← Κύπρος

Presor Corporation Ltd ν. ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ «ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ» (ΑΕΚ Π.Α.Ε.), Αγ. Αρ. 561/05, 30  Σεπτεμβρίου 2005

Presor Corporation Ltd ν. ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ «ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ» (ΑΕΚ Π.Α.Ε.), Αγ. Αρ. 561/05, 30 Σεπτεμβρίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2005:A5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ Αγ. Αρ. 561/05 ΜΕΤΑΞΥ:- Presor Corporation Ltd ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ - και - ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ «ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ» (ΑΕΚ Π.Α.Ε.) ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ---------------------------- Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2005 Αίτηση ημερ. 4.4.05 για ακύρωση άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας Για Εναγομένη-Αιτήτρια: κ. Κρ. Κυθραιώτου Για Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Κυρ. Ορφανίδης ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η εναγόμενη-αιτήτρια εξαιτείται από το Δικαστήριο:- (Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει τα διατάγματα που το Δικαστήριο έκδωσε στην παρούσα αγωγή με τα οποία επετράπη η σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος, η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος προς την αιτήτρια στην Ελλάδα και εκείνο με το οποίο η αιτήτρια διετάχθη να καταχωρήσει εμφάνιση. (Β) Διάταγμα που να ακυρώνει την επίδοση στην αιτήτρια της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στην Ελλάδα για το λόγο ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είχαν δικαιοδοσία να εκδώσουν τα ως άνω διατάγματα. (Γ) Διάταγμα που να διατάσσει την αναστολή και/ή την απόρριψη της αγωγής λόγω ακαταλληλότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στη Δ.6 θ.θ 1,4,5 και 16, Δ.16 θ.9 και Δ.48 θ.θ. 1,2,3 και 13 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60και τον Κανονισμό (Ε.Κ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ΚΕΦ. Ι και ΙΙ και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Δημητρέλου ο οποίος είναι μέλος του Δ.Σ. της Αιτήτριας. Σ΄ αυτή αναφέρει, εν συνόψει, τα εξής:- - Η αιτήτρια είναι Ελληνική Ανώνυμος Εταιρεία με έδρα την Αθήνα - Η ενάγουσα επέδωσε στην εναγομένη στις 24.2.05 στην Αθήνα ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο καθώς και αντίγραφο του μονομερούς διατάγματος το οποίο εξεδόθη στις 24.1.05, με συστημένη επιστολή. - Από νομική συμβουλή που λαμβάνει, το Δικαστήριο λανθασμένα επέτρεψε την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος χωρίς να υπάρχει ενώπιον του η αναγκαία μαρτυρία ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της Δ.6 θ.1 και συνεπώς εσφαλμένα δόθηκε άδεια για επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας της Κύπρου. - Όχι μόνο η ενάγουσα δεν απεκάλυψε ουσιώδη γεγονότα στο Δικαστήριο αλλά και το παραπλάνησε εφόσον εσκεμμένα ισχυρίστηκε στο κλητήριο ένταλμα ότι η συμφωνία ημερ. 1.7.2003 αλλά και οι μεταγενέστερες συμφωνίες ημερ. 5.7.2003 και 9.2.2004 που αναφέρονται έγιναν στην Κύπρο, ενώ αυτές υπεγράφησαν στην Αθήνα όπου η ενάγουσα αντιπροσωπευόταν από τον κ. Κωνσταντίνο Μπότο, κάτοικο Αθηνών. - Από νομική συμβουλή που λαμβάνει τα κατάλληλα δικαστήρια είναι τα ελληνικά αφού: (α) Η έδρα της εναγομένης βρίσκεται στην Αθήνα. (β) Η δίκη της υπόθεσης στην Ελλάδα θα είναι λιγότερο δαπανηρή και θα επιφέρει λιγότερη ταλαιπωρία στους μάρτυρες της εναγομένης που βρίσκονται όλοι στην Ελλάδα αλλά και ο κύριος μάρτυρας της ενάγουσας κ. Μπότος Κωνσταντίνος, ο οποίος υπέγραψε εκ μέρους της ενάγουσας όλες τις επίδικες συμφωνίες, κατοικά στην Αθήνα. (γ) Η ενάγουσα δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά και ταλαιπωρία από την εκδίκαση της υπόθεσης στην Ελλάδα. (δ) Οι συμφωνίες, θα πρέπει να διέπονται από το Ελληνικό Δίκαιο αφού αυτές υπεγράφησαν στην Αθήνα όπου και θα εκτελούντο. - Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή σύμφωνα με τον Κανονισμό (Ε.Κ.) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ΚΕΦ. Ι και ΙΙ ο οποίος εφαρμόζεται και στην Κύπρο. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην αίτηση καταχωρήθη ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.6(ι)(h), Δ.16, θ.9, Δ.48 θ.θ.1-4,9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής:

  1. Η αίτηση είναι εκπρόθεσμη.
  2. Ο ενάγοντας ακολούθησε την προβλεπόμενη και ορθή από τους θεσμούς διαδικασία.
  3. Η εναγομένη αποδέχθηκε την εγκυρότητα και νομιμότητα της διαδικασίας.
  4. Η εναγομένη χρησιμοποιεί τη διαδικασία καταχρηστικά με σκοπό την καθυστέρηση.
  5. Αρμοδιότητα έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια και όχι τα Δικαστήρια της Ελληνικής Δημοκρατίας.
  6. Η εναγομένη αποδέκτηκε την αρμοδιότητα των Κυπριακών Δικαστηρίων. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Βικτώριας Χριστοδουλίδου δικηγόρου στο δικηγορικό Οίκο της ενάγουσας. Σ΄ αυτή αναφέρεται εν πρώτοις στο ιστορικό της παρούσας υπόθεσης ως εξής:- - Προ της καταχώρησης της παρούσας αγωγής και λόγω του ότι επρόκειτο να επιδοθεί στην Ελλάδα εξασφαλίστηκε διάταγμα από το Δικαστήριο το οποίο επέτρεπε την σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος. Μετά την έκδοση του διατάγματος αυτού καταχωρήθηκε στις 20.1.05 η παρούσα αγωγή. - Στις 24.1.05 κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας, εξασφαλίστηκε από το Δικαστήριο διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης το οποίο επέτρεπε την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στην εναγομένη διά διπλοσυστημένης επιστολής στην Ελλάδα. Το εν λόγω διάταγμα διάτασσε περαιτέρω την εναγόμενη όπως καταχωρήσει εμφάνιση εντός 15 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος. - Η ειδοποίηση του κλητηκρίου εντάλματος επιδόθηκε στην εναγομένη στις 23.2.
  7. Η εναγομένη δια μέσω των δικηγόρων της καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία στις 3.3.05 και στις 4.4.05 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. - Η διαδικασία που ακολούθησε η εναγομένη δεν είναι ορθή και σύμφωνη με τους θεσμούς. Προκειμένου να ακυρώσει τα πιο πάνω διατάγματα θα έπρεπε είτε συμφώνως της Δ.16 θ.9 να προβεί, χωρίς την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης διαμαρτυρίας στην επίδικη αίτηση για ακύρωση, είτε θα έπρεπε ταυτόχρονα με την καταχώρηση του σημειώματος εμφανίσεως υπό διαμαρτυρία να προβεί στην καταχώρηση της επίδικης αίτησης. Η εναγομένη προέβη σε καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και ένα μήνα μετά κατεχώρησε την παρούσα αίτηση. Η επίδικη αίτηση θα έπρεπε να καταχωρηθεί τυατόχρονα με το σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. - Με τη συμπεριφορά της η εναγομένη αποδέχθηκε και υπάχθηκε στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων και εμποδίζεται από του να διεκδικά την ακύρωση των πιο πάνω διαταγμάτων. ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ ΠΡΟΣ ΕΞΕΤΑΣΗ:- Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας σε σχετική νομολογία και αυθεντίες. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τα σημεία που έχουν εγερθεί:- (Ι) Κατά πόσο η εναγομένη ακολούθησε την ορθή και προβλεπόμενη διαδικασία για καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Θεωρώ σκόπιμο να αρχίσω την εξέταση της υπό κρίση αίτησης με αναφορά στο πλαίσιο της Δ.16 θ.9 εφόσον ο βασικός λόγος ένστασης που προτάθηκε ήταν ότι η εναγομένη δεν ακολούθησε την ορθή διαδικασία. Η Δ.16 θ.9 έχει ως εξής:- «A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service." Από προσεκτική εξέταση των προνοιών της Δ.16 θ.9 προκύπτει ότι ένας εναγόμενος δικαιούται να κάνει ένα από τα ακόλουθα πράγματα: Πρώτον, δικαιούται πριν καν εμφανισθεί (δηλαδή πριν να καταχωρήσει συνήθη εμφάνιση) να αιτηθεί δια κλήσεως στο Δικαστήριο για παραμερισμό της επίδοσης σ' αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση. Ο δεύτερος τρόπος ενέργειας είναι να λαμβάνεται η προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και μετέπειτα να καταχωρείται αίτηση δια κλήσεως προς ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσης αυτού. Ο μηχανισμός γι΄ αυτό προσφέρεται με τη Δ.48 θ.8(ι)(r1) των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που συνδυαζόμενη με τη Δ.16 θ.9 δίνει την ευχέρεια στον εναγόμενο να καταχωρήσει μονομερή αίτηση για λήψη άδειας καταχώρησης της εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Παρά το ότι η Δ.16 θ.9 δεν προνοεί ο,τιδήποτε περί χρονικών προθεσμιών μέσα στις οποίες ο εναγόμενος οφείλει να αιτηθεί από το Δικαστήριο την ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσης του είναι αναγκαίο από το ίδιο το Δικαστήριο όταν χορηγεί την αιτούμενη άδεια για καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία να καθορίσει το χρόνο εντός του οποίου θα πρέπει να καταχωρηθεί η δια κλήσεως αίτηση για εξέταση των ισχυρισμών του εναγομένου. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση G.J. Magdon Ltd v. A.L. METAL TRADING LTD

(2001)1 Α.Α.Δ 2064 η Δ.16 θ.9 και η νομολογία αποσκοπούν στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και ένα τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο. Στην υπό εξέταση υπόθεση, όπως προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα, η εναγομένη στις 4.03.05 υπέβαλε μονομερή αίτηση για να λάβει άδεια από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και έλαβε τέτοια άδεια για περίοδο 30 ημερών, οπόταν στις 4.4.05, πριν τη συμπλήρωση της περιόδου των 30 ημερών, κατεχώρησε την υπό κρίση Αίτηση παραμερισμού. Με βάση τα πιο πάνω διαπιστώνω ότι η εναγομένη ακολούθησε την ορθή και προβλεπόμενη διαδικασία όπως αυτή σκιαγραφήθηκε ανωτέρω. (ΙΙ) Το θέμα της επάρκειας στοιχείων που είχαν δοθεί στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το θέμα της επάρκειας των στοιχείων που είχαν διατεθεί για υποστήριξη της αίτησης για άδεια επίδοσης. Απ' ό,τι έχω αντιληφθεί δεν εγείρεται από πλευράς εναγομένης ότι η εγειρόμενη αιτία αγωγής, το επίδικο θέμα, δεν φαίνεται να εμπίπτει σε μια από τις περιπτώσεις οι οποίες σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.6 θ.1, θα δικαιολογούσαν την χορήγηση άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Συγκεκριμένα, φαίνεται να εμπίπτει η παρούσα αγωγή κάτω από τις πρόνοιες της Δ.6 θ.1(e) οι οποίες αναφέρονται σε διεκδικήσεις γύρω από παράβαση σύμβασης. Το παράπονο της εναγομένης είναι ότι δεν παρατέθηκε τέτοια μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις που θέτει η Δ.6 θ.1. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ναυτοδικείου Amathus Ltd v. Concord Liners κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ 1030 στη σελ. 1034 η πίστη αφ' εαυτής στην ύπαρξη καλής υπόθεσης από τον ομνύοντα δεν αρκεί. Επιβάλλεται η στοιχειοθέτηση της με μαρτυρία. Το Δικαστήριο σε αιτήσεις για επίδοση στο εξωτερικό εκτός του ότι θα πρέπει να τις εξετάσει με τη δέουσα προσοχή, δεν αποφασίζει κατά πόσο ο ενάγων θα επιτύχει στην αγωγή του αλλά περιορίζεται στην ανεύρεση μιας εκ πρώτης όψεως υπόθεσης με βάση τη μαρτυρία που παρέχεται επί τη βάσει των ενόρκων δηλώσεων. Το Δικαστήριο για να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.6,θ.1, θα πρέπει να προσφέρεται πλήρης και λεπτομερής ένορκη δήλωση σε στήριξη της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Zachariades & Pantelides Eterprise Ltd v. FIAT AUTO SPA
(2000)1(A) A.A.Δ 447 με αναφορά στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ σελ. 596:- «..... η ύπαρξη των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν.» Η αποκάλυψη αιτίας αγωγής εξαρτάται από τα αντικειμενικά συμπεράσματα που εξάγονται από τα γεγονότα τα οποία παρατίθενται στην ένορκη δήλωση και όχι από την εξέταση της ουσίας του πραγματικού υπόβαθρου.[1] H φράση «καλό αγώγιμο δικαίωμα έχει ερμηνευθεί και ως «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» και είναι αρκετό αν υπάρχει αυτή η εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή συζητήσιμη υπόθεση με την έννοια ότι, αν δεν αντικρουσθεί, ο ενάγων θα δικαιούται σε απόφαση για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.[2] Εξετάζοντας με προσοχή το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Ανδρέα Λεωνίδου ημερ. 20.1.05 ενός εκ των δικηγόρων της ενάγουσας μέσω της οποίας είχαν προσφερθεί τα στοιχεία μαρτυρίας προς στοιχειοθέτηση ύπαρξης καλής υπόθεσης παρατηρώ ότι ο ισχυρισμός του ομνύοντος ότι η ενάγουσα έχει πολύ καλή και βάσιμη υπόθεση εναντίον της εναγομένης από μόνος του δεν αρκεί αν δεν παραθέσει προηγουμένως στοιχεία για απόδειξη ύπαρξης ή όχι καλής υπόθεσης. Αυτό που έχει πράξει ο ομνύων στην προκειμένη περίπτωση είναι να παραπέμψει απλώς στο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης στο κλητήριο το οποίο βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου.[3] Όπως έχει νομολογηθεί η υιοθέτηση ενόρκως του περιεχομένου αίτησης ή δικογραφήματος δεν το καθιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου.[4] Πολύ πρόσφατα η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε και επαναλήφθηκε στην υπόθεση Γιώργος Καϊμης ν. Euroinvestment & Finance Ltd Π.Ε. 11695 ημερ. 30.11.2004, όπου κρίθηκε ότι η υιοθέτηση του περιεχομένου της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που θα προσφερόταν προς τεκμηρίωση της θέσης του εφεσείοντα, αν τούτο αποτελούσε παραδεκτή μαρτυρία, δεν παρείχε υπό τις περιστάσεις νόμιμο έρεισμα στην ένσταση του στο αίτημα για έκδοση συνοπτικής απόφασης.[5] Έτσι και εδώ η παραπομπή στο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης δεν την καθιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα να μην έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η αναγκαία μαρτυρία προς στοιχειοθέτηση ύπαρξης καλής υπόθεσης και γενικότερα των προϋποθέσεων που απαιτούνται με βάση τη Δ.6 θ.1, όπως επεξηγήθηκε ανωτέρω. Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτητές όφειλαν να παρουσιάσουν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία ως προς τα εξής:- (i) Ποια ήταν η ισχυριζόμενη συμφωνία, με ποιους ή για ποιους έγινε και τι προνοούσε ρητά ή εξυπακουόμενα. (ii) Πότε έγινε ακριβώς και πού. (iii) Γιατί κατά τον ισχυρισμό της ενάγουσας υπήρξε παράβαση της συμφωνίας. Η πιο πάνω διαπίστωση οδηγεί άνευ ετέρου στην ακύρωση του διατάγματος με το οποίο επετράπη η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος προς την εναγομένη στην Ελλάδα ως και του διατάγματος με το οποίο η εναγομένη διατάχθηκε να καταχωρήσει εμφάνιση. (ΙΙΙ) Το θέμα της ισχυριζόμενης μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων κατά την υποβολή της μονομερούς αίτησης. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το θέμα που καθάπτεται της εγκυρότητας του εκδοθέντος διατάγματος και αφορά στην ισχυριζόμενη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων κατά το μονομερές στάδιο της αίτησης που οδήγησε στο υπό κρίση διάταγμα. Η νομολογία πάνω στο θέμα αυτό είναι καλά θεμελιωμένη. Αξίζει να υπομνηστεί εδώ η αρχή που καθιερώθηκε σε αριθμό αποφάσεων ότι σε αιτήσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας υφίσταται υποχρέωση για ειλικρινή αποκάλυψη όλων των σημαντικών στοιχείων με βάση τα οποία το Δικαστήριο θα κληθεί να ασκήσει τη διακριτική εξουσία που έχει στο προκείμενο. Όπως τονίστηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στην υπόθεση The Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet) Bv κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ 219: «Η raison d` etre του κανόνα είναι ότι η επίδοση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας θεωρείται επέμβαση στην κυριαρχία ξένου κράτους και η έννοια της αβροφροσύνης στις διεθνείς σχέσεις (Comitas) επιβάλλει στα ημεδαπά Δικαστήρια προσεκτική εξέταση κάθε περίπτωσης και πιστή συμμόρφωση προς τους κανόνες που καθιστούν επιτρεπτή την επίδοση ....................................................................... .............................................................. Παρεπιπτόντως η αρχή που επιτάσσει την παράθεση των ουσιαστικών περιστατικών έχει ευρύτερη εφαρμογή και καλύπτει πλην των επιδόσεων και όλες τις περιπτώσεις αιτήσεων χωρίς κοινοποίηση στον αντίδικο. ................» Όπως λέχθηκε επίσης στην υπόθεση Δημητρίου ν. Dolphin Insurance κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ 351: «Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου περιορίζεται εντός της περιοχής της επικράτειας και σε υπηκόους της Δημοκρατίας εκτός αυτής. Η δικαιοδοσία πάνω σε πρόσωπα που ευρίσκονται εκτός ενός Κράτους και δεν έχουν την ιθαγένεια του είναι δημιούργημα του περασμένου αιώνα. Το Δικαστήριο αναλαμβάνει τη δικαιοδοσία αυτή με πολλή προσοχή και περίσκεψη, ύστερα από άσκηση διακριτικής ευχέρειας με βάση ορισμένους κανόνες. Τη διακριτική του ευχέρεια την ασκεί σε αίτηση που υποβάλλει ο ενάγων στην απουσία του άλλου μέρους, ex parte με παρέκκλιση από τη γενική αρχή του δικαίου audi alteram partem. Τούτο είναι αναγκαίο για την ευχερή λειτουργία των μηχανισμών της δικαιοσύνης. Η διαδικασία αυτή επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιροή στη δικαστική κρίση. .................................................. .......................................» Αναφορά μπορεί να γίνει περαιτέρω στα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 A.A.Δ 596 και επιβεβαιώθηκε και στην Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v. FIAT Auto SPA
(2000)1(Α) Α.Α.Δ 447, σε σχέση με την υποχρέωση ενός διαδίκου που επιζητεί επί τη βάσει μονομερούς αίτησης στη χορήγηση θεραπείας. Η αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που δυνατό να επενεργήσουν στην κρίση του Δικαστηρίου για την άσκηση της εξουσίας του είναι αναγκαία. Δεν είναι, βεβαίως, κάθε παράλειψη που συνιστά παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Ό,τι χρειάζεται είναι να καταδειχθεί ότι δεν απεκαλύφθησαν ουσιώδη γεγονότα τα οποία εξ' αντικειμένου θα βάρυναν στη σκέψη του Δικαστηρίου όταν εξετάζει τη μονομερή αίτηση. Η εναγόμενη παραπονείται ότι η ενάγουσα παραπλάνησε εσκεμμένα ισχυρισθείσα στο κλητήριο ένταλμα ότι η συμφωνία ημερ. 1.7.03 αλλά και οι μεταγενέστερες συμφωνίες ημερ. 5.7.03 και 9.2.04 που αναφέρονται στο κλητήριο ένταλμα της ενάγουσας έγιναν στην Κύπρο ενώ αυτές υπεγράφησαν στην Αθήνα όπου η ενάγουσα αντιπροσωπευόταν από τον κ. Κωνσταντίνο Μπότο κάτοικο Αθηνών και επισυνάπτει αντίγραφο των εν λόγω συμφωνιών ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ 1,2 και 3 αντίστοιχα όπου αναγράφεται ότι ο τόπος υπογραφής των τριών συμφωνιών ήταν η Αθήνα. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία και γεγονότα ενώ στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η ενάγουσα εταιρεία ισχυρίζεται ότι την 1.7.03 καταρτίστηκε συμφωνία με την εναγόμενη εταιρεία στην Κύπρο και αναφέρεται και σε δύο άλλες γραπτές συμφωνίες που ακολούθησαν την 5.7.03 και 9.2.04 αντίστοιχα, και εν συνεχεία στη μονομερή αίτηση που υπέβαλε για εξασφάλιση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, υιοθετεί το περιεχόμενο του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, από τα στοιχεία που παραθέτει η εναγόμενη στην υπό κρίση αίτηση προκύπτει ότι οι εν λόγω συμφωνίες είχαν ως τόπο υπογραφής τους την Αθήνα. Αυτό προκύπτει από τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 1,2 και 3 που επισυνάπτει η εναγομένη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και τα οποία ομιλούν αφ' εαυτών. Ας σημειωθεί ότι οι σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του Ανδρέα Δημητρέλου που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ως και τα επισυνημμένα σε αυτή τεκμήρια δεν έχουν αμφισβητηθεί από την ενάγουσα στην ένσταση που καταχώρησε όπου το μοναδικό σημείο που θίγεται είναι το κατά πόσο ή όχι η εναγομένη ακολούθησε την προβλεπόμενη και/ή ορθή διαδικασία για καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι υπήρξε από πλευράς ενάγουσας απόκρυψη και/ή παραπλάνηση σε σχέση με γεγονότα εξ΄ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Ειδικότερα δεν αναφέρθηκε ότι οι επίδικες γραπτές συμφωνίες είχαν ως τόπο υπογραφής τους την Αθήνα και ούτε η ενάγουσα τις επισύναψε στην ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη της μονομερούς της αίτησης. Αντιθέτως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ήταν ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων έλαβε χώρα στην Κύπρο. Αν τα πιο πάνω στοιχεία ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου μπορούσε να ασκήσουν κάποια επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός από μόνος του οδηγεί άνευ ετέρου στην ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και καταχώρηση εμφάνισης. (IV) Tο θέμα της καταλληλότητας ή μη άσκησης δικαιοδοσίας από τα Κυπριακά Δικαστήρια Ένα άλλο ζήτημα που τέθηκε από την εναγομένη είναι το θέμα της καταλληλότητας ή μη άσκησης δικαιοδοσίας από τα Κυπριακά Δικαστήρια, το forum conveniens. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα έχουν αποδοθεί με ιδιαίτερη σαφήνεια και συνοπτική παρουσίαση στην υπόθεση Ναυτοδικείου ZEELAND NAVIGATION COMPANY LTD v. BANQUE WORMS
(2000)1(B) A.A.Δ 707. Αυτές θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως ακολούθως:- (Α) Βασική προϋπόθεση για εφαρμογή του forum non conveniens είναι η ύπαρξη δυνατότητας επιλογής μεταξύ των Δικαστηρίων δύο τουλάχιστον χωρών στο καθένα από τα οποία είναι δυνατό η κατάθεση και εκδίκαση της αγωγής.[6] (B) Ο εναγόμενος σε κάθε περίπτωση βαρύνεται με την ευθύνη να πείσει το Δικαστήριο ότι επιβάλλεται η αναστολή. Πρέπει να δείξει όχι μόνο ότι η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο forum αλλά ότι το άλλο forum καθαρά ή ευδιάκριτα είναι κατάλληλο.[7] (Γ) Το Δικαστήριο ασκώντας την κρίση του έχει να σταθμίσει πολλά στοιχεία. Σημαντικός παράγοντας είναι το εφαρμοστέο δίκαιο, η ύπαρξη εχεγγύων στο εναλλακτικό forum για καλή απονομή της δικαιοσύνης, ο εντοπισμός των μαρτύρων, η ευχερέστερη γενικά διεξαγωγή της δίκης, οι δαπάνες που συνεπάγεται μια δίκη. Δεν υπάρχει εξαντλητικός κατάλογος των κριτηρίων που λαμβάνονται υπόψη ούτε καθαρή καθοδήγηση ως προς την βαρύτητα που αποδίδεται στον καθένα.[8] Όπως περαιτέρω εξηγείται και στο σύγγραμμα Cheshire & North "Private International Law" 12η Έκδοση, για τη διακρίβωση του κατά πόσο υπάρχει ένα εμφανώς καταλληλότερο βήμα στο εξωτερικό η έρευνα αποσκοπεί στην εξεύρεση της χώρας με την οποία η αγωγή έχει την πραγματική και ουσιαστική σύνδεση.[9] Εντοπίζεται επίσης η καλά νομολογημένη αρχή σύμφωνα με την οποία το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον εναγόμενο όταν πρόκειται να δείξει ότι υπάρχει καταλληλότερο βήμα (forum) αλλού. Στην περίπτωση δε κατά την οποία δεν φαίνεται καθαρά πού υπάρχει αυτό το βήμα με την έννοια ότι δεν υπάρχει τόπος ο οποίος να συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά του φυσικού forum, το Δικαστήριο οφείλει να μην ικανοποιήσει το αίτημα αναστολής.[10] Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω το εγερθέν ζήτημα. Από τα ενώπιον μου τεθέντα γεγονότα και στοιχεία και ειδικότερα από τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 1,2 και 3 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του Αντρέα Δημητρέλου προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης διαπιστώνω ότι οι επίδικες συμφωνίες έχουν ως τόπο υπογραφής τους την Αθήνα στην Ελλάδα. Όπως ανάφερα και προηγουμένως αυτός ο ισχυρισμός που ξεκάθαρα προβάλλεται στην παράγρ. 6 της ένορκης δήλωσης του κ. Δημητρέλου δεν έχει αμφισβητηθεί από την ενάγουσα-καθ΄ ης η αίτηση. Ως προς το εφαρμοστέο στη συμφωνία δίκαιο, διαπιστώνεται κατ' αρχήν ότι τίποτε περί τούτου δεν προνοείτο στη συμφωνία των διαδίκων. Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Dicey & Morris "The Conflict of Laws" 9η έκδοση σελ. 722 σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο εφαρμόζει το αρμόζον δίκαιο (Proper Law) της σύμβασης. Σε περίπτωση κατά την οποία οι συμβαλλόμενοι είχαν εκφράσει την πρόθεση τους όπως εφαρμοστεί το δίκαιο συγκεκριμένης χώρας ή έστω αν τέτοια πρόθεση τους μπορεί να εξαχθεί καθαρά από την ίδια τη σύμβαση, ή από περιβάλλουσες καταστάσεις, αυτό το δίκαιο θα είναι το αρμόζον. Σε περιπτώσεις όπου ούτε το ένα έχει γίνει ούτε το άλλο είναι καθαρό, τότε το Δικαστήριο ερευνά ώστε να διαπιστώσει με πιο δικαϊκό σύστημα έχει η συναλλαγή τη στενότερη και πιο ουσιαστική σύνδεση. Συνήθης τακτική είναι να λαμβάνεται προς τούτο υπόψη ο παράγοντας του σε ποια χώρα έγινε η σύμβαση (lex loci contractus). Στην παρούσα υπόθεση σημαντικό είναι το γεγονός ότι οι επίδικες συμφωνίες φαίνεται να έχουν γίνει στην Αθήνα, δηλαδή στην Ελλάδα. Η δε εναγόμενη έχει ως έδρα της την Αθήνα. Άλλος σχετικός παράγοντας είναι ο τόπος όπου βρίσκονται μάρτυρες που θα αναμένεται να καταθέσουν στη δίκη. Για το θέμα αυτό άκρως διαφωτιστική είναι πάλι η ένορκη δήλωση του κ. Δημητρέλου από την οποία προκύπτει, και δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά, ότι ο κύριος μάρτυρας της ενάγουσας εταιρείας κ. Κωνσταντίνος Μπότος, ο οποίος υπέγραψε εκ μέρους της ενάγουσας όλες τις επίδικες συμφωνίες, κατοικεί στην Αθήνα. Ακόμη το γεγονός ότι όλοι οι μάρτυρες της εναγομένης εταιρείας βρίσκονται στην Ελλάδα. Το θέμα αυτό είναι άκρως σχετικό με τα έξοδα της δίκης εφόσον είναι αναμενόμενο ότι οι μάρτυρες αυτοί θα υποστούν έξοδα μετάβασης τους προς την Κύπρο για σκοπούς ακρόασης. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω γεγονότα και στοιχεία κρίνω ότι δεν είναι η Κύπρος το κατάλληλο forum εκδίκασης της αγωγής εναντίον της αιτήτριας-εναγομένης. Κ Α Τ Α Λ Η Ξ Η Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδονται διατάγματα ακύρωσης και παραμερισμού του διατάγματος ημερ. 24.1.05 με το οποίο επετράπη η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της ειδοποιήσεως του κλητηρίου εντάλματος και καθορίστηκε χρόνος εμφάνισης, καθώς και διάταγμα αναστολής της περαιτέρω διαδικασίας μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης. Όσον αφορά το θέμα που σχετίζεται με τη θεραπεία για ακύρωση του διατάγματος με το οποίο επετράπη η σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος θεωρώ ότι δεν μπορώ να το εξετάσω στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας εφόσον η άδεια για σφράγιση είχε υποβληθεί στο πλαίσιο προηγηθείσας Γενικής Αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται σε βάρος της ενάγουσας-καθ΄ ης η αίτηση και υπέρ της αιτήτριας-εναγομένης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\Lena\apofasis [1] Δέστε Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch."
(1987)1 C.L.R. 297. [2] Δέστε Δημητρίου ν. Dolphin Insurance κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ 351 όπου στη σελ. 356 λέχθηκαν: «Η φράση «καλό αγώγιμο δικαίωμα» έχει ερμηνευθεί ως εκ πρώτης όψεως υπόθεση (prima facie case). Δεν είναι αναγκαίο να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι ο ενάγων θα επιτύχει στην αγωγή του. Είναι αρκετό εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ή συζητήσιμη υπόθεση, με την έννοια ότι, εάν δεν αντικρουσθεί, ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση. Η παράθεση της συμβουλής του δικηγόρου, από μόνη της, δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση αυτή. Ο ενάγων πρέπει να παραθέσει στην ένορκη δήλωση του προς υποστήριξη της αίτησης γεγονότα με τα οποία το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει «καλό αγώγιμο δικαίωμα» (βλ. George D. Counnas Co Ltd and Sons Ltd v. Liz Israel Navigation Co Ltd Another
(1963)2 C.L.R 266, στη σελ. 268).» [3] "2. Έχω διαβάσει το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας υποθεσης μαζί με την έκθεση απαίτησης και τις λεπτομέρειες της και συμφωνώ πλήρως με το περιεχόμενο τους, το οποίο υιοθετώ και επαναλαμβάνω με την παρούσα ένορκη μου δήλωση. Περαιτέρω και/ή ειδικότερα αναφέρω και ως με πληροφορούν οι δικηγόροι των Εναγόντων πως οι Ενάγοντες έχουν πολύ καλή και βάσιμη υπόθεση εναντίον των Εναγομένων και η απαίτηση τους είναι γνήσια, δίκαιη και αληθής.» [4] Δέστε Μιχαηλίδης ν. Δρουσιώτη κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ 877, 882. [5] Δέστε INTERPARTEMENTAL CONCERN "URALMETROM" v. BESUNO LTD Π.Ε. 11524, ημερ. 24.2.04 [6] Δέστε Spiliada Maritime Corp v. Cansulex
(1983)3 All E.R. 843 όπου στη σελ. 854 λέχθηκε ότι: «The basic principle is that a stay will only be granted on the ground of forum non convenience where the court is satisfied that the is some other available forums, having competent jurisdiction, which is the appropriate forum for trial of the action ie in which the case may be tried more suitably for the interest of all the parties and the ends of justice." [7] Δέστε The Atlantic Star
(1973)2 All E.R 175, Mcshannon v. Rockware Glass Ltd
(1978)1 All E.R 625, Trendex Trading Corporation v. Credit Suisse
(1981)3 All E.R 520, The Abidin Daver
(1984)1 All E.R 470 και Muduroglu v. TC Ziraat Bankasi
(1986)3 All E.R 682. [8] Όπως αναφέρεται στην Spiliata (πιο πάνω) από το Λόρδο Τempleman στη σελ. 846: «The factors which the court is entitled to take into account in considering whether one forum is more appropriate are legion. The authorities do not, perhaps cannot, give any clear guidance as to how these factors are to be weighted in any particular case..." Στη συνέχεια στην ίδια υπόθεση απαριθμούνται μερικοί παράγοντες: "the availability of witnesses .., the law governing the relevant transaction., the places where the parties respectively reside or carry on business, and whether the plaintiff can obtain justice in the foreign jurisdiction." [9] Δέστε σελ. 224: "In ascertaining whether there is a clearly appropriate forum abroad the search is for the country with which the action has the most real and substantial connection. The court will look for connecting factors and these will include not only factors affecting convenience or expense (such as availability of witnesses), but also other factors such as the law governing the relevant transaction..., and the place where the parties respectively reside or carry on business." [10] Δέστε European Asian Bank A.G v. Punjab and Sind Bank
(1982)2 Lloyd`s Rep. 356 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.