θεσπίζει την υποχρέωση απόφασης εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, το άρθρο 17 προβλέπει 10 ημέρες σε περίπτωση συγκατάθεσης, 60 ημέρες στις λοιπές περιπτώσεις, με δυνατότητα κατ' εξαίρεση παράτασης 30 ημερών, ενώ το άρθρο 23 προβλέπει παράδοση «το ταχύτερο δυνατόν» μετά την οριστική απόφαση. Οι προθεσμίες αυτές εξυπηρετούν τον σκοπό της ταχείας παράδοσης. Δεν αναιρούν, όμως, την υποχρέωση του Δικαστηρίου εκτέλεσης να ασκεί πραγματικό και όχι τυπικό έλεγχο, όπως επιβάλλεται από την αιτιολογική σκέψη 8, κατά την οποίαν οι αποφάσεις εκτέλεσης πρέπει να υπόκεινται σε «επαρκή έλεγχο». Η δυνατότητα του άρθρου 15 § 2 να ζητηθούν «κατεπειγόντως συμπληρωματικές πληροφορίες», λαμβάνοντας υπόψη τις προθεσμίες του άρθρου 17, επιβεβαιώνει ότι ο ενωσιακός νομοθέτης προκρίνει τη στάθμιση και όχι τον αυτοματισμό. Η Απόφαση ˗ Πλαίσιο καθιερώνει, στο άρθρο 11 § 2, το δικαίωμα του εκζητουμένου να προσφύγει σε δικηγόρο στο κράτος εκτέλεσης, «σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο». Η μεταγενέστερη ενωσιακή νομοθεσία εξειδικεύει το περιεχόμενο του δικαιώματος υπεράσπισης, και μετατοπίζει το κέντρο βάρους, από την τυπική ύπαρξη δικαιώματος, στην πρακτική και αποτελεσματική άσκησή του. Έτσι, η Οδηγία 2013/48/ΕΕ εισάγει, ειδικά για το ΕΕΣ, τον διπλό μηχανισμό δικηγόρου στο κράτος εκτέλεσης και στο κράτος έκδοσης (άρθρο 10), ενώ η Οδηγία (ΕΕ) 2016/1919 διασφαλίζει ότι, όταν απαιτείται, η εκπροσώπηση αυτή καθίσταται λειτουργική μέσω δικαστικής αρωγής. Οι Οδηγίες αυτές δεν τροποποιούν την Απόφαση ˗ Πλαίσιο, αλλά την ερμηνεύουν εξελικτικά, υπό το φως του άρθρου 1 § 3 αυτής, και του ΧΘΔΕΕ. Στη βάση αυτών, η Απόφαση ˗ Πλαίσιο θεμελιώνει την υποχρέωση ταχείας εκτέλεσης του ΕΕΣ βάσει αμοιβαίας αναγνώρισης, ενσωματώνει ρητή επιφύλαξη υπέρ των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αναθέτει στο Δικαστήριο εκτέλεσης ουσιαστικό ρόλο ελέγχου, και, ερμηνευόμενη υπό το φως του μεταγενέστερου ενωσιακού δικαίου, δεν επιτρέπει η ταχύτητα να καταστήσει κενό περιεχομένου το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και αποτελεσματική υπεράσπιση. Συναφώς, το άρθρο 47 ΧΘΔΕΕ, το άρθρο 6 ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ) διασφαλίζουν το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Το άρθρο 48 § 2 ΧΘΔΕΕ διασφαλίζει τον σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης. Το άρθρο 3 § 1 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ αναφέρει ότι: «Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν το δικαίωμα των υπόπτων και κατηγορουμένων να έχουν πρόσβαση σε δικηγόρο εντός προθεσμίας και κατά τρόπο που να επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να ασκούν τα δικαιώματα υπεράσπισής τους πρακτικά και αποτελεσματικά.» [η έμφαση πρόσθετη] Η αναφορά στην αναγκαιότητα της «αποτελεσματικότητας» αποκλείει την ικανοποίηση με έναν απλό ή τυπικό διορισμό. Κατά το άρθρο 10 § 4 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ: «... . Ο ρόλος του εν λόγω δικηγόρου στο κράτος μέλος έκδοσης είναι να βοηθά τον δικηγόρο στο κράτος μέλος εκτέλεσης με την παροχή πληροφοριών και συμβουλών στον εν λόγω δικηγόρο, ώστε ο εκζητούμενος να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματά του δυνάμει της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ.» [η έμφαση πρόσθετη] Συνεπώς, ο ρόλος του δικηγόρου στο κράτος έκδοσης δεν περιορίζεται στην παροχή βοήθειας προς τον εκζητούμενο σε περίπτωση εκτέλεσης του ΕΕΣ, λόγου χάριν, μετά από την παράδοσή του στο κράτος έκδοσης, αλλά εκτείνεται στο να επικουρεί τον δικηγόρο στο κράτος εκτέλεσης, για να τεθούν αποτελεσματικά όλα τα ζητήματα υπεράσπισης του εκζητούμενου. Η δε απαίτηση για «αποτελεσματικότητα» επαναλαμβάνεται. Σύμφωνα με το άρθρο 10 §§ 5, 6 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ: «
Κρίσιμο, όμως, είναι ότι η αναβολή αυτή δεν έχει χαρακτήρα επ' αόριστον «παγώματος» της διαδικασίας. Η διαδικασία πρέπει να οδηγήσει σε απόφαση, είτε ο κίνδυνος αίρεται (οπότε προχωρά η εκτέλεση), είτε παραμένει παρά τον διάλογο (οπότε η εκτέλεση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς να παραβιαστεί το θεμελιώδες δικαίωμα). Η νομολογία αυτή καταδεικνύει ότι, κατ' εξαίρεση, όταν αναδεικνύεται πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος προσβολής θεμελιώδους δικαιώματος, η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει να ζητεί στοχευμένες πληροφορίες ή εγγυήσεις και να σταθμίζει αν ο κίνδυνος αίρεται εντός εύλογου χρόνου. Η προσέγγιση αυτή καθοδηγεί την παρούσα αξιολόγηση και υπό το πρίσμα των άρθρων 47-48 ΧΘΔΕΕ. Στη LM (Celmer) C-216/18 PPU, αναφέρεται πως η ύπαρξη κινδύνου παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη μπορεί να οδηγήσει, κατ' εξαίρεση, σε άρνηση εκτέλεσης ΕΕΣ, μέσα από διαδικασία ανάλογη με αυτήν που υποδείχθηκε στις Aranyosi και Căldăraru (ανωτέρω). Η διαδικασία, σε κάθε περίπτωση, περιλαμβάνει το διπλό στάδιο της διαπίστωσης γενικών ή συστημικών ελλείψεων στη λειτουργία της δικαιοσύνης που μπορούν να επηρεάσουν την ανεξαρτησία ή αμεροληψία, και την εξακρίβωση πραγματικού κινδύνου για το συγκεκριμένο πρόσωπο, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης, το αρμόδιο δικαστήριο, τη θέση ή τις ιδιαιτερότητες του εκζητουμένου κ.ο.κ. Και εδώ, η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει να ζητήσει στοχευμένες πληροφορίες ή εγγυήσεις, προτού αποφανθεί, εφόσον αυτές λογικά χρειάζονται. Η εν λόγω αναλογική επέκταση νοείται και για οποιανδήποτε άλλη πτυχή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, εκτός αυτής που απασχόλησε την LM (Celmer) (ανωτέρω) [πρβλ. και Breian, C‑318/24 PPU, και εκεί παρατιθέμενη νομολογία]. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η εκτέλεση του ΕΕΣ συνιστά τον κανόνα, ενώ η άρνηση εκτέλεσης έχει προβλεφθεί ως εξαίρεση, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Επιπλέον, δυνάμει της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, τα κράτη μέλη οφείλουν να δέχονται ότι όλα τα λοιπά κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως δε ότι σέβονται τα αναγνωρισμένα από το δίκαιο της Ένωσης θεμελιώδη δικαιώματα (Puig Gordi κ.λπ., C‑158/21, σκέψεις 93 και 94). Ειδικότερα, ο αυξημένος βαθμός εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών, στον οποίο ερείδεται ο μηχανισμός του ΕΕΣ, βασίζεται στην παραδοχή ότι τα ποινικά δικαστήρια του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος τα οποία, μετά την εκτέλεσή του, οφείλουν να ασκήσουν ποινική δίωξη ή να επιβάλουν στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, καθώς και να επιληφθούν της ποινικής διαδικασίας επί της ουσίας, πληρούν τις προδιαγραφές οι οποίες είναι σύμφυτες με το θεμελιώδες δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και οι οποίες κατοχυρώνονται στο άρθρο 47 ΧΘΔΕΕ. Μόνον εξαιρετικές περιστάσεις μπορούν να δικαιολογήσουν την άρνηση μιας αρχής εκτέλεσης να εκτελέσει ΕΕΣ λόγω της ύπαρξης κινδύνου προσβολής του εν λόγω θεμελιώδους δικαιώματος. Κατά πάγια νομολογία του ΔΕΕ, μολονότι κάθε κράτος μέλος πρωτίστως οφείλει, προκειμένου να διασφαλίζει την πλήρη εφαρμογή των αρχών της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνώρισης, στις οποίες στηρίζεται η λειτουργία του μηχανισμού του ΕΕΣ, να εγγυάται την τήρηση των επιταγών οι οποίες είναι σύμφυτες με το θεμελιώδες δικαίωμα σε δίκαιη δίκη του άρθρου 47 ΧΘΔΕΕ, απέχοντας από κάθε μέτρο δυνάμενο να το προσβάλει, εντούτοις η ύπαρξη πραγματικού κινδύνου να υποστεί το πρόσωπο σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ΕΕΣ, σε περίπτωση παράδοσής του στην αρχή έκδοσης, προσβολή του ίδιου αυτού θεμελιώδους δικαιώματός του επιτρέπει στη δικαστική αρχή εκτέλεσης την κατ' εξαίρεση άρνηση εκτέλεσης του ΕΕΣ, δυνάμει του άρθρου 1 § 3, της Απόφασης ‒ Πλαισίου [πρβλ. και Openbaar Ministerie (δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος),C‑562/21 PPU και C‑563/21 PPU, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Στο πλαίσιο αυτό, πριν αρνηθεί, δυνάμει του άρθρου 1 § 3, της Απόφασης ‒ Πλαισίου, να προβεί σε παράδοση προσώπου σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ΕΕΣ προς εκτέλεση ποινής, η δικαστική αρχή εκτέλεσης ενός κράτους μέλους πρέπει να προβεί σε εξέταση διενεργούμενη σε δύο στάδια. Ακόμη και όταν δεν τίθεται ζήτημα συστημικής ανεπάρκειας ανεξαρτησίας, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει αν συγκεκριμένη, διαρκής και μη θεραπεύσιμη δυσλειτουργία στην άσκηση δικαιώματος, που το ενωσιακό δίκαιο επιβάλλει ως ουσιώδες για την διαδικασία του ΕΕΣ, δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο προσβολής του πυρήνα των άρθρων 47-48 ΧΘΔΕΕ. Η Απόφαση ‒ Πλαίσιο προβλέπει μέσα για τη διευκόλυνση της συνεργασίας και της ανταλλαγής των αναγκαίων πληροφοριών μεταξύ της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος και της δικαστικής αρχής εκτέλεσής του. Ειδικότερα, το άρθρο 8 § 1 απαριθμεί σειρά συναφών πληροφοριών που πρέπει υποχρεωτικώς να περιλαμβάνονται στο ΕΕΣ. Επιπλέον, κατά το
, η δικαστική αρχή εκτέλεσης, εφόσον κρίνει ότι οι πληροφορίες που έχουν διαβιβαστεί από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος δεν αρκούν ώστε να της παρέχουν τη δυνατότητα να εκδώσει απόφαση σε σχέση με την παράδοση, ζητεί την κατεπείγουσα προσκόμιση των απαραίτητων συμπληρωματικών πληροφοριών. Περαιτέρω, το
προβλέπει ότι η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος δύναται να διαβιβάζει οποτεδήποτε στη δικαστική αρχή εκτέλεσης κάθε επιπλέον χρήσιμη πληροφορία. Συναφώς, προκειμένου ιδίως να διασφαλιστεί ότι δεν θα παρακωλυθεί πλήρως η λειτουργία του μηχανισμού του ΕΕΣ, η υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας επιβάλλεται να αποτελεί τη βάση της συνεργασίας μεταξύ των δικαστικών αρχών εκτέλεσης και των δικαστικών αρχών έκδοσης. Η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τα εκ των Συνθηκών καθήκοντα βάσει αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας συνεργασίας (Puig Gordi κ.λπ., ανωτέρω, σκέψη 131 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Υπό το πρίσμα αυτό, οι δικαστικές αρχές έκδοσης και εκτέλεσης οφείλουν, προκειμένου να διασφαλίζουν την αποτελεσματική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, να κάνουν πλήρη χρήση των μέσων που προβλέπονται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 8 § 1, και στο
κατά τρόπον ώστε να προάγεται η αμοιβαία εμπιστοσύνη στην οποία βασίζεται η εν λόγω συνεργασία (Puig Gordi κ.λπ., ανωτέρω, σκέψη 132 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Τα κράτη μέλη, όταν θέτουν σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης, υποχρεούνται να θεωρήσουν δεδομένο τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων από τα λοιπά κράτη μέλη, όπως προαναφέρθηκε. Ως αποτέλεσμα αυτού του τεκμηρίου, δεν έχουν τη δυνατότητα να απαιτήσουν από κάποιο άλλο κράτος μέλος να εφαρμόσει εθνικό επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων υψηλότερο από το επίπεδο προστασίας που εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης, ούτε, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, να ελέγξουν αν το άλλο κράτος μέλος έχει πράγματι σεβαστεί, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνει η Ε.Ε. [γνωμοδότηση 2/13 (Προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ), της 18ης Δεκεμβρίου 2014, EU:C:2014:2454, σκέψη 192, και Puig Gordi κ.λπ., ανωτέρω, σκέψη 94]. Όπως προκύπτει και από τη GN, C-261/22, σκέψεις 51επ, σύμφωνα με το
της Απόφασης ‒ Πλαισίου, η προθεσμία που τυχόν τίθεται πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη να τηρηθούν οι προθεσμίες που τάσσονται στο άρθρο 17 της Απόφασης ‒ Πλαισίου (Aranyosi και Căldăraru, ανωτέρω, σκέψη 97). Η δικαστική αρχή έκδοσης οφείλει, από την πλευρά της, να διαβιβάσει τις ζητηθείσες συμπληρωματικές πληροφορίες στη δικαστική αρχή εκτέλεσης, ειδάλλως παραβιάζει την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας [πρβλ. Aranyosi και Căldăraru, ανωτέρω, σκέψη 97, και Generalstaatsanwaltschaft C‑220/18 PPU, σκέψη 64]. Ειδικότερα, προκειμένου ιδίως να διασφαλιστεί ότι δεν θα παρακωλυθεί πλήρως η λειτουργία του μηχανισμού του ΕΕΣ, η υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας, την οποία καθιερώνει το άρθρο 4 § 3, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ, πρέπει να αποτελεί τη βάση της συνεργασίας μεταξύ των δικαστικών αρχών εκτέλεσης και των δικαστικών αρχών έκδοσης [Generalstaatsanwaltschaft, ανωτέρω, σκέψη 104, Puig Gordi κ.λπ., ανωτέρω, σκέψη 131]. Σε περίπτωση που η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος δεν απαντήσει ικανοποιητικά στο αίτημα παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών που υπέβαλε η δικαστική αρχή εκτέλεσης, η τελευταία οφείλει να προβεί σε σφαιρική εκτίμηση του συνόλου των στοιχείων που έχει στη διάθεσή της στο πλαίσιο καθενός από τα δύο στάδια [πρβλ. Generalstaatsanwaltschaft, ανωτέρω, σκέψη 114]. Η σφαιρική αυτή εκτίμηση δεν ταυτίζεται με παράταση επ' αόριστον της διαδικασίας, αλλά κατατείνει σε οριστική κρίση επί του αν ο κίνδυνος δύναται να αρθεί εντός εύλογου χρόνου με συγκεκριμένες εγγυήσεις. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης, μόνον όταν εκτιμά, υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων που έχει στη διάθεσή της, συμπεριλαμβανομένης της ενδεχόμενης έλλειψης εγγυήσεων εκ μέρους της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, ότι υφίστανται, αφενός, πλημμέλειες στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος και, αφετέρου, σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, λαμβανομένης υπόψη της προσωπικής κατάστασής του, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του, οφείλει, βάσει του άρθρου 1 § 3, της Απόφασης ‒ Πλαισίου να μην εκτελέσει το ΕΕΣ που έχει εκδοθεί εις βάρος του εν λόγω προσώπου. Σε αντίθετη περίπτωση, οφείλει να εκτελέσει το ΕΕΣ, σύμφωνα με την υποχρέωση που προβλέπει το άρθρο 1 § 2, της Απόφασης ‒ Πλαισίου. Όσον αφορά τη δυνατότητα αναστολής της παράδοσης, μολονότι είναι δυνατόν, βάσει του άρθρου 23 § 4, της Απόφασης ‒ Πλαισίου, να ανασταλεί η παράδοση του προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ΕΕΣ, εντούτοις η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί παρά να εφαρμόζεται προσωρινά, κατ' εξαίρεση και για σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους. Λαμβανομένου υπόψη του γράμματος της εν λόγω διάταξης, καθώς και της γενικής οικονομίας του άρθρου 23, μια τέτοια αναστολή δεν μπορεί να εφαρμοστεί για σημαντικό χρονικό διάστημα [πρβλ. E.D.L. (λόγος άρνησης στηριζόμενος σε ασθένεια), C‑699/21, σκέψη 51]. Στην προκειμένη περίπτωση, τα δεδομένα, όπως προκύπτουν από την αποδεκτή μαρτυρία, είναι τα εξής: Ως προς τη χρονική διάσταση, που είναι κρίσιμη για την εκτίμηση του «εύλογου χρόνου» και της θεραπευσιμότητας, από τη σύλληψη (25.9.2025) μέχρι την ενημέρωση ότι ο διορισθείς δικηγόρος παρέμενε τυπικά διορισμένος, αλλά ζήτησε διορισμό άλλου (8.1.2026), παρήλθαν 105 ημέρες. Από τη γνωστοποίηση πρόθεσης συντονισμού υπεράσπισης και ανάγκης νομικής αρωγής (30.9.2025) μέχρι το ίδιο σημείο, παρήλθαν 100 ημέρες. Από την αποστολή των πέντε προτεινόμενων δικηγόρων (9.10.2025) μέχρι την 8.1.2026, παρήλθαν 91 ημέρες. Οι εν λόγω διάρκειες υπερβαίνουν το πλαίσιο μιας πρόσκαιρης καθυστέρησης και επηρεάζουν ουσιωδώς την πρακτική αξία του δικαιώματος του άρθρου 10 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ εντός της διαδικασίας ΕΕΣ. Ο Καθ' ου η αίτηση συνελήφθη βάσει του ΕΕΣ την 25.9.2025 και τελούσε υπό κράτηση μέχρι την 26.11.
Η εν λόγω διάταξη αποτελεί εργαλείο για την άντληση συγκεκριμένων και στοχευμένων πληροφοριών, εντός χρονικού πλαισίου που λαμβάνει υπόψη την υποχρέωση έγκαιρης λήψης απόφασης επί της εκτέλεσης του ΕΕΣ. Στην παρούσα υπόθεση, ζητήθηκαν επανειλημμένως διευκρινίσεις, υπήρξε ανταλλαγή πληροφοριών, πλην όμως οι απαντήσεις παρέμειναν γενικόλογες (ενδεικτικώς, «ελπίζουμε», «αναμένεται») και δεν συνοδεύθηκαν από συγκεκριμένη εγγύηση ουσιαστικής ανάληψης της εντολής. Κατά τη νομολογία του ΔΕΕ, όταν οι παρεχόμενες πληροφορίες δεν επαρκούν για την άρση του διαπιστωθέντος κινδύνου, το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε οριστική κρίση, κατόπιν σφαιρικής εκτίμησης των στοιχείων, και όχι να αφήσει τη διαδικασία σε κατάσταση αβεβαιότητας επ' αόριστον. Περαιτέρω, η αναστολή της παράδοσης, ως διαδικαστικός χειρισμός του ΕΕΣ, αφορά αποκλειστικώς σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους, είναι θεματικά περιορισμένη και χρονικά μη παρατεταμένη. Δεν αποτελεί μέσο αντιμετώπισης δικονομικών ή λειτουργικών δυσχερειών ούτε εργαλείο έμμεσης παράτασης του ελέγχου θεμελιωδών δικαιωμάτων, πολλώ δε μάλλον δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταχρηστικής εφαρμογής. Το Δικαστήριο του κράτους εκτέλεσης δεν διαθέτει, εξάλλου, αρμοδιότητα να διατάξει το κράτος έκδοσης να προβεί σε διορισμό δικηγόρου ούτε να επιβάλει συγκεκριμένες ενέργειες ή να ελέγξει την εσωτερική του διαδικασία νομικής αρωγής. Ομοίως, δεν θα ήταν θεσμικά επιτρεπτό να διαταχθεί η εκτέλεση του ΕΕΣ με την παραδοχή ότι το ζήτημα της νομικής εκπροσώπησης στο κράτος έκδοσης θα επιλυθεί σε μεταγενέστερο στάδιο, καθόσον τούτο θα συνεπαγόταν την παράδοση προσώπου ενώ το Δικαστήριο γνωρίζει ότι ο μηχανισμός αποτελεσματικής υπεράσπισης στο στάδιο της εκτέλεσης δεν λειτούργησε, μεταθέτοντας τον κίνδυνο προσβολής θεμελιώδους δικαιώματος στο μέλλον και παρακάμπτοντας το άρθρο 1 § 3 της Απόφασης ‒ Πλαισίου. Όταν ο κίνδυνος παραμένει, η παράδοση δεν επιτρέπεται. Το ενωσιακό δίκαιο δεν επιβάλλει στο Δικαστήριο να αναμένει επ' αόριστον την άρση ενός διαπιστωμένου κινδύνου, όταν δεν υφίσταται συγκεκριμένος και δεσμευτικός χρονικός ορίζοντας θεραπείας· αντιθέτως, του επιβάλλει να αποφασίσει. Η άρνηση εκτέλεσης, η οποία εν προκειμένω αναδεικνύεται ως η μόνη θεσμικά επιτρεπτή επιλογή, δεν συνιστά αμφισβήτηση της καλής πίστης του κράτους έκδοσης, αλλά αναγκαία και αναλογική αντίδραση σε συγκεκριμένη, εξατομικευμένη και μη θεραπεύσιμη, εντός εύλογου χρόνου, κατάσταση κινδύνου για τον πυρήνα του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. (β) Τα υπόλοιπα ζητήματα Ως προς τα υπόλοιπα ζητήματα που είχαν τεθεί από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση, αν και η προαναφερόμενη κρίση, υπό τις περιστάσεις, επαρκεί, χάριν πληρότητας, αναφέρεται πως, η εκφρασθείσα επιθυμία του εκζητούμενου είτε να ανακριθεί στην Κύπρο είτε να μεταβεί οικειοθελώς στο κράτος έκδοσης δεν δύναται να ανατρέψει τον σκοπό και τη λειτουργία ενός ΕΕΣ ούτε η εκλαμβανόμενη ως παραγνώρισή της να εκληφθεί ως «κατάχρηση της διαδικασίας». Ο θεσμός του ΕΕΣ αποσκοπεί στην εξασφάλιση της παρουσίας του εκζητούμενου ενώπιον των αρμόδιων Αρχών του κράτους έκδοσης, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίον ο ίδιος επιθυμεί να συνεργαστεί με αυτές. Η δε δηλωθείσα πρόθεση συνεργασίας του εκζητούμενου με τις ανακριτικές Αρχές του κράτους έκδοσης συνιστά στοιχείο που δύναται, κατά περίπτωση, να συνεκτιμηθεί από τις αρμόδιες Αρχές του εν λόγω κράτους στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας που διεξάγεται ενώπιόν τους. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποτελέσει αυτοτελή ή πρόσθετο λόγο, μη προβλεπόμενο από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, για την άρνηση εκτέλεσης του ΕΕΣ από τη δικαστική Αρχή εκτέλεσης. Το Δικαστήριο εξετάζει, περαιτέρω, την ένσταση που προβάλλεται ως προς τη συνδρομή της προϋπόθεσης του άρθρου 8 § 1 (γ) της Απόφασης - Πλαισίου, ήτοι της ύπαρξης εθνικού εντάλματος σύλληψης ή άλλης εκτελεστής δικαστικής απόφασης με το ίδιο αποτέλεσμα, επί της οποίας στηρίζεται το προς εκτέλεση ΕΕΣ. Εναπόκειται στη δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος να ελέγξει αν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την έκδοση ΕΕΣ, χωρίς η εκτίμηση αυτή να μπορεί, σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, να ελεγχθεί στη συνέχεια από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης (πρβλ. Piotrowski, C‑367/16, σκέψη 52, Puig Gordi κ.λπ., ανωτέρω, σκέψεις 87 και 88). Σε σχέση με την απαίτηση ύπαρξης «εντάλματος σύλληψης», το ΔΕΕ έκρινε ότι, εάν δεν υφίσταται «εθνικό ένταλμα σύλληψης», διακριτό από το ΕΕΣ, τότε το ΕΕΣ δεν πληροί τις απαιτήσεις νομιμότητας που προβλέπονται στο άρθρο 8 § 1, και η εκτελούσα αρχή οφείλει να αρνηθεί την εκτέλεσή του (βλ. Bob-Dogi C-241/15). Το ΔΕΕ διευκρίνισε, επίσης, ότι η επικύρωση από εισαγγελική αρχή εθνικού εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί προηγουμένως από αστυνομική υπηρεσία συνιστά «δικαστική απόφαση», κατά την έννοια του άρθρου 8 § 1 στοιχ. (γ) (βλ. ?z?elik C-453/16 PPU). Η έννοια του «[εθνικού] εντάλματος σύλληψης ή οποιασδήποτε άλλης εκτελεστής δικαστικής απόφασης με το ίδιο αποτέλεσμα» αναφέρεται σε εθνικό μέτρο το οποίο, ακόμη και αν δεν φέρει την ονομασία «εθνικό ένταλμα σύλληψης», επιτρέπει την αναζήτηση και σύλληψη προσώπου με σκοπό την προσαγωγή του ενώπιον δικαστηρίου για τη διεξαγωγή ποινικής διαδικασίας (βλ. MM C-414/20 PPU). Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο του κράτους μέλους έκδοσης να καθορίσει, υπό το φως του εθνικού δικαίου, ποιες συνέπειες έχει η απουσία έγκυρου εθνικού εντάλματος σύλληψης ως προς την απόφαση διατήρησης του παραδοθέντος προσώπου σε προσωρινή κράτηση (MM). Το ΔΕΕ διευκρίνισε, επίσης, ότι οι απαιτήσεις της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, οι οποίες πρέπει να διασφαλίζονται για πρόσωπο κατά του οποίου έχει εκδοθεί ΕΕΣ με σκοπό την ποινική δίωξη, προϋποθέτουν ότι είτε το ίδιο το ΕΕΣ είτε το εθνικό ένταλμα σύλληψης στο οποίο αυτό βασίζεται υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο από δικαστήριο του κράτους μέλους έκδοσης πριν από την παράδοση του ζητούμενου προσώπου. Κατά τις Svishtov Regional Prosecutor's Office C-648/20 PPU και Prosecutor of the regional prosecutor's office in Ruse C-206/20, οι απαιτήσεις αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας δεν πληρούνται όταν τόσο το ΕΕΣ όσο και το εθνικό ένταλμα σύλληψης εκδίδονται από εισαγγελέα χωρίς δυνατότητα προγενέστερου δικαστικού ελέγχου στο κράτος έκδοσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το ΕΕΣ αναφέρεται, αφενός, πως ενεργοποιείται και από την EPPO (European Public Prosecutor Office) με βάση τον Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 33 § 2, και ο αριθμός 501 Js 15/24 είναι ο αριθμός φακέλου της EPPO (Munich Office), αφετέρου στο σώμα του ΕΕΣ αναφέρεται πως την 9.7.2025 εκδόθηκε και ένταλμα σύλληψης από το τοπικό δικαστήριο (Munich Local Court), με αριθμό αναφοράς ER VI Gs 9040/25, το οποίο συνιστά «pre-trial detention warrant». Παρεμβάλλεται πως ο Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 δεν παρακάμπτει την προϋπόθεση του άρθρου 8 § 1(γ) της Απόφασης - Πλαισίου. Αντιθέτως, ο ίδιος (άρθρο 33 § 1) βασίζεται στο εθνικό δίκαιο, όπου ο/η εντεταλμένος/η εισαγγελέας μπορεί να ζητήσει/διατάξει σύλληψη ή προφυλάκιση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο· αυτό είναι που συνήθως παράγει το αναγκαίο «εθνικό μέτρο» πάνω στο οποίο βασίζεται το ΕΕΣ. Για να ενεργοποιηθεί άρνηση τύπου Bob-Dogi (ανωτέρω), πρέπει να είναι δεδομένο ότι είτε δεν υπάρχει τέτοιο εθνικό μέτρο, είτε ότι δεν προσκομίστηκε ή δεν διευκρινίστηκε, παρά το ότι ζητήθηκε, άρα το ΕΕΣ παραμένει ελλιπές ως προς το άρθρο 8 § 1(γ). Πρακτικά ή δικονομικά αυτό γίνεται μόνον με το εργαλείο του άρθρου 15 § 2 (επείγουσες συμπληρωματικές πληροφορίες). Αν η απάντηση είναι ότι «υπάρχει» και σταλεί η πράξη που όντως διατάσσει σύλληψη ή προσαγωγή ή προφυλάκιση (ή επικύρωση τύπου ?z?elik, ανωτέρω), δεν υπάρχει δυνατότητα άρνησης εκτέλεσης για αυτόν τον λόγο. Αν, όμως, δεν ληφθεί απάντηση, υπάρξει αόριστη απάντηση ή σταλεί «έγγραφο έρευνας» που δεν έχει εκτελεστό αποτέλεσμα σύλληψης, τότε το «κενό» γίνεται νόμιμη βάση άρνησης εκτέλεσης, λόγω μη τήρησης του άρθρου 8 § 1(γ). Το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση «αναζήτησης» του εθνικού εντάλματος από μόνο του, με την έννοια να ερευνήσει στα αρχεία του κράτους έκδοσης. Η υποχρέωση του Δικαστηρίου εκτέλεσης είναι να ελέγξει αν το ΕΕΣ περιέχει τα απαιτούμενα στοιχεία (άρθρο 8), και αν υπάρχει αμφιβολία ή έλλειψη, να ενεργοποιήσει τον δικαστικό διάλογο, ζητώντας συμπληρωματικές πληροφορίες (
). Άρα, δεν υπάρχει καθήκον αυτεπάγγελτης αναζήτησης· υπάρχει καθήκον ελέγχου και αίτησης διευκρινίσεων. Αν μετά τον διάλογο, όπου είναι αναγκαίος, το θεμελιώδες τυπικό στοιχείο παραμένει κενό, η άρνηση είναι μία θεσμική επιλογή. Από το περιεχόμενο του ίδιου του ΕΕΣ προκύπτει ρητώς ότι αυτό εκδόθηκε κατόπιν εθνικού εντάλματος σύλληψης με εντολή για προδικαστική κράτηση, το οποίο εκδόθηκε από αρμόδιο δικαστήριο του κράτους έκδοσης την 9.7.2025, με συγκεκριμένο αριθμό αναφοράς. Η αναφορά αυτή πληροί, κατ' αρχήν, τις τυπικές απαιτήσεις του άρθρου 8 § 1 (γ), όπως αυτές ερμηνεύονται από τη νομολογία του ΔΕΕ. Κατά την ακροαματική διαδικασία, η ΜΥ2 προσκόμισε ως Τ27 έγγραφο που είχε κατατεθεί στον φάκελο κατά την αρχική εκδίκαση. Η μάρτυρας κατέθεσε ότι δεν έχει προσωπική γνώση ως προς το περιεχόμενο ή τη νομική λειτουργία του εν λόγω εγγράφου, πλην του γεγονότος ότι αυτό είχε πράγματι κατατεθεί. Δεν προσκομίστηκε, ωστόσο, μαρτυρία ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο που να καταδεικνύει ότι το Τ27 αποτελεί το εθνικό ένταλμα σύλληψης στο οποίο ρητώς παραπέμπει το ΕΕΣ. Αντιθέτως, από το περιεχόμενο του Τ27, στο οποίο γίνεται αναφορά σε φάκελο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) και σε ενέργειες σχετιζόμενες με εγκαταστάσεις και υποστατικά του υπόπτου στο κράτος έκδοσης, προκύπτει, εξ όψεως, ότι πρόκειται για διακριτό δικονομικό διάβημα, συναφές με ανακριτικές ή ερευνητικές πράξεις και όχι κατ' ανάγκην με πράξη που διατάσσει σύλληψη ή προδικαστική κράτηση. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς τη συνδρομή της προϋπόθεσης του άρθρου 8 §1 (γ), δεδομένου ότι το ΕΕΣ δεν στηρίζεται στο Τ27, αλλά ρητώς παραπέμπει σε άλλο εθνικό δικαστικό μέτρο, με συγκεκριμένη ημερομηνία, Αρχή έκδοσης και αριθμό αναφοράς. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν τίθεται ζήτημα αντίστοιχο με εκείνο που απασχόλησε το ΔΕΕ στην Bob-Dogi (ανωτέρω), όπου απουσίαζε πλήρως εθνικό ένταλμα σύλληψης διακριτό από το ίδιο το ΕΕΣ. Ομοίως, δεν εγείρεται ζήτημα αμφιβολίας ως προς το αν υφίσταται εκτελεστή δικαστική απόφαση με ισοδύναμο αποτέλεσμα, κατά την έννοια της νομολογίας MM (ανωτέρω), ούτε ζήτημα ως προς τη δικαστική φύση της Αρχής έκδοσης, όπως εξετάστηκε σε άλλες υποθέσεις. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν έχει υποχρέωση αυτεπάγγελτης αναζήτησης ή ερμηνείας των εθνικών πράξεων του κράτους έκδοσης, ούτε υποχρέωση να ελέγχει την εσωτερική νομιμότητα του εθνικού εντάλματος σύλληψης βάσει του δικαίου του κράτους έκδοσης. Η υποχρέωσή της εξαντλείται στον έλεγχο αν το ΕΕΣ περιέχει τα απαιτούμενα στοιχεία του άρθρου 8 και, σε περίπτωση αντικειμενικής ασάφειας ή έλλειψης, στην ενεργοποίηση του διαλόγου του άρθρου 15 § 2 της Απόφασης - Πλαισίου. Εν προκειμένω, η σαφής και ρητή αναφορά στο ΕΕΣ σε εθνικό ένταλμα σύλληψης με εντολή προδικαστικής κράτησης, εκδοθέν από δικαστήριο, δεν αφήνει περιθώριο εύλογης αμφιβολίας που να δικαιολογεί ενεργοποίηση περαιτέρω διαλόγου. Το γεγονός ότι προσκομίστηκε στον φάκελο και άλλο έγγραφο (Τ27), το οποίο φαίνεται να αφορά διαφορετικό δικονομικό σκοπό, δεν αναιρεί ούτε αποδυναμώνει την εν λόγω διαπίστωση. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η προϋπόθεση του άρθρου 8 § 1 (γ) της Απόφασης - Πλαισίου πληρούται, και ότι δεν συντρέχει λόγος άρνησης εκτέλεσης του ΕΕΣ λόγω έλλειψης ή αμφισβήτησης εθνικού εντάλματος σύλληψης. Η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, δεν εγείρεται ζήτημα μη πλήρωσης της προϋπόθεσης του άρθρου 8 §1 (γ) της Απόφασης - Πλαισίου και ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διάλογος ως προς την ύπαρξη εθνικού εντάλματος σύλληψης, δεν αναιρεί ούτε αποδυναμώνει την αυτοτελή σημασία των ενστάσεων που αφορούν την πρακτική και αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης του Καθ' ου η αίτηση. Ειδικότερα, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η ύπαρξη ενεργού και λειτουργικής νομικής εκπροσώπησης στο κράτος έκδοσης θα μπορούσε, κατ' αρχήν, να διευκολύνει τη διερεύνηση ζητημάτων που άπτονται της εσωτερικής νομιμότητας των διαδικαστικών πράξεων του κράτους έκδοσης, περιλαμβανομένης της φύσης και της λειτουργίας επιμέρους εθνικών μέτρων. Πλην όμως, η δυνατότητα αυτή δεν συνιστά προϋπόθεση ούτε υποκατάστατο των υποχρεώσεων που βαρύνουν τη δικαστική αρχή εκτέλεσης στο πλαίσιο της διαδικασίας του ΕΕΣ. Ο έλεγχος της δικαστικής αρχής εκτέλεσης ως προς το άρθρο 8 της Απόφασης - Πλαισίου είναι αντικειμενικός και αυτεπάγγελτος, και δεν εξαρτάται από το αν ο εκζητούμενος, μέσω δικηγόρου στο κράτος έκδοσης, θα μπορούσε να εντοπίσει ή να εγείρει περαιτέρω ενστάσεις. Ομοίως, η έλλειψη ή η δυσχέρεια πρόσβασης σε δικηγόρο στο κράτος έκδοσης δεν μπορεί να μετατρέψει ένα τυπικώς επαρκές ΕΕΣ σε ελλιπές ως προς τα στοιχεία του άρθρου 8 §1, ούτε να θεμελιώσει εκ των υστέρων υποχρέωση του Δικαστηρίου εκτέλεσης να προβεί σε ευρύτερη ή εντατικότερη έρευνα των εθνικών πράξεων του κράτους έκδοσης. Με άλλα λόγια, το αν ο Καθ' ου η αίτηση διέθετε ή όχι δικηγόρο στο κράτος έκδοσης δεν επηρεάζει το εύρος του ελέγχου νομιμότητας που ασκεί το παρόν Δικαστήριο επί του ΕΕΣ ως προς την ύπαρξη εθνικού εντάλματος σύλληψης. Ο έλεγχος αυτός ολοκληρώνεται με βάση το περιεχόμενο του ΕΕΣ και τα αντικειμενικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, η έλλειψη πρακτικά αποτελεσματικής νομικής εκπροσώπησης στο κράτος έκδοσης αποκτά κρίσιμη σημασία σε διαφορετικό επίπεδο, ήτοι ως προς τη δυνατότητα του εκζητουμένου να ασκήσει ουσιαστικά τα δικαιώματα υπεράσπισής του στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτέλεσης του ΕΕΣ, να συντονίσει την υπεράσπισή του μεταξύ των δύο κρατών μελών και να προετοιμάσει αποτελεσματικά τη θέση του ενόψει της παράδοσης. Το ζήτημα αυτό αφορά τον πυρήνα των άρθρων 47 και 48 ΧΘΔΕΕ και των ειδικών εγγυήσεων των Οδηγιών 2013/48/ΕΕ και (ΕΕ) 2016/1919, και εξετάζεται αυτοτελώς, ανεξάρτητα από το αν ανακύπτουν ή όχι τυπικές πλημμέλειες ως προς το άρθρο 8 της Απόφασης - Πλαισίου. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μη ύπαρξη λειτουργικής νομικής εκπροσώπησης στο κράτος έκδοσης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί αναδρομικά για να τεθεί εν αμφιβόλω η πλήρωση των τυπικών προϋποθέσεων έκδοσης του ΕΕΣ, μπορεί όμως —και πρέπει— να συνεκτιμηθεί κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, η εκτέλεση του ΕΕΣ θα οδηγούσε σε πραγματικό και μη θεραπεύσιμο κίνδυνο παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και αποτελεσματική υπεράσπιση. Το υπό εξέταση ΕΕΣ φέρει όλα τα τυπικά στοιχεία ενός ΕΕΣ, κατά το άρθρο 4 του εγχώριου νόμου. Ο λόγος που εκδόθηκε το εν λόγω ΕΕΣ, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, είναι η άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του Καθ' ου η αίτηση, κατά την έννοια του άρθρου 3 του εγχώριου νόμου. Δεν υφίσταται ζήτημα τύπου ή ασάφειας ως προς την περιγραφή οποιωνδήποτε αναγκαίων πληροφοριών που να εμποδίζει το Δικαστήριο στην περαιτέρω εξέταση του ΕΕΣ, το οποίο δεν προκύπτει από οπουδήποτε να έχει εκδοθεί για εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικού της ελευθερίας. Συναφώς αναφέρεται πως ο όρος «ποινική δίωξη» δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά ή με παραστάσεις της εγχώριας διαδικασίας, αλλά ερμηνεύεται διασταλτικά, ώστε να περιλαμβάνει και διαδικασία προερχόμενη από δικαστική Αρχή που οδηγεί δυνητικά σε ποινική δίωξη, χωρίς ασφαλώς να αποκλείεται και το αντίθετο, με δεδομένο και το τεκμήριο αθωότητας του εκζητούμενου[1]. Ο τρόπος με τον οποίον έχουν εκτεθεί οι πληροφορίες σχετικά με την εμπλοκή του Καθ' ου η αίτηση, ως αναφέρονται στο ΕΕΣ, δεν δίδει την εικόνα ότι ο Καθ' ου η αίτηση ζητείται να εκδοθεί απλώς για σκοπούς υποβολής ερωτήσεων, που θα μπορούσαν να υποβληθούν και με εναλλακτικό μέσο. Τίθεται ευθέως υποψία εναντίον του, με συγκεκριμένο τρόπο, ότι ως διευθυντής συγκεκριμένης εταιρείας διέπραξε φοροδιαφυγή με συγκεκριμένο τρόπο, που ανέρχεται σε συγκεκριμένο ύψος, ενώ φέρεται να μετείχε και σε ευρύτερο κύκλωμα, ώστε, όπως είναι κατανοητό, και χωρίς η διατύπωση αυτή να συνιστά ερμηνεία αλλοδαπού δικαίου ή διαδικασίας, σε περίπτωση μη διαφοροποίησης των δεδομένων που παρουσιάζονται, μετά και την ακρόαση του ιδίου του Καθ' ου η αίτηση επί των εν λόγω στοιχείων, μπορεί να δρομολογηθεί ποινική δίωξη για τα συγκεκριμένα αδικήματα. Η συνέχιση του ανακριτικού έργου ή ο όγκος του, λόγω της πολυπλοκότητας των αδικημάτων, δεν αποσυνδέουν το ΕΕΣ από τον σκοπό για τον οποίον εκδόθηκε ούτε αναιρούν τη δυνατότητα του Καθ' ου η αίτηση να απεμπλακεί απ' ό,τι, με τα υφιστάμενα στοιχεία, του καταλογίζεται. Δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε αντικειμενικές ενδείξεις ότι η εκτέλεση του ΕΕΣ εναντίον του Καθ' ου η αίτηση χρησιμοποιείται «καταχρηστικά». Η εγχώρια νομολογία που ήδη υφίσταται φαίνεται να καλύπτει πλήρως το ζήτημα, ώστε να περιττεύει η περαιτέρω ανάλυσή του. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του ΕΕΣ, η έκδοση του Καθ' ου η αίτηση ζητείται για σκοπούς ποινικής δίωξης, για αδικήματα για τα οποία δεν χρειάζεται ο έλεγχος του διττού αξιοποίνου, τα οποία τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης άνω των 3 ετών. Συνακόλουθα, το ΕΕΣ είναι εκτελεστό, και μπορεί να εκτελεστεί, εάν δεν συντρέχουν λόγοι για τη μη εκτέλεσή του. Το Δικαστήριο διαπιστώνει, περαιτέρω, ότι δεν συντρέχουν λόγοι υποχρεωτικής άρνησης εκτέλεσης του ΕΕΣ κατά το άρθρο 13 του ν. 133(Ι)/2004, ούτε λόγοι δυνητικής άρνησης εκτέλεσης από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 14 του ίδιου νόμου. Από το σύνολο του ενώπιον του Δικαστηρίου υλικού, δεν προκύπτει, ούτε προβάλλεται συγκεκριμένα, οποιαδήποτε περίσταση που να εμπίπτει στις εν λόγω διατάξεις. Η διαπίστωση αυτή δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή μη νομικής εκπροσώπησης του εκζητουμένου στο κράτος έκδοσης. Οι λόγοι άρνησης των άρθρων 13 και 14 του ν. 133(Ι)/2004 ελέγχονται αυτεπαγγέλτως από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης, βάσει αντικειμενικών και συγκεκριμένων κριτηρίων, και δεν προϋποθέτουν την προηγούμενη ενεργοποίηση ή υπόδειξή τους από δικηγόρο στο κράτος έκδοσης. Εντούτοις, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το ζήτημα της απουσίας ενεργού και λειτουργικής νομικής εκπροσώπησης στο κράτος έκδοσης δεν αφορά την ύπαρξη ή μη λόγων άρνησης εκτέλεσης κατά τα άρθρα 13 και 14 του νόμου, αλλά εντάσσεται σε διαφορετικό και αυτοτελές νομικό επίπεδο. Συγκεκριμένα, αφορά τη δυνατότητα του εκζητουμένου να ασκήσει στην πράξη και αποτελεσματικά τα δικαιώματα υπεράσπισής του στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτέλεσης του ΕΕΣ, ιδίως μέσω του συντονισμού της υπεράσπισης μεταξύ κράτους εκτέλεσης και κράτους έκδοσης, όπως προβλέπεται από το άρθρο 10 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ και το άρθρο 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919. Κατά συνέπεια, η έλλειψη ενεργού δικηγόρου στο κράτος έκδοσης δεν δύναται να θεμελιώσει, ούτε να υποκαταστήσει, λόγο άρνησης εκτέλεσης κατά τα άρθρα 13 ή 14 του ν. 133(Ι)/2004. Αντιθέτως, το ζήτημα αυτό εξετάζεται αποκλειστικά υπό το πρίσμα της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του εκζητουμένου, και ιδίως των άρθρων 47 και 48 ΧΘΔΕΕ, σε συνδυασμό με τις ειδικές ενωσιακές εγγυήσεις που διέπουν τη διαδικασία εκτέλεσης του ΕΕΣ. Κατάληξη Από το σύνολο των προαναφερόμενων, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, παρά την τυπική πληρότητα του προς εκτέλεση ΕΕΣ, και παρά την απουσία λόγων άρνησης εκτέλεσης κατά τα άρθρα 13 και 14 του ν. 133(Ι)/2004, έχει ανακύψει, στην παρούσα υπόθεση, ένα αυτοτελές και καθοριστικό ζήτημα θεμελιωδών δικαιωμάτων, που είναι η παρατεταμένη, αντικειμενική και επίμονη αμφισημία ως προς την ύπαρξη ενεργού και λειτουργικής νομικής εκπροσώπησης του Καθ' ου η αίτηση στο κράτος έκδοσης, για τους σκοπούς που ρητώς προβλέπουν το άρθρο 10 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ και το άρθρο 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι υφίσταται πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος προσβολής του πυρήνα των άρθρων 47 και 48 ΧΘΔΕΕ (αντίστοιχα του άρθρου 6 ΕΣΔΑ). Η άρνηση εκτέλεσης δεν συνιστά αξιολογική αμφισβήτηση της καλής πίστης του κράτους έκδοσης, αλλά αναγκαία συνέπεια της διαπίστωσης ότι ο συγκεκριμένος κίνδυνος για τον πυρήνα του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και αποτελεσματική υπεράσπιση δεν κατέστη δυνατό να αρθεί εντός εύλογου χρόνου, παρά τα μέτρα που λήφθηκαν και τις ευκαιρίες που παρασχέθηκαν. Η εκτέλεση του ΕΕΣ, υπό τα παρόντα δεδομένα, δεν δύναται να προχωρήσει χωρίς να διακινδυνεύσει ουσιώδη αποδυνάμωση των ενωσιακά κατοχυρωμένων δικονομικών εγγυήσεων. Η απόρριψη του αιτήματος εκτέλεσης αφορά την παρούσα διαδικασία και το υφιστάμενο πραγματικό πλαίσιο, και δεν προκαταλαμβάνει τυχόν μεταγενέστερη υποβολή αιτήματος παράδοσης υπό συνθήκες που να διασφαλίζουν πρακτικά και αποτελεσματικά την προβλεπόμενη από το ενωσιακό δίκαιο νομική εκπροσώπηση στο κράτος έκδοσης. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, το αίτημα εκτέλεσης του ΕΕΣ απορρίπτεται. Η παρούσα απόφαση να κοινοποιηθεί από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, δια της Κεντρικής Αρχής, στη δικαστική αρχή έκδοσης του ΕΕΣ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του νόμου. (Υπ.) ........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Ghebali, Πολιτική Έφεση 50.2020, 11.5.2020, Constantinides v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 347/2024, 5.3.2015, Πέτρου, Πολιτική Έφεση 421/2017, 11.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:A10, Vovk v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση ΕΕΣ 6/2024, 17.1.2025, Stenli ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση ΕΕΣ 4/2024, 7.1.2025, Visokowski v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση ΕΕΣ 1/2025, 27.2.2025 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Φιλίππου, Έφεση ΕΕΣ 4/2025, 8.1.2026, Ε.Μ. ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση ΕΕΣ 8/2025, 26.1.2026. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.