ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ν. MODESTOU SOUND VISION LTD, Αρ. Αγωγής: 2243/01, 31 Μαρτίου, 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2005:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ.Ι. Πογιατζή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2243/01 ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Ενάγων - και - MODESTOU SOUND & VISION LTD Εναγόμενοι ________________________________________ Ημερομηνία: 31 Μαρτίου, 2005. Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Ν. Χ΄ Ιωάννου για Α.Κ. Χ΄ Ιωάννου & Υιοί. Για τους Εναγομένους: κ. Αλ. Αλεξάνδρου για Κούσιο και Κορφιώτη. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αγωγή ο Ενάγων αξιεί κατά των Εναγομένων: Α. ΛΚ8.000 επιστροφή δοθέντων άνευ ανταλλάγματος και/ή σύμφωνα με τον Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νομοθεσία όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 42
(1)/2000 και 141
(1)/2000 και/ή αποζημιώσεις για αθώες ή δόλιες παραστάσεις και/ή άλλως πως. Β. Διάταγμα Δικαστηρίου ακυρώνοντας την μεταβίβαση μετοχών των Εναγομένων στο όνομα Ενάγοντα και διατάσσον τους Εναγομένους να ενημερώσουν το μητρώο μετοχών τους ως και τον Έφορον Εταιρειών δια την ακύρωση της μεταβίβασης. Γ. Δήλωση Δικαστηρίου ότι η οποιαδήποτε μεταβίβαση μετοχών των Εναγομένων από υφιστάμενον μέτοχον των στον Ενάγοντα είναι άκυρη παράνομη και στερουμένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος. Δ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε διατάξει. Ε. Νόμιμον Τόκο. ΣΤ. Έξοδα. ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ ΔΙΑΔΙΚΩΝ Με την Έκθεση Απαιτήσεως ο Ενάγων προβάλλει τους πιο κάτω ισχυρισμούς:
- Οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με το Νόμο και διεξάγουν μεταξύ άλλων εμπορικές εργασίες, κατά πάντα δε ουσιώδη χρόνο είχαν γνωστοποιήσει σε γνωστούς, φίλους και συνεργάτες τους την πρόθεσή τους όπως εισαγάγουν τους τίτλους τους στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, πρόσφεραν δε προς πώληση Μετοχές τους που θα προήρχοντο από έκδοση νέου κεφαλαίου με τη μέθοδο της ιδιωτικής τοποθέτησης.
- Ο Ενάγων περί τον Απρίλιο 2000 προσεγγίστηκε από τους Εναγομένους για να αγοράσει νέα έκδοση Μετοχών τους με ιδιωτική τοποθέτηση και αυτός προέβηκε σε Αίτηση για αγορά Μετοχών και πλήρωσε γι΄ αυτόν το σκοπό προς τους Εναγομένους το ποσό των £8.000 περί τις 3.5.
- Με Επιστολή του ημερ. 6.11.00, ο Ενάγων ζήτησε από τους Εναγομένους να του επιστραφούν οι £8.000 που τους είχε πληρώσει. Το αίτημά του αυτό βασίστηκε στους Νόμους 42(Ι)/00 και 141(Ι)/00 που τροποποίησαν τον Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμο.
- Αντί αυτού οι Εναγόμενοι αρνούμενοι να του επιστρέψουν το ποσό των £8.000 του μεταβίβασαν Μετοχές από άλλους Μετόχους της Εταιρείας. Ο Ενάγων θεωρεί τη μεταβίβαση αυτή άκυρη και παράνομη και/ή διότι ήταν προϊόν αθώων ή δόλιων παραστάσεων των Εναγομένων. Από την άλλη, με την Υπεράσπισή τους οι Εναγόμενοι αρνούνται την απαίτηση του Ενάγοντα και ισχυρίζονται τα ακόλουθα:
- Ο Ενάγων κατέστη Μέτοχος των Εναγομένων κατόπιν απόκτησης Μετοχών οι οποίες είχαν μεταβιβαστεί σ΄ αυτόν από άλλο Μέτοχο και αφού οι Εναγόμενοι είχαν καταβάλει στον εν λόγω Μέτοχο το ποσό που τους είχε πληρώσει ο Ενάγων.
- Επιπρόσθετα οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι: (α) οι επικαλούμενοι από τον Ενάγοντα Νόμοι τυγχάνουν αντισυνταγματικοί, (β) αρνούνται ότι παρέστησαν και/ή διαβεβαίωσαν τον Ενάγοντα για ο,τιδήποτε, (γ) η απαίτηση του Ενάγοντα δεν θεμελιώνει και/ή αποκαλύπτει επιτρεπτή αιτία Αγωγής εναντίον τους. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Τόσο από τα Δικόγραφα των διαδίκων, όσο και από την πορεία που ακολούθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία εξάγονται τα πιο κάτω γεγονότα ως Παραδεκτά.
- Οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης.
- Ο Ενάγων κατέβαλε προς τους Εναγομένους το ποσό των £8.000 και ως αντάλλαγμα οι Εναγόμενοι του μεταβίβασαν 20.000 Μετοχές τους οι οποίες μεταβιβάστηκαν στον ίδιο από άλλο Μέτοχο της Εταιρείας.
- Ο Ενάγων επικαλούμενος την περί Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νομοθεσία ζήτησε στις 6.11.00 με Επιστολή την επιστροφή του ποσού των £8.000 αλλά οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν και αρνούνται να συμμορφωθούν με την πιο πάνω απαίτησή του. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΝΤΑ Μοναδικός Μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα ήταν ο ίδιος ο Ενάγων Χαράλαμπος Αλεξάνδρου. Κατέθεσε ότι ο Σολωμός Μοδέστου (ΜΥ1) τον Απρίλιο 2000 του ανέφερε για την Εναγομένη Εταιρεία προτρέποντας τον να υποβάλει Αίτηση για απόκτηση μετοχών με ιδιωτική τοποθέτηση αφού οι μετοχές της θα γίνονταν εισαγωγή στο Χρηματιστήριο, είχε δε υποβάλει και τη σχετική Αίτηση προς το σκοπόν αυτό. Ο Ενάγων τότε υπέβαλε την Αίτηση (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) για απόκτηση 10.000 Μετοχών καταβάλλοντας στους Εναγομένους το ποσό των £8.000 με Επιταγή για το οποίο ποσό εκδόθηκε η Απόδειξη Αρ. 1517, ημερ. 28.4.00 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2). Τον Οκτώβριο 2000 είχε ψηφιστεί ο Νόμος για επιστροφή χρημάτων που εισπράχθηκαν με προοπτική την παροχή τίτλων γι΄ αυτό και ο Ενάγων απέστειλε προς τους Εναγομένους την Επιστολή ημερ. 6.11.00 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) ζητώντας επιστροφή του ποσού των £8.
- Στην Επιστολή αυτή οι Εναγόμενοι απάντησαν με δική τους Επιστολή ημερ. 6.12.00 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5) αρνούμενοι να επιστρέψουν το πιο πάνω ποσό και προβάλλοντας κάποιους ισχυρισμούς. Στις 9.11.00 ο Ενάγων παρέλαβε Επιστολή των Εναγομένων η οποία έφερε ημερ. 16.10.00 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) με την οποία του ανέφεραν ότι η Αίτησή του είχε ικανοποιηθεί πλήρως, ότι δηλ. στις 2.10.00 είχε καταστεί εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης 20.000 Μετοχών της Εναγομένης Εταιρείας. Στις 18.12.00 ο Ενάγων απέστειλε προς τους Εναγομένους την Επιστολή (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6) προβάλλοντας κάποιους ισχυρισμούς και ζητώντας επιστροφή του ποσού των £8.
- Την ίδια απαίτηση προέβαλλε και μέσω Επιστολής των Δικηγόρων του ημερ. 4.1.01 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7) στην οποία απάντησαν οι Δικηγόροι των Εναγομένων με Επιστολή ημερ. 19.1.01 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8). Ουδέποτε είχε αναφερθεί από οποιοδήποτε στον Ενάγοντα ο,τιδήποτε για μεταβίβαση Μετοχών στον ίδιο από άλλους Μετόχους, η δε πρώτη φορά που πληροφορήθηκε κάτι τέτοιο ήταν με την Επιστολή των Εναγομένων ημερ. 6.12.00 (Τεκμήριο 5). Ο Ενάγων με την Αίτησή του (Τεκμήριο 1) ζήτησε 10.000 Μετοχές και δεν γνωρίζει γιατί βρέθηκαν 20.000 εγγεγραμμένες στο όνομα του ενώ την απόκτηση των Μετοχών, προσδοκούσε σε φορολογική έκπτωση. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε υποβολές ότι μοναδική του έγνοια ήταν η απόκτηση μετοχών και δεν τον ενδιέφερε ο τρόπος απόκτησής τους. Γνωρίζει για τις διαδικασίες στο Χρηματιστήριο και για απόκτηση μετοχών και ο ίδιος είχε κάμει ξεκάθαρο ότι ενδιαφέρεται για απόκτηση Μετοχών με ιδιωτική τοποθέτηση. Αυτός ήταν και ο λόγος που η Επιταγή των £8.000 που εξέδωσε ήταν στο όνομα των Εναγομένων και όχι σε οιοδήποτε άλλο όνομα όπως π.χ. αυτό των προηγούμενων Μετόχων. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Οι Εναγόμενοι κάλεσαν συνολικά 4 Μάρτυρες Υπεράσπισης, με πρώτο το Σολωμό Μοδέστου (ΜΥ1) ο οποίος είναι αδελφός του κυρίου Μετόχου των Εναγομένων. Ο Ενάγων ο οποίος ήταν γνωστός του, τον προσέγγισε για να αποκτήσει Μετοχές των Εναγομένων. Αυτό ήταν και το μοναδικό του αίτημα και δεν συζήτησαν ο,τιδήποτε άλλο, ενώ αρνήθηκε ότι ήταν ο ίδιος που είχε πλησιάσει του Ενάγοντα. Δεν θυμάται να αναφέρθηκε ο όρος «ιδιωτική τοποθέτηση» όταν συζητούσε με τον Ενάγοντα. Ο ΜΥ2 Βάσος Μοδέστου είναι ο Γενικός Διευθυντής των Εναγομένων και Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Τον Ιανουάριο 2000 η Εναγομένη Εταιρεία έγινε Δημόσια Εταιρεία, μετά αυξήθηκε το Μετοχικό της Κεφάλαιο και ακολούθως εκδόθηκαν Μετοχές προς τους κύριους Μετόχους. Η διαδικασία αυτή φαίνεται σε Ενημερωτικό Δελτίο της Εναγομένης Εταιρείας. Η έκδοση Μετοχών προς τους κύριους Μετόχους έγινε το Μάρτιο
- Αυτοί εξουσιοδοτούσαν την Εναγομένη Εταιρεία να χειριστεί το θέμα της μεταβίβασης των Μετοχών σε άτομα που επιδείκνυαν ενδιαφέρον. Όλες οι αιτήσεις των ατόμων που ενδιαφέρονταν μελετήθηκαν μέχρι τον Ιούλιο 2000 και αφού τέθηκαν ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου, έγιναν οι μεταβιβάσεις οι οποίες εγκρίθηκαν στις 10.8.
- Οι σχετικοί τίτλοι απεστάλησαν στις 2.10.00 και αυτή ακριβώς η διαδικασία ακολουθήθηκε και στην περίπτωση του Ενάγοντα. Ο Μάρτυρας παραδέχθηκε ότι πριν τις 2.10.00 η Εναγομένη Εταιρεία είχε επιστρέψει πέραν των £100.000 σε επενδυτές αλλά αρνήθηκε ότι αυτό έγινε επειδή ήταν εκτεθειμένη. Υπεβλήθη στο Μάρτυρα ότι όλες οι πιο πάνω διαδικασίες είχαν κατασκευαστεί εκ των υστέρων με σκοπό οι Εναγόμενοι να αποφύγουν την επιστροφή χρημάτων αλλά αρνήθηκε τον ισχυρισμό. Ανέφερε ότι στο Ενημερωτικό Δελτίο της Εταιρείας όπου αναφέρεται ότι η μεταβίβαση των Μετοχών είχε γίνει τον Οκτώβριο 2000 πρέπει να είχε γίνει λάθος. Υπεβλήθη επίσης στο Μάρτυρα ότι οι τίτλοι των Μετοχών δεν στάληκαν στους επενδυτές στις 2.10.00 αλλά πολύ αργότερα, αφού η παραλαβή τους είχε γίνει πολύ αργότερα. Ο Μάρτυρας ανέφερε ότι σε μερικές περιπτώσεις οι τίτλοι επιστράφηκαν λόγω μη παραλαβής τους και ξαναστάληκαν. Τέλος ο Μάρτυρας αρνήθηκε ότι ο Σολωμός Μοδέστου (ΜΥ1) ήταν εντεταλμένος της Εναγομένης Εταιρείας λέγοντας ότι δεν είναι Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Ο ΜΥ3 Χριστάκης Μοδέστου είναι ο Πρόεδρος των Εναγομένων. Κατόπιν συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου στις 9.8.00, υπέγραψε Επιστολή ημερ. 10.8.00 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9) προς τη Marketrends Capital Market στην οποία είχαν δώσει εντολή να μεταβιβάσουν τις Μετοχές πληροφορώντας τους ότι είχε εγκριθεί η μεταβίβαση 6.908.854 Μετοχών. Ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10 κατέθεσε το Μητρώο Μελών των Εναγομένων ημερ. 20.2.
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι κύριοι Μέτοχοι της Εταιρείας όφειλαν ποσά στους Εναγομένους γι΄ αυτό και τα ποσά που δικαιούνταν από τη μεταβίβαση των Μετοχών τους καταβάλλονταν απευθείας στους Εναγομένους. Ο ΜΥ4 Θεοδόσης Πιερή τον Αύγουστο ΄00 εργαζόταν στο Corporate and Finance Department της εταιρείας Marketrends και ετοίμαζαν το Ενημερωτικό Δελτίο των Εναγομένων για εισδοχή της στο ΧΑΚ. Το Τεκμήριο 9 παρελήφθη από την Εταιρεία Marketrends το πρώτο δεκαήμερο του Αυγούστου ΄00 και αποστάληκε σε άλλο Τμήμα της Εταιρείας για να ξεκινήσει η δημιουργία του Μετοχολογίου των Εναγομένων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Σε ουσιαστικά γεγονότα οι δύο πλευρές έδωσαν διαφορετικές εκδοχές. Παρακολούθησα με προσοχή όλους τους Μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου εφόσον όλων, πλην του ΜΥ4 Θ. Πιερή, αμφισβητήθηκε η αξιοπιστία τους. Από όλους, ο μοναδικός ο οποίος μου έκανε εξαιρετική εντύπωση και τον κρίνω ως πλήρως αξιόπιστο είναι ο Ενάγων Χ. Αλεξάνδρου. Παρά την αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του σε αρκετά σημεία, σε κανένα απολύτως σημείο αυτή δεν κλονίστηκε. Απαντούσε ευθέως χωρίς υπεκφυγές και ως γνώστης των σχετικών διαδικασιών του ΧΑΚ ήξερε ακριβώς τι επιδίωκε στις επαφές του με τους Εναγομένους. Αναφέρω Εναγομένους εφόσο διαφάνηκε ότι καθόλους τους ουσιώδεις χρόνους ο Σολωμός Μοδέστου (ΜΥ1), ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των Εναγομένων οι οποίοι επικύρωσαν όλες τις ενέργειές του αναφορικά με τον Ενάγοντα. Αντίθετα οι ΜΥ1-3 δεν μου έκαναν καλή εντύπωση. Παρατήρησα ότι κανένας τους δεν ήταν ειλικρινής στο Δικαστήριο και η μαρτυρία και εκδοχή τους ήταν προσεκτικά δοσμένη και προσχεδιασμένη για να τους απαλλάξει ευθύνης. Εν κατακλείδι, καταλήγω ότι όπου η εκδοχή τους συγκρούεται με αυτή του Ενάγοντα, χωρίς καμία απολύτως αμφιβολία προτιμώ αυτή του Ενάγοντα. Υπάρχουν επιπρόσθετα κάποιες ενέργειες των Εναγομένων αλλά και κάποια σημεία της μαρτυρίας των ΜΥ που το Δικαστήριο τα αντιμετωπίζει με μεγάλη καχυποψία. Ως τέτοια μπορεί να αναφερθούν ενέργειες στις οποίες κατ΄ ισχυρισμό προέβαιναν τόσο οι Εναγόμενοι όσο και οι Μάρτυρές τους εσωτερικά στην Εταιρεία τους χωρίς να πληροφορούν τον Ενάγοντα ο οποίος έλαβε πληροφόρηση αρκετά αργότερα μετά που είχε εγείρει απαίτηση για επιστροφή χρημάτων. Ως ένα παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η Επιστολή των Εναγομένων (Τεκμήριο 4) η οποία φέρει μεν ημερ. 16.10.00 αλλά παρελήφθη από τον Ενάγοντα στις 9.11.00 δηλ. 5 μέρες μετά που ο ίδιος είχε αποστείλει την Επιστολή (Τεκμήριο 3) απαιτώντας επιστροφή των χρημάτων του. Η δικαιολογία η οποία δόθηκε από το ΜΥ2 ότι κάποιες από τις σχετικές επιστολές είχαν επιστραφεί ως μη παραληφθείσες γι΄ αυτό και ξαναστάληκαν, χωρίς να διευκρινίζεται εάν κάτι τέτοιο έγινε και συγκεκριμένα με το Τεκμήριο 4, αντιμετωπίζεται με δυσπιστία από το Δικαστήριο. Φαίνεται ότι οι 2 Νόμοι για το Χρηματιστήριο (42(Ι)/2000 και 141(Ι)/2000) θεσπίστηκαν ενώ οι Εναγόμενοι εξέταζαν τις Αιτήσεις των επενδυτών για απόκτηση Μετοχών και ενώ το αίτημά τους για εισαγωγή των τίτλων τους στο Χρηματιστήριο εκκρεμούσε ακόμη και δεν είχε εγκριθεί. Τότε οι Εναγόμενοι βρέθηκαν προ της δυσάρεστης εξέλιξης να είναι υποχρεωμένοι δυνάμει του Νόμου να επιστρέψουν τα χρήματα των επενδυτών. Έτσι αφού βρίσκονταν σε πλεονεκτική θέση αναφορικά με τις ενέργειες που γίνονταν εσωτερικά στην Εταιρεία τους για τις οποίες ο Ενάγων δεν μπορούσε να έχει γνώση, προχώρησαν σε μεταβίβαση Μετοχών από τους προηγούμενους Μετόχους προς τον Ενάγοντα «έγκαιρα» δηλ. πριν την έναρξη ισχύος του Ν.141/00 στις 27 Οκτωβρίου,
- Και οι ενέργειες αυτές αντιμετωπίζονται με καχυποψία από το Δικαστήριο εφόσον πριν τη θέσπιση του Νόμου οι Εναγόμενοι τηρούσαν σιγή ιχθύος και βρέθηκαν μετέπειτα να έχουν συμπληρωμένες έγκαιρα όλες τις σχετικές διαδικασίες μεταβίβασης των Μετοχών. Όλα τα πιο πάνω, καθώς και άλλες ενέργειες των Εναγομένων δεικνύουν προς την κατεύθυνση ότι ενεργούσαν αυθαίρετα και μυστικά. Πώς αλλιώς μπορεί να επεξηγηθεί το γεγονός ότι μεταβιβάστηκαν στο όνομα του Ενάγοντα περισσότερες Μετοχές από αυτές που ο ίδιος είχε ζητήσει με την Αίτησή του, δηλ. 20.000 αντί 10.000; Για το γεγονός αυτό καμία εξήγηση δεν δόθηκε από τους Εναγομένους ούτε προς τον Ενάγοντα αλλά ούτε και προς το Δικαστήριο. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση όλα τα πιο πάνω, ευρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως ακολούθως:
- Ο Ενάγων με την Αίτηση χωρίς ημερομηνία (Τεκμήριο 1) υπέβαλε πρόταση προς τους Εναγομένους για απόκτηση 10.000 Μετοχών τους αξίας £8.
- Η πρόταση έγινε αποδεκτή από τους Εναγομένους μέσω του αντιπροσώπου τους Σολωμού Μοδέστου (ΜΥ1), γι΄ αυτό και ο Ενάγων τους κατέβαλε με επιταγή το ποσό των £8.000, οι δε Εναγόμενοι του εξέδωσαν την Απόδειξη ημερ. 28.4.00 (Τεκμήριο 2).
- Οι πιο πάνω ενέργειες δεικνύουν ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθηκε δεσμευτική συμφωνία.
- Δυνάμει των όρων της συμφωνίας αυτής, ως αντάλλαγμα για τις £8.000 οι Εναγόμενοι ανέλαβαν όπως εγγράψουν στο όνομα του Ενάγοντα 10.000 Μετοχές της Εταιρείας τους με ιδιωτική τοποθέτηση. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο πιο πάνω όρος ήταν ουσιώδης και ουδέποτε ο Ενάγων αποδέχθηκε ή του λέχθηκε ότι οι Μετοχές θα μεταβιβάζονταν στο όνομά του από υπάρχοντες Μετόχους.
- Κατά παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας, οι Εναγόμενοι ουδέποτε ενέγραψαν στο όνομα του τις Μετοχές που του είχαν υποσχεθεί. Αντίθετα το αντάλλαγμα για τη συμφωνία δόθηκε, όχι από την Εναγομένη Εταιρεία αλλά από τους υπάρχοντες Μετόχους της και ήταν μεγαλύτερο από το συμφωνηθέν δηλ. 20.000 Μετοχές, αντί 10.
- Ο Ενάγων ουδέποτε αποδέχθηκε τις πιο πάνω ενέργειες των Εναγομένων και των Μετόχων τους γι΄ αυτό και μόλις έλαβε γνώση αυτών απέστειλε τις σχετικές Επιστολές Τεκμήρια 6 και
- Θεωρώ ότι με τα Τεκμήρια αυτά ο Ενάγων εκφράζει καθαρά τη βούλησή του για τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας με τους Εναγομένους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η απαίτηση του Ενάγοντα όπως αυτή εμφαίνεται από την Έκθεση Απαιτήσεώς του, στηρίζεται στα πιο κάτω: (α) στο Ν.42(Ι)/2000, αλλά το θέμα αυτό δεν προωθήθηκε αφού κατέστη ξεκάθαρο ότι ο Ενάγων δεν επικαλείται το Νόμο αυτό, αφού η απαίτησή του για επιστροφή των χρημάτων του έγινε με τη θέσπιση του Ν.141(Ι)/
- Για το λόγο αυτό το Δικαστήριο δεν θα επεκταθεί περαιτέρω, αναφέρεται όμως παρενθετικά ότι σε ποινική υπόθεση, στη Lapertas Fisheries Ltd ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 7279 και 7280, ημερ. 9.7.02, κρίθηκε ότι το Άρθρο 3
(1)του Ν.42(Ι)/2000 είναι αντισυνταγματικό αφού παραβιάζει το Άρθρο 25.1 του Συντάγματος, (β) στο Ν.141(Ι)/2000 για τον οποίο δόθηκε σχετική μαρτυρία και θα γίνει ανάλυση πιο κάτω, (γ) σε επιστροφή του ποσού των £8.000 το οποίο δόθηκε χωρίς αντάλλαγμα, (δ) σε επιστροφή του ποσού των £8.000 για αθώες ή δόλιες παραστάσεις από πλευράς Εναγομένων. Από την άλλη οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπισή τους αναφέρονται σε αντισυνταγματικότητα των σχετικών Νόμων, αλλά κατά την ακρόαση ούτε το θέμα αυτό προωθήθηκε, γι΄ αυτό το Δικαστήριο δεν θα επεκταθεί περαιτέρω. (α) Απαίτηση Επιστροφής Χρημάτων δυνάμει του Νόμου 141(Ι)/2000: Σχετικό είναι το Άρθρο 3 του πιο πάνω Νόμου το οποίο προνοεί: 3
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 58Α, 58Β και 58Γ του βασικού νόμου, εκδότης ο οποίος υπέβαλε ή υποβάλλει αίτηση για εισαγωγή τίτλων του στο Χρηματιστήριο οι οποίοι δεν έχουν εκδοθεί μέχρι τις 18 Οκτωβρίου 2000, έχει υποχρέωση να επιστρέψει στο πρόσωπο που το απαιτεί γραπτώς οποιαδήποτε χρηματικά ποσά εισπράχθηκαν με προοπτική την παροχή τίτλων ή και με παραστάσεις εισαγωγής των τίτλων αυτών στο Χρηματιστήριο, το αργότερο μέσα σε διάστημα επτά ημερών από την ημερομηνία που αυτά απαιτούνται, εντόκως προς έξι τοις εκατόν (6%) από την ημερομηνία είσπραξής τους.
(2)Αίτημα για την επιστροφή χρηματικών ποσών δυνάμει του εδαφίου
(1)μπορεί να υποβληθεί από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου μέχρι την 30η Νοεμβρίου 2000. Για να πετύχει αξίωση με βάση την πιο πάνω πρόνοια πρέπει να αποδειχθούν τα πιο κάτω συστατικά στοιχεία: (
- i)η ύπαρξη εκδότη ο οποίος υπέβαλε ή υποβάλλει Αίτηση για εισαγωγή τίτλων του στο Χρηματιστήριο, (
- ii)οι τίτλοι να μην έχουν εκδοθεί μέχρι τις 18 Οκτωβρίου, 2000, (iii) η απαίτηση για επιστροφή χρημάτων να έχει γίνει γραπτώς μετά την έναρξη ισχύος του Νόμου (27/10/00) και πριν τις 30 Νοεμβρίου, 2000, (
- iv)τα χρηματικά ποσά να έχουν εισπραχθεί από τον εκδότη με προοπτική την παροχή τίτλων ή και με παραστάσεις εισαγωγής των τίτλων αυτών στο Χρηματιστήριο. Αναφορικά με τα (
- i)και (iii) πιο πάνω υπάρχει η αναντίλεκτη μαρτυρία του Ενάγοντα ότι οι μεν Εναγόμενοι είχαν υποβάλει Αίτηση για εισαγωγή των τίτλων τους στο Χρηματιστήριο, η δε γραπτή απαίτηση του Ενάγοντα για επιστροφή των χρημάτων του έγινε με την Επιστολή ημερ. 6.11.00 (Τεκμήριο 3) η οποία είναι παραδεκτή και είναι εντός της περιόδου που καθορίζει ο Νόμος. Παρόμοια ισχύουν αναφορικά με το (
- iv)πιο πάνω για το οποίο υπάρχει η αξιόπιστη μαρτυρία του Ενάγοντα. Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε από τις δύο πλευρές στο (iii) ότι δηλαδή οι τίτλοι πρέπει να μην είχαν εκδοθεί μέχρι τις 18.10.00. Η πλευρά των Εναγομένων επιχειρηματολόγησε λέγοντας ότι οι τίτλοι είχαν εκδοθεί από το Μάρτιο 2000, οι μεταβιβάσεις στους επενδυτές εγκρίθηκαν στις 10.8.00, ενώ οι σχετικοί τίτλοι απεστάλησαν στις 2.10.00 δηλαδή όλα έγιναν εμπρόθεσμα. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με κάποια δυσπιστία αυτούς τους ισχυρισμούς των Εναγομένων. Από την άλλη, η πλευρά του Ενάγοντα διαχωρίζει τους όρους «έκδοση» και «μεταβίβαση». Αυτό που έκαναν οι Εναγόμενοι σύμφωνα με τον κ. Χ΄ Ιωάννου ήταν μεταβίβαση και όχι έκδοση Μετοχών. Συμφωνώ ότι οι δύο αυτοί όροι διαχωρίζονται και η μεταβίβαση Μετοχών από υπάρχοντα Μέτοχο στον Ενάγοντα δεν μπορεί να σημαίνει την έκδοση τους στο όνομα του Ενάγοντα. Αυτό διαφαίνεται και από το όλο πνεύμα του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 όπου οι δύο αυτοί όροι σημαίνουν διαφορετικά πράγματα και για τον καθένα εφαρμόζονται διαφορετικά Άρθρα και πρόνοιες. Επιπρόσθετα στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη το ρήμα «εκδίδω» αναφορικά με οικονομικούς τίτλους, ερμηνεύεται ως «τυπώνω σε πολλά αριθμημένα αντίτυπα και θέτω σε κυκλοφορία (για επίσημη χρήση ή πώληση)». Αυτό συνάδει και με το πνεύμα του Άρθρου 72 του Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 που προνοεί για αρίθμηση των Μετοχών που εκδίδει μια Εταιρεία. Ένα ακόμη επιχείρημα συνηγορεί υπέρ της άποψης του Ενάγοντα: αφού οι επαφές του με τους Εναγομένους δεν έχει αμφισβητηθεί ότι έγιναν τον Απρίλιο 2000, το ίδιο και η καταβολή των £8.000 στις 28.4.00 δηλαδή μετά την έκδοση των τίτλων τους το Μάρτιο 2000, γιατί δεν του αναφέρθηκε καθαρά ότι η Αίτησή του για απόκτηση Μετοχών θα εξεταζόταν στα πλαίσια αυτά δηλαδή με μεταβίβαση από τους υπάρχοντες Μετόχους και όχι με έκδοση νέων Μετοχών; Στο σημείο αυτό έχω ήδη δεχθεί την εκδοχή του Ενάγοντα ότι η Αίτησή του για απόκτηση Μετοχών αναφερόταν σε νέους τίτλους και όχι στους ήδη υπάρχοντες. Η Απόφαση του αδελφού Δικαστή Χ. Μαλαχτού Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) στην Ποινική Υπόθεση 4566/02, ημερ. 13.1.03, Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Hawaii Hotels Ltd κ.α. στην οποία αποφάνθηκε ότι η διαδικασία έκδοσης Μετοχών δεν περιλαμβάνει και την ετοιμασία και παράδοση προς το Μέτοχο του Πιστοποιητικού Μετοχών του, με βρίσκει μεν σύμφωνο, αλλά τα γεγονότα της είναι διαφορετικά από αυτά της παρούσας υπόθεσης. Με βάση όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η απαίτηση του Ενάγοντα δυνάμει του Ν.141(Ι)/00 θα πρέπει να πετύχει. (β) Επιστροφή του ποσού των £8.000 το οποίο δόθηκε χωρίς αντάλλαγμα. Παρά το γεγονός ότι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί του Ενάγοντα παρουσιάζουν κάποιες ασάφειες, εξάγεται από το όλο πνεύμα της Εκθέσεως Απαιτήσεως ότι η απαίτηση του βασίζεται και σε παράβαση συμφωνίας (βλ. Κυπριανού ν. Βασιλείου, Π.Ε. 11463, ημερ. 19.7.04, Alexandros Evangelou Camera House Ltd κ.α. ν. Minerva Finance and Investments Ltd, Π.Ε. 11614, ημερ. 20.10.04). Έχω ήδη αποφανθεί πιο πάνω στα Ευρήματα ότι η όλη δοσοληψία μεταξύ των διαδίκων αντικρύζεται στα πλαίσια του Δικαίου των Συμβάσεων αφού αποτελούσε δεσμευτική Συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Ο Ενάγων κατέβαλε προς τους Εναγομένους το ποσό των £8.000, οι δε Εναγόμενοι ανέλαβαν όπως του εκδώσουν 10.000 Μετοχές τους στο όνομά του. Έχω επίσης αποφανθεί ότι αποτελούσε ουσιώδη όρο της συμφωνίας ότι η απόκτηση των Μετοχών θα γινόταν με ιδιωτική τοποθέτηση και επομένως δεν τίθετο θέμα μεταβίβασης τους από τους υπάρχοντες Μετόχους. Η ερμηνεία του όρου «ιδιωτική τοποθέτηση» (private placement) βρίσκεται στο σύγγραμμα Company Law by Pennington (3η έκδοση, 1973) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Shares or debentures are privately placed when they are subscribed for by an investor as the result of private negotiations between him and the company, with or without the assistance of an intermediary.» Έχει ήδη αναφερθεί στην υπόθεση Harvest Capital Management Ltd v. Ταμάσιου
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1683 ότι η ύπαρξη νομοθετικών προνοιών αναφορικά με χρηματιστηριακές δοσοληψίες δεν επηρεάζει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως, έτσι σε τέτοιου είδους δοσοληψίες εφαρμόζονται και οι αρχές του Δικαίου των Συμβάσεων. Ευρίσκω ότι οι Εναγόμενοι παρέβησαν ουσιώδη όρο της μεταξύ των διαδίκων Συμφωνίας δηλαδή αντί να εγγράψουν στο όνομα του Ενάγοντα νέες Μετοχές, του μεταβίβασαν από τους υπάρχοντες Μετόχους περισσότερες από όσες προέβλεπε η Συμφωνία. Το αντάλλαγμα που είχαν υποσχεθεί οι ίδιοι οι Εναγόμενοι δηλαδή τις 10.000 Μετοχές δεν το έδωσαν και αυτό δόθηκε από τρίτα πρόσωπα χωρίς τη γνώση, εξουσιοδότηση ή εκ των υστέρων επικύρωση από πλευράς Ενάγοντα. Αντίθετα, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι μόλις ο Ενάγων έλαβε γνώση των αυθαίρετων και αντισυμβατικών ενεργειών των Εναγομένων απέστειλε τις Επιστολές Τεκμήρια 6 και 7 με τις οποίες τερμάτιζε τη μεταξύ των διαδίκων Συμφωνία. Οι συνέπειες παραβίασης μίας συμφωνίας καθορίζονται από το Άρθρο 73 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Ο τρόπος με τον οποίο αντικρίζεται από το Δικαστήριο παράβαση ουσιώδους όρου επεξηγήθηκε με σαφήνεια στην επίσης χρηματιστηριακή υπόθεση Lapertas Fisheries Ltd κ.α. ν. Zαρβού, Π.Ε. 11512, ημερ. 5.7.04, παρόλον ότι τα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης διαφέρουν από αυτά της παρούσας. Ο Νικολαίδης, Δ., ανέφερε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάζει ποίες υποχρεώσεις πηγάζουν από τη σύμβαση και ποίος είναι ο όρος που παραβιάστηκε και ο οποίος νομιμοποιεί το αναίτιο μέρος να αξιώσει αποζημιώσεις. Και συνεχίζει στη σελ. 6: «Αν ήταν σωστή η διαπίστωση ότι παραβιάστηκε ουσιώδης όρος της σύμβασης, τότε το αναίτιο μέρος, δηλαδή ο εφεσίβλητος, θα έπρεπε να αποδείξει και τη ζημιά την οποία υπέστη. Δεν εξυπακούεται, χωρίς περαιτέρω απόδειξη του ύψους της κατ΄ ισχυρισμόν ζημιάς, ότι ο ενάγων-εφεσίβλητος υπέστη ζημιά ίση με την αξία των μετοχών που αγόρασε. Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να υπήρχε μαρτυρία για την αξία των μετοχών κατά το χρόνο αθέτησης της σύμβασης, αφού ο εφεσίβλητος θα δικαιούταν, στην περίπτωση αθέτησης από τους συμβαλλόμενούς του, τη ζημιά που υπέστη, βασικό μέρος της οποίας ήταν η διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς των μετοχών κατά το χρόνο υπογραφής της σύμβασης και της αξίας τους κατά το χρόνο αθέτησης της σύμβασης. Χαρακτηριστικό των πιο πάνω είναι και το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος, παρά την υπέρ του δικαστική απόφαση για το ποσό που κατέβαλε, παραμένει ιδιοκτήτης των μετοχών και οι οποίες εξακολουθούν να είναι εγγεγραμμένες επ΄ ονόματί του». Στην παρούσα περίπτωση οι επίδικες Μετοχές εξακολουθούν και μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας να είναι εγγεγραμμένες στο όνομα του Ενάγοντα. Απλά ο ίδιος ζητά με την Αγωγή του Διάταγμα που να ακυρώνει τη σχετική μεταβίβαση. Επομένως αυτόματα με την τυχόν επιτυχία της Αγωγής του θα απωλέσει και το αντάλλαγμα που έλαβε χωρίς να το έχει ζητήσει. Κατά συνέπεια η ζημιά την οποία θα έχει υποστεί είναι το ποσό το οποίο κατέβαλε προς τους Εναγομένους χωρίς αντάλλαγμα. Στο σημείο αυτό τα γεγονότα της παρούσας διαχωρίζονται από τη Lapertas
(2004)πιο πάνω. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω η απαίτηση του Ενάγοντα θα πρέπει να πετύχει και δυνάμει της παρούσας αιτίας Αγωγής. (γ) Επιστροφή του ποσού δυνάμει δόλου ή αθώων παραστάσεων εκ μέρους των Εναγομένων: Στην Έκθεση Απαιτήσεως του ο Ενάγων αναφέρει κάποιες Λεπτομέρειες δόλιων ή αθώων παραστάσεων των Εναγομένων, αλλά η δοθείσα εκ μέρους του μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί στο βαθμό που απαιτείται τους ισχυρισμούς αυτούς. ΤΕΛΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Με βάση όσα έχω επεξηγήσει πιο πάνω, η αξίωση του Ενάγοντα πετυχαίνει τόσο δυνάμει των προνοιών του Ν.141(Ι)/00 όσο και λόγω παράβασης συμφωνίας. Επειδή το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδικάσει ένα ποσό ως αποζημίωση στον Ενάγοντα θα πρέπει να εξεταστεί και το ποσό του τόκου που θα δικαιούται. Δυνάμει του Ν.141(Ι)/00 δικαιούται σε τόκο 6% από την ημερομηνία είσπραξης του ποσού των £8.000 δηλαδή 28.4.
- Λόγω παράβασης συμφωνίας δικαιούται σε Νόμιμον Τόκο δηλαδή 8% από την ημερομηνία καταχώρισης της Αγωγής δηλαδή 7.3.
- Με σημερινά δεδομένα ο Νόμιμος Τόκος υπερβαίνει το επιτόκιο του 6% που προνοείται δυνάμει του Ν.141(Ι)/00 γι΄ αυτό και θεωρώ ορθό να επιδικάσω Νόμιμον Τόκο στην αξίωση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους εκδίδεται Απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων για ποσό £8.000 με Νόμιμον Τόκο και Έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην αντίστοιχη Κλίμακα. Εκδίδεται επίσης Διάταγμα ως οι Παράγραφοι Β και Γ της Απαίτησης όπως εμφαίνεται στην αρχή της παρούσας Απόφασης. [Υπ.] ............................. Χάρης Ι. Πογιατζής, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /κη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο