Δημοκρατία ν. Ε.Ζ., Αρ. Υπόθεσης: 5127/22, 30/1/2026
Δημοκρατία ν. Ε.Ζ., Αρ. Υπόθεσης: 5127/22, 30/1/2026 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5127/22 Δημοκρατία v. Ε.Ζ. Κατηγορούμενου 30 Ιανουαρίου, 2026 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ε. Παπαλοίζου, για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δ. Κακουλλής με κα Θ. Αντωνίου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (Η παρούσα υπόθεση έχει διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών και η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Έτσι το πρωτότυπο που περιλαμβάνει τα ονόματα ή άλλα στοιχεία των αδικημάτων, θα παραμείνει στο φάκελο, ενώ θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης, χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων και αυτό βέβαια, για προστασία των τελευταίων.) Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, αρνήθηκε ενοχή σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Πιο συγκεκριμένα, αντιμετωπίζει 10 κατηγορίες για σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιού, κατά παράβαση του άρθρου 6
- Για το ζήτημα του χρόνου, θα πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι η κατηγορούσα αρχή, κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης για παροχή περαιτέρω λεπτομερειών, έδωσε τις κάτωθι λεπτομέρειες: « Ο χρονικός προσδιορισμός αναφορικά με τις κατηγορίες 1 έως 5, έγινε με βάση τις διανυκτερεύσεις του παιδιού στον πατρικό παππού, τον Κατηγορούμενο, μετά τη διάσταση των γονιών. Το παιδί προβαίνει σε αναφορά για πολλές φορές και ως εκ τούτου γίνεται ενδεικτική παράθεση κατηγοριών που σύμφωνα με τη νομολογία είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος προσδιορισμού του χρόνου στο κατηγορητήριο σε τέτοιες περιπτώσεις και όσον αφορά τις κατηγορίες 6 μέχρι και 10 αυτός ο χρόνος έχει προσδιοριστεί με βάση τη δεύτερη κατάθεση της μητέρας. Και πάλι έχουν παρατεθεί ενδεικτικές κατηγορίες ώστε να ανταποκρίνονται στην αναφορά του παιδιού για πολλές φορές. »[1] Εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, είναι ότι στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος τόσο σε παρακείμενο του σπιτιού του χώρο, όπου πήρε την ανήλικη, εγγονή του, για να δει τα ζώα που διατηρεί, όσο και στο κρεβάτι του δωματίου του πατέρα της (υιού του Κατηγορούμενου) που βρίσκεται στο ισόγειο της κατοικίας του Κατηγορούμενου, συμπεριφέρθηκε κατά τον τρόπο που καταγράφεται στις λεπτομέρειες αδικημάτων ανωτέρω. Από την άλλη, η θέση του Κατηγορούμενου είναι ότι δεν προέβη στις πράξεις που του καταλογίζονται και ότι η όλη υπόθεση σε βάρος του έχει σκηνοθετηθεί από τις μάρτυρες κατηγορίας 5 και 6 (μητρική γιαγιά και μητέρα της ανήλικης αντίστοιχα), με ενορχηστρωτή την πρώτη, με σκοπό τη γονική αποξένωση και συγκεκριμένα την αποξένωση του παιδιού από τον πατέρα του (Μ.Υ.2), υιό του Κατηγορούμενου. Προς απόδειξη των κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε οκτώ μάρτυρες, ήτοι τον Α/Αστ.2298 Σ.Α. (Μ.Κ.1), την Β.Κ. (Μ.Κ.2), την ανήλικη Α. (Μ.Κ.3-Παραπονούμενη), την Α.Γ. (Μ.Κ.4), την Σ.Π. (Μ.Κ.5), την Σ.Π. (Μ.Κ.6), την Ε.Χ. (Μ.Κ.7) και την Α/Αστ.4484 Μ.Κ. (Μ.Κ.8). Περαιτέρω κατατέθηκαν 35 τεκμήρια, καθώς και διάφορες καταθέσεις ως Έγγραφα Α-ΙΗ. Αφότου ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επεξηγήθηκαν σ' αυτόν τα δικαιώματα του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, ενώ περαιτέρω κάλεσε εφτά μάρτυρες υπεράσπισης ήτοι τον Χ.Ζ. (M.Y.2), τον Δ.Π. (Μ.Υ.3), τον Ρ.Σ. (Μ.Υ.4), την Μ.Ζ. (Μ.Υ.5), την Ν.Ζ. (Μ.Υ.6), τον Γ.Χ. (Μ.Υ.7) και τον Κ.Μ. (Μ.Υ.8). ΣΥΝΟΨΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο Μ.Κ.1, ο οποίος εργάζεται στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων του Αρχηγείου Αστυνομίας, κατ' αρχάς υιοθέτησε το περιεχόμενο των καταθέσεων του (Έγγραφα Α και Β), όπου αναφέρεται στις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Αυτές, συνίστανται στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο στις 21.4.22 (Τεκμήριο 6) και αργότερα, στη λήψη γραπτής συγκατάθεσης από την μητέρα της Παραπονούμενης (Μ.Κ.6) στις 26.10.2022 για λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από την Παραπονούμενη (Τεκμήριο 1), στον χειρισμό της συσκευής οπτικογράφησης την ίδια μέρα, ενόσω λαμβανόταν η οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη και στην ετοιμασία ακολούθως, τριών ψηφιακών δίσκων με το περιεχόμενο της (Τεκμήριο 2[2]), καθώς στην παραλαβή από την Μ.Κ.8, δύο σχεδίων που ζωγράφισε η Παραπονούμενη κατά τη διάρκεια της κατάθεσης της (Τεκμήριο 4). Άλλες ενέργειες στις οποίες προέβη ήταν η απομαγνητοφώνηση της εν λόγω οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης στις 30.10.22 (Τεκμήριο 3), η λήψη νέας ανακριτικής κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο στις 9.11.22 (Τεκμήριο 8[3]), καθώς και η από μέρους του γραπτή κατηγορία κατά του Κατηγορούμενου, την ίδια μέρα, παρουσία του δικηγόρου του (Τεκμήριο 9). Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, ανέφερε πως τόσο στις 21.4.22, όσο και στις 9.11.22 που έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τον Κατηγορούμενο, του είχε παραδώσει εγγράφως τα δικαιώματα του (Τεκμήρια 5 και 7 αντίστοιχα). Ακολούθως, διευκρίνισε πως η πρώτη ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου λήφθηκε με βάση τη μαρτυρία της μητέρας (Μ.Κ.6) και της γιαγιάς (Μ.Κ.5) της Παραπονούμενης, ενώ η οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης λήφθηκε μεταγενέστερα, γιατί το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, παρά το ότι καταβλήθηκαν 3 συνολικά προσπάθειες για να ληφθεί η εν λόγω κατάθεση, εντούτοις δεν κατέστη σε καμιά περίπτωση εφικτό διότι η Παραπονούμενη δεν είχε καμιά επικοινωνία, υπό την έννοια ότι δεν μιλούσε καθόλου, ούτε με την Μ.Κ.8, ούτε και με τη λειτουργό από το Σπίτι του Παιδιού. Κατέστη δυνατή η λήψη της την τέταρτη φορά, ήτοι στις 26.10.22, οπότε και λήφθηκε εκ νέου ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Πέραν των πιο πάνω, ανέφερε πως μετά την καταχώρηση της υπόθεσης, είχαν ενημερωθεί από την διευθύντρια του νηπιαγωγείου που φοιτούσε η Παραπονούμενη πως η τελευταία της είχε αναφέρει κάποια πράγματα τα οποία σχετίζονταν με την παρούσα και είχε ζωγραφίσει και ένα σχέδιο σχετικά, οπότε μετέβηκαν στο συγκεκριμένο νηπιαγωγείο μαζί με την Μ.Κ.8 στις 2.11.23 και παρέλαβαν από την διευθύντρια μια επιστολή της ιδίας ημερ. 21.9.23 και το συγκεκριμένο σχέδιο (Τεκμήρια 11.1 και 11.2 αντίστοιχα). Για την πιο πάνω ενέργεια τους, είχαν ετοιμάσει ημερολόγιο ενεργείας στις 2.11.23 (Τεκμήριο 10). Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση του, ανέφερε πως με την καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο είχε ληφθεί μια επιστολή από συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο για παρέμβαση του πατέρα της ανήλικης σε σχέση με την υπόθεση και είχε σταλεί ημερολόγιο ενεργείας στους αστυνομικούς σταθμούς της Λάρνακας για διευρεύνηση. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε, κυρίως, αναφορικά με το μαρτυρικό υλικό που δόθηκε στον Κατηγορούμενο και γιατί δεν δόθηκαν συγκεκριμένες καταθέσεις αρχικά στην υπεράσπιση, για τον λόγο που παρήλθαν 10 μήνες, από την πρώτη φορά που κλήθηκε η Παραπονούμενη να δώσει κατάθεση, μέχρι την λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης στις 26.10.2022 αλλά και για τις ενέργειες που γίνονταν στο μεταξύ. Επί των όσων είχαν μεσολαβήσει, ο μάρτυρας απάντησε και με βάση τα ημερολόγια ενεργείας που τηρούνταν, τα οποία κατέθεσε κατά την αντεξέταση του ως Τεκμήριο
- Τέθηκε επίσης προς τον μάρτυρα ότι είναι η Μ.Κ.6 που επικοινωνούσε κάθε φορά μαζί τους και τους υποδείκνυε πως η Παραπονούμενη ήταν έτοιμη να δώσει κατάθεση, με τον ίδιο να αναφέρει πως δεν μπορούσε να θυμηθεί πως προέκυπτε κάθε φορά η κλήση της Παραπονούμενης, ωστόσο εκείνο που θυμόταν ήταν ότι κατά καιρούς, λαμβάνονταν οδηγίες από τη νομική υπηρεσία, σε σχέση με τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης. Η Μ.Κ.2 είναι κλινική ψυχολόγος, η οποία εργάζεται στη διεύθυνση υπηρεσιών ψυχικής υγείας του Ο.Κ.ΥΠ.Υ. Σε σχέση με τα προσόντα, την εκπαίδευση και την εμπειρία της, κατέθεσε το βιογραφικό της σημείωμα (Έγγραφο Γ). Όπως ανέφερε, προέβη σε ψυχολογική αξιολόγηση της Παραπονούμενης, κατόπιν καταγγελίας της μητέρας της Παραπονούμενης (Μ.Κ.6) εναντίον του πατέρα της τελευταίας (Μ.Υ.2), για άσκηση ενδοοικογενειακής βίας. Για σκοπούς της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την έκθεση που ετοίμασε στις 8.2.2022 (Έγγραφο Δ), στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων πως κατά την φάση που διεξαγόταν η εν λόγω αξιολόγηση[4], η μητρική γιαγιά της Παραπονούμενης (Μ.Κ.5), στις 8.12.2021, της ανέφερε πως η Παραπονούμενη της είχε πει πως ο πατρικός παππούς της (Κατηγορούμενος), προέβαινε σε αγγίγματα επί των γεννητικών της οργάνων. Η ίδια, επικοινώνησε με τον συντονιστή του Σπιτιού του Παιδιού και αποφασίστηκε όπως ολοκληρωθεί η δική της αξιολόγηση, καθότι η Παραπονούμενη δεν συνεργάστηκε για να της ληφθεί οπτικογραφημένη κατάθεση. Σε σχέση με την υπόθεση ενδοοικογενειακής βίας που διερευνάτο εναντίον του Μ.Υ.2 και για την οποία διεξαγόταν η δική της αξιολόγηση, αναφέρει πως η Παραπονούμενη δεν έκανε καμιά σχετική αναφορά και ούτε η ίδια εντόπισε στοιχεία, μέσα από το συμβολικό παιχνίδι, που να παρέπεμπαν σε περιστατικά βίας, ενώ η εξεταζόμενη εκφράστηκε θετικά αναφορικά με τη σχέση της και με τους δύο γονείς. Ό,τι της ανέφερε, στο πλαίσιο ερώτησης αν προηγήθηκε κάτι που την στεναχώρησε, είναι ότι ο πατρικός παππούς προέβαινε σε αγγίγματα στα γεννητικά της όργανα. Η διαγνωστική της εκτίμηση ήταν ότι δεν εντόπισε συμπτωματολογία που να ικανοποιούσε τα κριτήρια οποιασδήποτε ψυχικής διαταραχής και ως εστία κλινικής προσοχής στην εξεταζόμενη, προσδιόρισε την υπόνοια σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού και συνέστησε, μεταξύ άλλων, την περαιτέρω αξιολόγηση της από το Σπίτι του Παιδιού και τούτο διότι, ως ανέφερε κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, ενέπιπτε στην αρμοδιότητα του εν λόγω οργανισμού και όχι στην ίδια, ο ρόλος της οποίας εξαντλείτο στην αξιολόγηση της Παραπονούμενης, υπό το πλαίσιο καταγγελίας που προηγήθηκε από την Μ.Κ.6 ότι υπέστη ενδοοικογενειακή βία με μάρτυρα την Παραπονούμενη. Κατά την κυρίως εξέταση της, ανέφερε επίσης τι σημαίνει αξιολόγηση της ψυχολογικής κατάστασης και τι αυτή περιλαμβάνει, ποιος είναι ο σκοπός και οι περιορισμοί στην ετοιμασία της έκθεσης, ως επίσης και τι πρακτικά σημαίνει η αναφορά στην έκθεση της, πως η Παραπονούμενη είχε επιτύχει όλα τα βασικά αναπτυξιακά ορόσημα και δεξιότητες σύμφωνα με την ηλικία της, η οποία τον δεδομένο χρόνο ήταν 3 ετών και 4 μηνών, ως επίσης και εάν και ποιες δυσκολίες αντιμετώπιζε στην έκφραση των συναισθημάτων της και πού κατά την δική της, επιστημονική άποψη, οφείλονταν αυτές. Ερωτηθείσα τι είναι ακριβώς αυτό που της ανέφερε η Παραπονούμενη, σε σχέση με τον Κατηγορούμενο, η Μ.Κ.2 απάντησε διαβάζοντας τις σημειώσεις της: « Ο παππούς ο Λ.. πειράζει το πουττί μου» «Δηλαδή πώς;» Δείχνει το σημείο «Με τα ρούχα ή χωρίς;» «Χωρίς» «Πού ήσασταν;» «Στον κήπο» «Πού στον κήπο;» «Εκεί στις καρέκλες» «Ήταν κάποιος άλλος εκεί;» Δεν απάντησε. «Πώς ένιωσες;» «Κάτι». » Τερμάτισε ωστόσο τη συζήτηση διότι, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, δεν ενέπιπτε στη δική της αρμοδιότητα η περαιτέρω εξέταση των πιο πάνω αναφορών, οι οποίες ως ανέφερε έγιναν στις 2.2.
- Αναφέρθηκε περαιτέρω, στο κατά πόσο, με βάση την ιδιοσυγκρασία της Παραπονούμενης αλλά και τη μικρή της ηλικία, θα ήταν αναμενόμενο να προβεί σε αποκάλυψη σεξουαλικής παρενόχλησης της και εάν ναι, σε ποιο άτομο θα αναμενόταν να το πράξει. Ανέφερε περαιτέρω, κάτω από ποιες συνθήκες και για ποιο λόγο, ξανασυνάντησε την Παραπονούμενη τον Οκτώβριο του 2023, επισημαίνοντας πως αιτία ήταν και πάλι καταγγελία που έγινε εναντίον του Μ.Υ.2, για άσκηση ψυχολογικής βίας και ποια ήταν τότε η κλινική εικόνα της. Επί τούτου, ανέφερε πως τον Οκτώβριο του 2023 που ξανασυνάντησε την Παραπονούμενη, η τελευταία διατηρούσε μελαγχολικό προσωπείο και παρουσίαζε συναισθηματικές αντιδράσεις και προσκόλληση σε προηγούμενα αναπτυξιακά στάδια[5], διευκρινίζοντας έπειτα από ερώτηση που της τέθηκε, ότι δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα τον λόγο που ανέπτυξε τα πιο πάνω η Παραπονούμενη και ότι αυτό που γνωρίζει είναι πως ήταν η περίοδος που είχε οριστεί η έναρξη της δικαστικής διαδικασίας και παράλληλα η ανήλικη συμμετείχε σε προσπάθειες για οπτικογραφημένη κατάθεση σε σχέση με την υπόθεση που η ίδια εξέταζε, δύο γεγονότα που επιφέρουν άγχος. Ερωτήθηκε επίσης, κατά πόσο η ίδια πιστεύει πως η Παραπονούμενη πλέον, που είναι σχεδόν 6 ετών, θα μπορούσε να απαντήσει σε ερωτήματα και να ανακαλέσει γεγονότα που συνέβησαν 3 χρόνια περίπου προηγουμένως, με την ίδια να εξηγεί πώς και σε ποιο βαθμό θα ανέμενε από την Παραπονούμενη να πράξει τα παραπάνω. Η Μ.Κ.2 αντεξετάστηκε, μεταξύ άλλων, αναφορικά με τις σημειώσεις που επικαλέστηκε και ως προς το γιατί δεν επικοινώνησε και δεν έλαβε σε καμιά εκ των δύο περιπτώσεων αξιολόγησης της Παραπονούμενης, γραπτή συγκατάθεση και ιστορικό της ανήλικης από τον πατέρα της (Μ.Υ.2), με την ίδια να εξηγεί πως με βάση τη νομοθεσία και το εγχειρίδιο που αφορά την ακολουθητέα διαδικασία διαχείρισης περιστατικών βίας στην οικογένεια για παιδιά (τεκμήρια 14 και 15), δεν είχαν υποχρέωση να λάβουν συγκατάθεση από τον «υπαίτιο» γονέα, όπως και έπραξαν. Όπως ανέφερε δε, για τον ίδιο λόγο δεν τον ενημέρωσαν για τα πορίσματα της έκθεσης της. Ερωτήθηκε επίσης ως προς το πότε η Μ.Κ.5 της μετέφερε, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, όσα ανέφερε η Παραπονούμενη, ως επίσης και σε ποια διαβήματα η ίδια προέβη, όταν ενημερώθηκε πως η Παραπονούμενη παρενοχλείτο σεξουαλικά από τον Κατηγορούμενο. Αντικείμενο αντεξέτασης αποτέλεσε και η αναφορά της, στο Έγγραφο Δ, ως προς το ότι η Παραπονούμενη δεν είχε σταθερό πρόγραμμα στην καθημερινότητα της και άλλαζε αρκετά πλαίσια διαμονής εντός της εβδομάδας, την περίοδο που οι γονείς της διέμεναν ξεχωριστά. Επί τούτου, συμφώνησε πως τα παραπάνω, ήταν ένας παράγοντας που ενδεχομένως δημιουργούσε άγχος στην Παραπονούμενη και αισθήματα απόρριψης από την μητέρα της, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η Παραπονούμενη είχε περιγράψει ως καλή τη σχέση της με την Μ.Κ.6., παρόλο που δεν αποτελούσε τη βασική φροντίστρια της. Σε ερώτηση δε που της τέθηκε κατά πόσο είχε ενημερωθεί από την Μ.Κ.6 ότι εκκρεμούσης της αξιολόγησης, είχε εκδοθεί διάταγμα από το Οικογενειακό Δικαστήριο, με βάση το οποίο επιτρεπόταν στον Μ.Υ.2 να επικοινωνεί με την Παραπονούμενη και να διανυκτερεύει μαζί της στο σπίτι του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 13), η Μ.Κ.2 απάντησε αρνητικά, συμφωνώντας ότι θα έπρεπε να το γνώριζε, ενώ κληθείσα να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά αυτή της Μ.Κ.6, επανέλαβε πως η αναφορά προς την ίδια για παρενόχληση της Παραπονούμενης, έγινε από την Μ.Κ.5 και το παιδί και όχι από την Μ.Κ.6, η οποία τον δεδομένο χρόνο, δεν ήταν ιδιαίτερα ενεργή κατά την αξιολόγηση της Παραπονούμενης. Σε σχέση με την δεύτερη αξιολόγηση που διεξήγαγε τον Οκτώβριο του 2023 και την έκθεση που ακολούθως ετοίμασε ημερ.26.10.23 (Τεκμήριο 16), αντεξετάστηκε ως προς το γιατί η Παραπονούμενη, ενώ κατά την πρώτη φάση αξιολόγησης της, δεν ανέφερε περιστατικά βίας, το έπραξε στην προκειμένη και εάν αυτό πιθανόν να οφείλεται στο ότι υποκινήθηκε από την Μ.Κ.6 να αναφέρει, όσα ανέφερε, λαμβανομένης υπόψη της παρατήρησης που η ίδια καταγράφει στο τεκμήριο 16, ότι δηλαδή η Μ.Κ.6 διακατέχετο από έντονο άγχος και κατέβαλε προσπάθεια να πείσει την Παραπονούμενη να πει την αλήθεια, εκφράζοντας ανησυχία και προβληματισμό πως εάν αυτό δεν γίνει κατορθωτό, τότε θα τερματιζόταν η διερεύνηση της καταγγελίας. Η Παραπονούμενη (Μ.Κ.3), στην οπτικογραφημένη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήρια 2[6] και 3[7]), αναφέρει μεταξύ άλλων πως είναι 4 ετών και φοιτά σε νηπιαγωγείο. Ερωτηθείσα τι ήταν αυτό που είπε στην «Έλενα» ότι έγινε και δεν της άρεσε, «προχτές» που βρισκόταν στην Λάρνακα, απάντησε «επείραξε μου το πουττί μου τζιαι έβαλε το χέρι μου να πειράξει το πουλλί». Ως ανέφερε, ο Κατηγορούμενος της έκανε αυτό το πράγμα στο χωράφι, κοντά στα ζώα και όταν της το έκανε αυτό της έλεγε «να πειράζει ούλλη μέρα το πουττί μου». Αυτό ως ανέφερε έγινε πολλές φορές αλλά δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά, όμως θυμόταν ότι φορούσε σακάκι. Ακολούθως, κληθείσα να περιγράψει με ποιο τρόπο την άγγιζε, ζήτησε να ζωγραφίσει «ένα χέρι» και «ένα άνθρωπο» (Τεκμήριο 4), εξηγώντας στην Μ.Κ.8 ότι «Εν κακό». Όπως ανέφερε επίσης, εκτός από το χωράφι αυτό έγινε και στο κρεβάτι του παπά της (Μ.Υ.2), στο σπίτι του Κατηγορούμενου, αλλά όταν συνέβη, ο Μ.Υ.2 δεν ήταν εκεί και η ίδια φορούσε τα ρούχα της, όπως και ο Κατηγορούμενος ο οποίος ωστόσο έβγαλε το παντελόνι του. Ερωτηθείσα εάν είδε την «πουλλού» του Κατηγορούμενου, απάντησε θετικά, λέγοντας ότι ήταν μεγάλη και είχε κάτι πάνω που μοιάζει με σκουλήκια, το οποίο επίσης ζωγράφισε (τεκμήριο 4). Τέλος, ανέφερε πως ξεκίνησε να την πειράζει πριν η ίδια ξεκινήσει να πηγαίνει σχολείο και πλέον δεν πηγαίνει στο σπίτι του Κατηγορούμενου αλλά πηγαίνει ο πατέρας της και την βλέπει. Παρά την έκδοση διατάγματος για να δώσει τη μαρτυρία της από το Σπίτι του Παιδιού με τη χρήση κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης, εντούτοις κατά την ημέρα που έγινε η σύνδεση με τον εν λόγω χώρο το παιδί δεν ανταποκρινόταν και δεν ήθελε να μιλήσει. Στη συνέχεια, κατόπιν αιτήματος και σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου, το διάταγμα διαφοροποιήθηκε κατά τρόπο ώστε να δοθεί η μαρτυρία της δια ζώσης στο Δικαστήριο, στην απουσία του Κατηγορούμενου ο οποίος θα παρακολουθούσε τη διαδικασία από άλλο δωμάτιο. Κατά την παρουσία της ενώπιον του Δικαστηρίου, πέραν από κάποιες ερωτήσεις που της έγιναν για να γίνει αντιληπτό αν μπορεί να ξεχωρίσει την αλήθεια από το ψέμα, ερωτήθηκε από τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής αν θυμάται που είπε κάποια πράγματα στην κάμερα και απάντησε καταφατικά. Στη συνέχεια, ερωτώμενη αν αυτά που είπε ήταν αλήθεια ή ψέματα, δεν έδωσε κάποια απάντηση και αφου έγινε μια συζήτηση για το παιχνίδι που κρατούσε μαζί της, για το σχολείο που πηγαίνει και το όνομα της, η συνήγορος της υπέβαλε την εξής ερώτηση «Να σε ρωτήσω ξανά αυτά που είπες ήταν αλήθεια ή ψέματα;», οπότε η ανήλικη απάντησε «Αλήθεια». Αντεξεταζόμενη, ερωτήθηκε αν είναι σίγουρη ότι ήταν αλήθεια αυτά που είπε «στην κυρία», όπως ανέφερε, και απάντησε «Ναι», ενώ στη συνέχεια ερωτώμενη αν είπε στον παπά ότι ήταν ψέματα και η μάμα της είπε να να πει αυτά τα πράγματα, απάντησε «Δεν μου είπε η μάμα». Ακολούθως δεν απάντησε σε καμία άλλη έρωτηση του συνηγόρου, παρά μόνον έγνεψε αρνητικά, όταν ερωτήθηκε αν τη μέρα που πήγαν στα άλογα και τους έπιασε φαγούρα, είπε του παπά ότι η μάμα λέει ψέματα και επίσης έγνεψε καταφατικά όταν ερωτήθηκε αν θυμάται όταν την ρώτησε η κυρία στο Σπίτι του Παιδιού πριν από καιρό και έγραφαν στην τηλεόραση. Εν τέλει, καθώς δεν απαντούσε στις ερωτήσεις και έγνεψε καταφατικά όταν ρωτήθηκε από τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής αν επιθυμεί να διακοπεί η διαδικασία, η κατάθεσή της τερματίστηκε. Η M.K.4, είναι κοινωνική λειτουργός και εργάζεται στο Σπίτι του Παιδιου. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της (Έγγραφο Ε), στην οποία αναφέρει ότι στις 26.10.22 συνυπέγραψε την γραπτή συγκατάθεση που έδωσε η Μ.Κ.6, προς λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από την Παραπονούμενη (τεκμήριο 1) και ότι κατά τη διάρκεια της κατάθεσης βρισκόταν σε διπλανό δωμάτιο και παρακολουθούσε. Με τη δια ζώσης μαρτυρία της, εξήγησε τον ρόλο της γενικά ως κοινωνική λειτουργός στο Σπίτι του Παιδιού αλλά και ειδικότερα κατά τον χρόνο που λαμβανόταν η οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης. Σε σχέση με τα προσόντα και εμπειρία της, υιοθέτησε τα όσα αναφέρονται στο βιογραφικό της σημείωμα (Έγγραφο ΣΤ). Εξήγησε περαιτέρω, την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Παραπονούμενη την ημέρα που λήφθηκε η οπτικογραφημένη της κατάθεση αλλά και πόσες προσπάθειες είχαν προηγηθεί και γιατί δεν είχε μέχρι τότε γίνει κατορθωτή η λήψη της, ποια η σχέση της Παραπονούμενης με την Μ.Κ.6 και κατά πόσο, μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης της Παραπονούμενης, η ίδια εξακολούθησε να έχει επικοινωνία τόσο μαζί της, όσο και με την Μ.Κ.
- Η αντεξέταση της, περιστράφηκε αρχικά γύρω από το κατά πόσο, προ της λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης, ενημερώθηκε και ο πατέρας της τελευταίας (Μ.Υ.2) και αν ναι, τι της ανέφερε, με την ίδια να απαντά καταφατικά, περιγράφοντας τον τελευταίο, ως μη συνεργάσιμο και την όλη επικοινωνία πολύ δύσκολη. Επί τούτου, της υπεβλήθη η θέση πως ο λόγος που συγκρούστηκε με τον Μ.Υ.2 ήταν γιατί προσπάθησε να του υποβάλει πως οι αναφορές της Παραπονούμενης ήτο αληθείς, υποβολή την οποία δεν αποδέχθηκε, αναφέροντας πως ούτε και η ίδια μπορεί να το γνωρίζει αυτό. Ερωτηθείσα, στη συνέχεια, για ποιο λόγο πιστεύει ότι η Παραπονούμενη δυσκολεύτηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις κατά τη διάρκεια της κατάθεσης της και σε κάποιες δεν απάντησε, ανέφερε ως πιθανούς λόγους την μικρή ηλικία της, το στρες που υπάρχει στο νέο περιβάλλον και στη διαδικασία, και το γλωσσικό επίπεδο του παιδιού. Ως προς το κατά πόσο μπορεί τούτο να οφείλεται στο ότι υποβλήθηκε στο παιδί να λέει αυτά τα πράγματα, ανέφερε πως δεν μπορεί να γνωρίζει αλλά δεν μπορεί να το αποκλείσει. Περαιτέρω, αντεξετάστηκε σε σχέση με τις πρώτες τρεις προσπάθειες που έγιναν για να της ληφθεί η κατάθεση και εξήγησε ότι διέκοπταν τη διαδικασία όταν το παιδί δυσκολευόταν για να μην στρεσάρουν και να μην πιέσουν το παιδί, διαφωνώντας με τη θέση που της τέθηκε ότι το παιδί πιεζόταν για 9-10 μήνες να δώσει κατάθεση. Αντεξετάστηκε επίσης, σε σχέση με τους λόγους που επιλέγονταν οι συγκεκριμένες ημερομηνίες, ποιες ενέργειες είχαν στο μεταξύ μεσολαβήσει και εάν κατά το πιο πάνω διάστημα, η Παραπονούμενη είχε επαφή με τον Μ.Υ.
- Περιπλέον, αντεξετάστηκε ως προς το γιατί δεν επενέβη, για να διευκρινίσει τι εννοούσε η Παραπονούμενη ενόσω έδιδε την κατάθεση της, όταν είπε στην Μ.Κ.8, «μόνο δύο να πω είπε η μάμα», με την ίδια να εξηγεί τους λόγους που, παρά το ότι άκουσε την εν λόγω αναφορά της Παραπονούμενης, δεν ενδείκνυτο να παρέμβει, διαχωρίζοντας τον ρόλο του κοινωνικού λειτουργού, ο οποίος για τις ενέργειες του, ακολουθεί το Πρωτόκολλο Διαδικασιών του Σπιτιού του Παιδιού (Τεκμήριο 17), απ' αυτόν του εξεταστή της υπόθεσης. Η Μ.Κ.5, είναι η μητρική γιαγιά της Παραπονούμενης και κατ' αρχάς υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ημερομηνίας 24.2.2022 (Έγγραφο Ζ), στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Παραπονούμενη, στα μέσα Δεκεμβρίου 2021 της ανέφερε πως κακοποιείται σεξουαλικά από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος την πήρε στον κήπο του σπιτιού, της κατέβασε το παντελονάκι και το βρακάκι της και την χάιδευε με τα δάκτυλα του στο γεννητικό της όργανο. Ακολούθως, αναφέρει ότι η ίδια ενημέρωσε τον σύζυγο της όταν επέστρεψε στο σπίτι για το τι της λέχθηκε, ο οποίος με τη σειρά του επικοινώνησε με την κόρη τους (Μ.Κ.6) και της το ανέφερε. Εξηγεί περαιτέρω πως, επειδή η Μ.Κ.6 θα καθυστερούσε να επιστρέψει στο σπίτι, επικοινώνησε η ίδια με τον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης και επειδή της αναφέρθηκε ότι για να γίνει καταγγελία θα έπρεπε να είναι παρούσα και η Μ.Κ.6, μετέβη την επομένη εκεί μαζί με την Μ.Κ.6, απ' όπου τους παρέπεμψαν στο ΤΑΕ Αμμοχώστου στο οποίο μετέβησαν την επόμενη ημέρα και υπέβαλαν καταγγελία. Εκεί τους αναφέρθηκε πως θα ειδοποιούνταν από το Αρχηγείο Αστυνομίας και το Σπίτι του Παιδιού ώστε να μεταφέρουν την Παραπονούμενη για να τη δουν και όταν αυτό έγινε κάποιες ημέρες μετά, η Παραπονούμενη δεν ήθελε να μιλήσει. Αναφέρει επίσης πως το μωρό σε ακόμα μια περίπτωση, χωρίς να θυμάται πότε ακριβώς, της είχε πει πως ο Κατηγορούμενος την πήρε στο κρεβάτι και της πείραξε το πουλάκι της. Στην δια ζώσης μαρτυρία της, κλήθηκε να περιγράψει ακριβώς πως και τι της ανέφερε η Παραπονούμενη και περιέγραψε με λεπτομέρεια τη στιχομυθία που είχαν, προσθέτοντας ότι βρισκόταν και ο σύζυγος της στο σπίτι και πως λίγο πιο μετά, είναι η ίδια που ειδοποίησε την Μ.Κ.
- Κληθείσα να εξηγήσει για ποιο λόγο οι λεπτομέρειες που παρέθεσε δεν περιλαμβάνονται στην κατάθεση της, ως επίσης και γιατί επιμέρους γεγονότα διαφέρουν όπως εξιστορήθηκαν, αποτέλεσε θέση της πως δεν ήξερε ότι έπρεπε να αναφερθεί με τόση λεπτομέρεια στην κατάθεση της και επιπλέον ντρεπόταν να πει και να δείξει ό,τι η Παραπονούμενη της είπε και της έδειξε και ήταν η πρώτη φορά που μετέβαινε σε Αστυνομικό σταθμό για σκοπούς λήψης κατάθεσης. Σε σχέση με τις διαφορές που προέκυψαν από την κατάθεση και τη δια ζώσης μαρτυρία της, ενέμεινε στην ορθότητα των όσων είπε στο δικαστήριο, μιας και τώρα ανέφερε, θυμάται καλύτερα τα γεγονότα όπως έγιναν εκείνη την ημέρα. Περιπλέον των πιο πάνω, αναφέρθηκε στη σχέση της με την Παραπονούμενη και τη συμπεριφορά της τελευταίας η οποία επεσήμανε η Μ.Κ.5, παρά το ότι είναι ομιλητικό παιδί, στην προκειμένη περίπτωση δεν μιλούσε γιατί ο Κατηγορούμενος την απειλούσε. Επ' αυτού, παρέπεμψε σε συγκεκριμένο περιστατικό που της ανάφερε η Παραπονούμενη, το οποίο έλαβε χώρα κάποιους μήνες μετά την καταγγελία για σεξουαλική κακοποίηση, εφόσον η Παραπονούμενη εξακολουθούσε να επισκέπτεται τον πατέρα της στο σπίτι του Κατηγορούμενου όπου διέμενε, με βάση διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Για το περιστατικό αυτό δεν προέβη σε καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου γιατί ήταν κάτι που έπραξε η Μ.Κ.
- Εξήγησε τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες γνώρισε την Μ.Κ.2, αποδεχόμενη ότι της είχε μεταφέρει αυτά που της είπε η Παραπονούμενη σε σχέση με την κακοποίηση της, αναφέροντας επιπλέον πως η Μ.Κ.2 ήταν ήδη ενήμερη. Η ίδια της μετέφερε τα πιο πάνω, μετά από 2-3 επισκέψεις, εφόσον την Παραπονούμενη την μετέφερνε η ίδια στην Μ.Κ.2 επειδή η Μ.Κ.6 εργαζόταν. Αναφέρθηκε επίσης, σε ακόμη μία αναφορά της Παραπονούμενης, αρκετούς μήνες μετά την καταγγελία, ότι ο Κατηγορούμενος δεν σταμάτησε ποτέ να την παρενοχλεί, εξηγώντας πότε και πως αυτή προέκυψε, γεγονός το οποίο επίσης δεν κατήγγειλε στην Αστυνομία διότι δεν θεώρησε ότι έπρεπε κάθε φορά που της έλεγε κάτι καινούριο η Παραπονούμενη, να το αναφέρει στην Αστυνομία. Η τρίτη αυτή αναφορά, προέκυψε ένα βράδυ αργά, όταν της τηλεφώνησε η Μ.Κ.6 λέγοντας της ότι η Παραπονούμενη είχε ξυπνήσει τρομοκρατημένη και έκλαιγε, οπότε και της ζήτησε να μεταβεί στο διαμέρισμα τους. Όταν μετέβη εκεί, η Μ.Κ.6 της ανάφερε τι έγινε με την Παραπονούμενη και τι η τελευταία της είπε και αποφάσισαν προκειμένου να την ηρεμήσουν, να την μεταφέρει στο δικό της σπίτι. Καθ' οδόν προς το σπίτι της Μ.Κ.5 και ενόσω βρίσκονταν στο αυτοκίνητο, η Παραπονούμενη της είπε ότι ο Κατηγορούμενος δεν σταμάτησε ποτέ να την παρενοχλεί. Τέλος, αναφέρθηκε στις σχέσεις της με τον Κατηγορούμενο πριν τις εν λόγω αναφορές, όπως και για τις σχέσεις που είχε με τον Μ.Υ.2 πριν και μετά τις αναφορές αυτές. Αντεξετάστηκε, μεταξύ άλλων, σε σχέση με τη συχνότητα που η Παραπονούμενη διέμενε στο δικό της σπίτι, και κατά πόσο τον Δεκέμβριο του 2021, υπήρχε σε ισχύ διάταγμα επικοινωνίας του Μ.Υ.2 με την Παραπονούμενη, για να της υποβληθεί πως κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα, δεν υπήρχε σε ισχύ τέτοιο διάταγμα και ότι η επικοινωνία που είχε ο Μ.Υ.2 με την Παραπονούμενη ήταν στις αρχές Δεκεμβρίου του 2021 και όχι στα μέσα ως ανέφερε στην κατάθεση της και πως η καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου, υπεβλήθη στις αρχές Δεκεμβρίου ή και πιο πριν και όχι περί τα μέσα Δεκεμβρίου ως ήταν η θέση της. Της υπεβλήθη επίσης, πως ακόμη και για το ποιος ενημέρωσε την Μ.Κ.6, υπάρχουν αντιφάσεις στην κατάθεση της, εν συγκρίσει με το τι ανέφερε στο Δικαστήριο, γεγονός για το οποίο η ίδια αποδέχθηκε ότι στην κατάθεση της ενδεχομένως να έκανε λάθος και πως είναι η ίδια που επικοινώνησε εκείνη την ημέρα με την Μ.Κ.
- Περαιτέρω, αντεξετάστηκε ως προς τις συγκεκριμένες αναφορές που ισχυρίστηκε ότι προέβη το παιδί και ακόμη ερωτήθηκε κατά πόσο γνωρίζει εάν η Μ.Κ.6 είχε ζητήσει από τον Μ.Υ.2 πριν το διαζύγιο τους, να διεξαχθεί τεστ πατρότητας και εάν ναι, ποιος ήταν ο λόγος καθώς και για ποιο λόγο επέτρεψαν στην Παραπονούμενη, μετά την υποβολή της καταγγελίας για σεξουαλική κακοποίηση της από τον Κατηγορούμενο, να μεταβαίνει με τον Μ.Υ.2 στο σπίτι του, στο πλαίσιο της επικοινωνίας τους και κατά πόσο αυτό το γεγονός, το είχαν γνωστοποιήσει στην Μ.Κ.2, η οποία αξιολογούσε την ψυχική κατάσταση της Παραπονούμενης τον δεδομένο χρόνο. Επί τούτου, της υπεβλήθη πως ο λόγος που επέτρεπαν να μεταβαίνει η Παραπονούμενη στην οικία του Κατηγορούμενου, ήταν γιατί γνώριζαν ότι ουδέποτε την κακοποίησε, αφού ήταν ψέματα τα οποία επινόησαν οι ίδιες και τα όσα εν τέλει ανάφερε η Παραπονούμενη στην κατάθεση της, της τα υπέβαλλαν για 3 χρόνια μέχρι να τα πει, με την ίδια να αναφέρει πως ουδέποτε θα έβαζε την Παραπονούμενη σε αυτή την διαδικασία και πως ένα παιδί που δεν έζησε όσα περιέγραψε η Παραπονούμενη, δεν θα ήταν σε θέση να τα εξιστορήσει. Για τις επισκέψεις της στο σπίτι του Κατηγορούμενου, αποτέλεσε θέση της πως είχε συμβουλέψει την Μ.Κ.6 η επικοινωνία της Παραπονούμενης με τον Μ.Υ.2 να ασκείται κάπου αλλού, ωστόσο δεν μπορούσε να επέμβει περισσότερο, μιας και κηδεμόνας ήταν η Μ.Κ.6 και όχι η ίδια. Αντεξετάστηκε περαιτέρω, σε σχέση με την αναφορά της ότι η Παραπονούμενη της είπε πως ο Κατηγορούμενος την απειλεί ότι θα τη σκοτώσει, δείχνοντας της βίντεο στο κινητό του για να της υποβληθεί πως και αυτή η αναφορά είναι σκηνοθέτημα τους με την Μ.Κ.6 και τούτο διότι το κινητό του Κατηγορούμενου δεν έχει τη δυνατότητα να αναπαράγει βίντεο, γεγονός που διαπίστωσε και η Αστυνομία όταν διερεύνησε την σχετική καταγγελία. Η ίδια επί τούτου δεν γνώριζε οτιδήποτε διότι ως είπε, την καταγγελία την είχε υποβάλει η Μ.Κ.
- Αποτέλεσε θέση του συνηγόρου υπεράσπισης προς την Μ.Κ.5 πως ο λόγος που επινόησαν δήθεν σεξουαλική κακοποίηση της Παραπονούμενης από τον Κατηγορούμενο, ήταν για να στερήσουν από τον Μ.Υ.2 την επικοινωνία με την Παραπονούμενη, αφού η ίδια ήταν ιδιαίτερα δεμένη συναισθηματικά μαζί του, υποβολή την οποία η Μ.Κ.5 δεν αποδέχθηκε λέγοντας πως ακόμη και λίγες ημέρες πριν, ο Μ.Υ.2 βρισκόταν μαζί τους στο πάρτι γενεθλίων της Παραπονούμενης. Άλλα σημεία της αντεξέτασης της, ήταν το κατά πόσο, μετά τις ισχυριζόμενες αναφορές της Παραπονούμενης για σεξουαλική κακοποίηση της, επικοινώνησαν τόσο με τον παιδίατρο που την παρακολουθούσε, όσο και με άλλο παιδίατρο αργότερα, ο οποίος τους ανάφερε πως δεν διαπίστωσε οτιδήποτε, ποιες ήταν οι σχέσεις τους με τον Κατηγορούμενο και κατά πόσο κατά τη διάρκεια του γάμου του Μ.Υ.2 με την Μ.Κ.6, τους έδιωξε από το σπίτι της και διέμεναν στο σπίτι του Κατηγορούμενου, καθώς και για τις σχέσεις της Παραπονούμενης με τον Μ.Υ.
- Η Μ.Κ.6, είναι η μητέρα της Παραπονούμενης. Υιοθέτησε το περιεχόμενο των καταθέσεων που έδωσε στην Αστυνομία στις 24.2.22, 2.9.22 και 25.9.23 (Έγγραφα Η, Θ και Ι αντίστοιχα). Στο Έγγραφο Η, αναφέρεται μεταξύ άλλων, στο πως περιήλθε εις γνώση της, η ισχυριζόμενη σεξουαλική κακοποίηση της Παραπονούμενης, λέγοντας πως για τούτο, ενημερώθηκε από την Μ.Κ.5 στις 16.12.21 τηλεφωνικώς, ενόσω βρισκόταν στην εργασία της. Την επόμενη ημέρα, όταν είδε την Παραπονούμενη, την είχε ρωτήσει πως είχε περάσει με τον Μ.Υ.2 οπότε η Παραπονούμενη είπε και στην ίδια πως ο Κατηγορούμενος, την είχε πάρει «πίσω στα λουλούδια» και αφού της κατέβασε το βρακί, την άγγιξε «στο πουττή», υποδεικνύοντας της με το δάκτυλο της, το σημείο του γεννητικού της οργάνου. Αυτό το πράγμα της το είχε αναφέρει η Παραπονούμενη ακόμη δύο φορές, χωρίς όμως να ρωτήσει κάτι σχετικά με αυτό. Στο Έγγραφο Θ, αναφέρεται σε ένα περιστατικό που έγινε τα ξημερώματα της 1.9.22 όπου η Παραπονούμενη, ενώ κοιμόταν στο υπνοδωμάτιο της, στο διαμέρισμα τους, ξύπνησε τρομοκρατημένη και έκλαιγε και φώναξε τρεις φορές «πονώ». Την ρώτησε τι έγινε και κλαίγοντας της είπε πως ο Κατηγορούμενος δεν σταμάτησε ποτέ να «μου πιάνει το πουττί μου», προσθέτοντας «πονώ το πουττί μου». Ακολούθως, ρωτώντας την ξανά τι έγινε, της είπε πως ο Κατηγορούμενος, έβαλε το χέρι του και την άγγιξε στο γεννητικό της όργανο και κατέβασε τα ρούχα του μέχρι τα γόνατα και έπιασε το χέρι της και το έβαλε πάνω στο πουλί του. Το εν λόγω περιστατικό, ως της ανάφερε η Παραπονούμενη, έγινε στο κρεβάτι όταν ο Μ.Υ.2 έλειπε στην δουλειά του. Επίσης, το παιδί της ανέφερε να μην πάει ούτε η ίδια ούτε η Μ.Κ.5 στον Κατηγορούμενο γιατί θα τους κάνει τα ίδια. Αυθημερόν, η μητέρα της (Μ.Κ.5) μετέφερε την Παραπονούμενη στην παιδίατρο Ε.Ε., όπου την εξέτασε και διαπίστωσε ερυθρότητα στα γεννητικά όργανα, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει από που προήλθε. Στο Έγγραφο Ι, αναφέρεται μεταξύ άλλων, στο ιστορικό της αναφοράς της Παραπονούμενης για σεξουαλική κακοποίηση της από τον Κατηγορούμενο καθώς και ότι η υπόθεση εναντίον του, είχε καταχωρηθεί και ήταν ορισμένη τον Οκτώβριο, προσθέτοντας ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που της είχε αναφέρει η Παραπονούμενη ότι την πείραζε σεξουαλικά ο Κατηγορούμενος αλλά δεν την πήρε στα σοβαρά την προηγούμενη φορά και ότι εναντίον του Κατηγορούμενου υπήρχε διάταγμα αποκλεισμού για να μην πλησιάζει την Παραπονούμενη. Επίσης, ανέφερε ότι επειδή η ίδια σταμάτησε να δίνει την Παραπονούμενη στον Μ.Υ.2 γιατί φοβόταν μήπως την ξαναπάρει στον Κατηγορούμενο, επενέβη το γραφείο ευημερίας και εισηγήθηκε όπως ο Μ.Υ.2 βλέπει το παιδί σε ουδέτερο χώρο στην παρουσία λειτουργού του γραφείου ευημερίας, για σκοπούς πρόληψης, όπως και έγινε μέχρι και τον Ιούλιο του
- Μετέπειτα, κρίθηκε από το γραφείο ευημερίας ότι δεν χρειαζόταν να παρίσταται πλέον λειτουργός, κατά την εκτέλεση του διατάγματος επικοινωνίας από τον Μ.Υ.2 οπότε η ίδια, πιστεύοντας ότι όλα ήταν εντάξει, αποδέχθηκε την απρόσκοπτη εκτέλεση του διατάγματος στο οποίο υπήρχε όρος όπως ο Μ.Υ.2, μην μεταβαίνει εκτός της επαρχίας Λάρνακας. Στη συνέχεια δε αναφέρει πως όταν την 21.9.23, πήρε η ίδια την Παραπονούμενη από το σχολείο, σε ερώτηση που της έκανε ως προς το πως πέρασε, η τελευταία της είπε πως πέρασε καλά και πως έκανε μια ζωγραφιά, η οποία ως της εξήγησε απεικόνιζε την ίδια και τον Κατηγορούμενο, όταν αυτός την βάζει να αγγίζει το πουλί του και δεν της αρέσει και κλαίει. Λίγο αργότερα, της ζήτησε να παίξουν το παιχνίδι της αλήθειας το οποίο έπαιζαν συχνά, κατά τη διάρκεια του οποίου τη ρώτησε αν θέλει να της πει κάτι, με την Παραπονούμενη να της λέει πως όταν ο Μ.Υ.2 την πήρε στο σπίτι του Κατηγορούμενου, την κτύπησε στα χέρια αλλά δεν είδε κάποιο μώλωπα πάνω της. Όμως μια άλλη φορά κατά το παρελθόν είδε τα χέρια της να είναι κόκκινα όταν της την έφερε ο Μ.Υ.2 και υπέθεσε πως ίσως είναι από το παιχνίδι. Μετά ρώτησε την Παραραπονούμενη γιατί την κτύπησε ο Μ.Υ.2 και της ανέφερε ότι του είχε πει ότι ο παππούς την πείραξε στα γενννητικά όργανα και τότε της είπε πως αυτά είναι ψέματα της μάμας και να μην την πιστεύει. Στη συνέχεια η ανήλικη της είπε ότι ο Μ.Υ.2 την πήρε ξανά στο σπίτι του Κατηγορούμενου «μετά που έφυγε η κοπέλα», εννοώντας τη λειτουργό του γραφείου ευημερίας και όταν η ίδια τη ρώτησε τι έκανε όταν πήγε στο σπίτι του Κατηγορούμενου, της είπε πως ο τελευταίος, «της έδειξε ένα βίντεο στο οποίο ήταν ένα παιδάκι το οποίο δεν γνώριζε μαζί με τον Λ.[8] και στο οποίο ο Λ... πείραζε το παιδάκι στα γεννητικά του όργανα και της είπε ότι τώρα αυτό το παιδάκι πέθανε και το ίδιο θα πάθεις και εσύ.» Ως αναφέρει δε, μετά από αυτό έπαθε σοκ και κανόνισε να ληφθεί οπτικογραφημένη κατάθεση από το παιδί, ως επίσης κατήγγειλε τον Μ.Υ.2 γιατί πριν πάρει την Παραπονούμενη σχολείο της είπε στο αυτοκίνητο ότι την επηρεάζει και της είπε να μην πει κάτι «στην κοπέλα» για τον παππού της. Τέλος, αναφέρει πως θέλει να είναι καλά το μωρό και να μην τους ξαναπλησιάσει γιατί δεν τους εμπιστεύεται και τους φοβάται ότι μόνο κακό μπορούν να κάνουν στο μωρό. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, κλήθηκε να εξηγήσει εάν τα όσα αναφέρονται στις καταθέσεις της ημερ. 24.2.22 και 2.9.22 (Έγγραφα Η και Θ) είναι λόγια ή φράσεις που χρησιμοποίησε η Παραπονούμενη και εάν εν τέλει της έδειξε ή της είπε, με την ίδια να επιβεβαιώνει πως της υποδείχθηκαν και της λέχθηκαν από την Παραπονούμενη, όσα περιγράφει στις εν λόγω καταθέσεις. Ερωτήθηκε πότε χρονικά τοποθετεί τις άλλες 2 φορές που λέει στην κατάθεση της ότι της αναφέρθηκε από την Παραπονούμενη ότι ο Κατηγορούμενος την παρενοχλούσε και δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πότε αυτές έγιναν καθότι το μόνο που θυμόταν ήταν ότι της ειπώθηκαν τα πιο πάνω άλλες 2 φορές. Ερωτηθείσα τι ακριβώς της είπε η Παραπονούμενη όταν ξύπνησε τρομαγμένη τα ξημερώματα της 1.9.22, περιέγραψε με λεπτομέρεια την στιχομυθία που είχαν, λέγοντας επιπρόσθετα πως είχε ρωτήσει την Παραπονούμενη, προκειμένου να εξακριβώσει εάν όσα της έλεγε ήταν αλήθεια, πως έμοιαζε το πουλί του Κατηγορούμενου, με την Παραπονούμενη να της αναφέρει μεταξύ άλλων πως είχε κάτι επάνω του σαν σκουληκάκια. Κληθείσα να εξηγήσει γιατί τα πιο πάνω, δεν εντοπίζονται στην κατάθεση της, η ίδια είπε πως ήταν τόσο πολύ σοκαρισμένη όταν έδιδε την κατάθεση που δεν μπορούσε να αναφέρει όλες τις πιο πάνω λεπτομέρειες. Παρόντες είπε στο περιστατικό της 1.9.22 ήταν τόσο ο μέλλοντας σύζυγος της, όσο και η Μ.Κ.5 γεγονός που δεν ανάφερε επίσης στην κατάθεση της διότι δεν ήξερε ότι θα έπρεπε να αναφερθεί. Από εκείνο το χρονικό σημείο και έπειτα παρατήρησε μεγάλη αλλαγή στην συμπεριφορά της Παραπονούμενης, η οποία ενώ ήταν ένα ομιλητικό και χαρούμενο παιδί, απέκτησε φοβίες, κλείστηκε στον εαυτό της και δεν εκφραζόταν πλέον, γεγονός που έγινε αντιληπτό και στο σχολείο που φοιτούσε. Περιπλέον των πιο πάνω, εξήγησε πως την κατάθεση της ημερομηνίας 25.9.23 πήγε αυτοβούλως στην Αστυνομία να την υποβάλει διότι φοβόταν για τη ζωή της Παραπονούμενης. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει πότε ήταν που σταμάτησε να δίνει στον Μ.Υ.2 την Παραπονούμενη και ακολούθησαν όσα περιγράφει στην εν λόγω κατάθεση, νομίζει πάντως πως οι μετέπειτα επιβλεπόμενες συναντήσεις τους, σταμάτησαν γύρω στο καλοκαίρι. Εξήγησε περαιτέρω, για ποιο λόγο η Παραπονούμενη παρακολουθείτο από την Μ.Κ.
- Αντεξετάστηκε μεταξύ άλλων, ως προς το κατά πόσο, μετά τις αναφορές της Παραπονούμενης, είχαν επισκεφθεί την παιδίατρο Ε.Ε. προκειμένου να εξετάσει την τελευταία και κατά πόσο η εν λόγω παιδίατρος τους είχε αναφέρει πως σε εξατομικευμένη συνομιλία που είχε με την Παραπονούμενη, δεν της αναφέρθηκε οτιδήποτε για κακοποίηση της από τον Κατηγορούμενο. Επί τούτου, αντεξετάστηκε περαιτέρω ως προς τους λόγους που αποφάσισαν ξαφνικά να αλλάξουν παιδίατρο, όταν λίγες ημέρες προηγουμένως, ο πατέρας της Παραπονούμενης (Μ.Υ.2), την είχε μεταφέρει στον παιδίατρο που την παρακολουθούσε μέχρι τότε (Μ.Υ.7), κατόπιν παράκλησης της Μ.Κ.5, για να της υποβληθεί πως ο λόγος ήταν γιατί δεν τους άρεσε το γεγονός πως ο Μ.Υ.7 δεν διαπίστωσε οτιδήποτε κλινικό επί της Παραπονούμενης. Πέραν των πιο πάνω, αντικείμενο της αντεξέτασης αποτέλεσε και το γεγονός καθώς και οι λόγοι που η Μ.Κ.6 είχε ζητήσει από τον Μ.Υ.2 να διενεργήσουν τεστ πατρότητας της Παραπονούμενης, η σχέση τους με τον Μ.Υ.2 κατά τη διάρκεια του γάμου τους και οι σχέσεις της ίδιας και της οικογένειας της με την οικογένεια του Κατηγορουμένου, καθώς και το πότε ακριβώς η Μ.Κ.5 είχε υποβάλει για πρώτη φορά καταγγελία στην Αστυνομία εν σχέσει με τις αναφορές της Παραπονούμενης. Ερωτήθηκε επίσης, με ποιο σκεπτικό και πώς η ίδια δικαιολογούσε το γεγονός πως ενώ υπεβλήθη καταγγελία από την Μ.Κ.5 στις 8.12.21 για σεξουαλική κακοποίηση της από τον Κατηγορούμενο, η ίδια (Μ.Κ.6) στις 26.01.22 αποδέχθηκε την έκδοση διατάγματος με βάση το οποίο, ο Μ.Υ.2 δικαιούτο σε επικοινωνία με την Παραπονούμενη, η οποία εν γνώσει της ασκείτο στο σπίτι του Κατηγορούμενου στο οποίο διέμενε ο Μ.Υ.
- Αποτέλεσε θέση της Μ.Κ.6 πως μέχρι τότε δεν είχε πειστεί, διότι δεν ήθελε να πιστέψει τις αναφορές της Παραπονούμενης και πως πείστηκε για το αληθές των ισχυρισμών της περί τον Σεπτέμβριο το 2022, όταν επεσυνέβη το περιστατικό που ξύπνησε στον ύπνο της η Παραπονούμενη και έκλαιγε, εξ ου και από τότε σταμάτησε να δίνει την Παραπονούμενη στον πατέρα της, μέχρι και τις 28.6.23 που τροποποιήθηκε το αρχικό διάταγμα επικοινωνίας. Της υπεβλήθη πως όλα όσα είχε αναφέρει η Παραπονούμενη στην οπτικογραφημένη της κατάθεση, είναι ψέματα τα οποία σκηνοθέτησε η ίδια και υπέβαλε στην Παραπονούμενη να πει, εξ ου και η τελευταία στην εν λόγω κατάθεση της, ανέφερε σε κάποια στιγμή «μόνο δύο μου είπε να πω η μάμα», με κίνητρο να εκδικηθεί τον Κατηγορούμενο που δεν την ήθελε κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον Μ.Υ.2 και να στερήσει την επικοινωνία του τελευταίου με την Παραπονούμενη. Περαιτέρω, αντεξετάστηκε για την αναφορά της στην Μ.Κ.2 για νυχτερινή ενούρηση της Παραπονούμενης, με την υπεράσπιση να της υποβάλλει ότι λέει ψέματα και ότι πρόκειται για δικό της επινόημα προκειμένου να ξαναπάρει το παιδί σε ψυχολόγο μετά από δύο χρόνια γιατί το παιδί αρνείτο να καταθέσει. Επί τούτου δε, της τέθηκε ότι ο λόγος που αρνείτο το παιδί να δώσει κατάθεση είναι επειδή του υπέβαλλε να λέει ψέματα και ότι υπάρχει ηχογραφημένη συζήτηση του παιδιού με τον πατέρα του (Μ.Υ.2), όπου αναφέρει πως της είπε ότι δεν την πείραξε ο παππούς αλλά δεν την ακούει. Θέση, την οποία απέρριψε και η οποία προκάλεσε την κατάθεση από την Μ.Κ.6 οπτικοακουστικού υλικού (τεκμήριο 18) στο οποίο ως η θέση της επιβεβαιώνετο το γεγονός πως η Παραπονούμενη δεχόταν απειλές από τον Κατηγορούμενο και τον Μ.Υ.
- Στο πλαίσιο της αντεξέτασης της βεβαίως κατατέθηκε και η αναφερόμενη ηχογράφηση (Τεκμήριο Α προς αναγνώριση - μετέπειτα Τεκμήριο 34). Το περιεχόμενο των πιο πάνω τεκμηρίων αποτέλεσε έναυσμα για περαιτέρω αντεξέταση της Μ.Κ.6, με την τελευταία να ισχυρίζεται πως τα όσα ακούγονται στο Τεκμήριο Α προς αναγνώριση ήταν αποτέλεσμα κατεύθυνσης της να τα πει από τον Μ.Υ.
- Τέλος, αντεξετάστηκε σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε τις καταθέσεις της ημερ. 2.9.22 και 25.9.23 (Έγγραφα Θ και Ι), ως επίσης και για ποιο λόγο εν τέλει, απέσυρε τις λοιπές καταγγελίες που είχε εναντίον του Μ.Υ.2 για να της υποβληθεί πως ο λόγος που το έπραξε ήταν με αντάλλαγμα τη συναίνεση του τελευταίου, να της δώσει τη γονική μέριμνα της ανήλικης για την οποία εκκρεμούσε σχετική αίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο αλλά και επειδή επρόκειτο για ψευδείς καταγγελίες. H M.K.7 είναι κλινική ψυχολόγος στο Σπίτι του Παιδιού και προέβη σε ψυχολογική αξιολόγηση της Παραπονούμενης κατόπιν παραπομπής της στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Σε σχέση με τα προσόντα, την εκπαίδευση και την εμπειρία της, κατέθεσε βιογραφικό σημείωμα (Έγγραφο ΙΑ). Κατέθεσε επίσης την έκθεση που ετοίμασε μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης της (Εγγράφο ΙΒ). Στην έκθεση της, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε, αναφέρεται στην παραπομπή της ανήλικης για ψυχολογική αξιολόγηση, στην συγκατάθεση που λήφθηκε από τους γονείς της για την διεξαγωγή της αξιολόγησης και στην πορεία της συνεργασίας. Σημειώνει δε ότι τα ευρήματα της αξιολόγησης προκύπτουν από τις ψυχοδιαγνωστικές συνεντεύξεις με την ανήλικη[9], καθώς επίσης και από το σύνολο των πληροφοριών από τους γονείς σχετικά με το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό της ανήλικης, και αναφέρει ότι η μητέρα ενημερώθηκε για τα πορίσματα και τις εισηγήσεις που προκύπτουν από την αξιολόγηση στις 21.11.22, ενώ η συνάντηση με τον πατέρα στις 16.11.22 διακόπηκε από τον ίδιο και δεν συνεργάστηκε για τα αποτελέσματα της αξιολόγησης. Στη συνέχεια αναφέρεται στο ιστορικό του παιδιού και ακολουθούν τα κλινικά της ευρήματα. Ως προκύπτει από την ενότητα κλινικά ευρήματα, η ανήλικη, η οποία κατά την αξιολόγηση ήταν 4 ετών, ήταν γενικά ένα φυσιολογικό παιδί για την ηλικία της, όμως παρατηρήθηκε να εμφανίζει ψυχικές αντιδράσεις που σχετίζονταν με τα ψηλά επίπεδα συγκρούσεων στη σχέση των γονέων - φάνηκε να ήταν μάρτυρας σε λεκτικούς και σωματικούς διαπληκτισμούς ανάμεσα στους γονείς. Όσον αφορά τα καταγγελθέντα περιστατικά, ενώ αρχικά φάνηκε να διστάζει κατά τις αφηγήσεις της, τελικά αναφέρθηκε σε αγγίγματα από τον πατρικό παππού στα γεννητικά όργανα, δείχνοντας την κίνηση σε κούκλα. Επίσης ανέφερε ότι ο παππούς έβαλε το χέρι της στο δικό του γεννητικό όργανο. Το παιδί ανέφερε ακόμη ότι αυτό έγινε πολλές φορές, χωρίς ωστόσο να μπορεί να το προσδιορίσει χρονικά λόγω του ηλικιακού της σταδίου, και ότι τα περιστατικά γίνονταν στο χωράφι που έχει ζωάκια και πήγαινε με τον παππού της. Για λόγους που εξηγεί δε[10], τα παραπάνω περιστατικά φάνηκε να μην έχουν γίνει αντιληπτά στο παιδί ως πιθανή σεξουαλική κακοποίηση και για το λόγο αυτό δεν παρουσίασε οποιαδήποτε στην συμπτωματολογία σχετιζόμενη με τα περιστατικά. Κατά την περαιτέρω εξέταση της, μεταξύ άλλων, επεξήγησε τι είναι οι ψυχοδιαγνωστικές συνεντεύξεις τις οποίες πραγματοποίησε προκειμένου να αξιολογήσει την Παραπονούμενη καθώς και την σημαντικότητα της λήψης του ιστορικού της τελευταίας από τους δύο γονείς, το οποίο καταγράφει στην έκθεση της. Ως προς τούτο, εξήγησε περαιτέρω και τον λόγο που καταγράφει στην έκθεση της ότι ο Μ.Υ.2 δεν ήταν συνεργάσιμος, με αποτέλεσμα οι μεταξύ τους συναντήσεις να διακοπούν καθώς και τη σημασία που ενδεχομένως η πιο πάνω συμπεριφορά να είχε επί της Παραπονούμενης. Επίσης, αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετώπισε το παιδί για να δώσει οπτικογραφημένη κατάθεση και εξήγησε ότι αυτός είναι ο λόγος που ζητήθηκε η αξιολόγηση του, για να δουν αναλόγως των ευρημάτων πως θα συνέχιζε μετά η Αστυνομία στο κομμάτι της διερεύνησης. Ως ανέφερε δε, γνωρίζει πως μετά την τελευταία τους συνάντηση που είχε κάνει τις αναφορές το παιδί, η Αστυνομία ενημερώθηκε άμεσα από την ίδια και διευθετήθηκε άμεσα η οπτικογραφημένη κατάθεση. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετώπισε στην αρχή των συναντήσεων τους με την Παραπονούμενη, στις ψυχικές αντιδράσεις και στην ψυχική αναστάτωση του παιδιού που αναφέρονται στην έκθεση της, καθώς και στην αυθόρμητη αποκάλυψη των περιστατικών που καταγγέλθηκαν, κατά την τελευταία τους συνάντηση, στο πλαίσιο της συζήτησης που είχε με το παιδί για την μη ύπαρξη επικοινωνίας με τον πατέρα το επίδικο διάστημα. Ως προς το τι συγκεκριμένα της ανέφερε το παιδί, παραθέτουμε αυτούσιο το απόσπασμα από τη μαρτυρία της: «Οπόταν το παιδί πάνω σε εκείνη τη συζήτηση, μου ανέφερε ότι δεν βλέπει τον πατέρα της εξαιτίας αυτού που έγινε, οπόταν ρωτήθηκε τι ήταν αυτό που έγινε, και το παιδί μου είχε αναφέρει ότι «Ο παππούς άγγιξε το πουλάκι μου» συγκεκριμένα και «Ότι έβαλε το χέρι μου πάνω στην πουλλού του» απλά επειδή ρώτησα σε ποιον χώρο έγιναν αυτά τα περιστατικά, μου ανέφερε ότι ήταν στο χωράφι που είχε ζωάκια και πάει με τον παππού της. » Επεξήγησε επίσης γιατί δεν μπορούμε να εξακριβώσουμε τι σημαίνει η αναφορά του παιδιού ότι έγινε «πολλές φορές» και τους λόγους που η ίδια θεωρεί πως όσα της είπε η Παραπονούμενη δεν προκύπτει να ήταν υποβολιμαία από άλλο πρόσωπο, ενώ τέλος αναφέρθηκε στο κατά πόσο είναι αναμενόμενο και πότε ένα θύμα σεξουαλικής κακοποίησης της ηλικίας της Παραπονούμενης, να αποκαλύψει το τι του συμβαίνει και εάν είναι απαραίτητη η ανάπτυξη συμπτωματολογίας, κάτι που ως καταγράφει στην έκθεση της, δεν εντόπισε στην Παραπονούμενη. Η Μ.Κ.7, αντεξετάστηκε ουσιαστικά επί του περιεχομένου της έκθεσης που συνέταξε, ερωτώμενη εάν προ της ψυχολογικής αξιολόγησης που διεξήγαγε, ήταν ενήμερη για ό,τι είχε προηγηθεί τόσο επί της ουσίας των γεγονότων όσο και διαδικαστικά, ως επίσης και τον λόγο που η αξιολόγηση διεξήχθη, πολλούς μήνες μετά την υποβολή της καταγγελίας, για να της υποβληθεί πως ο λόγος ήταν για να πείσει η ίδια την Παραπονούμενη να δώσει οπτικογραφημένη κατάθεση, κάτι το οποίο δεν είχε καταστεί δυνατό τους προηγούμενους μήνες. Η μάρτυρας δε, διαφώνησε πως υπήρξε σύγκρουση μεταξύ της ίδιας και του Μ.Υ.2 αλλά και ότι η ίδια προσπάθησε να τον πείσει πως συνέβησαν αυτά που είπε το παιδί, με την ίδια να εξηγεί πως δεν είναι δική της δουλειά να πείσει κάποιον γονέα ότι το παιδί έχει κακοποιηθεί και πως ο τελευταίος ήταν αντιδραστικός όταν ενημερώθηκε για τις αναφορές της Παραπονούμενης και ότι έγινε συζήτηση μαζί του για τις ανησυχίες του, αλλά σηκώθηκε και έφυγε. Αντεξετάστηκε περαιτέρω ως προς το γιατί χρησιμοποιεί στην έκθεση της την φράση «πιθανή σεξουαλική κακοποίηση», αλλά και για το κατά πόσο ήταν σημαντικό για την ίδια να γνωρίζει εάν η Παραπονούμενη, την περίοδο που έγινε η καταγγελία και έπειτα, επισκεπτόταν το σπίτι του Κατηγορούμενου, με την ίδια να εξηγεί για το πρώτο ζήτημα πως η λέξη «πιθανή», χρησιμοποιείται διότι δεν είναι της δικής της αρμοδιότητας η εξέταση του κατά πόσο έγινε ή όχι μια πράξη μιας και η αποστολή της ίδιας ήταν η ψυχολογική αξιολόγηση της Παραπονούμενης, ενώ για το δεύτερο ζήτημα ανέφερε πως αυτό δεν είχε σημασία για την ίδια εφόσον σημασία είχε η ψυχική κατάσταση του παιδιού την περίοδο της αξιολόγησης και όχι τι μπορεί να συνέβηκε κάποιους μήνες πριν, αλλά αυτό που γνώριζε είναι πως την περίοδο της αξιολόγησης, η μητέρα απαγόρευε τις συναντήσεις για να μην υπάρχει αυτή η επαφή. Της υπεβλήθη επίσης πως κακώς η ίδια δεν παρέπεμψε την Παραπονούμενη για εξέταση από παιδοψυχίατρο, κάτι το οποίο όφειλε να πράξει ένεκα των όσων είχαν προηγηθεί τους προηγούμενους 10 μήνες, με την ίδια να απαντά πως δεν εντόπισε οτιδήποτε που να κρίνετο απαραίτητη η παραπομπή της σε παιδοψυχίατρο και εν πάση περιπτώσει η ψυχολόγος είναι εξίσου αρμόδια να κάνει την αξιολόγηση. Πέραν των πιο πάνω, κλήθηκε να σχολιάσει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 34[11] (ηχογραφημένη συζήτηση του Μ.Υ.2 με την Παραπονούμενη) αλλά και την οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης, υπό την ιδιότητα της ως ψυχολόγος, ερωτώμενη κατά πόσο, με βάση το περιεχόμενο των όσων άκουσε, εξακολουθεί να πιστεύει πως οι αναφορές της Παραπονούμενης στην ίδια, ήταν αυθόρμητες ή ήταν λόγια που της υποβλήθηκαν να τα πει. Η Μ.Κ.8, η οποία είναι αστυφύλακας και την επίδικη περίοδο εργαζόταν στον Kλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε (Έγγραφο ΙΓ). Εις αυτήν αναφέρει ότι στις 26.10.22, έλαβε την οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης που δόθηκε από τη μητέρα της (Μ.Κ.6) και ότι κατά τη διάρκεια της εν λόγω κατάθεσης παρέλαβε από την Παραπονούμενη δύο σχέδια που έκανε η ίδια. Ως αναφέρει, επίσης, ο Μ.Κ.1 χειρίστηκε τη συσκευή οπτικογράφησης απ' όπου λήφθηκε η κατάθεση και μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης της ο τελευταίος σφράγισε τους τρεις ψηφιασμούς δσκους με ειδική ταινία και η ίδια τους υπέγραψε. Στη συνέχεια της εξέτασης της, η μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 4, ως τα σχέδια που έκανε η ανήλικη κατά την ώρα της συνέντευξης και ανέφερε πως η τελευταία της είπε για το δεύτερο σχέδιο ότι ήταν κάτι κακό, ενώ στο πρώτο σχέδιο, όταν η ανήλικη αναφέρθηκε στην πουλλού και τη ρώτησε να περιγράψει την πουλλού του παππού «έκανε αυτήν τη γραμμή εδώ στο κέντρο των δύο σχεδίων αναφέροντας μου ότι «αυτή είναι η πουλλού του παππού» και έκανε κάποιες μικρές δεξιά και αριστερά γραμμούλες, τις οποίες ανάφερε ότι ήταν σκουληκάκια, σκουλήκια.» Επίσης, αναγνώρισε το Τεκμήριο 2, αναφέροντας ότι είναι δύο από τους τρείς δίσκους με την οπτικογραφημένη κατάθεση της ανήλικης, όπου υπάρχει και η υπογραφή της, καθώς και το Τεκμήριο 3, ως την απομαγωνητοφώνηση της κατάθεσης. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 19, την δήλωση ανακριτή προς τον συνοδό πριν την οπτικογράφηση, την οποία υπέγραψε. Ως προς την αναφορά της στην «Έλενα», όταν είπε στην ανήλικη ότι προχθές μιλούσε με αυτήν και της είπε κάποια πράγματα, ζητώντας της να αναφέρει και στην ίδια τι συνέβη (βλ. σελ. 5, γραμμές 6-8, Τεκμήριο 3), διευκρίνισε ότι αναφερόταν στην Μ.Κ.7 και ανέφερε το όνομα της τελευταίας γνωρίζοντας ότι μίλησε σε αυτήν και θέλοντας να βάλει το παιδί στη συζήτηση. Αντεξετάστηκε, μεταξύ άλλων, σε σχέση με το κατά πόσο γνωρίζει πόσες προσπάθειες είχαν γίνει στο παρελθόν για να ληφθεί από την Παραπονούμενη οπτικογραφημένη κατάθεση καθώς και για ποιο λόγο δεν είχε γίνει κατορθωτή η λήψη της. Προς τούτο, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, γραπτή συγκατάθεση ημερ. 2.9.22 (Τεκμήριο 20) καθώς και δήλωση ανακριτή και γραπτή συγκατάθεση ημερ.14.2.22 (Τεκμήρια 21 και 22), που υπεγράφησαν από την Μ.Κ.6 και την ίδια, παρόλο που ως ανέφερε η Μ.Κ.8 σε καμιά εκ των προηγούμενων προσπαθειών, δεν είχαν μπει στο δωμάτιο που λαμβάνονται οι οπτικογραφημένες καταθέσεις, μιας και η Παραπονούμενη δεν μιλούσε καθόλου. Ως προς το ότι κλήθηκε να δώσει κατάθεση τέταρτη φορά, ανέφερε πως «Αυτό αποφασίζεται σε πολυθεματικές και από ειδικούς από το Σπίτι του Παιδιού και από την Αστυνομία, τον ανακριτή και τον υπεύθυνο εκεί της ομάδας.». Επίσης, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις, ανέφερε πως αυτές οι σοβαρές υποθέσεις διερευνώνται όσο χρόνο και να τους πάρει και δεν υπάρχει χρονικό όριο. Αντεξετάστηκε επίσης ως προς την απόφαση να παραπεμφθεί το παιδί σε ψυχολόγο αλλά και για τον τρόπο που έγιναν οι ερωτήσεις. Συγκεκριμένα της τέθηκε πως δεν έπρεπε να ζητήσει από το παιδί να αναφέρει τι είπε στην Μ.Κ.7, διότι το ανάγκασε να πει αυτό που ήθελαν, με τη μάρτυρα να απαντά ότι οι ερωτήσεις αποσκοπούσαν να πει και στους ίδιους τι ανέφερε στην τελευταία και ότι είναι μια πρακτική που χρησιμοποιούν για τη συνέντευξη τους σε αυτές τις μικρές ηλικίες, όταν γνωρίζουν ότι το παιδί κάτι είπε σε κάποιον ειδικό. Πέραν των πιο πάνω, αντεξετάστηκε για τη μη λήψη συγκατάθεσης και από τον Μ.Υ.2, και σε σχέση με την αναφορά της Παραπονούμενης, μεταξύ άλλων, «μόνο δύο να πω είπε η μάμα», καθώς και τους λόγους που η ίδια δεν ρώτησε την τελευταία τι ακριβώς εννοούσε με την παραπάνω φράση, για να της υποβληθεί πως εσκεμμένα δεν ρώτησε διότι επιζητούσε την ενοχή του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος (Μ.Υ.1) κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση (Έγγραφο ΙΔ), το περιεχόμενο της οποίας αποτέλεσε ουσιαστικά την κυρίως εξέταση του. Σε αυτήν, πέραν από την οικογενειακή του κατάσταση, αναφέρει μεταξύ άλλων πως λόγω της πρωινής εργασίας του και της απογευματινής του ενασχόλησης με τη φάρμα ζώων την οποία διατηρεί στο σπίτι του, τόσο τις καθημερινές όσο και τα Σαββατοκυρίακα εργάζεται μέχρι αργά το απόγευμα. Σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ενημερώθηκε από τον Μ.Υ.2, περί το τέλος Δεκεμβρίου του 2021, με αποτέλεσμα να αναστατωθεί ολόκληρη η οικογένεια του, καθότι ουδέποτε έμεινε μόνος με την Παραπονούμενη η οποία ελάχιστες φορές είχε επισκεφθεί το σπίτι του, ενώ όσες φορές το έπραξε ήταν πάντοτε με τον Μ.Υ.2, πλην μιας περίπτωσης για την οποία πληροφορήθηκε από τη σύζυγο του. Πέραν τούτων, η Παραπονούμενη ήταν πολύ απόμακρη μαζί του επειδή λίγη επαφή είχαν και τον πλησίαζε μόνο όταν ο Μ.Υ.2 ήταν παρών. Αναφέρεται επίσης, στις ελάχιστες σχέσεις που είχε η οικογένεια του με την οικογένεια της Μ.Κ.6 καθότι οι τελευταίοι τους υποτιμούσαν και δεν τους ήθελαν, όπως και στο γεγονός ότι η σχέση του με την ίδια την Μ.Κ.6 δεν ήταν καλή διότι ο ίδιος είχε μιλήσει στον Μ.Υ.2 για τη διαγωγή της, γεγονός το οποίο της είπε ο Μ.Υ.
- Σε σχέση με την Μ.Κ.6, αναφέρεται σε τρία περιστατικά που έγιναν μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης και την έκδοση διατάγματος εναντίον του ώστε να μην πλησιάζει την Παραπονούμενη, κατά τα οποία είναι η θέση του πως η Μ.Κ.6 τον κατήγγελλε ψευδώς, γεγονός το οποίo φάνηκε κατόπιν της διερεύνησης των καταγγελιών της. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, κατέθεσε ως τεκμήριο 23 σχεδιάγραμμα της οικίας του και ως τεκμήρια 24-27 φωτογραφίες του εσωτερικού και εξωτερικού χώρου της οικίας του. Ερωτήθηκε περαιτέρω, πόσα από τα 10 παιδιά του, διέμεναν στο σπίτι του τον Δεκέμβριο του 2021, αναφέροντας πως τότε ζούσαν μαζί τους τέσσερις κόρες τους. Η αντεξέταση του περιστράφηκε γύρω από τις αναφορές στην γραπτή του δήλωση, περί του καθημερινού προγράμματος του και του λιγοστού χρόνου που ανάφερε πως είχε να αφιερώσει στην οικογένεια του, για τα ζώα που είχε στην αυλή του την επίδικη περίοδο και κατά πόσο ο Μ.Υ.2 διέμενε ή εξακολουθεί να διαμένει στο σπίτι του. Επίσης, ερωτήθηκε πότε γνώρισε την Μ.Κ.6 για πρώτη φορά και ποιες ήταν οι σχέσεις τους, πριν και κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον Μ.Υ.2 καθώς και πότε ενημερώθηκαν πως η ίδια ζήτησε από τον Μ.Υ.2 να διενεργήσουν τεστ πατρότητας της Παραπονούμενης. Περαιτέρω, αντεξετάστηκε για τη σχέση του με την οικογένεια της Μ.Κ.6, για τη σχέση της τελευταίας και του Μ.Υ.2 και για τον τρόπο που περνούσε το χρόνο της η Παραπονούμενη όταν βρισκόταν στο σπίτι του. Αποτέλεσε θέση του δε κατά την αντεξέταση πως η καταγγελία εναντίον του ήταν ουσιαστικά ένα σχέδιο της Μ.Κ.6 και των γονιών της, με απώτερο σκοπό να πάρουν την κηδεμονία της Παραπονούμενης και να την αποκόψουν από τον Μ.Υ.2 με τον οποίο ήταν πολύ δεμένη συναισθηματικά, εξ ου και οι συχνές καταγγελίες εναντίον του Μ.Υ.2 από την Μ.Κ.6 ότι δήθεν της ασκούσε βία, ενώ αυτό δεν ήταν αληθές. Σε άλλο σημείο δε ο Κατηγορούμενος προώθησε τη θέση πως «σ'αυτήν τη διαδικασία εν η Αστυνομία μες τη μέση..», υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 «καθοδηγούνταν από άλλους», κάπου αλλού είπε ότι ο «αρχιτέκτονας» της υπόθεσης είναι η Μ.Κ.5, η οποία «βρήκε στήριξη και έκανε αυτά που έκανε...», ενώ εν τέλει υποστήριξε και τη θέση πως κάποιος άλλος «κινά τα νερά», αρνούμενος να τον κατονομάσει. Ο Μ.Υ.2, κατέθεσε για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του, γραπτή δήλωση (Έγγραφο ΙΕ) στην οποία αναφέρεται στο ιστορικό της γνωριμίας του με την Μ.Κ.6 η οποία απέληξε στην εγκυμοσύνη της τελευταίας, με αποτέλεσμα να αποφασίσουν να παντρευτούν, γεγονός το οποίο ως αναφέρει ουδέποτε αποδέχτηκαν η Μ.Κ.5 και ο σύζυγος της, αφού δεν τον θεωρούσαν αντάξιο της κοινωνικής υπόστασης τους, παραπέμποντας σε συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία έγιναν μετά την γέννηση της Παραπονούμενης. Αποτελεί θέση του, πως και η Μ.Κ.6 προσέβλεπε στο να χωρίσουν, εξ ου και του είχε ζητήσει τη διενέργεια τεστ πατρότητας (τεκμήριο 28) και γενικότερα προκαλούσε ένταση στον γάμο τους χωρίς λόγο, με σκοπό να τον αναγκάσει να εγκαταλείψει την οικία τους και αργότερα να τον αποξενώσει από την Παραπονούμενη με την οποία είχε άριστες σχέσεις, παραπέμποντας προς τούτο σε διάφορα περιστατικά και διάφορες ανυπόστατες (κατά τον ίδιο) καταγγελίες που είχε υποβάλει η Μ.Κ.6 εναντίον του, τόσο πριν το διαζύγιο τους αλλά και μετέπειτα. Πέραν από τις καταγγελίες της Μ.Κ.6, αντιμετώπισε και διάφορα προβλήματα στην εργασία του, τα οποία προκαλούσαν τόσο η Μ.Κ.6 όσο και η Μ.Κ.5, για τα οποία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις εργασίες που είχε κατά καιρούς. Αναφέρει περαιτέρω πως ακολούθως, μετά την περίοδο που βρισκόταν σε διάσταση με την Μ.Κ.6, η τελευταία είχε αφήσει την Παραπονούμενη στην Μ.Κ.5 και δεν του επέτρεπαν την επικοινωνία μέχρι και τα μέσα Νοεμβρίου του 2021, όπου εκκρεμούσης αίτησης γονικής μέριμνας που είχε καταχωρήσει η Μ.Κ.6 (τεκμήριο 29) και μετά από επιμονή της τότε δικηγόρου του, η Μ.Κ.6 αποδέχθηκε να επικοινωνεί μαζί με την Παραπονούμενη. Στο πλαίσιο της πιο πάνω αίτησης γονικής μέριμνας, στις 26/1/2022, η Μ.Κ.6 παρά το γεγονός ότι αρχικά επέμενε να μην επιτραπεί η επικοινωνία, ισχυριζόμενη σεξουαλική παρενόχληση της Παραπονούμενης από τον Κατηγορούμενο, αποδέχτηκε την έκδοση διατάγματος επικοινωνίας του ίδιου με την Παραπονούμενη. Ωστόσο, παρά την έκδοση του εν λόγω διατάγματος και πάλι η επικοινωνία του εμποδίζετο να ασκηθεί από την Μ.Κ.5 και την Μ.Κ.6 με διάφορους τρόπους (τεκμήρια 30 και 31), μέχρι τον Απρίλιο του 2023, όπου ο ίδιος εξ ανάγκης, αποδέχθηκε να επικοινωνεί με την Παραπονούμενη στο Γραφείο Ευημερίας. Την δε περίοδο 13.5.23-7.6.23 μετά που το Γραφείο Ευημερίας αποφάσισε πως δεν υπήρχε λόγος να επιβλέπει τις επικοινωνίες τους λειτουργός, αναγκάστηκε κατόπιν επιμονής της Μ.Κ.6, να πληρώνει, προκειμένου να εξακολουθήσει να επικοινωνεί με την Παραπονούμενη (τεκμήριο 32). Από τις 28.6.23 δε, όταν και τροποποιήθηκε το αρχικό διάταγμα επικοινωνίας από το Δικαστήριο (τεκμήριο 33) ο ίδιος μέχρι και τον Οκτώβριο του 2023 είχε επικοινωνία με την Παραπονούμενη μόνο για 20 φορές περίπου και αυτές, σε δημόσιο χώρο, ενώ από τον Οκτώβριο του 2023 μέχρι και την ημέρα που κατέθεσε στο Δικαστήριο είχαν επικοινωνία μόνο στα δικά του και στα δικά της γενέθλια. Για την διευθέτηση δε της επικοινωνίας, αναγκάστηκε να ζητήσει από τον εξάδελφο του, Μ.Υ.4, να διευθετεί εκείνος τις συναντήσεις διότι κάθε φορά που ο ίδιος επικοινωνούσε με την Μ.Κ.6 για τον παραπάνω σκοπό, αντιμετώπιζε καταγγελία στην Αστυνομία ότι δήθεν την εξύβρισε κ.α.. Αναφέρεται επίσης, στο ότι σε κάποια από τις επικοινωνίες του με την Παραπονούμενη, στις 26.9.23, η τελευταία άρχισε να του μιλά για τον Κατηγορούμενο και να του λέει ότι ουδέποτε την παρενόχλησε και επ' αφορμής αυτής της συζήτησης, ηχογράφησε την συνομιλία του με την Παραπονούμενη (τεκμήριο 34). Σε σχέση με την Μ.Κ.7, αναφέρει πως πράγματι είχαν συναντηθεί, πλην όμως η ίδια προσπαθούσε να τον πείσει πως ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα που του καταλογίζονται με τον ίδιο να της αναφέρει πως αποκλείεται να συνέβησαν, για τους λόγους που της εξήγησε, πλην όμως η ίδια του έλεγε πως προσπαθούσε να καλύψει τον Κατηγορούμενο. Αναφέρεται περαιτέρω, σε ένα περιστατικό όπου περί τα μέσα Δεκεμβρίου του 2021, είχε μεταφέρει την Παραπονούμενη, κατόπιν παρότρυνσης της Μ.Κ.5 στον παιδίατρο (Μ.Υ.7), ο οποίος αφού την εξέτασε δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε πρόβλημα. Αργότερα αναφέρει, ενημερώθηκε πως οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 είχαν αλλάξει παιδίατρο, χωρίς ο ίδιος να ενημερωθεί και πιστεύει πως ο λόγος που το έπραξαν είναι γιατί δεν τις ικανοποίησε το ότι ο Μ.Υ.7, δεν εντόπισε οτιδήποτε επιλήψιμο. H αντεξέταση του περιστράφηκε γύρω από τις αναφορές στην γραπτή του δήλωση και ειδικότερα, γύρω από το κίνητρο που απέδωσε στην Μ.Κ.6, ότι δηλαδή υπέβαλε στην Παραπονούμενη, μαζί με την Μ.Κ.5, να πει όσα ανέφερε για τον Κατηγορούμενο, στην οπτικογραφημένη της κατάθεση, με σκοπό να τον αποξενώσει από κοντά της. Επί τούτου, του υπεβλήθη η θέση πως όσα ανέφερε σχετικά με τον χαρακτήρα ή και τις πράξεις των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6, ήταν με σκοπό να δώσει υπόσταση στο κίνητρο που τους απέδωσε και να πλήξει την αξιοπιστία τους, έτσι ώστε να γίνει πιο πειστικός. Ερωτήθηκε για ποιο λόγο ανέφερε κατ' επαναληψη πως ουδέποτε άφησε την Παραπονούμενη μόνη της με τον Κατηγορούμενο και πως ο Κατηγορούμενος δεν αφιέρωνε, λόγω έλλειψης χρόνου, χρόνο στα εγγόνια του, συμπεριλαμβανομένης της Παραπονούμενης, ενώ στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία σε σχέση με την παρούσα (τεκμήριο 35), ρητά ανέφερε πως τόσο ο Κατηγορούμενος, όσο και η μητέρα του (Μ.Υ.5), παίζουν και περνούν χρόνο μαζί με την Παραπονούμενη. Επί τούτου αποτέλεσε θέση του, πως έκανε μεν την πιο πάνω αναφορά στην κατάθεση του αλλά στην πραγματικότητα ο ίδιος έπαιζε με την τελευταία στην παρουσία των γονιών του. Του υπεβλήθη επίσης πως και ο ισχυρισμός του ότι την περίοδο Σεπτεμβρίου του 2022, η Μ.Κ.6 απέτρεπε την επικοινωνία του με την Παραπονούμενη, ουσιαστικά δεν ευσταθεί διότι σε κανένα σημείο της κατάθεσης του δεν το αναφέρει. Ερωτήθηκε περαιτέρω, ποιος ήταν ο λόγος που χώρισαν με την Μ.Κ.6 για να του υποβληθεί πως χώρισαν, επειδή την κτυπούσε, γεγονός που ανέφερε και η Παραπονούμενη στην Μ.Κ.2, όταν αξιολογείτο για δεύτερη φορά από την τελευταία, με τον ίδιο να αναφέρει πως ουδέποτε χτύπησε την Μ.Κ.6 και πως εάν η Παραπονούμενη ανέφερε κάτι τέτοιο, ήταν και αυτό αποτέλεσμα των όσων η Μ.Κ.6 της είπε να πει. Κλήθηκε επίσης να εξηγήσει για ποιο λόγο, ως οι ίδιες οι αναφορές του, δεν άφηνε την Παραπονούμενη μόνη της με τον Κατηγορούμενο και κατά πόσο, τον Δεκέμβριο του 2021, η Παραπονούμενη είχε πράγματι, διανυκτερεύσει μαζί του, στο σπίτι του Κατηγορούμενου και εάν έτυχε, σε οποιαδήποτε διανυκτέρευση μαζί της, να χρειαστεί ο ίδιος να φύγει από το σπίτι. Ερωτήθηκε επίσης για ποιο λόγο, ο ίδιος αποδέχθηκε να δοθεί στην Μ.Κ.6 η φύλαξη και επιμέλεια της Παραπονούμενης αφ' ης στιγμής ο ίδιος της αποδίδει ότι έβαλε την Παραπονούμενη στη διαδικασία να πει ψέματα για τον Κατηγορούμενο και για ποιο λόγο, ενώ αναφέρει πως η Μ.Κ.6 ακόμη και το έτος 2023 αρνείτο να του δώσει την Παραπονούμενη χωρίς να είναι η ίδια παρούσα, ο ίδιος έχει αρκετές ηχογραφήσεις (μεταξύ αυτών και αυτή του Τεκμηρίου 34) χωρίς την παρουσία της Μ.Κ.
- Επί τούτου, του υπεβλήθη περαιτέρω πως τα όσα αναφέρει η Παραπονούμενη στην εν λόγω ηχογράφηση (τεκμήριο 34) την πίεσε ο ίδιος να τα πει, διότι όταν σε δύο άλλες περιπτώσεις του ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος την παρενοχλεί, ο ίδιος θύμωσε και την χτύπησε. Σε σχέση με το ότι από τον Σεπτέμβριο του 2022 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2023, η Μ.Κ.6 αρνείτο την επικοινωνία του με την Παραπονούμενη, του υπεβλήθη πως ο λόγος ήταν διότι, όταν προηγουμένως ο ίδιος ασκούσε επικοινωνία, μετέφερνε την Παραπονούμενη στον Κατηγορούμενο, γεγονός το οποίο έμαθε η Μ.Κ.6 εξ ου και μετέπειτα, για να του επιτρέψει την επικοινωνία, ζήτησε όπως οι συναντήσεις να είναι επιβλεπόμενες. Ο Μ.Υ.3 είναι υπεύθυνος κρεοπωλείου σε υπεραγορά στην Λάρνακα, όπου εργάστηκε ο Μ.Υ.2 περί τα τέλη του 2021 με αρχές του 2022, για περίοδο 4-5 μηνών. Αναφέρθηκε δε σε τηλεφώνημα που δέχθηκε από την Μ.Κ.5, την οποία γνώριζε μέσω της εργασίας του, όταν η τελευταία έμαθε πως προσελήφθη ο Μ.Υ.2 στο συγκεκριμένο κρεοπωλείο και του ζήτησε να διώξει τον Μ.Υ.2 από εκεί γιατί είναι επικίνδυνος και πρέπει να φύγει από τη Λάρνακα και να είναι μακριά για να μην βλέπει το μωρό, παρότρυνση την οποία δεν αποδέχθηκε αφου όπως της είχε πει δεν είχε κάποιο θέμα μαζί του. Η Μ.Κ.5 τότε του ανέφερε πως εφόσον δεν μπορούσε να τον διώξει, θα δημιουργούσε θέμα στον Μ.Υ.
- Ο ίδιος δεν είχε αναφέρει στον τελευταίο οτιδήποτε για την τηλεφωνική επικοινωνία, όμως τον προέτρεψε γενικά, να είναι ψύχραιμος εάν οποιοσδήποτε μεταβεί στο κατάστημα και δημιουργήσει θέμα. Μετά την παρέλευση δύο εβδομάδων έμαθε πως η Μ.Κ.5 είχε μεταβεί στο συγκεκριμένο κρεοπωλείο, υποτίθεται για να ψωνίσει και προκάλεσε τον Μ.Υ.2 με αποτέλεσμα αυτός να εκνευριστεί και να βγει εκτός εαυτού και να δημιουργηθεί επεισόδιο, ενώπιον άλλων πελατών του κρεοπωλείου. Τα πιο πάνω τα πληροφορήθηκε από την εργασία του εφόσον ο ίδιος είχε σχολάσει εκείνη την ημέρα και δεν ήταν παρών. Το αποτέλεσμα του εν λόγω επεισοδίου, ήταν να απολυθεί ο Μ.Υ.2 από την εργασία του. Ο Μ.Υ.3 αντεξετάστηκε σε σχέση με το πως γνώριζε την Μ.Κ.5 και πως η ίδια γνώριζε το κινητό του τηλέφωνο και ότι ήταν υπεύθυνος του Μ.Υ.2, ως επίσης εάν τη ρώτησε για ποιο λόγο του ζήτησε να τον απολύσει. Ως ανέφερε δε, για το συγκεκριμένο συμβάν είχε δώσει και κατάθεση στην Αστυνομία. Ο Μ.Υ.4, είναι εξάδελφος του Μ.Υ.
- Κατά την κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε στην σχέση που είχε με την Μ.Κ.6, την Παραπονούμενη και τον Μ.Υ.2, τόσο πριν, όσο και μετά το διαζύγιο του Μ.Υ.2 και της Μ.Κ.
- Μετά τον χωρισμό τους, μεσολάβησε ώστε να βλέπει ο Μ.Υ.2 την Παραπονούμενη, επικοινωνόντας ο ίδιος με την Μ.Κ.6 εφόσον με τον Μ.Υ.2 είχαν πρόβλημα στην επικοινωνία. Αρχικά, συναντιόνταν όλοι μαζί σε παιχνιδότοπο στην Λάρνακα που έπαιρνε και τα δικά του παιδιά, ωστόσο στη συνέχεια αντιλήφθηκε πως η Παραπονούμενη, απέφευγε τη συνάντηση, προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες. Η επικοινωνία μαζί της, για σκοπούς διευθέτησης της επικοινωνίας του Μ.Υ.2 με την Παραπονούμενη, συνεχίστηκε μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2024, όταν ο ίδιος αποφάσισε, έπειτα από συζήτηση που είχε μαζί της, να μην ασχοληθεί ξανά εφόσον ένοιωθε πως την παρακαλούσε, ώστε να συναντήσει ο Μ.Υ.2 την Παραπονούμενη. Αντεξετάστηκε σε σχέση με το πότε περιήλθε στην αντίληψη του ότι η Μ.Κ.6 και ο Μ.Υ.2 αντιμετώπιζαν πρόβλημα στη μεταξύ τους επικοινωνία και πότε ο ίδιος ξεκίνησε να μεσολαβεί ώστε να επιτυγχάνεται η επικοινωνία του Μ.Υ.2 με την Παραπονούμενη, κατά πόσο γνώριζε ότι περί τις αρχές του 2022 είχε εκδοθεί διάταγμα με βάση το οποίο επιτρεπόταν στον Μ.Υ.2 να διανυκτερεύει με την Παραπονούμενη και κατά πόσο γνωρίζει εάν αυτό εφαρμοζόταν κανονικά. Αντεξετάστηκε επίσης σε σχέση με το πως περιήλθε στην αντίληψη του ότι κάθε φορά, ως ο ισχυρισμός του, που η Μ.Κ.6 συναντιόταν με τον Μ.Υ.2 για να του παραδώσει την Παραπονούμενη, η συνάντηση αυτή απέληγε σε καταγγελία εναντίον του Μ.Υ.2 και κατά πόσο γνώριζε τι αφορούσαν αυτές οι κατ' ισχυρισμό καταγγελίες. Του υπεβλήθη δε και η θέση πως ανεξαρτήτως της δικής του παρουσίας κάποιες φορές, ο Μ.Υ.2 είχε επικοινωνία με την Παραπονούμενη, επικοινωνία η οποία κατά το έτος 2022 ασκείτο και με διανυκτέρευση. Η Μ.Υ.5, είναι η σύζυγος του Κατηγορούμενου. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφο ΙΣΤ), στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο γιός της (Μ.Υ.2) και η Μ.Κ.6 είχαν προβλήματα στη σχέση τους και οι γονείς της τελευταίας δεν τον ήθελαν, ότι οι δύο τσακώθηκαν και χώρισαν και ότι λίγο μετά το διαζύγιο τους, ο Μ.Υ.2 τους ανέφερε πως η Μ.Κ.6 κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο πως κακοποιεί σεξουαλικά την Παραπονούμενη. Πριν την καταγγελία, η τελευταία πήγαινε με τον Μ.Υ.2 στο σπίτι τους 1-2 φορές την βδομάδα, αλλά δεν διανυκτέρευσε ποτέ μαζί τους. Όταν ήταν στο σπίτι τους δε, ήταν συνέχεια με τον Μ.Υ.2 και ουδέποτε η ίδια ή ο Κατηγορούμενος την πήραν στην φάρμα που διατηρούν στο σπίτι τους. Επίσης, ανέφερε πως ουδέποτε η Παραπονούμενη παραπονέθηκε στην ίδια ή στον Μ.Υ.2 για το οτιδήποτε, καθώς και ότι οι συγκρουσιακές σχέσεις που έχει ο Μ.Υ.2 με την Μ.Κ.6 επηρεάζουν τη σχέση του με το μωρό, γιατί συνεχώς η Μ.Κ.6 δημιουργεί προβλήματα. Επί τούτου, κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, διευκρίνισε πως η τελευταία δεν τον άφηνε να βλέπει το μωρό. Περαιτέρω, εξέφρασε την πεποίθηση της ότι αποκλείεται ο Κατηγορούμενος να έπραξε όσα του καταλογίζονται, επαναλαμβάνοντας πως οι δύο τους δεν έμειναν ποτέ μόνοι και πως η ίδια θα έβλεπε εάν συνέβαινε οτιδήποτε καθότι από την κουζίνα στην οποία συνήθως βρίσκεται, έχει οπτική επαφή με την φάρμα καθότι οι δύο χώροι επικοινωνούν. Η αντεξέταση της περιστράφηκε γύρω από τις αναφορές της κυρίως εξέτασης της. Ερωτήθηκε κατά πόσο ο Κατηγορούμενος εξέφραζε την αγάπη του προς τα παιδιά και τα εγγόνια τους και με ποιο τρόπο, καθώς επίσης εάν περνούσε μαζί τους χρόνο παίζοντας ή παίρνοντας τα στην φάρμα που έχουν στο σπίτι τους. Εξέφρασε την πεποίθηση πως η οικογένεια της Μ.Κ.6, ήθελαν να απομακρύνουν την Παραπονούμενη από την οικογένεια τους και τον Μ.Υ.2 διότι δεν τους ήθελαν ποτέ λόγω της διαφορετικής οικονομικής και κοινωνικής τους κατάστασης και πως η καταγγελία ενορχηστρώθηκε από την Μ.Κ.5 η οποία ασχολείτο με τη μαγεία. Της υπεβλήθη πως ο λόγος που ενέμεινε στην κυρίως εξέτασης της πως ο Κατηγορούμενος δεν έμεινε ποτέ μόνος με την Παραπονούμενη ήταν για να καταρρίψει τις αναφορές της τελευταίας, με την ίδια να παραπέμπει στην ηχογραφημένη συνομιλία της Παραπονούμενης με τον Μ.Υ.2 (τεκμήριο 34), στην οποία ως η θέση της, το παιδί παραδέχεται πως ο Κατηγορούμενος δεν την πείραξε ποτέ. Αντεξετάστηκε επίσης σε σχέση με τον χρόνο που περνούσε η Παραπονούμενη στο σπίτι τους, τόσο πριν όσο και μετά τον χωρισμό των Μ.Κ.6 και Μ.Υ.2, ποιες ήταν οι σχέσεις της ίδιας με την Μ.Κ.6 και ποια του Κατηγορούμενου καθώς επίσης και εάν η ίδια γνωρίζει για ποιο λόγο, ο Μ.Υ.2 και η Μ.Κ.6 κατέληξαν σε διαζύγιο. Της υπεβλήθη πως ό,τι ανέφερε είναι απόψεις της ίδιας μιας και δεν ήταν παρούσα σε κανένα από τα καταγγελλόμενα περιστατικά και πως μοναδικός σκοπός της ήταν να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο, με την ίδια να εμμένει πως ο Κατηγορούμενος δεν θα έπραττε ποτέ όσα του καταλογίζονται και πως εάν υπήρχε η παραμικρή δόση αλήθειας, ο ίδιος ο Μ.Υ.2 θα σκότωνε τον Κατηγορούμενο. Η Μ.Υ.6, είναι η μια από τις θυγατέρες του Κατηγορούμενου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, κατέθεσε γραπτή δήλωση που ετοίμασε (Έγγραφο ΙΖ), στην οποία αναφέρει ότι περί το τέλος του 2021 πληροφορήθηκαν από τον αδελφό της (Μ.Υ.2) ότι η Μ.Κ.6 κατήγγειλε τον πατέρα τους στην Αστυνομία για σεξουαλική παρενόχληση της Παραπονούμενης, με αποτέλεσμα όλη η οικογένεια να αναστατωθεί γιατί γνώριζαν πως δεν υπήρχε περίπτωση να συμβεί αυτό. Και τούτο γιατί τις πολύ λίγες φορές που πήγαινε σπίτι τους η Παραπονούμενη, ο Κατηγορούμενος τις λίγες ώρες που βρισκόταν στο σπίτι δεν έμενε ποτέ μόνος με την Παραπονούμενη, η οποία βρισκόταν συνεχώς με τον Μ.Υ.2 και η ίδια όπως και οι αδελφές της, λόγω της διαρρύθμισης του σπιτιού, θα αντιλαμβάνονταν εάν συνέβαινε το οτιδήποτε. Αποτελεί θέση της δε πως δεν υπήρχε περίπτωση να συνέβησαν αυτά που κατηγορείται ο πατέρας της και να μην τα αντιλήφθηκε η ίδια ή κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας τους. Αντεξετάστηκε σε σχέση με την συχνότητα που η Παραπονούμενη επισκεπτόταν το σπίτι τους, πριν και μετά το διαζύγιο των γονιών της και κατά πόσο μετά το διαζύγιο διανυκτέρευε στο σπίτι τους, ποια η σχέση που είχε ο Κατηγορούμενος με την Παραπονούμενη και πως η ίδια είναι τόσο βέβαιη ότι ουδέποτε συνέβησαν όσα καταγγέλθηκαν εφόσον δεν ήταν παρούσα σε κανένα περιστατικό. Ο Μ.Υ.7 είναι παιδίατρος και στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του ημερ. 17.1.2022 (Έγγραφο ΙΗ), στην οποία αναφέρει ότι μεταξύ των ασθενών που είχε ήταν και η Παραπονούμενη, την οποία ξεκίνησε να βλέπει από τις 9.10.2018 αλλά το δεύτερο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου 2021, μετά τις 17 μου μήνα, έφυγε από κοντά του και πήγε σε άλλο παιδίατρο. Η τελευταία επίσκεψή ήταν στις 15.12.2021, όπου ο πατέρας πήρε την ανήλικη μετά από προηγούμενη τηλεφωνική επικοινωνία με τη γιαγιά (Μ.Κ.5), η οποία του είχε πει ότι το παιδί είχε κοιλιακό άλγος. Από την εξέταση, ο ίδιος δεν διαπίστωσε να έχει κάτι κλινικά το παιδί και τους ζήτησε να κάνουν γενική εξέταση ούρων, λόγω και του ιστορικού που είχε το παιδί, το οποίο γεννήθηκε με υδρονέφρωση και αφαιρέθηκε ο ένας νεφρός. Το αποτέλεσμα της γενικής εξέτασης ούρων έδειξε πιουρία χωρίς ουρολοίμωξη. Σε τηλεφωνική επαφή που είχε με τη μητέρα της ανήλικης στις 17.12.2021, της είπε να επαναληφθεί εξέταση και η δεύτερη εξέταση ήταν καθαρή. Πιθανόν, η πιουρία, να ήταν αιδιοκολπίτιδα των κορασίδων ή απλή άτυπη πυουρία. Η αιδιοκολπίτιδα προκαλείται από ακαθαρσίες και σε πιο μεγάλα μωρά αυτό προκαλείται από την αλλαγή του πεχα της ευαίσθητης περιοχής. Ως αναφέρει επίσης, μετά τη δεύτερη ανάλυση επικοινώνησε μαζί του η Μ.Κ.5 για να του πει ότι έχει υποψίες για σεξουαλική κακοποίηση της εγγονής της και να τον ρωτήσει αν είχε δει κάτι. Ο ίδιος δε τη συμβούλευσε να δει το μωρό ιατροδικαστής και να ενημερωθεί η αστυνομία και του ανέφερε ότι θα το πράξει. Επίσης, ανέφερε ότι ποτέ δεν του ανέφερε το μωρό οτιδήποτε που να παραπέμπει σε σεξουαλική κακοποίηση, ενώ όταν επικοινώνησε η Μ.Κ.5 μαζί του για να του αναφέρει τις υποψίες που είχε, του ανέφερε ότι υποψιαζόταν τον παππού και ότι η ίδια είχε ρωτήσει το παιδί αν την φίλησε ο παππούς και αν τη χάιδευε και το παιδί απάντησε καταφατικά. Κατά την περαιτέρω εξέταση του, ο μάρτυρας ανέφερε ότι στην κατάθεση του αναφέρθηκε σε μια αιτία της πυουρίας, ενώ τα αίτια είναι πάρα πολλά όπως κακή συλλογή ούρων, κακός καθαρισμός, ίωση κλπ. Αντεξετάστηκε δε για την εξέταση που διενήργησε στο παιδί κατά την πιο πάνω αναφερόμενη επίσκεψη και αν εξέτασε τα γεννητικά του όργανα, για το κατά πόσο θυμάται επακριβώς όσα του αναφέρθηκαν από την Μ.Κ.5 και για τις υποψίες της, για το γεγονός ότι αναφέρθηκε σε μόνο ένα αίτιο της πυουρίας στην κατάθεση του καθώς και για τη θέση του ότι το αποτέλεσμα της δεύτερης ανάλυσης, 1-2 μέρες μετά, η οποία ήταν καθαρή, ήταν κακή συλλογή ούρων. Ο Μ.Υ.8 είναι αστυφύλακας και υπηρετεί στο κλιμάκιο Βίας στην Οικογένεια στο ΤΑΕ Αμμοχώστου. Κατά την κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε την κατάθεση Έγγραφο Ι της Μ.Κ.6, ως κατάθεση που ελήφθη από τον ίδιο στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης που διερευνάτο εναντίον του εδώ Κατηγορούμενου και του Μ.Υ.2 για αδικήματα παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, παρενόχληση θύματος, κοινή επίθεση και ανυπακοή διατάγματος Δικαστηρίου. Ως ανέφερε, ο ίδιος εν τέλει παρέπεμψε την υπόθεση στη Νομική Υπηρεσία για λήψη οδηγιών, εφόσον κατά την άποψη του υπήρχαν κενά και μη ικανοποιητική μαρτυρία. Πιο συγκεκριμένα, όλη η υπόθεση βασιζόταν στην οπτικογραφημένη κατάθεση της ανήλικης η οποία είχε κενά και οι απαντήσεις δεν συνήδαν μεταξύ τους, οπότε ζητήθηκε η λήψη νέας οπτικογραφημένης κατάθεσης και το παιδί αρνήθηκε. Έτσι, με δεδομένο ότι η οπτικογραφημένη που λήφθηκε δεν ήταν ξεκάθαρη και το υπόλοιπο μαρτυρικό που συνελέχθη δεν ήταν ικανοποιητικό, παραπέμφθηκε η υπόθεση στη Νομική Υπηρεσία, η οποία αποφάσισε όπως η υπόθεση παραμείνει σε εκκρεμότητα, έχοντας υπόψη την υπόθεση που εξετάζεται. Όπως διευκρίνισε δε ο μάρτυρας, η οπτικογραφημένη κατάθεση που ανέφερε λήφθηκε στις 22.9.2023 στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου, μετά από καταγγελία της Μ.Κ.6 στο κλιμάκιο Λάρνακας μία βδομάδα προηγουμένως και μετέπειτα αναφοράς της ότι το παιδί της είπε πως ο πατέρας την μετέφερε στον παππού, αλλά επειδή προέκυπτε ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν στην επαρχία Αμμοχώστου η οπτικογραφημένη κατάθεση στάλθηκε στο δικό τους κλιμάκιο για τη διερεύνηση των αδικημάτων. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε ξανά στο περιεχόμενο της οπτικογραφημένης κατάθεσης και εξήγησε πως η εισήγηση του δεν ήταν μόνο λόγω της κατάθεσης αλλά και βάσει της λοιπής μαρτυρίας, όπως της ψυχολόγου και άλλων καταθέσεων από το σχολείο του μωρού που έλεγαν ότι το μωρό μπορεί να επηρεάζεται από τον οικονενειακό του κύκλο. Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας ήταν όπως παραμείνει σε εκκρεμότητα η υπόθεση μέχρι την ολοκλήρωση της παρούσας υπόθεσης, αλλά δεν γνωρίζει για ποιο λόγο έμεινε σε εκκρεμότητα και ότι το μωρό ήταν 5 χρόνων όταν έδωσε την οπτιγραφημένη. Ανέφερε επίσης ότι το παιδί φαινόταν ότι ήταν επηρεασμένο και συμφώνησε ότι σύμφωνα με τη ψυχολόγο πολλές αντιδράσεις της συνδέονται με τις πολυάριθμες διαδικασίες που η Παραπονούμενη υποβλήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα, όπως οπτικογραφημένες καταθέσεις και ψυχολογικές αξιολογήσεις. B. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Έχουμε παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και εξετάσαμε όπως επιβάλλεται τη μαρτυρία τους, καθώς και κάθε άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί υπό μορφή δηλώσεων ή εγγράφων εν τη έννοια του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
- Είμαστε σε θέση ν' αξιολογήσουμε την αξιοπιστία των μαρτύρων και την ως άνω μαρτυρία, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των πραγματικών γεγονότων. Υπενθυμίζεται εδώ, ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια ν' αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και ν' απορρίπτει το υπόλοιπο μέρος αυτής ως αναξιόπιστο, ενεργώντας αναλόγως. Για μερική αποδοχή μαρτυρίας, χρειάζεται βεβαίως ικανή αιτιολόγηση από το Δικαστήριο[12]. Ι. Καταγγελία - Διερεύνηση (Μ.Κ.1, Μ.Κ.4, Μ.Κ.8) Οι αστυνομικοί Μ.Κ.1 και Μ.Κ.8, είναι αμφότεροι τοποθετημένοι στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων και είναι ειδικά εκπαιδευμένοι στην τεχνική συνέντευξης και λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες, κάτι που δεν έχει αμφιβητηθεί και γίνεται αποδεκτό. Η μαρτυρία τους αφορούσε κυρίως τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης από την Παραπονούμενη στις 26/10/2022 (βλ. Τεκμήρια 2 και 3) και αυτό που θα πρέπει εξ αρχής να λεχθεί είναι ότι πρόκειται για μάρτυρες οι οποίοι δεν γνώριζαν από προηγουμένως κανένα εκ των εμπλεκόμενων στην υπόθεση προσώπων και δεν είχαν οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Κατά την κρίση μας δε, αμφότεροι οι μάρτυρες κατέθεσαν με ειλικρίνεια για τις ενέργειες τους και έκαναν ομολογουμένως καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Από τη μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων δεν έχει βεβαίως αμφισβητηθεί ότι στις 26.10.2022, η Μ.Κ.8 έλαβε την οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης σε ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο που βρίσκεται στο Σπίτι του Παιδιού, ενώ ο Μ.Κ.1 κατά τη λήψη της κατάθεσης χειριζόταν τη συσκευή οπτικογράφησης που βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο. Ο Μ.Κ.1 δε προηγουμένως, την ίδια μέρα, είχε λάβει γραπτή συγκατάθεση από την Μ.Κ.6 για τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης από την ανήλικη (Τεκμήριο 1), την οποία συνυπόγραψε και η κοινωνική λειτουργός του Σπιτιού του Παιδιού, Μ.Κ.4, όπως εξάλλου επιβεβαίωσε κατά τη μαρτυρία της και η τελευταία χωρίς επί τούτου ν' αμφισβητηθεί. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι ο Μ.Κ.1, μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης προέβη στη σφράγιση των τριών ψηφιακών δίσκων που δημιουργήθηκαν και περιλαμβάνουν την οπτικογραφημένη κατάθεση, καθώς και ότι έγιναν τρείς δίσκοι για λόγους ασφαλείας. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι για τον ίδιο λόγο, ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν δύο εκ των τριών ψηφιακών δίσκων (Τεκμήριο 2). Περαιτέρω, ο Μ.Κ.1, στις 30.10.2022, προέβη σε αποσφράγιση ενός εκ των τριών δίσκων και την ίδια μέρα έκανε την απομαγνητοφώνηση της κατάθεσης της Παραπονούμενης (Τεκμήριο 3), ενώ ακολούθως σφράγισε ξανά τον ψηφιακό δίσκο. Τούτο δεν έχει αμφισβητηθεί, ούτε όμως αμφισβητήθηκε η αναφορά του μάρτυρα ότι «η απομαγνητοφώνηση αποδίδει την κατάθεση και δεν έχει αφαιρεθεί ή προστεθεί οτιδήποτε σε ότι λέχθηκε κατά την οπτικογράφηση και δεν έγινε οποιαδήποτε αλλοίωση της οπτικογράφησης». Άλλες ενέργειες στις οποίες προέβη ο Μ.Κ.1 και δεν αμφισβητήθηκαν, αφορούσαν στη λήψη των δύο ανακριτικών καταθέσεων από τον Κατηγορούμενο. Η πρώτη λήφθηκε στις 21.4.2022 (Τεκμήριο 6) και η δεύτερη στις 9.11.2022 (Τεκμήριο 8). Σύμφωνα με τον μάρτυρα η πρώτη κατάθεση λήφθηκε με βάση τη μαρτυρία των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 και η δεύτερη με βάση τη μαρτυρία της ανήλικης στην οπτικογραφημένη της κατάθεση. Ως ανέφερε επίσης, πριν τη λήψη της κάθε κατάθεσης, δόθηκαν στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματα του (βλ. Τεκμήρια 5 και 7), ενώ στις 9.11.2022, μετά τη λήψη της δεύτερης ανακριτικής κατάθεσης που αναφέρθηκε ανωτέρω, κατηγορήσε γραπτώς τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 9). Περιπλέον, μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης είχε συνομιλία με τη διευθύντρια του σχολείου της ανήλικης, η οποία του ανέφερε κάποια πράγματα που αφορούσαν την υπόθεση και γι' αυτό στις 2.11.2023 μετέβη στο νηπιαγωγείο μαζί με την Μ.Κ.8 και παρέλαβαν μια επιστολή της διευθύντριας, ημερομηνίας 21.9.2023 (Τεκμήριο 11.1) και ένα σχέδιο που είχε ετοιμάσει η Παραπονούμενη (Τεκμήριο 11.2). Σε σχέση με την πιο πάνω ενέργεια του ετοίμασε σχετικό ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμήριο 10). Ως προς το ότι δεν έλαβε και κατάθεση από τη διευθύντρια του σχολείου, ήταν η θέση του μάρτυρα ότι ουσιαστικά δεν κρίθηκε αναγκαίο αφου όσα είχε ν' αναφέρει η μάρτυρας τα είπε στην επιστολή που του παρέδωσε. Εκεί που ομολογουμένως εστίασε η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του μάρτυρα ήταν στο γεγονός ότι το παιδί κλήθηκε για να δώσει οπτικογραφημένη κατάθεση τέσσερις φορές και η λήψη της έγινε εφικτή την τελευταία φορά, κάποιους μήνες μετά την αρχική προσπάθεια. Όπως ανέφερε ο Μ.Κ.1 τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του, τις πρώτες τρείς φορές (22.12.2021, 14.2.2022 και 2.9.2022) δεν κατέστη εφικτό να ληφθεί οπτικογραφημένη κατάθεση από την ανήλικη αφού δεν είχε καμία επικοινωνία ούτε με τη συνάδελφο του, αλλά ούτε με τη λειτουργό από το Σπίτι του Παιδιού. Διευκρίνισε δε πως σε όλες τις περιπτώσεις είχε ζητηθεί η συγκατάθεση της μητέρας για τη λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης. Σημειώνουμε εδώ, ότι όπως έγινε αντιληπτό τόσο από την αντεξέταση του συγκεκριμένου μάρτυρα όσο και από την αντεξέταση άλλων μαρτύρων κατηγορίας στην πορεία της δίκης, η βαρύτητα που έδωσε η υπεράσπιση στο συγκεκριμένο σημείο σχετιζόταν με τη βασική θέση της για συνεχή, επί μήνες προσπάθεια επηρεασμού της ανήλικης από το περιβάλλον της μητέρας της για να δώσει κατάθεση με συγκεκριμένες αναφορές για τον Κατηγορούμενο, εξ ου και η θέση που τέθηκε στο μάρτυρα ως φαίνεται κατωτέρω, ότι είναι η μητέρα και η γιαγιά της ανήλικης που επικοινωνούσαν μαζί τους για να αναφέρουν πως η ανήλικη είναι έτοιμη να δώσει κατάθεση. Με απόλυτη σαφήνεια δε και με παραπομπή σε στοιχεία από τον ανακριτικό φάκελο της υπόθεσης (βλ. τα ημερολόγια ενεργείας Τεκμήριο 12), ο μάρτυρας ξεκαθάρισε πως παρά το γεγονός ότι σε τρείς διαφορετικές περιπτώσεις το παιδί δεν έδωσε κατάθεση, η διερεύνηση συνεχίστηκε, ενώ σχετικές οδηγίες ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης ζητήθηκαν και από τη Νομική Υπηρεσία. Πιο συγκεκριμένα, ως προκύπτει από το Τεκμήριο 12 (βλ. σελ.4, καταχώρηση υπ' αρ. 5, ημερ. 2.3.2022), ο μάρτυρας φαίνεται να ζητά από τους ανωτέρους του τη διαβίβαση της υπόθεσης στη Νομική Υπηρεσία για μελέτη και οδηγίες ως προς τον περαιτέρω χειρισμό της, ενόψει του ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν κατέστη δυνατό σε δύο περιπτώσεις να ληφθεί κατάθεση «αφου η ανήλικη δεν ανταλλάσσει καμία λέξη με την Αστυνομία» και για το λόγο αυτό έγινε ψυχολογική αξιολόγηση της ανήλικης, ενώ περαιτέρω προέκυψαν κάποιες αντιφάσεις από τις καταθέσεις των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.
- Ως προς τις αναφερόμενες αντιφάσεις, ανέφερε συγκεκριμένα ότι «.η μητέρα της ανήλικης κατά την πρώτη συνάντηση που έγινε στο Σπίτι του Παιδιού στις 22/12/2021, ανέφερε στην Αστυφύλακα 4484, Μαρία Κουντούρη ότι η κόρη της ουδέποτε της ανέφερε ότι κακοποιήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Στη γραπτή κατάθεση που έδωσε στις 04/02/2022, ανέφερε ότι ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από τη μητέρα της, τη γιαγιά της ανήλικης για το περιστατικό στις 16/12/2021 και την επόμενη ημέρα σε συζήτηση που είχε με την ανήλικη της ανέφερε και το κατέθεσε το περιστατικό». Παρενθετικά, πριν αναφερθεί οτιδήποτε άλλο, θα πρέπει να επισημανθεί βεβαίως εδώ πως η αναφορά του μάρτυρα στο ημερολόγιο ενεργείας και κατά τη διάρκεια της διερεύνησης της υπόθεσης ότι υπήρχαν αντιφάσεις στη μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων, δεν μπορεί παρά να αποτελεί ένδειξη της ειλικρίνειας του και της προσπάθειας αντικειμμενικής αντίκρυσης όλων των δεδομένων της υπόθεσης. Ας σημειωθεί ότι μετά το πιο πάνω σημείωμα του μάρτυρα, δόθηκαν οδηγίες από τη Βοηθό Διευθύντρια του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος να ανακριθεί ο Κατηγορούμενος, κάτι που όπως ήδη αναφέρθηκε έγινε στις 21.4.
- Στις 28.4.2022 δε (βλ. σελ. 6-8, καταχώρηση υπ' αρ.10), ο υπεύθυνος του μάρτυρα φαίνεται ότι διαβιβάζει την υπόθεση για προώθηση στη Νομική Υπηρεσία, με καταληκτική σημείωση ότι η μαρτυρία δεν είναι ικανοποιητική για ποινική δίωξη. Ακολούθησαν οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία για «τη συνέχιση της παρακολούθησης της ανήλικης ώστε να βοηθηθεί για να μπορέσει ίσως κάποια στιγμή να προβεί σε κατάθεση». Τα μετέπειτα σημειώματα, αφορούν σε χρόνο μετά την οπτικογραφημένη κατάθεση της ανήλικής και οδηγίες για καταχώρηση της υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Ο μάρτυρας, επίσης, ξεκαθάρισε πως δεν υπήρχε συγκεκριμένος λόγος που κλήθηκε η Παραπονούμενη σε συγκεριμένες ημερομηνίες για να δώσει κατάθεση και ότι καλείτο στο πλαίσιο της προσπάθειας για να της ληφθεί οπτικογραφημένη κατάθεση, σε συνεννόηση με τη μητέρα της. Από την άλλη όμως, ο μάρτυρας ανέφερε με ειλικρίνεια πως δεν θυμόταν λόγω του χρόνου που παρήλθε αν ο ίδιος επικοινωνούσε με τη μητέρα της ανήλικης για να πάρει το παιδί για κατάθεση, ενώ περαιτέρω δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να υπήρχε επικοινωνία της μητέρας ή της γιαγιάς της ανήλικης μαζί του, για να του πουν ότι το παιδί είναι έτοιμο για κατάθεση. Από εκεί και πέρα, επανέλαβε ότι επρόκειτο για ένα παιδί που δεν μιλούσε στην αστυνομία και έγιναν προσπάθειες για να μιλήσει, ενώ είχε ζητηθεί και ψυχολογική αξιολόγηση του πριν τη λήψη της κατάθεσης. Είναι γεγονός πως αναμένοταν από το μάρτυρα, ο οποίος είναι και ο ανακριτής της υπόθεσης, να είναι πιο κατατοπιστικός ως προς την όλη διαδικασία μέχρι τη λήψη της κατάθεσης από την Παραπονούμενη και βεβαίως για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες καλείτο κάθε φορά η τελευταία για κατάθεση. Επί τούτου, η Μ.Κ.8 αναφέρθηκε σε απόφαση του ανακριτή και πολυθεματικής ομάδας αποτελούμενης από ειδικούς, χωρίς ο ίδιος όμως να αναφέρει οτιδήποτε σχετικό. Εν πάση περιπτώσει, θεωρούμε ότι η ουσία της μαρτυρίας του αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα, ότι δηλαδή το παιδί μετέβη για κατάθεση σε τρείς διαφορετικές περιπτώσεις και αυτό δεν κατέστη δυνατό λόγω έλλειψης συνεργασίας του τελευταίου, ενώ ζητήθηκε και ψυχολογική αξιολόγηση πριν δώσει κατάθεση, επιβεβαιώνεται και από την Μ.Κ.8, η μαρτυρία της οποίας επί του ζητήματος αυτού όπως φαίνεται κατωτέρω γίνεται αποδεκτή. Ως προς τη θέση που του τέθηκε περί ευθύνης της Αστυνομίας επειδή παρέλειψε να ενεργήσει και να λάβει μέτρα ώστε να μην διαπραχθούν ξανά αδικήματα εναντίον του παιδιού, εάν ληφθεί υπόψη ότι η καταγγελία έγινε τον Δεκέμβριο του 2021 και τα αδικήματα με βάση το κατηγορητήριο φαίνεται να συνεχίστηκαν μέχρι 30.8.2022, ο μάρτυρας την απέρριψε και ανέφερε πως αν υπήρχε μαρτυρία του παιδιού μετά την καταγγελία θα ήταν διαφορετικά τα δεδομένα. Επίσης, ανέφερε πως δεν είναι ο ίδιος που ετοίμασε το κατηγορητήριο με τις ημερομηνίες που καταγράφονται σ' αυτό και σε κάθε περίπτωση ζητήθηκαν οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία για τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης. Παρενθετικά, επισημαίνουμε βεβαίως ότι ο τρόπος που διατυπώθηκε η συγκεκριμένη θέση της υπεράσπισης, η οποία επαναλήφθηκε και σε άλλους μάρτυρες με απόδοση ευθύνης και σε άλλες υπηρεσίες του Κράτους, δεν είναι ο καλύτερος και μάλλον προκαλεί σύγχυση. Και αυτός είναι προφανώς ο λόγος που η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, ως εκ της συγκεκριμένης θέσης της υπεράσπισης, αναφέρθηκε σε διάφορα σημεία της γραπτής της αγόρευσης της αλλά και κατά την προφορική της αγόρευση σε «έμμεση παραδοχή της διάπραξης των αδικημάτων». Με δεδομένη την άρνηση των κατηγοριών από μέρους της υπεράσπισης και των θέσεων που πρόβαλε καθ' όλη τη διάρκεια της δίκης, είναι προφανές πως αυτό που επιθυμούσε να προωθήσει με την πιο πάνω θέση δεν είναι βεβαίως ότι η αστυνομία δεν έπραξε οτιδήποτε παρά το γεγονός ότι συνεχίστηκε η διάπραξη των αδικημάτων, αλλά αυτό που επιχείρησε ουσιαστικά να ψέξει ήταν το γεγονός ότι, παρά την ύπαρξη καταγγελίας για σεξουαλική κακοποίηση ενός παιδιού, δεν λήφθηκαν -κατά τον ισχυρισμό της- επαρκή και άμεσα μέτρα προστασίας, ώστε να διασφαλιστεί η ανήλικη και να αποκλειστεί το ενδεχόμενο περαιτέρω κινδύνου, χωρίς τούτο να συνεπάγεται οποιαδήποτε αποδοχή της βασιμότητας ή της συνέχισης των αποδιδόμενων αδικημάτων. Περαιτέρω ανάλυση επί του συγκεκριμένου ζητήματος δεν απαιτείται, αλλά πάντως δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση περί έμμεσης παραδοχής της διάπραξης των αδικημάτων. Αναφορικά με τη θέση τώρα που του τέθηκε, ότι στο φάκελο δεν περιλήφθηκαν όλα τα έγγραφα που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, ο μάρτυρας με σαφήνεια απάντησε ότι ο ίδιος ετοίμασε το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης και επεξήγησε ότι κάποια έγγραφα που δεν περιλήφθηκαν στο μαρτυρικό υλικό -καταθέσεις προσώπων που δεν τέθηκαν ως μάρτυρες στην υπόθεση - βρίσκονταν εντός του ποινικού φακέλου και μπορούσε η υπεράσπιση οποτεδήποτε να ζητήσει να της δοθούν. Απέρριψε δε τη θέση πως δεν δόθηκε όλο το ανακριτικό υλικό αρχικά για να αποκρυβούν από την υπεράσπιση συγκεκριμένα έγγραφα, λέγοντας ότι η υπεράσπιση γνώριζε πως υπάρχουν τα έγγραφα αυτά και δεν απεκρύβησαν. Σημειωτέον, ότι κατόπιν διευκρινιστικών ερωτήσεων του Δικαστηρίου προς το συνήγορο της υπεράσπισης, ο τελευταίος ανέφερε πως αναφέρεται σε έγγραφα που τους δόθηκαν εκ των υστέρων αφου στάλθηκαν από μέρους τους τρείς επιστολές και όχι σε έγγραφα που δεν τους δόθηκαν καθόλου. Με αυτά υπόψη και πέραν βεβαίως του ότι με τις εξηγήσεις που δόθηκαν δεν προκύπτει καμία πρόθεση απόκρυψης από την υπεράσπιση οιωνδήποτε εγγράφων, είναι γεγονός πως δεν τίθεται κάποιο ουσιαστικό ζήτημα προς περαιτέρω συζήτηση. Δεν διέλαθε βεβαίως την προσοχή μας η θέση της υπεράσπισης ότι δεν παρουσιάστηκαν και αποκρύβησαν οι καταθέσεις βασικών μαρτύρων ήτοι των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 και οι οποίες φαίνεται, πάντα κατά την υπεράσπιση, να δόθηκαν στις 16.12.2021 ή στις 8.12.2021, όταν προέβησαν αρχικά σε καταγγελία ΤΑΕ, όμως σε σχέση με το ζήτημα αυτό θα επανέλθουμε στο κατάλληλο σημείο κατωτέρω. Εξάλλου, ουδέποτε τέθηκε στο συγκεκριμένο μάρτυρα οτιδήποτε σχετικό με το ζήτημα αυτό ή αν γνωρίζει οτιδήποτε περί λήψης κατάθεσης στο ΤΑΕ και αν τους στάλθηκαν οιεσδήποτε καταθέσεις των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 μαζί με την αναφορά του ΤΑΕ στις 17.12.2021, η δική του εμπλοκή δε, ως προκύπτει από τη μαρτυρία του σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 12, ξεκινά με τη λήψη της εν λόγω αναφοράς από το ΤΑΕ. Έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα γίνεται αποδεκτή. Ως προς την παρατήρηση του Δικαστηρίου ανωτέρω, ότι αναμενόταν να είναι πιο κατατοπιστικός αναφορικά με συγκεκριμένο σημείο, θεωρούμε βεβαίως πως τούτο δεν θα μπορούσε να επηρεάσει τη γενικά καλή εντύπωση που έκανε ο μάρτυρας ή και την αξιοπιστία του εν γένει. Ερχόμενοι τώρα στην Μ.Κ.8, η οποία όπως αναφέρθηκε ανωτέρω έλαβε την οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη, επισημαίνουμε κατ' αρχάς πως γίνεται αποδεκτό ότι κατά τη διάρκεια της κατάθεσης παρέλαβε δύο σχέδια που έκανε η τελευταία (Τεκμήριο 4), η οποία για το δεύτερο σχέδιο που ζωγράφισε μόνη της είπε ότι ήταν κάτι κακό, ενώ στο πρώτο σχέδιο, όταν η ανήλικη αναφέρθηκε στην «πουλλού» και τη ρώτησε να περιγράψει την «πουλλού» του παππού, έκανε τη γραμμή που φαίνεται στο κέντρο των δύο σχεδίων και της ανέφερε ότι «αυτή είναι η πουλλού του παππού», ενώ έκανε κάποιες μικρές γραμμούλες δεξιά και αριστερά (επί της εν λόγω γραμμής), οι οποίες ανάφερε ότι ήταν «σκουλήκια». Δεν διέλαθε την προσοχή μας ότι η υπεράσπιση με τις ερωτήσεις της έτεινε να αμφισβητήσει τα πιο πάνω και μάλιστα ο συνήγορος της εξέφρασε και τη θέση πως ενδεχομένως να είναι σχέδια που πήρε μαζί της, όμως η ίδια η οπτικογραφημένη κατάθεση / συνέντευξη επιβεβαιώνει ότι το παιδί, κατά τη διάρκεια, ζήτησε «να κάμω ένα χέρι» και μετά ανέφερε «εν κακό»[13] και στη συνέχεια έκανε στο σχέδιο την «πουλλού» με τα «σκουλήκια»[14]. Διευκρινίζουμε βεβαίως σ' αυτό το σημείο, πως το γεγονός ότι αποδεχόμαστε ως ειλικρινή την αναφορά της μάρτυρος για τα όσα της ανέφερε η Παραπονούμενη κατά τη διάρκεια της κατάθεσης για τα σχέδια, δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση, έχοντας υπόψη και τα ζητήματα που ηγέρθησαν στο πλαίσιο της παρούσας, πως αποδεχόμαστε ότι τα όσα ανέφερε το παιδί ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Κάτι βεβαίως που θα αποφασιστεί κατόπιν σφαιρικής αξιολόγησης της μαρτυρίας. Αποδεχόμαστε επίσης πως η μάρτυρας μετά το πέρας της κατάθεσης, έθεσε τα πιο πάνω σχέδια (Τεκμήριο 4) σε χακί φάκελο, τον οποίο παρέδωσε στον Μ.Κ.1, ανακριτή της υπόθεσης, όπως εξάλλου επιβεβαίωσε και ο τελευταίος στη μαρτυρία του. Περαιτέρω, αποδεχόμαστε ότι υπέγραψε τη δήλωση ανακριτή προς τον συνοδό πριν τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης στις 26.10.2022 (Τεκμήριο 19). Σε σχέση με τις πρηγούμενες τρείς φορές που είχε συναντήσει το παιδί και τη μητέρα του στο Σπίτι του Παιδιού για να πάρουν κατάθεση, η μάρτυρας πολύ πειστικά ανέφερε ότι το παιδί δεν ανέφερε καν το όνομα του και δεν μιλούσε καθόλου, οπότε δεν μπήκαν στο δωμάτιο για κατάθεση. Αναφορικά με τα Τεκμήρια 20-22, η μάρτυρας ανέφερε ότι πρόκειται για τις συγκαταθέσεις που λήφθηκαν για τη λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης σε σχέση με δύο από τις τρείς φορές που ανέφερε (2.9.2022 και 14.2.2022), όμως επανέλαβε ότι το παιδί ήταν κλειστό και δεν συνεργάστηκε, και γι' αυτό δεν λήφθηκε κατάθεση. Όπως εξήγησε δε περαιτέρω, πρώτα γίνεται ένας διάλογος με το παιδί και όταν δεν απαντά ούτε καν στην ερώτηση «πως σε λένε» και στον χαιρετισμό, δεν το βάζουν στη διαδικασία της οπτικογραφημένης κατάθεσης. Γι' αυτό το λόγο ο ανακριτής μέσω πολυθεματικής ομάδας, αποφάσισε στην περίπτωση αυτή το παιδί να περάσει πρώτα από ψυχολογική αξιολόγηση πριν δώσει κατάθεση. Αποδεχόμαστε τα όσα ανέφερε, όπως επίσης αποδεχόμαστε και την εξήγηση που έδωσε για την αναφορά που έγινε στο παιδί κατά τη λήψη της κατάθεσης στην «Έλενα» (Μ.Κ.7). Πιο συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 3, η μάρτυρας σε κάποια στιγμή, αφου μίλησε με το παιδί για διάφορα για να το κάνει να νιώσει άνετα, ανέφερε στο παιδί «.προχτές ήσουν εσύ στη Λάρνακα, μαζί με την .ήσουν με την Έλενα που μιλούσες μαζί της. Ναι; Και είπες κάποια πράγματα».[15] Όταν το παιδί απάντησε καταφατικά δε, συνέχισε και ζήτησε να πει και στην ίδια τι έγινε. Η εν λόγω αναφορά της σύμφωνα με την υπεράσπιση, έγινε προκειμένου να αναγκάσει το παιδί να πει αυτό που ήθελαν και έγινε με τρόπο που «εισήγαγες από το παιδί αυτό που θέλατε να ακούσετε». Η μάρτυρας όμως με απόλυτα σαφή και πειστικό τρόπο, εξήγησε πως αυτό που ήθελε να ξέρει ήταν τι πραγματικά έγινε και σε αυτό αποσκοπούσαν οι ερωτήσεις της, ενώ πρόκειται για μια πρακτική που χρησιμοποιούν για τη συνέντευξη τους σε παιδιά τέτοιων μικρών ηλικιών, όταν γνωρίζουν ότι ένα παιδί μίλησε σε κάποιο ειδικό. Υπενθυμίζεται ότι κατά τον χρόνο λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης το παιδί ήταν ηλικίας τεσσάρων ετών. Υπό το πρίσμα αυτό, και συνεκτιμώντας την ειδική εκπαίδευση της μάρτυρος επί του θέματος, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι η αναφορά του συνεντευκτή σε στοιχείο που είχε ήδη αναφερθεί από το παιδί σε ειδικό συνιστά αθέμιτη καθοδήγηση, αλλά κρίνεται εύλογη στο πλαίσιο της διερεύνησης. Ερωτώμενη δε η μάρτυρας για το κριτήριο που κλήθηκε να δώσει συνέντευξη την τελευταία φορά το παιδί, ανέφερε πως αυτό δεν το αποφασίζει η ίδια αλλά αποφασίζεται σε πολυθεματικές στο Σπίτι του Παιδιού, από ειδικούς και την αστυνομία. Ήταν ξεκάθαρη όμως, ότι η ομάδα της εξετάζει πολύ σοβαρές υποθέσεις και πρέπει να εξαντλήσουν όλα τα περιθώρια για να ληφθούν καταθέσεις όπως πρέπει και όσο πιο σωστά γίνεται, ενώ όταν το παιδάκι είναι μικρό πρέπει να γίνουν προσπάθειες για να μιλήσει. Επίσης, ανέφερε πως υπάρχουν επιστήμονες με τους οποίους συνεργάζονται και αυτοί αναλαμβάνουν να πουν πότε μπορεί ένα παιδί να καταθέσει, αλλά και ότι οι υποθέσεις αυτές διερευνώνται για όσα χρόνια χρειαστεί. Ως προς τη θέση της υπεράσπισης ότι ο χρόνος διερεύνησης δεν μπορεί να είναι απεριόριστος και να ταλαιπωρείται ένα παιδί για 10 μήνες για να δώσει οπτικογραφημένη κατάθεση, η μάρτυρας απάντησε ότι «..και τις 4 φορές που ήρθε το μωρό ούτε έκλαιε ούτε φαινόταν ιδιαίτερα ταλαιπωρημένο, απλά δεν ήθελε να μας μιλήσει γιατί ήταν πολύ ντροπαλό τις πρώτες φορές», ενώ στη συνέχεια είπε ότι «Η έκφραση και ο τρόπος του δεν φαινόταν να είναι ταλαιπωρημένο ούτε όταν ήταν στο Σπίτι του Παιδιού ούτε όταν ήρθε για κατάθεση.», τονίζοντας παράλληλα ότι επρόκειτο για ένα παιδί 4 χρόνων. Η θέση της μάρτυρος ότι σε καμία από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες παρουσιάστηκε το παιδί για σκοπούς λήψης συνέντευξης δεν παρουσιαζόταν ταλαιπωρημένο, παρέμεινε αδιαμφισβήτητη και γίνεται αποδεκτή. Θεωρούμε δε ότι στο σημείο αυτό μπορεί να λεχθεί πως ο ισχυρισμός της υπεράσπισης, ότι έπρεπε να υπάρχει χρονικός περιορισμός στη διερεύνηση της υπόθεσης λόγω της φερόμενης ταλαιπωρίας του παιδιού για περίοδο δέκα μηνών, παρέμεινε ουσιαστικά μετέωρος. Επί τούτου, σημειώνεται κατ' αρχάς ότι δεν έχει υποδειχθεί οποιαδήποτε νομοθετική ή κανονιστική πρόνοια που να επιβάλλει τέτοιο περιορισμό. Περαιτέρω, το γεγονός ότι επρόκειτο για παιδί ηλικίας τριών ετών, το οποίο αρχικά δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε και χρειάστηκε χρόνο μέχρι να μπορέσει να εκφραστεί, δεν θα μπορούσε, από μόνο του, να οδηγήσει σε τερματισμό της διερεύνησης της υπόθεσης. Υπενθυμίζουμε δε ότι σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε απόπειρα λήψης κατάθεσης, οι αρμόδιες υπηρεσίες διαπίστωναν εάν το παιδί ήταν σε θέση να καταθέσει και, όταν αυτό δεν συνέβαινε, δεν προχωρούσαν καν στη διαδικασία λήψης συνέντευξης, αποφεύγοντας έτσι την άσκοπη ταλαιπωρία του. Δεν διέλαθε βεβαίως την προσοχή μας ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.4, το παιδί παρουσίαζε κάποια αμηχανία και στρες κατά την ημέρα της συνέντευξης, στοιχείο το οποίο είναι αναμενόμενο ενόψει της ηλικίας του. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι υποστηρίζει τη θέση της υπεράσπισης για τερματισμό της διερεύνησης. Στο σημείο αυτό οφείλουμε να σημειώσουμε με κάθε σεβασμό προς τον συνήγορο της υπεράσπισης, ότι το άρθρο 42