← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Χ.Α., Αρ. Υπόθεσης: 2389/23, 20/2/2026

Δημοκρατία ν. Χ.Α., Αρ. Υπόθεσης: 2389/23, 20/2/2026 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2389/23 Δημοκρατία ν. Χ.Α. Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 20 Φεβρουαρίου 2026 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ε. Ευαγγέλου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα, αντιμετωπίζει συνολικά 16 κατηγορίες και πιο συγκεκριμένα αντιμετωπίζει: · Εννέα κατηγορίες βιασμού κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν.115(Ι)/2021 (Κατηγορίες 1 και 3-10 συμπεριλαμβανομένων), · Μία κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης κατά παράβαση του άρθρου 146Α του Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) του Ν.115(Ι)/2021 (Κατηγορία 2), · Μία κατηγορία άσεμνης επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 151 του Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) του Ν.115(Ι)/2021 (Κατηγορία 11), · Μία κατηγορία κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) του Ν.115(Ι)/2021 (Κατηγορία 12), · Δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ.154 και του άρθρου 5(α) του Ν.115(Ι)/2021 (Κατηγορίες 13 και 14), · Μία κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παρενοχλητικής παρακολούθησης (άρθρο 4

(1)
(2)του Περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμου, Ν.114(Ι)/2021 και του άρθρου 5(α) του Ν.115(Ι)/2021 (Κατηγορία 15), και · Μία κατηγορία παράνομης κατοχής αντικειμένου εκτόξευσης επιβλαβούς αερίου κατά παράβαση του άρθρου 25 του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν. 113(I)/2004 (Κατηγορία 16). Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Στην υπόθεση κατέθεσαν συνολικά 17 μάρτυρες και η μαρτυρία ήταν αρκετά εκτενής. Έτσι προς ευχερέστερη κατανόηση των όσων θα ακολουθήσουν, κρίνουμε ορθό να συνοψίσουμε τις εκδοχές που προώθησαν οι δύο πλευρές. Εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι η Παραπονούμενη, η οποία κατάγεται από την Σιέρα Λεόνε και ήρθε στην Κύπρο το 2021 ως αιτήτρια ασύλου, περί το τέλος Απριλίου του 2023 γνώρισε τον Κατηγορούμενο τυχαία στο δρόμο όταν αυτός της φώναξε και την ρώτησε αν θέλει δουλειά και της πρότεινε να την μεταφέρει σε διαμερίσματα όπου, σύμφωνα με τα όσα της είπε, θα μπορούσε να εργοδοτηθεί. Η ίδια συμφώνησε και μπήκε στο αυτοκίνητο του, όμως αυτός στην πορεία της επιτέθηκε άσεμνα αγγίζοντας την στα γεννητικά όργανα μεταξύ των μηρών πάνω από τα ρούχα, οπόταν αυτή αντέδρασε και απαίτησε να την επιστρέψει πίσω στο διαμέρισμα της, πράγμα που ο Κατηγορούμενος έπραξε, αφού προηγουμένως τον απείλησε ότι θα τηλεφωνήσει στο αφεντικό της και ότι θα κατέβαινε από το αυτοκίνητο. Ακολούθως, θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν πως ο Κατηγορούμενος ήταν απολογητικός λέγοντας της πως του άρεσε πολύ και πως δεν ήξερε πως να το εκφράσει, οπόταν η ίδια, όταν αυτός την ίδια μέρα της ζήτησε τον αριθμό τηλεφώνου της, του τον έδωσε. Ακολούθησαν 2-3 βδομάδες όπου ο Κατηγορούμενος της συμπεριφερόταν καλά, πήγαιναν μαζί σε ωραία μέρη, της έπαιρνε φαγητό, χωρίς ωστόσο να έχουν σεξουαλική επαφή στο διάστημα αυτό, κάτι που εν τέλει επεσυνέβη μετά από την πάροδο αυτών των 2-3 εβδομάδων. Ακολούθως στο πλαίσιο εξετάσεων που διενεργήθηκαν από τους εργοδότες της διεφάνη πως έπασχε από ηπατίτιδα Β, πράγμα το οποίο κοινοποίησε στον Κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν αρχικά υποστηρικτικός και μάλιστα την ίδια νύχτα επέμεινε να κάνουν σεξ χωρίς προφυλακτικό. Κατά την 9.6.23 δε, ο Κατηγορούμενος, ήρθε σε συνεννόηση με τη Μ.Κ.2 (υπεύθυνη εργασίας της Παραπονούμενης) έτσι ώστε να μεταβεί στην εργασία της και να της κάνει πρόταση γάμου μπροστά στους συναδέλφους της, κάτι που πράγματι έγινε ενώ κατά το ίδιο διάστημα και για περίοδο περίπου 2-3 εβδομάδων διέμειναν στο σπίτι της μητέρας του Κατηγορούμενου (Μ.Υ.3.) στην επαρχία Λάρνακας, με προοπτική στη συνέχεια να μετακομίσουν στο σπίτι του Κατηγορούμενου στο Παραλίμνι. Κάτι που πράγματι έπραξαν, για να διαμείνουν όμως εν τέλει εκεί μόνο ένα βράδυ, αφού η Παραπονούμενη του ανέφερε πως λόγω της κατάστασης του σπιτιού δεν μπορούσε να διαμείνει εκεί και ότι θα επέστρεφε στο διαμέρισμα της, στο οποίο διέμενε με την Μ.Κ.3 και στο οποίο δε θα μπορούσε να διαμείνει ο Κατηγορούμενος, αφού κάτι τέτοιο δεν ήταν αποδεκτό από τον εργοδότη της Παραπονούμενης που παρείχε τη διαμονή εκείνη. Κατά την ημέρα εκείνη η ίδια περιγράφει πως ο Κατηγορούμενος έχοντας της ζητήσει να μεταβούν σε ξενοδοχείο να περάσουν χρόνο μαζί και να κάνουν σεξ και αυτή έχοντας του πει πως είναι κουρασμένη, θύμωσε, οδηγούσε επικίνδυνα και τη μετέφερε σε άγνωστο χώρο πλησίον μιας εκκλησίας όπου της επιτέθηκε και την απείλησε ενώ στη συνέχεια τη μετέφερε στην οικία της μητέρας του όπου και εκεί συνέχιζε να φωνάζει, η δε μητέρα του η οποία έπαιρνε το μέρος του, εν τέλει τη χαστούκισε, προτού τελικά ο Κατηγορούμενος την επιστρέψει στο διαμέρισμα της. Το ίδιο βράδυ ο Κατηγορούμενος επικοινώνησε με την ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου που την εργοδοτούσε για να της πει για την ασθένεια της Παραπονούμενης, καλώντας την να την απολύσει. Απ' εκείνη την ημέρα και μετά ήταν η θέση της πως η ίδια κατάλαβε πως δεν ήταν καλός άνθρωπος αλλά όταν του είπε πως δεν θα συγχωρούσε ούτε αυτόν ούτε τη μητέρα του, αυτός μεταξύ άλλων, άρχισε να την απειλεί ότι θα πει σε όλους για την ασθένεια της, της έλεγε ότι δεν δικαιούται να εργάζεται στο ξενοδοχείο επειδή έχει ηπατίτιδα και ότι θα καλέσει την αστυνομία για να κλείσει το ξενοδοχείο, την απειλούσε ότι θα την καταστρέψει, την καλούσε συνεχώς και όταν δεν απαντούσε μετέβαινε στην εργασία της και της δημιουργούσε προβλήματα και εν γένει την παρακολουθούσε όπου και αν βρισκόταν, οπόταν μέσα σε αυτό το πλαίσιο και επειδή αυτά συνέβαιναν καθημερινά, η ίδια επέλεξε να του μιλά για να τον ηρεμεί και να μην της προκαλεί προβλήματα και είναι σε αυτό το πλαίσιο που εντάσσει τις συνομιλίες που είχε μαζί του και τα μηνύματα εκείνα που έδειχναν κάποιο ενδιαφέρον ή φαινομενικά αισθήματα αγάπης. Ο ίδιος επέμενε να της ζητά να κάνουν σεξ και μέσα στο πλαίσιο αυτό εντάσσει τα εννέα περιστατικά σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συναίνεση της, τα οποία έλαβαν χώρα στο διάστημα από τον Ιούλιο του 2023 μέχρι και τις 15.9.23 ενώ επίσης εξήγησε υπό ποιες περιστάσεις κατέληξε, τελικώς, να τον καταγγείλει στις 17.9.
  1. Από την άλλη, θέση της υπεράσπισης, ήταν πως η Παραπονούμενη ψεύδεται, πως είναι «κατά φαντασία μυθοπλάστης» κάτι που διαφάνηκε και στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης ασύλου που υπέβαλε, πως η σχέση τους ήταν καλή μέχρι το τέλος Αυγούστου και πως όλες οι επαφές που είχαν κατά τη διάρκεια της σχέσης τους ήταν συναινετικές συμπεριλαμβανομένων και των εννέα που επικαλέστηκε η Παραπονούμενη ως περιστατικά συνεύρεσης χωρίς τη συναίνεση της. Απέδωσε δε στην ίδια αλλότρια κίνητρα για την καταγγελία, υποστηρίζοντας ότι ζήτησε από τον Κατηγορούμενο χρήματα (10.000 ευρώ) τα οποία δεν της έδωσε ενώ ήταν επίσης θέση της υπεράσπισης ότι η καταγγελία ήταν απότοκο του ότι δεν μπορούσε να εξασφαλίσει τα έγγραφα για να παντρευτούν και ο ίδιος της είπε κατόπιν προτροπής της μητέρας του ότι δε θα έκαναν παιδί μαζί και η καταγγελία της υποβλήθηκε στο πλαίσιο της προσπάθειας της να εξασφαλίσει παραμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία αφότου η αίτηση ασύλου και η συνακόλουθη προσφυγή που υπέβαλε απορρίφθηκαν. Επίσης θέση του Κατηγορούμενου ήταν ότι η καταγγελία ήταν απότοκο της παρότρυνσης των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.6 οι οποίοι της «παράντζειλαν» να υποβάλει καταγγελία για σεξουαλικά αδικήματα, αποδίδοντας προς τούτο συνωμοτικά κίνητρα στον Μ.Κ.6 αλλά και τη Μ.Κ.1, ενώ επίσης ήταν η θέση του πως για όλα αυτά είχε αποδεικτικά στοιχεία αλλά ο προηγούμενος του συνήγορος μαζί με τον κατήγορο που χειρίζεται την παρούσα φρόντισαν να τα εξαφανίσουν.
  2. Η Διαδικασία Προς απόδειξη των κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δέκα μάρτυρες και συγκεκριμένα την Αστ. 1694 Γ.Γ. (Μ.Κ.1), την Χ.Π. (Μ.Κ.2), την L.I. (M.K.3), τον Π.Α. (Μ.Κ.4), την M.D.K. - Παραπονούμενη, (M.K.5), τον Αστ. 810 Α.Κ. (Μ.Κ.6), τον Α/Αστ. 2688 Π.Σ. (Μ.Κ.7), την Αστ. 26 Κ.Π. (Μ.Κ.8), τον Δρ Ν.Χ. (Μ.Κ.9) και τον Αστ. 1456 Σ.Α. (Μ.Κ.10). Αφότου ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματα του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως (Μ.Υ.1) ενώ κάλεσε άλλους έξι μάρτυρες υπεράσπισης, ήτοι τον Δρ Δ.Μ. (Μ.Υ.2), τη μητέρα του, Μ.Π. (Μ.Υ.3), τη φίλη του Ε.Π. (ΜΥ.4), τον Δρ Ζ.Κ. (Μ.Υ.5), τον Δρ Π.Μ. (Μ.Υ.6), και τον Γ. Κ. (Μ.Υ.7). Κατατέθηκαν συνολικά 28 τεκμήρια και διάφορες άλλες καταθέσεις, ως Έγγραφα Α-ΙΓ. Περιπλέον, κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν κάποια παραδεκτά γεγονότα, αναφορά στα οποία θα γίνει στη συνέχεια, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων.
  3. Σύνοψη Μαρτυρίας Οι Μ.Κ.1, Μ.Κ.6, Μ.Κ.7, Μ.Κ.8 και Μ.Κ.10 ήταν αστυφύλακες που ενεπλάκησαν, ο καθένας με τον τρόπο του στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Η Μ.Κ.1, αστυφύλακας στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, ήταν η ανακρίτρια της υπόθεσης και υιοθέτησε την κατάθεση της, Έγγραφο Α στην οποία καταγράφει τις ενέργειες στις οποίες προέβη, συμπεριλαμβανομένης της λήψης της καταγγελίας της Παραπονούμενης στις 17.09.23, της εκτέλεσης του πρώτου εντάλματος που εκκρεμούσε εναντίον του Κατηγορούμενου[1], της περισυλλογής τεκμηρίων και παράδοσης τους στην Μ.Κ.8 για τη μεταφορά τους προς διενέργεια των απαραίτητων εξετάσεων καθώς και της λήψης δύο καταθέσεων από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήρια 9 και 10). Αντεξετάστηκε σε σχέση με τις διαπιστώσεις της όσον αφορά τη σχέση του Κατηγορούμενου και της Παραπονούμενης, ως τις ανέφερε, στηριζόμενη στα δεδομένα που εξήχθησαν από τα κινητά τηλέφωνα τους, για να της υποβληθεί πως ήταν αυθαίρετες, πως η σχέση των δύο ήταν φυσιολογική και πως εν γένει η διερεύνηση στην οποία προέβη ήταν ελλιπής, κυρίως επειδή κατ' ισχυρισμόν της υπεράσπισης, η ανακρίτρια δεν διερεύνησε το πώς εισήλθε στην Κύπρο η Παραπονούμενη ούτε τους λόγους απόρριψης της αίτησης ασύλου που υπέβαλε. Πράγμα το οποίο, εάν έπραττε, σε συνδυασμό και με τα μηνύματα που η Παραπονούμενη αντάλλαζε με τον Κατηγορούμενο την επίδικη περίοδο, θα οδηγείτο στο ότι επρόκειτο για μια ψευδή καταγγελία. Ο δε Μ.Κ.6 ήταν ο αστυφύλακας που ανταποκρίθηκε στην κλήση της Παραπονούμενης, η οποία αφορούσε το περιστατικό το οποίο αποτέλεσε το έναυσμα για την υποβολή της καταγγελίας για τα επίδικα αδίκηματα και το οποίο έλαβε χώραν πλησίον του χώρου εργασίας της κατά την 17.9.
  4. Θέση του ήταν ότι όταν μετέβη στο μέρος κάλεσε την Παραπονούμενη να μεταβεί στο σταθμό, όπου στο πλαίσιο προφορικής συνομιλίας η ίδια του ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος σε διάφορες περιπτώσεις είχε έρθει σε σεξουαλική επαφή μαζί της χωρίς τη θέληση της, οπόταν και ο ίδιος καθηκόντως παρέπεμψε την υπόθεση προς διερεύνηση στο ΤΑΕ Αμμοχώστου. Ο Μ.Κ.10, υιοθέτησε την έκθεση που ετοίμασε (Έγγραφο ΙΑ), σε σχέση με την εξέταση των κινητών τηλεφώνων του Κατηγορούμενου και της Παραπονούμενης και εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την εξαγωγή των δεδομένων καθώς και τις επιμέρους διαπιστώσεις του σε σχέση με την ημερομηνία και ώρα που αναγραφόταν στα δύο κινητά, αναφέροντας πως σε σχέση με τα διάφορα μηνύματα, κλήσεις, βίντεο και άλλο υλικό που εντόπισε στα κινητά στην εφαρμογή «whatsapp», έλαβε γραπτή συγκατάθεση από τον Κατηγορούμενο (Tεκμήριο 19) και την Παραπονούμενη (Tεκμήριο 20), για την επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων. Εξήγησε περαιτέρω, πως η ώρα αποστολής και παραλαβής μηνυμάτων που περιέχονταν στα δύο κινητά, λόγω του ότι στις συσκευές των κινητών ήταν καθορισμένη μηχανοκίνητα και όχι αυτοματοποιημένα, διαφέρει από την πραγματική και από αυτήν που αναγράφεται στα διάφορα μηνύματα και πως για όσα απεστάλησαν μετά το τέλος Μαρτίου, η ορθή τους ώρα είναι +3 ώρες από την αναγραφόμενη. Για όσα μηνύματα ήταν προ Μαρτίου, η ορθή τους ώρα, είναι +2 από αυτήν που αναγράφεται. Αναγνώρισε επίσης το Τεκμήριο 13 ως ένα από τα επτά πανομοιότυπα usb που ετοίμασε ο ίδιος και που περιλαμβάνει τα δεδομένα που εξήγαγε από τα δύο κινητά και την έκθεση που ετοίμασε κατόπιν (Έγγραφο ΙΒ), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε επίσης, ως περαιτέρω μέρος της κυρίως εξέτασης του. Εξήγησε πως εξήγαγε 7 διαφορετικές συνομιλίες, εκ των οποίων η μια ήταν διαγεγραμμένη και πως περιέχονταν συνολικά 28.836 μηνύματα. Εξήγησε ποιος τηλεφωνικός αριθμός ανήκει αντιστοιχεί στο κινητό της Παραπονούμενης, διευκρινίζοντας ότι ο τηλεφωνικός αριθμός του κινητού του Κατηγορούμενου, ήταν αποθηκευμένος στο δικό της κινητό ως «My forever» και πως τα διαγεγραμμένα μηνύματα, διαγράφηκαν από το κινητό της Παραπονούμενης. Προέβαλε ενδεικτικά στο δικαστήριο το περιεχόμενο της μεταξύ τους συνομιλίας την 01.05.23, 16.05.23, 25.06.23, 15.09.23, 17.09.23 καθώς και περιεχόμενο βίντεο που ανάκτησε από τα δύο κινητά σε διάφορες ημερομηνίες, τα οποία περιέχονταν στο Τεκμήριο
  5. Επί αυτών εξήγησε πως δεν μπορεί να προκύψει η πραγματική ημερομηνία δημιουργίας τους πλην όμως τεκμαίρεται από την ημερομηνία που εμφανίζεται σε κάθε ένα βίντεο πως αυτό δημιουργήθηκε είτε τη συγκεκριμένη ημερομηνία ή και προγενέστερα. Αντεξετάστηκε σε σχέση με την μέθοδο που ακολούθησε προς εξαγωγή των δεδομένων των κινητών τηλεφώνων που παρέλαβε και ερωτήθηκε κατά πόσο η ακρίβεια των εξαχθέντων δεδομένων, επαληθεύεται είτε από άλλο συνάδελφο του, είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, αν αυτά δύνανται να τροποποιηθούν κατά την εξαγωγή τους, εάν υπάρχει η πιθανότητα μια εκ των συσκευών που ανέλυσε να χρησιμοποιείτο από πολλαπλούς χρήστες και κατά πόσο εξήχθησαν όλα τα δεδομένα των κινητών τηλεφώνων ή μέρος αυτών. Ο Μ.Κ.9 ήταν ο ιατροδικαστής που εξέτασε την Παραπονούμενη και ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέταση του, την ιατροδικαστική έκθεση που ετοίμασε, (Έγγραφο Ι), στην οποία αναφέρει πως κατόπιν εξέτασης της Παραπονούμενης στις 18.09.23 διαπίστωσε πως η πρωκτική και περιπρωκτική περιοχή, ο κόλπος και το αιδοίο ελέγχονταν φυσιολογικά και πως δεν υπήρχαν κακώσεις σώματος και γεννητικών οργάνων. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, ανέφερε πως οι πιο πάνω διαπιστώσεις του, δεν οδηγούν στο συμπέρασμα πως δεν υπήρξε βιασμός και πως η απουσία κακώσεων είναι το πιο συχνό φαινόμενο σε περιπτώσεις βιασμών, πλην ορισμένων περιπτώσεων εξηγώντας πότε δύναται να προκύψουν κακώσεις κατά το περιστατικό ενός βιασμού. Επισήμανε επίσης πως ενόψει του ότι τα ισχυριζόμενα περιστατικά προσδιορίστηκαν από την Παραπονούμενη μέχρι και τρεις μήνες προηγουμένως, ακόμη και εάν τότε υπήρχαν κακώσεις, ο ίδιος δεν θα μπορούσε να τις εντοπίσει στις 18.09.23 που την εξέτασε πλην όμως σε κάθε περίπτωση, η Παραπονούμενη δεν είχε αναφέρει ότι υπήρχαν τέτοιες. Αντεξετάστηκε σε σχέση με την μέθοδο που ακολούθησε για να εξετάσει την Παραπονούμενη και ερωτήθηκε κατά πόσο είναι δυνατόν να προκύψουν κακώσεις κατά τη διάρκεια μιας σεξουαλικής πράξης, εάν ο κόλπος δεν είναι υγρός, εάν εντόπισε σπερματικά ή άλλα υγρά κατά την εξέταση της Παραπονούμενης καθώς και εάν κατά την διάρκεια μιας σεξουαλικής επαφής στην οποία προβάλλεται αντίσταση, δημιουργούνται ή όχι τραύματα στον κόλπο ή στην ευρύτερη περιοχή. Οι Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 ήταν μάρτυρες που είχαν σχέση και επαφή με την Παραπονούμενη κατά τον επίδικο χρόνο και κατέθεσαν ως προς το τί είχαν αντιληφθεί έχοντας επαφή με την Παραπονούμενη και τον Κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.2, ως υπεύθυνη της Παραπονούμενης στην εργασία της, η Μ.Κ.3 ως συγκάτοικος της και ο Μ.Κ.4 ως ένοικος του συγκροτήματος όπου η Παραπονούμενη διέμενε. Ως Μ.Κ.5, κατέθεσε η Παραπονούμενη. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε το περιεχόμενο των δύο καταθέσεων που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφα Ε και Στ) όπου αναφέρεται στα της γνωριμίας της με τον Κατηγορούμενο περί τον Απρίλιο του 2023, στη σχέση που σύναψαν, το δαχτυλίδι αρραβώνων που της έδωσε τον Ιούνιο του 2023 ενώπιον των συναδέλφων της, στη διαμονή τους στη μητέρα του Κατηγορούμενου για 2-3 εβδομάδες κατά την ίδια περίοδο αλλά και στην πρόθεση τους να μετακομίσουν στο σπίτι του Κατηγορούμενου στο Παραλίμνι στο οποίο ωστόσο διανυκτέρευσαν μόνο ένα βράδυ γιατί η κατάσταση του δεν ήταν καλή, οπόταν και η Παραπονούμενη του είπε ότι θα πήγαινε πίσω στο διαμέρισμα της μέχρι να φτιαχτεί το σπίτι, επισημαίνοντας του ότι ο ίδιος δεν θα μπορούσε να μείνει εκεί γιατί έμεναν και άλλοι συνάδελφοί της μαζί. Αναφέρεται ακόμα σε συγκεκριμένο συμβάν που επεσυνέβη κατά τον ίδιο χρόνο και το οποίο κατά την ίδια επέφερε ρήξη στη σχέση τους κάνοντας την ίδια να καταλάβει ότι δεν ήταν καλός άνθρωπος. Εξήγησε πως αφού πήγαν για βόλτα ο Κατηγορούμενος την ρώτησε εάν θα περνούσαν χρόνο μαζί σε κάποιο ξενοδοχείο, με την ίδια να αρνείται και να του ζητά να την πάρει στο διαμέρισμα της, οπόταν ο Κατηγορούμενος θύμωσε και ξεκίνησε να οδηγεί με άσχημο τρόπο και της είπε πως δεν θα έκανε ό,τι ήθελε, την οδήγησε έξω από μια απομονωμένη εκκλησία, την άρπαξε από το λαιμό και της φώναζε ότι θα την καταστρέψει και ότι είναι ο αρχηγός της μαφίας και ότι η Αγία Νάπα του ανήκει. Την έσυρε στη συνέχεια στο αυτοκίνητο, την πήγε στο σπίτι της μητέρας του στην Λάρνακα και εκεί, η μητέρα του κατόπιν που ο Κατηγορούμενος θυμωμένος της έλεγε πράγματα για την ίδια, την έσπρωξε έξω από το σπίτι και όταν μπήκε στο αυτοκίνητο, πήγε εκεί και την χαστούκισε. Από εκείνο το βράδυ ξεκίνησε να τον μισεί και κατάλαβε πως δεν ήταν καλός άνθρωπος αφού είχε πάρει τηλέφωνο την εργοδότρια της και της ζήτησε να την απολύσει γιατί πάσχει από ηπατίτιδα. Έπειτα, της ζητούσε συγγνώμη και όταν κατάλαβε πως η ίδια δεν θα τον συγχωρούσε, ξεκίνησε να την απειλεί, ότι θα διαδώσει την ασθένεια της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και θα ζητήσει από την Αστυνομία να της δημιουργήσει πρόβλημα στον χώρο εργασίας της, ότι θα την καταστρέψει και άλλα, με αποτέλεσμα η ίδια να φοβηθεί γνωρίζοντας πλέον για τι ήταν ικανός. Την απειλούσε καθημερινά μέσω μηνυμάτων και κλήσεων ενώ όταν δεν του απαντούσε, πήγαινε έξω από το ξενοδοχείο που εργαζόταν και της φώναζε στο τηλέφωνο πως εάν δεν πάει σε πέντε λεπτά έξω, θα μετέβαινε ο ίδιος στο χώρο υποδοχής και θα έλεγε σε όλους ποια είναι. Λόγω του φόβου που ένιωθε και θέλοντας να τον ηρεμήσει, ήταν η θέση της πως του έλεγε πως θα μιλήσουν αργότερα και συμφώνησε να την παίρνει από και προς την εργασία της, πως ο Κατηγορούμενος στις επικοινωνίες που είχαν της ζητούσε επίμονα σεξ, πως είχε εξασφαλίσει κλειδί του διαμερίσματος της χωρίς η ίδια να ξέρει πως και σε αυτό το πλαίσιο επεξηγεί πως επεσυνέβη το πρώτο περιστατικό κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος την υποχρέωσε σε σεξουαλική επαφή χωρίς τη θέληση της. Περιστατικό το οποίο ακολούθησαν άλλα οκτώ για τα οποία έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες κατά την προφορική της μαρτυρία. Συνοπτικά σημειώνουμε ότι θέση της ήταν ότι το πρώτο περιστατικό επεσυνέβη στο διαμέρισμα της, το δεύτερο και τρίτο στην οικία του Κατηγορούμενου, το τέταρτο στο διαμέρισμα της, το πέμπτο σε δωματιάκι της ΑΗΚ που βρίσκεται στο συγκρότημα διαμερισμάτων όπου διέμενε η Παραπονούμενη, το έκτο στο διαμέρισμα της και τα τρία τελευταία στη Μαρίνα της Αγίας Νάπας. Αντεξετάστηκε επί του ζητήματος της εισόδου στη Δημοκρατία για να της υποβληθεί πως έφτασε παράνομα στην Κύπρο και πως απορρίφθηκε το αίτημα της για άσυλο, λόγω της αναξιοπιστίας των όσων είχε αναφέρει στην συνέντευξη της. Αντεξετάστηκε επίσης, ως προς τη γνωριμία της με τον Κατηγορούμενο και εν γένει τη σχέση τους, το εάν διέμεναν μαζί καθώς επίσης ως προς το εάν κατά τη διάρκεια της σχέσης τους και πριν την υποβολή της επίδικης καταγγελίας της για την παρούσα, τον κατήγγειλε ξανά και αν στη συνέχεια μετάνιωσε και ζητούσε να αποσύρει καταγγελία. Αντεξετάστηκε περιπλέον ως προς τους λόγους που την ώθησαν να δώσει συμπληρωματική κατάθεση οκτώ ημέρες μετά αλλά και ως προς το ότι στο σπίτι του Κατηγορούμενου στο Παραλίμνι διέμεναν και άλλα άτομα και πως ήταν αδύνατο να βιασθεί εκεί χωρίς να γίνει τούτο αντιληπτό. Επίσης της υποβλήθηκε η θέση πως ψεύδεται λέγοντας πως η μητέρα του Κατηγορούμενου την χτύπησε, όταν ο Κατηγορούμενος την μετέφερε εκεί καθ' ότι αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εφικτό και ότι το μόνο πράγμα που της είπε εκείνο το βράδυ ήταν να περάσει έξω από το σπίτι, όπως και στον Κατηγορούμενο γιατί τσακώνονταν. Ερωτήθηκε επίσης για ποιο λόγο μετέβαινε στο σπίτι του Κατηγορούμενου, εφόσον ως είχε ισχυριστεί τον φοβόταν, για να της υποβληθεί πως όλες ανεξαιρέτως οι φορές που είχαν σεξουαλική επαφή με τον Κατηγορούμενο, ήταν με τη συναίνεση της και πως τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ουδέποτε προηγουμένως τον είχε καταγγείλει στην Αστυνομία αλλά και από το ότι ιατροδικαστής που την εξέτασε κατόπιν που υπέβαλε την καταγγελία, δεν εντόπισε οποιοδήποτε κολπικό ή πρωκτικό τραύμα. Της υποδείχθηκαν επίσης βίντεο και συνομιλίες από τα τεκμήρια 16 και 17 τα οποία χρονολογούνται μέχρι και τον Ιούλιο του 2023 για να της υποβληθεί πως από το περιεχόμενο τους διαφαίνεται πως κανένα πρόβλημα δεν υπήρχε μεταξύ τους και ότι κατήγγειλε για εκδίκηση τον Κατηγορούμενο και για να εξυπηρετήσει δικούς της σκοπούς. Κατά την επανεξέταση της, διευκρίνισε τι ήταν αυτά που ανέφερε στην υπηρεσία ασύλου όταν κλήθηκε για συνέντευξη και τι εννοούσε κατά την κυρίως εξέταση της όταν ανέφερε πως η μητέρα της είναι μάγισσα καθώς και ποιους γιατρούς επισκέφθηκε και πότε, προτού εξεταστεί από ιατροδικαστή μετά που υπέβαλε την καταγγελία. Ο Κατηγορούμενος, για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής και της συμπληρωματικής κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 9 και 10 αντίστοιχα), όπου αναφέρεται στον τρόπο γνωριμίας του με την Παραπονούμενη, στο τι έγινε κατ' εκείνη την πρώτη ημερομηνία λέγοντας ότι την είδε της φώναξε, συνομίλησαν για λίγο και μπήκε στο αυτοκίνητο του όπου έκαναν βόλτες, μετέβηκαν σε μια παραλία όπου φιλιόντουσαν χωρίς όμως να κάνουν σεξ μέχρι και πως εν τέλει την επέστρεψε στο σπίτι της και εκείνη του ανέφερε πως μπορεί να την επισκέπτεται όποτε θέλει. Υποστήριξε πως κατά τη διάρκεια που ήταν στο αυτοκίνητο της κράτησε μόνο το χέρι και δεν την άγγιξε αλλού, ότι αρχικά ήταν φίλοι και στην συνέχεια έπειτα από δύο εβδομάδες έγιναν ερωτικοί σύντροφοι, ότι αργότερα της έκανε πρόταση γάμου στο χώρο εργασίας της και ότι έκαναν και πάρτι αρραβώνων παρουσία συγγενών της. Ανέφερε ακόμα, ότι ως ζευγάρι διέμεναν αρχικά στο σπίτι της μητέρας του στο Μενεού για δεκαπέντε ημέρες με τρεις εβδομάδες, μετά στο σπίτι του στο Παραλίμνι για μια εβδομάδα και κατόπιν στο δικό της διαμέρισμα για δύο εβδομάδες περίπου μέχρι που τον έδιωξε γιατί τσακώθηκαν, οπόταν διέμενε κάποτε στη μητέρα του και κάποτε στο δικό του σπίτι ή και κάποτε στο αυτοκίνητο γιατί η Παραπονούμενη φοβόταν ότι θα βρει άλλη γυναίκα και έμενε εκεί για να την μεταφέρει και στην εργασία της το πρωί. Αναφέρθηκε ακόμα και στον λόγο του τσακωμού που σύμφωνα με τα λεγόμενα στην κατάθεση του αφορούσε το ότι ο ίδιος υποψιαζόταν πως η Παραπονούμενη είχε βρει άλλο άντρα, ότι βρήκε μηνύματα στο κινητό της για τα οποία του είπε ψέματα πως ήταν από τον γαμπρό της, ότι σταμάτησε να τον φιλά, να τον αγκαλιάζει και να κάνει έρωτα μαζί του και ότι γενικά τον απέφευγε και όταν προσπάθησαν να τα βρουν η ίδια του είπε πως δεν μπορεί να μένει στο διαμέρισμα της γιατί ο εργοδότης της δεν της το επέτρεπε. Γνώριζε από την ίδια ότι πάσχει από ηπατίτιδα και δεν τον ένοιαζε εξ ου και όταν του το είπε, για να της αποδείξει ότι δεν τον ενδιαφέρει έκανε έρωτα μαζί της χωρίς προφύλαξη. Υποστήριξε ακόμα ότι ποτέ δεν έκαναν έρωτα χωρίς τη συναίνεση της και πως η τελευταία φορά που είχαν επαφές ήταν στις 15.09.23 όταν η ίδια ήθελε να κάνουν σεξ στο αυτοκίνητο και γι' αυτό πήγαν στην Μαρίνα Αγίας Νάπας. Παραδέχθηκε όμως ότι όταν τσακώνονταν της έστελνε κάποιες φορές απειλητικά μηνύματα, αλλά δεν τα εννοούσε, ωστόσο υποστήριξε πως ποτέ δεν την εκβίασε να έχει σεξουαλικές επαφές μαζί του αλλά ως προς το εάν την απείλησε ότι θα δημοσιοποιήσει το γεγονός πως πάσχει από ηπατίτιδα ανέφερε πως την απείλησε πως αν χωρίσει μαζί του για άλλο άντρα θα το δημοσιοποιούσε έτσι ώστε να μην της κοντέψει κανένας άλλος. Ήταν ακόμα η θέση του πως καθ' όλη τη διάρκεια της σχέσης τους έκαναν σεξ 5-7 φορές, αφού πάντα του έλεγε πως ήταν κουρασμένη, ότι η σχέση τους μέχρι το τέλος Αυγούστου ήταν καλή ωστόσο τελευταία τον απέφευγε παρόλο που όταν της έλεγε να χωρίσουν, η ίδια τον «καλόπιανε» και ότι έκανε δύο φορές φασαρία στον χώρο εργασίας της γιατί δεν δεχόταν να μην του απαντά. Αναφέρεται ακόμα στα γεγονότα της 17.9.23 ενώ στη συμπληρωματική του κατάθεση (τεκμήριο 10) αναφέρεται στην καταγγελία που έκανε η Παραπονούμενη εναντίον του κατά τον Αύγουστο του 2023 και την οποία εν τέλει απέσυρε, ενώ επίσης αναφέρεται και στο ότι είχε κλειδί του διαμερίσματος της το οποίο, ως η θέση του, του έδωσε αρχικά η ίδια και το οποίο στη συνέχεια πήρε πίσω γιατί φώναζε ο εργοδότης της. Αναφέρεται ακόμα και στον ο λόγο που τον κατήγγειλε η Παραπονούμενη, που ήταν γιατί του ζήτησε 1000 ευρώ με την πρόφαση ότι θα της έπαιρναν το σπίτι της στην Αφρική, αυτός της είπε ότι χρειαζόταν δύο εβδομάδες να τα μαζέψει και όταν παρήλθε ο χρόνος και δεν της τα έδωσε, τον κατήγγειλε, γεγονός που μπορούν να το διαπιστώσουν από τη συνομιλία που είχε με τον αδελφό της. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, ανέφερε πως όταν έδωσε την συμπληρωματική κατάθεση του (τεκμήριο 10) έκλαιγε και ήταν σε σοκ και κάποια από αυτά που ανέφερε, δεν τα κατέγραψε η Μ.Κ.
  6. μεταξύ των οποίων το γεγονός ότι είναι ο Μ.Κ.6 που μεθόδευσε την καταγγελία εναντίον του, αφού και κατά την προηγούμενη καταγγελία που του είχε κάνει η Παραπονούμενη και την απέσυρε, η Αστυνομία έψαχνε τρόπο να τον αφήσει υπό κράτηση. Για την επίδικη καταγγελία υποστήριξε ότι στον αστυνομικό σταθμό, ο Μ.Κ.6 είπε στην Παραπονούμενη πως ο μόνος τρόπος να τον συλλάβουν ήταν να τον καταγγείλει για σεξουαλικά αδικήματα όπως και έγινε, γεγονός που του επιβεβαίωσαν και άλλοι φίλοι του αστυνομικοί, γεγονός το οποίο η Μ.Κ.1 γνώριζε πλην όμως το απέκρυψε από την κατάθεση του. Ανέφερε ακόμα ότι έχει πρόβλημα με την καρδία του και έχει βηματοδότη γιατί δεν λειτουργεί στο 100% η καρδιά του και ότι δεν θα μπορούσε να την χτυπήσει ή να την βιάσει γιατί δεν αντέχει και κουράζεται εύκολα. Απέδωσε στη συνέχεια το κίνητρο της Παραπονούμενης να τον καταγγείλει στο γεγονός ότι απορρίφθηκε η ένσταση που καταχώρησε στο δικαστήριο σε σχέση με την μη παραχώρηση ασύλου προς το πρόσωπο της και έψαχνε τρόπο να παραμείνει στην Κύπρο. Αναφέρθηκε και πάλι στα γεγονότα της 17.9.23 λέγοντας ότι έμαθε από κάποιο φίλο του πως την προηγούμενη νύχτα η τελευταία παρόλο που του αρνήθηκε συνάντηση, βρισκόταν με άλλους έγχρωμους στον χώρο της πολυκατοικίας που διέμενε, έκανε στριπτίζ στον χώρο της πισίνας και κάπνιζαν μαριχουάνα. Το γεγονός αυτό, το ανέφερε τηλεφωνικά μόλις το έμαθε στην υπεύθυνη της, η οποία ως φαίνεται την ενημέρωσε εξ ου και όταν τον είδε την ώρα που σχόλναγε, φοβήθηκε και έτρεχε να φύγει εξηγώντας τα όσα ακολούθησαν μετά μέχρι τη σύλληψη του. Ήταν η θέση του πως δεν βίασε ποτέ την Παραπονούμενη ούτε και την χτύπησε αφού είναι αυτή που τον χτυπούσε κάποτε όταν θύμωνε και εν πάση περιπτώσει την αγαπούσε πολύ. Δέχθηκε πως την παρακολούθησε κάποιες φορές στα πλαίσια της εργασίας του να προστατεύει τον χώρο του εστιατορίου «Acropolis» που βρίσκεται απέναντι από το ξενοδοχείο που εργαζόταν η Παραπονούμενη και όχι επί σκοπώ. Αντεξετάστηκε ως προς την συχνότητα που είχαν συγκρούσεις με την Παραπονούμενη ως επίσης και σε σχέση με το πώς και πότε γνωρίστηκαν, πότε ξεκίνησαν να έχουν ολοκληρωμένες σεξουαλικές επαφές και πόσες φορές από την γνωριμία τους μέχρι και την υποβολή της καταγγελίας είχαν κάνει σεξ. Ερωτήθηκε εάν σε οποιοδήποτε στάδιο είχε αντιληφθεί ότι η Παραπονούμενη φοβόταν ότι θα την βιάσει, για να του υποβληθεί πως έτσι είχε γίνει με αναφορά και στο περιεχόμενο γραπτού μηνύματος το οποίο περιέχεται στο Τεκμήριο 13, το οποίο ο ίδιος της έστειλε και στο οποίο της έγραφε «because you thing that I want to rape you». Επί αυτού αποτέλεσε θέση του Κατηγορούμενου πως πρόκειται για μια παρεξήγηση μεταξύ τους παραπέμποντας σε κάποιο περιστατικό που έγινε κατά τη θέση του, μερικές ημέρες προηγουμένως, όταν λανθασμένα η Παραπονούμενη φοβήθηκε και κατέβηκε από το αυτοκίνητο του, όταν αυτός σταμάτησε σε κάποιο «δασούδι» για να ουρήσει οπότε η ίδια θεώρησε πως ήταν για να τη βιάσει. Του υποβλήθηκε πως ψεύδεται και πως όσα ανέφερε αποτελούν ιστορίες από το μυαλό του, με τον ίδιο να επικαλείται μήνυμα της Παραπονούμενης η οποία του παραδεχόταν πως ό,τι είπε για τον ίδιο είναι ψέματα τα οποία η Αστυνομία την πίεσε να πει, προβάλλοντας τη θέση πως τα μηνύματα αυτά τα είχε τοποθετήσει σε usb ωστόσο ο προηγούμενος δικηγόρος του, τα διέγραψε κατ' εντολή άλλων, γεγονός για το οποίο παραπονέθηκε ως η θέση του στην επιτροπή κατά της διαφθοράς. Αντεξετάστηκε επίσης σε σχέση με το ποια ήταν η αφορμή που τσακώνονταν με την Παραπονούμενη, ως προς το πού διέμεναν και για πόσο, για να του υποβληθεί πως τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του, διαφέρουν από όσα ανέφερε δια ζώσης. Επί τούτου, αποτέλεσε θέση του πως φοβόταν να πει όσα ανέφερε και στο Δικαστήριο διότι γνώριζε από την αρχή πως η υπόθεση ήταν στημένη, γεγονός το οποίο μετέπειτα του το είχε αναφέρει και η Παραπονούμενη εξ ου και όταν είπε στους αστυνομικούς και δη στην Μ.Κ.1 να ερευνήσει ορισμένους ισχυρισμούς του, δεν το έπραξε. Αντεξετάστηκε περαιτέρω, ως προς τον λόγο που η Παραπονούμενη τον έδιωξε από το διαμέρισμα της και τον λόγο που διέμενε μέσα στο αυτοκίνητο του, έξω από το συγκρότημα διαμερισμάτων που διέμενε η τελευταία, για να του υποβληθεί πως ο λόγος ήταν γιατί την παρακολουθούσε και ήθελε να την ελέγχει λόγω της αρρωστημένης ζήλειας που έτρεφε προς το πρόσωπο της και πως άλλα ανέφερε στην κατάθεση του και άλλα στο δικαστήριο. Αντεξετάστηκε επίσης για τα εννέα περιστατικά που ανέφερε η Παραπονούμενη ως περιστατικά βιασμού της αλλά και για το κατά πόσον στις 16.09.23 της απέστειλε γραπτό μήνυμα λέγοντας της μεταξύ άλλων «I was mistake for the last night», με τον ίδιο να αποδέχεται ότι έστειλε τέτοιο μήνυμα προβάλλοντας την θέση ότι τούτο ήταν επειδή όταν έκαναν σεξ το προηγούμενο βράδυ, η Παραπονούμενη ήταν «αλλού», την έδιωξε και δεν δέχθηκε μετά να κάνουν σεξ, εξ ου και της απολογήθηκε την επόμενη ημέρα. Αρνήθηκε ότι έκαναν σεξ στο αυτοκίνητο στην μαρίνα Αγίας Νάπας τρεις φορές και πως σύμφωνα με την Παραπονούμενη, την βίασε και ανέφερε πως οι φορές που συνευρέθηκαν ερωτικά στην μαρίνα Αγίας Νάπας ήταν δύο και όχι τρεις ως ψευδώς ανέφερε η τελευταία και αυτές δεν ήταν μέσα στο αυτοκίνητο αλλά έξω από αυτό, πάνω σε χαλάκι που τοποθέτησαν. Επίσης ανέφερε ότι, ούτε και σεξ έκαναν με τον τρόπο που περιέγραψε η Παραπονούμενη, λόγω προβλήματος που έχει στην καρδία, το οποίο δεν του επιτρέπει να βρίσκεται πάνω από μια γυναίκα διότι κουράζεται και μετά δεν έχει στύση ενώ έδωσε τις θέσεις του για κάθε ένα από τα περιστατικά που η Παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι βιάστηκε. Αρνήθηκε ότι χειραγωγούσε και εκφόβιζε την Παραπονούμενη, εξ ου και δεν τον είχε καταγγείλει προηγουμένως και προέβαλε τη θέση πως το κίνητρο της Παραπονούμενης για να υποβάλει την καταγγελία ήταν το να παραμείνει στην Κύπρο, έτσι σε συνδυασμό με την παρότρυνση της Μ.Κ.1 και του Μ.Κ.8 που ήθελαν πάση θυσία να τον κλείσουν στην φυλακή, υπέβαλε την καταγγελία για την παρούσα. Σε σχέση με το σπρέι που εντοπίστηκε στο όχημα του, αποτέλεσε θέση του πως αυτό τοποθετήθηκε από την Αστυνομία και πως ο ίδιος δεν ήταν καν παρών, όταν αυτό εντοπίστηκε. Οι Μ.Υ.2, Μ.Υ.5 και Μ.Υ.6 ήταν επιστήμονες οι οποίοι κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες ο καθένας στη σφαίρα της ειδικότητας του, για τα ζητήματα που τους κάλεσε η υπεράσπιση. Ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι είναι μικροβιολόγος, ο οποίος διατηρεί χημείο στην Λάρνακα, ότι κατόπιν επίσκεψης του Κατηγορούμενου και της Παραπονούμενης διενήργησε εξετάσεις για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, ότι τα αποτελέσματα (Τεκμήριο 21) κατέδειξαν παρουσία ηπατίτιδας μόνο στην Παραπονούμενη και ότι του ζήτησαν επίσης συμβουλή σε σχέση με τον τρόπο που θα έπρεπε να έχουν σεξουαλική επαφή, κάτι για το οποίο τους συμβούλεψε. Η αντεξέταση του Μ.Υ.2 περιορίστηκε στο κατά πόσον γνωρίζει τι απέγιναν οι δύο τους μετά και εάν μετά τις 31.05.23 που τους γνωστοποίησε τα αποτελέσματα, τους είδε ξανά. Ο Μ.Υ.5, ειδικός καρδιολόγος, κατέθεσε για την κατάσταση υγείας του Κατηγορούμενου. Εν πολλοίς ανέφερε ότι τον εξέτασε στις 28.12.22 λόγω κόπωσης, ότι πρόκειται για ασθενή με ιστορικό στεφανιαίας νόσου, παλαιότερου εμφράγματος με διενέργεια αγγειοπλαστικής LAD στην κεντρική αρτηρία, ότι προέβη σε εκτίμηση της κατάστασης του, όπου και διαπίστωσε σοβαρό επηρεασμό της αριστερής κοιλίας, με κλάσμα εξώθησης 35% λόγω καρδιακής ανεπάρκειας για την οποία ακολούθησε εμφύτευση απινιδωτή μετά τις 02.02.2023 και ότι η διάγνωση του ήταν ότι πάσχει από σοβαρή ισχαιμική καρδιακή ανεπάρκεια. Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε κατά πόσον ένας ασθενής με το ιατρικό ιστορικό που έχει ο Κατηγορούμενος απεμπολεί την σεξουαλική επιθυμία του καθώς επίσης και εάν γνωρίζει κατά πόσο ο Κατηγορούμενος είχε ή όχι φυσιολογική σεξουαλική ζωή. Ο Μ.Υ.6, κατέθεσε ως γυναικολόγος μαιευτήρας, υιοθέτησε το Τεκμήριο 15 και ανέφερε ότι γνωρίζει την Παραπονούμενη και τον Κατηγορούμενο καθ' ότι επισκέφθηκαν το ιατρείο του και ζήτησαν πληροφορίες σε σχέση με την νόσο Ηπατίτιδα Β, πώς αυτή μεταδίδεται και ποιες οι επιπλοκές που μπορεί να προκαλέσει σε περίπτωση εγκυμοσύνης στο έμβρυο. Ως Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4 κατέθεσαν η μητέρα και μια φίλη του Κατηγορούμενου ουσιαστικά για να δώσουν τη δική τους μαρτυρία ως προς το πώς βίωσαν τη σχέση του Κατηγορούμενου με την Παραπονούμενη και οι οποίες υποστήριξαν κατηγορηματικά πως αποκλείεται ο Κατηγορούμενος να είχε προβεί στις συμπεριφορές που του καταλογίζονται και πως η καταγγελία της Παραπονούμενης είναι υποκινούμενη από αλλότρια κίνητρα. Ως Μ.Υ.7 κατέθεσε λειτουργός του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, ο οποίος κατέθεσε αναφορικά με το καθεστώς της Παραπονούμενης, τον τρόπο εισόδου της καθώς και την αίτηση ασύλου που υπέβαλε, τη διαδικασία εξέτασης της, το αποτέλεσμα της που ήταν να απορριφθεί στις 7.7.23 καθώς και τα όσα ακολούθησαν με την καταχώρηση προσφυγής από πλευράς της Παραπονούμενης, η οποία και αυτή απερρίφθη 5.4.
  7. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Έχουμε παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και εξετάσαμε όπως επιβάλλεται τη μαρτυρία τους, καθώς και κάθε άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί υπό μορφή δηλώσεων ή εγγράφων εν τη εννοία του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  8. Είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την αξιοπιστία των μαρτύρων και την ως άνω μαρτυρία, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των πραγματικών γεγονότων. Υπενθυμίζεται εδώ, ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια ν' αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και ν' απορρίπτει το υπόλοιπο μέρος αυτής ως αναξιόπιστο, ενεργώντας αναλόγως. Για μερική αποδοχή μαρτυρίας, χρειάζεται βεβαίως ικανή αιτιολόγηση από το Δικαστήριο[2]. Α. Διερεύνηση (Μ.Κ.1, Μ.Κ.6 - Μ.Κ.10) Αρχίζοντας από τους αστυφύλακες Μ.Κ.1, Μ.Κ.6, Μ.Κ.7, Μ.Κ.8 και Μ.Κ.10 πρέπει να πούμε ότι αυτοί δεν γνώριζαν οιοδήποτε εκ των εμπλεκομένων μερών, ούτε και διαφάνηκε να έχουν οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Επρόκειτο δηλαδή για μάρτυρες, οι οποίοι μαρτύρησαν καθηκόντως ως προς το πώς αντιλήφθηκαν τα πράγματα και περιέγραψαν πειστικά τον ρόλο και την έκταση της ανάμειξης τους στη διερεύνηση της υπόθεσης. Εν γένει η μαρτυρία τους χαρακτηριζόταν από ευθείς και λεπτομερείς απαντήσεις, χωρίς διάθεση υπεκφυγής. Εξάλλου μεγάλο μέρος της μαρτυρίας τους, ως θα διαφανεί και από την ανάλυση που ακολουθεί, δεν αμφισβητήθηκε. Η δε βασιμότητα των όσων ανέφεραν, επιβεβαιώνεται και από την αντιπαραβολή της μαρτυρίας τους με τη λοιπή αξιόπιστη μαρτυρία στην υπόθεση, γραπτή και προφορική. Συγκεκριμένα δεν αμφισβητήθηκε εκ της μαρτυρίας της εξεταστού Μ.Κ.1, ότι η διερεύνηση της υπόθεσης ξεκίνησε από ισχυριζόμενο περιστατικό που φέρεται να έλαβε χώρα στις 17.9.23 πλησίον του ξενοδοχείου όπου εργοδοτείτο η Παραπονούμενη, καίτοι η υπεράσπιση αμφισβήτησε, ως θα διαφανεί στη συνέχεια, αυτό καθ' αυτό το εν λόγω περιστατικό και την αιτία που το προκάλεσε. Εντούτοις όμως, δεν αμφισβητήθηκε πως όντως ειδοποιήθηκε η αστυνομία συνεπεία κάποιου συμβάντος κατά το οποίο, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή της Παραπονούμενης, ο Κατηγορούμενος την κυνηγούσε, της φώναζε, η ίδια περικυκλώθηκε από κόσμο και ειδοποίησε την αστυνομία, η οποία μετέβη στο μέρος και χειρίστηκε στο περιστατικό. Ούτε αμφισβητήθηκε ότι εκ των υστέρων, όταν η Παραπονούμενη οδηγήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος μεταξύ συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος ερχόταν σε συνουσία μαζί της χωρίς τη θέληση της και την εκφόβιζε και ότι ένεκα της φύσης των ισχυριζόμενων αδικημάτων που προέκυπταν από τα όσα προφορικά ανέφερε, η υπόθεση οδηγήθηκε στο ΤΑΕ Αμμοχώστου και ότι τη διερεύνηση ανέλαβε η ίδια η Μ.Κ.
  9. Βέβαια στη Μ.Κ.1 υποβλήθηκε ότι στις 17.9.23 την ώρα που η Παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι έγινε το πιο πάνω περιστατικό, ο Κατηγορούμενος ήταν αλλού και συγκεκριμένα έδινε κατάθεση στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας. Επί τούτου η μάρτυρας ανέφερε ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος ήταν παρών κατά το περιστατικό, αλλά όταν το περίπολο με τον Μ.Κ.6 μετέβη στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου «Anmaria» που βρίσκεται πολύ κοντά στο ξενοδοχείο στο οποίο εργοδοτείτο η Παραπονούμενη όπου και φερόταν να είχε λάβει χώρα το ισχυριζόμενο περιστατικό, ο Κατηγορούμενος είχε ήδη αποχωρήσει. Επικαλούμενη δε τη μαρτυρία του Μ.Κ.6 που είχε εμπλακεί στο εν λόγω περιστατικό, ανέφερε ότι ο τελευταίος βρήκε τον Κατηγορούμενο εντός του κτιρίου του Αστ. Σταθμού Αγ. Νάπας όταν επέστρεψε πίσω στον εν λόγω Σταθμό, ότι ο Κατηγορούμενος επέμενε να μιλήσει με την Παραπονούμενη, λέγοντας του (Μ.Κ.6) πως είναι ερωτευμένος μαζί της και ότι της έκανε πρόταση γάμου, με τον Μ.Κ.6 να του αναφέρει να αποχωρήσει για να διερευνήσει τι έγινε. Οπόταν και στο πλαίσιο συνομιλίας με την Παραπονούμενη, η τελευταία του ανέφερε, μεταξύ άλλων, αυτά που αναφέρθηκαν και ανωτέρω, και δη πως ο Κατηγορούμενος σε διάφορες ημερομηνίες ήρθε σε επαφή μαζί της χωρίς τη θέληση της, εξ ου και η υπόθεση μεταφέρθηκε στο ΤΑΕ για διερεύνηση λόγω αρμοδιότητας. Τα πιο πάνω υποστήριξε με τη μαρτυρία του και ο ίδιος ο Μ.Κ.6, αφήνοντας έτσι χωρίς πραγματικό έρεισμα τη θέση που υποβλήθηκε στην Μ.Κ.1 ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά τον χρόνο του ισχυριζόμενου περιστατικού της 17.9.23, επειδή έδινε κατάθεση στον Αστ. Σταθμό Αγίας Νάπας. Ούτε άλλωστε και υποδείχθηκε κάποια κατάθεση που να λήφθηκε τη συγκεκριμένη ώρα από τον Κατηγορούμενο. Ο δε Μ.Κ.6, δεν είχε λόγο να ψευσθεί ή να αλλοιώσει τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του ούτε και μας υποδείχθηκε εξάλλου κάποιο πιθανό προς τούτο κίνητρο. Ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε συγκεκριμένα, χωρίς επί τούτου να αμφισβητηθεί, ότι στις 17.9.23 και περί ώρα 15:35 ενώ βρισκόταν καθήκον, τηλεφώνησε αλλοδαπή κοπέλα η οποία του ανέφερε το όνομα της (επρόκειτο για το όνομα της Παραπονούμενης), ότι του ζήτησε τη βοήθεια της αστυνομίας γιατί κάποιο πρόσωπο με το όνομα «Κρις» την ακολουθεί, της δημιουργεί προβλήματα και την εκφοβίζει και ότι η εν λόγω κοπέλα του έδωσε και τον τηλεφωνικό αριθμό αυτού του προσώπου. Πρόσωπο το οποίο, αφότου η συνομιλία του με την Παραπονούμενη ολοκληρώθηκε, κάλεσε, οπόταν και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο, τον οποίο γνώριζε από προηγουμένως. Αφού τον ρώτησε πού βρισκόταν, με σκοπό να επιβεβαιώσει πως επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο για το οποίο υπέβαλε παράπονο η κοπέλα, αυτός του ανέφερε ότι βρισκόταν στην Αγ. Νάπα, ότι πράγματι γνωρίζει την Παραπονούμενη, ότι την αγαπά και ότι την ακολουθεί γιατί απλά θέλει να της μιλήσει. Τότε ο Μ.Κ.6 του ζήτησε να περάσει από τον Σταθμό για να μιλήσουν, με σκοπό να διασφαλίσει ότι θα σταματούσε να την ακολουθεί και να μπορέσει ο ίδιος να πάει και να την εντοπίσει. Επί των θέσεων του αυτών δεν αμφισβητήθηκε ούτε και του τέθηκε οποιαδήποτε περί του αντιθέτου υποβολή. Τουναντίον κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.6, επιβεβαιώθηκε πως ο Κατηγορούμενος ήταν συνεργάσιμος κατά τη διάρκεια της πιο πάνω κλήσης, το περιεχόμενο της οποίας ως το περιέγραψε ο Μ.Κ.6, παρέμεινε αναντίλεκτο. Κατόπιν των πιο πάνω, ο Μ.Κ.6 ανέφερε πως επισκέφθηκε μαζί με την Ε/Α 5098, τον χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου «Anmaria» στην Αγ. Νάπα όπου του είχε αναφέρει η Παραπονούμενη ότι βρισκόταν, ότι εκεί την εντόπισε να είναι σε έξαλλη κατάσταση, πανικοβλημένη και τρομαγμένη ενώ μαζί της ήταν και κάποια Χ.[3], η οποία του ανέφερε ότι είναι η υπεύθυνη στο ξενοδοχείο «Chrysomare», όπου εργοδοτείτο η Παραπονούμενη κατά τον εν λόγω χρόνο ως καμαριέρα. Ανέφερε επίσης ότι σε κοντινή απόσταση από το ξενοδοχείο βρίσκονταν αρκετά πρόσωπα τα οποία φαίνονταν να ήταν πελάτες του ξενοδοχείου «Anmaria», ότι του φώναζαν «is just left» και ότι σε συνομιλία που είχε με την Παραπονούμενη στην παρουσία της Μ.Κ.2, η πρώτη του ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος της προκαλεί προβλήματα καθώς την επισκέπτεται συχνά στη δουλειά της και την παρακολουθεί στο διαμέρισμα της. Ως προς το ότι, επί τόπου στο δρόμο που τη συνάντησε, δεν τη ρώτησε περαιτέρω λεπτομέρειες για το πώς την ενοχλεί στη δουλειά και πώς της δημιουργεί προβλήματα, ο ίδιος πολύ λογικά εξήγησε πως δεν το έπραξε εφόσον ήταν τρομαγμένη και θεώρησε ότι θα ήταν ορθότερο να μεταβεί στον σταθμό για να καταθέσει τα γεγονότα. Ενέργεια την οποία θεωρούμε απόλυτα εύλογη, υπό τις περιστάσεις. Ως προς τη θέση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου πως η υπεράσπιση αμφισβητεί έντονα πως η Παραπονούμενη ήταν αναστατωμένη και τρομαγμένη, θα περιοριστούμε να παραπέμψουμε στα πρακτικά της αντεξέτασης του Μ.Κ.6, όπου παρά τη ρητή θέση που κατ' επανάλειψη προέβαλε ο Μ.Κ.6 πως η Παραπονούμενη ήταν όντως τρομαγμένη επικαλούμενος προς τούτο και την πολυετή του πείρα, καμμιά απολύτως αντίθετη υποβολή του τέθηκε[4]. Σε απόλυτη συνοχή με τα πιο πάνω, ανέφερε ότι στη συνέχεια ο ίδιος ζήτησε από την Μ.Κ.2 όπως μεταφέρει την Παραπονούμενη στον Σταθμό, πράγμα το οποίο η Μ.Κ.2 έπραξε. Ευλόγως δε ανέφερε πως δεν μπορούσε ο ίδιος να γνωρίζει τι είχε προηγηθεί στο μέρος εφόσον δεν ήταν παρών, αλλά επίσης εύλογα ανέφερε ότι με δεδομένα τα όσα εντόπισε φτάνοντας εκεί και δη την Παραπονούμενη τρομαγμένη και 5-6 άτομα να βρίσκονται γύρω της και να του λεν «is just left», σε συνάρτηση με τη συνομιλία που είχε με τον Κατηγορούμενο από το τηλέφωνο (ο οποίος μεταξύ άλλων του παραδέχθηκε πως την γνωρίζει και την ακολουθεί γιατί την αγαπά), πίστεψε πως πράγματι είχε λάβει χώρα κάποιο περιστατικό στο μέρος. Το ότι πράγματι συνέβη κάποιο περιστατικό τη δεδομένη μέρα στο δεδομένο μέρος, είναι κάτι το οποίο εν τέλει και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχεται, αφού στην κατάθεση του Τεκμήριο 9, σελ. 7, αναφέρει ότι το πρωί εκείνης της μέρας τσακώθηκαν γιατί όταν πήγε να την πιάσει και να την πάρει δουλειά την ρώτησε όπως πάντα «Ποιος σε αγαπά πιο πολλά;», αλλά αυτή αντί να του απαντήσει όπως πάντα «ο Χ. Α.», δεν του απάντησε και έφυγε, με αποτέλεσμα ο ίδιος να θυμώσει και να την πάρει τηλέφωνο και να της πει «φτάνει» και να της ζητήσει του επιστρέψει το ρολόι που της χάρισε. Όταν δε σχόλασε, ο ίδιος την περίμενε σχεδόν έξω από το σπίτι της για να μιλήσουν και όταν την είδε που ερχόταν με την φίλη της, άνοιξε την πόρτα και της ζήτησε να έρθει να μιλήσουν αλλά αυτή χωρίς λόγο ξεκίνησε να φωνάζει και να τρέχει, ο ίδιος προσπαθούσε να την σταματήσει ενώ όταν είδε πως δεν ήθελε να του μιλήσει, της είπε να πάει εκεί κοντά στον κόσμο που είχε μαζευτεί και να της μιλά ο ίδιος από μακριά, αλλά αυτή τηλεφώνησε στην αστυνομία, η οποία, ενώ ο ίδιος βρισκόταν εκεί, τον κάλεσε στο τηλέφωνο ζητώντας του να μεταβεί στον σταθμό. Βέβαια κατά την αντεξέταση του έδωσε μια άλλη εκδοχή ως προς το γιατί η Παραπονούμενη έτρεχε και φώναζε, η οποία βέβαια ουδέποτε τέθηκε στην Παραπονούμενη ενώ κατέθετε. Επί της ουσίας του συμβάντος αυτού καθ' αυτού, θα επανέλθουμε στο κατάλληλο σημείο. Όμως το ουσιώδες εδώ είναι πως, οι αναφορές αυτές του Κατηγορούμενου επιβεβαιώνουν τόσο ότι ο Κατηγορούμενος ήταν παρών στο συγκεκριμένο συμβάν όσο και το ότι η Παραπονούμενη ήταν σε αναστατωμένη κατάσταση αλλά και το ότι εκεί είχε μαζευτεί κόσμος καθώς και τη θέση του Μ.Κ.6 ότι πράγματι είχε τηλεφωνική συνομιλία με τον Κατηγορούμενο ενώ ακόμη ο ίδιος βρισκόταν εκεί. Έτσι επιβεβαιώνεται η εντύπωση μας πως ο εν λόγω μάρτυρας (Μ.Κ.6), μας μετέφερε με δίκαιο τρόπο τι είχε περιέλθει στην αντίληψη του. Τα πιο πάνω βέβαια καθιστούν ανάξιες σχολιασμού τις θέσεις που προώθησε η υπεράσπιση, ότι δηλαδή ο Μ.Κ.6 άσκησε πλημμελώς τα καθήκοντα του επειδή δεν έλαβε καταθέσεις ή τα ονόματα των προσώπων που είχαν συγκεντρωθεί και ήταν παρόντα εκεί. Και τούτο αφού, παρότι δεν αντιλέγουμε ότι θα μπορούσε να λάβει τις πληροφορίες αυτές, εντούτοις δεν διαβλέπουμε που έγκειται ο δυσμενής επηρεασμός της υπεράσπισης, αφού εν πολλοίς στην κατάθεση του ο Κατηγορούμενος, ως ήδη υποδείξαμε, παραδέχεται τόσο το γεγονός ότι επεσυνέβη κάποιο συμβάν κατά το δεδομένο χρόνο με εμπλεκόμενους τον ίδιο και την Παραπονούμενη, όσο και ότι μαζεύτηκαν εκεί και άλλα πρόσωπα αλλά και ότι η Παραπονούμενη φώναζε και έτρεχε να φύγει μακριά του, ευρισκόμενη εν ολίγοις σε μια αναστατωμένη κατάσταση. Ως προς τους λόγους του τσακωμού, δεν νομίζουμε πως κάποιοι τυχαίοι παριστάμενοι θα μπορούσαν να ρίξουν φως στα αίτια του περιστατικού, ώστε να είχε κάποια ιδιαίτερη ή ουσιαστική σημασία η μαρτυρία τους. Εξάλλου το συμβάν αυτό δεν αποτελεί, παρά μόνο ένα παρεμφερές συμβάν και δεν αφορά την ουσία των εναντίον του Κατηγορούμενου κατηγοριών. Οι δε πιο πάνω τοποθετήσεις του Κατηγορούμενου έχουν και μια άλλη σημασία, αφού καθιστούν χωρίς έρεισμα τις θέσεις της υπεράσπισης προς τους μάρτυρες κατηγορίας πως για παράδειγμα, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε καν αν ο Κατηγορούμενος ήταν εκεί στις 17.9.23 ή ότι τίποτε δεν έγινε τη δεδομένη ημερομηνία. Ανεξαρτήτως δε του τι ακριβώς διημείφθη κατά τη διάρκεια του περιστατικού, ζήτημα στο οποίο, όπως ήδη αναφέραμε, θα επανέλθουμε, τονίζουμε πως το ουσιώδες εδώ είναι αφ' ενός πως δεν καταδεικνύεται προδιάθεση του Μ.Κ.6 να ψευσθεί ή να μεροληπτήσει υπέρ οποιουδήποτε και αφετέρου πως πράγματι κάποιο περιστατικό προηγήθηκε της κλήσης της αστυνομίας κατά την 17.9.23 και του συνακόλουθου παραπόνου που υπέβαλε η Παραπονούμενη και το οποίο αποτέλεσε και την αφορμή για να αποταθεί η Παραπονούμενη στην αστυνομία τη δεδομένη ημέρα. Ενδεικτικό δε της ειλικρίνειας του εν λόγω μάρτυρα (Μ.Κ.6) και της προσπάθειας του να παρουσιάσει με δίκαιο τρόπο τα γεγονότα ήταν το ότι παραδέχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν γενικά συνεργάσιμος, τόσο κατά τη συνομιλία τους όσο μετέπειτα στο Σταθμό και ότι η Παραπονούμενη δεν του ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος της επιτέθηκε εκείνη τη μέρα. Ακόμα ο Μ.Κ.6, δεν δίστασε να αναφέρει ότι δε θυμόταν αν η Παραπονούμενη του είχε αναφέρει με ποιο τρόπο την ακολουθούσε τη δεδομένη μέρα ο Κατηγορούμενος (πεζός ή με όχημα) και πως γενικά η συζήτηση που είχε μαζί της στο χώρο στάθμευσης του προαναφερθέντος ξενοδοχείου ήταν σύντομη και πως και στο τηλέφωνο ακουγόταν τρομαγμένη και τους ζήτησε απλώς να μεταβούν εκεί. Το αν τώρα η Παραπονούμενη κατά τον δεδομένο χρόνο ανέφερε στον Μ.Κ.6 μόνο πως ήταν σε σχέση με τον Κατηγορούμενο ή αν του ανέφερε επίσης πως της έκανε και πρόταση γάμου, κάτι για το οποίο δεν ήταν βέβαιος ο μάρτυρας, ένεκα και της παρόδου σημαντικού χρόνου έκτοτε, δεν θεωρούμε ότι είναι ζήτημα ουσιώδες που να δύναται να επηρεάσει αρνητικά την αξιοπιστία του. Θέση του ήταν ακόμα ότι επιστρέφοντας ο ίδιος πίσω στον Σταθμό, είδε έξω την Παραπονούμενη μαζί με την Μ.Κ.2 και εντός του κτιρίου τον Κατηγορούμενο. Η υπεράσπιση βέβαια αμφισβήτησε τη θέση του Μ.Κ.6 ότι ο Κατηγορούμενος πήγε στον Σταθμό και ότι μετά προσήλθε στο Σταθμό ο Μ.Κ.6, ο οποίος τον είδε να βρίσκεται εκεί. Παρόλο που ο μάρτυρας, ως ήδη υποδείξαμε, δεν είχε λόγο να ψευσθεί και ήταν μάλιστα και ιδιαίτερα παραστατικός όταν περιέγραφε ότι, όταν ο ίδιος επέστρεψε στον Σταθμό, είδε τον Κατηγορούμενο να ευρίσκεται εκεί, σημειώνουμε επιπλέον πως η θέση αυτή του Μ.Κ.6 συνάδει και με την όλη μαρτυρία του. Και δη τη θέση του πως προτού αναχωρήσει για το «Anmaria» είχε συνομιλήσει με τον Κατηγορούμενο (το τηλέφωνο του οποίου ως προαναφέραμε του είχε δώσει η Παραπονούμενη) και του ζήτησε να μεταβεί στον Σταθμό. Επί τούτου δεν αμφισβητήθηκε αφού, ως ήδη υποδείξαμε, η συνομιλία που είχαν μεταξύ τους ήταν παραδεκτή. Επομένως δεν ξενίζει αλλά μάλλον συνάδει πλήρως λογικά το ότι, μέχρι ο Μ.Κ.6 να πάει στο ξενοδοχείο «Anmaria» και να επιστρέψει, ο Κατηγορούμενος μετέβη στον Σταθμό, όπως τον προέτρεψε ο Μ.Κ.6 να πράξει, εξ ου και τον εντόπισε ο Μ.Κ.6 να ευρίσκεται εκεί όταν ο τελευταίος επέστρεψε. Σε κάθε περίπτωση πάντως, το ουσιώδες είναι πως δεν αμφισβητήθηκε η θέση του Μ.Κ.6 πως ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι με την Παραπονούμενη είναι ερωτευμένος, ότι της έκανε πρόταση γάμου, ότι του υπέδειξε σχετικό βίντεο, ότι επέμενε να μιλήσει μαζί της, ότι ο ίδιος του ζήτησε να αναχωρήσει, λέγοντας του ότι θα διερευνούσε ο ίδιος το ζήτημα και ότι πράγματι ο Κατηγορούμενος αναχώρησε και ότι ακολούθως συνομίλησε με την Παραπονούμενη. Οπόταν και η τελευταία του ανέφερε, μεταξύ άλλων[5], ότι σε διάφορες ημερομηνίες κατά το έτος 2023, ο Κατηγορούμενος ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της χωρίς τη θέληση της. Αναφορά η οποία, δεν είχε βέβαια την έννοια ότι του ανέφερε τις συγκεκριμένες ημερομηνίες που οι επαφές αυτές επεσυνέβησαν και τις οποίες αργότερα στην κατάθεση της δεν ήταν σε θέση να αναφέρει, ως εισηγείται ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να οικοδομήσει επί της θέσης αυτής, εισήγηση περί αναξιοπιστίας της Παραπονούμενης. Αν δε αυτή ήταν η θέση της υπεράσπισης όφειλε να του την υποβάλει για να τοποθετηθεί και όχι να προβάλλει εισηγήσεις εκ του ασφαλούς, παρερμηνεύοντας ουσιαστικά χωρίς έρεισμα τα λεγόμενα του. Εξάλλου αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση του Μ.Κ.6 (αφού καμμιά αντίθετη υποβολή του τέθηκε), ότι η Παραπονούμενη δεν του έδωσε πολλές λεπτομέρειες διότι ο ίδιος δεν ζήτησε. Και τούτο εφόσον, ως πειστικά εξήγησε, λόγω της σοβαρότητας των όσων του ανέφερε προφορικά, η υπόθεση απαιτούσε λήψη καταθέσεων από εξειδικευμένα άτομα του ΤΑΕ, εξ ου και ενημερώθηκε το ΤΑΕ και η Παραπονούμενη μεταφέρθηκε εκεί προς διερεύνηση της υπόθεσης, λόγω αρμοδιότητας. Έτσι εξηγείται και το γιατί δεν ζήτησε πληροφορίες για το καθεστώς παραμονής της ή περαιτέρω λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων αδικημάτων ή γιατί δεν κάλεσε τον Κατηγορούμενο να επιστρέψει πίσω, ζητήματα που δεν δύνανται να αποτελέσουν, ως ήταν η θέση της υπεράσπισης, ένδειξη πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων του Μ.Κ.
  10. Ό,τι άλλο οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ είναι και η αναντίλεκτη θέση του, ότι η Μ.Κ.2 δεν ήταν παρούσα όταν η Παραπονούμενη του ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της, αφού καμμιά αντίθετη θέση του υποβλήθηκε. Γεγονός το οποίο ως θα διαφανεί και από τα όσα ακολουθούν, επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία της Μ.Κ.2, η οποία δεν είχε γνώση τέτοιου ζητήματος εξ ου και δεν ανέφερε οτιδήποτε στην κατάθεση της, την οποία έδωσε αργότερα. Επανερχόμενοι στα γεγονότα της διερεύνησης, σημειώνουμε ότι με βάση τα πιο πάνω ακολουθεί με λογική συνέπεια η θέση της Μ.Κ.1 ότι στις 17.9.23 μετέβη στο ΤΑΕ Αμμοχώστου η Παραπονούμενη, για να προβεί σε καταγγελία επί τω ότι ο Κατηγορούμενος ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της χωρίς τη θέληση της. Πιο συγκεκριμένα και παρόλο που η ουσία της καταγγελίας αμφισβητήθηκε έντονα από τον Κατηγορούμενο, εντούτοις δεν αμφισβητήθηκε η θέση της Μ.Κ.1 ότι η Παραπονούμενη τη δεδομένη μέρα κατήγγειλε ότι ο Κατηγορούμενος μεταξύ Ιουλίου 2023 και 15.9.23, ήρθε σε συνουσία μαζί της χωρίς τη θέληση της, ότι η Μ.Κ.1 έκτοτε ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης, ότι την 21.9.23 μέλη της τροχαίας Αμμοχώστου ανέκοψαν για έλεγχο το όχημα με αρ. εγγραφής ΝΚΗ 811, ότι σε αυτό επέβαινε ο Κατηγορούμενος ως επιβάτης στο πίσω κάθισμα, ότι η Μ.Κ.1 μετέβη στο μέρος με τον Α/Αστ. 3328 όπου και συνέλαβαν τον Κατηγορούμενο δυνάμει εντάλματος που εκκρεμούσε εναντίον του (βλ. Τεκμήριο 6)[6] και ότι στη συνέχεια διενήργησαν έρευνα στο όχημα στην παρουσία του Κατηγορούμενου και του Α.Κ. (οδηγού του οχήματος), οπόταν η Μ.Κ.1 εντόπισε δίπλα από το σημείο που καθόταν ο Κατηγορούμενος ένα μεταλλικό πτυσσόμενο ρόπαλο και μια συσκευή εκτόξευσης επιβλαβών αερίων μάρκας «Nato», χρώματος πράσινου με κόκκινο, τα οποία παρέλαβε ως τεκμήρια και τα οποία, αφού τα υπέδειξε στον οδηγό του οχήματος (στην παρουσία και του Κατηγορούμενου), αυτός ανέφερε ότι είναι του Κατηγορούμενου ενώ όταν τα υπέδειξε στον Κατηγορούμενο αυτός δεν απάντησε οτιδήποτε. Και λέγουμε πως δεν αμφισβητήθηκαν οι θέσεις αυτές, αφού καμμιά αντίθετη θέση της υποβλήθηκε ενόσω κατέθετε. Η δε θέση που αργότερα προώθησε ο Κατηγορούμενος[7] ότι δηλαδή το σπρέι και το ρόπαλο βρέθηκαν κάτω από τη θέση του συνοδηγού, ουδέποτε τέθηκε στην Μ.Κ.1 για να τοποθετηθεί και συνεπώς καμμιά βαρύτητα μπορεί να της δοθεί, ένεκα και του μονόπλευρου τρόπου με τον οποίο προωθήθηκε[8]. Κατά τον ίδιο τρόπο ποτέ δεν τέθηκε στην Μ.Κ.1 πως ο Κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά την έρευνα που διενήργησε στο όχημα, οπόταν και εντοπίστηκε το σπρέι και το ρόπαλο, ούτε ότι αυτά τοποθετήθηκαν εκεί από την αστυνομία για να τον ενοχοποιήσουν ψευδώς. Και τούτο παρά το ότι ο ίδιος με τη μαρτυρία του αργότερα, κατά τρόπο αιφνιδιαστικό, υποστήριξε πως: «Α. Τζιείνοι το έβαλαν τζιαμέ τζιαί εβρέθηκε μέσα στο αυτοκίνητο. Έκαναν έρευνες χωρίς την παρουσία, μου πρώτο-πρώτο.»[9]. Θέση στην οποία και πάλι αδυνατούμε, ένεκα του τρόπου προώθησης της, να προσδώσουμε οιαδήποτε βαρύτητα. Επίσης ενώ ξεκάθαρα η Μ.Κ.1 ανέφερε πως όταν του τα υπέδειξε δεν ανέφερε οτιδήποτε και καμμιά αντίθετη θέση της τέθηκε, ο Κατηγορούμενος υποστήριξε πως τους είπε «Δεν είναι δικά μου, εσείς τα βάλατε.»[10] Πέραν του ότι και η θέση αυτή προωθήθηκε όπως και οι προηγούμενες μονόπλευρα, πρέπει να σημειωθεί πως αυτή δεν συνάδει ούτε με την θέση του πως ήταν κολλημένα κάτω από τη θέση του συνοδηγού, την οποία προώθησε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του. Αφού αν όντως του τα έβαλαν οι αστυνομικοί και ο ίδιος δεν ήταν εκεί, δε θα ήταν σε θέση, προφανώς, να γνωρίζει ότι ήταν κολλημένα κάτω από τη θέση του συνοδηγού, ως ήταν η θέση που με βεβαιότητα προώθησε κατά την μαρτυρία του. Όταν δε ο ίδιος βρέθηκε αντιμέτωπος με το ζήτημα αυτό, ανέφερε ότι του το είπαν οι αστυνομικοί, θέση η οποία επίσης ακούστηκε για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του. Παρομοίως δεν τέθηκε στην Μ.Κ.1 η θέση που αργότερα προέβαλε ο Κατηγορούμενος, ότι ζήτησε από την Μ.Κ.1 να τον πάρει για της υποδείξει τον χώρο όπου είχαν σεξουαλική επαφή στη Μαρίνα και τη σαμπάνια που ήπιαν και ότι αυτή του αρνήθηκε, θέση στην οποία επίσης αδυνατούμε να προσδώσουμε βαρύτητα για τον ίδιο λόγο. Η δε θέση του ότι κατάλαβε απ' αυτό το σημείο ότι είναι ικανοί «να εξαφανίσουν στοιχεία τζιαι μαρτυρίες τζιαι πράματα[11]», ουδόλως εξηγεί γιατί δεν της τέθηκαν οι θέσεις αυτές, έστω όταν κατέθετε, για να τοποθετηθεί. Η προσπάθεια του να εισηγηθεί πως κατά τον χρόνο εκείνο την υπόθεση χειριζόταν ο προηγούμενος του δικηγόρος (ο κ. Κυρμίτσης) που είναι και αυτός «πιασμένος[12]», παρέμεινε μετέωρη και χωρίς έρεισμα ή άλλη μαρτυρία που να την υποστηρίζει και ως τέτοια δεν δύναται να πείσει και κατ' επέκταση ούτε να γίνει αποδεκτή. Επανερχόμενοι τώρα και πάλιν στην εξέλιξη της διερεύνησης, αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι στις 22.9.23 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου ο Κατηγορούμενος συνελήφθη από τον Μ.Κ.7 (βλ. Τεκμήριο 7) για τα αδικήματα της μεταφοράς επιθετικού όπλου καθώς και για παράνομη κατοχή αντικειμένου εκτόξευσης επιβλαβούς αερίου, ως ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί (βλ. Έγγραφο Η), οπόταν αφού του επεστήθη η προσοχή στον νόμο απάντησε «Εννεν δικά μου». Αδιαμφισβήτητο παρέμεινε και το ότι στις 23.9.23 και ώρα 13:25 στον Αστ. Σταθμό Αγ. Νάπας, η Μ.Κ.1 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για την εναντίον του διευρευνόμενη υπόθεση, ότι του επέστησε την προσοχή στον Νόμο, ότι αυτός απάντησε «Ρε Γεωργία, δεν την εβίασα, πίστεψε με» και ότι στη συνέχεια έλαβε από αυτόν ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 9) στην παρουσία και της Αστ. 3446, αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε γραπτώς για τα αδικήματα που διερευνούσε και του επέστησε την προσοχή στον Νόμο. Ως προς τη διαδικασία της κατάθεσης ανέφερε επίσης χωρίς να αμφισβητηθεί πως κατέγραφε όλες τις ερωτήσεις και απαντήσεις του, ότι στο τέλος του την διάβασε και τον πληροφόρησε πως μπορούσε να κάνει οποιεσδήποτε αλλαγές, διορθώσεις ή προσθήκες επιθυμούσε, ότι αυτός είπε ότι ήταν ορθή και την υπέγραψε στην παρουσία της και στην παρουσία της Αστ. 3446, πλην όμως όταν του ζήτησε να καταγράψει το ιδιόχειρο λεκτικό αυτός ανέφερε ότι δεν μπορούσε να το πράξει γιατί θόλωσαν τα μάτια του από το κλάμα. Αντίστοιχη ήταν η στάση που τήρησε και κατά τη δεύτερη κατάθεση του η οποία λήφθηκε αργότερα (Τεκμήριο 10), οπόταν παρά το ότι την υπέγραψε αρνήθηκε να καταγράψει και να υπογράψει το ιδιόχειρο λεκτικό, αυτή τη φορά, λέγοντας πως δεν θα το έπραττε για δικούς του λόγους. Τούτο βέβαια δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού ήταν πάντως αποδεκτό και μη αμφισβητούμενο πως η Μ.Κ.1 προέβη στις ενέργειες που καταγράφονται στο λεκτικό, ότι έλαβε την κατάθεση με τον τρόπο που περιγράφεται στο εν λόγω λεκτικό και ότι εν τέλει του διάβασε την κατάθεση του και τον πληροφόρησε και για το δικαίωμα του να προβεί σε οποιεσδήποτε, αλλαγές, προσθήκες ή διορθώσεις επιθυμούσε και αυτός της είπε ότι ήταν ορθή και την υπέγραψε. Και λέγουμε ότι τα πιο πάνω ήταν αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα, αφού καμμιά αντίθετη θέση της τέθηκε. Τα ίδια βέβαια ισχύουν και για τη δεύτερη κατάθεση, την οποία βέβαια όπως και την πρώτη υιοθέτησε και στο Δικαστήριο ο Κατηγορούμενος στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, μη αφήνοντας έτσι καμμιά αμφιβολία πως πράγματι αυτά ήταν που είπε στο πλαίσιο των καταθέσεων του. Είναι δε, κατά την κρίση μας, εδώ το κατάλληλο στάδιο να επισημάνουμε πως ουδέποτε τέθηκε στη Μ.Κ.1 η θέση που αργότερα προώθησε ο Κατηγορούμενος με τη μαρτυρία του, ότι δηλαδή η Μ.Κ.1 δεν κατέγραψε ό,τι της είπε και πιο συγκεκριμένα πως όταν είπε στην κατάθεση του πως απέφευγε η Παραπονούμενη να κάνει έρωτα μαζί του δεν εννοούσε πως τον απέφευγε εντελώς, αλλά ότι αυτό που είπε ήταν πως αντί που προηγουμένως ήθελε σεξουαλική επαφή 2, 3, 4 φορές, του ζητούσε μια φορά ή δύο φορές[13]. Θέση στην οποία και πάλιν ένεκα του μονόπλευρου τρόπου που προωθήθηκε, δεν θεωρούμε πως μπορούμε να προσδώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα. Για τον ίδιο λόγο δεν προσδίδουμε βαρύτητα ούτε στη θέση ότι ζήτησε από την Μ.Κ.1 να γράψει περαιτέρω πράγματα και πως αυτή αρνήθηκε να τα γράψει, αφού δεν της τέθηκε ποτέ για να τοποθετηθεί και προωθήθηκε μονόπλευρα από τον Κατηγορούμενο στο πλαίσιο της δικής του μαρτυρίας[14], όπως μονόπλευρα προωθήθηκε και η θέση πως η καταγγελία ήταν απότοκο υποκίνησης από τον Μ.Κ.6 ο οποίος δήθεν «έβαλε πάνω» (την Παραπονούμενη), θέση η οποία δεν τέθηκε ούτε στον ίδιο[15] ούτε στην Μ.Κ.
  11. Τονίζεται πάντως, αφού έχει και τούτο τη δική του σημασία, πως προτού δώσει την πρώτη του κατάθεση ο Κατηγορούμενος, ερωτήθηκε κατά πόσον θα ήθελε να είναι παρών ο δικηγόρος του, οπόταν και ο ίδιος απάντησε πως τον είχε συμβουλευθεί και δεν επιθυμούσε την παρουσία του ενώ τόσο στο τέλος της πρώτης του κατάθεσης (Τεκμήριο 9) όσο και της δεύτερης (Τεκμήριο 10), ο Κατηγορούμενος ερωτήθηκε ευθέως αν επιθυμεί να αναφέρει οτιδήποτε άλλο και απάντησε αρνητικά. Τις δε καταθέσεις αυτές, ως ήδη προαναφέραμε, τις υιοθέτησε και ενόρκως. Αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση της Μ.Κ.1 ως προς τα τεκμήρια που παρέλαβε, ήτοι το κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης μάρκας Samsung χρώματος γαλάζιου σε διάφανη θήκη και τα δύο παρειακά επιχρίσματα από τον Κατηγορούμενο, τα οποία σφράγισε στην παρουσία του και υπέγραψαν και οι δύο επί της ταινίας ασφαλείας (βλ. Τεκμήριο 1.11), τεκμήρια τα οποία μαζί με τα ανευρεθέντα στο όχημα (Τεκμήρια 1.9 και 1.10) τα παρέδωσε στις 27.9.23 στη Μ.Κ.8 για να τα μεταφέρει στη Λευκωσία για εξετάσεις. Αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι την ίδια μέρα η Μ.Κ.1 μετέβη μαζί με τον Λοχ. 2541 στο συγκρότημα διαμερισμάτων Tsokkos στην Αγ. Νάπα, όπου μέσα στο δωμάτιο που είναι εγκατεστημένοι οι μετρητές του ηλεκτρικού ρεύματος, εντόπισε ένα κρεβατάκι θαλάσσης από το οποίο έλαβε τρεις δειγματοληψίες (δύο από τις άκριες και μια από το κέντρο - Τεκμήρια 2.1-2.3) τις οποίες σφράγισε και έθεσε υπό τη φύλαξη της. Περαιτέρω αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι λήφθηκαν φωτογραφίες της οικίας του Κατηγορούμενου εφόσον υπήρχε ισχυρισμός ότι κάποιοι εκ των βιασμών έλαβαν χώρα εκεί (βλ. φωτογραφίες 1-17, Τεκμήριο 11) και ότι φωτογραφίες λήφθηκαν και από την οικία της Παραπονούμενης εφόσον υπήρχε αντίστοιχος ισχυρισμός και για το εν λόγω μέρος. Φωτογραφίες λήφθηκαν και από δωμάτιο με ηλεκτρικούς διακόπτες, το οποίο βρίσκεται στο ισόγειο κάτω από το διαμέρισμα όπου διέμενε η Παραπονούμενη και στο οποίο υπήρχε ένα κρεβατάκι θαλάσσης. Και τούτο εφόσον υπήρχε ισχυρισμός ότι και εκεί είχε λάβει χώρα συνουσία μεταξύ τους (βλ. φωτογραφίες 18-41, Τεκμήριο 11). Η Μ.Κ.1 κατέθεσε χωρίς ένσταση όλα τα πιο πάνω τεκμήρια μαζί με τις δειγματοληψίες της Παραπονούμενης (Τεκμήρια 1.1 - 1.7) και το κινητό τηλέφωνο του Κατηγορούμενου Τεκμήριο 1.8 (αλλά όχι το κινητό της Παραπονούμενης το οποίο αποτέλεσε κοινό τόπο ότι της επεστράφη μετά την ολοκλήρωση των εξετάσεων) καθώς και την ιατροδικαστική εξέταση της Παραπονούμενης από τον Δρ Χαραλάμπους (Τεκμήριο 4), η μαρτυρία του οποίου, ως θα διαφανεί και από την ανάλυση που ακολουθεί, παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη. Περιπλέον κατατέθηκε εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου της η έκθεση του κρατικού χημείου (Τεκμήριο 5), που αφορά την εξέταση του ανευρεθέντος σπρέι, από την οποία προκύπτει ότι το εν λόγω αντικείμενο στάλθηκε με σκοπό να διενεργηθεί εξέταση ως προς το κατά πόσον εμπεριείχε την ουσία «Nonivamide», ότι πράγματι διενεργήθηκε η εν λόγω εξέταση με τη μέθοδο ΜΕΘ 03 02 04 01, ότι το αποτέλεσμα ήταν θετικό αλλά και ότι ως καταγράφεται στην εν λόγω έκθεση "Το Novivamide είναι επιβλαβής χημική ουσία, δηλαδή ουσία η οποία προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει αναστρέψιμη ή μη αναστρέψιμη βλάβη. Το Novivamide ανήκει στην κατηγορία των δακρυγόνων ουσιών (tear-gas) και εμπίπτει στον Ν. 113(Ι)/21, που προνοεί για την απόκτηση, κατοχή, μεταφορά και εισαγωγή πυροβόλων όπλων και μη πυροβόλων όπλων και για συναφή θέματα, Μέρος V, άρθρο 25". Ως προς την διαχείριση των τεκμηρίων σημειώνεται εδώ πως δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία της Μ.Κ.8, ότι παρέλαβε τα τεκμήρια που αναφέρει στην κατάθεση της Έγγραφο Θ και ότι τα μετέφερε για εξετάσεις ως περιγράφει στην εν λόγω κατάθεση της, χωρίς να υποστούν αλλοίωση ή παρέμβαση (πέραν του ό,τι ήταν αναγκαίο για σκοπούς διενέργειας των εξετάσεων) και ότι κατόπιν ολοκλήρωσης των εξετάσεων και παραλαβής του κινητού της Παραπονούμενης, της το επέστρεψε. Αυτό επί του οποίου αμφισβητήθηκε η Μ.Κ.1 ήταν οι διαπιστώσεις της ως προς τη σχέση της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο, στις οποίες η ίδια ανέφερε πως κατέληξε με βάση τα δεδομένα που εξήχθησαν από τις κλήσεις και συνομιλίες τους, για την πρόσβαση στις οποίες δεν αμφισβητήθηκε πάντως, πως είχαν δοθεί συγκαταθέσεις και από τους δύο για να ερευνηθεί ολόκληρο το περιεχόμενο των κινητών τους. Συγκεκριμένα ήταν η θέση της, πως από τα εν λόγω δεδομένα προέκυψε πως η σχέση τους δεν ήταν και τόσο «φυσιολογική» αλλά «αρρωστημένη», ως την χαρακτήρισε, αφού ως ανέφερε, από τη μια ο Κατηγορούμενος της έστελνε μηνύματα αγάπης και από την άλλη την έβριζε και μετά της ζητούσε συγγνώμη με μηνύματα αγάπης, για να ακολουθήσουν πάλι μηνύματα απειλητικού και υβριστικού περιεχομένου με λέξεις όπως «πουτάνα». Για να παραδεχθεί όμως, με την ειλικρίνεια που την χαρακτήριζε καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της, ότι και η Παραπονούμενη ανταποκρίνετο σε κάποια, παρά το ότι σε κάποιες περιπτώσεις του έλεγε πως ήταν στη δουλειά και να μην της στέλνει μηνύματα. Αντεξετασθείσα ερωτήθηκε από πού προκύπτει αυτό το συμπέρασμα, οπόταν και παρέπεμψε στα μηνύματα που αντάλλαζαν και εν γένει στη μαρτυρία ενώ ανέφερε πως το γεγονός πως η Παραπονούμενη συνέχιζε να έχει επικοινωνία μαζί του και να δέχεται να την μεταφέρει στην εργασία της κλπ, η ίδια (η Παραπονούμενη) το απέδωσε στο ότι λειτουργούσε υπό το κράτος φόβου. Η όλη σχέση των δύο εμπλεκομένων καθώς και το αν διαπράχθηκαν ή όχι τα ισχυριζόμενα αδικήματα, αναμφίβολα αποτελούν ζητήματα που θα κριθούν από το Δικαστήριο αφού αξιολογηθούν όλες οι πτυχές της μαρτυρίας των άμεσα εμπλεκομένων. Όμως σε σχέση με τη μαρτυρία της Μ.Κ.1, αυτό που χωρίς δυσκολία μπορεί να λεχθεί, είναι πως τα όσα επί του προκειμένου ανέφερε σίγουρα δεν μπορούν να θεωρηθούν πως συνιστούν αυθαίρετες τοποθετήσεις, που δεν βρίσκουν έστω κάποιο έρεισμα στο υλικό που περισυνελέχθη. Κατ' επέκταση λοιπόν δεν μπορούν να θεωρηθούν πως αποτελούν στοιχεία που καταδεικνύουν μεροληψία εναντίον του Κατηγορούμενου, ως ήταν εν πολλοίς η θέση της υπεράσπισης, όσο και αν τελικός κριτής του ζητήματος παραμένει, ως είπαμε, το Δικαστήριο. Ό,τι άλλο πρέπει να λεχθεί είναι πως, στο πλαίσιο δίκαιης διερεύνησης της υπόθεσης, έλαβε κατάθεση και από τον γυναικολόγο που της υπέδειξε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος, ως ειλικρινώς η μάρτυρας παραδέχθηκε, της ανέφερε πως ο λόγος της επίσκεψης του Κατηγορούμενου και της Παραπονούμενης, ήταν η παροχή πληροφοριών σχετικά με την ηπατίτιδα, τη μετάδοση της και την αντιμετώπιση της σε πιθανή εγκυμοσύνη (βλ. Τεκμήριο 15). Δεδομένο από το οποίο πράγματι φαίνεται να επιβεβαιώνεται η θέση που προώθησε ο Κατηγορούμενος, ότι δηλαδή σκόπευαν να αποκτήσουν μαζί παιδί. Θέση την οποία και η ίδια η Παραπονούμενη αποδέχθηκε, διευκρινίζοντας βέβαια πως τούτο, ήταν κάτι που ίσχυε στα αρχικά στάδια της σχέσης. Κάτι που συνάδει εκ πρώτης όψεως και με τη διευκρίνιση που έδωσε η Μ.Κ.1, ότι δηλαδή η εν λόγω επίσκεψη φέρεται να έλαβε χώρα τον Μάιο του 2023, πριν να λάβουν χώρα οι ισχυριζόμενοι βιασμοί και σε χρόνο που κατά την Παραπονούμενη ήταν καλή η σχέση τους. Ως προς το ζήτημα του ότι υπάρχει κατηγορία και για τον μήνα Απρίλιο, εξήγησε πως αυτή αφορά την ημέρα της γνωριμίας τους, όπου ο Κατηγορούμενος έβαλε τα χέρια του στα γεννητικά της όργανα ενώ ως προς το ερώτημα του πώς η Παραπονούμενη αποφάσισε να δημιουργήσει στη συνέχεια σχέση με κάποιον που της άγγιξε τα γεννητικά όργανα και μετά την βίαζε, ανέφερε και ορθώς, ότι αρμόδια να απαντήσει είναι η Παραπονούμενη. Εξ ου και στο ζήτημα αυτό θα επανέλθουμε. Ως προς τα βίντεο που απομονώθηκαν από το Τεκμήριο 13 και κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 16 για σκοπούς εύκολης αναφοράς και τα οποία η μάρτυρας δεν είχε κατά τον χρόνο της καταγγελίας, αφού περιήλθαν στην κατοχή της αφότου ολοκληρώθηκε η δικανική εξέταση των κινητών τηλεφώνων της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου, ανέφερε και πάλιν πως αυτά ήταν προγενέστερα του χρόνου που η Παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν βιασμοί. Επομένως, ως εύλογα υποστήριξε, δεν θα άλλαζε κάτι αν τα έβλεπε κατά τον χρόνο υποβολής της καταγγελίας και σε κάθε περίπτωση επεσήμανε ότι η θέση της Παραπονούμενης ήταν ότι προσποιείτο κάποιες συμπεριφορές υπό το κράτος φόβου. Συγκεκριμένα, μεταφέροντας τη θέση της ανέφερε ότι «λειτουργούσε υπό το κράτος φόβου έναντι στον κατηγορούμενο λόγω της άσχημης συμπεριφοράς και των προβλημάτων που δημιουργούσε εναντίον της, έτσι δεχόταν να γίνονται κάποια πράγματα για να αποφεύγει κάποιες άλλες καταστάσεις που δημιουργούσε ο Κατηγορούμενος[16]. .» και σε άλλο σημείο «Όλα στηρίζονταν σε θέμα φόβου της ίδιας και η ίδια προσποείτουν μια κατάσταση για να γλιτώνει από άλλες καταστάσεις»[17]. Η ίδια ήταν η θέση της και σε σχέση με την υποβολή της υπεράσπισης ότι τα μηνύματα που του απέστειλε 5-6 μέρες πριν την καταγγελία έπρεπε να την οδηγήσουν στο ότι η καταγγελία δεν ήταν «φυσιολογική» και πως επρόκειτο «για μια σχέση με τις ιδιαιτερότητες της κάθε σχέσης και του κάθε ζευγαριού[18]» η οποία δεν μπορεί να κριθεί μη «φυσιολογική». Τονίζουμε εδώ πως δεν αποδεχόμαστε στο στάδιο αυτό τις θέσεις και εξηγήσεις που προώθησε η Μ.Κ.1, απλώς τις παραθέτουμε για να καταδειχθεί πως η Μ.Κ.1, έχοντας αυτές τις θέσεις από πλευράς της Παραπονούμενης, εκτέλεσε, ως όφειλε το καθήκον που είχε να προωθήσει την υπόθεση στο Δικαστήριο, που είναι και το μόνο αρμόδιο για να αποφασίσει. Ως προς τη θέση πως η διερεύνηση στην οποία προέβη ήταν ελλιπής επειδή δεν έβγαλε φωτογραφίες από το σπίτι της μητέρας του Κατηγορούμενου, η Μ.Κ.1 εξήγησε πειστικά, ότι ο λόγος έγκειτο στο ότι εκεί δεν έγινε κάποιο περιστατικό που να συνδέεται με αυτά που εξέταζε η ίδια. Ως προς τη θέση πως η διερεύνηση δεν ήταν ολοκληρωμένη επειδή δεν πήρε τον φάκελο της Παραπονούμενης από το Τμήμα Αλλοδαπών και δεν διερεύνησε πώς εισήλθε η τελευταία στη Δημοκρατία, κάτι που αν έπραττε θα μάθαινε ότι κατά τη διαδικασία εξέτασης από την υπηρεσία ασύλου κρίθηκε «μυθοπλάστης» σημειώνουμε τα εξής. Πέραν του ότι από την κατάθεση του Μ.Υ.7 που ήταν ο αρμόδιος λειτουργός που κατέθεσε για το ζήτημα αυτό δεν προέκυψε τέτοιο δεδομένο (παρά το ότι όντως η αίτηση της απερρίφθη τελικώς), η Μ.Κ.1 ευλόγως ανέφερε ότι ήλεγξε ότι ήταν νόμιμη η παραμονή της Παραπονούμενης τη δεδομένη στιγμή, ως αιτήτρια πολιτικού ασύλου και πως δεν διερεύνησε πώς εισήλθε, αφού η ίδια δεν εξετάζει το παρελθόν κάποιου αλλά την καταγγελία και τις μαρτυρίες που υπάρχουν. Η δε θέση της πως κατά τον εν λόγω χρόνο ήταν νόμιμη η παραμονή της, δεν αμφισβητήθηκε αφού απλώς της τέθηκε πως στον φάκελο της την ημέρα που έκανε την καταγγελία υπήρχε αναφορά πως είναι «κατά φαντασία μυθοπλάστης», για να απαντήσει και επί τούτου ευλόγως πως για την ίδια δεν θα είχε διαφορά αν γνώριζε αυτή την παράμετρο, αφού ακόμα και εγκληματίας να είναι κάποιος δεν σημαίνει πως δεν μπορεί να υποβάλει παράπονο για τη διάπραξη αδικημάτων εναντίον του. Και έχει βεβαίως δίκαιο. Της υποβλήθηκε βέβαια ότι η Παραπονούμενη έκανε αυτή την καταγγελία ψευδώς για να παρατείνει τη διαμονή της στην Κύπρο υπό το καθεστώς ("status") του μάρτυρα κατηγορίας διότι απορρίφθηκε η αίτηση της, όπου ανέφερε πως η συνολική διερεύνηση της υπόθεσης δεν κατέδειξε κάτι τέτοιο και πως εν πάση περιπτώσει τέτοια θέση δεν της είχε τεθεί κατά το χρόνο της διερεύνησης για να τύχει διερεύνησης, αφού το κίνητρο που της απέδωσε τότε ο Κατηγορούμενος ήταν οικονομικό[19]. Το ότι τέτοια θέση δεν της είχε τεθεί στο στάδιο διερεύνησης είναι βεβαίως απόλυτα ορθή, αφού δεν εντοπίζεται σε καμμιά εκ των καταθέσεων που έδωσε ο Κατηγορούμενος. Εντούτοις όμως και παρά την καλή εντύπωση που άφησε η μάρτυρας και παρά το ότι ουδεμία αμφιβολία υπάρχει πως μετέφερε σε εμάς την ειλικρινή της κρίση από τη διερεύνηση στην οποία προέβη, χωρίς να έχει λόγο να μεροληπτεί υπέρ ή εναντίον οποιασδήποτε πλευράς, τονίζουμε πως το εάν η καταγγελία της Παραπονούμενης ήταν ειλικρινής και γνήσια ή αν υποκινείτο από αλλότρια κίνητρα, αποτελεί ζήτημα που παραμένει ανοικτό. Και το οποίο θα αποφασιστεί βεβαίως με γνώμονα τη μαρτυρία των άμεσα εμπλεκομένων στα γεγονότα. Αυτό όμως που οφείλουμε να σημειώσουμε στο σημείο αυτό είναι πως δεν καταδεικνύεται ελλιπής διερεύνηση μέσα από τις ενέργειες της. Τουναντίον η μάρτυρας φαίνεται πως διερεύνησε και τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου ότι η Παραπονούμενη είχε αδελφό στην Κύπρο, λέγοντας ότι από τη διερεύνηση εντόπισε το συγκεκριμένο πρόσωπο στο οποίο αναφερόταν ο Κατηγορούμενος, ότι αυτός διεφάνη πως δεν γνώριζε ούτε τον Κατηγορούμενο ούτε την Παραπονούμενη, ότι απλά είχε βρει ο Κατηγορούμενος ότι το εν λόγω πρόσωπο καταγόταν από την ίδια χώρα όπως και η Παραπονούμενη, ότι του έστειλε μήνυμα καλώντας τον να μεσολαβήσει να τα βρει ο ίδιος με την Παραπονούμενη, ότι το εν λόγω πρόσωπο έδωσε κατάθεση (Τεκμήριο 12) και ανέφερε ότι δεν είναι αδελφός της Παραπονούμενης και δεν έχει σχέση μαζί της και παρέδωσε το κινητό, του, από το οποίο εξήχθησαν οι συνομιλίες που είχε τόσο με την Παραπονούμενη όσο και με τον Κατηγορούμενο. Τα πιο πάνω παρέμειναν αναντίλεκτα και στη σημασία τους θα επανέλθουμε αργότερα στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας των άμεσα εμπλεκομένων και δη του Κατηγορούμενου. Συνεπώς αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 με τις επισημάνσεις στις οποίες προβήκαμε ανωτέρω και για τους λόγους που επεξηγήσαμε. Μέρος της διερεύνησης αποτέλεσε και η δικανική εξέταση των κινητών τηλεφώνων του Κατηγορούμενου και της Παραπονούμενης. Προς τούτο έδωσε σχετική μαρτυρία ο Μ.Κ.10, ο οποίος υπηρετεί στο Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας, ο οποίος στις 27.9.23 παρέλαβε από την Μ.Κ.8 τα Τεκμήρια 8 και 9 επί του Τεκμηρίου 1, ήτοι το κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου αντίστοιχα, με αιτούμενη εξέταση, να εξαχθούν από αυτά φωτογραφίες, βίντεο και συνομιλίες καθώς και οποιαδήποτε άλλα δεδομένα ιδιωτικής επικοινωνίας. Σημειώνεται δε ότι πως δεν αμφισβητήθηκε πως είχαν προς τούτο δοθεί σχετικές συγκαταθέσεις από τον Κατηγορούμενο και την Παραπονούμενη αντίστοιχα (βλ. Τεκμήρια 19 και 20 αντίστοιχα). Ο Μ.Κ.10 ήταν ένας ανεξάρτητος μάρτυρας, ο οποίος δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της παρούσας ούτε και μας υπεδείχθη οτιδήποτε που να μας θέσει σε εγρήγορση ως προς την εν γένει αμεροληψία του. Εξάλλου οι εκθέσεις που ετοίμασε (βλ. Έγγραφο ΙΑ και ΙΒ) και εν γένει η μαρτυρία του παρέμεινε, εν πολλοίς, μη αμφισβητούμενη. Εκ της μαρτυρίας του αυτό που είναι ουσιώδες και παρέμεινε αναντίλεκτο είναι η διαδικασία που ακολούθησε για την εξαγωγή των δεδομένων, ότι υπήρχαν προς τούτο συγκαταθέσεις ενώ σε σχέση με τα δεδομένα που εξήγαγε ήταν αποδεκτή η θέση του ότι παρόλο που η ημερομηνία και ώρα στις δύο αυτές συσκευές ηλέγχθη και ήταν λανθασμένη λόγω μη αυτόματης αλλά χειροκίνητης ρύθμισης, εντούτοις τα μηνύματα κλήσεις, αρχεία, εικόνες και αρχεία βίντεο που εντοπίστηκαν στην εφαρμογή «Whatsapp» η οποία ήταν εγκατεστημένη στις δύο πιο πάνω τηλεφωνικές συσκευές, έφεραν την ορθή ημερομηνία και ώρα λόγω του ότι η εφαρμογή «Whatsapp» είναι διαδικτυακή εφαρμογή και ως εκ τούτου οι ώρες κατά τις οποίες παραλαμβάνονται ή αποστέλλονται τα μηνύματα, λαμβάνεται από τον διακομιστή της εν λόγω εφαρμογής και άρα είναι ορθή. Περαιτέρω δεν αμφισβητήθηκε ότι όλα τα αρχεία και κλήσεις που εξήχθησαν εν προκειμένω από την εφαρμογή «Whatsapp» φέρουν την παγκόσμια ώρα (UTC+0) και πως κατ' επέκταση για να καθοριστεί η ώρα Κύπρου σε όλα αυτά τα μηνύματα ή/και αρχεία τα οποία αποστάλθηκαν και παραλήφθηκαν μετά το τέλος Μαρτίου, δηλαδή κατά την καλοκαιρινή περίοδο, πρέπει να προστεθούν τρεις ώρες. Περιπλέον δεν αμφισβητήθηκε πως το υλικό που εξήχθη από τις δύο πιο πάνω τηλεφωνικές συσκευές αποθηκεύτηκε σε μια σειρά από μονάδες USB με το ίδιο περιεχόμενο (με το ένα να αποτελεί εν ολίγοις κλώνο του άλλου) και πως ένα εξ αυτών είναι αυτό το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  12. Δεν αμφισβητήθηκε ακόμα πως ανοίγοντας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13 εντοπίζεται το αρχείο SA2 το οποίο περιλαμβάνει το φάκελο SA2-phone, ο οποίος με τη σειρά του περιλαμβάνει άλλους δύο φάκελους, ένας εκ των οποίων φέρει την ονομασία SA2-phone 94068949, στο περιεχόμενο του οποίου μπορεί να επιτευχθεί πρόσβαση μέσω του προγράμματος «Cellebrite Reader», όπου και εντοπίζονται όλα τα εξαχθέντα μηνύματα «Whatsapp» που υπήρχαν αποθηκευμένα στο τηλέφωνο της Παραπονούμενης και αφορούν σε επικοινωνία της με τον Κατηγορούμενο. Τέλος, μέρος της διερεύνησης της υπόθεσης αποτέλεσε και η ιατροδικαστική εξέταση της Παραπονούμενης στις 18.9.23 από τον Μ.Κ.9, γεγονός που επίσης δεν αμφισβητήθηκε, όπως δεν αμφισβητήθηκε ούτε η εμπειρογνωμοσύνη του εν λόγω μάρτυρα στον τομέα της ιατροδικαστικής η οποία μάλιστα δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Ούτε όμως οι διαπιστώσεις του αυτές καθ' αυτές αμφισβητήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο. Πιο συγκεκριμένα αποτέλεσε διαπίστωση του μάρτυρα ότι κατά την εξέταση η πρωκτική και περιπρωκτική περιοχή, το αιδοίο και ο κόλπος ελέγχονταν φυσιολογικά, κάτι που με την προφορική του μαρτυρία εξήγησε πως σημαίνει ότι δεν υπήρχαν κακώσεις στα εν λόγω σημεία. Περαιτέρω, διαπίστωση του ήταν πως δεν έφερε κακώσεις σώματος ή γεννητικών οργάνων κάτι που επίσης δεν αμφισβητήθηκε ενώ αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση του ότι η απουσία κακώσεων στα γεννητικά ή περιγεννητικά όργανα ή και στο υπόλοιπο σώμα, δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο βιασμού ή κακοποίησης, αφού ως ανέφερε σπάνια ανευρίσκονται τέτοιου είδους κακώσεις σε ένα τέτοιο θύμα. Ανέφερε επίσης ότι το ίδιο το θύμα δεν του ανέφερε ότι είχε υποστεί κακώσεις κατά τη διάρκεια των ισχυριζόμενων βιασμών και πως ακόμα και αν είχε υποστεί κακώσεις περί τον Ιούλιο, μετά την πάροδο 3 μηνών που έλαβε χώρα η εξέταση δεν θα είχαν εντοπιστεί. Διευκρίνισε όμως αντεξετασθείς πως αν οι κακώσεις λάμβαναν χώρα τον ίδιο μήνα που έγινε η καταγγελία, το εάν θα μπορούσαν να διαπιστωθούν θα εξαρτάτο από την περιοχή που έγιναν και το είδος της κάκωσης. Θέση η οποία παρότι δεν αμφισβητήθηκε, δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερη σημασία στα επίδικα γεγονότα. Και τούτο αφού όπως και ο ίδιος ο μάρτυρας εξήγησε δεν υπήρχε αναφορά περί ύπαρξης κακώσεων κατά τη διάρκεια των σεξουαλικών επαφών. Ως προς το ζήτημα του εάν η Παραπονούμενη είχε δεχθεί βιασμό εννέα φορές ως ισχυρίζεται και σε αυτές τις εννέα φορές δεν υπήρχε «φυσιολογική ύγρανση» στον κόλπο της, κατά πόσον θα αναμένετο να δημιουργηθεί κάποιο τραύμα, απάντησε και επί τούτου ευκρινώς και με πειστικότητα. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι στην περιοχή του κόλπου και του αιδοίου υπάρχουν συνέχεια υγρά, διευκρινίζοντας εν ολίγοις πως δεν πρόκειται για κάτι το οποίο είναι εντελώς στεγνό. Έτσι παρόλο που δέχθηκε ότι μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να υπάρξει κάποια κάκωση, αναλόγως των συνθηκών, εντούτοις ανέφερε ότι στις πλείστες περιπτώσεις δεν υπάρχουν κακώσεις. Αποδεχόμαστε στο σύνολο της τη μαρτυρία και αυτού του μάρτυρα, χωρίς ωστόσο να μας βρίσκει σύμφωνους η θέση της υπεράσπισης πως η μαρτυρία του καταρρίπτει εκ προοιμίου τη μαρτυρία της Παραπονούμενης σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμόν σεξουαλικές επαφές χωρίς συναίνεση. Εν συντομία λέγουμε πως το επιχείρημα οικοδομήθηκε αφενός επί του ότι η ίδια ισχυρίστηκε ότι οι επαφές αυτές επιτεύχθηκαν δια της βίας και αφετέρου επί τω ότι στο σώμα της ουσιαστικά δεν εντοπίστηκαν κακώσεις. Όμως η μαρτυρία του Μ.Κ.9 ήταν σαφής ότι η απουσία κακώσεων στα γεννητικά ή περιγεννητικά όργανα ή και στο υπόλοιπο σώμα, δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο βιασμού ή κακοποίησης, αφού ως ανέφερε σπάνια ανευρίσκονται τέτοιου είδους κακώσεις σε ένα τέτοιο θύμα. Και επί τούτου δεν του τέθηκε οποιαδήποτε αντίθετη θέση, αφήνοντας έτσι το γενικότερο ζήτημα της αξιοπιστίας της Παραπονούμενης ανοικτό. Β. Ουσιώδη Γεγονότα Είναι γεγονός πως ουσιαστικότεροι μάρτυρες στην παρούσα είναι η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος αφού αυτοί ήταν οι γνώστες των επίμαχων αμφισβητούμενων γεγονότων. Προτού όμως υπεισέλθουμε στη δική τους μαρτυρία, σημειώνουμε πως για πτυχές της σχέσης τους έδωσαν μαρτυρία η Μ.Κ.2 (υπεύθυνη εργασίας της Παραπονούμενης), η Μ.Κ.3 (συγκάτοικος της Παραπονούμενης) και ο Μ.Κ.4 (ένοικος στην πολυκατοικία) καθώς και η Μ.Υ.3 (μητέρα του Κατηγορούμενου) και η Μ.Υ.4 (φίλη του Κατηγορούμενου). Περαιτέρω η υπεράσπιση κάλεσε μια σειρά από ιατρούς η μαρτυρία των οποίων ήταν εν πολλοίς μη αμφισβητούμενη. Τέτοια ήταν η μαρτυρία των Μ.Υ.2 (μικροβιολόγου) και Μ.Υ.6 (γυναικολόγου), στην οποία θα επανέλθουμε κατά την εξέταση των ουσιωδών γεγονότων προς αποφυγή επαναλήψεων. Τώρα ως προς τον Μ.Υ.5, σημειώνουμε ότι κατέθεσε ως ιατρός καρδιολόγος με την εμπειρογνωμοσύνη του να μην έχει αμφισβητηθεί, όπως δεν αμφισβητήθηκε εν πολλοίς ούτε η μαρτυρία του η οποία σκοπό είχε να καταδείξει πως ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο που πάσχει από σοβαρή ισχαιμική καρδιακή ανεπάρκεια, θέση την οποία αποδεχόμαστε. Ο εν λόγω μάρτυρας ο οποίος εξέτασε τον Κατηγορούμενο κατά την 28.12.22, ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί ότι ο τελευταίος είναι ασθενής με γνωστό ιστορικό στεφανιαίας νόσου, ότι είχε προσέλθει λόγω κόπωσης και ότι είχε περάσει παλαιό έμφραγμα το 2004 με διενέργεια αγγειοπλαστικής LAD στην κεντρική αρτηρία. Ακολούθως ανέφερε ότι εκτιμήθηκε με υπερηχοκαρδιογράφημα όπου διαπιστώθηκε σοβαρά επηρεασμένη απόδοση της αριστερής κοιλίας με κλάσμα εξώθησης 35%, ότι λόγω της διαπίστωσης καρδιακής ανεπάρκειας κρίθηκε απαραίτητο ο ασθενής να υποβληθεί εκ νέου σε στεφανιαίο έλεγχο και ακολούθως σε εμφύτευση ICD απινιδωτή, όπως και έγινε. Στις 2.2.23 μετέβη στο Απολλώνειο Νοσοκομείο όπου έγινε στεφανιογραφία και ακολούθως εμφύτευση απινιδωτή και η διάγνωση του ήταν ισχαιμική καρδιακή ανεπάρκεια ICD. Τούτο, ως επεξήγησε, με απλά λόγια σημαίνει πως η καρδία του είναι αδύνατη, ότι ένα μέρος είχε νεκρωθεί και λειτουργούσε μόνο το 35% ενώ το φυσιολογικό είναι να λειτουργεί περί το 60% και πως η περίπτωση του θεωρείται βαριάς μορφής, με κίνδυνο επιδείνωσης αν δεν παρακολουθείται τακτικά. Εξήγησε περαιτέρω και τη χρησιμότητα σε αυτό το πλαίσιο του απινιδωτή ενώ ανέφερε ακόμα πως σε άτομα με καρδιακή ανεπάρκεια συστήνεται ήπια καθημερινή άσκηση, να αποφεύγουν το αλάτι και τις ακραίες («extreme») καταστάσεις κόπωσης (σωματικής ή ψυχολογικής) και να λαμβάνουν τη θεραπεία τους. Εξηγώντας παράλληλα πως υπάρχει κίνδυνος να αντιμετωπίσουν λιποθυμικά επεισόδια και πως μια στρεσογόνα κατάσταση μπορεί να δημιουργήσει αρνητικό αντίκτυπο στον ασθενή με την έννοια της αρρυθμίας. Παρά την πιο πάνω κατάσταση όμως, ανέφερε ότι ακόμα και ένας ασθενής με βαριάς μορφής καρδιακή ανεπάρκεια, δεν χάνει την επιθυμία του για σεξ ούτε καθίσταται ανίκανος για σεξ και ότι πολλά άτομα που πάσχουν από καρδιακή ανεπάρκεια έχουν κανονική σεξουαλική ζωή ενώ ορισμένα μπορεί να έχουν στυτική δεισλειτουργία και πως εν προκειμένω δεν διερεύνησε αυτό τον τομέα αλλά ούτε και ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι αντιμετώπιζε τέτοιο πρόβλημα. Η μαρτυρία του έχει τη σημασία της αφού, παρά το ότι κλήθηκε από την υπεράσπιση, εντούτοις δεν επιβεβαιώθηκε η θέση που ο Κατηγορούμενος προώθησε σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του ότι δηλαδή ο ιατρός του διαπίστωσε ή έστω γνώριζε πως δεν μπορούσε να κάνει σεξ παρά μόνο αν η γυναίκα ήταν από πάνω του, επειδή υπό άλλες περιστάσεις κουραζόταν και το πέος του «έπεφτε». Ούτε βέβαια ο Μ.Υ.5 υποστήριξε πως άτομα που έχουν το καρδιακό πρόβλημα που έχει ο Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζουν οπωσδήποτε το στυτικό πρόβλημα που ανέφερε ο Κατηγορούμενος ότι είχε όταν έκανε σεξ και ο ίδιος βρισκόταν πάνω από την κοπέλα. Επανερχόμενοι τώρα στους Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 καθώς και στις Μ.Υ. 3 και Μ.Υ.4, που ως προείπαμε φέρονται να ήταν γνώστες κάποιων πτυχών της σχέσης των άμεσα εμπλεκομένων, σημειώνουμε ότι είχαμε υπόψη ότι οι ως άνω μάρτυρες κατηγορίας είχαν μια στενότερη σχέση με την Παραπονούμενη (ιδίως οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3), ενώ οι μάρτυρες υπεράσπισης (Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4) ήταν πρόσωπα που είχαν στενή σχέση με τον Κατηγορούμενο, αφού η μεν πρώτη είναι η μητέρα του, η δε δεύτερη, πολύ καλή του φίλη. Ως εκ τούτου είχαμε συνεχώς και αδιάλειπτα κατά νου τον κίνδυνο η μαρτυρία και οι τοποθετήσεις όλων των πιο πάνω μαρτύρων, να επηρεάζονταν από την επιθυμία τους να βοηθήσουν την πλευρά με την οποία είχαν σχέση ή και να αποτελούν μάρτυρες που ενδεχομένως να είχαν ίδιον σκοπό να εξυπηρετήσουν, κατ' αναλογίαν των νομολογηθέντων στην υπόθεση Κουσουλίδης v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 10/18, ημερ. 9.11.
  13. Προσεγγίσαμε συνεπώς, σε κάθε στάδιο τη μαρτυρία τους, με την ανάλογη προσοχή. Αρχίζοντας από τους μάρτυρες κατηγορίας πρέπει να πούμε πως παρά τη σχέση που φαίνεται να είχε με την Παραπονούμενη η Μ.Κ.2, ως υπεύθυνη της εργασίας της και η Μ.Κ.3, ως συγκάτοικος της και παρά τη συμπάθεια που εμφανώς έτρεφε και ο Μ.Κ.4 προς το πρόσωπο της, εντούτοις δεν διακρίναμε σε οποιοδήποτε σημείο της μαρτυρίας τους προσπάθεια να παραποιήσουν τα γεγονότα ή να τα παρουσιάσουν με τρόπο που να «βολεύει» την εκδοχή της Παραπονούμενης. Αντιθέτως διακρίναμε μια συνεχή προσπάθεια να καταθέσουν με όσο περισσότερη ακρίβεια μπορούσαν τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη τους και με τρόπο δίκαιο και προς τις δύο πλευρές. Στην προσπάθεια τους αυτή δε, δεν εντοπίσαμε να έχουν περιπέσει σε αντιφάσεις τέτοιες, οι οποίες να μπορούν να κλονίσουν τον γενικά αξιόπιστο τρόπο με τον οποίο κατέθεταν. Ενδεικτικό του δίκαιου τρόπου με τον οποίο κατέθετε η Μ.Κ.2, ήταν το ότι δεν προσπάθησε ποτέ να υποστηρίξει πως ο Κατηγορούμενος δεν αγαπούσε την Παραπονούμενη, ενώ ειλικρινώς ανέφερε ότι από τη συμπεριφορά του αντελήφθη πως ήταν ιδιόρρυθμος αλλά παράλληλα ανέφερε ότι δεν θεώρησε πως ήταν βίαιος και δεν δίστασε να παραδεχθεί πως δεν τον είδε να ασκεί βία. Από την άλλη παρέμεινε σταθερή στη θέση της περί της συμπεριφοράς του με επανειλημμένες κλήσεις και παρουσία στο χώρο εργασίας όπου προκαλούσε εντάσεις επί καθημερινής σχεδόν βάσης, αλλά αποδέχθηκε επίσης ειλικρινώς πως οι εντάσεις που ως η θέση της προκαλούσε στην εργασία της Παραπονούμενης δεν ήταν τέτοιες που να χρειάζεται η παρέμβαση της αστυνομίας, εξ ου και ευλόγως ανέφερε πως δεν κάλεσε ποτέ την αστυνομία. Ανέφερε όμως ότι κάθε φορά έλεγε στον Κατηγορούμενο να μην τηλεφωνεί και να μην προσέρχεται διότι ενοχλεί και παρά το ότι αυτός της υποσχόταν πως πράγματι δε θα ξαναπήγαινε, εντούτοις ξαναπήγαινε. Με τον δίκαιο τρόπο που εν γένει κατέθετε, ανέφερε επίσης ότι μετά που ο Κατηγορούμενος έμαθε ότι η Παραπονούμενη έπασχε από ηπατίτιδα, αυτός της ζήτησε να δώσει στην Παραπονούμενη off για να την «περιποιηθεί» και ότι όντως η τελευταία μετά το off προσήλθε στη δουλειά της περιποιημένη. Ανέφερε ακόμα πως όταν τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο για να του ανακοινώσει πως η Παραπονούμενη είναι φορέας ηπατίτιδας αυτός της ανέφερε πως ήδη το γνώριζε και μάλιστα της ανέφερε πως εις ένδειξη της αγάπης του και του ότι δεν φοβόταν έκανε σεξ μαζί της την ίδια νύχτα που του το είπε, ενώ η ίδια η Παραπονούμενη ήταν δισταχτική ένεκα του ζητήματος με την ηπατίτιδα. Ως προς τα περιστατικά που περιέγραψε, παρατηρήσαμε πως οι περιγραφές της δίδονταν με αμεσότητα, χωρίς περιστροφές ή δεύτερες σκέψεις. Ήταν δε σαφής και παραστατική στα περιστατικά που περιέγραψε δίδοντας έντονα την εντύπωση πως επρόκειτο για γεγονότα που βίωσε ενώ δε δίστασε να ξεκαθαρίσει ότι δύο εκ των περιστατικών που περιέγραψε της μεταφέρθηκαν από άλλους, δείχνοντας πως αντιλαμβανόταν πλήρως την υποχρέωση της να ακριβολογεί. Η δε μαρτυρία της εν σχέσει με τις 9.6.23 που έγινε ο αρραβώνας της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από τον Κατηγορούμενο ενώ η μαρτυρία της σε σχέση με τα διαδραματισθέντα στις 17.9.23, επιβεβαιώθηκε σε πολλές πτυχές, ως θα διαφανεί και πιο κάτω κατά την ανάλυση των γεγονότων, από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο. Ούτε όμως αμφισβητήθηκε ως προς τη θέση της ότι κατά την 18.9.23 (δηλαδή μετά την καταγγελία) ο Κατηγορούμενος την πήρε ξανά τηλέφωνο στο γραφείο και της είπε ότι η Παραπονούμενη είναι με «δέκα μαύρους» και ότι πωλούσε ναρκωτικά ούτε και το ότι η ίδια του ζήτησε έντονα να κλείσει το τηλέφωνο και να μην ξαναενοχλήσει γιατί θα καλούσε την αστυνομία. Για όποια δε σημασία έχει, σημειώνουμε πως το ότι επρόκειτο βέβαια για αναληθείς μομφές κατά της Παραπονούμενης, επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι κατά τον εν λόγω χρόνο η Παραπονούμενη αναντίλεκτα βρισκόταν με την Αστυνομία. Στρεφόμενοι τώρα στην Μ.Κ.3, ένα εν γένει πολύ αυθεντικό και απλοϊκό άτομο[20], ως κατ' αρχάς ενδεικτικό της ειλικρίνειας της, εντοπίζουμε το γεγονός πως από την αρχή και ευθαρσώς ανέφερε πως δεν μιλά αγγλικά και πως ούτε η Παραπονούμενη μιλούσε βουλγάρικα και ότι επομένως δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν εύκολα και πως η συνεννόηση τους γινόταν με τα χέρια και κάποιες λέξεις. Πράγμα το οποίο αναμφίβολα περιόριζε, σε κάποιον τουλάχιστον βαθμό, την πειστική αξία της μαρτυρίας της, χωρίς ωστόσο αυτό να παρατηρήσαμε να αποτελούσε κώλυμα από πλευράς της, στο να το παραδεχθεί ευθέως. Βέβαια όσο και αν αυτό ισχύει, την ίδια στιγμή προσμετρά με αντίθετη ροπή η καθ' όλα εύλογη θέση της, ότι επειδή ακριβώς διέμεναν μαζί, κατάφεραν να βρίσκουν τρόπους επικοινωνίας μεταξύ τους. Μάλιστα πολύ πειστικά κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της μας έδωσε παραδείγματα του τρόπου που επικοινωνούσαν, με ένα συνδυασμό κινήσεων ή και απλών λέξεων της ελληνικής ή και της αγγλικής γλώσσας. Παραπέμπουμε στα πρακτικά ημερ. 25.4.25, σελ. 34, γρ. 15-21, και σελ. 36 γρ. 11-13, όταν περιέγραφε πώς την παρηγορούσε λέγοντας επί λέξει: «Mary υπνοδωμάτιο κοιμάται, πολύ στρες, me speak no stress, να κοιμάται, Lilyana είναι δαμε, you sleep έτσι λίγο-λίγο, έτσι δαμέ» ή όταν περιέγραφε τι της έλεγε η Παραπονούμενη να πει στον Κατηγορούμενο όταν ήθελε να τον αποφύγει (βλ. πρακτικά ημερ. 25.4.25, σελ. 38-39 «.. μου λέει «άνοιξε Chris είναι Speak me όι καλό, πολύ κουράστηκα, κεφάλι όχι καλό»). Το ότι δε η ίδια ειλικρινώς παραδέχθηκε πως δεν γνωρίζει την αγγλική γλώσσα δεν σημαίνει βέβαια πως δεν γνώριζε ή δεν μπορούσε να αντιληφθεί μερικές λέξεις της γλώσσας αυτής. Το ίδιο βέβαια ισχύει και καθ' όσον αφορά απλές λέξεις της ελληνικής γλώσσας, την οποία παραδεκτώς, ούτε η μια ούτε η άλλη μιλούσαν άνετα. Η άλλη πτυχή που χωρίς δυσκολία αναδίπλωσε η Μ.Κ.3 ήταν το γεγονός πως ένεκα των ωρών εργασίας της Παραπονούμενης 07:00-15.30 και μετά 17:30 - 23:00 αλλά και των ωρών εργασίας της Μ.Κ.3, δεν συναντιούνταν ούτε πολλές ώρες και ότι κατά τον χρόνο που ήταν και οι δυο στο σπίτι ως επί το πλείστον κοιμούντο και δεν συζητούσαν παρά πολύ αφού ήταν κουρασμένες. Όμως τούτο και πάλιν δεν σημαίνει πως δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί και να μεταφέρει κάποια περιστατικά που περιήλθαν στην αντίληψη της ή γενικότερα κάποιες συμπεριφορές του Κατηγορούμενου, για ό,τι αυτές αξίζουν, ασχέτως του ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει μαρτυρία για το ζήτημα των ισχυριζόμενων σεξουαλικών επαφών χωρίς συναίνεση. Πράγμα το οποίο πιστεύουμε πως έπραξε χωρίς υπερβολές, τηρώντας μια δίκαιη στάση και προς τους δύο, χωρίς να περιπέσει σε αντιφάσεις που να πλήττουν τη γενικά καλή εικόνα που άφησε ενώπιον μας. Κάποιες δε όχι τόσο ξεκάθαρες αναφορές της, όπως για παράδειγμα η αναφορά της ότι η Παραπονούμενη πέταξε το δαχτυλίδι που της έδωσε ο Κατηγορούμενος, με την οποία η ίδια ανέφερε πως δεν εννοούσε ότι το πέταξε στον κάλαθο αλλά ότι του το επέστρεψε, την οποία η υπεράσπιση μας κάλεσε να θεωρήσουμε ως ουσιαστική αντίφαση, δεν θεωρούμε ότι έχει στην πραγματικότητα τέτοια δυναμική. Ούτε το γεγονός πως στην προσπάθεια της να καθορίσει τον χρόνο που η ίδια ήρθε στην Κύπρο, τρία χρόνια προηγουμένως ανέφερε πως ήρθε στην Κύπρο το 2003 αντί το
  14. Παρά το ότι δεν έχουμε καμμιά αμφιβολία ότι στην Κύπρο προσήλθε το 2023, εντούτοις σημειώνουμε πως ουδεμία ουσιαστική σημασία έχει πότε ακριβώς ήρθε στην Κύπρο, αλλά το ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο πράγματι βρισκόταν στην Κύπρο και συγκατοικούσε με την Παραπονούμενη, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε. Η δε απορία του συνηγόρου υπεράσπισης στην αγόρευση του (σελ.22) ως προς το πώς είναι δυνατόν να υιοθέτησε την κατάθεση Έγγραφο Γ, η οποία είναι γραμμένη σε μη κατανοητή από την ίδια γλώσσα, φρονούμε πως είναι δυσνόητη, δεδομένου του ότι το Έγγραφο Γ είναι γραμμένο στην μητρική γλώσσα της μάρτυρος και συνοδεύεται από τη μετάφραση την οποία η διερμηνέας που ήταν παρούσα υιοθέτησε ως ορθή. Το ότι επρόκειτο περί ειλικρινούς μάρτυρα, φαίνεται και από το ότι δεν προσπάθησε να παρουσιαστεί ως γνώστης των διαφορών του Κατηγορούμενου και της Παραπονούμενης. Αντιθέτως ήταν η θέση που ευθέως παρουσίασε ενώπιον μας πως, πέραν των όσων είδε, δεν γνώριζε κάτι άλλο για το τι διαμειβόταν μεταξύ τους, αφού όταν ρωτούσε την Παραπονούμενη δεν της έλεγε. Χαρακτηριστική ήταν η αναφορά της ότι όταν διαπίστωσε πως η Παραπονούμενη φοβόταν και την ρώτησε γιατί, αυτή δεν της έλεγε, παρά μόνο έκλαιγε και της έλεγε ότι έπρεπε να κλείνουν καλά τις πόρτες και τα παράθυρα επειδή κάποιος θα μπορούσε να μπει μέσα και να τις τρομάξει. Το ότι δε πράγματι η μαρτυρία της δεν φαίνεται να ήταν αποτέλεσμα προσυνεννόησης με την Παραπονούμενη ως προς το τι θα κατέθεταν, υποστηρίζεται εν μέρει και από το ότι δεν ήξερε να αναφέρει οτιδήποτε για το κρεβατάκι θαλάσσης που βρισκόταν στο δωμάτιο με τους μετρητές της Α.Η.Κ, καίτοι η Παραπονούμενη το εντάσσει σε ένα από τα περιστατικά σεξουαλικής βίας που κατ' ισχυρισμόν δέχθηκε. Η δε θέση που της τέθηκε ότι δεν είχαν φιλική σχέση με την Παραπονούμενη αλλά σχέση για άλλους σκοπούς (βλ. πρακτικά 10.4.25, σελ.50, γρ. 12-15) παρέμεινε γενική και αόριστη, χωρίς ποτέ να καταστεί αντιληπτό τι εννοούσε η υπεράσπιση με τη θέση αυτή. Θέση την οποία η μάρτυρας βέβαια αρνήθηκε κατηγορηματικά λέγοντας: «Εγώ έζησα μαζί της, ό,τι είδα και ό,τι άκουσα αυτό λέω», κάτι που συνάδει πλήρως με την εντύπωση που και εμείς οι ίδιοι αποκομίσαμε. Ο Μ.Κ.4 ήταν ένας ευγενής άνθρωπος, ηλικίας 80 ετών που ουδόλως έδιδε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο με αλλότρια κίνητρα ή με σκοπό να υποβοηθήσει οποιαδήποτε πλευρά, αλλά για να μεταφέρει τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του, για όποια σημασία θα μπορούσαν να έχουν στην υπόθεση. Μάλιστα δεν δίστασε να παραδεχθεί πως πέραν των όσων κατέγραψε στην κατάθεση του, η οποία δόθηκε πιο κοντά στα γεγονότα, δυσκολευόταν, ένεκα και της ηλικίας του, να θυμηθεί οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες. Ακόμα, δεν διακρίναμε στοιχεία υπερβολής στη μαρτυρία του αφού πέραν των όσων περιέγραψε, δεν προσπάθησε να αποδώσει βιαιότητα στον Κατηγορούμενο με την έννοια του να χτυπά την Παραπονούμενη, αλλά η όποια βία του απέδωσε ήταν στην προσπάθεια του να την φιλήσει και ευθέως ανέφερε χωρίς περιστροφές πως ο ίδιος δεν τους είδε να τσακώνονται. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει πως δεν τσακώνονταν όταν ήταν μόνοι τους ούτε βέβαια ότι ως εκ της μαρτυρίας του αποκλείεται η εκδοχή της Παραπονούμενης, η οποία τονίζεται πως ουδέποτε υποστήριξε πως οποιεσδήποτε αντιπαραθέσεις είχε με τον Κατηγορούμενο είχαν γίνει μπροστά από τον Μ.Κ.4, εξαιρουμένων των περιστατικών που και ο ίδιος ο Μ.Κ.4 περιέγραψε και στα οποία θα επανέλθουμε. Τώρα ως προς τη θέση της υπεράσπισης ότι προκύπτει αναξιοπιστία του ένεκα του αναφορικά με ένα συμβάν που περιέγραψε ως έχον επισυμβεί ενάμιση μήνα πριν δώσει κατάθεση, σε σχέση με το οποίο κατά την κυρίως εξέταση ανέφερε πως δεν είχε ακούσει φωνές ενώ κατά την αντεξέταση ανέφερε πως άκουσε τέτοιες φωνές, σημειώνουμε ότι δεν έχει τη σημασία που του απέδωσε η υπεράσπιση. Και τούτο εφόσον το ουσιώδες ήταν πως υπήρχαν δυνατά χτυπήματα στην πόρτα και εν πάση περιπτώσει επρόκειτο για ένα επιμέρους συμβάν κατά το οποίο ο Μ.Κ.4 δεν είχε δει, ως ειλικρινώς παραδέχθηκε, πρόσωπο με πρόσωπο τον Κατηγορούμενο, και στο οποίο δεν προτιθέμεθα ούτως ή άλλως να δώσουμε βαρύτητα ένεκα του ότι ακριβώς δεν ήταν συμβάν που περιγράφηκε ενώπιον μας με ιδιαίτερες λεπτομέρειες ώστε να μπορούμε να εξαγάγουμε οποιαδήποτε θετικά συμπεράσματα. Από την άλλη οι Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4, κατά τρόπο απόλυτο και πρωτοφανή απέκλεισαν και μάλιστα κατηγορηματικά, το ενδεχόμενο ο Κατηγορούμενος να προέβη στις συμπεριφορές που του καταλογίζει η Παραπονούμενη (είτε βιασμό είτε χειροδικία) καίτοι δεν ήταν συνεχώς μαζί τους και συνεπώς δεν μπορούσαν εκ των πραγμάτων να γνωρίζουν τι ακριβώς διαμείβετο μεταξύ τους. Ήταν δε εμφανώς προκατειλημμένες εναντίον της Παραπονούμενης, με τη Μ.Υ.3 μάλιστα να παρουσιάζει και ρατσιστικά ψήγματα. Για παράδειγμα αναφερόμενη κατά την αντεξέταση της στην γνωριμία της με την Παραπονούμενη ανέφερε τα εξής (βλ. πρακτικά ημερ. 10.7.25, σελ. 24, γρ. 19-29): «Α. Δεν θυμούμαι ημερομηνία ούτε μήνα. Θυμούμαι που την έφερε ο γιος μου έσσω μου ένα μεσημέρι τζιαι λαλώ του "Πού την ήβρες τούτη;" Τζιαι λαλεί μου "δεν την ήβρα, ήρτε τζιαι ήβρε με". Καθόταν παρκαρισμένος μέσα στο αυτοκίνητο, πήγε άνοιξε την πόρτα τζιαι μπήκε μέσα. Ε. Έτσι σου είπε; A. Ναι, καθόταν τζιαμέ τζιαι άνοιξε την πόρτα τζιαι λαλεί της "ξέρεις με τζιαι εμπήκες στο αυτοκίνητο μου;", "όι" λαλεί του. Πε μου τζιαι εσού. Δεν είναι ο γιος μου που επήεν τζιαι την ήβρε. Άμα τζιαι είδε τον με το αυτοκίνητο που ενοικίαζε, λαλεί σου κρατά λεφτά τούτος, εγύρεφκε θύμα. Έτσι κάμνουν τούτες. Κάμνουν τες κακομοιρασμένες τζιαι άμα σε ρέξουν στο χέρι τους τζιαι χρησιμοποιήσουν σε πετάσσουν σε στα σκουπίδια ύστερα. Έτσι κάμνουν τούτες. Γιατί δεν έρχονται επειδή αγαπούν, αλλά για να τσιπετσίσουν και πέμπουν για να τρων οι μαύροι τζιαι οι άσπροι.» (έμφαση δοθείσα) Το πιο πάνω απόσπασμα μιλά αφ' εαυτού και αναδεικνύει την προκατάληψη της μάρτυρος έναντι προσώπων της καταγωγής της Παραπονούμενης για τα οποία μιλούσε γενικευμένα με υποτιμητικό και απαξιωτικό τρόπο, όπως έπραττε βέβαια και ειδικότερα για την Παραπονούμενη, χρησιμοποιώντας και σε άλλα σημεία της μαρτυρίας της τις λέξεις «τούτη» αλλά και τη λέξη «μαύρη» όταν αναφερόταν σε αυτήν. Το ότι έτσι έχουν τα πράγματα επιβεβαιώθηκε και μέσα από τα λεγόμενα του Κατηγορούμενου, ο οποίος αναφερόμενος σε συνομιλία που είχε με τη μητέρα του ανέφερε τα εξής τα οποία επιβεβαιώνουν το ρατσιστικό και υποτιμητικό τρόπο με τον οποίο της μιλούσε η μητέρα του (βλ. πρακτικά 3.7.25, σελ. 12, γρ. 6-11) « . Είπε μου η μάμα μου «ρε επαλάβωσες τέλεια; Να κάμεις της μαύρης μωρό και αύριο να πάει στη Σιέρα Λεόνε και να στέλνεις ριάλια και να ταϊζεις τους μαύρους; .». Πέραν τούτου όμως το απόσπασμα που παρατίθεται από τα πρακτικά ημερ. 10.7.25 (πιο πάνω), αποκαλύπτει και μια διαφορετική εκδοχή ως προς τον τρόπο γνωριμίας της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο από αυτήν που προώθησε ο τελευταίος. Ο οποίος όμως, ως η θέση της Μ.Υ.3, ήταν αυτός που της εξιστόρησε το τι έγινε, αφού η ίδια δεν ήταν παρούσα. Αντίφαση όμως παρατηρείται και στη δια ζώσης μαρτυρία της Μ.Υ.3 σε σχέση με τα όσα ανέφερε στην κατάθεση της. Πιο συγκεκριμένα και ενώ η Μ.Υ.3 αρχικά στην κατάθεση της Έγγραφο ΙΓ, ανέφερε πως κατά τον χρόνο που ο Κατηγορούμενος με την Παραπονούμενη διέμεναν στο σπίτι της έφευγαν πολύ πρωί και επέστρεφαν αργά και πως για όσο χρόνο βρίσκονταν εκεί μιλούσαν αγγλικά, γλώσσα που δεν αντιλαμβάνεται η ίδια, εντούτοις στη συνέχεια παράλογα επέμενε, πως δεν θα μπορούσαν να είχαν διαπραχθεί τα αδικήματα που ισχυρίστηκε η Παραπονούμενη. Και τούτο παρά το ότι παραδεκτώς μαζί της διέμειναν μόνο για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο μάλιστα το πλείστο μέρος της ημέρας απουσίαζαν. Ενώ δε η θέση της στην κατάθεση της ήταν πως ουσιαστικά δεν είχε ακούσει οτιδήποτε και πως δεν καταλάβαινε αγγλικά, εν τέλει ανέφερε πως την άκουσε να λέει «give me too much money for me», πως έμαθαν ότι κάποιος της είπε ότι αν πει ότι τη βίασε Κατηγορούμενος θα πιάσει από την κυβέρνηση «20.000», για να καταλήξει να της αποδώσει πως έστησε αυτό το παραμύθι για να βάλει φυλακή τον γιο της. Ενώ τέτοιες θέσεις δεν είχε προωθήσει ποτέ κατά την κατάθεση της, ούτε όμως ζήτησε να δώσει οποιαδήποτε συμπληρωματική κατάθεση για να αναφέρει αυτά τα, κατά την ίδια, σοβαρά ζητήματα. Παρομοίως δεν προώθησε ποτέ προηγουμένως τη θέση ότι η Παραπονούμενη του ζητούσε συνέχεια λεφτά ή ότι είχε μανία με τα λεφτά με σκοπό να φέρει τους δικούς της στην Κύπρο. Ούτε όμως ανέφερε ποτέ προηγουμένως πως την άκουσε να εξυβρίζει τον γιο της με τη λέξη «σιηλομπάσταρτε». Παρά δε το ότι αντεξετασθείσα ανέφερε ότι η ίδια δεν της κακοφέρθηκε ποτέ, εν τέλει παραδέχθηκε ότι μετά το περιστατικό που την άκουσε κατ΄ ισχυρισμόν να εξυβρίζει τον γιο της, θύμωσε πολύ και της είπε «αφού λαλείς του γιου μου έτσι, να φκεις έξω τζιαι να φύεις τζιαι να μεν ξανάρτεις σπίτι μου. Είναι το ευχαριστώ που ό,τι μου ζήτησες έδωκα σου; φύε τζιαι μεν ξανάρτεις». Η δε εξήγηση που προσπάθησε να δώσει ως προς την παράληψη της να αναφέρει τα πιο πάνω ήταν δυσνόητη και αντιφατική, αφού προσπάθησε να αναφέρει πως αυτό το περιστατικό «Ύστερα γίνηκε» (βλ. πρακτικά ημερομηνίας 10.7.25, σελ. 28, γρ. 12), ενώ προφανώς είχε προηγηθεί της ημερομηνίας της κατάθεσης της, αφού το περιστατικό αυτό φέρεται να έλαβε χώρα ενόσω ακόμα ο Κατηγορούμενος με την Παραπονούμενη ήταν μαζί και διέμεναν στο σπίτι της. Ενώ δε η ίδια υποστήριξε πως διημείφθη η πιο πάνω στιχομυθία, την οποία υποτίθεται μετέφερε στο Δικαστήριο αυτούσια κατά τα ανωτέρω, εν συνεχεία ήταν η θέση της πως η ίδια δεν της είπε τίποτε. Στη συνέχεια δε επαναλαμβάνοντας τι την άκουσε να λέει, επέμεινε έντονα πως αυτό που την άκουσε να λέει ήταν «shilobastard» καίτοι προηγουμένως επέμενε πως την άκουσε να λέει τη λέξη «σιηλομπάσταρτε». Το ποια ακριβώς ήταν η συμπεριφορά της έναντι της Παραπονούμενης, τη δεδομένη ημερομηνία που η Μ.Υ.3 ισχυρίστηκε ότι απλώς την έδιωξε από το σπίτι της, προκύπτει, ως θα διαφανεί από την ανάλυση που ακολουθεί, μέσα από τις ίδιες τις συνομιλίες που είχε ο Κατηγορούμενος με την Παραπονούμενη και οι οποίες διαψεύδουν κάθετα την Μ.Υ.
  15. Ομοίως και η Μ.Υ.4 εντυπωσίασε (αρνητικά) όταν ευθαρσώς ανέφερε ότι είχε δει την Παραπονούμενη μόνο μια φορά, κατά την οποία συνομίλησε μαζί της για μόνο μισή ώρα και παρά ταύτα, κληθείσα να την χαρακτηρίσει με πέντε λέξεις ανέφερε χωρίς κανένα ενδοιασμό ή πολλή σκέψη τα εξής: «Ραδιούργα, deceptive, δεν ξέρω πως είναι τα ελληνικά, κατζιά, εκμεταλλεύτρια και ψεύτισσα» (βλ. πρακτικά ημερ. 10.7.25, σελ. 25, γρ. 26-28). Μάλιστα επέμεινε ότι είναι 100% σίγουρη για αυτά, χωρίς να προκύπτει από που αντλούσε αντικειμενικό έρεισμα για να προβεί σε αυτές τις ζημιογόνες αλλά και συνάμα απόλυτες αναφορές της σε σχέση με την Παραπονούμενη. Το ουσιαστικότερο όμως είναι πως και αυτή, όπως και η Μ.Υ.3, δεν είχε ούτε και μπορούσε να έχει γνώση των επίδικων γεγονότων ούτε βέβαια μπορούσε να αποκλείσει και μάλιστα με τον κατηγορηματικό τρόπο που το έπραξε, την εκδοχή της Παραπονούμενης. Και τούτο εφόσον η ίδια δεν είχε καν άμεση επαφή μαζί της και τα όσα γνώριζε ήταν, όπως παραδέχθηκε, από τις πράξεις της (Παραπονούμενης), τις οποίες βεβαίως πληροφορείτο μέσω του Κατηγορούμενου. Προβληματικό ήταν και το γεγονός ότι διεφάνη πως εξήγαγε συμπεράσματα στηριζόμενη σε στοιχεία που δεν μπορούσαν να παρέχουν ασφαλές έρεισμα για τις τοποθετήσεις της, όπως ήταν το γεγονός πως ήταν πεπεισμένη πως η Παραπονούμενη είχε σκοπό να εκμεταλλευτεί τον Κατηγορούμενο επειδή, ως η θέση της, είχε πολλούς λογαριασμούς και επέλεγε να συνομιλεί με τον Κατηγορούμενο όχι από τον «επίσημο» λογαριασμό αλλά αυτούς που διατηρούσε υπό άλλα ονόματα. Θέση η οποία βέβαια δεν τέθηκε ποτέ στην ίδια για να τοποθετηθεί. Παρά μόνον ερωτήθηκε αν είχε λογαριασμό με το όνομα «Anglelica», όπου απάντησε αρνητικά χωρίς να της τεθεί οποιαδήποτε αντίθετη θέση ή η θέση που προώθησε η Μ.Υ.
  16. Ήταν εν τέλει ξεκάθαρο από διάφορα σημεία της μαρτυρίας της πως τα όσα ανέφερε, αποτελούσαν απλά δική της εντύπωση/άποψη (βλ. πρακτικά 10.7.25, σελ. 35 γρ. 2, όπου ανέφερε «.εγώ έτσι το βλέπω»). Άλλο παράδοξο εκ της μαρτυρίας της ήταν πως παρουσιάστηκε ειδική σε διάφορους τομείς, συμπεριλαμβανομένης ακόμα και της δυνατότητας να αντιληφθεί αν κάποιος είναι εγκληματίας. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ήταν σε θέση να καταλάβει το «προφίλ κάποιου εγκληματία», επειδή έλυσε όλα τα «Crime Investigation» και στη βάση αυτή προχώρησε μάλιστα και απέκλεισε το ενδεχόμενο ενοχής του Κατηγορούμενου. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, δεν αισθανόμαστε ότι η μαρτυρία των δύο αυτών μαρτύρων υπεράσπισης αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων ζητημάτων. Προτού προχωρήσουμε στους άμεσα εμπλεκόμενους θεωρούμε πως αναφορά θα πρέπει να γίνει και στον Μ.Υ.7, ο οποίος κλήθηκε για να καταθέσει εν σχέσει με την αίτηση που υπέβαλε η Παραπονούμενη για παραμονή στη Δημοκρατία και στους λόγους απόρριψης της, αφού το ζήτημα αυτό, παρότι δεν είχε ποτέ τεθεί κατά το στάδιο των ανακρίσεων από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος είχε αποδώσει την καταγγελία της Παραπονούμενης σε οικονομικά κίνητρα, εντούτοις αποτέλεσε κεντρική θέση της υπεράσπισης στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας. Πρόκειται για λειτουργό του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, επί σειρά ετών (επτά) και υπεύθυνο του Νομικού Τμήματος, ο οποίος ανέφερε ότι η Παραπονούμενη ήρθε στην Κύπρο από τα κατεχόμενα, με την άφιξη της να έχει σημειωθεί ως παράνομη άφιξη και την ίδια να έχει υποβάλει αίτημα διεθνούς προστασίας / αίτηση ασύλου, στις 25.11.
  17. Ως επίσης ανέφερε, συμφώνως της διαδικασίας που τηρείται, κλήθηκε εν συνεχεία σε συνέντευξη και ακολούθως ετοιμάστηκε έκθεση και εισήγηση η οποία τέθηκε ενώπιον του προϊσταμένου που αποφασίζει αν θα εγκρίνει ή θα απορρίψει την εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού εξεταστή. Ανέφερε πως οι ισχυρισμοί που προέβαλε αφορούσαν κυρίως ακρωτηριασμό γεννητικών οργάνων και αυτοί έγιναν αποδεχτοί, όμως η αξιολόγηση που ακολούθησε όσον αφορά τα θέματα καταγωγής της, τους λόγους για επιστροφή στη χώρα της, την αντιμετώπιση δίωξης ή και τον πραγματικό κίνδυνο βλάβης, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς του πρόσφυγα ή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 27 την έκθεση εισήγηση επί της αίτησης και ανέφερε ότι εν τέλει η αίτηση απορρίφθηκε στις 7.7.23, καταχωρήθηκε εν συνεχεία προσφυγή την 1.8.23, η οποία και αυτή απερρίφθη στις 5.4.
  18. Το γεγονός βέβαια πως απερρίφθη μια αίτηση ή εν τέλει και η προσφυγή που καταχώρησε δεν σημαίνει οπωσδήποτε πως η εκεί Αιτήτρια (εδώ Παραπονούμενη), ψεύδεται στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Συλλογισμός ο οποίος, εφόσον υιοθετείτο, θα ήταν τουλάχιστον αντινομικός και άδικος. Ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κάποιος πως, ως προκύπτει από την μελέτη του Τεκμηρίου 27, οι γενικοί ισχυρισμοί που προέβαλε και αφορούν τη χώρα καταγωγής της και ειδικότερα την κοινότητα Bondo επιβεβαιώθηκαν ως ορθοί όπως και τα προσωπικά στοιχεία που έδωσε, ασχέτως αν σε σχέση με τον φόβο δίωξης από την κοινότητα Bondo δεν κρίθηκαν ικανοποιητικοί ή και επαρκείς οι ισχυρισμοί της για να πείσουν ότι όντως διέτρεχε κίνδυνο δίωξης. Ούτε βέβαια δεσμεύεται το παρόν Δικαστήριο από την κρίση της αξιοπιστίας της στο πλαίσιο μιας διοικητικής διαδικασίας. Παρά τα πιο πάνω όμως, είναι γεγονός πως δεν μπορεί να αποκλειστεί η θέση της υπεράσπισης ότι με δεδομένη την απόρριψη της αίτησης της Παραπονούμενης στις 7.7.23, πράγματι η Παραπονούμενη θα μπορούσε να είχε κίνητρο την ψευδή καταγγελία για να παραμείνει στην Κύπρο. Είναι για αυτό το λόγο που και εμείς θα έχουμε συνεχώς και αδιάλειπτα κατά νου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης την πιθανότητα αυτή, την οποία βέβαια θα συνεκτιμήσουμε μαζί και με τα λοιπά στοιχεία της μαρτυρίας. Στρεφόμενοι τώρα στη μαρτυρία της Παραπονούμενης οφείλουμε εξ αρχής να παρατηρήσουμε ότι το πρώτο που μας απασχόλησε ήταν το κατά πόσον καθ' όσον αφορά την Παραπονούμενη, ισχύει ο κανόνας πρακτικής ή άλλη διάταξη, που επιβάλλει στο Δικαστήριο την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας ή την αυτοπροειδοποίηση του για τους ενδεχόμενους κινδύνους να καταλήξει σε εύρημα ενοχής, χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας. Και τούτο έχοντας κατά νου τα όσα λέχθηκαν σε σχέση με τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας σε περιπτώσεις όπου απαιτείται η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας[21]. Το αδίκημα του βιασμού στην προκειμένη περίπτωση εδράζεται στο άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης στο άρθρο 146Α του ίδιου Νόμου και το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης στο άρθρο 151 επίσης του ίδιου Νόμου. Είναι δε γεγονός ότι με το άρθρο 21 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Ν.91(Ι)/14, δεν απαιτείται πλέον ενισχυτική μαρτυρία. Εντούτοις όμως σε σχέση με αδικήματα που θεμελιώνονται σε άρθρα του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, φαίνεται να είχε διατηρηθεί ο κανόνας πρακτικής αφού, όπως εν τέλει διευκρινίστηκε στην υπόθεση Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.147/16 κ.ά., ημερ. 20.11.19, παρά τις καταργήσεις σε διάφορα νομοθετήματα εντούτοις «. παραμένει ο κανόνας πρακτικής για αναζήτηση ενίσχυσης της μαρτυρίας των παραπονουμένων όταν οι κατηγορίες για σεξουαλικά αδικήματα στηρίζονται στον Ποινικό Κώδικα .». Παρά ταύτα όμως δεν διαλανθάνει την προσοχή μας ότι στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορίες εδράζονται και στον Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου (Ν. 115(Ι)/21), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ μετά την ως άνω απόφαση Σ.Σ. κ.α. v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), ήτοι στις 13.5.
  19. Στο άρθρο 29 του εν λόγω Νόμου αναφέρεται πως: «
  20. Για την απόδειξη αδικήματος βίας κατά γυναίκας δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού ή της ένορκης μαρτυρίας γυναίκας, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού ή την ένορκη μαρτυρίας γυναίκας». Το αδίκημα του βιασμού, της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης και της άσεμνης επίθεσης κατά παράβαση των προνοιών του Κεφ. 154 που προαναφέρθηκαν, εμπίπτουν ρητώς στον ορισμό του «αδικήματος βίας», δυνάμει του άρθρου 5 του Νόμου 115(Ι)/21 και του σχετικού πίνακα του εν λόγω νόμου. Τούτου δεδομένου, φαίνεται ότι πλέον το εν λόγω άρθρο 29 έχει καταργήσει την όποια πρόνοια, συμπεριλαμβανομένου και του κανόνα πρακτικής του κοινοδικαίου περί αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας και της ανάγκης αυτοπροειδοποίησης του Δικαστηρίου, όταν τέτοια μαρτυρία δεν εντοπίζεται. Ανεξαρτήτως όμως τούτου και έχοντας υπόψη ιδίως το ότι η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος στην παρούσα είναι οι ουσιωδέστεροι μάρτυρες στην υπόθεση εννοείται ότι έχουμε παρακολουθήσει και τους δύο, με αυξημένη προσοχή και εξετάσαμε εξονυχιστικά τη μαρτυρία τους. Πριν από οτιδήποτε άλλο όμως, θα πρέπει να σημειώσουμε πως στην ουσία το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της Παραπονούμενης δεν αμφισβητήθηκε. Κατ' αρχάς εκ της μαρτυρίας της δεν αμφισβητήθηκε ότι η ίδια κατάγεται από τη Σιέρα Λεόνε και ότι ήρθε στην Κύπρο κατά το 2021, αφού καμμιά αντίθετη θέση της τέθηκε ενόσω κατέθετε. Βέβαια είναι γεγονός ότι σε κάποιο στάδιο ο Κατηγορούμενος, ο οποίος κατά το μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας είχε αποδεχθεί ότι πράγματι η Παραπονούμενη καταγόταν από τη Σιέρα Λεόνε, ανέφερε ότι έμαθε εν τέλει ότι δεν κατάγεται από εκεί και ότι αυτό ήταν το πρόβλημα για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα έγγραφα που χρειάζονταν για να μπορούν παντρευτούν. Παρά ταύτα όμως, η πιο πάνω παρέμεινε μια θέση χωρίς έρεισμα. Και τούτο εφόσον ακόμα και ο ίδιος ο Μ.Υ.7 που κάλεσε η πλευρά του Κατηγορούμενου, επιβεβαίωσε ότι η Παραπονούμενη ήταν πρόσωπο που προερχόταν από τη Σιέρρα Λεόνε και μάλιστα επιβεβαίωσε και το ότι ήρθε το 2021, λέγοντας ότι εισήλθε από τα κατεχόμενα και πως η είσοδος της θεωρείτο παράνομη και πως υπέβαλε αίτηση ασύλου στις 25.11.
  21. Μάλιστα τούτο αποτέλεσε γεγονός που και η ίδια η Παραπονούμενη ειλικρινώς παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση της, χωρίς περιστροφές[22] και μάλιστα αποδέχθηκε περαιτέρω ότι ο Κατηγορούμενος είχε πληρώσει και τον δικηγόρο της, για τη διαδικασία της έφεσης κατά της απορριπτικής απόφασης στην αίτηση ασύλου που υπέβαλε και η οποία καταχωρήθηκε την 1.8.
  22. Εξήγησε δε χωρίς να αμφισβητηθεί, πως το πρόβλημα εξασφάλισης των απαραίτητων εγγράφων αγαμίας έγκειτο στο γεγονός πως, το προξενείο της χώρας το οποίο βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν εκδίδει τέτοια έγγραφα τα οποία θα έπρεπε να εξασφαλιστούν από την Σιέρα Λεόνε[23]. Πάντως ουδέποτε της τέθηκε πως αυτός ήταν ο λόγος που δεν νυμφεύθηκαν αφού και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι ο λόγος που διασαλεύθηκε η σχέση τους ήταν διότι τσακώθηκαν (βλ. Τεκμήριο 9), με την κάθε πλευρά να προβάλλει διαφορετικές εκδοχές ως προς τους λόγους και εν γένει την όλη εξέλιξη της σχέσης. Εξ ου και στο ζήτημα αυτό θα επανέλθουμε στο κατάλληλο σημείο. Όμως καθ' όσον αφορά τα της διαμονής της Παραπονούμενης από τον καιρό που ήλθε στην Κύπρο, πρέπει να πούμε πως αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση της ότι μεταξύ του 2021 και του 2022 διέμενε στα διαμερίσματα Τsokkos Holiday Appartments και ότι όταν το ξενοδοχείο στο οποίο εργαζόταν έκλεισε μετακόμισε στη Λάρνακα για τρεις μήνες, για να επιστρέψει ξανά τον Μάρτιο του
  23. Διευκρίνισε δε κατά την αντεξέταση της ότι στο ξενοδοχείο «Chrysomare» ξεκίνησε να εργάζεται από τις 6.10.22, ότι προηγουμένως ερογοδοτείτο στο ξενοδοχείο «Anastasia», το οποίο έκλεισε τον Οκτώβριο του 2022 και ότι ο διευθυντής του εν λόγω ξενοδοχείου πρότεινε την εργοδότηση της στο «Chrysomare», επειδή ήταν καλή υπάλληλος[24]. Η θέση της αυτή υποστηρίζεται πλήρως και από τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 η οποία, στην κατάθεση της η οποία δόθηκε στις 19.9.23 (Έγγραφο Β), ανέφερε ότι η Παραπονούμενη εργαζόταν ως καθαρίστρια στο ξενοδοχείο Chrysomare από τον Οκτώβριο του 2022 με ένα διάλειμμα από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάρτιο του 2023, που το ξενοδοχείο ήταν κλειστό. Εξήγησε όμως πως προηγουμένως εργοδοτείτο σε άλλο ξενοδοχείο της ίδιας εταιρείας[25], το οποίο όμως κλείνει τον Οκτώβριο και έτσι ο διευθυντής του ξενοδοχείου ενημέρωσε την ίδια (την Μ.Κ.2), πως υπήρχε «.μια πολύ καλή υπάλληλος που θέλει να δουλέψει χειμώνα, αν την χρειάζεσαι να έρθει», γιατί όπως εξήγησε το ξενοδοχείο «Chrysomare» στο οποίο εργάζεται η ίδια δεν κλείνει τον Οκτώβριο, παρά μόνο Ιανουάριο με Μάρτιο, εξ ου και κατά την περίοδο αυτή η Παραπονούμενη μετακόμισε στη Λάρνακα, ως και η ίδια ανέφερε. Γνωριμία με τον Κατηγορούμενο Κοινό τόπο αποτέλεσε εν πολλοίς και το ότι η γνωριμία της με τον Κατηγορούμενο έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 2023 και πιο συγκεκριμένα, ως κατά την αντεξέταση της ανέφερε, περί το τέλος Απριλίου[26]. Βέβαια η υπεράσπιση θεωρεί ενδεικτικό της αναξιοπιστίας της Παραπονούμενης ότι για το ζήτημα αυτό στην κατάθεση της ανέφερε αρχικά πως τον γνώρισε περί το τέλος Μαϊου. Την αναφορά αυτή όπως και κάποιες άλλες ζήτησε και διόρθωσε η Παραπονούμενη κατά την ανάγνωση της κατάθεση της. Δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε το μεμπτόν στις διορθώσεις στις οποίες προέβη, οι οποίες ουδόλως αλλάζουν την ουσία της εκδοχής που προώθησε. Το γεγονός δε πως προέβη σε αυτές αφότου υιοθέτησε την κατάθεση της, το οποίο η υπεράσπιση ανήγαγε σε μείζον ζήτημα, δεν θεωρούμε πως πράγματι αποτελεί τέτοιο, ούτε διαφοροποιεί καθ' οιονδήποτε τρόπο τα πράγματα. Και τούτο αφού ήταν σαφές πως η ίδια υιοθέτησε την κατάθεση της, αποδεχόμενη ουσιαστικά ότι πράγματι την είχε υπογράψει με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, το οποίο εν συνεχεία, σε πολύ συγκεκριμένα και περιορισμένα σημεία, ζήτησε να διορθώσει ώστε να ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα. Γεγονότα που ήταν πολλά και αλλεπάλληλα, έτσι που δεν θεωρούμε αφύσικο το ότι υπήρξαν κάποια καλόπιστα λάθη, τα οποία δεν έγιναν αντιληπτά προτού την υπογράψει. Εξάλλου ως προς το εδώ ζητούμενο που ήταν ο χρόνος γνωριμίας τους, η θέση της ότι γνωρίστηκαν περί το τέλος Απριλίου υποστηρίζεται και από το Τεκμήριο 13, όπου φαίνεται πως τα μηνύματα μεταξύ τους αρχίζουν στις 27.4.23, όπου η ώρα 4:54:22 pm (UTC+0) εντοπίζεται μήνυμα του Κατηγορούμενου προς την Παραπονούμενη στο οποίο της λέει «You sexy asse».[27] Ακολουθούν και άλλα μηνύματα για να καταλήξει να της λέει η ώρα 5:34:00 (UTC+0), «I want you» και η ώρα 5:00:54 (UTC+0) «I play with him in your beautiful asse», με την ίδια να του απαντά στις 5:00:57 (UTC+0), «Is too allay for that»[28]. Στις δε 5:04:37(UTC+0) της αναφέρει ότι αυνανίζεται και ότι έχει μάτια μόνο για εκείνην, ενώ ενωρίτερα την ίδια μέρα φαίνεται να την ερωτά για να επιβεβαιώσει αν συνήψαν μεταξύ τους ερωτική σχέση (βλ. μηνύματα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ 3:04:07 pm (UTC+0) και 3:07:40 pm (UTC+0). Ό,τι άλλο βέβαια υποδηλώνουν τα εν λόγω μηνύματα είναι πως ο Κατηγορούμενος είχε εξ αρχής μεγάλο και έντονο ερωτικό ενδιαφέρον για την Παραπονούμενη και ότι του άρεσε ιδιαίτερα ο πισινός της. Πράγμα το οποίο και ο ίδιος εξ άλλου παραδέχεται στην κατάθεση του Τεκμήριο 9, όπου αναφερόμενος στη γνωριμία τους στην απάντηση 6 αναφέρει ότι την είδε που περπατούσε μέσα στο δρόμο και της φώναξε ότι έχει «ωραίο κόλο» ενώ με την απάντηση 7 παραδέχεται ότι από την πρώτη στιγμή της είπε ότι του άρεσε και ότι την ερωτεύτηκε. Τώρα ως προς τις ακριβείς περιστάσεις γνωριμίας τους η Παραπονούμενη ανέφερε στην πρώτη της κατάθεση (Έγγραφο Ε), ότι μια μέρα του Απριλίου του 2023 περπατούσε για να μεταβεί από το διαμέρισμα της στην εργασία της στο ξενοδοχείο «Chrysomare», όταν ένα αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα της και ο οδηγός, ο οποίος ως διεφάνη μετά ήταν ο Κατηγορούμενος, την ρώτησε αν γύρευε δουλειά, αυτή του απάντησε θετικά και την προσκάλεσε στο αυτοκίνητο του για να την πάρει σε ένα ξενοδοχείο όπου χρειάζονταν προσωπικό. Ως αναφέρει μπήκε στο όχημα του επειδή πίστεψε πως ήταν ένας καλός άνθρωπος που προσπαθούσε να την βοηθήσει, όμως στην πορεία αντελήφθη πως, αντί να κατευθύνεται προς κάποιο ξενοδοχείο, οδηγούσε στον αυτοκινητόδρομο. Έτσι τον ρώτησε πού την παίρνει και αυτός την διαβεβαίωσε πως την έπαιρνε στο ξενοδοχείο, το οποίο δεν ήταν μακριά. Κατά τη διαδρομή ήταν η θέση της πως ο Κατηγορούμενος την ρώτησε «if Ι give you twenty euro you will have sex with me?», αυτή του απάντησε αρνητικά και παρά ταύτα αυτός στη συνέχεια άρχισε να αγγίζει το δεξί της χέρι και της έλεγε «give me your pussy, give me your pussy» και ακολούθως άρχισε να την αγγίζει με το αριστερό του χέρι στα γεννητικά της όργανα, πάνω από το τζιν. Παρότι αυτή του έδιωχνε το χέρι αυτός συνέχιζε να την αγγίζει και μάλιστα σε κάποια στιγμή προσπάθησε να βάλει το χέρι του μέσα στο παντελόνι, οπόταν αυτή του έσπρωξε το χέρι μακριά και του είπε πως θα τηλεφωνούσε στο αφεντικό της, εννοώντας, ως αργότερα εξήγησε, την Μ.Κ.
  24. Τότε αυτός φοβήθηκε και την πήρε πίσω στο διαμέρισμα της και της απολογήθηκε λέγοντας της ότι του άρεσε αλλά δεν ήξερε πως να της το εκφράσει και γι' αυτό συμπεριφέρθηκε με αυτό τον τρόπο και το ίδιο βράδυ της ζήτησε να του δώσει τον αριθμό τηλεφώνου της, τον οποίο η ίδια του έδωσε. Επικρίθηκε βέβαια έντονα κατά την αντεξέταση της[29] ως προς το γιατί αρχικά μπήκε στο όχημα κάποιου που δεν γνώριζε, τη στιγμή μάλιστα που παραδεκτώς η ίδια είχε δουλειά και επομένως δε χρειαζόταν τη δουλειά που είχε να της προτείνει ο Κατηγορούμενος. Η ίδια με αμεσότητα όμως ανέφερε πως είχε φίλες που χρειάζονταν δουλειά και πως ήξερε πως η Κύπρος είναι μια ειρηνική χώρα και ο Κατηγορούμενος ήταν πιο μεγάλος σε ηλικία από αυτήν και έτσι πίστεψε πως ήθελε να την βοηθήσει, αφού έτσι λειτουργούν τα πράγματα στη δική της χώρα. Με αυθορμητισμό τόνισε μάλιστα πως ούτε καν φανταζόταν πως ένας άνθρωπος τέτοιας ηλικίας θα συμπεριφερόταν με τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε ο Κατηγορούμενος στη συνέχεια. Εν τέλει δε ανέφερε πως όπως και να είχε, αυτή ήταν η απόφαση της. Και έχει δίκαιο. Αφού ακόμη και να μπήκε στο αυτοκίνητο επειδή της άρεσε κάποιος άγνωστος, δεν σημαίνει πως θα συναινούσε και σε οτιδήποτε τυχόν είχε αυτός υπόψη του. Ούτε βέβαια αυτός εδικαιούτο να εκλάβει οτιδήποτε ως δεδομένο, εκ μόνης της κίνησης της να εισέλθει στο όχημα του, ιδίως εφόσον η συζήτηση, πριν εισέλθει στο όχημα, αφορούσε ζητήματα εργοδότησης. Η υπεράσπιση όμως την επέκρινε και για το ότι δεν ανέφερε κάποιες μικρολεπτομέρειες του περιστατικού της γνωριμίας στην κατάθεση της, όπως το γεγονός ότι πέραν του ότι του είπε πως θα καλούσε το αφεντικό της, του είπε ότι θα κατέβαινε από το αυτοκίνητο. Τούτο όμως κατά την κρίση μας δεν αποτελεί στοιχείο που μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία της με τον τρόπο που εισηγείται η υπεράσπιση, αφού όπως και η ίδια με λυγμούς ανέφερε « . δεν πρέπει να έχετε την προσδοκία να λέω τα πάντα στην κατάθεση μου.». Μια κατάθεση που ως παραδέχθηκε την έδωσε ενώ ήταν σοκαρισμένη εξ ου και έδωσε στη συνέχεια και δεύτερη όπου επεξηγεί με περισσότερη λεπτομέρεια τα ουσιαστικά γεγονότα. Εν πάση περιπτώσει αναφέρουμε ευθέως πως τα όσα παραπονείται η υπεράσπιση, αποτελούν επουσιώδεις λεπτομέρειες που δεν αλλάζουν την ουσία της εκδοχής που αφορούσε τη γνωριμία τους, την οποία με συνέπεια η Παραπονούμενη εξιστόρησε. Βέβαια η υπεράσπιση την επέκρινε και για το πώς στη συνέχεια του έδωσε το τηλέφωνο της, αφ' ης στιγμής επρόκειτο στην ουσία για έναν άγνωστο, ο οποίος μάλιστα σύμφωνα με τα δικά της λεγόμενα, της είχε συμπεριφερθεί με τον τρόπο που περιέγραψε εντός του αυτοκινήτου. Όμως και επί τούτου η μάρτυρας εξήγησε με αφοπλιστική ειλικρίνεια και αμεσότητα πως αμέσως μετά ο Κατηγορούμενος ήταν ιδιαίτερα καλότροπος και απολογητικός, της έλεγε πως του είχε αρέσει (ερωτικά) αλλά δεν ήξερε πως να το εκφράσει και πώς να συμπεριφερθεί και γενικά έδειξε ότι επρόκειτο για μια εκτός του χαρακτήρα του συμπεριφορά, για την οποία, ως ήδη λέχθηκε, φαίνεται πως της είχε απολογηθεί κατ' επανάληψη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γίν

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.