G Z ENGINEERS LIMITED ν. AMERON BV - LTD, Αρ. Αγωγής: 6512/04, 31 Οκτωβρίου, 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2005:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6512/04 Μεταξύ: G & Z ENGINEERS LIMITED, εκ Λευκωσίας Ενάγοντες - και - AMERON BV - LTD, εξ Αγγλίας Εναγομένων Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου, 2005. Αίτηση Ημερομηνίας 22/3/05 για Παραμερισμό Επίδοσης Κλητήριου Εντάλματος. Εμφανίσεις: Για τους αιτητές: Ο κ. Α. Γαβριηλίδης. Για τους καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Γ. Παπαθεοδώρου. ----------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ζητείται ο παραμερισμός επίδοσης της ειδοποίησης του κλητήριου εντάλματος στους αιτητές ("η ειδοποίηση"), η οποία έλαβε χώρα στην Αγγλία στις 4.2.05, βάσει δικαστικού διατάγματος που εκδόθηκε στις 9.7.04 ("το διάταγμα"), μετά από μονομερή αίτηση των καθ' ων η αίτηση, ημερομηνίας 6.7.04 ("η μονομερής αίτηση"). Τρία είναι τα κυριότερα επιχειρήματα των αιτητών· πρώτον, ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή και αρμοδιότητας να εκδικάσει την αγωγή με αποτέλεσμα, η επίδοση της ειδοποίησης να χρήζει ακύρωσης αφού, το γεγονός, αποτελεί στοιχείο ουσιώδες σε ό,τι αφορά όχι μόνον σε αυτά που στήριξαν τη μονομερή αίτηση αλλά και σε όσα άλλα διαδικαστικά διαβήματα επακολούθησαν· δεύτερον, ότι η μονομερής αίτηση δεν είχε στηριχθεί πάνω στους κανονισμούς 44/01 και 1348/00 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αποτέλεσμα, ούτως ή άλλως, να καταπίπτει σε βαθμό ακυρότητας και το όποιο δικαιοδοτικό υπόβαθρο της αίτησης και τρίτον, ότι κατά την υποβολή της, έγινε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων σε έκταση και βαθμό ακυρότητας του διατάγματος. Οι καθ' ων η αίτηση αντιτείνουν ότι όλα συνηγορούν σε απόρριψη της αίτησης. Προβάλλεται η θέση ότι, όχι μόνον τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα δικαιολογούσαν την έκδοση του διατάγματος, αλλά και η προκύπτουσα διάσταση σε σχέση με το δικαιοδοτικό ζήτημα είναι τέτοια, που μόνον κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της διαφοράς θα μπορούσε να αποφασιστεί. Εισηγούνται επίσης ότι παρόλο που, πράγματι, δεν έγινε αναφορά στο σώμα της μονομερούς αίτησης στους κανονισμούς 44/01 και 1348/00, δεν έχει, ως εκ του γεγονότος, αποδειχθεί ή καταδειχθεί δυσμενής επηρεασμός των αιτητών, με αποτέλεσμα να μην ευσταθεί η εισήγηση τους για ακυρότητα. Σε ό,τι αφορά στο θέμα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, προτείνουν ότι τίποτε απ' όσα προβάλλουν οι αιτητές δε θα μπορούσε, από αντικειμενική σκοπιά ιδωμένων των πραγμάτων, να οδηγήσει σε αποδοχή του αιτήματος. Επιπροσθέτως, υποβάλλουν ότι το γεγονός της καταχώρησης εμφάνισης σε χρόνο μεταγενέστερο του προβλεπόμενου στο διάταγμα, καθιστά άκυρη τόσον την εμφάνιση αυτή καθ' αυτή όσον και κάθε μεταγενέστερη διαδικασία. Αξιολόγησα τις εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων όπως και κάθε τι στο οποίο γίνεται αναφορά στην αίτηση και ένσταση και στις συνοδευτικές ένορκες δηλώσεις. Έλαβα, επίσης υπόψη, στο βαθμό που τούτο είναι επιτρεπτό στο παρών διαδικαστικό στάδιο, την προφορική μαρτυρία του Γεώργιου Χατζηπαυλή (ο οποίος προέβη στη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση), όπως τούτη προέκυψε κατά την αντεξέτασή του από τον κ. Γαβριηλίδη. Αναφορικά με το ζήτημα της δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας για εκδίκαση της αγωγής, αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί στο τελικό στάδιο εκδίκασης της αγωγής και όχι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας αφού απουσιάζει το αναγκαίο και κοινώς αποδεχτό πραγματικό υπόβαθρο, πέραν ασφαλώς του γεγονότος ότι ούτε και η έκθεση απαιτήσεως δίδει τα αναγκαία ερείσματα για κάτι τέτοιο (βλ. Σωκράτους ν. Σοφοκλέους
(1995)1 Α.Α.Δ. 1095). Σε σχέση με το ζήτημα της καταχώρισης του σημειώματος εμφάνισης σε χρόνο μεταγενέστερο του προβλεπόμενου στο διάταγμα, διαπιστώνει κανείς ότι η Δ.5 θ10 - η οποία άπτεται του συζητούμενου - ρυθμίζει απλώς τα επακόλουθα της μη εμφάνισης εντός του προσδιορισθέντος χρόνου και τα της ειδοποίησης και καθυστέρησης των διαδικασιών που ακολουθούν και όχι το ουσιαστικό δικαίωμα των αιτητών να αντιπροσωπευθούν από δικηγόρο σε οποιονδήποτε κατοπινό στάδιο. Η θεώρηση αυτή προκύπτει από μια απλή γραμματική ερμηνεία της σχετικής διαταγής. Για τα περί της παράλειψης αναφοράς στους κανονισμούς του συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συγκλίνω με τη θέση των αιτητών ότι, υπό τις περιστάσεις, αυτή κρίνεται ως καταλυτικής σημασίας αφού είναι, πλέον, αυτοί οι κανονισμοί που ενεργοποιούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου επί του ζητήματος και όχι Δ.6 θ1. Οι εν λόγω κανονισμοί αποτελούν από της κυρώσεως τους στις 25.7.03, με τον Περί της Συνθήκης Προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση Κυρωτικό Νόμο 35
(111)/03, μέρος του ημεδαπού δικαίου με αυξημένη ισχύ έναντι των νόμων και κανονισμών της Κυπριακής Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων και των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Στη Μιχαήλ ν. Σκορδή
(2003)1(β) Α.Α.Δ. 1108, διαπιστώθηκε ότι οι κανονισμοί πάνω στους οποίους είχε στηριχθεί η αίτηση δεν ενεργοποιούσαν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί της αίτησης, μεμπτότητα η οποία κρίθηκε ότι θα δικαιολογούσε την απόρριψη της χωρίς οτιδήποτε άλλο. Προκύπτει επίσης από τη Bank of Foreign Trade of Russian Federation "Vneshkorgbank" v. ICC Chemicals (UK) Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1728, ότι η παράλειψη αιτητή να στηρίξει την αίτησή του στις ορθές νομοθετικές διατάξεις ή στους ορθούς θεσμούς οδηγεί σε απόρριψη της, χωρίς δυνατότητα περίσωσης από τις διατάξεις της Δ.64. Ορθώς ο κ. Γαβριηλίδης εντόπισε κάποια ασυνέπεια στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του ζητήματος, προκύπτουσα, κατά κύριον λόγο, από τα αναφερθέντα στην απόφαση Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 366, όπου κρίθηκε ότι η παράλειψη αναφοράς στο άρθρο 42 του Ν14/60, μέσα στα πλαίσια αίτησης για παρακοή διατάγματος, συνιστούσε απλή παρατυπία την οποία το Δικαστήριο είχε διακριτική εξουσία να θεραπεύσει βάσει της Δ.
- Σε αντίθεση όμως με το τι έγινε στην Vneshkorgbank, το εφετείο δεν εξέτασε το κατά πόσον θα ήταν δίκαιο να παραβλέψει τη σχετική παράλειψη αφού κατάληξε ότι, τελικώς, οι εφεσίβλητοι, ως εκ της συμπεριφοράς που επέδειξαν κατά τη διαδικασία, είχαν παραιτηθεί από το συναφές τους δικαίωμα μια και δεν είχαν εγείρει θέμα εσφαλμένης δικονομικής βάσης της αίτησης σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Σχετικό με αυτό είναι και το γεγονός ότι στην Vneshkorgbank, το εφετείο εντρύφησε εκτενώς επί του ζητήματος, σε αντίθεση με το τι έγινε στην Wunderlich, όπου δεν αναλύθηκε το ζήτημα. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τόσον η Vneshkorgbank όσον και η Σκορδής, είναι μεταγενέστερες της Wunderlich, παρά το γεγονός ότι στην Σκορδής δεν γίνεται καμιά αναφορά στις δυο προηγούμενες, όπως ούτε και η Vneshkorgbank, στην Wunderlich. Η κατάληξη αυτή οδηγεί, χωρίς άλλο, σε επιτυχία της αίτησης. Το αποτέλεσμα δε θα άλλαζε ακόμη και αν εφαρμόζονταν οι διατάξεις της Δ.64, αφού η παράλειψη αναφοράς στους κανονισμούς δε μπορεί να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία, παρά μόνον ως θεμελιώδης, δεδομένης της διαφοράς στο περιεχόμενο και υφή με τη Δ.6 θ
- Η εξέλιξη των νομικών πραγμάτων στην Κύπρο με την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η συναφής με αυτή αλλά και ανεξαρτήτως τούτης, ανάπτυξη της νομολογίας καθώς και η εισροή και θέσπιση, σωρηδόν, νέων νομοθετημάτων και κανονισμών, σε συνδυασμό με την περιπλοκότητα που διέπει σήμερα τις συναλλαγές και τις δικαστικές διαδικασίες, όπως και ο μεγάλος όγκος υποθέσεων που κατακλύζουν τα Δικαστήρια, με το πλήθος των πολυσχιδών αναφορών σε διάφορα ζητήματα προς δικανική απόφανση, καθιστούν ακόμη μεγαλύτερη την υποχρέωση των συνηγόρων κατά την προώθηση των υποθέσεών τους, για ενδελεχή και ακριβή παραπομπή του Δικαστηρίου σε όλες τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις και νομολογία που περιβάλλουν τις αξιώσεις και αιτήματά τους. Δυστυχώς αυτό δεν έγινε κατά την προώθηση της μονομερούς αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα την περιπλοκή των πραγμάτων. Στην Copeland v. Smith and Another
(2000)1 All E.R. 457, 462 αναφέρθηκε: "In these circumstances it is quite essential for advocates who hold themselves out as competent to practise in a particular field to bring and keep themselves up to date with recent authority in their field. By "recent authority" I am not necessarily referring to authority which is only to be found in specialist reports, but authority which haw been reported in the general law reports. If a solicitors' firm or barristers' chambers only take one set of the general reports, for instance the Weekly Law Reports as opposed to the All England Law Reports, or the All England Law Reports as opposed to the Weekly Law Reports, they should at any rate have systems in place which enable them to keep themselves up to date with cases which have been considered worthy of reporting in the other series. If this is not done, judges may be getting the answer wrong through the default of the advocates appearing before them. The English system of justice has always been dependent on the quality of the assistance that advocates give to the bench. This is one of the reasons why, in contrast to systems of justice in other countries, English judges are almost invariably in a position to give judgment at the end of a straightforward hearing without having to do their own research and without the state having to incur the cost of legal assistance for judges because they cannot rely on the advocates to show them the law they need to apply. I sincerely hope that under the new Civil Procedure Rules regime no judge will have the experience that Judge Kenny had on 31 March 1999 just before the new regime started, when he raised a question as to whether there was any judicial authority on the point he had to decide and received no assistance from those who were appearing before him who were concerned with the issue, even though there had been recent Court of Appeal authority directly in point. Henderson v. Temple Pier Co Ltd had been reported in the All England Law Reports series in July 1998 and in the Weekly Law Reports series in October 1998. It is, of course, the duty of an advocate under the English system of justice to draw the judge's attention to authorities which are in point, even if they are adverse to that advocate's case". (βλ. επίσης, Geveran Trading Ltd v. Skjevesland
(2003)1 All E.R. 1). Δε βλέπω λόγο γιατί, οι πιο πάνω διαπιστώσεις να μην εφαρμόζονται, κατ' αναλογίαν, και στο καθήκον παραπομπής του Δικαστηρίου στην πρωτογενή και δευτερογενή νομοθεσία. Θα ήταν ουτοπιστικό να ισχυριζόταν κάποιος ότι, κατά τεκμήριο, ένα Δικαστήριο γνωρίζει όλους τους νόμους και κανονισμούς ή ακόμη και όλη τη νομολογία που διέπει το οποιονδήποτε ζήτημα που τίθεται ενώπιόν του για απόφαση, πόσον μάλλον μέσα στο κλίμα του προαναφερθέντος νομοθετικού και νομολογιακού οίστρου. Στην Evans v. Barthlam
(1937)2 All E.R., 646, 649, λέχθηκε από τον Λόρδο, Δικαστή Atkin, ότι: "For my part, I am not prepared to accept the view that there is in law any presumption that anyone, even a judge, knows all the rules and orders of the Supreme Court. The fact is that there is not, and never has been, a presumption that everyone knows the law. There is the rule that ignorance of the law does not excuse a maxim of very different scope and application." Εδώ, οι δικηγόροι προώθησαν τις θέσεις τους με ικανότητα και σαφήνεια. Ιδιαίτερα ο κ. Γαβριηλίδης, με την περισσή επιμέλεια που επέδειξε κατά τη σύνταξη και παρουσίαση της αγόρευσής του στο Δικαστήριο, ανέδειξε ως απολύτως εφικτή και απτή την εικόνα του συνηγόρου που σκιαγράφησε το αγγλικό εφετείο στην Copeland (ανωτέρω). Η αίτηση θα γινόταν αποδεχτή όχι μόνον για τους λόγους που προλέχθηκαν, αλλά και ως του γεγονότος ότι υπήρξε ουσιώδης απόκρυψη γεγονότων στο στάδιο της μονομερούς αιτήσεως. Διάδικος ο οποίος αποτείνεται στο Δικαστήριο μονομερώς επιζητώντας θεραπεία έχει καθήκον επίδειξης ύψιστης καλής πίστης καθώς και πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων, με τη μη συμμόρφωση προς το καθήκον αυτό να επιφέρει αυτομάτως και χωρίς άλλο είτε την αυθωρεί απόρριψη του αιτήματος είτε την μετέπειτα ακύρωση και παραμερισμό της θεραπείας που χορηγήθηκε. Εννοείται ότι έχει επίσης καθήκον να επισύρει την προσοχή του Δικαστηρίου σε συγκεκριμένους όρους ή πρόνοιες των εγγράφων που επισυνάπτονται στην ένορκή του δήλωση οι οποίες ενδεχομένως να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου (βλ. Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation
(1996)1 Α.Α.Δ. 597). Εν προκειμένω, στην ένορκη δήλωση που συνόδευσε τη μονομερή αίτηση, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι στο προτιμολόγιο των εναγομένων-αιτητών ημερομηνίας 17.11.98, δεν υπήρχε όρος που να αφορά σε συμφωνία περί αρμοδιότητας εκδίκασης οποιασδήποτε αναφυομένης διαφοράς από τα αγγλικά δικαστήρια και ότι οι ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση δεν είχαν συμφωνήσει με οποιονδήποτε τρόπο αποδοχή της αποκλειστικής ή οποιασδήποτε αρμοδιότητας ή δικαιοδοσίας των αγγλικών δικαστηρίων. Η θέση αυτή συγκρούεται με το περιεχόμενο του προτιμολογίου στο οποίο γίνεται αναφορά για αποκλειστική δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων. Το γεγονός ότι το προτιμολόγιο επισυνάφθηκε στη συνοδευτική ένορκη δήλωση δεν αποτελεί άλλοθι για τους καθ' ων η αίτηση ούτε και αμβλύνει την υποχρέωσή τους για πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Είχαν υποχρέωση να παρέπεμπαν ρητώς και σαφώς στο περιεχόμενο του προτιμολογίου, κάτι που δεν έκαμαν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και κατ' ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας, η αίτηση επιτυγχάνει με έξοδα υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............................................. Ν. Γ. Σάντης Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο