← Κύπρος

Φάνου Χριστοφή ν. Γεώργιου Ηρακλέους, Αρ. Αγωγής: 11245/00, 18 Νοεμβρίου, 2005

Φάνου Χριστοφή ν. Γεώργιου Ηρακλέους, Αρ. Αγωγής: 11245/00, 18 Νοεμβρίου, 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2005:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11245/00 Μεταξύ: Φάνου Χριστοφή Ενάγοντας - και - Γεώργιου Ηρακλέους Εναγόμενου ----------------------------------- Αρ. Αγωγής: 11244/00 Μεταξύ: Χαράλαμπου Τιμοθέου Ενάγοντας - και - Γεώργιου Ηρακλέους Εναγόμενου ----------------------------------- Ημερομηνία: 18 Νοεμβρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: O κος Κ. Δημητριάδης. Για τον εναγόμενο: O κος Δ. Ιωαννίδης. ----------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Είναι παραδεχτό ότι στις 5/6/00 το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής 236V99, μάρκας Subaru το οποίο οδηγούσε ο ενάγοντας Φάνος Χριστοφή με νότια κατεύθυνση επί της οδού Αιγαίου στη Λευκωσία, ενεπλάκη σε δυστύχημα στην ελεγχόμενη από φώτα τροχαίας, διασταύρωση της Λεωφόρου Πουλίου και Καποτά με την εν λόγω οδό, με το λεωφορείο TLM815 το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος με ανατολική κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Αγίου Ανδρέα. Οι διάδικοι συμφώνησαν επί πλήρους ευθύνης το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων στην 11244/00, σε Λ.Κ.13.190 και στην 11245/00, σε Λ.Κ.
  2. Παρέμεινε για εκδίκαση ο καταμερισμός της ευθύνης και η επιδίκαση των γενικών αποζημιώσεων στην 11245/
  3. Βάσει του διατάγματος συνένωσης, η κατάληξη για την ευθύνη θα δεσμεύει τον ενάγοντα στην 11244/00 και ως εκ τούτου η από τούδε αναφορά σε «ενάγοντα» ,θα παραπέμπει στον Φάνο Χριστοφή, εκτός όπου προσδιορίζεται διαφορετικά. Είναι εκδοχή του ενάγοντα ότι το δυστύχημα συνέβηκε λόγω του ότι ο εναγόμενος πέρασε τα φώτα που ρυθμίζουν τη τροχαία κίνηση στην αναφερόμενη διασταύρωση με κόκκινο σύμφωνα με την πορεία του, ενώ ο ίδιος περνούσε τη στιγμή εκείνη με πράσινο, ενώ αυτή του εναγόμενου, ότι η σύγκρουση έλαβε χώραν όταν ο ενάγοντας παραβίασε τη φωτεινή σήμανση του κόκκινου κατά τη στιγμή που ο ίδιος περνούσε με πράσινο. Πέραν των παραδεχτών γεγονότων, οι εκδοχές αυτές προωθήθηκαν στη μεν περίπτωση του ενάγοντα, με την προφορική μαρτυρία του ιδίου και των τριών μαρτύρων που προσκόμισε, στη δε περίπτωση της υπεράσπισης, με αυτήν του εναγόμενου. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένων των ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να επαναληφθεί λεπτομερώς. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αναφορά των μαρτύρων αξιολογήθηκε πλήρως, ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσής της στην παρούσα απόφαση (βλ. Λιθογραφεία Κυριακίδη και Άλλων ν. TIBA PUBLISHING CO LTD

(1998)1(Δ) Α.Α.Δ.1894). Ο τότε αστυφύλακας και σήμερα λοχίας 466, Ευριπίδης Αντρέου, έφθασε στη σκηνή λίγο μετά το ατύχημα, γύρω στις 14:
  1. Τα φώτα τροχαίας λειτουργούσαν κανονικά. Επιζήτησε και εντόπισε αυτόπτες μάρτυρες ενώ σχεδιαγράφησε τα τεκμήρια 1 και 2 τα οποία και επεξήγησε, λέγοντας ότι και οι δυο οδηγοί συμφώνησαν ενώπιόν του με το περιεχόμενό τους. Έκαμε αναφορά και στις ζημιές των εμπλεκομένων οχημάτων. Ο Γιάννος Βανέζος είπε ότι ο ενάγοντας πέρασε με πράσινο φως στην πορεία του. Βρισκόταν πίσω από το αυτοκίνητο του ενάγοντα. Το λεωφορείο όδευε από δεξιά προς τα αριστερά συμφώνως της πορείας του ενάγοντα ο οποίος πάτησε τα φρένα χωρίς όμως να αποφύγει τη σύγκρουση. Παρόμοια ήταν και η εκδοχή του Ανδρέα Παπανδρέου ο οποίος είπε ότι ο ενάγοντας πέρασε με πράσινο και ότι το λεωφορείο βρισκόταν σχεδόν στο μέσον της διασταύρωσης όταν ο ενάγοντας πάτησε τα φρένα. Ο ενάγοντας είπε ότι πέρασε με πράσινο. Μόλις πλησίασε τη διασταύρωση είδε το λεωφορείο να έρχεται από τα δεξιά του και να εισέρχεται στη διασταύρωση ενώ λογικώς, το φως στην πορεία του εναγόμενου θα πρέπει να ήταν κόκκινο μια και το φως στη δική του πορεία ήταν πράσινο. Φρενάροντας, προσπάθησε να σταματήσει χωρίς όμως να το κατορθώσει. Ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης τραυματίστηκε. Ο Χαράλαμπος Τιμοθέου, ενάγοντας στην αγωγή 11244/00, αναφέρθηκε στην αγορά του Subaru και στην καταβολή των σχετικών δασμών. Ενόψει των μετέπειτα παραδεχτών γεγονότων για τις ειδικές ζημιές, η μαρτυρία του δεν υπέχει ιδιαίτερης σημασίας. Ο εναγόμενος έδωσε τη δική του εκδοχή περί τα πράγματα ισχυριζόμενος ότι πέρασε με πράσινο φως σύμφωνα με την πορεία του. Κατά τις αγορεύσεις ο δικηγόρος των εναγόντων υποστήριξε το αξιόπιστο της δοθείσας μαρτυρίας, προτείνοντας ως δίκαιη αποζημίωση ποσό Λ.Κ.2.000, ενώ ο δικηγόρος του εναγόμενου, μέγιστο ποσό Λ.Κ
  2. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εισηγήσεις τους με αναφορά σε νομολογία. Βεβαίως τα ποσά που πρότειναν δε θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως κατ' ανάγκη ενδεικτικά του φάσματος μέσα στο οποίο θα μπορούσε να ενασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο παρέπεμψαν οι συνήγοροι. Οφείλω να πω ότι ο χειρισμός και η παρουσίαση της υπόθεσης από μέρους τους κατά την ακροαματική διαδικασία ήταν υποδειγματικός και σε πλήρη σύμπνοια με τα καθήκοντά τους ως συλλειτουργών της δικαιοσύνης. Χωρίς να διακυβεύσουν ούτε για μια στιγμή τα δικαιώματα και συμφέροντα των πελατών τους, προέβηκαν σε εκτενή υπό τις περιστάσεις παραδεκτά γεγονότα, εξέτασαν και αντεξέτασαν τους μάρτυρες με ευγένεια, συντομία και πληρότητα και αγόρευσαν με βραχυλογία και ουσία σεβόμενοι τον υπερπολύτιμο δικαστικό χρόνο σε καιρούς χαλεπούς για τα κατακλυζόμενα από καθυστερημένες πολιτικές υποθέσεις κυπριακά δικαστήρια. Ωστόσο, το γεγονός και μόνον ότι μια σχετικώς απλή υπόθεση όπως η παρούσα διεκπεραιώνεται σήμερα, μισή δεκαετία και κάτι, μετά την καταχώρησή της, σίγουρα όχι μόνον δεν περιποιεί τιμήν στο ευρύτερο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης, αλλά και ενισχύει, δυστυχώς, τη γενικότερη διαπίστωση περί βραδυδικίας. Ο ενάγοντας και οι μάρτυρές του μού δημιούργησαν πολύ καλή εντύπωση. Ήσαν ευθείς και σταθεροί στις απαντήσεις τους και ελεύθεροι οποιασδήποτε προκατάληψης. Η φιλία μεταξύ του ενάγοντα και του Παπανδρέου δεν αποτελεί στοιχείο που θα μπορούσε από μόνο του και χωρίς άλλο, να οδηγήσει σε συμπέρασμα μεροληψίας υπέρ του πρώτου (βλ. κατ΄αναλογιαν, Μουζάκης v. Της Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 220). Η όλη συμπεριφορά των αναφερομένων, στο εδώλιο του μάρτυρα, κατέδειξε άτομα που σκοπό είχαν την παράθεση της αλήθειας και μόνον. Κάποιες μικροαντιφάσεις και ανακολουθίες ήσαν επουσιώδεις και καθόλου επηρεαστικές της κατάληξης. Θα έλεγα μάλιστα ότι αυτές ήσαν μάλλον, ενισχυτικές της γνησιότητας και φιλαλήθειας τους παρά οτιδήποτε άλλο. Παραγνωρίζω για σκοπούς απόδειξης του αληθούς του περιεχόμενου της, την αναφορά του Ευριπίδη Αντρέου για τα περί καταχώρησης και εκδίκασης εναντίον του εναγόμενου κάποιας ποινικής υπόθεσης η οποία αφορούσε, καθώς είπε, σε κατηγορία αμελούς οδήγησης σε σχέση με το ατύχημα. Ελλείψει κατάθεσης υπό μορφή τεκμηρίου του σχετικού κατηγορητηρίου ή και του φακέλου της ποινικής υπόθεσης και στην απουσία οποιασδήποτε εφαρμόσιμης εξαίρεσης ή περίστασης (βλ. Nicolaou v. Louka
(1985)1 C.L.R. 91), η αναφορά κρίνεται παραβιαστική του απαγορευτικού κανόνα παράθεσης εξωγενούς μαρτυρίας προς απόδειξη περιεχομένου δικαστικών εγγράφων και διαδικασιών (βλ. Phipson On Evidence, 15η Έκδοση
(2000), Κεφ. 41
(4)). Ούτως η άλλως, η μαρτυρία του πάνω στην πτυχή αυτή ήταν γενική και χωρίς συγκεκριμένη αναφορά, τουλάχιστον στο βαθμό που απαιτούνταν προς απόδειξη του ισχυρισμού, στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν το ποινικό αδίκημα και τη συνάρτησή τους με τα πραγματικά γεγονότα στην αγωγή (βλ. Πουρίκκος ν. Βασιλείου
(1993)1 Α.Α.Δ. 256). Το γεγονός ότι τα σχεδιαγράμματα (βλ. τεκμήρια 1 και 2) δε χαράχτηκαν σε κλίμακα, δεν κλονίζει την αποδειχτική τους αξία, έστω και αν δεν ήταν η καλύτερη δυνατόν επιλογή για τον συντάχτη τους. Το πρόχειρο σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 2) αποδόθηκε πλήρως στο επίσημο σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 1). Το εύρος και βαρύτητα του περιεχομένου τους θα τύχει αξιολόγησης με την υπόλοιπη μαρτυρία, με τον τρόπο που ορίζει η νομολογία (βλ. Shakolas v. Agathagelou and Another
(1983)1 C.L.R. 1007). Στην προκειμένη περίπτωση, η παράλειψη δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο την εκδοχή οποιουδήποτε των διαδίκων, ούτε και αναφέρθηκε οτιδήποτε από τους συνηγόρους προς αυτή την κατεύθυνση. Παρομοίως δεν υπέχει σημασίας η απουσία μετρήσεως των δυο οχημάτων, του χώρου μεταξύ των φωτεινών σηματοδοτών και της απόστασης από το σημείο Χ μέχρι την τελική θέση του λεωφορείου. Ειρήσθω εν παρόδω, οι μικροπαραλείψεις αυτές ουδόλως επηρέασαν την αξιοπιστία ή τη βαρύτητα και εκτόπισμα της μαρτυρίας του αστυνομικού εξεταστή. Ο εναγόμενος μού δημιούργησε πολύ αρνητική εντύπωση. Ήταν αντιφατικός και αόριστος στις απαντήσεις του. Ήταν φανερό ότι καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, σκοπό είχε να αποκρύψει την αλήθεια και να αποστασιοποιηθεί απ' οτιδήποτε θα μπορούσε, στη δική του κρίση, να τον καταστήσει υπόλογο για το δυστύχημα. Είπε για παράδειγμα ότι πέρασε με πράσινο τον πρώτο σηματοδότη συμφώνως της πορείας του καλύπτοντας απόσταση, αρχικώς 6 μέτρων και ακολούθως άλλων 6 μέτρων μέχρι τον δεύτερο σηματοδότη που βρισκόταν απέναντί του, οπότε και είδε το φως να αλλάζει σε πορτοκαλί, αναιρώντας όμως αργότερα την εκδοχή αυτή λέγοντας ότι η μόνη και καθαρή αλήθεια είναι ότι πέρασε με πράσινο φως τον πρώτο σηματοδότη. Προέκυψε κατά την αντεξέταση ότι είχε αναφέρει στην γραπτή του κατάθεση στην αστυνομία ότι μόλις το μπροστινό μέρος του λεωφορείου πέρασε την ευθεία του πασάλου του φωτεινού σηματοδότη, έβλεπε και προς τα αριστερά του, προς το μέρος δηλαδή απ' όπου ερχόταν ο ενάγοντας, ενώ μεταγενέστερα στη μαρτυρία του είπε ότι η μόνη κατεύθυνση προς την οποία έβλεπε ήταν ευθεία εμπρός και ποτέ δεξιά ή αριστερά. Δε μπορεί επίσης να μη σημειωθεί ότι κατά την κυρίως εξέταση είπε ότι λίγο πριν τη σύγκρουση είχε δει το Subaru να "έρχεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα", θέση που μπορεί μεν να συνάδει σε κάποιον βαθμό με την πρώτη εκδοχή, συγκρούεται όμως με τη δεύτερη. Ανάφερε επίσης ότι την ώρα του δυστυχήματος ήταν μόνος στο λεωφορείο χωρίς άλλους επιβάτες. Όταν του υποβλήθηκε ότι στην κατάθεσή του στην αστυνομία ανάφερε ότι υπήρχαν δυο πελάτες κατά τον κρίσιμο χρόνο μέσα στο λεωφορείο, το παραδέχθηκε αποδίδοντας την αντίφαση στο ότι ξέχασε, παρά το γεγονός ότι στις προγενέστερες του απαντήσεις επί του σημείου ήταν πραγματικά απόλυτος και σαφής ότι δεν υπήρχε κανένας μέσα στο λεωφορείο. Οι αντιφάσεις αυτές, δεδομένης της φύσης της υπόθεσης, κατατάσσονται όχι μόνον ως ουσιώδεις αλλά και πράγματι ως αξιοπρόσεκτες, ιδιαίτερα αν κάποιος αναλογιστεί και τη μικρή, σχετικώς, έκταση της μαρτυρίας του. Δέχομαι ως πλήρως αξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή του ενάγοντα και των μαρτύρων του ενώ απορρίπτω ως παντελώς αναξιόπιστη την εκδοχή και μαρτυρία του εναγόμενου. Πρώτιστο ζήτημα προς θεώρηση αποτελεί η διαπίστωση αμέλειας στην πρόκληση της σύγκρουσης και ο καταμερισμός της σχετικής ευθύνης. Αυτή θα καθοριστεί μετά από αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας. Το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και όχι θεωρητικό. Κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων χρηστών του. Ο καταμερισμός της ευθύνης συναρτάται με δύο παράγοντες. το μεμπτό της διαγωγής, κρινόμενο μέσα από το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας και την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημιάς που προκύπτει· γίνεται με ευρεία σκοπιά, με γνώμονα τη λογική και την κοινή εμπειρία και αποτελεί περισσότερο θέμα αντικειμενικής εντύπωσης παρά ακριβούς υπολογισμού, με τις εκατέρωθεν παραλείψεις να συνεκτιμούνται μακροσκοπικά από την πλατύτερη γωνία του συνετού πολίτη. Ο εναγόμενος δεν έθεσε θέμα λανθασμένης λειτουργίας των φώτων τροχαίας ούτε και ανάτρεψε το τεκμήριο σωστής λειτουργίας τους κατά τον κρίσιμο χρόνο (βλ. Τ. Ηλιάδης, Το Δίκαιο της Απόδειξης
(1994), σελ. 48). Από τη στιγμή που τα φώτα ήταν στη στάση του πράσινου κατά την έλευση του Subaru θα μπορούσε - και έτσι έγινε - να εξαχθεί ότι η στάση των φώτων ήταν κατά την ίδια χρονική στιγμή στη στάση του κόκκινου για το λεωφορείο (βλ. Sudds v. Hanscombe
(1971)R.T.R. 212). Ο εναγόμενος είχε υποχρέωση να τηρούσε αυστηρώς τους κανόνες τροχαίας κίνησης και να συμμορφωνόταν με το κόκκινο φως της πορείας του. Δεν το έπραξε. Αντ' αυτού, μέρα μεσημέρι και υπό συνθήκες παρά πολύ καλής ορατότητας, εισήλθε παράνομα στη διασταύρωση χωρίς καν να βεβαιωθεί για το κατά πόσον ήταν, έστω, ασφαλές να το πράξει, με αποτέλεσμα την αποκοπή της πορείας του Subaru και την πρόσκρουσή του με το μπροστινό μέρος και δεξιό πλευρό του στην αριστερή πλευρά του λεωφορείου, με τον ενάγοντα να έχει εν τω μεταξύ περάσει νομίμως και κανονικώς τον φωτεινό σηματοδότη της πορείας του με πράσινο φως κινούμενος προς την οδό Αιγαίου. Οι πράξεις και παραλείψεις του εναγόμενου συνιστούσαν αλόγιστη οδική χρήση χωρίς να ικανοποιούν το καθήκον επιμέλειας που είχε έναντι του ενάγοντα ως χρήστη του δρόμου. Είναι ως αποτέλεσμα της μεμπτής αυτής διαγωγής που επήλθε η σύγκρουση στο κέντρο περίπου της διασταύρωσης και δη στο σημείο χ επί των τεκμηρίων 1 και 2, όπως και η επακόλουθη και ευλόγως προβλεπτή ζημιά των εναγόντων. Δέχομαι αυτούσιο το περιεχόμενο των τεκμηρίων 1 και 2 ως την πλήρη και ακριβή καταγραφή αυτών που σημείωσε ο Ευριπίδης Αντρέου σε σχέση με το ατύχημα, καθιστώντας το ταυτοχρόνως μέρος των ευρημάτων μου. Αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων μου καθίστανται επίσης το περιεχόμενο των υπολοίπων τεκμηρίων, οι δικογραφημένες παραδοχές, τα παραδεχτά γεγονότα και η σύνοψη της μαρτυρίας του ενάγοντα και των μαρτύρων του, όπως παρατέθηκαν πιο πάνω. Αναμφιβόλως ο εναγόμενος ήταν αμελής. Υπάρχει ισχυρισμός στην Υπεράσπιση για συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντα. Η συντρέχουσα αμέλεια δε στηρίζεται πάνω στην ύπαρξη καθήκοντος του ενάγοντα προς τον εναγόμενο. Εκείνο που ήταν αναγκαίο να αποδειχθεί από τον τελευταίο ήταν ότι ο ενάγοντας δεν πήρε για το δικό του συμφέρον λογικές προφυλάξεις με αποτέλεσμα να συμβάλει με την έλλειψη φροντίδας στην επακόλουθη και ευλόγως προβλεπτή ζημιά του. Ένας όμως μπορεί να ευθύνεται για συντρέχουσα αμέλεια αν όφειλε λογικώς να είχε προβλέψει ότι θα μπορούσε να ζημιωθεί αν δεν ενεργούσε ως ένας συνετός οδηγός. Κάποιος δεν είναι συνήθως υπόχρεος να προβλέψει ότι ένα άλλο πρόσωπο μπορεί να είναι αμελές, εκτός αν η πείρα δείχνει ότι η συγκεκριμένη αμέλεια είναι συνηθισμένη κάτω υπό τις περιστάσεις ή αν έχει κάποια ένδειξη πως τέτοια εξέλιξη είναι ευλόγως πιθανή (βλ. London Passenger Transport Board v. Upson and Another
(1949)1 All E. R. 60 [HL]). Η νομολογία δεν καθιερώνει ανελαστική αρχή περί αναπόδραστου ευρήματος αποκλειστικής ευθύνης οδηγού που παραβιάζει το κόκκινο φως της πορείας του, παρά καθορίζει ότι η κάθε υπόθεση χρήζει αξιολόγησης μέσα από το δικό της πρίσμα γεγονότων (βλ. Φοινικαρίδης και Άλλοι ν. Γεωργίου και Άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ 475). Εδώ ο ενάγοντας δεν αναμενόταν να πρόβλεπε ότι ο εναγόμενος κατά παράβαση των οδικών του υποχρεώσεων θα έμπαινε στη διασταύρωση χωρίς να σταματήσει στο κόκκινο φως και εν πάση περιπτώσει χωρίς να βεβαιωθεί ότι η είσοδος σε αυτήν θα ήταν ασφαλής. Το καθήκον του ενάγοντα για επιμελή οδήγηση δεν επεκτεινόταν στην λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους του εναγόμενου. Ως νουνεχής οδηγός, μπορούσε ευλόγως να υποθέσει ότι, όπως ο ίδιος έτσι και ο εναγόμενος, θα εκπλήρωνε το καθήκον επιμέλειας έναντι του. Αλλά και απλή πιθανότητα να υπήρχε όπως οδηγούσε ο εναγόμενος να παραβίαζε το κόκκινο φως της πορείας του και πάλιν αυτό δε θα ήταν αρκετό στην προκείμενη περίπτωση για να διαπλάσει εύρημα συντρέχουσας αμέλειας για την αποτυχία του ενάγοντα να πάρει εξαιρετικές προφυλάξεις. Μια τέτοια απλή πιθανότητα δε θα ήταν αρκετή (βλ. Λοΐζου v. Στυλιανού και Άλλου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ.85). Τίποτε δεν καταδείχθηκε που θα μπορούσε να οδηγήσει στην ευλόγως προβλεπτή πιθανότητα ότι ο εναγόμενος δε θα σταματούσε στο κόκκινο φως. Δεν υπήρξε καμιά απολύτως ένδειξη η οποία θα μπορούσε δυνητικά να οδηγήσει τον ενάγοντα σε έγκαιρη διαπίστωση των προθέσεων του εναγόμενου. Ο ενάγοντας ουδέποτε ανέφερε ότι είχε γνώση οποιουδήποτε συνήθους κινδύνου στα φώτα της επίδικης διασταύρωσης η άλλης, από οδηγούς οι οποίοι όδευαν κατά παράβαση του κόκκινου έτσι ώστε να μπορούσε ίσως να θεωρηθεί υπόχρεος να προέβλεπε τις αμελείς διαθέσεις του εναγόμενου. Ούτε και υποβλήθηκε ποτέ στον ενάγοντα μια τέτοια θέση από τον συνήγορο του εναγόμενου. Όταν ο ενάγοντας αντιλήφθηκε τον εναγόμενο να παραβιάζει απρόβλεπτα το κόκκινο φως της πορείας του ήταν ήδη αργά για να απόφευγε τη σύγκρουση. Η ταχύτητά του, την οποία προσδιόρισε κατά το μέγιστο σε 50 χ.α.ω., ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις. Από τα ίχνη τροχοπέδησης, δε μπορεί εδώ να εξαχθεί οποιονδήποτε συμπέρασμα σε σχέση με την ταχύτητα του ενάγοντα, παρά μόνον ότι η ύπαρξή τους επιβεβαιώνει, όντως, τον ισχυρισμό του ότι αντιλήφθηκε το λεωφορείο λίγο πριν περάσει το φωτεινό σηματοδότη στην πορεία του λαμβάνοντας ανεπιτυχή μέτρα για αποτροπή της σύγκρουσης. Όπως όμως και να έχουν τα πράγματα, δεν ήταν η όποια ταχύτητα του ενάγοντα η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος αλλά η πράξη του εναγόμενου να παραβιάσει το κόκκινο φως της πορείας του. Δε θα μπορούσε να διακριβωθεί με βάση τα δεδομένα το κατά πόσον η σύγκρουση θα αποτρεπόταν εάν ο ενάγοντας δεν οδηγούσε με την προαναφερθείσα ταχύτητα η έστω με οποιανδήποτε άλλη μικρότερη ταχύτητα, με αυτή να μην είναι ούτως η άλλως αρκετή από μόνη της για να τεκμηριώσει αμέλεια. Κρίνω λοιπόν ότι ο εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντα και ότι ευθύνεται αποκλειστικά για τη σύγκρουση. Η επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων σε περιπτώσεις οδικής αμέλειας έχει ως παράμετρο κρίσης τις σωματικές βλάβες του ενάγοντα καθώς και την ένταση του άμεσου και επακόλουθου πόνου και έκταση της ταλαιπωρίας του. Όσον και αν κάθε περίπτωση αποφασίζεται αναλόγως των δικών της γεγονότων, προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις αποκαλυπτικές του μέτρου της αποζημίωσης είναι καθοδηγητικές για τον υπολογισμό του ύψους της, νοουμένου βεβαίως ότι ενυπάρχει αναλογικότητα στην έκταση, φύση και επακόλουθα των βλαβών. Στις περιπτώσεις αποφάσεων ξένων δικαστηρίων γίνονται οι αναγκαίες αναπροσαρμογές με τις ημεδαπές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Προσμετρά ανάμεσα σ' άλλα, η συνεχής πτώση της αγοραστικής αξίας του χρήματος, η δεδομένη τάση για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με αυτές που επιδικάζονταν στο παρελθόν - με επίγνωση ότι η τάση αυτή πρέπει να περιορίζεται μέσα στα σωστά πλαίσια της λογικής και δίκαιης για όλους τους διαδίκους αποζημίωσης - καθώς επίσης και η βαρύτητα που εκάστοτε προσδίδεται σε παρόμοιους παράγοντες. Στόχο αποτελεί η επιδίκαση δίκαιου και εύλογου ποσού αποζημίωσης και όχι η απόδοση του μέγιστου δυνατόν ποσού σε χρήμα προς τέλεια αποζημίωση. Ο υπολογισμός στη βάση αισθημάτων συμπάθειας προς το πρόσωπο του θύματος πρέπει να αποφεύγεται και έτσι έγινε και εδώ, χωρίς όμως να σημαίνει ότι η απονομή των αποζημιώσεων δεν πρέπει να είναι επαρκής. Είναι παραδεχτό ότι ως εκ της σύγκρουσης ο τότε 28χρονος ενάγοντας, διακομίσθηκε αυθημερόν στο τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Υπέστη εγκεφαλική διάσειση, με αιμάτωμα στη δεξιά πλευρά της κεφαλής και κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Του προκλήθηκε κεφαλαλγία, πονοκέφαλοι, μεταδιασεισικό σύνδρομο και απώλεια μνήμης. Αφού εξετάσθηκε από χειρούργο κρατήθηκε για νοσηλεία κατά τη διάρκεια της οποίας παρέμεινε κλινήρης υπό συνεχή ιατρική παρακολούθηση και φροντίδα. Του χορηγήθηκε ανάλογη φαρμακευτική αγωγή για εγκεφαλική διάσειση. Ο ακτινολογικός έλεγχος δεν έδειξε κατάγματα. Βγήκε από το νοσοκομείο στις 8/6/00 με σχετική φαρμακευτική αγωγή και σύσταση όπως παραμείνει ήσυχος στο σπίτι και επανέλθει προς εξέταση στα εξωτερικά χειρουργικά ιατρεία. Κατά την επανεξέτασή του στις 16/4/01 εξακολουθούσε να υποφέρει από κεφαλαλγία και ζάλη, παρουσιάζοντας σημεία μεταδιασεισικού συνδρόμου και για τούτο, συνεχίσθηκε η σχετική φαρμακευτική αγωγή. Σήμερα έχει αποθεραπευτεί πλήρως. Αφού έλαβα υπόψη τα στοιχεία που συνέθεσαν τα τραύματα του ενάγοντα, τη φύση, έκταση και επιπτώσεις τους στο άτομό του, συμπεριλαμβανομένου του πόνου, οδύνης και ταλαιπωρίας του κατέληξα, κατ' ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας, ότι ποσό Λ.Κ1.600, θα συνιστούσε υπό τις περιστάσεις εύλογη και δίκαιη απονομή γενικών αποζημιώσεων. Θεωρώ ότι το ποσό, αντικειμενικά ιδωμένο, ισοζυγίζει δίκαια την αναγκαιότητα επιδίκασης αντιπροσωπευτικής και επαρκούς αποζημίωσης για τις απώλειες του ενάγοντα και την αναγκαιότητα αποφυγής επιφοράς στους ώμους του εναγόμενου, απαράδεκτου κοινωνικού βάρους. Καταλήγοντας στο ύψος αυτό είχα κατά νουν τις αποφάσεις στις οποίες παραπέμφθηκα αλλά και άλλη σχετική νομολογία[1], της οποίας η παράθεση και ανάλυση δε θα εξυπηρετούσε εδώ, ως εκ της φύσεως των τραυμάτων, οποιαδήποτε χρησιμότητα (βλ. Waldon v.Τhe War Office [1956] 1 All E.R.108). Οι αξιώσεις αποδείχτηκαν στον απαιτούμενο βαθμό και με βάση τα πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου στην αγωγή 11244/00, για ποσό Λ.Κ.13.190, με νόμιμο τόκο (όπως αξιώνεται στην έκθεση απαιτήσεως) προς 8% ετησίως από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής στις 8/11/00, μέχρι εξοφλήσεως και στην αγωγή 11245/00, για ποσό Λ.Κ.1.600, ως γενικές αποζημιώσεις και Λ.Κ.25, ως ειδικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο (όπως επίσης αξιώνεται στην έκθεση απαιτήσεως) προς 8% ετησίως από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής στις 8/11/00, μέχρι εξοφλήσεως. Επιπλέον επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου με νόμιμο τόκο προς 8% ετησίως από 8/11/00 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΦΠΑ και στις δυο αγωγές μέχρι τη συνένωσή τους στις 18/12/02, καθώς και πλήρη έξοδα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου στην αγωγή 11245/00, πλέον νόμιμο τόκο προς 8% ετησίως από 19/12/02, μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΦΠΑ, για όλη τη διαδικασία που ακολούθησε τη συνένωση, όπως επίσης θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. H συνδρομή των εναγόντων στην καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης, δε δικαιολογεί, υπό τις περιστάσεις, παρέκκλιση από τη συνήθη εφαρμογή του νόμου και της πρακτικής επιδίκασης τόκου και εξόδων. (Υπ.) ............................................. Ν. Γ. Σάντης Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ [1] Bλ. Νικολαϊδη, Φ, Αποζημιώσεις για Σωματικές Βλάβες, Λευκωσία, Λιθογραφεία Ζαββαλής Λτδ, 1996, Μέρος 4. Barrie, P, Personal Injury Law: Liability, Compensation, Procedure, Oxford, Oxford University Press, 2005, Part C. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.