και στη διερεύνηση υποθέσεων σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικων.
- Στις 17/05/2021 και μεταξύ των ωρών 16.12‑16.56 η Αστ. 3400 (μάρτυρας 15 επί του κατηγορητηρίου) έλαβε οπτικογραφημένη κατάθεση από την I.N., (εφεξής «η παραπονούμενη»), στο ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων που βρίσκεται στο «Σπίτι του Παιδιού» στη Λευκωσία. Η κατάθεση λήφθηκε κατόπιν γραπτής συγκατάθεση που δόθηκε από τον πατέρα της, B.X. (μάρτυρα επί του κατηγορητηρίου 4) και την οποία συνυπέγραψε και η Κοινωνική Λειτουργός από το Σπίτι του Παιδιού» Λ.Ο. (μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου 6). Η δήλωση ανακριτή προς συνοδό πριν την οπτικογράφηση ημερομηνίας 17/05/2021 και η γραπτή συγκατάθεση συνοδού/κηδεμόνα θύματος/μάρτυρα ημερομηνίας 17/05/2022, κατατίθενται ως Τεκμήρια 1 και
- Ο Αστ. 1714 (μάρτυρας 17 επί του κατηγορητηρίου) υπηρετούσε στην Υποδιεύθυνση Διαχείρισης Υποθέσεων Ευάλωτων Προσώπων του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας και πιο συγκεκριμένα στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανήλικων και είναι ειδικά εκπαιδευμένος στην τεχνική συνέντευξης το National Children's Advocacy Center και τη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες, ως επίσης και στη διερεύνηση υποθέσεων σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικων. Κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονούμενης την 17/05/2021, χειρίστηκε στη συσκευή οπτικογράφησης, που βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο από όπου λήφθηκε η κατάθεση.
- Μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης, ο Αστ. 1714 (μάρτυρας 17 επί του κατηγορητηρίου) αφού έθεσε σε αυτούς τα διακριτικά Π.Κ‑1, με αρίθμηση 1‑3 στους τρεις πρωτότυπους ψηφιακούς δίσκους (DVD) τους τοποθέτησε σε πλαστική θήκη και τους σφράγισε με ειδική ταινία. Η κάθε ταινία σφράγισης φέρει την υπογραφή του, την υπογραφή της Αστ. 3400 (μάρτυρας 15 επί του κατηγορητηρίου), την υπογραφή της Κοινωνικής Λειτουργού από το «Σπίτι του Παιδιού» Λ.Ο. (μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου 6), καθώς επίσης και του πατέρα της ανήλικης παραπονούμενης, Β.Χ. (μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου 4).
- Στις 21/05/2021 ο Αστ. 1714 (μάρτυρας 17 επί του κατηγορητηρίου) ξεσφράγισε τον ψηφιακό δίσκο Π.Κ.1 με αριθμό 3 της οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονούμενης και άρχισε την απομαγνητοφώνηση της κατάθεσης, διαδικασία που ολοκληρώθηκε την 23/05/
- Μετά το πέρας της απομαγνητοφώνησης, τοποθέτησε τον εν λόγω ψηφιακό δίσκο σε φάκελο μαζί με τους άλλους δύο και σφράγισε τον φάκελο με ταινία τεκμηρίων επί της οποίας υπέγραψε. Ο φάκελος με τους τρεις δίσκους παραδόθηκε στην Αστ. 3400 (μάρτυρα 15 επί του κατηγορητηρίου). Η απομαγνητοφώνηση αποδίδει την κατάθεση και δεν έχει αφαιρεθεί ή προστεθεί οτιδήποτε σε ότι λέχθηκε κατά την οπτικογράφηση και δεν έγινε οποιαδήποτε αλλοίωση της οπτικογράφησης.
- Αντίγραφο της απομαγνητοφωνημένης κατάθεσης της παραπονούμενης παραδόθηκε στον Β.Χ. (μάρτυρα επί του κατηγορητηρίου 4) από την Αστ. 3400 (μάρτυρα 15 επί του κατηγορητηρίου) την 23/05/
- Σχετική απόδειξη παράδοσης της απομαγνητοφωνημένης κατάθεσης κατατίθεται ως Τεκμήριο
- Κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης, τηρήθηκαν οι κανόνες λήψης οπτικογραφημένης κατάθεσης όπως προβλέπονται στο Αρ. 10 του Περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου. Οι 3 ψηφιακοί δίσκοι έχουν το ίδιο περιεχόμενο και αποτελούν την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης, δημιουργήθηκαν ορθά, αποδίδουν σε αυτούς πιστώς την κατάθεση, δεν έγινε οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση και βρίσκονταν υπό την ασφαλή φύλαξη της Αστυνομίας μέχρι και την κατάθεσή τους στο Δικαστήριο.
- Οι 3 ψηφιακοί δίσκοι με διακριτικά Π.Κ.1, με αρίθμηση 1‑3, και το απομαγνητοφωνημένο κείμενο κατατίθενται ως μέρος της κυρίως εξέτασης της παραπονούμενης.
- Στις 29/05/2021 και μεταξύ των ωρών 08:45‑09:19, στην οδό [ ] στον Λυθροδόντα και στην οδό [ ] στα Λατσιά, ο Αστ. 1714 (μάρτυρας 17 επί του κατηγορητηρίου) έλαβε αριθμό φωτογραφιών σχετικά με την υπόθεση στην παρουσία και καθ' υπόδειξη της Αστ. 3400 (μάρτυρα 15 επί του κατηγορητηρίου). Την 05/08/2021, χωρίς να αφαιρέσει ή να προσθέσει ή να αλλάξει οτιδήποτε στο περιεχόμενο της κάρτας μνήμης (φωτογραφίες), ο Αστ. 1714 (μάρτυρας 17 επί του κατηγορητηρίου) αντέγραψε τις φωτογραφίες που έλαβε σε ένα ψηφιακό δίσκο. Οι εν λόγω φωτογραφίες εκτυπώθηκαν και κατατίθενται ως Τεκμήριο
- Στις 20/06/2021 και μεταξύ των ωρών 09: 43‑ 09: 53, στην οδό [ ] στην Παλλουριώτισσα ο Αστ. 1714 (μάρτυρας 17 επί του κατηγορητηρίου) έλαβε αριθμό φωτογραφιών σχετικά με την υπόθεση στην παρουσία και καθ' υπόδειξη της Αστ. 3400 (μάρτυρα 15 επί του κατηγορητηρίου). Την 05/08/2021, χωρίς να αφαιρέσει ή να προσθέσει ή να αλλάξει οτιδήποτε στο περιεχόμενο της κάρτας μνήμης (φωτογραφίες), ο Αστ. 1714 (μάρτυρας 17 επί του κατηγορητηρίου) αντέγραψε τις φωτογραφίες που έλαβε σε ένα ψηφιακό δίσκο. Οι εν λόγω φωτογραφίες εκτυπώθηκαν και κατατίθενται ως Τεκμήριο
- Στις 02/07/2021 και μεταξύ των ωρών 14:36‑15:02, στην οδό [ ] στα Λατσιά, ο Αστ. 1714 (μάρτυρας 17 επί του κατηγορητηρίου) έλαβε αριθμό φωτογραφιών σχετικά με την υπόθεση στην παρουσία και καθ' υπόδειξη της Αστ. 3400 (μάρτυρα 15 επί του κατηγορητηρίου). Την 05/08/2021, χωρίς να αφαιρέσει ή να προσθέσει ή να αλλάξει οτιδήποτε στο περιεχόμενο της κάρτας μνήμης (φωτογραφίες), ο Αστ. 1714 (μάρτυρας 17 επί του κατηγορητηρίου) αντέγραψε τις φωτογραφίες που έλαβε σε ένα ψηφιακό δίσκο. Οι εν λόγω φωτογραφίες εκτυπώθηκαν και κατατίθενται ως Τεκμήριο
- Η Λ.Ο. (μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου 6) είναι κοινωνική λειτουργός στο «Σπίτι του Παιδιού». Την 17/05/2021, πριν από την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης, υπέγραψε στο έντυπο της γραπτής συγκατάθεσης που της έδωσε ο πατέρας της παραπονούμενης, Β.Χ, για να ληφθεί κατάθεση από την παραπονούμενη. Κατά την λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονούμενης, η Λ.Ο. (μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου 6) βρισκόταν σε διπλανό δωμάτιο και μετά το τέλος της, υπέγραψε στους ψηφιακούς δίσκους που περιέχουν την κατάθεση της παραπονούμενης.
- Ο Δρ Κ.Τ. (μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου 12) είναι ιατροδικαστής και εξέτασε την παραπονούμενη στις 21/05/2021 μεταξύ των ωρών 15:30‑15:55 και προέβη στα ακόλουθα ιατροδικαστικά ευρήματα: πολλαπλές και παράλληλες εκδορές (περίπου 22) διαστάσεων 7Χ5 εκ. στην περιοχή του αριστερού καρπού.
- Η Αστ. 4875 (μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου 14) υπηρετεί στο Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας και συγκεκριμένα στο Γραφείο Χειρισμού Θεμάτων Βίας στην Οικογένεια, Κακοποίησης Ανήλικων και Ελλειπόντων Προσώπων. Στις 21/05/2021 και μεταξύ των ωρών 15:41‑15:48 στο Αρχηγείο Αστυνομίας, καθ' υπόδειξη του Δρ. Κ.Τ. (μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου 12), έλαβε αριθμό φωτογραφιών από σημάδια αυτοτραυματισμού στα χέρια της παραπονούμενης. Στις 22/05/2021 στο Αρχηγείο Αστυνομίας, χωρίς να αφαιρέσει ή να προσθέσει ή να αλλάξει οτιδήποτε στο περιεχόμενο της κάρτας μνήμης (φωτογραφίες), αντέγραψε τις φωτογραφίες που έλαβε κατά την διάρκεια της ιατροδικαστικής εξέτασης της παραπονούμενης, σε ένα ψηφιακό δίσκο. Οι εν λόγω φωτογραφίες εκτυπώθηκαν και κατατίθενται ως Τεκμήριο
- Ο Θ.Ν. (μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου 5) ήταν διευθυντής του Παγκύπριου Γυμνασίου όπου φοιτούσε η παραπονούμενη. Αναφέρει ότι η παραπονούμενη ήταν στην 1η τάξη του Λυκείου, αργούσε να προσέλθει στο σχολείο, φαινόταν κουρασμένη και δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις ανάγκες των μαθημάτων. Παρέδωσε στην Αστυνομία το απολυτήριο Γυμνασίου της παραπονούμενης και το δελτίο προόδου του πρώτου τετραμήνου της Α' τάξης Λυκείου τα οποία κατατίθενται ως Τεκμήρια 10 και 11.» Πέραν των ανωτέρω τεκμηρίων που κατατέθηκαν βάσει των παραδεκτών γεγονότων, ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομίστηκε και το τεκμήριο 4, δηλαδή τρεις ψηφιακοί δίσκοι με διακριτικά Π.Κ.1 και αρίθμηση 1 έως 3 που περιέχουν την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης, καθώς και το απομαγνητοφωνημένο κείμενο τούτης, το οποίο προέκυψε κατά τον τρόπο που εξηγείται στα παραδεκτά γεγονότα. Το απομαγνητοφωνημένο κείμενο είναι το τεκμήριο
- Όλα τα ανωτέρω προκύπτοντα είτε από παραδεκτά γεγονότα είτε από αναμφισβήτητη μαρτυρία, υιοθετούνται από το Δικαστήριο και καθίστανται ευρήματα που δεσμεύουν την πάρα πέρα πορεία της διαδικασίας. Πέραν των πιο πάνω και για χάριν ολοκλήρωσης των όσων προκύπτουν από τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στο Δικαστήριο, παρεμβάλλουμε ότι κατόπιν αιτήματος της κατηγορούσας αρχής και παρά την ένσταση της υπεράσπισης, η παραπονούμενη κρίθηκε ως μάρτυρας που χρήζει βοηθείας και περαιτέρω, η μαρτυρία της να δοθεί στην απουσία του κατηγορούμενου, για τον οποίο δόθηκαν οδηγίες μεταφοράς του σε άλλη αίθουσα και παρακολούθηση της δικαστικής διαδικασίας μέσω κλειστού κυκλώματος. Σχετική εν προκειμένω είναι η ενδιάμεση απόφαση που εκδόθηκε την 28/03/
- Πέραν των ανωτέρω, αφότου ο Μ.Κ.1 (σημειώνουμε ότι βάσει των παραδεκτών γεγονότων τούτος είναι το πρόσωπο που χειρίστηκε τη συσκευή οπτικογράφησης της μαρτυρίας της παραπονούμενης) αποσφράγισε το τεκμήριο 4 και πρόβαλε στο Δικαστήριο την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης, η κατηγορούσα αρχή αιτήθηκε όπως η εν λόγω μαρτυρία αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασης τούτης. Το εν λόγω αίτημα βρήκε σύμφωνη και την υπεράσπιση και εδραζώμενοι σε όλα τα ανωτέρω, καταλήξαμε ότι πληρούντο οι προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 του σχετικού νόμου και ως εκ τούτου το αίτημα εγκρίθηκε. Κατ' επέκταση, τα όσα ακολουθούν σε σχέση με τη μαρτυρία της παραπονούμενης παραπέμπουν στο τεκμήριο 5, δηλαδή το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της μαρτυρίας της, εκτός άλλης ειδικής αναφοράς στην οπτικογραφημένη κατάθεση (τεκμήριο 4). Ως πρώτος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή κλήθηκε ο αστ. 1714 και επαναλαμβάνουμε ότι με βάση τα παραδεκτά γεγονότα τούτος είναι το πρόσωπο που χειρίστηκε τη συσκευή οπτικογράφησης της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Πέραν της αποσφράγισης του φακέλου που περιέχει τους τρεις ψηφιακούς δίσκους που ετοίμασε και της προβολής του περιεχομένου του ψηφιακού δίσκου (αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 4), η κατηγορούσα αρχή δεν έθεσε κάποια άλλη ερώτηση στον μάρτυρα. Η υπεράσπιση ήταν που έθεσε στον μάρτυρα το τεκμήριο 12, δηλαδή ημερολόγιο ενεργείας, από το οποίο αναγνώρισε δηλώσεις στις οποίες προέβη η παραπονούμενη στην παρουσία του κατά τον χρόνο υποδείξεων σκηνών. Συγκεκριμένα, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι η παραπονούμενη «έδειχνεν μας τον τόπο και έβγαλα φωτογραφίες» και πρόσθεσε πως τα εκεί αναφερόμενα είναι τα λόγια της παραπονούμενης, τα οποία κατέγραψε η συνάδελφός του. Η Μ.Κ.5, αστ. 3400, ανέφερε ότι ήταν η εξεταστής της υπόθεσης. Πέραν των όσων ήδη προκύπτουν από τα ανωτέρω παραδεκτά γεγονότα, η μάρτυρας ερωτήθηκε σε σχέση με τη δεύτερη ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου (τεκμήριο 19) και ανέφερε ότι λήφθηκε κατόπιν απαίτησης του ιδίου χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάποιο γεγονός. Της ζητήθηκε και παρουσίασε σχετικό ημερολόγιο ενεργείας, εν προκειμένω το τεκμήριο 24 και εξήγησε τις περιστάσεις ετοιμασίας τούτου. Όπως ανέφερε, η μητέρα της παραπονούμενης έκανε αναφορά σε μία φίλη της θυγατέρας της, ονόματι Σ., με την οποία επικοινώνησε (η Μ.Κ.5) και συνομίλησε με τον πατέρα της καθότι ήταν ανήλικη, ο οποίος της ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να δώσει γραπτή συγκατάθεση για να ληφθεί γραπτή κατάθεση από τη θυγατέρα του, εντούτοις δεν είχε πρόβλημα να μιλήσει η αστυφύλακας (Μ.Κ.5) με τη θυγατέρα του προφορικά και να της αναφέρει αν γνωρίζει οτιδήποτε. Είναι αυτή την ενέργεια που η Μ.Κ.5 κατέγραψε στο σχετικό ημερολόγιο (τεκμήριο 24), καθώς και το περιεχόμενο της συνομιλίας που προφορικώς είχε με την αναφερόμενη ανήλικη. Εν προκειμένω, η εν λόγω ανήλικη της ανέφερε ότι πριν τρεις μήνες περίπου η παραπονούμενη της είχε αναφέρει ότι ο προπονητής της στο καράτε την έπαιρνε μαζί του με το αυτοκίνητο και «ότι την παρενοχλούσε στο σώμα της». Πρόσθεσε ακόμη πως η παραπονούμενη της ζήτησε να μην το πει αυτό σε κανέναν και περαιτέρω, της ανέφερε ότι ούτε και η ίδια είχε πρόθεση να το αποκαλύψει «γιατί θα είχε προβλήματα». Τέλος, η ανήλικη ανέφερε στη Μ.Κ.5 ότι μία φορά που η παραπονούμενη έμεινε στο σπίτι της, δεν θυμάται πότε ακριβώς, ήρθε ο προπονητής της και την πήρε. Δεν τον είδε αλλά άκουσε την παραπονούμενη που μίλησε προηγουμένως μαζί του τηλεφωνικώς και συνεννοήθηκαν, καθώς ότι την αποκάλεσε «αγάπη μου». Πέραν των ανωτέρω η Μ.Κ.5 παρουσίασε άλλο ένα ημερολόγιο ενεργείας, εν προκειμένω το τεκμήριο 25, το περιεχόμενο του οποίου αφορά τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον ψυχολόγο που παρακολουθούσε την παραπονούμενη, δηλαδή τον Μ.Κ.
- Αυτό που η Μ.Κ.5 ανέφερε σε σχέση με τούτη την ενέργεια, είναι ότι ήθελε να προβεί σε κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις προς τον Μ.Κ.
- Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 25, όταν επικοινώνησε με τον Μ.Κ.9, ο τελευταίος της ανέφερε ότι ασθενεί και είναι περιορισμένος στο σπίτι και αν είναι δυνατό να της αναφέρει τηλεφωνικώς τι γνωρίζει. Είναι γι' αυτό τον λόγο που συνέταξε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 25, καταγράφοντας τα όσα ο ψυχολόγος (Μ.Κ.9) της ανέφερε. Το περιεχόμενο του εν λόγω ημερολογίου παρατίθεται πιο κάτω στη σύνοψη της μαρτυρίας του Μ.Κ.9, δοθέντος ότι ο εν λόγω μάρτυρας υποστήριξε πως ο ίδιος είναι που ανέφερε στη Μ.Κ.5 τα όσα εκεί αναφέρονται. Στην αντεξέταση και η Μ.Κ.5 ερωτήθηκε σε σχέση με τις αναφορές της παραπονούμενης στο πλαίσιο υποδείξεων σκηνών και όπως ανέφερε, η παραπονούμενη υπέδειξε τα υποστατικά εξωτερικά. Ο λόγος γι' αυτό ήταν επειδή κατά τον χρόνο της επίσκεψης οι σκηνές ήταν κλειστές και δεν υπήρχε κανένας εντός του χώρου, παρότι έγινε προσπάθεια να εντοπιστεί κάποιο πρόσωπο να ανοίξει τον χώρο, εντούτοις χωρίς αποτέλεσμα. Η παραπονούμενη δεν ερωτήθηκε στη συνέχεια κατά πόσον επιθυμούσε να υποδείξει συγκεκριμένα σημεία εντός των υποστατικών. Πέραν των πιο πάνω κατά την αντεξέταση υποδείχθηκε στη Μ.Κ.5 και αριθμός καταθέσεων που έλαβε, οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια, συνοδευόμενο από τη δήλωση ότι συνιστούν ενέργειες στις οποίες προέβη η Μ.Κ.
- Μεταξύ αυτών είναι και οι καταθέσεις τεκμήρια 26, 29 και
- Τώρα, η ουσία της μαρτυρίας της παραπονούμενης έγκειται στο ότι τα δύο τελευταία έτη (η οπτικογραφημένη κατάθεση δόθηκε την 17/05/2021) άρχισε να βλέπει μία διαφορετική συμπεριφορά του προπονητή της (νοείται του κατηγορούμενου) απέναντί της. Στην αρχή ήταν με την εντύπωση ότι είναι η ίδια που το εκλαμβάνει προσωπικά και γι' αυτό δεν είχε αναφέρει οτιδήποτε. Σε κάποιο στάδιο άρχισε να της μιλά για σεξουαλική επαφή και επίσης να την αγγίζει. Η ίδια το σταματούσε και προσπαθούσε να απομακρυνθεί ή να πηγαίνει σε χώρο που είχε άλλα άτομα. Όταν και ο ίδιος αντιλαμβανόταν ότι ένιωθε άβολα, είτε σταματούσε είτε άλλαζε θέμα και απλώς της έλεγε πως ό,τι λένε και ό,τι κάνουν είναι μεταξύ τους. Όταν σε κάποιον χρόνο είχαν πάει στην Ουγγαρία μαζί σε ταξίδι που πήγε η σχολή καράτε και η ίδια πήγε χωρίς τους γονείς της, η στάση του ήταν πολύ διαφορετική και την κάλεσε να πάει στο δωμάτιό του για να της κάνει μασάζ, εντούτοις δεν πήγε. Κάθε Σάββατο που πήγαινε για προπονήσεις σε πιο μικρά μωρά, καθότι η ίδια είχε φτάσει σε ένα επίπεδο που μπορούσε να τον βοηθήσει να διδάξει, άλλαζε ρούχα μπροστά της ή ήθελε να της κάνει μασάζ και η ίδια του έλεγε ότι δεν χρειάζεται και εκείνος επέμενε και την άγγιζε σε σημεία που ένιωθε πάρα πολύ άβολα. Προσθέτει ακόμη πως όποτε η ίδια χρειαζόταν μέσο για να πάει οπουδήποτε, ήταν αρκετό να του στείλει ένα μήνυμα και να μεταβεί στον τόπο που του ζητούσε και να την παραλάβει. Επειδή με τον πρώην φίλο της βρισκόταν μαζί του χωρίς να το γνωρίζουν οι γονείς της, εκείνος (ο κατηγορούμενος) την πήγαινε και την έφερνε και στη διαδρομή την άγγιζε και της έλεγε πράγματα που δεν αρμόζει. Πολλές φορές της είπε ότι σκεφτόταν πως έκαναν σεξ μαζί, ότι είναι «πάρα πολλά ωραία γυναίκα», ότι δεν την βλέπει σαν 15 χρονών αλλά 25 και όταν έβαζε ποστ στο Instagram είτε της έγραφε σε μηνύματα είτε της έλεγε από κοντά ότι είναι «μουνάρα», ότι τον «καυλώνει» και ότι «έππεσε πολύ μούτσιο κατά τη διάρκεια που έβλεπε την φωτογραφία». Πρόσθεσε ακόμη πως όταν προέβαινε σε δημοσιεύσεις στο Instagram ο κατηγορούμενος της έκανε σχόλια όπως «πολλά ουάου, καρδούλες τζιαι φωθκιές τζιαι ότι είμαι θεά τζιαι έτσι πράματα». Ακόμη ανέφερε πως σε προσωπικό μήνυμα της έστειλε ότι «καυλώνω τον τζιαι να του στείλω τζιαι τζίνου μια φωτογραφία να την έσιει για τζίνον ας πούμε». Δεν της ζήτησε κάτι σεξουαλικού περιεχομένου, πάντα όμως της έλεγε να διαγράφει τα μηνύματα και τα διέγραφε και ο ίδιος. Ποτέ δεν έκανε ή είπε κάτι όταν ήταν άλλοι μπροστά. Μία φορά όταν του ζήτησε να τη μεταφέρει σε μία καφετέρια της είπε ότι την ώρα που του έστειλε μήνυμα έβλεπε ένα πολύ ωραίο όνειρο και συγκεκριμένα ότι έκαναν σεξ μαζί και ακολούθως πρόσθεσε «εν να ήθελα πάρα πολλά να το κάμω μαζί σου». Πρόσθεσε η παραπονούμενη ότι όταν ήθελε να πάει περίπατο και κάποιες φορές είχε θέμα με τους δικούς της, δεν τους έλεγε ότι βγαίνει έξω αλλά ότι πηγαίνει για προπόνηση και της παρείχε κάλυψη και την έπαιρνε εκεί που ήθελε να μεταβεί. Επίσης, όταν έκαναν ασκήσεις και τη διόρθωνε, την άγγιζε σε σημεία που δεν έπρεπε, δηλαδή στο στήθος, στον πισινό και στα γεννητικά όργανα. Η ίδια ένιωθε πολύ αμήχανα και στην αρχή νόμιζε ότι απλώς διορθώνει την άσκηση, αλλά στη συνέχεια δεν ήταν απλώς άγγιγμα ήταν κάτι παραπάνω και ένιωθε άβολα. Τα περιστατικά αυτά γίνονταν ενόσω βρίσκονταν στο αυτοκίνητο ή όταν ήταν στη σχολή στα Λατσιά ή στη σχολή στον Λυθροδόντα είτε ακόμη στην Παλλουριώτισσα, αλλά πάντα όταν ήταν μόνοι τους. Στην αρχή μιλούσαν για πολλά θέματα που είχε με τους γονείς της και για τη σχέση της που είχε τότε και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος έπαιρνε τη συζήτηση πιο πολύ στο σεξουαλικό κομμάτι, δηλαδή αν άρχισε τη σεξουαλική της ζωή και της έλεγε για στάσεις που του άρεσαν εκείνου και για προκαταρκτικά. Επειδή είχε σκουλαρίκι στη γλώσσα της είχε πει να το δοκιμάσει «τάχα να με φιλήσει» και η ίδια του απάντησε ότι δεν χρειάζεται. Όταν έκανε διάστημα να πάει στη σχολή, την έβλεπε «που πάνω ως κάτω σαν να' μαι κάτι εξωγήινο ας πούμε» και την έπαιρνε επάνω του και τη φιλούσε και κάποιες φορές μπορεί να «έρτει πιο κοντά στο στόμα μου». Συνήθως όταν οδηγούσε έβαζε το χέρι του πάνω στο πόδι της, στη γάμπα και μετά προχωρούσε προς τα πάνω, προς τα γεννητικά όργανα. Τα αγγίγματα ξεκίνησαν πέντε με έξι μήνες πριν το ταξίδι στην Ουγγαρία, όταν ήταν τρίτη γυμνασίου. Έτυχε μία φορά που ήταν μόνοι στη σχολή να πάει από πίσω της και να της κάνει μασάζ και τότε έβαλε τα χέρια του μέσα από την μπλούζα που φορούσε και της έπιασε το στήθος. Μία άλλη φορά όπως καθόταν, ξάπλωνε στον καναπέ, πήγε να της κάνει μασάζ και την άγγιζε πάρα πολύ έντονα στα οπίσθια και ξεκίνησε από την πλάτη και κατέβαινε κάτω κάτω και σε «μία φάση απλά ετράβησε μου το παντελόνι τζιαι είδε το εσώρουχο που φορώ» και «.απλά έβαλε κυριολεκτικά ούλλο του το σιέρι μες τον πισινό μου». Και μετά την άγγιζε και λίγο στα γεννητικά όργανα και ακολούθως σταμάτησε και της είπε «ντα εν να σταματήσω γιατί εν να έχω θέματα τζιαι ναι». Επίσης, τη φίλησε στον πισινό. Τα περιστατικά με το μασάζ ήταν συστηματικά, δηλαδή κάθε Σάββατο που πήγαινε στον Λυθροδόντα μαζί του και γίνονταν εντός της σχολής, εκεί που έκαναν μάθημα. Επίσης, σε μια private προπόνηση που είχε μαζί του επιχείρησε να διορθώσει τη στάση της και πήγε από πίσω της και άγγιζε τα γεννητικά του όργανα πάνω της. Η τελευταία φορά που έγινε κάτι ήταν την Πέμπτη, 13/05/2021 και έκτοτε δεν ξαναπήγε στη σχολή. Συγκεκριμένα, την Πέμπτη πήγε να πληρώσει για τα μαθήματα που έκανε η αδελφή της και για να πάει χορό και ο κατηγορούμενος την έβλεπε πολύ παράξενα και την έπιασε αγκαλιά και άρχισε να τη φιλά στον λαιμό και πήγαινε προς το στόμα. Η ίδια τον νιώθει σαν πατέρα επειδή τον ξέρει από τότε που ήταν πέντε χρονών και ένιωθε ότι μπορούσε να μιλήσει μαζί του τα πάντα, πιο ανοικτά και από τον πατέρα της, γιατί γνώριζε ότι δεν θα της θυμώσει. Πάντα τον αγκάλιαζε από μικρή αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση, όταν τον πήρε αγκαλιά, προσπαθούσε να τη φιλήσει. Ένιωσε πολύ αμήχανα και ντροπή γι' αυτό και δεν το είπε σε κανέναν. Κάποιες φορές ένιωθε «υπεύθυνη» επειδή νόμιζε ότι του έδωσε το δικαίωμα. Την επομένη του τελευταίου συμβάντος μίλησε με τον ψυχολόγο της επειδή, ως ανέφερε, «είσιεν κάτι υποψίες τζιαι γω απάντησα του με ειλικρίνεια τι έγινε τζιαι επήε έκαμε καταγγελία τζιαι είμαι δαμέ». Στο τελευταίο περιστατικό της είχε αναφέρει ότι την επόμενη εβδομάδα θα πήγαινε ταξίδι και την ήθελε μερικές ώρες να διδάξει στους μικρούς μαθητές. Δεν ήθελε να αναφέρει κάτι σε σχέση με τα επίδικα περιστατικά γιατί φοβάται να μη χαλάσει η σχέση της με τη δασκάλα του χορού γιατί ήθελε να πάει ψυχολογία ή να ακολουθήσει χορό. Μετά που μίλησε νιώθει ότι έφυγε ένα βάρος από μέσα της, αλλά πάλι νιώθει ενοχές γιατί από τη μία δεν την ανάγκασε να κάνει κάτι, ασχέτως αν την άγγιζε κάπου που δεν ήθελε και επειδή της έμεινε ένα νταν (είναι τούτη ζώνη στο καράτε) για να τελειώσει και να φύγει από τη σχολή. Θυμώνει με τον εαυτό της γιατί θα πρέπει να αλλάξει σχολή και μπορεί να μην τη δεχτεί πίσω η δασκάλα του χορού και δεν θέλει σε καμία περίπτωση να γίνει τούτο το πράγμα. Η Μ.Κ.4 είναι η μητέρα της παραπονούμενης και ανέφερε ότι την 14/05/2021 και περί η ώρα 21:00 με 21:30, την πήρε τηλέφωνο ο ψυχολόγος της κόρης της, δηλαδή ο Μ.Κ.9, και της ζήτησε να μεταβεί αμέσως στο γραφείο του. Όταν πλέον μετέβηκε στον ψυχολόγο με τον σύζυγό της, εκείνος τους είπε ότι πρέπει να γίνει καταγγελία στην αστυνομία γιατί η παραπονούμενη του εκμυστηρεύτηκε ότι εδώ και λίγο καιρό δέχεται σεξουαλική παρενόχληση από τον προπονητή της. Ήταν περαιτέρω θέση της Μ.Κ.4 ότι η θυγατέρα της πήγαινε μαθήματα καράτε σταθερές μέρες, δηλαδή κάθε Τετάρτη και Παρασκευή. Κάποιες φορές πήγαινε και Δευτέρα και Σάββατο, κυρίως όπως όταν είχε να δώσει εξετάσεις για ζώνη ή νταν. Λόγω της ζώνης που πλέον κατέχει, τον τελευταίο χρόνο δεν χρειαζόταν να κάνει μαθήματα παρά μόνο προπόνηση, η οποία ήταν δωρεάν. Από τον Σεπτέμβριο του 2020 έβρισκε δικαιολογίες και δεν πήγαινε προπόνηση στη σχολή στην Παλλουριώτισσα και ο πατέρας της της φώναζε να πηγαίνει. Ο προπονητής της ζήτησε να τον βοηθάει στα μαθήματα με τους πιο μικρούς και έτσι κάθε Παρασκευή πήγαινε στην Παλλουριώτισσα και κάθε Σάββατο πήγαινε μαζί του στα Λατσιά και κάποτε σε άλλη σχολή που είναι σε κάποιο χωριό. Μετά την 22/02/2020, δηλαδή λίγο καιρό μετά από αγώνες καράτε που η παραπονούμενη πήγε με τον κατηγορούμενο στην Ουγγαρία, άρχισε να παρατηρεί τεράστιες αλλαγές στη συμπεριφορά της και στην επίδοση στα μαθήματά της στο σχολείο. Την πιο πάνω ημερομηνία πήγε σε πάρτι και ήταν η πρώτη φορά που επέστρεψε στο σπίτι μεθυσμένη. Κατόπιν τούτου ξεκίνησε να έχει επιθετική συμπεριφορά, κλάματα χωρίς λόγο, κάποιες φορές δεν ήθελε να πηγαίνει στο σχολείο και δεν κοιμόταν καλά. Το καλοκαίρι του 2020 έκανε μία σχέση με κάποιο αγόρι, την οποία ο σύζυγος της και η ίδια δεν ενέκριναν. Τότε άρχισε να φεύγει από το σπίτι κρυφά το βράδυ για να συναντήσει αυτό το αγόρι και να κόβει με λεπίδα τους καρπούς της. Επειδή δεν ήξεραν τι να κάνουν, ο σύζυγός της επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο, του είπε τα προβλήματα και του ζήτησε να της μιλήσει και να τους βοηθήσει. Από τότε, κάθε φορά που συνέβαινε κάτι με την παραπονούμενη, ο σύζυγός της επικοινωνούσε με τον κατηγορούμενο και του έλεγε τα προβλήματα. Ο ίδιος τους έλεγε ότι είναι πολύ αυστηροί μαζί της και δεν την αφήνουν να κάνει τίποτε και ότι στον ίδιο μιλά και του έχει εμπιστοσύνη. Τα προβλήματα συνεχίστηκαν, η παραπονούμενη συνέχισε να κόβει τα χέρια της πολύ συχνά και μία φορά ανέβηκε στην οροφή του σπιτιού για να αυτοκτονήσει. Μετά από αυτό αποφάσισαν και την πήραν σε ψυχίατρο, η οποία τους ανέφερε ότι είχε κατάθλιψη και γι' αυτό της έδωσε φαρμακευτική αγωγή. Επίσης ξεκίνησε να πηγαίνει στον ψυχολόγο της. Πριν πέντε με έξι μήνες περίπου η θυγατέρα της πήγε να μείνει σε μια φίλη της και αργότερα η φίλη της, ονόματι Σ., της τηλεφώνησε και της είπε ότι έφυγε από το σπίτι της για να πάει στον φίλο της. Η ίδια τη ρώτησε πως έφυγε και της απάντησε ότι την πήρε ο προπονητής της. Μάλιστα τη ρώτησε τι σχέση έχουν με τον προπονητή, γιατί πάντα την παίρνει σε διάφορους τόπους που θέλει να πάει και η μάρτυρας απάντησε ότι έχουν καλή σχέση και του έχουν εμπιστοσύνη, αλλά εκπλάγηκε γιατί δεν ήξερε ότι την παίρνει και την φέρνει όπου θέλει να πάει. Μετά από αυτό πήρε το τηλέφωνο της θυγατέρας της και το έψαξε και βρήκε συνομιλίες στα μηνύματα μεταξύ αυτής και του προπονητή. Οι συνομιλίες αυτές ήταν μίας εβδομάδας και αφορούσαν το πού θα πήγαινε, πότε θα πήγαινε να την παραλάβει, από πού θα την παραλάμβανε και πότε να πάνε για καφέ. Μίλησε με την κόρη της γι' αυτό το πράγμα, ωστόσο δεν υποψιάστηκε κάτι κακό, γιατί γνώριζε ότι ο προπονητής είναι σαν τον πατέρα της. Της είπε τότε ότι η ίδια θα την παίρνει και θα τη φέρνει όπου θέλει και η κόρη της δέχτηκε. Αυτό συνεχίστηκε για δύο με τρεις μήνες και μια μέρα η κόρη της βρέθηκε στη Σταυρού χωρίς η ίδια να το γνωρίζει. Το συζήτησε με τον σύζυγό της, ο οποίος τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και τον ρώτησε αν την πήρε κάπου. Ο τελευταίος του απάντησε ότι είναι πολύ αυστηροί μαζί της και πως δεν έχει πρόβλημα ο ίδιος να τη μεταφέρει οπουδήποτε. Ο σύζυγος της Μ.Κ.4 του ανέφερε ότι θέλει να γνωρίζει πού πηγαίνει η κόρη του και να μην την ξαναπάρει κάπου χωρίς να τους το πει. Μετά από αυτό η μάρτυρας είπε στον σύζυγό της την υποψία της, δηλαδή ότι κάτι άλλο συμβαίνει με την κόρη τους και τον κατηγορούμενο, δηλαδή ότι την βλέπει ερωτικά. Ο σύζυγός της της απάντησε ότι έχει αρρωστημένο μυαλό. Η ίδια ρώτησε τη θυγατέρα της αν συμβαίνει κάτι άλλο με τον κατηγορούμενο και εκείνη θύμωσε και της είπε να μην σκέφτεται αρνητικά. Προ ενός μηνός περίπου η θυγατέρα της έπρεπε να κάνει μάθημα χορού με τη θυγατέρα του προπονητή, εντούτοις της τηλεφώνησε και της είπε ότι λόγω διαβάσματος δεν μπορεί να πάει και ότι θα πηγαίνει μόνο μία φορά την εβδομάδα για private. Εκείνη την ημέρα η θυγατέρα της πήγε περίπατο με τις φίλες της σε ένα πάρκο και ανέβασε story στο Instagram το οποίο είδε η θυγατέρα του προπονητή και της τηλεφώνησε για να της κάνει παρατήρηση και τσακωθήκανε στο τηλέφωνο άσχημα. Η δασκάλα χορού τηλεφώνησε στον σύζυγό της κλαίγοντας και του ανέφερε πως η θυγατέρα τους της μίλησε πολύ άσχημα. Σχετικά με το συμβάν ενημέρωσε και τον κατηγορούμενο και εκείνος της είπε να μιλήσουν και να τα βρουν. Εξ όσων γνωρίζει η μάρτυρας, ο κατηγορούμενος πήρε τη θυγατέρα τους στη δασκάλα χορού για να μιλήσουν. Και η ίδια μίλησε με τη δασκάλα χορού και της ζήτησε να δείξει κατανόηση γιατί εδώ και τόσο καιρό αντιμετωπίζουν πρόβλημα χωρίς να ξέρουν τι συμβαίνει μαζί της. Μετά από αυτό η μάρτυρας ξαναπήρε το τηλέφωνο της θυγατέρας της για να το ελέγξει χωρίς η ίδια να το γνωρίζει. Είδε στα μηνύματα τις συνομιλίες με τον κατηγορούμενο που την ρωτούσε πότε θα πάει, γιατί δεν πάει, γιατί δεν του απαντά και ότι θέλει βοήθεια στα μαθήματα που κάνει σε γκρουπ. Η θυγατέρα της δεν απαντούσε. Άρχισε και πάλι να διερωτάται γιατί δεν απαντούσε στον προπονητή που του έχει τόση αδυναμία και τον βλέπει σαν πατέρα της και γιατί έβγαλε τόση εχθρότητα στη θυγατέρα του που επίσης υπεραγαπά. Την περασμένη Δευτέρα, 10/05/2021 μίλησε για αυτές τις υποψίες που είχε για τον κατηγορούμενο στον ψυχολόγο της θυγατέρας της. Ο ψυχολόγος την ρώτησε αν κάνει ναρκωτικά και του απάντησε ότι έχει τεστ που ανιχνεύει ναρκωτικές ουσίες και θα της έκανε. Όντως έκανε το τεστ και η παραπονούμενη βγήκε θετική στην κάνναβη. Μετά από αυτό η ίδια και ο σύζυγός της έτυχαν ενημέρωσης από τον ψυχολόγο και κατάλαβε ότι οι υποψίες της επιβεβαιώθηκαν. Ο Μ.Κ.8 είναι ο πατέρας της παραπονούμενης. Όπως ανέφερε την 14/05/2021 και ώρα 20:00 πήρε την παραπονούμενη στον ψυχολόγο, δηλαδή τον Μ.Κ.9, και περίμενε κάτω ώστε τελειώνοντας να την πάρει σπίτι. Προτού επιστρέψει η θυγατέρα του ο ψυχολόγος του τηλεφώνησε και του είπε ότι θέλει επειγόντως να αναφέρει κάτι στον ίδιο και τη σύζυγό του και έτσι του ζήτησε να πάρει την παραπονούμενη στο σπίτι και να επιστρέψει για να έχουν συνάντηση με τη σύζυγο. Έπραξε όπως του ζητήθηκε και όταν πλέον επέστρεψε στο γραφείο του ψυχολόγου έφτασε και η σύζυγός του. Ακολούθως ο ψυχολόγος τους ανέφερε πως η θυγατέρα τους χρειάζεται αποτοξίνωση από ναρκωτικές ουσίες και πως συμφωνεί και η ίδια. Επίσης τους ανέφερε ότι υπάρχει και κάτι άλλο σοβαρό για το οποίο πρέπει να βρουν τρόπο να τους μιλήσει η θυγατέρα τους, επειδή κάποιος μπορεί να την παρενοχλεί και πρέπει να βρουν τρόπο να τους ανοιχτεί. Ο μάρτυρας ανέφερε περαιτέρω πως και ο ίδιος είχε υποψίες για τα όσα έλεγε ο ψυχολόγος και τον ρωτούσε να του πει για ποιο άτομο πρόκειται. Όταν έφυγαν και πήγαν σπίτι φώναξαν τη θυγατέρα τους στο δωμάτιο για να μιλήσουν οι τρεις τους. Της ζήτησε να φανεί δυνατή και να τους μιλήσει για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Η ίδια άρχισε να κλαίει και ήταν τρομερά σοκαρισμένη. Της ζήτησε να τους αναφέρει τι συμβαίνει χωρίς να μπει σε λεπτομέρειες. Τότε τους είπε ότι λίγους μήνες πριν πάει στην Ουγγαρία ο προπονητής της ξεκίνησε να την παρενοχλεί και άρχισε να τους λέει λεπτομέρειες για διάφορα περιστατικά τα οποία ο Μ.Κ.8 αναπαράγει στην κατάθεσή του. Του είπε ότι δεν είχε το θάρρος να τους μιλήσει γιατί πίστευε ότι θα της έριχναν όλη την ευθύνη. Επίσης του είπε ότι φοβόταν για την αντίδρασή του μήπως κάνει κάτι κακό και πάλευε να το ξεπεράσει μόνη της. Αναφορά έκανε και στις μεταφορές που της παρείχε ο κατηγορούμενος, λέγοντας ότι η τελευταία φορά ήταν όταν του είχε ζητήσει να την πάρει στο mall στα Λατσιά. Προσθέτει ο μάρτυρας πως τη συγκεκριμένη μέρα είχε ενημερωθεί για το συμβάν από τη σύζυγό του και θύμωσε και πήρε τον κατηγορούμενο τηλέφωνο. Στο τηλέφωνο ζήτησε από τον κατηγορούμενο τον λόγο που παίρνει την κόρη του στο mall χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει και χωρίς να τον ρωτήσει και ο τελευταίος του απάντησε ότι δεν είχε πρόβλημα και ότι του το ζήτησε η παραπονούμενη. Του ανέφερε ακόμη ότι πολλά που συμβαίνουν είναι επειδή στερούν της παραπονούμενης εξόδους και προσπάθησε να τη δικαιολογήσει. Πέραν των ανωτέρω ο μάρτυρας πρόσθεσε πως η θυγατέρα του έχει δεύτερη μαύρη ζώνη στο καράτε και πως ο προπονητής της της είχε αναφέρει ότι δεν θα χρειαζόταν να πληρώνει χρήματα για μαθήματα, αντιθέτως θα της έδινε εκείνος χρήματα ώστε να τον βοηθά στα μαθήματα με τα μικρά παιδιά. Ανάλογα με τις ανάγκες που είχε την έπαιρνε για βοήθεια. Συγκεκριμένα, τους τελευταίους έξι μήνες συστηματικά τα Σάββατα την έπαιρνε στις σχολές στα Λατσιά ή στον Λυθροδόντα. Εντούτοις εδώ και τέσσερις με έξι μήνες η θυγατέρα του δεν πήγαινε στα μαθήματα και ο ίδιος ήταν αντίθετος και επέμενε να συνεχίσει. Όσον αφορά τον χορό και εκεί περνούσε τις εξετάσεις της και παίρνει διακρίσεις. Και με τους δύο δασκάλους, καράτε και χορού, απέκτησαν άλλη σχέση και φιλία. Τους είχε τυφλή εμπιστοσύνη και έβλεπε τη θυγατέρα του πόσο χαρούμενη ήταν με τον αθλητισμό και τον χορό. Πρόσθεσε ακόμη ότι στην τρίτη γυμνασίου άρχισε να βλέπει κάποιες αλλαγές στη συμπεριφορά της κόρης του. Έγινε αντιδραστική και επιθετική με συμπεριφορά που δεν είχε προηγουμένως. Θεώρησαν ότι ήταν λόγω ηλικίας και του φιλικού της περιβάλλοντος. Επίσης σύναψε σχέση με ένα αγόρι που είχε κακή φήμη, την οποία δεν ενέκριναν ο ίδιος και η σύζυγός του. Από το σχολείο άρχισαν να τους ειδοποιούν ότι δεν πάει καθόλου καλά και θεωρούσαν ότι έφταιγε το αγόρι και προσπάθησαν να την απομακρύνουν από αυτό, χωρίς όμως επιτυχία. Για όλα αυτά τα προβλήματα που συνέβαιναν ζητούσε τη βοήθεια του προπονητή της κόρης του, δηλαδή να της μιλήσει και να τη φέρει στον σωστό δρόμο. Εκείνος τον διαβεβαίωνε ότι θα της μιλήσει και να μην ανησυχεί και ότι όλοι οι έφηβοι αυτά κάνουν. Σε κάποιες περιπτώσεις ο ίδιος (Μ.Κ.8) επέμενε να σταματήσει το καράτε και τον χορό σαν τιμωρία, για να μπορέσει να βελτιωθεί στα μαθήματά της. Σε κάποιο στάδιο άρχισε να κόβει τα χέρια της και να λέει ότι θέλει να αυτοκτονήσει. Ένεκα τούτου την πήραν σε ψυχίατρο και ψυχολόγο εφόσον οι ίδιοι δεν μπορούσαν να κάνουν απολύτως τίποτα. Πριν τρεις με τέσσερις μήνες η σύζυγός του είχε υποψίες ότι κάτι πάει λάθος με τον προπονητή και τη θυγατέρα τους. Όταν του το ανέφερε της είπε να μην το ξαναπεί γιατί είναι αρρωστημένο και πως ο προπονητής είναι σαν δεύτερος πατέρας της. Επέμενε να έχει τις υποψίες της αλλά ο ίδιος θεωρούσε ότι είναι υπερβολική και παραλογίζεται. Όταν η κόρη του του εξιστόρησε όλα αυτά τα πράγματα, ήθελε να τον σκοτώσει. Από την άλλη ευχαριστούσε τον Θεό που η κόρη του δεν αυτοκτόνησε. Δεύτερη κατάθεση που έδωσε ο πατέρας περιορίζεται απλώς σε δήλωση ότι δεν επιθυμεί η νεαρότερη θυγατέρα του να προβεί σε κατάθεση, προσθέτοντας ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε σχετικά με την υπόθεση. Τέλος, αναφορικά με τις ατομικές προπονήσεις της θυγατέρας του, δηλώνει εκεί ότι εξ όσων γνωρίζει αυτές λάμβαναν χώρα σε περιόδους που είχε εξετάσεις για τη μαύρη ζώνη. Δηλώνει ακόμη ποιο είναι το ποσό που κατέβαλλε για τα μαθήματα για κάθε μία από τις θυγατέρες του. Η Μ.Κ.3 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν καθηγήτρια συμβουλευτικής αγωγής στο σχολείο της παραπονούμενης και η επαφή μαζί της άρχισε τα τέλη Οκτωβρίου του 2020, όταν ήταν μαθήτρια της πρώτης λυκείου. Στη συνάντηση που είχαν της εξέφρασε αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό της, κρίσεις πανικού και ότι είχε δοκιμάσει κάνναβη, πράγμα, όπως της ανέφερε, που γνώριζαν και οι γονείς της. Της ανέφερε ακόμα δυσκολίες που αντιμετώπιζε στην προηγούμενη σχέση της. Από τα λεγόμενά της η μάρτυρας αποκόμισε την εντύπωση ότι οι συναισθηματικές δυσκολίες που βίωνε σχετίζονταν με το θέμα του χωρισμού της. Η παραπονούμενη της ανέφερε ότι στην παρούσα φάση ήθελε να κάνει την επανάστασή της. Προφορικά η μάρτυρας εξήγησε ότι είναι σε αυτό το πλαίσιο που η παραπονούμενη της ανέφερε ότι ξεκίνησε να κάνει χρήση ουσιών και πρόσθεσε πως εξ όσων η ίδια γνώριζε, το προφίλ των ατόμων που έκανε παρέα (νοείται η παραπονούμενη), συμπεριλαμβανομένης της σχέσης της, ήταν διαφορετικό από το δικό της και προσπαθούσε να αφομοιωθεί σε τούτο το περιβάλλον. Της ανέφερε ακόμη ότι έκανε προπονήσεις καράτε και παρακολουθούσε μαθήματα χορού και όπως εξήγησε στη δια ζώσης μαρτυρία της, μιλούσε θετικά για το καράτε και ήταν κάτι για το οποίο ένιωθε περήφανη και το έκανε καλά. Πρόσθεσε ακόμη πως κατ' εκείνο τον χρόνο δεν αντιλήφθηκε κάτι αρνητικό σε σχέση με τούτο το ζήτημα (νοείται το καράτε). Η ίδια αμέσως την παρέπεμψε σε ψυχολόγο και παρότι αρχικά η παραπονούμενη ήταν αρνητική, η μάρτυρας πείσθηκε ότι η παραπονούμενη αντιλήφθηκε την αναγκαιότητα της παραπομπής. Ακολούθως ενημερώθηκε ότι είχε ξεκινήσει συνεργασία της παραπονούμενης με ψυχολόγο και συγκεκριμένα τον Μ.Κ.9, με τον οποίο και η μάρτυρας είχε συνεργασία στη συνέχεια για τη διαχείριση της περίπτωσης της παραπονούμενης. Μάλιστα έτυχε ενημέρωσης από τον ψυχολόγο ότι θα παρέπεμπε την παραπονούμενη σε ψυχίατρο. Στη συνέχεια αναπτύχθηκε περαιτέρω σχέση μεταξύ της παραπονούμενης και της ίδιας (Μ.Κ3), με την τελευταία να επιχειρεί να οριοθετήσει τις συναντήσεις τους για να μην παρεμβαίνει στη θεραπεία. Σε μία από τις επικοινωνίες που είχε με την παραπονούμενη η τελευταία της ανέφερε ότι ήθελε να δει τον πρώην φίλο και ότι ζήτησε από τον προπονητή της να τη μεταφέρει στο σπίτι του καθότι οι γονείς ήταν αρνητικοί στην επικοινωνία μαζί του. Παραξενεύτηκε για αυτό που της ανέφερε και τη ρώτησε κατά πόσο δεν ενοχλούσε τους γονείς της που θα την έπαιρνε ο προπονητής και η παραπονούμενη της απάντησε ότι είναι κάτι που συμβαίνει συχνά και πως οι γονείς της γνωρίζουν τον προπονητή της. Ένεκα τούτου είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τους γονείς της παραπονούμενης και διαπίστωσε ότι γνώριζαν πως είχε συναντηθεί με τον προπονητή τη μέρα που η παραπονούμενη της ανέφερε, εντούτοις δεν γνώριζαν ότι τη μετέφερε στον πρώην φίλο της. Έκτοτε οι συναντήσεις τους έγιναν πιο αραιές καθότι δεν επιθυμούσε να παρεμβαίνει στη θεραπεία της παραπονούμενης, ενημερωνόταν όμως από τους καθηγητές της ότι άρχισε να παρουσιάζει βελτιωμένη εικόνα όσον αφορά τη μαθησιακή εικόνα και τη συμπεριφορά της. Εντέλει, τη 16/05/2021 της τηλεφώνησε η παραπονούμενη για να της αναφέρει ότι ήθελε να την ενημερώσει για κάτι πολύ σοβαρό και συγκεκριμένα ότι αποκάλυψε στον ψυχολόγο της πως εδώ και πολύ καιρό ο προπονητής της προσπάθησε να την αγγίξει απρεπώς, της πρότεινε να της κάνει μασάζ και ότι της έστελνε μηνύματα που δεν έπρεπε. Αυτά οδήγησαν τον ψυχολόγο σε καταγγελία του περιστατικού, πράγμα που επιβεβαίωσε και η μάρτυρας σε επικοινωνία που είχε στη συνέχεια με τον ψυχολόγο, καθότι, ως ανέφερε, ένιωσε ότι έφερε ευθύνη σαν επαγγελματίας που ενημερώθηκε για ενδεχόμενη σεξουαλική παρενόχληση. Στο ίδιο τηλεφώνημα της ανέφερε ότι ένιωθε ενοχή απέναντι στον προπονητή της και ανησυχία ότι δεν θα μπορούσε πλέον να παρακολουθεί μαθήματα με την κόρη του. Η ίδια τη ρώτησε για ποιον λόγο το ανέφερε αυτή τη χρονική στιγμή και η παραπονούμενη της απάντησε ότι δεν ήταν έτοιμη προηγουμένως. Η Μ.Κ.6 ανέφερε ότι είναι παιδοψυχίατρος και παρακολουθεί την παραπονούμενη από τον Φεβρουάριο του 2021 μετά από παραπομπή του ψυχολόγου. Όπως είχε διαπιστώσει η παραπονούμενη είχε καταθλιπτικό συναίσθημα, δυσκολίες με τον ύπνο και ευερέθιστη συμπεριφορά και ιδέες να κάνει κακό στον εαυτό της. Το τελευταίο (ιδέες να κάνει κακό στον εαυτό της) μειώθηκε στην παρούσα φάση. Διέγνωσε κατάθλιψη και χορήγησε φαρμακευτική αγωγή. Όπως της είχε αναφέρει η μητέρα της παραπονούμενης η τελευταία έκανε περιστασιακή χρήση κάνναβης που είχε επιβεβαιωθεί με τεστ ούρων και η παραπονούμενη δεν αρνήθηκε και συμφώνησε να διακόψει. Στη δια ζώσης μαρτυρία της ανέφερε ότι τον Ιούλιο του 2021 είχε ενημερωθεί από τη μητέρα της παραπονούμενης για τις αναφορές που έγιναν στον ψυχολόγο και εφόσον τη διαβεβαίωσαν ότι έγιναν οι απαραίτητες διαδικασίες προς την αστυνομία, δεν ασχολήθηκε περαιτέρω με το ζήτημα. Η τελευταία φορά που είδε την παραπονούμενη ήταν το τέλος Δεκεμβρίου
- Ο Μ.Κ.7, κλινικός ψυχολόγος, είχε τέσσερεις ψυχοδιαγνωστικές κλινικές συνεντεύξεις με την ανήλικη στο Σπίτι του Παιδιού μετά την καταγγελία που υποβλήθηκε στην αστυνομία και ετοίμασε σχετική έκθεση, εν προκειμένω το τεκμήριο
- Έλαβε το ιστορικό της ανήλικης από τους γονείς, στο οποίο καταγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι από τα αναφερόμενα παρατηρήθηκε πως «στην οικογένεια δεν υπήρχε καλή επικοινωνία, όρια και κανόνες». Στην ίδια έκθεση παρατίθενται τα κλινικά ευρήματα του μάρτυρα ως προκύπτουν από τις συναντήσεις που είχε με την παραπονούμενη, καθώς και αναφορές της παραπονούμενης προς τον Μ.Κ.7 σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Συμπέρασμα του Μ.Κ.7, ως τούτο καταγράφεται στη σχετική έκθεση, είναι πως «η παρούσα ψυχική κατάσταση της ανήλικης παρουσιάστηκε με ενεργή συμπτωματολογία διαταραχής μετατραυματικού στρες και καταθλιπτικά συμπτώματα σχετιζόμενα με τα καταγγελθέντα περιστατικά», καθώς ότι παρουσιάστηκε με «έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις, παράλληλα με έντονα ενοχικά συναισθήματα που αφορούσαν το καταγγελθέν περιστατικό». Ο Μ.Κ.9 ανέφερε ότι είναι ο κλινικός ψυχολόγος που παρακολουθούσε την παραπονούμενη, αρχικά μέσω προγράμματος του σχολείου της και στη συνέχεια, όταν πλέον ο ίδιος εντάχθηκε στο γενικό σύστημα υγείας, δια των γονέων της. Προσδιόρισε την έναρξη της παρακολούθησης το τέλος του 2020, ενώ το δεύτερο διάστημα παρακολούθησης το έθεσε χρονικά από τον Φεβρουάριο του 2021 και από τότε διαλειμματικά μέχρι και τον Φεβρουάριο του
- Αναφέρθηκε στα ζητήματα που αντιμετώπιζε η παραπονούμενη και στις ενέργειες του ιδίου, όπως και στις διαπιστώσεις του. Όπως ανέφερε, αρχικά η παραπονούμενη διεγνώσθη από τον ίδιο με μείζων καταθλιπτική διαταραχή και κατά την περίοδο της θεραπευτικής της πορείας με συμπτωματολογία που αφορούσε στην εναντιωματική προκλητική διαταραχή. Αναγνώρισε εν προκειμένω το τεκμήριο 43 ως την αναφορά που έκανε στην αστυνομία σε σχέση με την παραπονούμενη. Περιπλέον, αναγνώρισε πως το περιεχόμενο του τεκμηρίου 25 είναι τα όσα ανέφερε στην αστυφύλακα, κατά τον τρόπο που εκεί εξηγείται. Βάσει των αναφερομένων στο τεκμήριο 25, του οποίο το περιεχόμενο αναγνώρισε ο Μ.Κ.9 ως δικό του, προκύπτει πως την 04/05/2021 είχε συνεδρία με την παραπονούμενη η οποία ήταν έξαλλη αναφορικά με κάτι το οποίο παρακολούθησε στο δελτίο ειδήσεων, συγκεκριμένα άσεμνη επίθεση ανδρός σε βάρος γυναίκας και του ανέφερε πως αυτό δεν επιτρέπεται. Στις 10/05/2021 είχε συνάντηση με τη μητέρα της ανήλικης αναφορικά με αποτίμηση της πορείας τούτης και σε εκείνο το πλαίσιο η μητέρα του ανέφερε ότι είχε υποπέσει στην αντίληψή της πως «κάτι μπορεί να συμβαίνει με τον προπονητή της κόρης της, καθότι έμαθε ότι αυτός την πηγαινοφέρνει χωρίς η ίδια να το γνωρίζει». Στη συνάντηση που είχε με την παραπονούμενη τη 14/05/2021, την κάλεσε να τοποθετηθεί σε σχέση με την αντίδρασή της στο συγκεκριμένο περιστατικό της προηγούμενης συνάντησης και σε ερώτησή του αν ταυτίστηκε με το εν λόγω περιστατικό, του απάντησε θετικά. Τη ρώτησε αν συνέβηκε κάτι που να την έφερε σε δύσκολη θέση και δεν έτυχε να το συζητήσουν και πάλιν απάντησε θετικά. Της ζήτησε να του μιλήσει γι' αυτό και τότε ήταν που του απεκάλυψε τι συνέβη. Θέση του Μ.Κ.9 είναι πως στο τεκμήριο 43 κατέγραψε αφιλτράριστα, εν προκειμένω χωρίς αξιολόγηση από τον ίδιο τι είναι σημαντικό και τι όχι, τα όσα του ανέφερε η παραπονούμενη. Εξ όσων ήταν σε θέση να θυμηθεί, η παραπονούμενη ήταν πολύ σοκαρισμένη, φοβισμένη και μπερδεμένη. Εξήγησε προς τούτο ότι η παραπονούμενη είχε συγκρουσιακά συναισθήματα, δηλαδή αντίθετα μεταξύ τους και συγκεκριμένα για τον προπονητή της είχε συναισθήματα σεβασμού και φόβου, φροντίδας και απειλής και τέλος, προδοσίας και εμπιστοσύνης. Πρόσθεσε ακόμη ότι μέχρι εκείνο το σημείο η παραπονούμενη περιέγραφε τη σχέση της με τον προπονητή της ως πάρα πολύ καλή, στοργική και αναφερόταν στον ίδιο (νοείται τον προπονητή) με ποιότητες πατρικές και με τα θετικότερα λόγια. Ήταν εν προκειμένω η θέση του πως ο χρόνος αποκάλυψης δεν έχει συγκεκριμένες απαιτήσεις και είναι τυπικό σε έναν έφηβο που αναφέρεται σε καταστάσεις σεξουαλικής κακοποίησης, να πράττει τούτο αρκετά μετά την έναρξη των υπηρεσιών (νοείται ψυχολόγου), δεδομένου ότι αναπτύσσεται και ωριμάζει η θεραπευτική σχέση. Αναφερόμενος στις σχέσεις της παραπονούμενης με τους γονείς της, υποστήριξε ότι αρκετό διάστημα πριν τον χρόνο αποκάλυψης ήταν συγκρουσιακή. Χαρακτήρισε τους γονείς ως τυπικούς οι οποίοι έθεταν κανόνες και την έφηβη να προσπαθεί να τους καταρρίψει και να αντιδρά. Αργότερα και σταδιακά επέστρεψε η προγενέστερη σχέση τους, που ήταν στοργική και κοντινή. Κατά την περίοδο της αποκάλυψης η σχέση τους είχε αποκατασταθεί. Τέλος, ήταν η θέση του πως η παραπονούμενη ήταν πολύ φοβισμένη λόγω του ότι η θυγατέρα του προπονητή της, με την οποία επίσης είχε μία πάρα πολύ καλή και στενή σχέση, ήταν η δασκάλα χορού της. Ακόμη, οι γονείς της πολλές φορές της έλεγαν «να ακούς τον προπονητή σου», όπως και τη θυγατέρα του. Φοβόταν η παραπονούμενη ότι κατόπιν της αποκάλυψης οι σχέσεις τους θα χαλάσουν, όπως και έγινε. Όπως ήδη αναφέραμε, ο κατηγορούμενος επέλεξε και έδωσε ένορκη μαρτυρία. Σε τούτο το πλαίσιο υιοθέτησε το περιεχόμενο των δύο ανακριτικών καταθέσεων που έδωσε στην αστυνομία (τεκμήρια 17 και 19). Επιπροσθέτως, απάντησε και ερωτήσεις που του έθεσε ο ευπαίδευτος συνήγορός του. Αρχίζουμε από το περιεχόμενο των δύο ανακριτικών καταθέσεών του, παραλείποντας βεβαίως τα όσα έχουν ήδη διαπιστωθεί, εν προκειμένω η σχέση του με την παραπονούμενη ως προπονητής της στο καράτε από τότε που ήταν έξι ετών, καθώς επίσης οι σχολές καράτε που διατηρούσε σε διάφορες πόλεις. Θέση του κατηγορούμενου στο τεκμήριο 17 είναι πως η εμπλοκή του με την παραπονούμενη, όπως ανέφερε «για το διάστημα που άρχισε υποτίθεται η καταγγελία», ξεκίνησε όταν ένα βράδυ βγήκε (η παραπονούμενη) έξω, ήπιε δύο μπουκάλες βότκα και την πήραν σπίτι μισολιπόθυμη. Ο πατέρας της έγινε έξω φρενών και όπως αργότερα του ανέφερε η παραπονούμενη «την έκανε και μαύρη από το ξύλο». Αργότερα τον πήρε ο πατέρας της τηλέφωνο για να του την καταγγείλει και ένεκα τούτου, όταν στη συνέχεια η παραπονούμενη πήγε στη σχολή για μάθημα, μπήκαν στο γραφείο και άρχισαν να συζητούν και να τη συμβουλεύει. Η παραπονούμενη αποκαλούσε τον πατέρα της άχρηστο και ότι αν δεν ήταν η μητέρα της θα αυτοκτονούσε. Ο ίδιος φοβήθηκε και πήρε τα λόγια της τοις μετρητοίς και της είπε όποτε χρειαστεί βοήθεια θα είναι δίπλα της και «να μην λέει βλακείες ότι θα αυτοκτονήσει». Προσπάθησε να της δώσει κίνητρα και την έπαιρνε μαζί του τα Σάββατα στη σχολή καράτε για να τον βοηθά και της έδινε €20 την προπόνηση. Πολλές φορές του τηλεφωνούσε να την πάρει στην Αγλαντζιά σε φίλους της, τους οποίους γνώρισε όλους, τόσο τους φίλους όσο και τις φίλες της. Χαρακτηριστικά έναν μήνα πριν την κατάθεση τον πήρε τηλέφωνο και του ζήτησε να την πάρει στη Σταυρού και ο ίδιος της είπε ότι δεν είχε πρόβλημα και τη ρώτησε αν το γνωρίζει η μητέρα της. Η ίδια του απάντησε καταφατικά, εντούτοις καθ' οδόν της τηλεφώνησε η μητέρα της και τη ρώτησε πού βρίσκεται, με την ίδια να απαντά ότι είναι στη φίλη της. Τότε ο ίδιος τη ρώτησε «τι λέει» και της είπε να πει στη μητέρα της ότι είναι μαζί του, όπως και έπραξε. Άκουσε τότε τη μητέρα της να τη ρωτά γιατί λέει ψέματα. Πρόσθετη θέση του κατηγορούμενου είναι πως είχε το ελεύθερο από τους γονείς της να την παίρνει όπου ήθελε, φτάνει να ήξεραν πού πηγαίνει. Πολλές φορές η παραπονούμενη έφυγε από το σπίτι κρυφά τα ξημερώματα, ενώ μία φορά δεν επέστρεψε και ο πατέρας της του τηλεφώνησε για να δει αν έτυχε να την πήρε κάπου, ώστε να πάει να τη βρει. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο η παραπονούμενη άλλο δείχνει και άλλο είναι. Πήγε η μητέρα της παραπονούμενης στο γραφείο του και του είπε ότι κάνει χρήση ναρκωτικών (νοείται η παραπονούμενη). Ο ίδιος το γνώριζε γιατί του το είχε εκμυστηρευτεί η παραπονούμενη και προσπαθούσε να τη συμβουλεύσει να σταματήσει. Συγκεκριμένα ο φίλος της με τον οποίο είχε σεξουαλικές επαφές ήταν χρήστης ναρκωτικών και η μητέρα της του έδειξε φωτογραφία που βρήκε στο κινητό της και ήταν στο κρεβάτι μαζί. Τον παρακάλεσε αν την παίρνει κάπου να παρακολουθεί με μυστικότητα και να την ενημερώνει πού πηγαίνει και με ποιους είναι. Ένεκα του ότι είναι διαπιστευμένος να δίνει μαύρες ζώνες στο καράτε και επειδή ήταν της γνώμης ότι η παραπονούμενη ήταν καλή, τον Ιανουάριο του 2021 της έδωσε δεύτερο νταν και της χάρισε €200 δικαιώματα. Το πλάνο του ήταν να της δώσει κίνητρα να ξεφύγει από τα ναρκωτικά και τις παρέες που είχε φτιάξει και επίσης να πάρει και τρίτο νταν. Η τελευταία φορά που είδε την παραπονούμενη ήταν τρεις εβδομάδες πριν την ανακριτική κατάθεση, όταν πήγε να τον πληρώσει τα δίδακτρα της αδελφής της. Χάρηκε που την είδε γιατί την έχει σαν την κόρη του και επίσης της ανέφερε ότι επειδή θα απουσίαζε σε ταξίδι στην Κροατία την ήθελε να τον αναπληρώνει στα μαθήματά του και να την πληρώσει. Η ίδια του είπε πως δεν έχει κανένα πρόβλημα και της εξήγησε τις ώρες και του απάντησε ότι μπορούσε, καθώς όσον αφορά τα χρήματα του είπε να μην ανησυχεί και δεν θέλει λεφτά. Του ανέφερε ότι θα το έλεγε του πατέρα της και όταν θα είναι σίγουρο να της τηλεφωνούσε. Δεν της τηλεφώνησε γιατί η αλήθεια είναι ότι δεν της είχε εμπιστοσύνη ότι θα χειριζόταν τα μωρά καλά και γι' αυτό έβαλε κάποιον άλλον μαθητή του να τον αναπληρώσει. Η τελευταία επαφή που είχε με την παραπονούμενη ήταν όταν τηλεφώνησε της μητέρας της και δεν του απάντησε και τότε έστειλε μήνυμα στην παραπονούμενη και τη ρώτησε πώς πήγαινε με το σχολείο, γιατί ανησυχούσε αφού ήξερε ότι κινδύνευε να μείνει στην ίδια τάξη. Πρόσθεσε πως η παραπονούμενη «ήταν ένα παχουλό μωρό και είχε πολλή κόμπλεξ με το σώμα της, είχε πολύ χαμηλή αυτοπεποίθηση», εντούτοις δύο καλοκαίρια που έκανε επιπλέον προπονήσεις στη σχολή κατάφερε να χάσει τα κιλά της και δεν ξέρει τι έγινε, έχασε και τον έλεγχο. Έμπλεξε με άσχημες παρέες και ενώ στην τρίτη γυμνασίου έβγαλε γενικό 19.5, στην πρώτη λυκείου έβγαλε 13 γενικό και έμεινε ανεξεταστέα σε πέντε μαθήματα. Έβαλε σκουλαρίκι στη γλώσσα και την τελευταία φορά που πήγε να πληρώσει, πήγε πάνω στην κόρη του (εννοεί στη σχολή χορού), φορούσε κοντή μπλούζα την οποία σήκωσε και έδειξε το στήθος της στην κόρη του (εννοεί τη δασκάλα χορού) που είχε βάλει σκουλαρίκια στις ρώγες της. Σε ερώτηση που του έγινε ο κατηγορούμενος απάντησε ότι επικοινωνούσε με την παραπονούμενη μέσω τηλεφώνου ή Instagram παλαιότερα, αλλά συνήθως με το κινητό. Σε άλλη ερώτηση για τις συζητήσεις που είχε με την παραπονούμενη, απάντησε· σχεδόν τα πάντα και πρόσθεσε, για το σχολείο, τις σπουδές, τους φίλους της, τα ναρκωτικά, για το σεξ που φοβόταν ότι μία φίλη της έμεινε έγκυος και έψαχνε τεστ εγκυμοσύνης και τέλος, ότι είχε πολύ φιλική σχέση μαζί της, προσθέτοντας ότι είναι 16 ετών άλλα είναι ώριμο κορίτσι. Επίσης, ανέφερε ότι η παραπονούμενη παρακολουθείται από ψυχίατρο. Αρνήθηκε ότι της μιλούσε για σεξουαλική επαφή και τις στάσεις που του αρέσουν και για προκαταρκτικά στο σεξ ή ότι στην Ουγγαρία της ζήτησε να μεταβεί στο δωμάτιό του για να της κάνει μασάζ. Ερωτηθείς ανέφερε ότι στην Ουγγαρία πιθανόν να έμεινε μόνος του αλλά δεν μπορούσε να απαντήσει με βεβαιότητα, προσθέτοντας ότι πιθανόν να ήταν με τον γιο του. Ερωτηθείς κατά πόσον ζήτησε από την παραπονούμενη να τη φιλήσει για να δοκιμάσει το σκουλαρίκι που έβαλε στη γλώσσα, απάντησε ότι εκείνη είναι που έδωσε ως πρώτο λόγο που έβαλε το σκουλαρίκι ότι είναι πιο ερεθιστικό και παρότι λέχθηκε αυτό για το σκουλαρίκι, είπε πως είναι ψέμα ότι της ζήτησε να τη φιλήσει για να το δοκιμάσει. Αρνήθηκε επίσης ότι έλεγε στην παραπονούμενη πως είναι μουνάρα ή τον καυλώνει ή ότι αυνανιζόταν κατά τη διάρκεια που έβλεπε τη φωτογραφία της ή ότι έβλεπε όνειρο ότι οι δύο τους έκαναν σεξ. Υποστήριξε ακόμη ότι όταν την έπαιρνε κάπου ήταν με την έγκριση του πατέρα και της μητέρας της και η ίδια του έλεγε ότι το γνωρίζουν. Η δε μητέρα της του είπε ότι γνωρίζει πού πάει και πού έρχεται η παραπονούμενη και ότι την παίρνει ο ίδιος, αρνήθηκε όμως ότι σε αυτό το πλαίσιο και συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια της διαδρομής, έλεγε στην παραπονούμενη ότι σκεφτόταν τους δύο τους να κάνουν σεξ, ότι είναι πολύ ωραία γυναίκα και ότι δεν την βλέπει σαν 15 αλλά σαν
- Αρνήθηκε εν προκειμένω το σύνολο των ερωτήσεων που του τέθηκαν (ερωτήσεις 22 μέχρι και 30 και 32, 33 και 34) λέγοντας ότι είναι ψέματα. Δέχθηκε ότι μπορεί να την αγκάλιασε και να τη φίλησε στην παρειά, προσθέτοντας «όπως την κόρη μου». Δέχθηκε ότι επικοινώνησε ο πατέρας της παραπονούμενης μαζί του και του ζήτησε να σταματήσει να τη μεταφέρει σε χώρους που η ίδια ήθελε χωρίς να το γνωρίζει ο πατέρας, πρόσθεσε όμως ότι τούτο έγινε την τελευταία φορά όταν την πήρε στη Σταυρού και την κάλεσε στο τηλέφωνο η μητέρα της. Πρόσθεσε ακόμη ότι εκείνο που του ανέφερε ο πατέρας της είναι πως η παραπονούμενη λέει όλο ψέματα και ότι τον ξεγελά (τον κατηγορούμενο). Ερωτηθείς για τους αυτοτραυματισμούς της παραπονούμενης και αν τους γνωρίζει, ανέφερε ότι δεν είναι σίγουρος, υπέθεσε όμως πως αυτός είναι ο λόγος που παρακολουθείται από ψυχίατρο και παίρνει χάπια, καθώς ότι μία φορά του εκμυστηρεύτηκε ότι όσο ποτό και να πιει δεν την πιάνει. Οι γονείς της πολλές φορές κάλεσαν τη θυγατέρα του (εννοεί τη δασκάλα χορού) για να της κάνουν παράπονα για τη συμπεριφορά της. Εντέλει, ανέφερε ότι ουδέποτε του παραπονέθηκε οιοσδήποτε για τα όσα του αναφέρθηκαν (νοείται από τον αστυφύλακα στο πλαίσιο της ανακριτικής κατάθεσης). Πρώτη φορά τα άκουσε και δεν ξέρει γιατί η παραπονούμενη λέει αυτά τα ψέματα. Ο ίδιος ήταν πάντα σωστός απέναντι της ίδιας και της οικογένειάς της. Στη δεύτερη ανακριτική κατάθεση που έδωσε ο κατηγορούμενος (τεκμήριο 19) ανέφερε πως η παραπονούμενη πήγαινε συγκεκριμένες και προγραμματισμένες ώρες προπόνησης, δηλαδή έκανε μάθημα κάθε Τρίτη και Παρασκευή μεταξύ των ωρών 18:00 και 19:
- Ποτέ δεν ήταν μόνοι στα μαθήματα τα οποία ήταν ομαδικά σε γκρουπ προπόνησης. Δεν κάνει private μαθήματα και αυτό φαίνεται από τα δίδακτρα που πλήρωνε η παραπονούμενη, δηλαδή €55 τον μήνα για την ίδια και την αδελφή της, ενώ αν έκανε private η τιμή θα ήταν €
- Κάλεσε διάφορους συμμαθητές της παραπονούμενης που ήταν παρόντες στα γκρουπ στην Παλλουριώτισσα και στα Λατσιά, επειδή ποτέ δεν ήταν μόνοι τους. Το «επιπρόσθετο», όπως ανέφερε, ενδιαφέρον για την παραπονούμενη, άρχισε όταν ο πατέρας της του ζήτησε να της μιλήσει και του ανέφερε ότι σκεφτόταν η ίδια να αυτοκτονήσει. Σκοπός του ήταν να τη βοηθήσει να ξεπεράσει το πρόβλημα με συμβουλές, κάτι το οποίο συνηθίζεται, δηλαδή να βοηθάει τους γονείς με τα προβλήματα των παιδιών όταν οι γονείς του το ζητήσουν. Όταν ο πατέρας του εξομολογήθηκε ότι η παραπονούμενη έμπλεξε με ναρκωτικά, ο ίδιος του πρότεινε να εμπλέξουν τη δίωξη ναρκωτικών με κάποιον φίλο που έχει, αλλά ο πατέρας ήταν αρνητικός. Όσον αφορά το κατά πόσον οι γονείς δεν γνώριζαν πάντα ότι τη μετέφερε, θυμήθηκε πως αυτό έγινε μόνο δύο φορές και ο λόγος που το έκανε ήταν επειδή πίστευε ότι του έχουν εμπιστοσύνη. Ανέφερε συγκεκριμένα τις δύο τούτες φορές, η μία ήταν από την Αγλαντζιά προς το mall και η άλλη ήταν στη Λευκωσία στο παλιό δημαρχείο και έδωσε λεπτομέρειες των περιστάσεων κάτω από τις οποίες η παραπονούμενη του ζήτησε να τη μεταφέρει. Πρόσθεσε ακόμη ότι από τον καιρό που ξεκίνησε ο κορονοϊός οι πόρτες της σχολής και τα παράθυρα είναι πάντα ανοικτά, ενώ σε ό,τι αφορά τη θέση της παραπονούμενης ότι στην Ουγγαρία της ζήτησε να μεταβεί στο δωμάτιό του να της κάνει μασάζ, αυτό το πράγμα δεν έγινε γιατί στο δωμάτιο έμενε με τον γιο του και η παραπονούμενη ήταν συνεχώς με άλλους. Ανέφερε ακόμη ότι μετά την Ουγγαρία η σχολή ήταν κλειστή σε δύο περιόδους λόγω κορονοϊού. Μετά το τελευταίο άνοιγμα της σχολής είδε μόνο μια φορά την παραπονούμενη, όταν πήγε να τον πληρώσει για τα μαθήματα της αδελφής της. Ερωτηθείς για τα ρούχα που η παραπονούμενη φορούσε κατά τη διάρκεια των προπονήσεων απάντησε κάποτε φόρμες ή κάποτε στολή του καράτε, συνήθως στολή, αλλά δεν ήταν και η πιο τυπική με τη στολή. Τέλος, ανέφερε και το όνομα του φίλου της παραπονούμενης για τον οποίο είχε κάνει λόγο στην προηγούμενη κατάθεση. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι είναι 61 ετών και εξήγησε τα προσόντα του και γενικότερα πότε άνοιξε τη σχολή και τη λειτουργία της σχολής, για να προσθέσει ότι από το 1988 που άνοιξε τη σχολή πέρασαν από κοντά του περισσότεροι από 5.000 μαθητές. Αναφέρθηκε ακόμη στα ωράρια, τη γενικότερη λειτουργία καθώς και στους μαθητές των άλλων δύο σχολών, δηλαδή στα Λατσιά και στον Λυθροδόντα και συσχέτισε τούτα τα στοιχεία με τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης για τις εκεί προπονήσεις και τα όσα ισχυρίζεται ότι διαδραματίστηκαν στις εν λόγω σχολές. Σε αδρές γραμμές ήταν η θέση του κατηγορούμενου πως ούτε ο χρόνος επέτρεπε τη διάπραξη των όσων η παραπονούμενη διατείνεται, αλλά ούτε και οι περιστάσεις, εφόσον υπήρχαν πάντα και άλλα πρόσωπα παρόντα, δηλαδή οι άλλοι ενήλικες μαθητές που προπονούνταν στα Λατσιά και οι γονείς και τα μικρά παιδιά που παρακολουθούσαν μάθημα στον Λυθροδόντα. Η Μ.Υ.1 είναι θυγατέρα του κατηγορουμένου και ως προκύπτει από τα ανωτέρω παραδεχτά γεγονότα, ήταν δασκάλα χορού της παραπονούμενης και στεγάζετο στο ίδιο κτήριο με τη σχολή καράτε. Η μάρτυρας έδωσε δύο καταθέσεις, οι οποίες είναι τα τεκμήρια 27 και
- Όπως ανέφερε στην πρώτη εξ' αυτών, λίγες ημέρες προηγουμένως ενημερώθηκε από τον πατέρα της ότι η παραπονούμενη έκανε καταγγελία εναντίον του για σεξουαλική παρενόχληση. Η σχέση με τους γονείς της παραπονούμενης είχε εξελιχθεί σε πολύ φιλική, τόσο με την ίδια όσο και με τον πατέρα της. Υποστήριξε η μάρτυρας ότι αρχικά η παραπονούμενη ήταν πολύ ντροπαλή και ο λόγος, σύμφωνα με την ίδια, οφείλεται στο ότι είχε κάποια κιλά παραπάνω και η μητέρα της την πίεζε να χάσει κιλά. Συχνά ζητούσε από την ίδια να παρακινήσει την παραπονούμενη να προσέξει τη διατροφή της και να κάνει δίαιτα. Η αλλαγή στη συμπεριφορά της παραπονούμενης ξεκίνησε όταν έχασε απότομα βάρος. Τότε έγινε απότομη στον τρόπο που μιλούσε και χρησιμοποιούσε λεξιλόγιο καινούργιο. Την ίδια περίοδο η μάρτυρας άρχισε να βλέπει «πιπιλιές» στον λαιμό της. Το καλοκαίρι του 2019 της τηλεφώνησε ο πατέρας της παραπονούμενης ο οποίος ήταν σε έξαλλη κατάσταση και εκνευρισμένος και της ανέφερε ότι το προηγούμενο βράδυ πήραν την κόρη του σπίτι πολύ μεθυσμένη και δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της. Εκφράστηκε πολύ άσχημα για την κόρη του, την οποία χαρακτήρισε πουτάνα και είπε στη μάρτυρα ότι τον έκανε ρεζίλι στη γειτονιά. Της ζήτησε να τη συμβουλεύσει και γι' αυτόν τον λόγο είχε μεταβεί στην οικία τους και της μίλησε. Αυτό που έγινε το ανέφερε και στον πατέρα της και εκείνος της είπε να δείξουν κατανόηση γιατί είναι έφηβη. Κατόπιν τούτου ο πατέρας της παραπονούμενης άρχισε να της τηλεφωνά όταν αντιμετώπιζαν κάποια δυσκολία με τη συμπεριφορά της. Σε μια περίπτωση την είχε ενημερώσει ότι καπνίζει ηλεκτρονικό τσιγάρο και της είχε αναφέρει επίσης ότι πιστεύει πως κάνει ναρκωτικά, θέση την οποία η ίδια θεώρησε υπερβολική. Αργότερα πληροφορήθηκε από τον πατέρα της ότι ξεκίνησε να φεύγει τα βράδια από το σπίτι και πήγαινε να βρει φίλους της που ήταν μπλεγμένοι με ναρκωτικά. Και η ίδια συζήτησε αυτό το ζήτημα με την παραπονούμενη και έδειξε να μην αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο. Επίσης, της έδειξε το χέρι της και της ανέφερε ότι επιχείρησε να αυτοκτονήσει. Τόσο η ίδια όσο και οι γονείς της παραπονούμενης ζητούσαν από τον πατέρα της να τη συμβουλεύσει και συζητούσαν τρόπους χειρισμού της, ώστε να την βοηθήσουν. Εν τω μεταξύ η συμπεριφορά της παραπονούμενης συνέχιζε να είναι άσχημη απέναντί της και τα άλλα παιδιά ξεκίνησαν να της λένε διάφορα πράγματα και της έδειχναν stories από το Instagram. Σε συζήτηση που είχε μαζί της η τελευταία της απεκάλυψε πως είχε δοκιμάσει κοκαΐνη και τότε αντιλήφθηκε πως τα όσα της έλεγε ο πατέρας της παραπονούμενης ήταν αλήθεια και όχι υπερβολές. Προσπάθεια του πατέρα της (κατηγορούμενου) ήταν να τη συμβουλεύει και να είναι δίπλα της σαν πατέρας. Όπως είχε ενημερωθεί από τον κατηγορούμενο, όταν η παραπονούμενη ήταν μικρή έκανε πράγματα που δεν ήταν της ηλικίας της, εν προκειμένω δουλειές στο σπίτι και φροντίδα της μικρότερης αδερφής της και συνεπώς στην εφηβεία της ξέσπασε με αυτόν τον τρόπο. Όταν και ίδια μιλούσε μαζί της για την αλλαγή της συμπεριφοράς της, η παραπονούμενη της έλεγε ότι μισά τον παλιό εαυτό της. Αρχές του 2021 ξεκίνησε να κάνει απουσίες από τα μαθήματα χορού και σε μία περίπτωση, συγκεκριμένα την 14/04/2021, την πληροφόρησε ότι δεν θα συμμετείχε πλέον στο γκρουπ αλλά θα έκανε μόνο private και ο λόγος που της έδωσε ήταν τα ιδιαίτερα μαθήματα που είχε για τις εξετάσεις της. Εντούτοις, την ίδια ημέρα είδε story που έβαλε στο Instagram με μία φίλη της και θύμωσε γιατί κατάλαβε ότι της είπε ψέματα. Επικοινώνησε μαζί της μέσω μηνύματος και η παραπονούμενη της απάντησε σαν να μιλούσε σε μια φίλη της και την έκανε να θυμώσει. Πήρε τον πατέρα της παραπονούμενης τηλέφωνο και κλαίγοντας έκανε παράπονο για τη συμπεριφορά της. Εκείνος της ανέφερε ότι περνά χειρότερα μαζί της. Στη συνέχεια η μάρτυρας ενημέρωσε και τον κατηγορούμενο. Συνομίλησε και με τη μητέρα της, η οποία της ζήτησε να προσέχει πως θα της μιλήσει, μετά από συμβουλή που έλαβε από τον ψυχολόγο της. Επίσης της ανέφερε ότι η παραπονούμενη παίρνει ψυχοφάρμακα και παρακολουθείται από ψυχίατρο. Της ανέφερε ακόμη ότι σύμφωνα με τον ψυχίατρο, χρησιμοποιεί τις απειλές αυτοκτονίας ως μέσο εκμετάλλευσής τους για να της κάνουν τα θελήματα. Εντέλει, της ανέφερε πως τους λέει συνεχώς ψέματα και ότι εντόπισε ακατάλληλα βίντεο για την ηλικία της με την ίδια σε αυτά και πως αν τα έβλεπε ο πατέρας της δεν θα το άντεχε. Δύο μέρες μετά η παραπονούμενη και η ίδια είχαν συνάντηση στο γραφείο του πατέρα της. Της είχε αναφέρει ότι απογοητεύτηκε από τη συμπεριφορά της, αντιλήφθηκε όμως πως δεν έδινε σημασία. Κατόπιν τούτου η παραπονούμενη συνέχισε κανονικά τα private μαθήματά της, μέχρι την 13/05/
- Σε αυτό το τελευταίο μάθημα η παραπονούμενη σήκωσε την μπλούζα της και της έδειξε ότι έβαλε σκουλαρίκια πάνω στις ρώγες της και της είπε ότι είναι η μητέρα της που την πήρε για να βγάλει τρύπες. Κατά τη διάρκεια του μαθήματος ήταν απαθής και χωρίς δύναμη, πράγμα που την έκανε να αντιληφθεί ότι είχε κάνει χρήση ναρκωτικών. Μετά από αυτό, στις 18/05/2021 της τηλεφώνησε ο πατέρας της παραπονούμενης και της ανακοίνωσε ότι και οι δύο θυγατέρες του θα σταματήσουν τα μαθήματα χορού χωρίς να της πει για ποιον λόγο. Όταν το ανακοίνωσε στο γκρουπ πως η παραπονούμενη δεν θα κάνει πλέον μαθήματα χορού μαζί τους, τότε τα λοιπά κορίτσια άρχισαν να την ενημερώνουν ότι η ίδια (παραπονούμενη) τους έλεγε ότι κάνει πρωκτικό σεξ και στοματικό έρωτα σε διάφορα αγόρια. Αρκετές φορές την είδαν σε πάρκα μόνη της με αγόρια και συχνά έμπλεκε σε καυγάδες που προκαλούσε η ίδια. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, ο πατέρας της είναι πολύ ανοιχτός άνθρωπος και όταν μπορεί να βοηθήσει θα το κάνει. Η παραπονούμενη έφτασε σε σημείο να εκμεταλλεύεται την καλοσύνη του για να την παίρνει από δω κι από εκεί, πράγμα το οποίο γνώριζαν οι γονείς της. Επειδή την είχε σαν την κόρη του και γνώριζε με τι άτομα έμπλεξε, πολλές φορές της είπε αν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε δυσκολία να του τηλεφωνήσει για να τη βοηθήσει. Αν κάποιες φορές έτυχε να τη μεταφέρει κάπου χωρίς να το γνωρίζουν οι γονείς της, οφείλεται σε αυτή τη στενή σχέση που είχαν και επειδή είχε την έγνοια της. Εξ όσων γνωρίζει μετά ενημέρωνε τους γονείς της. Εντέλει, η μάρτυρας εξέφρασε και την προσωπική της άποψη για την καταγγελία, λέγοντας ότι η σχέση της παραπονούμενης με τους γονείς της έφτασε σε ακραίο σημείο και ήθελε να τους αποπροσανατολίσει ρίχνοντας ευθύνες στον κατηγορούμενο. Ήθελε να τους κάνει να τη λυπηθούν για να γίνουν πιο χαλαροί μαζί της, να μην την χτυπούν και να της δώσουν περισσότερη σημασία. Ο άλλος λόγος, σύμφωνα με τη μάρτυρα, είναι επειδή τσακώθηκαν οι δυο τους και ήθελε να της πάει κόντρα. Ο Μ.Υ.2 είναι υιός του κατηγορουμένου και όπως ανωτέρω αναφέραμε είναι φυσιοθεραπευτής στο επάγγελμα και στεγάζεται στον ίδιο χώρο της σχολής καράτε στην Παλλουριώτισσα. Ήταν η θέση του μάρτυρα πως καμία πιθανότητα υπήρχε να πειράξει ο πατέρας του την παραπονούμενη, στην οποία συμπεριφερόταν ωσάν να ήταν κόρη του. Ήταν περαιτέρω η θέση του πως μετά το καλοκαίρι του 2018 που η παραπονούμενη κατάφερε να χάσει κάποια κιλά, ξεκίνησε να έχει πολύ διαφορετική συμπεριφορά, δηλαδή δεν ήταν πλέον ντροπαλή και μιλούσε φιλελεύθερα για πολλά θέματα. Προτού πάνε ταξίδι στην Ουγγαρία γνωρίζει ότι μια φορά η παραπονούμενη είχε πάει στο σπίτι της πολύ μεθυσμένη και οι γονείς της, της είχαν αναφέρει ότι δεν θα της επέτρεπαν να ταξιδέψει και αυτό παρότι είχαν πληρώσει το εισιτήριο. Τελικά αυτή η απόφασή τους άλλαξε την τελευταία στιγμή και της επέτρεψαν να μεταβεί στην Ουγγαρία. Στο ταξίδι ο ίδιος έμεινε μαζί με τον πατέρα του. Ήταν περαιτέρω η θέση του μάρτυρα πως η παραπονούμενη ξεκίνησε να κάνει ναρκωτικά, να πίνει ποτό, έμπλεξε με κακές παρέες και τέλος, έφευγε από το σπίτι της χωρίς να το γνωρίζουν οι γονείς της, οι οποίοι συχνά απευθύνονταν στον πατέρα του και στην αδερφή του για βοήθεια, εφόσον δεν μπορούσαν να ελέγξουν το παιδί τους. Ο πατέρας του για να τη βοηθήσει να ξεφύγει από αυτή την κατάσταση την έπαιρνε μαζί του τα Σάββατα στα Λατσιά για να τον βοηθά και να προπονείται. Τα μαθήματα στα Λατσιά ήταν μεταξύ των ωρών 09:00 με 11:
- Κάποτε τον βοηθούσε και στον Λυθροδόντα με τα μικρά και αρχάρια παιδιά. Λόγω των καταστάσεων που είχε μπλέξει, τις οποίες ανέφερε στον πατέρα του, ο τελευταίος ήθελε να της δίνει ασχολίες για να την κρατά μακριά από καταχρήσεις. Τον παραξένεψε το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν είχε ποτέ αντίδραση. Αν παρενοχλείτο, ανέφερε ο μάρτυρας, θα άλλαζε η συμπεριφορά της, θα αντιδρούσε και δεν θα του ζητούσε συνεχώς χάρες. Αναφορά έκανε επίσης στην πρακτική που ακολουθούν στη σχολή να αφήνουν ενηλίκους και έμπειρους μαθητές να τους αναπληρούν όταν οι ίδιοι απουσιάζουν σε ταξίδι. Την 13/05/2021 η παραπονούμενη πήγε στη σχολή και μάλιστα από την ώρα που πήγε μέχρι και την ώρα που έφυγε ο ίδιος ήταν παρών και εκείνη την ημέρα ο πατέρας του της ζήτησε να τον βοηθήσει όταν θα απουσίαζε και εκείνη συμφώνησε. Η όλη συνάντηση διήρκεσε περίπου 2 λεπτά. Όταν στη συνέχεια επρόκειτο να αναχωρήσει, της ζήτησε να του τυλίξει ένα τσιγάρο και αστειεύτηκε λέγοντάς της «ελπίζω να μη μου έβαλες κάτι άλλο μέσα στο τσιγάρο». Εκείνη γέλασε και αφότου τύλιξε το τσιγάρο τους αποχαιρέτησε όπως πάντα. Ο ίδιος ήταν αντίθετος στο να αναπληρώσει η παραπονούμενη τον πατέρα του, γιατί δεν ήταν άτομο που μπορούσε να στηριχτεί κανείς. Τα όσα αιτιάται η παραπονούμενη είναι ψέματα. Ο Μ.Υ.3 ανέφερε ότι είναι μαθητής του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα, στη σχολή στην Παλλουριώτισσα πήγαινε κάθε Πέμπτη και Παρασκευή μεταξύ των ωρών 18:00 με 20:
- Τα Σάββατα πήγαινε στα Λατσιά μεταξύ των ωρών 09:00 με 10:00 ή 10:00 με 11:00 και ήταν η θέση του πως όσες φορές έτυχε να πάει για μάθημα στα Λατσιά, τις πιο πολλές φορές ερχόταν και η παραπονούμενη. Δεν γνωρίζει ποιος την έφερνε για προπόνηση. Στα Λατσιά πήγαιναν γύρω στα 10 άτομα, αλλά ο αριθμός δεν ήταν σταθερός. Κάποιες φορές έτυχε να αντικαταστήσει τον κατηγορούμενο στη σχολή στον Λυθροδόντα. Εκεί τα μαθήματα γίνονταν μεταξύ των ωρών 11:00 με 13:00 και κάποιες φορές πήγε να βοηθήσει τον κατηγορούμενο. Σε αυτό το πλαίσιο έτυχε να δει και την παραπονούμενη. Εξ όσων γνωρίζει στον Λυθροδόντα εκείνος που έπαιρνε την παραπονούμενη ήταν ο κατηγορούμενος. Περιέγραψε τους χώρους των δύο σχολών και τι έκαναν από τη στιγμή που μετέβαιναν στη σχολή. Όπως ανέφερε στην κατάθεσή του, της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε, όταν άκουσε για την υπόθεση έπεσε από τα σύννεφα γιατί ο κατηγορούμενος ήταν πάντα σωστός δάσκαλος του καράτε. Πρόσθεσε τέλος ότι τα αγγίγματα που έτυχε να δει ήταν πάντα στα πλαίσια της προπόνησης και του καράτε, διότι το καράτε είναι άθλημα επαφής. Εξ όσων θυμάται στα Λατσιά ήταν πάντα εκεί από την αρχή μέχρι το τέλος της προπόνησης και το ίδιο στη σχολή στον Λυθροδόντα. Επίσης, πολλές φορές ήταν και ο ιδιοκτήτης του χώρου της σχολής. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, οι δύο πλευρές προχώρησαν και σε αγορεύσεις, εν προκειμένω τα έγγραφα Β και Γ ενώπιον του Δικαστηρίου (κατηγορούσας αρχής και υπεράσπισης αντίστοιχα). Μελετήσαμε βεβαίως τα όσα εκεί αναφέρονται και τα είχαμε κατά νου κατά τη συγγραφή της απόφασης. Στη συνέχεια αναφορά θα ακολουθήσει εκεί και όπου κρίνουμε ότι χρειάζεται, κατά πώς εξηγήθηκε στην υπόθεση Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2Α.Α.Δ. 490, 495. Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε επισταμένα το σύνολο των μαρτύρων καθ' ον χρόνο κατέθεταν ενώπιόν μας, συμπεριλαμβανομένου βεβαίως και της οπτικογραφημένης κατάθεσης της ανήλικης παραπονούμενης, η οποία σε δεύτερο χρόνο εξετάστηκε και αντεξετάστηκε κατά πώς ανωτέρω εξηγήθηκε. Συνακόλουθα, είχαμε το ευεργέτημα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της διαδικασίας να παρατηρήσουμε τις αντιδράσεις και την ευρύτερη συμπεριφορά ενός εκάστου, τόσο γενικά όσο και ειδικά, εν προκειμένω σε συγκεκριμένες ερωτήσεις και απαντήσεις. Και είναι αναγνωρισμένο νομολογιακά πως η εγγενής και ιδιάζουσα αυτή διεργασία συνιστά μέρος της ανθρώπινης υπόστασης και παρέχει την ευχέρεια σχηματισμού γνώμης για την αλήθεια των θέσεων του προσώπου που εξιστορεί τούτες (βλ. Σ. Π. ν. Αστυνομίας
(2014)2Α.Α.Δ. 468, 491). Βεβαίως δεν περιοριστήκαμε απλώς στην εξωτερική εικόνα της μαρτυρίας, αλλά προχωρήσαμε και θέσαμε τούτη στη βάσανο ουσιαστικής αξιολόγησης, δια αντιπαραβολής και συσχετισμού κάθε πτυχής αυτής με κάθε άλλη μαρτυρία, στην αντικειμενική της πάντα υπόσταση (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 185/12, 19/04/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179). Άλλωστε όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου Μ/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, η αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα έχει δύο επάλληλα στοιχεία· το πρώτο αφορά το περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας, με τα εκεί αναφερόμενα να υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως να συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση και το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, κατά πόσο λέγει την αλήθεια (βλ. Νίκου Ανδρέου Γιάννη Κασιή ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά., Πολ. Έφ. 384/11, ημερομηνίας 07/02/2018, ECLI:CY:AD:2018:A62). Εργαλεία τα οποία η νομολογία αναγνωρίζει ότι εξυπηρετούν τούτον τον στόχο, είναι, μεταξύ άλλων, τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της κρινόμενης μαρτυρίας, ήτοι πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 16 η έκδοση, σελίδα 333). Επίσης, δεδομένη είναι η ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλο (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, 395 και Ευσταθίου ν. Μιχαήλ, Πολ. Εφ. 269/12, ημερ. 23/07/2019, ECLI:CY:AD:2019:A341). Στα ανωτέρω προσθέτουμε και τον βασικό κανόνα αξιολόγησης που έχει να κάνει με την αντιμετώπιση που κάθε μάρτυρας τυγχάνει από την πλευρά που τον αντεξετάζει. Εν προκειμένω εδραιωμένο είναι ότι παράλειψη υποβολής συγκεκριμένης θέσης σε μάρτυρα, ως επίσης υποβολή αντιφατικής θέσης σε σχέση με μαρτυρία που ακολούθως προσκομίζεται, δεν αφήνει αναλλοίωτη τη διεργασία αξιολόγησης. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Δώρος Πολυκάρπου ν Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 149/15, ημερ. 25/04/2017, ECLI:CY:AD:2017:D145∙ «Είναι παγίως εδραιωμένη αρχή του δικαίου ότι παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει. Όπως ετέθη στην υπόθεση Pal κ.ά. ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό. (βλ. επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v The Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599 και Σιακαλλής ν Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 146). Ομοίως, αντιφατική υποβολή με τις θέσεις που προωθούνται εν τέλει ενόρκως ουσιωδώς πλήττουν την αξιοπιστία της όλης εκδοχής ενός μάρτυρα. Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει, θεωρούμε αβάσιμη την έφεση και την απορρίπτουμε». Οι υποχρεώσεις των μερών καθ΄ ον χρόνο έκαστος αντεξετάζει τους μάρτυρες της άλλης πλευράς και οι επιπτώσεις από μη τήρηση των σχετικών νομολογιακών κανόνων, διαπιστώνονται από τον μεστό λόγο της υπόθεσης Frederickou Schools Co Ltd v Acuac Inc.
(2002)1 Γ ΑΑΔ 1527, 1541, όπου λέχθηκε ότι: «Yπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.» Και είναι περιττό να επαναλάβουμε αυτό που αναφέρθηκε στην Pal, ανωτέρω, δηλαδή ότι ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων και ότι εν τη απουσία ικανοποιητικής δικαιολογίας σε σχέση με τον λόγο παράλειψης, το Δικαστήριο δικαιούται να αγνοήσει τη μονομερώς τεθείσα εκδοχή. Κατά συνέπεια, θέματα που δεν τίθενται στην αντεξέταση και αιφνιδίως εμφανίζονται για πρώτη φορά με τους μάρτυρες υπεράσπισης, είναι έκθετα σε απόρριψη εφόσον δεν δόθηκε η ευκαιρία στους μάρτυρες της άλλης πλευράς να εξηγήσουν και να σχολιάσουν τα ζητήματα που εκεί τίθενται. Και είναι αυτό απολύτως ευθυγραμμισμένο με τα αναφερόμενα στον Cross on Evidence 4η εκδ. σελ. 227 αναφορικά με τον σκοπό της αντεξέτασης, όπου υποδείχθηκε ότι: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief» Επίσης, στην υπόθεση Μ.Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 14/13, ημερ.20/03/2014, υπεδείχθη και το εξής σχετικό: «Κατανοούμε το θεμιτό της προσπάθειας του συνηγόρου να πλήξει την αξιοπιστία του μάρτυρα δια της ανάδειξης αυτού του τελευταίου στοιχείου, αλλά θα αναμέναμε όχι μόνο ανάλογη αλλά και πολύ πιο έντονη προσπάθεια να αναδειχθούν αναλήθειες σε σχέση με τα περιστατικά που συνθέτουν τις σοβαρότατες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Αντ' αυτού είχαμε απλώς μερικές υποβολές που παρέμειναν ανυποστήριχτες και απλαισίωτες καθώς επίσης και μερικές "χαλαρές" ερωτήσεις που εν πάση περιπτώσει απαντήθηκαν με απόλυτη επάρκεια από τον μάρτυρα. Στην πρόσφατη υπόθεση Λ.Κ. v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 152/10, ημερ. 28.12.2011, η οποία επίσης αφορούσε σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου λέχθηκαν σχετικά στη σελ.5 τα εξής: «Όπως είπαμε και προηγουμένως, ασφαλώς και έχει μεγάλη σημασία το γεγονός ότι ο εφεσείων κατά την πρωτόδικη διαδικασία παρέλειψε να αντεξετάσει την παραπονούμενη ως προς τα συμβάντα στα οποία βασίζεται η καταγγελία της. Ο ισχυρισμός ότι η αντεξέταση δεν έγινε γιατί τέτοια γεγονότα δεν έλαβαν ποτέ χώρα, δεν αντέχει ούτε στην πιο απλοϊκή λογική. Ασφαλώς και, ιδιαίτερα μάλιστα, θα λέγαμε, στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου στην καταγγελία, αν επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες.» Τέλος, σχετικό είναι και το εξής· οι Μ.Κ.6, Μ.Κ.7 και Μ.Κ.9 κλήθηκαν στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονες, δηλαδή ως πρόσωπα που κατέχουν εξειδικευμένη γνώση συγκεκριμένου αντικειμένου. Με αυτό ως δεδομένο επαναλαμβάνουμε τα όσα ειπώθηκαν στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation (αρ. 1)
(2013)1Α Α.Α.Δ. 438, δηλαδή ότι η έκφραση γνώμης ενός πραγματογνώμονα, αναγνωρισμένη εξαίρεση στο δίκαιο της απόδειξης που θέλει την έκφραση γνώμης να είναι ανεπίτρεπτη, δικαιολογείται μόνο επί τη αποδείξει τέτοιας πραγματογνωμοσύνης. Στην προκειμένη περίπτωση οι ανωτέρω μάρτυρες (Μ.Κ.6, Μ.Κ.7 και Μ.Κ.9 ) δεν έτυχαν αμφισβήτησης αναφορικά με την πραγματογνωμοσύνη που έκαστος κατέχει και δη τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά του προσόντα. Πέραν τούτου τα αναφερόμενα στα τεκμήρια 33, 35 και 42 αντίστοιχα, δηλαδή το βιογραφικό ενός εκάστου, των οποίων το περιεχόμενο παρέμεινε αναμφισβήτητο, ομιλούν αφ' εαυτών και διατυμπανίζουν τόσο την κατάρτιση τούτων, όσο και την εμπειρία τους. Βάσει των ανωτέρω, καθώς ότι ουδεμία πλευρά αμφισβήτησε την πραγματογνωμοσύνη των εν λόγω μαρτύρων, δεχόμαστε ότι είναι όλοι τους πραγματογνώμονες και συγκεκριμένα· η Μ.Κ.6 παιδοψυχίατρος και οι Μ.Κ.7 και Μ.Κ.9 κλινικοί ψυχολόγοι. Συνακόλουθα, η μαρτυρία τούτων καλύπτεται από την εξαίρεση του κανόνα η οποία επιτρέπει σε τέτοιο μάρτυρα να εκφέρει τη γνώμη του (Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, 750). Ένεκα της ανωτέρω διαπίστωσης επαναλαμβάνουμε το νομολογιακώς αναγνωρισμένο ότι οι κανόνες που διέπουν την αξιολογική κρίση ενός πραγματογνώμονα δεν διαφέρουν (Genzyme Corporation v. Kayat Trading Limited, Πολ. Έφ. 199/14, ημερ. 25/05/2018, ECLI:CY:AD:2018:A250). Απλώς ατονεί η σημασία της συμπεριφοράς τέτοιου μάρτυρα στο εδώλιο, εφόσον υπό κρίση είναι η εγκυρότητα της γνώμης του και όχι η εν γένει συμπεριφορά του, όπως στην περίπτωση μάρτυρα πραγματικών γεγονότων (Star Fiberglass Ltd v. Elnedo Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875, 880). Περιττό να υποδείξουμε ότι η δυνατότητα έκφρασης γνώμης συνεπάγεται και υποχρέωση, εν προκειμένω να εφοδιαστεί το Δικαστήριο με όλα τα αναγκαία πραγματικά και επιστημονικά δεδομένα που θα καταστήσουν ευχερή τον έλεγχο της μαρτυρίας του πραγματογνώμονα και δη την ακρίβεια των συμπερασμάτων του. Είναι υποχρέωση τέτοιου μάρτυρα να παραθέσει τα γεγονότα στα οποία στηρίχθηκε, αλλά και να τεκμηριώσει την ορθότητα των επιστημονικών αρχών που εφάρμοσε. Άλλωστε, στην υπόθεση Koufou v. The Republic
(1981)2 C.L.R 165, 186 υπεδείχθη ότι αυτά τα στοιχεία είναι που θα βοηθήσουν το Δικαστήριο να μορφώσει ανεξάρτητη άποψη. Και στο τέλος της ημέρας αυτό είναι το ζητούμενο, δηλαδή η μόρφωση ανεξάρτητης άποψης από το Δικαστήριο και όχι αυτή αφ' εαυτή η άποψη του πραγματογνώμονα. Όπως εύγλωττα υπεδείχθη στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441, 1448: «Παρόλο που η έκφραση γνώμης από εμπειρογνώμονα υπό ορισμένες συνθήκες είναι αποδεκτή σαν μαρτυρία εντούτοις:"...it by no means follows that the court must follow it .. What really matters in most cases is the reasons given for the opinion. As a practical matter a well-constructed expert's report containing opinion evidence sets out the opinion and the reasons for it. If the reasons stand up the opinion does, if not, not. A rule of evidence which excludes this opinion evidence serves no practical purpose». Είναι με γνώμονα τις ανωτέρω αρχές που προσεγγίσαμε το σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Για τους δύο αστυφύλακες, Μ.Κ.1 και Μ.Κ.5, δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά. Αυτό γιατί η μαρτυρία ενός εκάστου, προκύπτουσα εκ της ιδιότητας τούτων κατά τον χρόνο διερεύνησης της υπόθεσης, εν προκειμένω ως ανακριτές και ειδικοί στον τρόπο λήψης οπτικογραφημένης κατάθεσης ως αναφέρεται στα παραδεκτά γεγονότα και περιπλέον, εκφρασμένη στο Δικαστήριο με συνοχή, ροή λόγου και απαλλαγμένη αντιφάσεων, είναι εν πολλοίς ενσωματωμένη στα παραδεκτά γεγονότα. Περαιτέρω, η μαρτυρία τούτων δεν άπτεται της ουσίας των κατηγοριών, παρά μόνο των ενεργειών που έκαναν ως ανακριτές. Και τέλος, τούτες οι ενέργειες δεν έτυχαν αμφισβήτησης και συμπλέουν με το λοιπό μαρτυρικό υλικό. Ως εκ των ανωτέρω ουδεμία αμφιβολία διατηρούμε για την ειλικρίνεια των όσων οι δύο αυτοί μάρτυρες ανέφεραν στο Δικαστήριο και η μαρτυρία τούτων υιοθετείται ως αξιόπιστη. Προτού παραθέσουμε τα όσα προκύπτουν από την αξιόπιστη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.5, σκόπιμο κρίνουμε να σχολιάσουμε δύο συγκεκριμένες πτυχές της μαρτυρίας της Μ.Κ.
- Αρχίζουμε επαναλαμβάνοντας ότι στο πλαίσιο αντεξέτασης της Μ.Κ.5 από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου, τέθηκαν υπόψιν της μάρτυρος διάφορες καταθέσεις, ώστε να τις αναγνωρίσει ως ενέργειες στις οποίες προέβη. Αφότου αναγνώρισε τούτες η υπεράσπιση ζήτησε την κατάθεσή τους ως τεκμηρίων, δηλώνοντας ότι κατατίθενται ως καταθέσεις που έλαβε η Μ.Κ.
- Εν προκειμένω δεν απασχολεί το σύνολο των καταθέσεων που κατατέθηκαν κατά αυτόν τον τρόπο, εφόσον κάποιοι μάρτυρες, όπως είναι οι Μ.Υ.1, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3, τελικώς παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και έκαστος αναγνώρισε το τεκμήριο ως την κατάθεση που έδωσε και ακολούθως υιοθέτησε το περιεχόμενό του ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ό,τι απασχολεί είναι τα τεκμήρια 26, 29 και 32, εφόσον οι συντάκτες των εν λόγω καταθέσεων δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και όπως προκύπτει από τη δήλωση που ανωτέρω αναφέραμε, περιορισμένος ήταν και παρέμεινε ο σκοπός κατάθεσης των τεκμηρίων αυτών. Ως εκ τούτου, το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων αντιμετωπίστηκε κατ' αναλογία εγγράφου που κατατίθεται προς τον σκοπό αναγνώρισης και εντέλει δεν μετεξελίσσεται σε τεκμήριο και συνακόλουθα ευθαρσώς δηλώνουμε ότι το περιεχόμενο τούτων δεν λήφθηκε υπόψιν και ούτε του αποδόθηκε οιαδήποτε βαρύτητα, εφόσον ο περιορισμένος σκοπός για τον οποίο κατατέθηκαν ήταν η ενέργεια της Μ.Κ.5 να λάβει τούτες τις καταθέσεις και τίποτα περαιτέρω. Για χάριν ολοκλήρωσης της εικόνας σημειώνουμε πως ούτε και η υπεράσπιση ασχολήθηκε στη γραπτή αγόρευσή της με το περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων, γεγονός που επιβεβαιώνει το περιορισμένο του λόγου για τον οποίο κατατέθηκαν οι εν λόγω καταθέσεις. Το δεύτερο ζήτημα που κρίνουμε σκόπιμο να σχολιάσουμε, έχει να κάνει με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 24, δηλαδή τη μεταφορά στο Δικαστήριο των όσων φέρεται να δήλωσε προφορικώς στη Μ.Κ.5 η εκεί αναφερόμενη Σ., δηλαδή η φίλη της παραπονούμενης. Δεν χωρεί βεβαίως αμφιβολία πως η μεταφορά στο Δικαστήριο της φερόμενης δήλωσης δια στόματος της Μ.Κ.5, συνιστά εξ ακοής μαρτυρία και ως τέτοια ελέγχεται από τα άρθρα 24 έως και 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
- Στην προκειμένη περίπτωση η πλευρά της υπεράσπισης αν και έφερε ένσταση κατά τον χρόνο παρουσίασης του εν λόγω τεκμηρίου, εντέλει δεν ζήτησε την κλήτευση του προσώπου που φέρεται να έχει την πατρότητα της δήλωσης, βάσει των διαλαμβανομένων στο άρθρο 26 του Κεφ.
- Ούτε όμως και η κατηγορούσα αρχή κλήτευσε την εν λόγω μάρτυρα να επιβεβαιώσει τα όσα της αποδίδονται. Προεξάρχον εδώ στοιχείο είναι η εκ προοιμίου δεδηλωμένη θέση της ανήλικης διά του πατρός της, στο ίδιο τούτο έγγραφο, δηλαδή ότι δεν επιθυμεί να καταθέσει ενώπιον Δικαστηρίου. Η ουσία αυτής της θέσης επιδρά στο περιεχόμενο της συνομιλίας που ακολούθησε και η οποία είχε προφορικό χαρακτήρα, εφόσον έλαβε χώρα υπό τη σκιά της εκπεφρασμένης θέσης της ανήλικης, ότι δεν επρόκειτο να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Εν ολίγοις κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν σε γνώση της πως τα λεγόμενά της δεν θα τίθεντο στη βάσανο της αντεξέτασης, εφόσον δεν θα παρουσιαζόταν στο Δικαστήριο. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος και με δεδομένες τις αρχές που τέθηκαν στην υπόθεση Assad v. Αστυνομίας
(2017)2Β Α.Α.Δ. 1222, δεν αποδώσαμε οιαδήποτε βαρύτητα στα εκεί αναφερόμενα και αυτό λόγω, κυρίως, της εξαρχής άρνησης της ανήλικης μάρτυρος να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, γεγονός το οποίο την έθεσε κάτω από πέπλο προστασίας και συνεπώς ό,τι και αν εκεί δήλωνε, η ίδια δεν θα παρουσιάζετο στο Δικαστήριο και τα λεγόμενά της δεν θα υπόκειντο στη βάσανο της αντεξέτασης. Συνεπώς, ούτε αυτή η πτυχή του μαρτυρικού υλικού αξιοποιήθηκε από το Δικαστήριο προς τον σκοπό εξαγωγής ευρημάτων. Εκ της αξιόπιστης μαρτυρίας των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.5 διαπιστώνουμε ότι πέραν των όσων ήδη αναφέρονται στα παραδεκτά γεγονότα, την 29/05/2021 η παραπονούμενη οδήγησε τους ανακριτές στις δύο σχολές που ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε εκτός Λευκωσίας, δηλαδή στα Λατσιά και στον Λυθροδόντα. Η παραπονούμενη δεν εισήλθε εντός των εν λόγω σχολών, εφόσον ήταν κλειδωμένες και παρότι αναζητήθηκε πρόσωπο να ανοίξει κάθε μία εξ αυτών, δεν εντοπίστηκε τέτοιο. Στη συνέχεια δεν ερωτήθηκε η παραπονούμενη να υποδείξει συγκεκριμένα σημεία εντός των υποστατικών. Κατά την υπόδειξη των υποστατικών αυτών την 29/05/2021, η παραπονούμενη προέβη στις δηλώσεις που φαίνονται στο τεκμήριο 12, δηλαδή «εδώ έρχομαι κάθε Σάββατο» και πρόσθεσε· για μεν τη σχολή στα Λατσιά «πριν να πάμε στον Λυθροδόντα κατά η ώρα 09:00 ή 10:00 το πρωί», για δε τη σχολή στον Λυθροδόντα «κατά η ώρα 12:00 νομίζω». Περαιτέρω, την 25/05/2021 η Μ.Κ.5 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Μ.Κ.9, από τον οποίο ζήτησε να του ληφθεί γραπτή κατάθεση συμπληρωματικά προς την έκθεση που έστειλε στην αστυνομία, εντούτοις επειδή ασθενούσε και περιορίστηκε στο σπίτι, έλαβε τηλεφωνικώς τις θέσεις του, τις οποίες κατέγραψε στο ημερολόγιο ενεργείας τεκμήριο
- Την 31/05/2021 ο κατηγορούμενος μετέβη στο γραφείο βίας στην οικογένεια του Αρχηγείου Αστυνομίας, ώστε του ληφθεί κατάθεση. Πληροφορήθηκε για την υπό διερεύνηση υπόθεση και του επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο και ο ίδιος απάντησε «δεν το πιστεύω αυτό το πράγμα. Την Ι.Ν. την έχω σαν κόρη μου. Η Ι.Ν. αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα και το μόνο που έκανα ήταν να τη βοηθώ». Αφότου του επιδόθηκαν τα δικαιώματα επικοινωνίας ζήτησε όπως η κατάθεσή του ληφθεί σε μεταγενέστερο στάδιο καθότι αν και προσπάθησε, δεν κατάφερε να εντοπίσει κάποιον δικηγόρο για να τον συμβουλευθεί. Εντέλει, ο κατηγορούμενος μετέβη εκ νέου στην αστυνομία την 08/06/2021 ότε και του λήφθηκε η ανακριτική κατάθεση τεκμήριο
- Η δεύτερη ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο, τεκμήριο 19, δόθηκε κατόπιν απαίτησης του ιδίου και χωρίς τη μεσολάβηση κάποιου γεγονότος. Θετική ήταν η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο και η Μ.Κ.
- Και σε σχέση με αυτή τη μάρτυρα η αντεξέταση ήταν ιδιαιτέρως περιορισμένη. Πέραν τούτης της προσέγγισης, η οποία οδηγεί στο νομολογιακώς αναγνωρισμένο ότι μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητείται θεωρείται αποδεκτή (βλ. Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551), δεν παραλείπουμε να υποδείξουμε πως η μαρτυρία της Μ.Κ.6 ήτο απαλλαγμένη αντιφάσεων, λογική και ουσιωδώς εναρμονισμένη με το λοιπό μαρτυρικό υλικό. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία της υιοθετείται στην ολότητά της. Εκ της αναμφισβήτητης μαρτυρίας της Μ.Κ.6, η οποία είναι παιδοψυχίατρος, διαπιστώνουμε ότι άρχισε να παρακολουθεί την παραπονούμενη τέλος Φεβρουαρίου του 2021 μετά από παραπομπή του ψυχολόγου και συνέχισε να την παρακολουθεί μέχρι τον Δεκέμβριο του
- Είχαν περί τις δέκα συναντήσεις των 35 με 45 λεπτών έκαστη. Η παραπονούμενη είχε καταθλιπτικό συναίσθημα, δυσκολίες με τον ύπνο της, ευερέθιστη συμπεριφορά και ιδέες να κάνει κακό στον εαυτό της. Διέγνωσε επίσης ότι είχε κατάθλιψη και της χορήγησε φαρμακευτική αγωγή με αντικαταθλιπτικά, ταυτόχρονα με ψυχολογική παρακολούθηση. Κατά τον χρόνο που η Μ.Κ.6 έδωσε την κατάθεσή της (31/05/2021) οι ιδέες να κάνει κακό στον εαυτό της είχαν μειωθεί. Δεν διαπιστώθηκε η αιτία που η παραπονούμενη παρουσίασε τα συμπτώματα. Η Μ.Κ.6 έτυχε ενημέρωσης από τη μητέρα της παραπονούμενης (Μ.Κ.4) ότι προέβαινε σε περιστασιακή χρήση κάνναβης, πράγμα που διαπίστωσε η μητέρα με τεστ ούρων και η παραπονούμενη δεν το αρνήθηκε και συμφώνησε να διακόψει. Όπως της είχε αναφερθεί από τη μητέρα, η χρήση κάνναβης ξεκίνησε κατά τον Μάρτιο του
- Ενημερώθηκε και η Μ.Κ.6 για την αναφορά της παραπονούμενης προς τον ψυχολόγο, δεν ασχολήθηκε όμως περαιτέρω με το ζήτημα αφότου έλαβε διαβεβαίωση ότι υποβλήθηκε η καταγγελία. Πέραν των όσων έχουν ήδη διαπιστωθεί, προσφέρεται σε τούτο το στάδιο να παραθέσουμε και αριθμό άλλων επιμέρους διαπιστώσεων οι οποίες προκύπτουν από αναμφισβήτητη μαρτυρία. Εν προκειμένω αποτελεί κοινό τόπο ότι η αλλαγή στη συμπεριφορά της παραπονουμένης εντοπίζεται χρονικά το έτος 2019, καθ' ον χρόνο ήταν τρίτη γυμνασίου (2019-2020). Άρχισε κατ' εκείνο τον χρόνο η πτωτική πορεία στην απόδοσή της και συνεχίστηκε και τη σχολική χρονιά 2020 με 2021, δηλαδή στην πρώτη λυκείου. Προς τούτο σχετικά είναι και τα τεκμήρια 10 και 11, τα οποία δεικνύουν την απόδοση της παραπονουμένης τα δύο αυτά σχολικά έτη. Επίσης, κοινό τόπο αποτελεί και το γεγονός ότι καθ' ον χρόνο η παραπονούμενη πήγαινε στην τρίτη γυμνασίου, κάποιο βράδυ επέστρεψε στην οικία της μεθυσμένη. Τότε ήταν που οι γονείς της παραπονουμένης τέθηκαν σε εγρήγορση και επικοινώνησαν, μεταξύ άλλων, και με τον κατηγορούμενο, ώστε να του ζητήσουν να συμβουλεύσει την παραπονούμενη, ως προπονητής της και πρόσωπο το οποίο η παραπονούμενη γνώριζε από την ηλικία των έξι ετών και εκτιμούσε. Δεδομένο είναι πως η εμπλοκή του κατηγορούμενου στα προβλήματα που βασάνιζαν τους γονείς άρχισε μετά από αυτό το συμβάν, δηλαδή όταν η παραπονούμενη επέστρεψε στην οικία της κατά τον τρόπο που αναφέρθηκε. Περιπλέον, δεδομένο είναι ότι εντός αυτής της χρονικής περιόδου, δηλαδή περί το 2020, η παραπονούμενη είχε γνωρίσει κάποιο αγόρι, ονόματι Ρ. και συσχετίστηκε μαζί του ερωτικά, σχέση για την οποία οι γονείς εναντιώνονταν και θεωρούσαν προβληματική, κυρίως λόγω των όσων είχαν πληροφορηθεί για το αγόρι αυτό όσο και για την οικογένειά του, πληροφορίες που είχαν να κάνουν με παραβατική συμπεριφορά. Εντέλει η παραπονούμενη χώρισε με το εν λόγω πρόσωπο, εξού και πιο κάτω αναφέρεται ως πρώην φίλος της. Εντός της ίδιας τούτης περιόδου οι γονείς υποψιάζονταν και εντέλει οι υποψίες τους επιβεβαιώθηκαν, ότι η παραπονούμενη έκανε χρήση ναρκωτικών. Παρεμβάλλουμε εντούτοις πως αναμφισβήτητο παρέμεινε ότι η παραπονούμενη σε κάποιο χρόνο (η ακριβής ημερομηνία δεν προσδιορίστηκε, είναι όμως πλησίον και πριν την 14/05/2021 που η παραπονούμενη είχε τη συνάντηση με τον Μ.Κ.9) εντάχθηκε σε πρόγραμμα απεξάρτησης, το οποίο και ολοκλήρωσε με επιτυχία. Πέραν της ανωτέρω προβληματικής συμπεριφοράς, κατά την ίδια περίοδο η παραπονούμενη άρχισε να φεύγει τα βράδια κρυφά από το σπίτι της, ζήτημα το οποίο επίσης απασχόλησε τους γονείς της. Μάλιστα σε μια περίπτωση που έφυγε, ο πατέρας της (Μ.Κ.8) τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο νωρίς το πρωί ώστε να πληροφορηθεί κατά πόσο γνώριζε πού ήταν. Εις επίμετρον, κατά την ίδια αυτή περίοδο η παραπονούμενη άρχισε να αυτοτραυματίζεται. Στο πλαίσιο αντιμετώπισης όλων των ανωτέρω, για κάποιο διάστημα η παραπονούμενη έφυγε από το σπίτι της και πήγε να μείνει στη θεία της, συγκεκριμένα την αδελφή του πατέρα της. Εντέλει, δεδομένο είναι πως τη 13/05/2021, δηλαδή μία ημέρα πριν τη συνάντηση που είχε με τον ψυχολόγο της (Μ.Κ.9) όπου του ανέφερε μέρος των όσων εδώ απασχολούν και εξετάζονται στη συνέχεια, πήγε στη σχολή του κατηγορούμενου με σκοπό να καταβάλει οφειλόμενα δίδακτρα για την αδελφή της και να παρακολουθήσει μάθημα χορού με τη Μ.Υ.
- Η προσκομισθείσα μαρτυρία θέλει όλα τα ανωτέρω να συνιστούν κοινό τόπο και ως τέτοια υιοθετούνται από το Δικαστήριο και καθίστανται διαπιστώσεις τούτου που δεσμεύουν την πάρα πέρα πορεία της διαδικασίας. Είναι βεβαίως αντιληπτό ότι επί της ουσίας πρωταγωνιστική είναι η μαρτυρία της παραπονουμένης. Και αναφέρουμε τούτο για να προσθέσουμε περαιτέρω ότι προσεγγίσαμε τη μαρτυρία της παραπονούμενης με τη μέγιστη προσοχή, εφόσον η κοινή λογική και η ανθρώπινη εμπειρία αποκαλύπτουν ότι ζητήματα που άπτονται γενετήσιων ορμών συνθέτουν πολύπλοκες ανθρώπινες σχέσεις και διεργασίες και επιβάλλουν μέγιστη προσοχή, εφόσον σε αυτά τα ζητήματα δεδομένη είναι η ανθρώπινη αδυναμία και ροπή στο ψεύδος «για λόγους που χάνονται στο ανθρώπινο ασυνείδητο», όπως με γλαφυρότητα αναφέρθηκε στην υπόθεση Σ. Π. ν. Αστυνομίας
(2014)2Α.Α.Δ. 468,
- Προσθέτουμε ακόμη το νομολογιακώς αναγνωρισμένο και εκ της λογικής δεδομένο, ότι ένα παιδί δεν μιλά τη γλώσσα των μεγάλων αλλά τη γλώσσα τη δική του, η οποία βασίζεται και ανατρέχει σε εμπειρίες παιδικές (βλ. Θεοδοσίου ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 279/2018, ημερ. 28/07/2020, ECLI:CY:AD:2020:B271). Και αναφέρουμε τούτο εφόσον κατά τον χρόνο που η παραπονούμενη προέβαινε στην οπτικογραφημένη κατάθεση (τεκμήριο 4, το απομαγνητοφωνημένο κείμενο είναι το τεκμήριο 5), ήταν 16 ετών και συνεπώς παιδί συμφώνως των διατάξεων της σχετικής νομοθεσίας (Ν.91(Ι)/2014), αλλά και εκ της λογικής. Περαιτέρω, σχετικά είναι και τα όσα προσφάτως αναφέρθηκαν από το Εφετείο στην υπόθεση Α. Ν. Κ. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 136/22, ημερ. 01/08/2025 και συγκεκριμένα ότι τα παιδιά βιώνουν τον κόσμο διαφορετικά από τους ενήλικες και ιδιαίτερα, ότι λεπτομέρειες σημαντικές για τους ενήλικες, όπως ο χρόνος και ο τόπος, ενδέχεται να απουσιάζουν από τη μνήμη τους και ένεκα τούτου «είναι λανθασμένο να αξιολογείται η μαρτυρία παιδιών με το ίδιο κριτήριο όπως η μαρτυρία ενηλίκων». Αυτό βεβαίως, όπως εμφαντικά τονίστηκε από το Εφετείο, δεν σημαίνει ότι η μαρτυρία ενός παιδιού δεν διέπεται από τον ίδιο βαθμό απόδειξης ως αυτή των ενηλίκων σε ποινική διαδικασία («these changes in the way the courts look at the evidence of children do not mean that the evidence of children should not be subject to the same standard of proof as evidence of adult witnesses in criminal cases»). Προσεγγίζοντας τη μαρτυρία της παραπονούμενης ορθό κρίνουμε να αρχίσουμε από τη θέση του συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι η παραπονούμενη είναι αποδεδειγμένα πρόσωπο με ροπή στο ψεύδος. Προς τούτο ο ευπαίδευτος συνήγορος απαρίθμησε συγκεκριμένες περιπτώσεις που η παραπονούμενη είπε ψέματα (βλ. γραπτή αγόρευση σελ. 22 μέχρι και 28) και εισηγήθηκε ότι συνεπεία τούτου η μαρτυρία της πρέπει να απορριφθεί. Παρεμβάλλουμε εν προκειμένω ότι δεδομένο είναι πως κατά την επίδικη περίοδο η παραπονούμενη έλεγε ψέματα, συμπέρασμα που εξάγεται και από τη θέση της στο πλαίσιο της οπτικογραφημένης μαρτυρίας, δηλαδή ότι βρισκόταν με τον πρώην φίλο της χωρίς να το γνωρίζουν οι γονείς της (τεκμήριο 5, σελ. 3, γρ. 46 και 47), αλλά και από τα αναφερόμενα της Μ.Κ.3, δηλαδή ότι σε κάποια τηλεφωνική τους επικοινωνία η παραπονούμενη της είπε ότι ο προπονητής της την πήγε στον πρώην φίλο της και όπως εκ των υστέρων διαπίστωσε η μάρτυρας (Μ.Κ.3), οι γονείς της γνώριζαν για τη συνάντηση με τον προπονητή όχι όμως και τη μεταφορά στον πρώην φίλο. Προσθέτουμε περαιτέρω ότι εκ της προσκομισθείσας μαρτυρίας διαπιστώνεται, και μάλιστα συνιστά κοινό τόπο, πως η παραπονούμενη σε διάφορες περιπτώσεις είπε ψέματα στους γονείς της, όπως ότι πήγαινε προπόνηση ενώ στην πραγματικότητα πήγαινε αλλού, δηλαδή είτε στον πρώην φίλο της, είτε στο πάρκο, είτε σε φίλη της. Αυτό μάλιστα το τελευταίο περιστατικό, δηλαδή σε σχέση με τη φίλη της, αναφέρθηκε στο Δικαστήριο και από τους γονείς της παραπονούμενης, οι οποίοι στάθηκαν ιδιαίτερα στο γεγονός ότι η παραπονούμενη είπε ψέματα στη Μ.Υ.1, δηλαδή ότι είχε μαθήματα και γι' αυτό δεν θα πήγαινε στο μάθημα χορού, ενώ στην πραγματικότητα ήταν αλλού και μάλιστα ανέβασε σχετικό story στο Instagram, το οποίο είδε στη συνέχεια η Μ.Υ.
- Τα ανωτέρω αποτελούν κοινό πραγματικό υπόβαθρο και ως τέτοια τα αντιμετωπίζουμε. Εντούτοις απαρτίζουν, μεταξύ άλλων, τα όσα επικαλείται η υπεράσπιση ισχυριζόμενη ροπή της παραπονούμενης στο ψεύδος. Δεν παραθέτουμε τις λοιπές αναφορές της υπεράσπισης όχι γιατί τις παραγνωρίζουμε, αλλά επειδή είμαστε της γνώμης ότι η ουσία του πράγματος εντοπίζεται αλλού. Οφείλουμε να υποδείξουμε με πάσα καθαρότητα πως δεν υφίσταται νομολογιακή αρχή ότι η μαρτυρία ενός προσώπου κρίνεται εκ προοιμίου αναξιόπιστη για λόγους που αφορούν το παρελθόν του, λόγου χάριν ένεκα είτε ανειλικρίνειας είτε ακόμη κακού χαρακτήρος γενικότερα. Σχετικά εν προκειμένω είναι τα αναφερθέντα στην υπόθεση Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας
(2015)2 Α.Α.Δ. 161, 216, όπου εκεί το Δικαστήριο έκρινε αξιόπιστο τον μάρτυρα, παρότι κατάδικος και όπως το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε σε εισήγηση ανάλογη ως η υπό κρίση, «η μαρτυρία ενός καταδίκου δεν σημαίνει εκ προοιμίου ότι αυτή είναι προϊόν ψεύδους και ανειλικρίνειας». Κατ' επέκταση και η εδώ εισήγηση δεν βρίσκει έρεισμα στο δίκαιο, εφόσον η αξιολόγηση δεν μπορεί παρά να είναι το προϊόν ουσιαστικής αξιολογικής διεργασίας, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι τυχόν ψεύδη εκτός Δικαστηρίου, δεν είναι, ανά περίπτωση, στοιχείο που δεν αποτιμάται. Ενδέχεται και αυτά να διαδραματίσουν ρόλο στην αξιολόγηση ενός μάρτυρα. Εντούτοις το γεγονός και μόνο ότι ένας μάρτυρας ψεύσθηκε εκτός Δικαστηρίου, δεν σημαίνει, δίχως άλλο, ότι η μαρτυρία του κρίνεται εκ προοιμίου αναξιόπιστη. Έτι δε περισσότερο στην προκειμένη περίπτωση όπου τα ψεύδη που υποδείχθηκαν δεν έχουν να κάνουν με την ουσία του πράγματος, αλλά με εφηβικές αντιδράσεις. Ως εκ των ανωτέρω η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης απορρίπτεται. Επί της ουσίας σημειώνουμε ότι πέραν της οπτικογραφημένης κατάθεσης (τεκμήριο 4) είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε την παραπονούμενη κατά τη ζώσα μαρτυρία της στην ατμόσφαιρα της ακροαματικής διαδικασίας. Κατά την εν λόγω διαδικασία, η οποία έλαβε χώρα τέσσερα σχεδόν έτη μετά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης από την παραπονούμενη, ήταν εμφανές το πέρασμα του χρόνου με όλα τα συνεπακόλουθα. Εν προκειμένω απεκαλύφθη η νοητική εξέλιξη τούτης, εν συγκρίσει με την έφηβη που ήταν κατά τον χρόνο που έδιδε την οπτικογραφημένη κατάθεση (τεκμήριο 4), στοιχείο διαπιστωθέν από τον ειρμό της σκέψης της και τη ροή του λόγου της. Εμφανής όμως ήταν και η λήθη που επήλθε συνεπεία της χρονικής απομάκρυνσης από τα επίδικα περιστατικά, με την παραπονούμενη να δηλώνει πως δεν θυμόταν κάποια πράγματα. Παρεμβάλλουμε μάλιστα ότι το γεγονός πως η παραπονούμενη σε αριθμό ερωτήσεων που της τέθηκαν απάντησε με τη φράση «δεν θυμάμαι», αποτέλεσε βάθρο νέας εισήγησης από την υπεράσπιση, δηλαδή ότι συνιστά πρόσθετο και ανεξάρτητο λόγο απόρριψης της μαρτυρίας της ως αναξιόπιστης. Σύμφωνα με την εισήγηση, η παραπονούμενη σε 100 διαφορετικές ερωτήσεις (υποδείχθηκαν από την υπεράσπιση, βλ. αγόρευση σελ. 29 έως 34) απέφυγε κατ' αυτόν τον τρόπο να απαντήσει. Επικαλούμενη δε τα λεχθέντα στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 10, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο σχολίασε τον μεγάλο αριθμό «δεν θυμάμαι», λέγοντας ότι «η αδυναμία της μνήμης του Μ.Κ.2 δεν πρέπει να επενεργεί σε βάρος του εφεσείοντα», η υπεράσπιση υποστήριξε πως γι' αυτόν τον λόγο το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Με κάθε σεβασμό στην εισήγηση, κρίνουμε εντούτοις πως ερείδεται επί σαθρού δικανικού και πραγματικού υποβάθρου. Η αξιολόγηση ενός μάρτυρα δεν είναι το αποτέλεσμα ποσοτικών χαρακτηριστικών ή τουλάχιστον, τέτοια χαρακτηριστικά δεν αποτελούν αποκλειστικό δείκτη αποτίμησης της μαρτυρίας. Ο δε λόγος της υπόθεσης Γεωργίου, ανωτέρω, δεν εισηγείται ότι υπέρβαση ενός κάποιου ποσοτικού κριτηρίου, αυτομάτως οδηγεί τη μαρτυρία σε απόρριψη. Σχετικά είναι και τα αναφερόμενα στην υπόθεση Α.Ν.Κ. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 136/22, ημερ. 01/08/
- Πλέον όμως σημαντικό είναι και το εξής σχετικό· είχαμε την ευκαιρία να διέλθουμε το σύνολο των περιπτώσεων που απαρίθμησε η υπεράσπιση στην επιμελημένη ομολογουμένως αγόρευσή της. Ούτε και επί της ουσίας συμφωνούμε με την εισήγηση. Αν είναι κάτι που αυτή αποκαλύπτει, είναι την παραπλάνηση που δυνατό να προκαλέσει μια ποσοτική εξέταση χωρίς ποιοτική διερεύνηση. Δεν είναι πρόθεση να πάρουμε μια προς μια τις περιπτώσεις που απαριθμούνται, αλλά να παραθέσουμε ικανοποιητικό αριθμό περιπτώσεων ώστε να αντιληφθεί ο αναγνώστης αυτό που ανωτέρω αναφέραμε. Καταρχάς υποδεικνύουμε ότι η αντεξέταση της παραπονούμενης από την υπεράσπιση καταλαμβάνει 90 και πλέον δακτυλογραφημένες σελίδες, με πολλαπλάσιο αριθμό ερωτήσεων. Ειδικά όμως σε σχέση με τις υποδείξεις της υπεράσπισης παρατηρούμε ότι πολλές εξ αυτών δεν αφορούν διαφορετικά ζητήματα, αλλά κοινά για τα οποία υποβλήθηκαν πολλαπλά ερωτήματα και συνεπώς ο αριθμός 100 που αναφέρθηκε, δεν αφορά 100 διαφορετικά ζητήματα. Για παράδειγμα, οι αναφορές 17 έως 21 στην αγόρευση (σελ. 30 στην αγόρευση), άπτονται του ιδίου ζητήματος. Το ίδιο και οι αναφορές 22 μέχρι τέλος και 1 μέχρι και 8 από το δεύτερο πρακτικό της αντεξέτασης (σελίδες 30 και 31 στην αγόρευση). Κοινό ζήτημα αφορούν και οι υποδείξεις 16 μέχρι και 24 (σελίδες 31 και 32), ενώ ουδόλως ασήμαντο είναι και το γεγονός ότι τα εκεί αναφερόμενα άπτονται ζητήματος που ο κατηγορούμενος αποδέχεται και η παραπονούμενη εξαρχής επικαλέστηκε στην κατάθεσή της, παρότι γεγονός είναι ότι δεν ενθυμάτο κατά την ακρόαση, δηλαδή ότι το τελευταίο περιστατικό έλαβε χώρα όταν πήγε να πληρώσει τα μαθήματα της αδελφής της και να κάνει χορό. Μόλις όμως της υποδείχθηκαν τα όσα ανέφερε στην κατάθεσή της (τεκμήριο 5, συγκεκριμένα σελίδα 7 και γραμμή 41), τα οποία επιβεβαιώνονται και από την κατάθεση του κατηγορούμενου (τεκμήριο 17), αποδέχθηκε την εισήγηση και πρόσθεσε «όπως αναφέρω», δηλαδή στην κατάθεση. Αριθμός άλλων υποδείξεων της υπεράσπισης δεν άπτονται ουσιωδών ζητημάτων αλλά περιφερειακών. Λόγου χάριν, η πρώτη και η τέταρτη υπόδειξη (σελ. 29 στην αγόρευση) που αφορούν το Σπίτι του Παιδιού και το ωράριο εργασίας της μητέρας αντίστοιχα, δεν είναι θέματα ουσιώδη και ούτε καθοριστικά για τα επίδικα. Το ίδιο ισχύει και για το επίθετο της συμβούλου (Μ.Κ.3), υπόδειξη 5 (σελ. 29 στην αγόρευση). Συνεπώς η συμπερίληψη τούτων στην εισήγηση, αναδεικνύει και την παραπλάνηση που δυνατό να προκαλέσει ένα διογκωμένο ποσοτικό κριτήριο, εντούτοις με ποιοτικώς ασήμαντα ζητήματα. Περαιτέρω σε κάποιες περιπτώσεις, τουλάχιστον αυτές που αφορούν οι υποδείξεις 2 και 12 (σελίδες 29 και 30 αντίστοιχα στην αγόρευση), η φράση «εν θυμούμαι», σε συσχετισμό με την αφήγηση, συνιστά σχήμα λόγου δίκην εγκυμονούσας άρνησης η οποία επιβεβαιώνει ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που ετέθη. Εξού και σε σχέση με το κατά πόσον την έδιωξε ο πατέρας από το σπίτι (υπόδειξη υπ' αρ. 2, σελ. 29 στην αγόρευση), αμέσως μετά λέγει «όχι» με κατηγορηματικό τρόπο. Τέλος, σε αριθμό περιπτώσεων που υποδεικνύει η υπεράσπιση αν και χρησιμοποιήθηκε η φράση «δεν θυμάμαι», εντούτοις δόθηκε ουσιαστική απάντηση. Για παράδειγμα τα όσα αναφέρονται στα υπ' αριθμό 10 και 11 στη σελίδα 30 της αγόρευσης, αφορούν τον χρόνο και αριθμό συναντήσεων με τον Μ.Κ.
- Καίτοι η παραπονούμενη απαντά ως υποδεικνύεται από την υπεράσπιση, στην προηγηθείσα ερώτηση («Στον ψυχολόγο, τον κύριο Λ.Μ. που είπες, πότε ξεκίνησες; Θυμάσαι;»), απάντησε πολύ συγκεκριμένα και αυτοβούλως συσχέτισε την απάντησή της με την καταγγελία λέγοντας· «Καιρό πριν την καταγγελία η αλήθεια». Και αυτή είναι η ουσία των όσων εδώ διερευνήθηκαν από την υπεράσπιση, δηλαδή ότι η αποκάλυψη έγινε αρκετό καιρό μετά που άρχισε να παρακολουθείται από τον ψυχολόγο. Επίσης, στη συνέχεια η παραπονούμενη δέχθηκε ότι μέχρι την καταγγελία με τον Μ.Κ.9 είχε πέραν των 10 συναντήσεων, όχι όμως
- Συνεπώς, η σχετική θέση απαντήθηκε όχι απλώς επαρκώς, αλλά και αυτοβούλως, ως ανωτέρω εξηγήθηκε. Ακόμη, η υπόδειξη υπ' αριθμό 9 στη σελίδα 31 της αγόρευσης, δεν αποδίδεται ορθώς, εφόσον η ουσία του πράγματος δεν ήταν αυτή που υποδεικνύει η υπεράσπιση («δεν θυμούμαι να μου είπε ο κύριος Α.Χ., να με απειλήσει για κάτι»), αλλά αυτή που είχε προηγηθεί (στην ίδια σελίδα των πρακτικών), όπου απεριφράστως η παραπονούμενη απάντησε ότι δεν ένιωθε απειλή από τον κατηγορούμενο και μάλιστα στην υπόδειξη πως αυτό λέγει ο ψυχολόγος, με ατόφια και αποστομωτική ειλικρίνεια απάντησε «Ενηξέρω τι λαλεί ο ψυχολόγος, εγώ εν ένιωθα απειλή». Αυτό ήταν το ζητούμενο από τούτη τη σειρά ερωτήσεων και συνεπώς τα όσα υποδεικνύονται από την υπεράσπιση με την εν λόγω εισήγηση, μάλλον θολώνουν την εικόνα παρά να την εξυπηρετούν και είναι γι' αυτό που λέμε πως η αξιολογική διεργασία εδράζεται σε ποιοτικά αντί ποσοτικά κριτήρια. Και επαναλαμβάνουμε ότι είναι το σύνολο, σχεδόν, των όσων υποδεικνύονται από την υπεράσπιση, που εξηγείται κατά πώς ανωτέρω αναλύεται. Τα ανωτέρω αποδίδουν μερικώς και την εικόνα που αποκομίσαμε από τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Επί της ουσίας προσθέτουμε πως είναι χωρίς δισταγμό και αμφιβολία που δηλώνουμε ότι η μαρτυρία τούτης ήταν άκρως εντυπωσιακή. Η ροή του λόγου της, το ανεπιτήδευτο ξετύλιγμα της σκέψης της, η συνειρμική αφήγηση των γεγονότων σε συνδυασμό με την απαλλαγμένη αντιφάσεων μαρτυρία της και τέλος, η διαπίστωση ότι στα λεγόμενά της δεσπόζει η λογική, καθιστούν τη μαρτυρία της πέρα για πέρα ειλικρινή. Χώρια των όσων υποδείξαμε, σημειώνουμε ακόμη πως η μαρτυρία του κατηγορούμενου επιβεβαιώνει τη μαρτυρία της παραπονούμενης σε επιμέρους ζητήματα. Λόγου χάριν, την επιβεβαιώνει στη θέση ότι τη μετέφερε όπου ήθελε να πάει (τεκμήριο 17, σελ. 31, γρ. 1 και 3). Επίσης την επιβεβαιώνει σε σχέση με την επικοινωνία μέσω Instagram (τεκμήριο 17, σελ. 5, γρ. 2), καθώς ότι της έστελνε μηνύματα, παρότι διαφωνεί για το περιεχόμενο τούτων (τεκμήριο 17, σελ. 4, γρ. 1 έως 4). Τέλος, επιβεβαιώνει τη μαρτυρία της παραπονούμενης σε σχέση με την τελευταία συνάντησή τους, δηλαδή ότι αυτή οφείλεται στο γεγονός πως η παραπονούμενη πήγε να πληρώσει τα δίδακτρα της αδελφής της και τότε ακολούθησε η συζήτηση κατά πόσον μπορεί να τον αντικαταστήσει ενόσω θα απουσίαζε στο ταξίδι (τεκμήριο 17, σελ. 3, γρ. 24 έως 32), καθώς ότι ήταν μέρος της αντίδρασης του κατηγορούμενου να αγκαλιάσει και να φιλήσει την παραπονούμενη (τεκμήριο 17, σελ. 8, γρ. 3 έως 4), με τη διαφορά ότι ο ίδιος θέλει το φιλί να είναι πατρικό στην παρειά και όχι άλλως πώς. Με τα πιο πάνω δεν σημαίνει ότι παραγνωρίζουμε μικροαντιφάσεις μεταξύ της μαρτυρίας της παραπονούμενης και άλλων μαρτύρων, όπως είναι είτε η Μ.Κ.3, είτε ο Μ.Κ.
- Προς τούτο παραπέμπουμε στα λεχθέντα στην υπόθεση Γιαννίδης ν. Αστυνομία
(2002)2 Α.Α.Δ. 143, 155, όπου υποδείχθηκε ότι για να οδηγηθεί μια μαρτυρία σε απόρριψη συνεπεία αντιφάσεων, αυτές πρέπει να είναι «τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στον βαθμό που καθίσταται επικίνδυνη ή άδικη η αποδοχή της από το Δικαστήριο». Αντίθετα αντιφάσεις σε λεπτομέρειες καταδεικνύουν «ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν». Για την ώρα περιοριζόμαστε στη μαρτυρία της Μ.Κ.3, η οποία επίσης άφησε θετικές εντυπώσεις και η μαρτυρία της δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης, εφόσον οι ερωτήσεις που της τέθηκαν ήταν μάλλον διευκρινιστικές παρά αντιπαραθετικές και σε κάθε περίπτωση οι απαντήσεις που έδωσε δεν αμφισβητήθηκαν. Εντούτοις όπως ήδη αναφέραμε η μαρτυρία της Μ.Κ.3 παρουσιάζει μικροδιαφορές με τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Λόγου χάριν, η Μ.Κ.3 ανέφερε πως στη συνάντηση που είχε με την παραπονούμενη, και εκ της μαρτυρίας της προκύπτει ότι αναφερόταν στην αρχική συνάντηση τον Οκτώβριο του 2020, η παραπονούμενη της ανέφερε πως σε εκείνη τη φάση ήθελε να κάνει την επανάστασή της, αναφορά που η παραπονούμενη δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει καθότι δεν θυμόταν. Επίσης, η Μ.Κ.3 υποστήριξε πως την 16/05/2021 η παραπονούμενη της τηλεφώνησε και την πληροφόρησε ότι έγινε κάτι πολύ σοβαρό και συγκεκριμένα ότι αποκάλυψε στον ψυχολόγο της, δηλαδή τον Μ.Κ.9, ότι «εδώ και πολύ καιρό ο προπονητής της προσπάθησε να την αγγίξει απρεπώς». Ούτε και αυτό το ζήτημα ήταν σε θέση να το επιβεβαιώσει η παραπονούμενη, λέγοντας συγκεκριμένα «εγώ δεν θυμούμαι για να σας απαντήσω με ειλικρίνεια», παρότι όμως δέχθηκε ότι με τη Μ.Κ.3 είχε αναπτύξει μια σχέση και μιλούσαν και εκτός ωρών σχολείου. Κρίνουμε εν προκειμένω πως τα ανωτέρω δεν αποτελούν ουσιώδεις αντιφάσεις που να πλήττουν είτε τη μαρτυρία της Μ.Κ.3 είτε αυτή της παραπονούμενης (η διαφορά σε σχέση με το περιεχόμενο της καταγγελίας εξετάζεται στη συνέχεια). Αντιθέτως, είμαστε της γνώμης πως οι εν λόγω διαφορές στη μαρτυρία των δύο, επί ζητήματος δευτερευούσης σημασίας ως κρίνουμε ότι είναι τα ανωτέρω ζητήματα, αν αποκαλύπτουν κάτι είναι το απροσχεδίαστο της μαρτυρίας τούτων (βλ. Μ.Δ. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε.87/2019, ημερ. 10/03/2021). Σκόπιμο κρίνουμε εντούτοις να διευκρινίσουμε πως τα όσα η Μ.Κ.3 ανέφερε στην κατάθεσή της (τεκμήριο 14), η οποία δόθηκε την 21/05/2021, δηλαδή με χρονική εγγύτητα προς τα γεγονότα που αφορούσε και περιπλέον, αιτιολογώντας τα εκεί αναφερόμενα, φέρ' ειπείν ότι μετά την ενημέρωση που έλαβε από την παραπονούμενη την 16/05/2021 επικοινώνησε με τον ψυχολόγο της ώστε να επιβεβαιώσει ότι υποβλήθηκε καταγγελία, τα καθιστούν πλέον ισχυρά συγκριτικά προς την εξασθενημένη για αυτά τα ζητήματα μνήμη της παραπονούμενης, η οποία κλήθηκε τέσσερα έτη μετά να τοποθετηθεί σχετικά. Ως εκ τούτου επί των δύο αυτών ζητημάτων αποδεχόμαστε τη θέση της Μ.Κ.3. Εκ της αξιόπιστης μαρτυρίας της Μ.Κ.3, διαπιστώνουμε πως η σχέση της με την παραπονούμενη ξεκίνησε τα τέλη Οκτωβρίου του 2020 όταν η παραπονούμενη ήταν μαθήτρια της πρώτης λυκείου και η Μ.Κ.3 καθηγήτρια συμβουλευτικής αγωγής στο σχολείο της. Στη συνάντηση που είχαν οι δύο τους η παραπονούμενη της ανέφερε αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό της, κρίσεις πανικού και ότι είχε δοκιμάσει κάνναβη, πράγμα που όπως ανέφερε στη Μ.Κ.3, το γνώριζαν και οι γονείς της. Η εντύπωση που απεκόμισε η Μ.Κ.3 ήταν ότι πολλές από τις συναισθηματικές δυσκολίες που βίωνε η παραπονούμενη σχετίζονταν με το θέμα του χωρισμού της. Η παραπονούμενη της είχε αναφέρει ότι ήθελε να κάνει την επανάστασή της και όντως η απόδοσή της στο σχολείο άρχισε να μειώνεται και παρουσίασε αντιδραστική συμπεριφορά. Η Μ.Κ.3 παρέπεμψε την παραπονούμενη σε ψυχολόγο, δηλαδή στον Μ.Κ.9 που είχε τότε συνεργασία με το σχολείο. Στη συνέχεια η Μ.Κ.3 ανέπτυξε πολύ στενή σχέση με την παραπονούμενη. Στις συζητήσεις τους η παραπονούμενη μιλούσε θετικά για το καράτε και ότι ήταν κάτι που ένιωθε περήφανη και έκανε καλά. Σε μία από τις επικοινωνίες που είχε με την παραπονούμενη η τελευταία της ανέφερε ότι ήθελε να δει τον πρώην σύντροφό της και ότι ζήτησε από τον προπονητή της να την πάρει στο σπίτι του, εφόσον οι γονείς της ήταν αρνητικοί στην επικοινωνία που είχε μαζί του (νοείται του πρώην συντρόφου). Η Μ.Κ.3 τη ρώτησε αν δεν ενοχλούσε τους γονείς που θα την έπαιρνε ο προπονητής και η παραπονούμενη της απάντησε ότι είναι κάτι που συμβαίνει συχνά και οι γονείς της γνωρίζουν τον προπονητή της. Ακολούθως η Μ.Κ.3 επικοινώνησε με τους γονείς της παραπονούμενης και διαπίστωσε ότι γνώριζαν για τη συνάντηση που είχε με τον προπονητή της την ημέρα εκείνη, αλλά δεν γνώριζαν ότι την πήρε στον πρώην σύντροφό της. Στην πορεία η Μ.Κ.3 ενημερώνετο από τους καθηγητές της παραπονούμενης ότι παρουσίαζε βελτιωμένη εικόνα όσον αφορά τη μαθησιακή της απόδοση και τη συμπεριφορά της. Εντέλει, την 16/05/2021 η παραπονούμενη την ενημέρωσε για την αποκάλυψη που έκανε στον Μ.Κ.9 και συγκεκριμένα της ανέφερε ότι «εδώ και πολύ καιρό ο προπονητής της προσπάθησε να την αγγίξει απρεπώς, της πρότεινε να της κάνει μασάζ και ότι της έστελνε μηνύματα τα οποία δεν έπρεπε». Περιπλέον, της ανέφερε ότι ένιωθε ενοχή απέναντι στον προπονητή της για την καταγγελία και ανησυχία για το ότι δεν θα μπορούσε πλέον να παρακολουθεί μαθήματα χορού με τη θυγατέρα του. Σε ερώτηση της Μ.Κ.3 για ποιον λόγο το ανέφερε αυτή τη χρονική στιγμή, η παραπονούμενη της απάντησε ότι δεν ήταν έτοιμη προηγουμένως. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που ακολούθως είχε η Μ.Κ.3 με τον Μ.Κ.9, επιβεβαίωσε την υποβολή της καταγγελίας. Σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία του κατηγορούμενου επιβάλλεται να υποδειχθεί ότι μεγάλος αριθμός θέσεων που τελικώς προώθησε ενόρκως, δεν τέθηκαν στους ενδιαφερόμενους μάρτυρες κατά τον αυτό τρόπο. Για παράδειγμα, η παραπονούμενη δεν αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσον εξέφρασε στον κατηγορούμενο την πρόθεσή της να αυτοκτονήσει και μάλιστα ότι αυτό έγινε αμέσως μετά το περιστατικό που επέστρεψε σπίτι της μεθυσμένη και περαιτέρω, ότι το εν λόγω συμβάν (δηλαδή που μέθυσε) έλαβε χώρα πριν το ταξίδι στην Ουγγαρία και πως ένεκα τούτου οι γονείς της δεν επιθυμούσαν να την αφήσουν να ταξιδέψει, παρότι είχαν καταβάλει τα σχετικά έξοδα. Ούτε όμως και στους γονείς τέθηκε αυτή η θέση. Ακόμη περισσότερο στη Μ.Κ.4 δεν τέθηκε η θέση του κατηγορούμενου πως τον επισκέφθηκε στο γραφείο του και του υπέδειξε φωτογραφίες της παραπονούμενης με τον πρώην φίλο της ημίγυμνους στο κρεβάτι και ότι του ζήτησε να πηγαινοφέρνει την παραπονούμενη όπου ήθελε και να ενημερώνει την ίδια. Ούτε όμως τέθηκε στη Μ.Κ.4 ότι ο κατηγορούμενος της τηλεφωνούσε σε κάθε περίπτωση που μετέφερε την παραπονούμενη. Περιπλέον, ούτε στη Μ.Κ.4 αλλά ούτε και στην παραπονούμενη υποβλήθηκε πως την ημέρα που την πήρε στη Σταυρού, την κάλεσε η μητέρα της και σε εκείνο το πλαίσιο ο κατηγορούμενος μίλησε με τη μητέρα και την ενημέρωσε ότι η παραπονούμενη είναι μαζί του. Μάλιστα ουδεμία εξήγηση δόθηκε γιατί οι ανωτέρω θέσεις δεν τέθηκαν στους μάρτυρες που αφορούν και είναι αυτό ικανοποιητικός λόγος ώστε οι σχετικές θέσεις να οδηγηθούν σε απόρριψη, εφόσον δεν τέθηκαν στη βάσανο της αντιπαράθεσης, παρά μόνο ηγέρθηκαν εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς, εντούτοις κατ' αντίθεση των αρχών ακριβοδικίας που θέτει η νομολογία (βλ. Δώρος Πολυκάρπου, ανωτέρω). Παρόλα ταύτα, δεν παραλείψαμε να εξετάσουμε ακόμη και αυτές τις θέσεις του κατηγορούμενου, δηλαδή αυτές που ουδέποτε τέθηκαν στους μάρτυρες που αφορούν. Η μαρτυρία του κατηγορουμένου άφησε κάκιστες εντυπώσεις. Αδρομερώς χαρακτηριζόμενη η μαρτυρία του δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα συνονθύλευμα επαμφοτεριζουσών θέσεων που επιμόνως αρνούνται να κατασταλάξουν, αντιτίθεται η μία την άλλη, καθώς και αυτή τη μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης και γενικότερα είναι ανίκανες να σταθούν στη λογική. Επίμονη προσπάθεια τούτου ήταν η ανάδειξη της συμπαράστασης που πρόσφερε στην παραπονούμενη και στην οικογένειά της, εντούτοις κατά τρόπο αντιφατικό και οξύμωρο, ως εξηγούμε στη συνέχεια. Για την ώρα υποδεικνύουμε πως αρνητικό πρόσημο προσλαμβάνει και η μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης, Μ.Υ.1, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3, η οποία παρουσιάζει αντιφάσεις και εναργώς αποκαλύπτει ότι δεν επιδιώκει την εξυπηρέτηση της αλήθειας, αλλά την απαλλαγή του κατηγορούμενου πάση θυσία. Οι αντιφάσ