← Κύπρος

Νίκος Δημητρίου κ.α. ν. Βασιλική Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 8929/02, 18 Νοεμβρίου, 2005

Νίκος Δημητρίου κ.α. ν. Βασιλική Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 8929/02, 18 Νοεμβρίου, 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2005:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8929/02 Μεταξύ:

  1. Νίκος Δημητρίου
  2. Ομόρρυθμος Εταιρεία Χρυσάνθου & Χριστοφόρου κ.α. Ενάγοντες - και - Βασιλική Γεωργίου Εναγόμενη Ημερομηνία: 18 Νοεμβρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: O κος Γ. Παπαντωνίου. Για την εναγόμενη: H κα Ν. Ιωάννου. ----------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Είναι παραδεχτό ότι η εναγόμενη φέρει ακεραία την ευθύνη έναντι και των δύο εναγόντων για την πρόκληση τροχαίου δυστυχήματος που έγινε στις 17/5/01 στη Λεωφόρο Κένεντυ στη Λευκωσία. Είναι επίσης παραδεκτό ότι ως αποτέλεσμα του δυστυχήματος, ο ενάγοντας 1 υπέστηκε ειδικές ζημιές ύψους Λ.Κ.1,759, οι δε ενάγοντες 2-11, ειδικές ζημιές ύψους Λ.Κ.662,
  4. Παρέμεινε προς εκδίκαση η επιδίκαση των γενικών αποζημιώσεων. Προς τούτο προσφέρθηκε η μαρτυρία του ενάγοντα 1 και του ειδικού χειρούργου Περικλή Συμεωνίδη. Από πλευράς υπεράσπισης δεν προσφέρθηκε προφορική μαρτυρία. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένων των ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να επαναληφθεί λεπτομερώς. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αναφορά των μαρτύρων αξιολογήθηκε πλήρως, ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσής της στην παρούσα απόφαση (βλ. Λιθογραφεία Κυριακίδη και Άλλων ν. TIBA PUBLISHING CO LTD

(1998)1(Δ) Α.Α.Δ.1894). Ο ενάγοντας 1 αναφέρθηκε στα προβλήματα που προέκυψαν στα δόντια και διάφορα άλλα μέρη του σώματός του ένεκα του δυστυχήματος. Περίγραψε τον πόνο και την ταλαιπωρία του. Ο γιατρός Συμεωνίδης κατέθεσε και επεξήγησε το ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε την 1/11/01 (βλ. τεκμήριο 1). Αναφέρθηκε στα τραύματα του ενάγοντα χαρακτηρίζοντάς τα ως ασήμαντα και όχι βαριάς μορφής. Δεν έκαμε αναφορά στους οδοντικούς τραυματισμούς, υπογραμμίζοντας ότι δεν είχαν περιέλθει στην αντίληψή του. Τα τραύματα αυτά περιγράφονται στο τεκμήριο 2 και στην παράγραφο 10(δ) της έκθεσης απαιτήσεως και είναι παραδεχτά. Κατά τις αγορεύσεις ο δικηγόρος των εναγόντων υποστήριξε το αξιόπιστο της δοθείσας μαρτυρίας, προτείνοντας ως δίκαιη αποζημίωση ποσό Λ.Κ.4.000, ενώ η δικηγόρος της εναγόμενης, μέγιστο ποσό Λ.Κ.1.
  1. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εισηγήσεις τους με αναφορά σε νομολογία. Βεβαίως τα ποσά που πρότειναν δε θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως κατ' ανάγκη ενδεικτικά του φάσματος μέσα στο οποίο θα μπορούσε να ενασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τόσον ο ενάγοντας όσον και ο μάρτυράς του κρίνονται αξιόπιστοι. Ήσαν σαφείς και σταθεροί στις τοποθετήσεις τους. Στο βαθμό που δεν εκφεύγει των δικογραφημένων θέσεων και ισχυρισμών, το περιεχόμενό της μαρτυρίας τους - όπως και αυτό των τεκμηρίων 1 και 2 - γίνεται αποδεχτό στην ολότητά του και καθίσταται συνακόλουθο εύρημα του Δικαστηρίου. Δε συμφωνώ με την ευπαίδευτη δικηγόρο της εναγόμενης ότι η μαρτυρία του ενάγοντα χαρακτηριζόταν από υπερβολή. Αντιθέτως, θα έλεγα ότι παρέθεσε την αντίληψη και συναισθήματά του σε σχέση με τις σωματικές του βλάβες με τρόπο γνήσιο και ειλικρινή. Ο γιατρός Συμεωνίδης, ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία της μαρτυρίας του, εξήγησε με επάρκεια τα τραύματα και συμπτωματολογία του ενάγοντα 1, εφοδιάζοντας συνάμα το Δικαστήριο με την κατάλληλη πληροφόρηση και υπόβαθρο έτσι ώστε να μπορεί να καταλήξει το ίδιο στα δικά του συμπεράσματα επί των ζητούμενων. Το ότι κατάταξε τα τραύματα που εντόπισε ως μειωμένης σοβαρότητας, δεν αναιρεί αλλά ούτε και αμβλύνει χωρίς άλλο, τη βαρύτητα των υποκειμενικών συμπτωμάτων που περίγραψε ο ενάγοντας
  2. Ούτε και το αντίστροφο. Ο γιατρός Συμεωνίδης δε συνέδεσε τα δύο υπό την έννοια του αμοιβαίου αποκλεισμού. Αντιθέτως, αναγνώρισε τη δυναμική των συμπτωμάτων αυτών και τη δυσκολία ακριβούς προσδιορισμού της έντασης τους. Όπως όμως και να έχει το πράγμα, η υπεράσπιση δεν ανέτρεψε το τεκμήριο ότι ο ενάγοντας πριν το δυστύχημα ήταν ένα συνηθισμένο και κανονικό άτομο ή κατέδειξε οτιδήποτε σε σχέση με τη γενικότερη αντίδρασή του στα παρεπόμενα των τραυμάτων πού θα μπορούσε να συνηγορήσει σε διαφορετική αντικριση της εμπεδωμένης αρχής ότι ο αδικοπραγών ευθύνεται για το θύμα του στην κατάσταση που το βρίσκει (talem qualem). Λόγω του δυστυχήματος ο ενάγοντας διακομίστηκε στις 17/5/01, στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας με παράπονα για ζάλη και πονοκεφάλους. Υπέστηκε ελαφριάς μορφής εγκεφαλική διάσειση. Διατηρούσε τις αισθήσεις του και είχε επαφή με το περιβάλλον. Αφού εξετάστηκε από το γιατρό Συμεωνίδη κρατήθηκε για νοσηλεία στο χειρουργικό τμήμα. Κατά την κλινική εξέταση παρουσίαζε εκδορές και εκχυμώσεις στο αριστερό αντιβράχιο και στα δυο κάτω άκρα. Παρουσίαζε μώλωπες σε όλο το σώμα. Ο ακτινολογικός έλεγχος δεν έδειξε κατάγματα. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας παρέμεινε κλινήρης κάτω από συνεχή ιατρική παρακολούθηση και φροντίδα. Του χορηγούνταν ανάλογη φαρμακευτική αγωγή για την εγκεφαλική διάσειση και του γινόταν καθημερινώς χειρουργικός καθαρισμός και περιποίηση των τραυμάτων. Σταδιακά άρχισε να σηκώνεται από το κρεβάτι, αναλόγως της συμπτωματολογίας που παρουσίαζε. Βγήκε από το νοσοκομείο την επόμενη με σχετική φαρμακευτική αγωγή και σύσταση όπως παραμένει ήσυχος στο σπίτι και επανέλθει προς εξέταση στα εξωτερικά χειρουργικά ιατρεία. Κατά την επανεξέτασή του στις 2/10/01 υπέφερε από μεταδιασεισικό σύνδρομο και υποκειμενικά συμπτώματα κεφαλαλγίας και ζάλης με αποτέλεσμα να συνεχιστεί η σχετική φαρμακευτική αγωγή. Υπέστη επίσης κάταγμα των δυο δεξιών δοντιών της άνω γνάθου με αποτέλεσμα να του γίνει ουλεκτομή με λέιζερ για αποκάλυψη της ρίζας και απονεύρωση. Ακολούθησε προσθετική αποκατάσταση. Η οδοντική θεραπεία διήρκησε δυο μήνες. Κάποια πληγή στο γόνατο, λόγω των αναπόφευκτων κινήσεων και της μορφολογίας του τραύματος, επουλώθηκε αργά. Κινούνταν με κάποια δυσκολία και χρησιμοποιούσε προς τούτο τη βοήθεια τρίτων. Η επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων σε περιπτώσεις οδικής αμέλειας έχει ως παράμετρο κρίσης τις σωματικές βλάβες του ενάγοντα καθώς και την ένταση του άμεσου και επακόλουθου πόνου και έκταση της ταλαιπωρίας του. Όσον και αν κάθε περίπτωση αποφασίζεται αναλόγως των δικών της γεγονότων, προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις αποκαλυπτικές του μέτρου της αποζημίωσης είναι καθοδηγητικές για τον υπολογισμό του ύψους της, νοουμένου βεβαίως ότι ενυπάρχει αναλογικότητα στην έκταση, φύση και επακόλουθα των βλαβών. Στις περιπτώσεις αποφάσεων ξένων δικαστηρίων γίνονται οι αναγκαίες αναπροσαρμογές με τις ημεδαπές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Προσμετρά ανάμεσα σ' άλλα, η συνεχής πτώση της αγοραστικής αξίας του χρήματος, η δεδομένη τάση για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με αυτές που επιδικάζονταν στο παρελθόν - με επίγνωση ότι η τάση αυτή πρέπει να περιορίζεται μέσα στα σωστά πλαίσια της λογικής και δίκαιης για όλους τους διαδίκους αποζημίωσης - καθώς επίσης και η βαρύτητα που εκάστοτε προσδίδεται σε παρόμοιους παράγοντες. Στόχο αποτελεί η επιδίκαση δίκαιου και εύλογου ποσού αποζημίωσης και όχι η απόδοση του μέγιστου δυνατόν ποσού σε χρήμα προς τέλεια αποζημίωση. Ο υπολογισμός στη βάση αισθημάτων συμπάθειας προς το πρόσωπο του θύματος πρέπει να αποφεύγεται και έτσι έγινε και εδώ, χωρίς όμως να σημαίνει ότι η απονομή των αποζημιώσεων δεν πρέπει να είναι επαρκής. Αφού έλαβα υπόψη τα στοιχεία που συνέθεσαν τα τραύματα του ενάγοντα, τη φύση, έκταση και επιπτώσεις τους στο άτομό του, συμπεριλαμβανομένου του πόνου, οδύνης και ταλαιπωρίας του κατέληξα, κατ' ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας, ότι ποσό Λ.Κ2.200, θα συνιστούσε υπό τις περιστάσεις εύλογη και δίκαιη απονομή γενικών αποζημιώσεων. Θεωρώ ότι το ποσό, αντικειμενικά ιδωμένο, ισοζυγίζει δίκαια την αναγκαιότητα επιδίκασης αντιπροσωπευτικής και επαρκούς αποζημίωσης για τις απώλειες του ενάγοντα και την αναγκαιότητα αποφυγής επιφοράς στους ώμους της εναγόμενης, απαράδεκτου κοινωνικού βάρους. Καταλήγοντας στο ύψος αυτό είχα κατά νουν τις αποφάσεις στις οποίες παραπέμφθηκα αλλά και άλλη σχετική νομολογία[1], της οποίας η παράθεση και ανάλυση δε θα εξυπηρετούσε εδώ, ως εκ της φύσεως των τραυμάτων, οποιαδήποτε χρησιμότητα (βλ. Waldon v.Τhe War Office [1956] 1 All E.R.108). Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα 1 και εναντίον της εναγόμενης για ποσό Λ.Κ.2.200, ως γενικές αποζημιώσεις και Λ.Κ.1.759, ως ειδικές αποζημιώσεις, με τόκο προς 8% ετησίως από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής στις 23/8/02, μέχρι εξοφλήσεως και υπέρ των εναγόντων 2-11 αλληλεγγύως, για ποσό Λ.Κ.662,75, ως ειδικές αποζημιώσεις με τόκο προς 8% ετησίως από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής στις 23/8/02, μέχρι εξοφλήσεως. Επιδικάζονται επίσης υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης έξοδα, με νόμιμο τόκο προς 8% ετησίως από 23/8/02, μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΦΠΑ, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Καθορίζοντας τη χρονική έναρξη του τόκου επί των αποζημιώσεων, είχα υπόψη το περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 58(Α) του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, καθώς και τη νομολογία που το ερμήνευσε. Έλαβα υπόψη το γεγονός ότι το ατύχημα συνέβηκε στις 17/5/01 και παρόλο που τα τραύματα και οι ζημιές του ενάγοντα είχαν αποκρυσταλλωθεί μέχρι τις 2/10/01, η αγωγή καταχωρίσθηκε στις 23/8/02, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για την καθυστέρηση (βλ. Στυλιανού v. Μάτση και Άλλου
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1288). (Υπ.) ............................................. Ν. Γ. Σάντης Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ [1] Bλ. Νικολαϊδη, Φ, Αποζημιώσεις για Σωματικές Βλάβες, Λευκωσία, Λιθογραφεία Ζαββαλής Λτδ, 1996, Μέρος 4. Barrie, P, Personal Injury Law: Liability, Compensation, Procedure, Oxford, Oxford University Press, 2005, Part C. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.