Genemp Trading Ltd ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 6012/00, 25 Νοεμβρίου, 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2005:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6012/00 Μεταξύ: Genemp Trading Ltd Εναγόντων και
- Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ.
- Antexol Trade Limited. Εναγομένων Αίτηση για Προσθήκη Εναγομένων Ημερομηνία: 25 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές: Οι κ.κ. Χρ. Κληρίδης και Ε. Γραμμένος. Για τους εναγόμενους 1 - καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Κ. Ταλαρίδης. ----------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι αιτητές ζητούν διάταγμα για προσθήκη συνεναγομένων στην αγωγή καθώς και επακόλουθα διατάγματα για τροποποίηση της δικογραφίας. Μετά που η αγωγή εναντίον των εναγομένων 2 διακόπηκε στις 13/12/04, λόγω διαγραφής της εταιρείας, μοναδική εναγόμενη παραμένει η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Οι αιτητές σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ήσαν πελάτες των καθ' ων η αίτηση που είναι Κυπριακή Εμπορική Τράπεζα. Γύρω στον Απρίλιο του 1994, στάλθηκε στους αιτητές από εταιρεία της Γιουγκοσλαβίας μέσω της Γιουγκοσλαβικής τράπεζας Beogradska Banka ΒΒ, που λειτουργούσε κατά τον εν λόγω χρόνο υπεράκτιο παράρτημα στην Κύπρο και στο οποίο οι αιτητές διατηρούσαν τραπεζικό λογαριασμό, το ποσό των DEM 899.
- Παρά το γεγονός ότι το ποσό αυτό παραλήφθηκε από τους καθ' ων η αίτηση 1 για λογαριασμό και προς πίστη των αιτητών, στους τελευταίους καταβλήθηκε μόνον το ποσό των DEM 537.040, με αποτέλεσμα να παραμένει υπόλοιπο DEM 362.410, το οποίο οι καθ' ων αίτηση κατακρατούν παρανόμως αρνούμενοι να τους το καταβάλουν. Αποτελεί θέση τους ότι οι καθ' ων η αίτηση με στόχο να ζημιώσουν οικονομικά τους αιτητές συνομώτησαν μεταξύ τους ή και με το υπεράκτιο παράρτημα της υπό αναφορά Γιουγκοσλαβικής τράπεζας στην Κύπρο, με άμεση εμπλοκή στη συνομωσία, των προτιθέμενων εναγομένων, να κρατήσουν το ποσό. Ο τρόπος με τον οποίο γίνονταν όλα αυτά περιγράφεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αλλά και στη δικογραφία των εναγόντων. Οι καθ' ων η αίτηση αρνούνται τους ισχυρισμούς των αιτητών και ισχυρίζονται ότι ενεργούσαν πάντοτε συμφώνως εντολών των εναγομένων 2 στα πλαίσια μάλιστα οδηγιών που τους είχαν δοθεί από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για πλήρη συμμόρφωση με τους όρους των κυρώσεων τις οποίες τα Ηνωμένα Έθνη και το Συμβούλιο Ασφαλείας είχαν επιβάλει εναντίον της Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών στην αγόρευσή του επεξήγησε το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση καθώς και τα τεκμήρια που τη συνοδεύουν με σκοπό να καταδείξει, ανάμεσα σε άλλα, τη σχετικότητα και συνάφεια των γεγονότων με την αιτία της αγωγής. Σημείωσε ότι η όποια παρατηρηθείσα καθυστέρηση οφείλεται στο γεγονός ότι δεν υπήρχαν έγκαιρες οδηγίες των πελατών του καθότι ο ενόρκως δηλών πηγαινοερχόταν στο εξωτερικό με αποτέλεσμα αυτό να δημιουργήσει δυσχέρειες επικοινωνίας μαζί του. Παρέπεμψε σε νομολογία και συγγράμματα προτείνοντας την αποδοχή του αιτήματος. Ο κ. Ταλαρίδης αντέτεινε ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν το αίτημα είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στους καθ' ων η αίτηση 1 και ότι, από όποια γωνιά και αν ήθελαν ιδωθεί τα πράγματα, η επιδειχθείσα καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος είναι τέτοιας έκτασης που δε μπορεί να οδηγήσει στην ενάσκηση της ευχέρειας του Δικαστηρίου για απόρριψη του αιτήματος. Έχω αξιολογήσει όλα όσα ανάφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι καθώς και το περιεχόμενο της αιτήσεως και ενστάσεως με τις συνοδευτικές τους ένορκες δηλώσεις και επισυνημμένα τεκμήρια ανεξαρτήτως το αν στο παρόν κείμενο μπορεί να μη γίνεται ρητή αναφορά σε όλα όσα συναφώς διατυπώθηκαν και παρατέθηκαν, μια και κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε καμιά πρακτική σκοπιμότητα. Η νομολογία η οποία έχει ερμηνεύσει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται το αίτημα καταδεικνύει ότι δεν υπάρχουν ανελαστικές αρχές οι οποίες τείνουν να εντάξουν την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μέσα σε στεγανά. Η κάθε υπόθεση χρήζει αντίκρυσης μέσα από τα δικά της γεγονότα με την αξιολόγηση των εκάστοτε παραγόντων να οδηγεί σε διαφορετικά αποτελέσματα στην κάθε περίπτωση. Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικώς στον ενάγοντα, με το Δικαστήριο να διατηρεί ωστόσο την εξουσία δυνάμει και της Δ.9 θ10 να διατάξει σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας με ή χωρίς αίτηση την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου συσχετίζεται με τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις (βλ. κατ' αναλογίαν, Οδυσσέως ν. Λαïκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1372). Εν προκειμένω, προκύπτει ζήτημα αδικαιολόγητης καθυστέρησης εκ πλευράς αιτητών να επικαλεστούν τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ζητώντας ενάσκηση της με τρόπο που να τους επιτρέπει την προσθήκη των νέων εναγομένων. Ο παράγοντας χρόνος είναι στοιχείο σημαντικό σε κάθε σχεδόν περίπτωση ενδιάμεσου δικονομικού διαβήματος, με τη σημασία που προσδίδεται σε αυτόν να ποικίλει, και για αυτόν τον παράγοντα, αναλόγως της περίπτωσης και της φύσεως του αιτήματος. Η καθυστέρηση λοιπόν δε σημαίνει ότι οδηγεί αναπόδραστα και στην απόρριψη του αιτήματος ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες όπου η καθυστέρηση προκύπτει ως εκ της αμέλειας ή και κακού χειρισμού από πλευράς αιτητού. Όμως όσον μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος τόσον μεγαλύτερο είναι συνήθως το βάρος το οποίο πρέπει να αποσειστεί προς αποδοχή του αιτήματος παροχής θεραπείας. Η καθυστέρηση, ακόμα και εκεί όπου δε γίνεται ρητή αναφορά στη δικονομική διάταξη αναφορικά με την οριοθέτηση του δικαιώματος, έχει δυο πτυχές. Η πρώτη, αφορά και συσχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή στην υποβολή του αιτήματος και η δεύτερη, χωρίς κατ' ανάγκη να αναιρεί την πρώτη, στην πρόκληση δυσμενούς επηρεασμού στα δικαιώματα του διαδίκου ο οποίος εμπλέκεται στο αίτημα, και εδώ είναι η εναγόμενη 1, σε βαθμό βλάβης άλλης από εκείνη που θα μπορούσε να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Αποδίδεται λοιπόν σημασία σε αυτή την πτυχή του πράγματος τής οποίας η εμβέλεια μπορεί μεν να αποφασίζεται αναλόγως της περιπτώσεως θα πρέπει όμως να δικαιολογείται, πόσω μάλλον να εξηγείται, στην κάθε περίπτωση. Εδώ, οι αιτητές δεν αιτιολογούν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Το περισσότερον που θα μπορούσε να λεχθεί επί τούτου είναι ότι από τα συμφραζόμενα της ένορκης δήλωσης θα μπορούσαν να εξαχθούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί επί του θέματος οι οποίοι ούτως ή άλλως δε θα μπορούσαν με κανένα τρόπο να θεωρηθούν ικανοποιητικοί για να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση. Κάποιες επισημάνσεις τις οποίες προέβηκε ο κ. Κληρίδης στην αγόρευσή του δε συμπληρώνουν το κενό στην απουσία σχετικής μαρτυρίας ή συγκεκριμένων ισχυρισμών (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα ΠΕ 11215, ημ 22/2/02). Οι αιτητές είχαν προβάλει ισχυρισμό περί συνομωσίας της εναγόμενης 1 και των εναγομένων 2 καθώς και των υπηρετών και διευθυντών τους από την καταχώρηση της αγωγής χωρίς να εξηγούν την μη καταφυγή στη συγκεκριμενοποίηση ή προσδιορισμό των ατόμων αυτών ως διαδίκων πλέον στην αξίωση. Αυτό δε σημαίνει ότι οι αιτητές δεν είχαν την ευχέρεια να επιλέξουν ποιους εναγόμενους επιθυμούσαν να εναγάγουν. Κάθε άλλο. Η επιλογή αυτή αποτελεί δικαίωμα του κάθε ενάγοντα. Παραπέμπει όμως, όπως ήδη έχει λεχθεί στα πλαίσια του παρόντος αιτήματος και της σημερινής κατάστασης των πραγμάτων μισή δεκαετία και πλέον από την καταχώρηση της αγωγής, στον επηρεασμό των δικαιωμάτων των εναγομένων 1 και των άλλων συναφών που αναφέρθηκαν σε σχέση με την καθυστέρηση. Η μακρά και αδικαιολόγητη υπό τις περιστάσεις καθυστέρηση αναδύει απουσία καλής πίστης από μέρους των αιτητών στην υποβολή του αιτήματος. Η επίκληση του ενόρκως δηλούντα ότι μπορεί το αίτημα να γίνει σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας δεν ισοδυναμεί με εξήγηση ούτε ασφαλώς και με δικαιολόγηση της καθυστέρησης, τουλάχιστον στο βαθμό που απαιτείται, αλλά ούτε και οδηγεί κατ' ανάγκη στην κατάληξη ότι η παροχή της δεδομένης δικονομικής ευχέρειας οδηγεί αναποδράστως και στη κατάταξη του αιτήματος ως δικαιολογημένου από κάθε άποψη. Η δικαιολόγηση της καθυστέρησης έλκει το εκτόπισμά της από τις περιβάλλουσες περιστάσεις και όχι από την επίκληση του δικαιώματος αυτού καθ' αυτού. Άλλη προσέγγιση θα ισοδυναμούσε με ποδηγέτηση, για να μην πω αποστέρηση, της σύμφυτης διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και τη δημιουργία απόλυτου δικονομικού δικαιώματος υποκείμενου σε δικαστική έγκριση άνευ εταίρου. Η επιθυμία για προσθήκη των προτιθέμενων εναγομένων δεν προκύπτει από μόνον το γεγονός της διαγραφής των εναγομένων 2, και τούτο εξάγεται με καθαρότητα όχι μόνον από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση αλλά και από τις τοποθετήσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων των αιτητών. Ούτως ή άλλως, η εξέλιξη της υπόθεσης σε σχέση με τους εναγόμενους 2 δεν επηρεάζει σε αυτό το επίπεδο προσέγγισης και δε συνηγορεί στην προσθήκη των Λαζαρίδη και Χατζηνικολάου, με τη διαφορά εναντίον των εναγομένων 1 να μπορεί να επιλυθεί έτσι και αλλιώς χωρίς να παρίσταται ανάγκη προσθήκης τους. Είναι γεγονός ότι στόχευση στην κάθε περίπτωση αποτελεί η επίλυση όλων των διαφορών μεταξύ των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου με την αποφυγή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Αυτό όμως αν και αξιολογείται δεν αποτελεί παράγοντα καταλυτικής σημασίας στην κάθε περίπτωση και έτσι συμβαίνει και εδώ για τους λόγους που έχω εξηγήσει, με το εν λόγω στοιχείο να περιέρχεται σε δεύτερη μοίρα ενόψει της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε. Το κατά πόσον θα καταχωρηθεί νέα αγωγή εναντίον όλων ή κάποιων από τους προτιθέμενους εναγόμενους σε περίπτωση που απορριφθεί το παρόν αίτημα, η οποία εν παρόδω ενδέχεται και να συνενωθεί με την παρούσα αγωγή, αν και στοιχείο που αξιολογείται μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της προαναφερθείσας επιδίωξης δεν αποτελεί εδώ πειστικό λόγο για να παραγνωριστούν όλα τα άλλα στα οποία έχει γίνει αναφορά για να οδηγήσουν σε αποδοχή του αιτήματος. Αυτό θα ισοδυναμούσε εν πάση περιπτώσει και με απόφανση σε αυτό το στάδιο περί του βάσιμου του προτιθέμενου αιτήματος ή ακόμη και της συγκεκριμένης πρόθεσης. Στη βάση των πιο πάνω η αίτηση δε μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ................................ Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο