← Κύπρος

G RODITIS PARTNERS ν. Αχιλλέα Σταύρου, Αρ. Αγωγής: 1067/2002, 6 Μαίου 2005

G RODITIS PARTNERS ν. Αχιλλέα Σταύρου, Αρ. Αγωγής: 1067/2002, 6 Μαίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2005:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Ν. ΓΙΑΣΕΜΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1067/2002 Μεταξύ: G. RODITIS & PARTNERS Εναγόντων -και- Αχιλλέα Σταύρου Εναγομένου 6 Μαίου 2005 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κ. Σπ. Ευαγγέλου Για εναγόμενο: κ. Ν. Κληρίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες είναι επαγγελματίες επιμετρητές ποσοτήτων και κίνησαν την παρούσα αγωγή εναντίον του εναγομένου αξιώνοντας από αυτόν ποσό £49.605,60 σεντ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ το οποίο, όπως ισχυρίζονται, τους οφείλει, δυνάμει συμφωνίας, ως υπόλοιπο αξίας προσφερεθείσων υπηρεσιών το οποίο κατέστη πληρωτέο ή στη βάση quantum meruit. Η εν λόγω συμφωνία η οποία ήταν γραπτή, συνήφθη μεταξύ των διαδίκων στις 28.8.1995 και τερματίστηκε από τον εναγόμενο με επιστολή του προς τους ενάγοντες ημερομηνίας 4.10.

  1. Τόσο στην πιο πάνω επιστολή όσο και αργότερα στην υπεράσπιση του ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οδηγήθηκε στον τερματισμό της συμφωνίας εξαιτίας της πλημμελούς εκτέλεσης από τους ενάγοντες των συμβατικών τους υποχρεώσεων, γεγονός, όπως ισχυρίζεται περαιτέρω, που του προκάλεσε οικονομική απώλεια. Για τη βλάβη αυτή ο εναγόμενος επιφυλάσσει το δικαίωμα του να αξιώσει αποζημιώσεις εναντίον των εναγόντων σε μεταγενέστερο χρόνο. Σε σχέση με την αξίωση των εναγόντων στην παρούσα αγωγή προβάλλει, ως υπεράσπιση, τη θέση ότι αυτή είναι πρόωρη καθ΄ ότι, όπως ισχυρίζεται, με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία το οποιοδήποτε υπόλοιπο της αμοιβής των εναγόντων θα πρέπει να υπολογιστεί βάσει του τελικού λογαριασμού του εργολάβου. Όμως, ο λογαριασμός αυτός ουδέποτε υπεβλήθη από τον τελευταίο και αντίθετα όλες οι διαφορές μεταξύ τους έχουν παραπεμφθεί σε διαιτησία όπως επιμαρτυρείτε από τη σχετική συμφωνία, τεκμήριο 14, το αποτέλεσμα της οποίας αναμένεται ακόμα. Να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες δεν λαμβάνουν μέρος στη διαιτησία αυτή. Το έργο σε σχέση με το οποίο συμφώνησαν οι ενάγοντες να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ήταν μια πολύ μεγάλη και κατά τα φαινόμενα πολυτελής κατοικία η ανέγερση της οποίας θα άρχιζε στις 23.9.1996 και θα τελείωνε στις 22.9.1998 έναντι δαπάνης £1.888.396.-. Αυτά συμφώνησαν, μεταξύ άλλων, ο εναγόμενος και ο εργολάβος στο συμφωνητικό έγγραφο το οποίο υπέγραψαν μεταξύ τους στις 18.9.1996, τεκμήριο
  2. Το μέγεθος του έργου σαφώς δικαιολογούσε την εργοδότηση από τον εναγόμενο επιμετρητή ποσοτήτων όπως είναι οι ενάγοντες. Η συμφωνία της 28.8.1995 μεταξύ των παρόντων διαδίκων προέβλεπε λεπτομερώς για το είδος των υπηρεσιών που θα προσέφεραν οι ενάγοντες στον εναγόμενο τόσο πριν όσο και μετά την έναρξη των εργασιών, μέχρι και την περάτωση του έργου. Επίσης, προέβλεπε ότι η αμοιβή των εναγόντων θα αναλογούσε με ποσοστό 1.50%, επί του συνόλου του ποσού το οποίο θα εδαπανείτο γι΄ αυτό και θα πληρωνόταν σε τρία στάδια. Συγκεκριμένα, το ένα δεύτερο (δηλαδή το 50% του 1.50%) θα υπολογιζόταν με βάση το ύψος του ποσού της προσφοράς η οποία θα κατακυρωνόταν και θα κατεβάλλετο πριν από την έναρξη των εργασιών για την εκτέλεση του έργου. Το υπόλοιπο ένα δεύτερο θα κατεβάλλετο μετά την έναρξη των εργασιών ως εξής: (α) το 45% του1.50% θα κατεβάλλετο μηνιαίως και ο υπολογισμός του θα γινόταν στη βάση της ακαθάριστης αξίας της εκτελεσθείσας εργασίας όπως αυτή θα υπολογιζόταν για σκοπούς πληρωμής του εργολάβου και των υπεργολάβων και (β) τέλος, η πληρωμή του υπολοίπου θα γινόταν εντός ενός μηνός από την ολοκλήρωση του τελικού λογαριασμού (του εργολάβου εννοείται) οπότε θα συμπληρωνόταν το ποσοστό του 1.50% υπολογιζομένου επί του συνόλου της τελικής δαπάνης για το έργο, αφαιρουμένων βέβαια όλων των προηγούμενων πληρωμών. Τα πιο πάνω θα εφαρμόζονταν εφόσον θα συνέχιζε να βρίσκεται σε ισχύ η συμφωνία των μερών. Όμως δεν συνέχισε, και όπως διαπιστώθηκε πιο πάνω αυτή τερματίστηκε μονομερώς από τον εναγόμενο στις 4.10.2001, πριν ακόμα συμπληρωθεί το έργο και γίνει ο τελικός λογαριασμός. Τα γεγονότα αυτά είναι κοινώς αποδεκτά από τους διάδικους. Προκύπτουν από τη συμφωνία την οποία συνήψαν μεταξύ τους, από την επιστολή τερματισμού που απέστειλε ο εναγόμενος και από τη συμφωνία του εναγομένου με τον εργολάβο του έργου. Τα έγγραφα αυτά κατατέθηκαν εκ συμφώνου και σημειώθηκαν ως τεκμήρια 1, 2 και 6, αντίστοιχα. Οι διάδικοι συμφωνούν επίσης ότι το δαπανηθέν ποσό για τις εργασίες που είχαν γίνει και τα υλικά που είχαν χρησιμοποιηθεί μέχρι το χρόνο του τερματισμού της συμφωνίας ανήλθε στα £2.789.409.-. Αν και εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος, αποδεχόμενος τον πιο πάνω αριθμό, προβάλλει συγχρόνως τη θέση ότι η δαπάνη για το έργο δεν θα ανέρχετο στο ποσό αυτό εάν οι ενάγοντες δεν συμπεριφέρονταν πλημμελώς κατά την άσκηση των συμβατικών τους καθηκόντων. Και όπως αναφέρθηκε ήδη έχει επιφυλάξει το δικαίωμα του να αξιώσει αποζημιώσεις σε μεταγενέστερο χρόνο για τις κατ΄ ισχυρισμό παραβιάσεις της συμφωνίας από τους ενάγοντες. Όμως, από τα πιο πάνω συνάγεται συγχρόνως ότι είναι αποδεκτό από μέρους του εναγόμενου ότι οι ενάγοντες του προσέφεραν υπηρεσίες οι οποίες αναλογούν στην προαναφερθείσα αξία τότε του έργου πλην όμως διαφωνεί ότι αυτές ήσαν του επιπέδου που προέβλεπε η συμφωνία τους. Οι ενάγοντες έχουν αποδεχθεί το γεγονός του τερματισμού της συμφωνίας από τον εναγόμενο. Εν πάση περιπτώσει, δεν είχαν και άλλη επιλογή από τη στιγμή που ο εναγόμενος έθεσε θέμα έλλειψης εμπιστοσύνης προς αυτούς όσον αφορά την επαγγελματική τους ικανότητα. Η εν λόγω αποδοχή τους εκδηλώθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 17.10.2001, τεκμήριο 4, την οποία απέστειλαν στον εναγόμενο μέσω του δικηγόρου τους. Με αυτή ζητούν επιστροφή των πινάκων ποσοτήτων τους οποίους είχαν εκπονήσει σε σχέση με το έργο καθώς επίσης και πληρωμή της αμοιβής τους για τις υπηρεσίες που του είχαν προσφέρει μέχρι τότε. Παράλληλα απορρίπτουν οποιαδήποτε υπαιτιότητα την οποία τους αποδίδει ο εναγόμενος για παράβαση από αυτούς της συμφωνίας. Και αντίθετα, διατυπώνουν τη θέση ότι είναι ο τερματισμός που ο ίδιος επέφερε, της συμφωνίας, που συνιστά παραβίαση της καθ΄ ότι, όπως ισχυρίζονται, είναι αντίθετος προς τις πρόνοιες της. Παρεμπιπτόντως, και οι ενάγοντες επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους να διεκδικήσουν αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας σε μεταγενέστερο χρόνο. Με τον τερματισμό της συμφωνίας, τερματίστηκε συγχρόνως και η υποχρέωση εκατέρωθεν, των μερών, για περαιτέρω εφαρμογή της. Όσον αφορά ειδικά τους ενάγοντες η διάσταση αυτή εξυπακούει ότι δεν υποχρεούντο πλέον να προσφέρουν οποιεσδήποτε περαιτέρω υπηρεσίες στον εναγόμενο με βάση τη συμφωνία. Επίσης, εξυπακούει ότι το ανυπαίτιο μέρος, δικαιούται σε αποζημιώσεις για ζημιά την οποία τυχόν να υπέστη συνεπεία της παραβίασης αυτής από το άλλο μέρος. (άρθρα 73

(1)και 75 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 και επίσης βλέπε Heyman v. Darwins Ltd
(1942)1 All E.R. 337 Moschi v. Lep Air Services Ltd
(1972)2 All E.R. 393 και Photo Production Ltd v. Securico Transport Ltd
(1980)1 All E.R. 556). Βέβαια, η παρούσα δεν είναι η περίπτωση κατά την οποία υποβάλλεται αξίωση από οποιαδήποτε πλευρά για αποζημιώσεις λόγω παράβασης συμφωνίας. Το δικαίωμα αυτό έχει επιφυλαχθεί εκατέρωθεν. Όμως, οι πιο πάνω αρχές καταδεικνύουν το αβάσιμο της υπεράσπισης του εναγομένου ότι δήθεν η αγωγή των εναγόντων είναι πρόωρη. Όπως γίνεται αντιληπτό από την αγόρευση του συνηγόρου του, βασικά, η θέση αυτή βρίσκει έρεισμα στους όρους 2 και 3.3 της συμφωνίας από τους οποίους προκύπτει ότι η αμοιβή των εναγόντων θα αντιστοιχούσε με ποσοστό 1.50% επί του συνόλου της δαπάνης για την κατασκευή του έργου, μετά ασφαλώς από την πλήρη αποπεράτωση του. Οι όροι αυτοί όμως, δεδομένου και του περιεχομένου τους, καταργήθηκαν με τον τερματισμό της συμφωνίας και οι διάδικοι έπαυσαν να έχουν οποιεσδήποτε υποχρεώσεις ή δικαιώματα δυνάμει αυτών μετά τον τερματισμό πλην των ήδη κεκτηθέντων. Οι εν λόγω όροι θα τύγχαναν εφαρμογής μόνον εφόσον η συμφωνία παρέμενε σε ισχύ μέχρι τέλους. Στην FJ Bloemen Pty Ltd v. The Council of the City of Gold Coast
(1972)3 All E.R. 357, κρίθηκε κατ' εφαρμογή της πιο πάνω αρχής, ότι εφόσον οι ενάγοντες αποδέχθηκαν τον τερματισμό που απέφεραν οι εναγόμενοι στη συμφωνία δεν εδικαιούντο τόκο στη βάση συγκεκριμένου όρου της, ο οποίος με τον τερματισμό της συμφωνίας είχε, επίσης, καταργηθεί. Εξαίρεση αποτελούν οι ρήτρες διαιτησίας και ρήτρες αναιρετικές (exclusion clauses) της ευθύνης για αμέλεια, όπως αποφασίστηκε στις υποθέσεις Heyman v. Darwins και Photo Production v. Securico Transport, ανωτέρω. Σε τέτοια περίπτωση οι υποχρεώσεις των μερών οι οποίες απορρέουν από την τερματισθείσα συμφωνία επιβιώνουν των υπόλοιπων όρων αν και, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, κατά πόσο συμβαίνει όντως αυτό είναι θέμα ερμηνείας της σχετικής ρήτρας υπό το φως του συνόλου της συμφωνίας. Πρόσθετα, υπενθυμίζεται ότι στην παρούσα υπόθεση η βασική αξίωση των εναγόντων είναι για την καταβολή αμοιβής σε σχέση με υπηρεσίες που έχουν προσφέρει στον εναγόμενο μέχρι τον τερματισμό της συμφωνίας και όχι για υπόλοιπο αμοιβής όπως γενικά αναφέρεται στην υπεράσπιση. Δευτερευόντως αξιώνουν και επιστροφή των πινάκων ποσοτήτων που ετοίμασαν για το έργο καθώς και άλλες συναφείς θεραπείες. Οι ενάγοντες θα εδικαιούντο να πληρωθούν για αμοιβή η οποία έχει καταστεί πληρωτέα προς αυτούς με βάση τη συμφωνία αμέσως πριν από τον τερματισμό της, έστω και αν βρεθεί ότι είναι υπαίτιοι για την παραβίαση της. Όμως δεν προβάλλουν τέτοια αξίωση και ούτε έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία για συγκεκριμένο ποσό το οποίο κατέστη πληρωτέο κατά τον τερματισμό με βάση τους όρους της συμφωνίας και ειδικότερα αυτούς που αναφέρονται στον τρόπο πληρωμής της αμοιβής και παρατίθενται πιο πάνω. Κατά την αγόρευση του δε ο συνήγορος τους δήλωσε συγκεκριμένα ότι η αξίωση των εναγόντων είναι για εύλογη αμοιβή (on a quantum meruit) μετά από παραβίαση της συμφωνίας από τον εναγόμενο, τερματίζοντας την, και το συνακόλουθο οριστικό τερματισμό της. Η αξίωση εύλογης αμοιβής υπό περιστάσεις όπως οι παρούσες, και νοουμένου ότι για τον τερματισμό της συμφωνίας βρεθεί ότι ευθύνετο ο εναγόμενος, υποστηρίζεται από την υπόθεση Lodder v. Slowey
(1904)AC 442 ή 73LJPC
  1. (βλ. επίσης Planche v. Colburn (1824-34) All E.R. Rep. 94). Συνεπώς, για να επιτύχει η πιο πάνω αξίωση προϋποθέτει ότι είναι ο εναγόμενος αυτός που παρέβη τη συμφωνία. Έχω εξετάσει με προσοχή τη μαρτυρία του εναγομένου ο οποίος ισχυρίζεται ότι την ευθύνη για την παραβίαση της συμφωνίας την φέρουν οι ενάγοντες. Την ευθύνη αυτή την περιγράφει στην υπεράσπιση του ως πλημμελή και ελλιπή εκτέλεση από τους ενάγοντες των συμβατικών τους υποχρεώσεων, συνισταμένη, ειδικότερα, σε παράληψη περιφρούρησης των συμφερόντων του από ατασθαλίες και απάτες που, όπως ισχυρίζεται, διέπρατταν σε βάρος του οι εργολάβοι κατά την εκτέλεση του έργου. Στη μαρτυρία του ο εναγόμενος ανάφερε ότι όταν άρχισε το έργο ήταν μόνιμα εγκατεστημένος στο εξωτερικό. Μετά τον επαναπατρισμό του άρχισε να προβαίνει ο ίδιος σε έλεγχο των πιστοποιητικών πληρωμής και, όπως είπε, διαπίστωσε, ότι είχαν γίνει υπερπληρωμές στον εργολάβο που ξεπερνούσαν τις £450.000.- ενώ διαπίστωσε, επίσης, ότι είχαν γίνει υπερχρεώσεις όσον αφορά την αγορά κάποιων υλικών. Κατά την αντεξέταση του συνοψίζοντας τις πιο πάνω αναφορές του ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες δεν επιμετρούσαν σωστά. Η πιο πάνω μαρτυρία κρίνεται ως εντελώς ανεπαρκής για να αποδείξει ότι οι ενάγοντες ενεργούσαν πλημμελώς ή ελλιπώς κατά την εκτέλεση των συμβατικών τους καθηκόντων. Είναι φανερό ότι μεταφέρει απλώς διαπιστώσεις ή και εκτιμήσεις στις οποίες ο εναγόμενος κατέληξε με βάση, ενδεχομένως, κάποια στοιχεία τα οποία όμως δεν κατάθεσε ως μαρτυρία οπότε εξετάζοντας τα θα κατέληγα στη δική μου κρίση όσον αφορά το βάσιμο ή όχι του πιο πάνω ισχυρισμού. Ακόμα πιο γενικές ήσαν οι υποβολές του συνηγόρου του εναγομένου προς το μάρτυρα των εναγόντων κ. Γεώργιο Ροδίτη. Για παράδειγμα του υπέβαλε ότι οι ενάγοντες δεν τήρησαν τους όρους της συμφωνίας, ότι υπάρχουν τεράστιες διαφορές στις τιμές μονάδων που ελήφθηκαν υπόψη κατά τις πληρωμές και ότι είχαν γίνει υπερπληρωμές στον εργολάβο που ξεπερνούσαν τις £300.000.-. Εδώ σημειώνεται και η διαφορά σε σχέση με το ποσό που ο ίδιος ο εναγόμενος ανάφερε, ήτοι £450.
  2. Περαιτέρω, πιστεύω πως ούτε και η αναγνώριση από τους ενάγοντες ότι από δικό τους αριθμητικό λάθος είχε καταλογιστεί υπέρ του εργολάβου ποσό, περίπου, £13.000.-, το οποίο στη συνέχεια διόρθωσαν, συνιστά τέτοια απόδειξη. Αντίθετα, η διαπίστωση του λάθους υποδηλεί ότι οι έλεγχοι στους οποίους προέβαιναν οι ενάγοντες ήσαν συνεχείς γι΄ αυτό και το εντόπισαν. Συνεπώς, δεν διαπιστώνεται παραβίαση της συμφωνίας από τους ενάγοντες στη βάση, ανωτέρω, που ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Όμως, είναι κοινώς αποδεκτό ότι η συμφωνία τερματίστηκε από τον εναγόμενο πρόωρα, πριν από την ολοκλήρωση του έργου. Με βάση τις πρόνοιες της, οι ενάγοντες είχαν και άλλες υπηρεσίες να προσφέρουν επ΄ αμοιβή, στον εναγόμενο εάν αυτή εκπληρωνόταν μέχρι τέλους. Ο πρόωρος τερματισμός της τους αποστέρησε το δικαίωμα αυτό και συνιστά αφ΄ αυτού παράβαση την οποία διέπραξε ο εναγόμενος σε βάρος των εναγόντων. (βλ. Παφίτης ν. Challenge Advertising Agency LTD
(2001)1 A.A.Δ. 694.) Με δεδομένο ότι δεν υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μερών όσον αφορά τα πιο πάνω γεγονότα το έργο των εναγόντων να αποδείξουν την πιο πάνω παράβαση της συμφωνάς από τον εναγόμενο ήταν σχετικά εύκολο. Δεν θα ήταν δυνατό να στηρικτούν στην παράβαση αυτή μόνον εάν ο εναγόμενος αποδείκνυε, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι οι ενάγοντες είχαν προβεί σε τέτοια παραβίαση της συμφωνίας που του έδινε το δικαίωμα να προβεί ο ίδιος στον τερματισμό της. Όπως έχει κριθεί πιο πάνω, ο εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει ότι κάτι τέτοιο έχει όντως συμβεί. Κατά συνέπεια θεωρείται υπεύθυνος για παράβαση της συμφωνίας συνεπεία του πρόωρου τερματισμού της. Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης απομένει η τελευταία πτυχή όσον αφορά την αξίωση των εναγόντων ήτοι αυτή για καθορισμό της εύλογης αμοιβής σε σχέση με τις υπηρεσίες που προσέφεραν στον εναγόμενο μέχρι τον τερματισμό της συμφωνίας τους στις 4.10.2001. Θα πρέπει να διαπιστωθεί τι συνιστά εύλογη αμοιβή υπό τις περιστάσεις και ειδικότερα πιο μέτρο θα πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της. Στον τομέα αυτό παρέχει χρήσιμη καθοδήγηση η υπόθεση S.O.R.E.L Limited v. Nicos Servos
(1968)1 CLR
  1. Αφορούσε αξίωση για εύλογη αμοιβή για υπηρεσίες τις οποίες είχε προσφέρει ο ενάγοντας προς τους εναγόμενους για κάποιο χρόνο μετά την εκπνοή της συμβατικής περιόδου. Κρίθηκε από το Εφετείο ότι για τον υπολογισμό της εύλογης αμοιβής θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι τιμές που προέβλεπε η συμφωνία των μερών για την αμέσως προηγούμενη περίοδο σε σχέση με την προσφορά ίδιας φύσεως υπηρεσιών. Συγκεκριμένα, στην απόφαση του Εφετείου το θέμα αυτό ετέθη ως εξής, στις σελίδες 128 και 129: "We are of the view that the reasonable remunerations should be assessed on the basis of what the plaintiff was paid during the two months that he worked for the defendants, which was agreed at £300.- for the whole period as found by the trial court. On that basis, and considering that he worked for an extra period of three months and seven days, at the rate of £150.- per month, he would be entitled to £485.-." Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχουν κατ΄ αρχή ως δεδομένα ότι οι ενάγοντες προσέφεραν υπηρεσίες στον εναγόμενο μέχρι τον τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας και ότι η δαπάνη για το έργο είχε ανέλθει μέχρι τότε στο ποσό των £2.789.
  2. Το πιο πάνω ποσό αναφέρεται και στο πιστοποιητικό πληρωμής αρ. 28 το οποίο εξέδωσαν οι αρχιτέκτονες του έργου και κατατέθηκε εκ συμφώνου, τεκμήριο 5, μαζί με την επιστολή τους 24.7.2001 προς τον εναγόμενο, αν και σημασία για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης έχει η αποδοχή του ποσού αυτού από τον τελευταίο τόσο στην υπεράσπιση του όσο και κατά την προφορική του μαρτυρία, εφόσον οι αρχιτέκτονες δεν κλήθηκαν ως μάρτυρες στη δίκη. Επίσης, είναι κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι πριν από τον τερματισμό της συμφωνίας ο εναγόμενος είχε πληρώσει στους ενάγοντες διάφορα ποσά ως αμοιβή τα οποία συμποσούνται στις £34.071.- Υπό το φως της πιο πάνω απόφασης, η εύλογη αμοιβή των εναγόντων μπορεί να υπολογιστεί στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη το ποσοστό της χρέωσης του 1.50% που προέβλεπε η συμφωνία εφαρμοζόμενο στην πραγματική δαπάνη για το έργο που κατασκευάστηκε μέχρι τον τερματισμό της. Δεν θα ήταν δίκαιη η χρήση οποιουδήποτε άλλου ποσοστού για το λόγο ότι όπως προκύπτει και από τη συμφωνία των μερών, στο τέλος της ημέρας, το 1.50% θα χρεωνόταν για κάθε προσφερθείσα υπηρεσία υπολογιζομένου στο συνολικό ύψος της δαπάνης για το έργο. Η χρησιμοποίηση του ποσοστού χρέωσης το οποίο προβλέπετο είτε για το στάδιο πριν είτε για το στάδιο μετά την έναρξη των εργασιών θα είχε σημασία εάν τελικά δεν προσφέρονταν οι υπηρεσίες για ένα από τα στάδια αυτά. Περαιτέρω, στη συμφωνία εγίνετο πρόνοια και για τον τρόπο πληρωμής της αμοιβής των εναγόντων. Παρατίθεται πιο πάνω. Ούτε όμως και η πρόνοια αυτή βοηθά στον υπολογισμό της εύλογης αμοιβής. Όταν μάλιστα κατά τον τερματισμό της συμφωνίας οι εργασίες είχαν φθάσει σε ένα αρκετά προχωρημένο στάδιο και το έργο φαίνεται να είχε κατά το μεγαλύτερο μέρος του περατωθεί πλην όμως δεν έχει καταδειχθεί με μαρτυρία πόσο υπολοίπετο ακόμα για τη πλήρη ολοκλήρωση του. Επομένως, είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις να χρησιμοποιηθεί το 1.50% όπως αναφέρθηκε ήδη πιο πάνω. Το ποσό της δαπάνης για το έργο ανήλθε μέχρι τον τερματισμό της συμφωνίας στα £2.789.409.-. Τα μέρη συμφώνησαν σ΄ αυτό όπως αναφέρθηκε ήδη προηγουμένως. Όμως, στο ποσό αυτό οι ενάγοντες προσέθεσαν ακόμα δυο ποσά ανεβάζοντας το συνολικό ποσό επί του οποίου εφάρμοσαν το 1.50% στα £3.198.670.-. Φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασαν και απέστειλαν στον εναγόμενο μαζί με την επιστολή τους 17.10.2001, τεκμήριο
  3. Το ένα ποσό αφορά προϋπολογισθείσα δαπάνη ύψους £243.500 η οποία θα χρειαζόταν κατ΄ ισχυρισμό, για την ολοκλήρωση του έργου. Ασφαλώς, το ποσό αυτό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εν όψει του περιορισμού που θέτει η φύση της αξίωσης των εναγόντων όπως αναφέρεται πιο πάνω ενώ δεν είναι ούτε και δικογραφημένο. Το άλλο ποσό είναι £165.761.- και φέρεται να αφορά αξία υλικών τα οποία προμήθευσε ο εναγόμενος. Ούτε και αυτό βέβαια μπορεί να ληφθεί υπόψη για το λόγο ότι δεν υπάρχει και πάλιν οποιαδήποτε αναφορά σχετικά στη δικογραφία ότι δαπανήθηκε το πιο πάνω ποσό σε υλικά που προμήθευσε ο εναγόμενος για το έργο. Ούτε καν στις λεπτομέρειες που δίδονται για εξήγηση του τρόπου που κατέληξαν οι ενάγοντες στο ποσό της αξίωσης τους γίνεται οποιαδήποτε αναφορά. Αντίθετα, το μόνο ποσό που αναφέρεται ότι ελήφθη υπόψη είναι η συνολική δαπάνη των £2.789.409.-. Ας σημειωθεί δε ότι εφαρμόζοντας το ποσοστό του 1.50% στο ποσό αυτό δεν προκύπτει το ποσό των £49.605,50 σεντ το οποίο αξιώνουν ως αμοιβή. Και όπως διαπιστώνεται από τη μαρτυρία του κ. Ροδίτη για τον υπολογισμό του πιο πάνω ποσού ελήφθη υπόψη και ένα σχετικά μεγάλο ποσό της τάξης των £31.187.- που, όπως υπάρχει ισχυρισμός αναλογεί στην αμοιβή για επίβλεψη κατά τα δυο χρόνια της καθυστέρησης που είχε σημειωθεί μέχρι τότε στην εκτέλεση του έργου. Όμως ούτε και το ποσό αυτό μπορεί να ληφθεί υπόψη. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στη δικογραφία σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα που συνθέτουν την πιο πάνω πτυχή της απαίτησης των εναγόντων. Ειδικότερα, δεν προβαίνουν σε αναφορά για καθυστέρηση του έργου σε σχέση με την οποία θα δικαιούντο να αξιώσουν οποιαδήποτε αμοιβή. Επομένως, καταλήγω ότι στην προκειμένη περίπτωση μόνο η δαπάνη των £2.789.409 μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της αμοιβής των εναγόντων. Επίσης, έχει κριθεί δίκαιο όπως για τον πιο πάνω σκοπό εφαρμοστεί στο ποσό αυτό ποσοστό 1.50%. Πέραν του ότι το ποσοστό αυτό χρέωσης είχε συμφωνηθεί και από τα μέρη δεν υπήρξε και οποιαδήποτε εισήγηση από οποιοδήποτε πλευρά ότι το ποσοστό αυτό δεν προσφέρεται ως το καταλληλότερο μέτρο στην προκειμένη περίπτωση. Εφαρμοζόμενο επομένως το 1.50% στη πιο πάνω δαπάνη δίδει ποσό £41.841.-. Από αυτό θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των £34.071.- το οποίο οι ενάγοντες έχουν ήδη πληρωθεί οπότε παραμένει ποσό £7.770.-. Πρόκειται για το υπόλοιπο της εύλογης αμοιβής των εναγόντων στο οποίο θα πρέπει να προστεθεί 10% ως φόρος προστιθέμενης αξίας ήτοι ποσό £
  4. Οπότε το υπόλοιπο της εύλογης αμοιβής των εναγόντων συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. ανέρχεται στις £8.547.-. Για το ποσό αυτό οι ενάγοντες δικαιούνται απόφαση με νόμιμο τόκο ήτοι προς 8% ετησίως από τις 4.2.2002, ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, γεγονός που έλαβε χώρα σε σχετικά σύντομο χρόνο από τον τερματισμό της συμφωνίας στις 4.10.
  5. Παραμένει η αξίωση των εναγόντων για επιστροφή των πινάκων ποσοτήτων ή παρεμπόδιση της χρήσης τους από τον εναγόμενο ή για αποζημιώσεις για παραβίαση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχυρίζονται ότι έχουν σε σχέση με αυτούς. Βασίζεται στον όρο 4.4 της συμφωνίας ο οποίος προέβλεπε ότι το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) στους εν λόγω πίνακες διαφυλάσσετο προς όφελος των εναγόντων. Σχετικός με το θέμα αυτό είναι ο περί Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμος 59/76, όπως έχει τροποποιηθεί, ειδικά όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, από τον τροποποιητικό Νόμο 18(Ι)
  6. Ο πιο πάνω Νόμος προστατεύει την πνευματική ιδιοκτησία σε σχέση με έργα διαφόρων κατηγοριών, οι οποίες καθορίζονται σ΄ αυτό. Οι πίνακες ποσοτήτων που ετοιμάζει ένας επιμετρητής ποσοτήτων δεν εξειδικεύεται ως έργο που εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες που προβλέπει ο Νόμος όπως για παράδειγμα τα έργα αρχιτεκτονικής τα οποία εμπίπτουν στην γενικότερη κατηγορία των καλλιτεχνικών έργων. Ως πλησιέστερη κατηγορία σε σχέση με τους πίνακες ποσοτήτων θα μπορούσε να θεωρηθεί το «επιστημονικό έργο». Περιλαμβάνει πάσης επιστημονικής φύσεως έργο ανεξαρτήτως της επιστημονικής ποιότητας τούτου. Η διαπίστωση όμως ότι πράγματι εμπίπτουν στην πιο κάτω κατηγορία θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να γίνει με αναφορά σε μαρτυρία όσον αφορά τη φύση της διεργασίας για τον καταρτισμό τέτοιων πινάκων. Ήτοι προκειμένου να διαφανεί η επιστημονικότητα της εργασίας αυτής. Δεν είναι θέμα για το οποίο μπορεί να ληφθεί δικαστική γνώση και ούτε η αποδοχή της άλλης πλευράς ότι οι πίνακες ποσοτήτων αποτελούν «έργο» εντός της έννοιας του πιο πάνω Νόμου είναι δεσμευτικό για το δικαστήριο. Επομένως, εν όψει της απουσίας μαρτυρίας, όπως αναφέρεται πιο πάνω δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι συγκεκριμένοι πίνακες ποσοτήτων που ετοίμασαν οι ενάγοντες μπορεί να τύχουν της προστασίας του εν λόγω Νόμου. Υπάρχει και άλλος λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να επιτύχει η σχετική αξίωση των εναγόντων. Σύμφωνα με το άρθρο 7
(1)του Νόμου το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας σε κάποιο επιστημονικό κλπ έργο, "συνίσταται στο αποκλειστικό δικαίωμα ελέγχου της διενέργειας στη Δημοκρατία οποιασδήποτε από τις ακόλουθες πράξεις: της αναπαραγωγής σε οποιαδήποτε μορφή, πώλησης, ενοικίασης, διανομής, ... διασκευής και οποιασδήποτε άλλης προσαρμογής ολόκληρου του έργου ή ουσιώδους τμήματος του. Νοείται ότι το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας σε οποιοδήποτε τέτοιο έργο δεν περιλαμβάνει το δικαίωμα ελέγχου." Η τελευταία επιφύλαξη αποκλείει το γενικό δικαίωμα ελέγχου που θα μπορούσε να έχει ο δημιουργός του έργου για καθετί που θα μπορούσε να διενεργηθεί σε σχέση με αυτό. Και έτσι για παράδειγμα το δικαίωμα ελέγχου όσον αφορά τη χρήση του από πρόσωπο στη θέση του εναγομένου αποκλείεται. Στην προκειμένη περίπτωση το μόνο για το οποίο οι ενάγοντες φαίνεται να ανησυχούσαν είναι για τη χρήση των πινάκων ποσοτήτων από τον εναγόμενο. Αυτού του είδους η επέμβαση όπως ήδη λεχθεί εξαιρείται από την προστασία του Νόμου. Εν πάση περιπτώσει, ούτε και για τη πτυχή αυτή έχει δοθεί μαρτυρία, με την οποία να καταδειχθεί ποια μορφή της πνευματικής ιδιοκτησίας των εναγόντων επί των πινάκων ποσοτήτων έχει παραβιασθεί και πως. Συναφώς προς τα πιο πάνω επισημαίνεται ότι οι ενάγοντες με τη συμφωνία επιφύλαξαν το δικαίωμα τους στην πνευματική ιδιοκτησία και όχι στην ιδιοκτησία των ιδίων των πινάκων. Συνεπώς, για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω οι αξιώσεις των εναγόντων αναφορικά με τους εν λόγω πίνακες ποσοτήτων αποτυγχάνουν πλήρως και από κάθε άποψη. Εν όψει των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για ποσό £8.547.- με τόκο προς 8% ετησίως από τις 4.2.2002 μέχρι εξόφλησης. Επίσης, ο εναγόμενος διατάσσεται να καταβάλει τα έξοδα των εναγόντων στην παρούσα αγωγή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στη κλίμακα την οποία εμπίπτει το πιο πάνω επιδικασθέν ποσό. (Υπ). .................................... Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.