ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Π. Χ., Υπόθεση αρ. 11009 / 2019, 17/2/2026 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Υπόθεση αρ. 11009 / 2019 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ v. Π. Χ. __________ Ημερομηνία: 17 Φεβρουαρίου 2026 Εμφανίσεις: Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για Κατηγορούσα Αρχή Μ. Σωφρονίου, για τον Κατηγορούμενο Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή σε τρεις κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου, οι οποίες αφορούν τρεις διαφορετικές περιπτώσεις εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις, κατά τα άρθρα 297 και 298 ΠΚ. Η 1η Κατηγορία αφορά την απόσπαση, από τον Ζ.Κ., του ποσού των €11.000, μεταξύ των ημερομηνιών 5.3.2019 - 26.3.2019, με την ψευδή παράσταση ότι η εταιρεία, που αναφέρεται, θα αναλάμβανε την επέκταση και ανακαίνιση του ξενοδοχείου που αναφέρεται, ως προκαταβολή, με σκοπό την καταδολίευση και εν γνώσει του ότι ήταν ψευδής. Η 2η Κατηγορία αφορά την απόσπαση, από τον Γ.Π, του ποσού των €1.850, την 17.10.2018, με την ψευδή παράσταση της τοποθέτησης αλουμινίων, ως προκαταβολή, με σκοπό την καταδολίευση και εν γνώσει του ότι ήταν ψευδής. Η 3η Κατηγορία αφορά την απόσπαση, από τον Ε.Χ., του ποσού των €3.000, τον Οκτώβριο του 2018, με την ψευδή παράσταση της κατασκευής αλουμινίων για εξοχική οικία, ως προκαταβολή, με σκοπό την καταδολίευση και εν γνώσει του ότι ήταν ψευδής. Η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, για το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, είναι η ποινή φυλάκισης μέχρι τα 5 έτη. Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1]. Η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι επιβαρυντικές ή ελαφρυντικές περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως αντικειμενικοί παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται το πόσο σοβαρό είναι το αδίκημα[2]. Ακολούθως, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε υφίσταται δεσμευτική μεθοδολογία για την εξατομίκευση, η οποία υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας. Ως αποτέλεσμα, η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με την πραγματική σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία και αναπόφευκτη, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται. Επισημαίνεται ότι το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις εμφανίζει διαχρονικά αυξημένη συχνότητα, γεγονός που καθιστά αναγκαία την έμφαση στο στοιχείο της αποτροπής. Πρόκειται για αδίκημα ιδιαίτερης ποινικής απαξίας, καθώς δεν προσβάλλει μόνο την περιουσία των παθόντων, αλλά και τον ίδιο τον μηχανισμό της ελεύθερης συναλλακτικής βούλησης και της κοινωνικής εμπιστοσύνης. Η περιουσιακή απώλεια επέρχεται ως αποτέλεσμα δόλιας παραπλάνησης, αφού οι παθόντες παραδίδουν οι ίδιοι τα αγαθά τους, έχοντας προηγουμένως οδηγηθεί σε απόφαση βασισμένη σε ψευδή εικόνα της πραγματικότητας. Κατ' αυτόν τον τρόπο, αλλοιώνεται η ίδια η κρίση του παθόντος κατά τη λήψη της απόφασης. Περαιτέρω, η συστηματική τέλεση του εν λόγω αδικήματος υπονομεύει την εμπιστοσύνη στις συναλλαγές, η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Η καλλιέργεια κλίματος καχυποψίας και η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης των πολιτών, ιδίως των πιο ευάλωτων, ενισχύουν την κοινωνική επικινδυνότητα της πράξης και δικαιολογούν την επιβολή ποινής με εμφανή αποτρεπτικό χαρακτήρα. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση προκύπτουν τόσο από τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται σε κάθε επιμέρους κατηγορία όσο και από τα πρόσθετα στοιχεία που αναπτύχθηκαν κατά τη διαδικασία. Από το σύνολο αυτών, συνάγονται συγκεκριμένα αντικειμενικά δεδομένα, τα οποία επιδρούν στην εκτίμηση της βαρύτητας των πράξεων. Ως επιβαρυντικό στοιχείο αξιολογείται, καταρχάς, η πολλαπλότητα των πράξεων. Η τέλεση τριών διακριτών περιστατικών, με διαφορετικούς παθόντες και σε διαφορετικούς χρόνους, καταδεικνύει επαναληπτική συμπεριφορά και όχι μεμονωμένο συμβάν, αποτυπώνοντας έναν σταθερό τρόπο δράσης. Συναφώς, προκύπτει ομοιομορφία μεθόδου, καθόσον και στις τρεις περιπτώσεις ακολουθήθηκε το ίδιο μοτίβο ψευδούς παράστασης περί ανάληψης τεχνικού έργου και είσπραξης προκαταβολής, στοιχείο που ενισχύει την απαξία των πράξεων ως εντασσόμενων σε παγιωμένη πρακτική εξαπάτησης. Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη η χρονική έκταση της εγκληματικής δραστηριότητας, η οποία εκτείνεται από τον Οκτώβριο του 2018 έως τον Μάρτιο του 2019, γεγονός που αποκλείει τον χαρακτήρα στιγμιαίας εκτροπής και καταδεικνύει συμπεριφορά με χρονική συνέχεια. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στο συνολικό ύψος της προκληθείσας ζημίας, ιδίως σε σχέση με την πρώτη κατηγορία, όπου το αποσπασθέν ποσό των €11.000 δεν μπορεί να θεωρηθεί ευκαταφρόνητο και εντείνει την ένταση της περιουσιακής προσβολής. Υπήρχαν παράλληλες διαβεβαιώσεις ότι είχε αρχίσει η παραγωγή και η απόσπαση του συνολικού ποσού της προκαταβολής ήταν σταδιακή. Αποφεύγονταν η επικοινωνία και προβάλλονταν διάφορες δικαιολογίες, που οδήγησαν στην καταγγελία. Παρόμοιος ήταν ο τρόπος δράσης και στις υπόλοιπες περιπτώσεις, για τα μικρότερα ποσά. Ετοιμάστηκαν συνολικές προσφορές, εκδόθηκαν επιταγές για τις προκαταβολές, που όμως ουδέποτε έγιναν τα έργα και ο τρόπος αντιμετώπισης των ιδιοκτητών των έργων τους ώθησε σε καταγγελίες. Αντιστοίχως, ως αντικειμενικά στοιχεία που συγκρατούν τη βαρύτητα των πράξεων λαμβάνεται υπόψη ότι τα αποσπασθέντα ποσά αφορούσαν προκαταβολές και όχι την πλήρη αξία των υποτιθέμενων έργων, στοιχείο που, χωρίς να αναιρεί την απάτη, περιορίζει την έκταση της άμεσης περιουσιακής αφαίρεσης σε κάθε επιμέρους περίπτωση. Επιπλέον, από τα πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει χρήση ιδιαίτερα σύνθετων ή τεχνολογικά προηγμένων μέσων εξαπάτησης, αλλά κλασική μορφή απάτης με απλή ψευδή παράσταση, γεγονός που διατηρεί την αντικειμενική επικινδυνότητα εντός του συνήθους πλαισίου του αδικήματος. Το ψεύδος δεν αφορούσε την τεχνική δυνατότητα, καθότι ασκείτο πράγματι το συγκεκριμένο τεχνικό επάγγελμα, αλλά ότι τα χρήματα που προπληρώθηκαν θα διατίθεντο για τα συγκεκριμένα έργα, τα οποία θα εκτελούνταν βάσει των συμφωνηθέντων, και όχι προσωπικό πολυετές δάνειο, για χρήση σε άλλες εργασίες. Υπήρχε γνώση της αναφερόμενης ως δυσκολίας εκτέλεσης τις δεδομένες χρονικές στιγμές, ωστόσο αποσιωπήθηκε, ώστε να εισπραχθούν τα χρήματα, χωρίς μετέπειτα ανταπόκριση, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν υπήρξε στοχοποίηση ευάλωτων ή των συγκεκριμένων ατόμων, χωρίς να σημαίνει πως οι παθόντες δεν υπέστησαν αναστάτωση, ανησυχία και ταλαιπωρία, αισθανόμενοι ότι εξαπατήθηκαν και ότι απώλεσαν χρήματα, που προόριζαν για συγκεκριμένο σκοπό, στην υλοποίηση του οποίου υπήρξε αναγκαστικά και καθυστέρηση. Λαμβάνεται υπόψη ότι δεν προκύπτει βεβαρημένο ποινικό μητρώο. Βεβαίως, λόγω της έξαρσης των αδικημάτων της ευρύτερης κατηγορίας της εξαπάτησης, η επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί εξ αυτού είναι περιορισμένη, διότι η απατηλή συμπεριφορά πλήττει ευθέως τη συναλλακτική εμπιστοσύνη και απαιτείται σαφές αποτρεπτικό μήνυμα. Επίσης, υπήρξε πάροδος σημαντικού χρονικού διαστήματος, παράμετρος που συνεκτιμάται στο πλαίσιο της επιμέτρησης της ποινής, αλλά σε συνάρτηση και με τη φύση του αδικήματος, τον χρόνο καταχώρισης της υπόθεσης, και τη δικονομική πορεία της υπόθεσης. Ως προς την τελευταία, σημειώνεται πως προκλήθηκε καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και από την μεσολάβηση της πανδημίας του Covid-19, αλλά και λόγω της επιβάρυνσης του προγράμματος του Δικαστηρίου και ορισμένων απουσιών από πλευράς κατηγορούμενου, ενώ για σημαντικό χρονικό διάστημα, υπήρξε συμμόρφωση με όρους τακτικής εμφάνισης σε αστυνομικό σταθμό. Συναφώς, η πάροδος του χρόνου συναρτάται και με την ταλαιπωρία που προκλήθηκε, αλλά και με το γεγονός ότι βρίσκονται σε έξαρση αδικήματα αυτής της φύσης, η οποία επιδρά στη βαρύτητα που μπορεί να δοθεί σε έναν τέτοιο παράγοντα, που πάντως δεν επηρεάζει και την ποινική απαξία. Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη, στον βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη, οι προσωπικές συνθήκες, όπως εκτέθηκαν. Περιλαμβάνουν την ηλικία, σήμερα 47 περίπου ετών, το δύσκολο παρών, τη βιοπάλη, και τις οικογενειακές υποχρεώσεις έναντι στη θυγάτερα και την ηλικιωμένη μητέρα που αντιμετωπίζει σοβαρή ασθένεια, τον ηλικιωμένο πατέρα. Έχει κλείσει η επιχείριση με τα αλουμίνια, σήμερα υπάρχει εργασία ως οδηγός ταξί. Η επικαλούμενη οικονομική δυσχέρεια, κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, ακόμη και όταν συνδέεται με την αντιμετώπιση σοβαρών προβλημάτων, δεν δύναται να δικαιολογήσει τη χρήση ψευδών παραστάσεων ως μέσου εξασφάλισης περιουσιακού οφέλους. Τέτοιες περιστάσεις δεν αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης ούτε νομιμοποιούν την παραπλάνηση τρίτων στις συναλλαγές, καθώς η αποδοχή του αντιθέτου θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη υπονόμευση της συναλλακτικής εμπιστοσύνης και σε μετακύλιση των συνεπειών της ατομικής δυσχέρειας σε πρόσωπα που δεν φέρουν ευθύνη γι' αυτήν. Ως εκ τούτου, αν και καθιστούν πιο κατανοητό το πλαίσιο, δεν μπορούν να εκτιμηθούν ελαφρυντικά. Η αντιμετώπιση οικονομικών δυσχερειών ή σοβαρών προσωπικών προβλημάτων θα μπορούσε να επιδιωχθεί και αναμένεται να επιδιώκεται με νόμιμα μέσα, όπως ο μεγαλύτερος προσωπικός μόχθος, η αναζήτηση οικονομικής συνδρομής, βάσει των ειλικρινών λόγων, ή άλλων θεμιτών μορφών υποστήριξης, και όχι μέσω της παραπλάνησης τρίτων. Η επιλογή της εξαπάτησης συνιστά ελεύθερη και συνειδητή απομάκρυνση από τη νόμιμη οδό και δεν μπορεί να τύχει ευνοϊκής ποινικής αξιολόγησης, από οποιαδήποτε οπτική. Υπήρξε έκφραση της βούλησης για έμπρακτη προσπάθεια αποκατάστασης των παθόντων, μέχρι στιγμής δεν υλοποιήθηκε. Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή στο Δικαστήριο, έστω στο προχωρημένο στάδιο που έλαβε χώρα. Συμβάλλει στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου, χωρίς, ωστόσο, να δύναται να εξισωθεί με άμεση παραδοχή από τα αρχικά στάδια. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των αδικημάτων και τη σοβαρότητά τους, αρμόζουσα, κατ' είδος, είναι η ποινή φυλάκισης. Όλα τα προαναφερόμενα προσμετρούν για τον καθορισμό της έκτασής της. Η επιμέτρηση, με βάση την προβλεπόμενη στον νόμο ποινή και τα δεδομένα της υπόθεσης, καταλήγει σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ωστόσο γίνεται αναδρομή και στη νομολογία, για σκοπούς αναλογικότητας και τυχόν αναγκαίας στάθμισης. Στην Καρανίκκη ν. Αστυνομίας
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.