Μηλιώτη ν. Cyber Group Ltd κ.α., Αρ.Αγωγής: 4240/01, 22/12/2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2005:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 4240/01 Μεταξύ: Κώστα Μηλιώτη Ενάγοντα και
- Cyber Group Ltd
- Γιάννη Λαουρή
- Χάρη Αναστασίου
- Κωνσταντίνου Γεωργιάδη
- Ανδρέα Ευριπίδου
- Χριστιάνας Κναή
- Χρίστου Κυριάκου
- Νίκου Πασχάλη
- Φραγκίσκου Φράγκου
- Στάθη Ανδρέου
- Βάσου Βασιλείου Εναγομένων ------------------- 22 Δεκεμβρίου, 2005 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Βορκάς. Για τους Εναγομένους 1, 2, 3, 4 και 10: κ. Κρονίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγων αρχικά διεκδικούσε από όλους τους Εναγομένους την επιστροφή ποσού £10000 που κατέβαλε στην Εναγόμενη 1 εταιρεία για την απόκτηση μετόχων με την προοπτική εισαγωγής των στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (Χ.Α.Κ.). Οι Εναγόμενοι 2-11 ενάγονταν ως διοικητικοί σύμβουλοι της Εναγόμενης
- Σε διάφορα χρονικά σημεία η αγωγή απεσύρθη εναντίον των Εναγομένων 5, 6, 7, 8, 9 και
- Παρέμειναν οι Εναγόμενοι 1, 2, 3, 4, και 10 (εφεξής οι Εναγόμενοι) εναντίον των οποίων η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Οι Εναγόμενοι αμφισβήτησαν μέχρι τέλους την απαίτηση, στηριζόμενοι ως επί το πλείστον σε νομικούς λόγους στους οποίους θα αναφερθώ εν εκτάσει στη συνέχεια. Η ακροαματική διαδικασία που διεξήχθη ήταν σύντομη και ουσιαστική με προσήλωση στα επίδικα θέματα, στοιχείο για το οποίο συγχαίρω τις δύο πλευρές. Δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα, πλαισιούμενα από διάφορα έγγραφα ενώ προφορικά κατέθεσε μόνο ο Ενάγων. Τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα που κατατέθηκαν έχουν ως ακολούθως: "
- Ο Ενάγοντας με σχετική αίτηση ημερ. 14.9.00 αιτήθηκε την αγορά £10.000 μετοχών της εταιρείας των Εναγομένων 1 προς £0,70 ονομαστικής αξίας για την απόκτηση £14.285 μετοχών. Η εν λόγω αίτηση κατατίθεται ως τεκμήριο (τεκμήριο 1). Η επιταγή για £10000 μαζί με την κατάθεση στην τράπεζα επίσης κατατίθενται ως τεκμήριο (τεκμήριο 2).
- Οι Εναγόμενοι κατέθεσαν αίτηση για εισαγωγή των μετοχών στο Χρηματιστήριο κατά την 15.6.
- Oι Εναγόμενοι 1 απέστειλαν την 23.9.00 επιστολή προς τον Ενάγοντα, το περιεχόμενο της οποίας μιλά από μόνο του. Η εν λόγω επιστολή κατατίθεται ως τεκμήριο.(τεκμήριο 3). 4 Οι Εναγόμενοι εξέδωσαν την 27.9.00 τον τίτλο των μετοχών επ' ονόματι του Ενάγοντα.
- Στις 27.11.00 στάληκε επιστολή από τον Ενάγοντα προς τους Εναγομένους 1 η οποία μιλά αφ' εαυτής. Η εν λόγω επιστολή κατατίθεται ως τεκμήριο (τεκμήριο 4).
- Η αποστολή επιστολής των Εναγομένων 1 προς τον Ενάγοντα ημερ. 8.12.
- Η εν λόγω επιστολή κατατίθεται ως τεκμήριο (τεκμήριο 5) 7 Ότι οι Εναγόμενοι 1 δεν επέστρεψαν το αιτούμενο ποσό στον Ενάγοντα. 8 Ότι η αίτηση των Εναγομένων 1 για εισαγωγή των μετοχών τους στο χρηματιστήριο τελικώς αποσύρθηκε κατά ή περί τον Ιούλιο του 2001." Από πλευράς προφορικής μαρτυρίας κατέθεσε ως προανέφερα μόνο ο Ενάγων, συνταξιούχος γυμνασιάρχης που κατάγεται από τα Πέρα Ορεινής. Ανέφερε πως το καλοκαίρι του 2000 άκουσε για την Εναγόμενη 1 (εφεξής η Εναγόμενη) και την προοπτική εισαγωγής των μετοχών της στο Χ.Α.Κ. με τιμή υψηλότερη αυτής που θα πωλούνταν με ιδιωτική τοποθέτηση. Ζήτησε λεπτομέρειες και πληροφορήθηκε ότι Πρόεδρος της εταιρείας ήταν ένας παλαιός του φίλος, ο κ. Μάριος Ηλιάδης. Πήρε τηλέφωνο τον κ. Ηλιάδη και αυτός τον διαβεβαίωσε ότι η απόδοση της μετοχής θα ήταν όντως υψηλή. Έτσι στις 14.9.2000 προχώρησε στην έκδοση της επιταγής (τεκμήριο 1) για αγορά μετοχών της Εναγόμενης. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες ότι αρκετές εταιρείες, μεταξύ των οποίων και η Εναγομένη, τελικά δεν θα εισέρχονταν στο Χ.Α.Κ. Παράλληλα άκουσε πως ψηφίστηκε κάποιος Νόμος που επέτρεπε σε επενδυτές που αγόρασαν μετοχές σε τέτοιες εταιρείες να πάρουν πίσω τα χρήματα τους. Επικοινώνησε με τον δικηγόρο του ο οποίος του επιβεβαίωσε το γεγονός, λέγοντας του παράλληλα ότι θα μπορούσε εάν ήθελε να στείλει για λογαριασμό του σχετική επιστολή. Προτίμησε ωστόσο να την ετοιμάσει ο ίδιος. Πράγματι συνέταξε (φιλολογικά) επιστολή την οποία απέστειλε στις 27.11.2000 ζητώντας πίσω τα χρήματα του (τεκμήριο 4). Η Εναγόμενη με επιστολή της ημερομηνίας 8.12.2000 (τεκμήριο 5) απέρριψε το αίτημα του, με αποτέλεσμα να απευθυνθεί στον δικηγόρο του για τη λήψη δικαστικών μέτρων. Μέχρι σήμερα δε, δεν του έχει επιστραφεί το ποσό που κατέβαλε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως πλην της Εναγόμενης, δεν γνωρίζει τους υπόλοιπους Εναγομένους (δηλαδή τους Εναγομένους 2, 3, 4 και 10). Μόνο τον Μάριο Ηλιάδη γνώριζε. Υποθέτει ότι ήταν διευθύνων σύμβουλος της Εναγόμενης. Την επιταγή την έδωσε στο γραφείου του κ. Ηλιάδη. Όταν δε, ήθελε πίσω τα χρήματα του, μίλησε (τηλεφωνικά) πρώτα με τον κ. Ηλιάδη και αυτός του είπε πως δεν υπήρχαν μετρητά. Έτσι έστειλε επιστολή, ώστε να υποχρεώνονταν με βάση τον Νόμο να του επιστρέψουν πίσω τα χρήματα του. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του Ενάγοντος, τη σκυτάλη πήραν οι δικηγόροι για να υποστηρίξουν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Ο κ. Βορκάς επιχειρηματολογώντας πρώτος για λογαριασμό του Ενάγοντος διευκρίνισε αρχικά ότι η αξίωση εδράζεται στις πρόνοιες του άρθρου 58Α
(3)(β) του τροποποιητικού Νόμου 42
(1)/2000. Αναφέρθηκε ακολούθως στα γεγονότα, που κατά την άποψη του, συνθέτουν την όλη υπόθεση για να εισηγηθεί ότι αυτά εμπίπτουν στα πλαίσια του προαναφερθέντος άρθρου και έτσι η απαίτηση του Ενάγοντος θα πρέπει να γίνει δεκτή. Υποστήριξε τη θέση του με αναφορά σε σχετική επί του θέματος Νομολογία, απορρίπτοντας παράλληλα (προκαταβολικά) τα επιχειρήματα και τις ενστάσεις των Εναγομένων. Ιδιαίτερα απέρριψε τη θέση πως ένεκα του τρόπου διατύπωσης της επιστολής του Ενάγοντος (τεκμήριο 4) δεν ενεργοποιήθηκαν οι πρόνοιες του Ν.42
(1)/2000. Υποστήριξε επ' αυτού πως δεν χρειάζεται να επικαλεστεί κανείς ειδικά τις πρόνοιες του προαναφερθέντος Νόμου, αλλά απλά να "ζητήσει γραπτώς" την επιστροφή των χρημάτων του. Όπως δηλαδή έπραξε και ο Ενάγων. Πέραν τούτου απέρριψε τη θέση ότι η συγκεκριμένη πρόνοια έχει καταργηθεί ως αποτέλεσμα των συνδυασμένων προνοιών των Νόμων 135
(1)/2000, 141
(1)/2000 και 9
(1)/2001. Συναφώς διαφώνησε με την θέση ότι το υπό εξέταση άρθρο καταστρατηγεί τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 σ' ότι αφορά τη μείωση μετοχικού κεφαλαίου, όπως διαφώνησε με το επιχείρημα ότι το συγκεκριμένο άρθρο είναι αντισυνταγματικό, ως παραβιάζων τα άρθρα 23, 25, 26 και 28 του Συντάγματος.. Από πλευράς του, ο συνήγορος των Εναγομένων Κ. Κρονίδης αφού αναφέρθηκε και αυτός στα γεγονότα, χωρίς να διαφωνήσει ουσιαστικά με την περιγραφή του κ. Βορκά, προχώρησε στη νομική ανάπτυξη των επιχειρημάτων που κατά την άποψη του θα πρέπει να οδηγήσουν σε απόρριψη της υπόθεσης. Κατ' αρχάς υποστήριξε πως η απαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί αφού ο Ενάγων στην επιστολή που απέστειλε δεν κάμνει καμία αναφορά, είτε άμεση είτε έμμεση, στο σχετικό άρθρο του Νόμου. Περαιτέρω υποστήριξε πως η συγκεκριμένη πρόνοια δεν έχει νομική ισχύ αφού συγκρούεται με τις πρόνοιες του υπερισχύοντος περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και έχει εν πάση περιπτώσει καταργηθεί ως αποτέλεσμα των συνδυασμένων προνοιών των Νόμων 135
(1)/2000, 141
(1)/2000, 9
(1)/2001 και της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ημερ.13.12.1976 ως έχει μεταγενέστερα τροποποιηθεί. Περαιτέρω υπέβαλε πως το υπό εξέταση άρθρο είναι αντισυνταγματικό αφού προσκρούσει στα άρθρα 25 και 28 του Συντάγματος. Ανάλογη δικογραφημένη θέση που αφορούσε τα άρθρα 23 και 26 εγκαταλείφθηκε. Τέλος ειδικά σε σχέση με τους Εναγομένους 2, 3, 4 και 10 υποστήριξε πως η εναντίον τους απαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί αφού αυτοί πέραν του γεγονότος ότι ήταν (μαζί με άλλους) κατά τον ουσιώδη χρόνο μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης, καμία προσωπική ανάμειξη δεν είχαν στην υπόθεση. Τα χρήματα δεν τα εισέπραξαν αυτοί, αλλά ο κ. Μάριος Ηλιάδης ο οποίος δεν ενάγεται καν στην παρούσα αγωγή. Έχοντας ολοκληρώσει με την προσαχθείσα μαρτυρία και τις θέσεις των μερών, προχωρώ στο έργο της αξιολόγησης και στην εξαγωγή συμπερασμάτων σ' ότι αφορά τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Η αξιολόγηση υπό τις περιστάσεις δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία. Ένας μάρτυρας κατέθεσε και αυτός χωρίς να αμφισβητηθούν ποσώς τα λεγόμενα του. Ούτως ή άλλως μου προξένησε καλή εντύπωση αφού παρέμεινε σταθερός καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του και έτσι την αποδέχομαι στην ολότητα της. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω μαρτυρία, τις παραδοχές των δικογράφων, τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και τα κοινώς κατατεθέντα τεκμήρια, καταλήγω στα εξής συμπεράσματα σε ότι αφορά τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης: Κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη ήταν δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον Νόμο με έδρα τη Λευκωσία και οι Εναγόμενοι, 2, 3, 4 και 10 (μεταξύ άλλων) ήταν μέλη του διοικητικού της συμβουλίου. Στις 15.6.2000 η Εναγόμενη κατέθεσε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο Χ.Α.Κ. Στις 14.9.2000 ο Ενάγων με προοπτική την προαναφερθείσα εισαγωγή, υπέβαλε προς την Εναγόμενη αίτηση για την αγορά 14.285 μετοχών προς 70 σεντ έκαστη (τεκμήριο 1), εκδίδοντας προς πληρωμή την επιταγή -τεκμήριο 2 για ποσό £10000. Ο Ενάγων έδωσε την επιταγή στην Εναγόμενη δια του κ. Μάριου Ηλιάδη, προσωπικού του φίλου και κατά τον ουσιώδη χρόνο μέλους του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης. Στις 23.9.2000 η Εναγόμενη αποδέχτηκε την αίτηση του Ενάγοντος, αποστέλλοντας του σχετική επιστολή (τεκμήριο 3). Στις 27.9.2000 η Εναγόμενη εξέδωσε επ' ονόματι του Ενάγοντος τους σχετικούς τίτλους των μετοχών. Στις 27.11.2000 ο Ενάγων απέστειλε προς την Εναγόμενη επιστολή δια της οποίας ζητούσε την επιστροφή του καταβληθέντος ποσού των £10000 (τεκμήριο 4). Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής έχει ως ακολούθως: "Κύριοι, Λόγοι ανώτεροι της θέλησης μου με αναγκάζουν να ζητήσω την επιστροφή του ποσού των ΛΚ10.000 έναντι 14.285.000 που είχατε την καλοσύνη να μου παραχωρήσετε. Θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι η ενέργεια μου δεν έχει καμιά σχέση με τις προοπτικές της εταιρείας σας, οι οποίες, πιστεύω, προδιαγράφονται λαμπρές. Σας επισυνάπτω τον τίτλο με αρ. Τ. 12000238". Με επιστολή της ημερομηνίας 8.12.2000 η Εναγόμενη απέρριψε το αίτημα του Ενάγοντος για επιστροφή των χρημάτων (τεκμήριο 5). Κατά η περί τον Ιούλιο του 2001 η Εναγόμενη απέσυρε την αίτηση της για εισαγωγή των τίτλων της στο Χ.Α.Κ. και μέχρι σήμερα δεν έχει επιστρέψει στον Ενάγοντα το καταβληθέν ποσό. Στηριζόμενος πλέον στα πιο πάνω συμπεράσματα, προχωρώ στην εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Η απαίτηση ως προανέφερα εδράζεται αποκλειστικά στις πρόνοιες του άρθρου 58Α
(3)(β) του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (τροποποιητικού αρ.4) Νόμου 42
(1)/2000 (τέθηκε σε ισχύ στις 7.4.2000) το οποίο προβλέπει τα εξής: "Ενδιαφερόμενος αγοραστής που κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα σε εκδότη, εταιρεία ή πρόσωπο για την αγορά μετοχών είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ανωτέρω ή άλλως πως δύναται μετά πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης να ζητήσει γραπτώς την επιστροφή του ποσού ή ανταλλάγματος εφόσον δε του έχουν δοθεί η σχετικοί τίτλοι ή του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι αλλά δεν έχουν εισαχθεί ακόμη στο Χρηματιστήριο. Σε τέτοια περίπτωση ο εκδότης ή η εταιρεία ή το πρόσωπο που εισέπραξε το ποσό ή το αντάλλαγμα οφείλει να το επιστρέψει στον ενδιαφερόμενο αγοραστή εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενο αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή του ανταλλάγματος που κατέβαλε με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία που υποβλήθηκε η αίτηση για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο και να επιστρέψει τους σχετικούς τίτλους εφόσον έχουν εκδοθεί και δοθεί στους ενδιαφερομένους αγοραστές: Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(2), το Συμβούλιο δύναται να αποκλείσει εκδότη ή εταιρεία που παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, από της εισαγωγή των τίτλων του στο Χρηματιστήριο". Πιστεύω πως σωστά έγινε επίκληση του προαναφερθέντος άρθρου, αφού φαίνεται να τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση του Ενάγοντος. Ο Ενάγων ήταν "ενδιαφερόμενος αγοραστής". Μετά που τέθηκε σε ισχύ ο εν λόγω Νόμος και συγκεκριμένα στις 14.9.2000 κατέβαλε "οποιοδήποτε πόσο", ήτοι £10000 με την επιταγή - τεκμήριο 2 σε "εκδότη, εταιρεία η πρόσωπο" ήτοι στην Εναγόμενη 1 μέσω του κ. Μάριου Ηλιάδη "για την αγορά μετοχών..." Υπενθυμίζω ότι η Εναγόμενη 1 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο δημόσια εταιρεία και ο λόγος αγοράς των μετοχών από τον Ενάγοντα ήταν η προοπτική εισαγωγής των τίτλων στο Χ.Α.Κ. Προς το σκοπό αυτό είχε κατατεθεί και σχετική αίτηση στις 15.6.
- Από 'κεί και πέρα ο Ενάγων ως εδικαιούτο "μετά πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία της αίτησης για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο..." και συγκεκριμένα με την επιστολή του ημερ. 27.11.2000 -τεκμήριο 4 ζήτησε "γραπτώς την επιστροφή του ποσού" αφού μέχρι τότε δεν είχαν εισαχθεί οι τίτλοι στο Χρηματιστήριο. Στην πραγματικότητα οι τίτλοι ουδέποτε εισήχθησαν αφού η Εναγόμενη τελικώς απέσυρε την αίτηση της κατά η περί τον Ιούλιο του
- Σε ότι αφορά το λεκτικό της επιστολής- τεκμήριο 4 που είναι και το πρώτο θέμα που ήγειρε η πλευρά των Εναγομένων, βρίσκω πως επαρκεί για να εντάξει την περίπτωση στα πλαίσια του υπό εξέταση άρθρου. Το μόνο που απαιτείται επ' αυτού από τις πρόνοιες του άρθρου είναι ο ενδιαφερόμενος να "ζητήσει γραπτώς" τα χρήματα του. Αυτό ξεκάθαρα το πράττει με την επιστολή του ο Ενάγων. Το γενικό "ύφος" της επιστολής και το λεκτικό που επέλεξε να χρησιμοποιήσει δεν επηρεάζουν καθόλου τα πράγματα. Δεν υπάρχει πουθενά υποχρέωση επίκλησης στο γραπτό αίτημα, είτε του συγκεκριμένου άρθρου είτε του Νόμου γενικότερα. Ούτε και ενδιαφέρει ο λόγος που οδηγεί τον εκάστοτε ενδιαφερόμενο στο να ζητήσει την επιστροφή των χρημάτων του. Αρκεί να το πράξει γραπτώς. Υπενθυμίζω εν πάση περιπτώσει ότι ο Ενάγων, προτού στείλει την επιστολή του, είχε ακούσει για την ύπαρξη Νομοθεσίας που επέτρεπε την επιστροφή χρημάτων σε επενδυτές και μάλιστα διαβουλεύτηκε σχετικά με τον δικηγόρο του. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι το αγώγιμο δικαίωμα του εκάστοτε ενδιαφερόμενου γεννάται με την πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για εισαγωγή των τίτλών στο Χ.Α.Κ. Στην περίπτωση του Ενάγοντος αυτή η ημερομηνία ήταν η 15η Σεπτεμβρίου
- Το αγώγιμο αυτό δικαίωμα δεν δύναται να ανασταλεί ή να αναβληθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ως προκύπτει από την Χριστοδουλίδης κ.α v. Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, Προσφυγή 603/01, ημερ. 31.5.02, με την πάροδο των τριών μηνών η υποχρέωση επιστροφής των χρημάτων επιβάλλεται χωρίς αναζητήσεις σε σχέση με την αιτία ή την ευθύνη μη εισαγωγής ή έκδοσης των σχετικών τίτλων. Μετά και την πιο πάνω διαπίστωση βρίσκω πως η περίπτωση από πλευράς γεγονότων εμπίπτει στα πλαίσια του άρθρου 58Α
(3)(β). Παραμένει η εξέταση των άλλων, αμιγώς νομικών, ζητημάτων που ήγειρε η πλευρά των Εναγομένων. Ξεκινώ από τη θέση ότι η υπό εξέταση πρόνοια έχει καταργηθεί ή εν πάση περιπτώσει κατέστη ανενεργής ως αποτέλεσμα των συνδυασμένων προνοιών των Νόμων 135
(1)/2000, 141
(1)/2000, 9
(1)/2001 και της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ημερ.13.12.1976 ως έχει μεταγενέστερα τροποποιηθεί. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Κατ' αρχάς δεν θεωρώ ότι δύναται να συνδυαστούν ή να συναρτηθούν, κατ' απόλυτο τρόπο τουλάχιστον, οι πρόνοιες των προαναφερθέντων Νόμων (και της Οδηγίας). Οι Νόμοι 141
(1)/2000 και 9
(1)/2001 είναι τροποποιητικοί των περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμων ενώ ο Νόμος 135
(1)/2000 και η προαναφερθείσα Δεύτερη Οδηγία άπτονται του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113. Το άρθρο 3
(1)του Nόμου 141
(1)/2000 (τέθηκε σε ισχύ στις 27.10.2000) που είναι σχετικό διαλαμβάνει ως εξής: "Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 58Α,58Β και 58Γ του βασικού νόμου, εκδότης ο οποίος υπέβαλε ή υποβάλλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων του στο Χρηματιστήριο οι οποίοι δεν έχουν εκδοθεί μέχρι και τις 18 Οκτωβρίου 2000, έχει υποχρέωση να επιστρέψει στο πρόσωπο που το απαιτεί γραπτώς οποιαδήποτε χρηματικά ποσά που εισπράχθηκαν με προοπτική την παροχή τίτλων ή και με παραστάσεις εισαγωγής των τίτλών αυτών στο Χρηματιστήριο, το αργότερο μέσα σε διάστημα επτά ημερών από την ημερομηνία που απαιτούνται......." Από το ίδιο το λεκτικό της προαναφερθείσας διάταξης είναι πρόδηλο πως ο Νομοθέτης όχι απλώς δεν επιχείρησε να καταργήσει ρητά ή σιωπηρά τις πρόνοιες του υπό εξέταση Νόμου, αλλά αντιθέτως ρητά επιβεβαίωσε την ισχύ τους. Εξού και η επιλογή της φράσης "ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 58A, 58Β και 58Γ..." Συνεπώς ο Νόμος αυτός δεν υποκατέστησε, ούτε κατήργησε τις πρόνοιες του Ν 42
(1)/
- Τουναντίον διεύρυνε το πεδίο επιστροφής χρημάτων σε επενδυτές καλύπτοντας ρητά πλέον και τις περιπτώσεις εταιρειών που δεν είχαν εκδώσει τίτλους μέχρι τις 18.10.
- Έτσι κι' αλλιώς στην προκειμένη περίπτωση το γραπτό αίτημα του Ενάγοντος υποβλήθηκε πριν την εφαρμογή του Νόμου 141
(1)/2000 και επομένως ο εν λόγω Νόμος (όποιο και να ήταν το αποτέλεσμα του) δεν θα μπορούσε να επηρεάσει την παρούσα υπόθεση. Ο Νόμος 9
(1)/2001 (τέθηκε σε ισχύ στις 16.2.2001) όντως έχει καταργήσει (μεταξύ άλλων) τις πρόνοιες του άρθρου 58Α του Ν.42
(1)/2000 αφού το έχει αντικαταστήσει με εντελώς νέο. Εδώ όμως και πάλι το γραπτό αίτημα του Ενάγοντος προηγήθηκε κατά πολύ της εφαρμογής του εν λόγω Νόμου και έτσι δεν δύναται είτε από μόνος του είτε σε συνδυασμό με άλλους Νόμους να έχει οποιανδήποτε επίδραση στα γεγονότα της υπόθεσης. Έτσι κι' αλλιώς το άρθρο 4 του Ν.9
(1)/2001 (άρθρο 58Γ του βασικού Νόμου) ρητά διατήρησε τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν μέχρι την ημερομηνία έναρξης του (βλ. Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros. Investments Ltd, Πολ. Έφεση 11802, ημερ. 26.5.2005) Έρχομαι τώρα στο επόμενο ζήτημα που ήγειρε η πλευρά των Εναγομένων που αφορά στις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 που άπτονται της μείωσης μετοχικού κεφαλαίου. Σ' αυτό το πλαίσιο θα αναφερθώ στον Ν.135
(1)/2000 και στη Δεύτερη Οδηγία (77/91/ΕΟΚ). Η όλη διαδικασία μείωσης μετοχικού κεφαλαίου διέπεται από τα άρθρα 64-69 του Κεφ. 113. Ως προκύπτει ειδικά από το άρθρο 64 για να μειωθεί το μετοχικό κεφάλαιο μιας εταιρείας θα πρέπει να πληρούνται τρεις προϋποθέσεις:
(1)να εξουσιοδοτείται από το καταστατικό,
(2)να υπάρξει ειδικό ψήφισμα και
(3)να επικυρωθεί η μείωση από το Δικαστήριο (βλ. σύγγραμμα Κυπριακό Εταιρικό Δίκαιο του Γ. Κακογιάννη, (έκδοση 2001), σελ.28). Σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρέπεται η μείωση κεφαλαίου από μέρους δημόσιων εταιρειών, χωρίς την επικύρωση του Δικαστηρίου, όπως για παράδειγμα όταν μια εταιρεία κατάσχει μετοχές λόγω μη πληρωμής της έκδοσης ή των δόσεων συμφώνως του καταστατικού (βλ. συγγράμματα Palmer's Company Law, Volume 1 (24η έκδοση), σελ.519, παρ.33-18 και Gower and Davies' Principles of Modern Company Law (7η έκδοση), σελ.245-246). Κατά κανόνα μια εταιρεία δεν μπορεί να αποκτά η ίδια τις μετοχές της, αφού αυτό συνιστά έμμεση μείωση του μετοχικού κεφαλαίου που επηρεάζει τα συμφέροντα των υφιστάμενων μετόχων αλλά και των πιστωτών της (βλ. Trevor and another v. Whitworth and others (1886-1889) All.E.R.Rep.46). Ο κανόνας αυτός υπόκειται σε εξαιρέσεις. Μια εξαίρεση είναι το παράδειγμα που παρέθεσα προηγουμένως. Άλλες εξαιρέσεις περιέχονται στον τροποποιητικό Νόμο 135
(1)/2000 που προσέθεσε στο Κεφ.113 τα άρθρα 57Α-57Ε. Τα άρθρα 57Α-57Δ αντικατοπτρίζουν τα άρθρα 19-22 της Δεύτερης Οδηγίας (77/91/ΕΟΚ). Στα άρθρα αυτά αναφέρονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία ώστε να μπορέσει μια εταιρεία να αποκτήσει δικές της μετοχές. Εν κατακλείδι εκείνο που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι πως δεν αποκλείεται σε κάθε περίπτωση η απόκτηση μετοχών από την ίδια την εταιρεία, ούτε και χρειάζεται πάντοτε η επικύρωση του Δικαστηρίου για όποια απόκτηση μετοχών, συνιστά ή δύναται να εκληφθεί, ως μείωση κεφαλαίου. Συνεπώς ακόμα και αν η επιστροφή χρημάτων σε επενδυτή μετά την έκδοση των σχετικών τίτλων με βάση το άρθρο 58Α
(3)(β) του Ν.42
(1)/2000, οδηγεί άμεσα ή έμμεσα σε μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζονται οπωσδήποτε οι πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113. Εν πάση περιπτώσει στο άρθρο 4 του Ν.42
(1)/2000, ρητά αναφέρεται ότι ο εν λόγω Νόμος εφαρμόζεται άνευ βλάβης ή επηρεασμού των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου. Συνεπώς οι δύο Νόμοι εφαρμόζονται παράλληλα, χωρίς να επηρεάζει ο ένας τον άλλο. Εξάλλου κατά την εφαρμογή ενός Νόμου, το Δικαστήριο πέραν του λεκτικού και των ειδικών του διατάξεων, θα πρέπει να έχει υπόψη το ιστορικό, το γενικό πνεύμα και τους ευρύτερους σκοπούς που επιχειρεί να εξυπηρετήσει (βλ. Melios v. Nicolaou
(1963)2.C.L.R.414, Λάρκος v. Γενικός Εισαγγελέας
(1995)1 Α.Α.Δ. 510 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ζαβαλλή
(1999)2.Α.Α.Δ. 531). Ο Ν.42
(1)/2000 ξεκάθαρα θεσπίστηκε για να προστατεύσει τους επενδυτές, παρέχοντας τους τη δυνατότητα υπό τις προϋποθέσεις που τίθενται, να πάρουν πίσω τα χρήματα που επένδυσαν σε μετοχές, οι τίτλοι των οποίων είτε δεν εκδόθηκαν είτε για οποιοδήποτε λόγο δεν εισήχθησαν στο Χρηματιστήριο. Αν γινόταν δεκτή η συλλογιστική της πλευράς των Εναγομένων, αυτός ο σκοπός θα εξουδετερωνόταν εν τη γενέσει του και η όλη πρόνοια θα καταντούσε κενό γράμμα. Εξάλλου δεν μπορεί η προβολή μιας γενικής πρόνοιας να εξουδετερώσει την κρυστάλλινη υποχρέωση συμμόρφωσης με ειδική πρόνοια, όπως είναι το υπό συζήτηση άρθρο 58Α
(3)(β). Από 'κεί και πέρα εναπόκειται στην εταιρεία, στην προκειμένη περίπτωση στην Εναγόμενη, να εξεύρει τους τρόπους και τη διαδικασία για ομαλή συμμόρφωση με τις νομοθετικές της υποχρεώσεις. Στην υπόθεση Χατζηβασιλείου v. White Knight Ltd,
(2004)1(A) A.A.Δ 203, η εφεσίβλητη εταιρεία σε μια προσπάθεια συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του άρθρου 3 του Ν.168
(1)/2002, που επίσης προβλέπει για την επιστροφή χρημάτων σε επενδυτές, συγκάλεσε γενική συνέλευση όλων των μελών της προς εξεύρεση τρόπου εκπλήρωσης των προαναφερθέντων υποχρεώσεων της. Αντέδρασε ο εφεσείων, ο οποίος αποτάθηκε στο Δικαστήριο με μονομερή αίτηση και ζήτησε την έκδοση διατάγματος που θα παρεμπόδιζε τη σύγκληση της προαναφερθείσας γενικής συνέλευσης, επικαλούμενος τις διατάξεις του άρθρου 198 του Κεφ.113 που διαγράφουν τη διαδικασία για το συμβιβασμό ή διακανονισμό απαιτήσεων μεταξύ μελών ή πιστωτών της εταιρείας αφενός και της εταιρείας αφετέρου. Ο εφεσείων επιζητούσε τη σύγκληση των μετόχων που δικαιούντο επιστροφής των χρημάτων τους σε διαφορετική ημερομηνία και τόπο. Απορρίπτοντας την αίτηση του εφεσείοντος, το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε ότι το άρθρο 198 ήταν άσχετο αφού η επιστροφή χρημάτων δεν αποτελεί συμβιβασμό ή διακανονισμό και ότι ο Νόμος επιβάλλει υποχρέωση για την επιστροφή των χρημάτων ή του καταβληθέντος ανταλλάγματος στους επενδυτές άνευ όρων. Επιβάλλεται υποχρέωση επιστροφής των χρημάτων που λήφθηκαν για σκοπό, ο οποίος ματαιώθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, ο σκοπός έχει επίσης ματαιωθεί. Οπόταν ευλόγα συνάγεται το συμπέρασμα ότι η υποχρέωση για επιστροφή των χρημάτων, τηρουμένων βεβαίως των επιμέρους προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 58Α
(3)(β) (εδώ πληρούνται), θα πρέπει επίσης να είναι άνευ όρων. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Investylia (ανωτέρω) επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση για επιστροφή των χρημάτων σε επενδυτή βάσει της υπό συζήτηση διάταξης, μολονότι η έγγραφη απαίτηση υποβλήθηκε μετά την έκδοση των σχετικών τίτλων. Στην υπόθεση αυτή το επιχείρημα περί μείωσης του μετοχικού κεφαλαίου εάν και τέθηκε ανεπιτυχώς στην πρωτόδικη διαδικασία, δεν περιλήφθηκε στους λόγους έφεσης, ούτε και απασχόλησε καθ' οιονδήποτε τρόπο το Ανώτατο Δικαστήριο. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μου, απαντούν πιστεύω και στην εισήγηση ότι η υπό συζήτηση πρόνοια καταστρατηγεί τη Συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Έρχομαι στην Δεύτερη Οδηγία του συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ως ήταν τότε) (77/91/ΕΟΚ). Δύο λόγια πρώτα για το τι εστί Οδηγία. Οι Ευρωπαϊκές Οδηγίες αποτελούν μια από τις τρεις πηγές δευτερογενούς νομοθεσίας (secondary legislation) της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην οποία η χώρα μας ως γνωστό προσχώρησε την 1.5.2004. Οι Οδηγίες είναι δεσμευτικές, ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνεται στις αρχές του κράτους μέλους η επιλογή του τύπου και των μεθόδων (βλ. άρθρο 189 της Συνθήκης της Ρώμης του 1957 που εγκαθίδρυσε την τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα) Με άλλα λόγια οι Οδηγίες δεν είναι κατά κανόνα άμεσα εφαρμοστέες (directly applicable). Τούτου λεχθέντος σύμφωνα με την υπόθεση 9/70 Grad v. Finanzmant Traustein
(1970)ECR 825,
(1971)CMLR 1, με ανάλογη διατύπωση, μια Οδηγία μπορεί να καταστεί άμεσα αποτελεσματική (directly effective). Κάτι παραπλήσιο αποφασίστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Micovic v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή 1012/05, ημερ. 18.11.2005, όπου λέχθηκε πως οι Οδηγίες έχουν κάποια μορφή αποτελεσματικότητας ακόμα και πριν να ενσωματωθούν στο ημεδαπό Δίκαιο με εναρμονιστικό Νομοθέτημα, και έτσι οι υφιστάμενες Νομοθεσίες θα πρέπει να ερμηνεύεται μέσα στο πνεύμα της διατύπωσης και του σκοπού των Οδηγιών. Αυτά βέβαια μετά την προσχώρηση της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όσον αφορά την υπό συζήτηση Οδηγία σημειώνω τα εξής: Τα πλείστα σχετικά με την υπόθεση άρθρα, ενσωματώθηκαν στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113 με τον τροποποιητικό Νόμο 135
(1)/2000. Με τον Νόμο αυτό έχω ήδη ασχοληθεί προηγουμένως. Απ 'κεί και πέρα η Οδηγία μαζί με πολλές άλλες ενσωματώθηκε στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113 με τον εναρμονιστικό Νόμο 70
(1)/2003 που τέθηκε σε ισχύ στις 11.7.2003. Ως προκύπτει από το προαναφερθέν γεγονός, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή το 2000 που δημιουργήθηκε και το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντος, η εν λόγω Οδηγία (πλην του μέρους που περιλήφθηκε στον Ν.135
(1)/00) δεν ήταν μέρος του ημεδαπού Δικαίου για να τυγχάνει εφαρμογής, ούτε και η χώρα μας ήταν τότε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ώστε να τίθεται θέμα ερμηνείας των τότε ισχυόντων Νόμων υπό το πνεύμα της συγκεκριμένης Οδηγίας. Αποτελεί πάγια και διαχρονική αρχή του Δικαίου μας ότι ο εφαρμοστέoς Νόμος είναι αυτός που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο και όχι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις που εδώ όμως δεν έχουν εφαρμογή. Εδώ δεν είναι δυνατό να αλλάξει το Νομικό καθεστώς της υπόθεσης εξαιτίας του χρόνου εκδίκασης της υπόθεσης. Το γεγονός ότι η υπόθεση εκδικάστηκε το 2005 δεν δικαιολογεί την εφαρμογή των Νόμων που ισχύουν σήμερα. Θα μπορούσε κάλλιστα να εκδικαζόταν πριν τις 11.7.2003, καθ' ον χρόνο δηλαδή η εν λόγω Οδηγία δεν είχε ακόμα ενσωματωθεί στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113. Συνεπώς καταλήγω ότι η εν λόγω Οδηγία, πλην των προνοιών που σχολιάστηκαν προηγουμένως, δεν τυγχάνει εφαρμογής στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η διαπίστωση αυτή γίνεται, χωρίς υπαινιγμό ότι το αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό εάν τύγχανε εφαρμογής. Τουναντίον το αποτέλεσμα, στη βάση του σκεπτικού που παρέθεσε σε σχέση με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου αναφορικά με τη μείωση μετοχικού κεφαλαίου, θα ήταν το ίδιο. Έρχομαι στο αναδειχθέν ζήτημα αντισυνταγματικότητας. Σημειώνω κατ' αρχάς τη διαχρονική στάση της Νομολογίας ότι οι Νόμοι τεκμαίρονται συνταγματικοί μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 CLR. 640). Στην Έκθεση Υπεράσπισης προβάλλεται η θέση ότι ο Ν.42
(1)/2000 και ειδικά η επίμαχη πρόνοια προσκρούει στα άρθρα 23, 25, 26 και 28 του Συντάγματος. Κατά την αγόρευση του ο κ. Κρονίδης, ενόψει προφανώς των αποφάσεων στις πρόσφατες υποθέσεις Harvest Capital Management Ltd v. Ταμάσιου
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ 1683 και Investylia (ανωτέρω), περιόρισε την εισήγηση στα άρθρα 25 και 28. Σε ότι αφορά το άρθρο 25, η εισήγηση στηρίχθηκε, κατά κύριο λόγο, στην ποινική υπόθεση Lapertas Fisheries Ltd v. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 335 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, υιοθετώντας την προσέγγιση της Ελληνικής Νομολογίας, αποφάνθηκε ότι το άρθρο 3
(1)του Νόμου 42
(1)/2000 προσκρούει στο άρθρο 25.1 του Συντάγματος. Η εισήγηση, με κάθε εκτίμηση προς τον συνήγορο των Εναγομένων, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ή υπόθεση Lapertas, ως προανέφερα αφορούσε το άρθρο 3
(1). Το άρθρο αυτό έθετε συγκεκριμένη χρονική προθεσμία εντός της οποίας η εταιρεία όφειλε να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο χρηματιστήριο. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης διέπραττε σοβαρότατο ποινικό αδίκημα στη βάση του άρθρου 3
(2). Είναι ακριβώς αυτός ο εξαναγκασμός του άρθρου 3
(1)που κρίθηκε ως παραβιάζων το άρθρο 25 αφού έπληττε το δικαίωμα της εταιρείας για άσκηση επικερδούς εργασίας υπό τη δαμόκλειο σπάθη μάλιστα της ποινικής δίωξης. Στο άρθρο 58Α
(3)(β) δεν υπάρχει ανάλογη υποχρέωση. Η υποχρέωση της εταιρείας αφορά στην επιστροφή χρημάτων που εισέπραξε για την απόκτηση μετοχών στην περίπτωση που οι τίτλοι δεν εισήχθηκαν στο χρηματιστήριο μετά παράδων τριών μηνών από την υποβολή της αίτησης ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης. Συνεπώς η Lapertas διακρίνεται σαφώς από την παρούσα υπόθεση. Αξίζει να σημειωθεί πως στην Harvest (η οποία είναι μεταγενέστερη της Lapertas) μολονότι η εισήγηση δεν αφορούσε το άρθρο 25, λέχθηκαν τα εξής σημαντικά σε σχέση με το άρθρο 3
(3)του Ν.42
(1)/00 που κατ' ουσία είναι το ίδιο με το άρθρο 58Α
(3)(β), απλά το πρώτο κάλυπτε μια μεταβατική περίοδο: "Δεν έχει κατά την άποψη μας, κάμει τίποτε άλλο η νομοθετική εξουσία παρά να ρυθμίσει τις συμβατικές υποχρεώσεις των πολιτών..." Δεν πιστεύω πως μετά από μια τέτοια επισήμανση μπορεί εύκολα να στηριχθεί εισήγηση πως η συγκεκριμένη πρόνοια παραβιάζει οποιοδήποτε άρθρο του Συντάγματος. Την εκτίμηση αυτή την επαναλαμβάνω σε σχέση με τα περί παραβίασης του άρθρου 28 που διασφαλίζει την ισότητα των πολιτών ενώπιον του Νόμου. Εδώ, η οποία διάκριση μεταξύ των μετόχων της εταιρείας δεν είναι αυθαίρετη, τυχαία ή συμπτωματική. Γίνεται στη βάση καθορισμένων νομοθετικών προϋποθέσεων, τόσο όσον αφορά την ουσία του πράγματος όσον και την ακολουθητέα από μέρους των ενδιαφερομένων, διαδικασία. Εν όψει των πιο πάνω η εισήγηση περί αντισυνταγματικότητας απορρίπτεται. Το μόνο ζήτημα που απομένει προς εξέταση είναι η τυχόν ευθύνη των Εναγομένων 2, 3, 4 και 10 για επιστροφή των χρημάτων. Οι Εναγόμενοι αυτοί (μεταξύ άλλων) ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης. Κατά γενικό κανόνα οι διοικητικοί σύμβουλοι μιας εταιρείας είναι πλήρως διαχωρισμένοι από την εταιρεία στην οποία κατέχουν αξίωμα. Η εταιρεία αποτελεί αυτοτελής και ανεξάρτητη νομική οντότητα με ξεχωριστές ευθύνες, υποχρεώσεις και δικαιώματα από τους αξιωματούχους της. Υπάρχουν εξαιρέσεις, κυρίως νομοθετικές, όπου αξιωματούχοι υπέχουν προσωπική ευθύνη για τις πράξεις και/ή παραλείψεις της εταιρείας. Στη δοσμένη περίπτωση είναι γεγονός πως τόσο στο άρθρο 58Α
(1)όσο και στο άρθρο 58Β γίνεται λόγος και για ευθύνη μέλους διοικητικού συμβουλίου. Ωστόσο η ευθύνη αυτή δεν είναι απόλυτη και χωρίς αναφορά στα γεγονότα. Τούτο προκύπτει από τον ενικό και διαζευκτικό τρόπο με τον οποίο τίθεται το όλο ζήτημα. Υπόλογος για επιστροφή των χρημάτων είναι, αναλόγως της περίπτωσης, ο εκδότης ή η εταιρεία ή μέλος του διοικητικού συμβουλίου που έχει εισπράξει τα χρήματα. Με άλλα λόγια η ευθύνη συναρτάται άμεσα με την πράξη (φυσική ή νομική) της είσπραξης. Αν ο Νομοθέτης επιθυμούσε να καταστήσει συλλήβδην όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου προσωπικά υπεύθυνα θα μπορούσε να το πράξει πολύ εύκολα χρησιμοποιώντας φράση όπως "τα μέλη διοικητικού συμβουλίου εταιρείας η οποία έχει εισπράξει". Εδώ δεν υπάρχει καμία μαρτυρία για ανάμειξη των Εναγομένων 2, 3, 4 και 10 στην όλη συναλλαγή. Ο Ενάγων, ως ανέφερε, δεν γνωρίζει καν τους Εναγομένους αυτούς. Τα χρήματα εισπράχθηκαν από τον κ. Μάριο Ηλιάδη για λογαριασμό της Εναγόμενης, ο οποίος ως γνωστό δεν είναι διάδικος στη διαδικασία. Ενόψει των προαναφερθέντων η αξίωση εναντίον των Εναγομένων 2, 3, 4 και 10 θα πρέπει να αποτύχει. Στη βάση πλέον του συνόλου των πιο πάνω διαπιστώσεων εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον της Εναγόμενης 1 για ποσό £10.000 πλέον τόκο 6% από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, ήτοι από 15.6.2000 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή εναντίον των Εναγόμενων 2, 3, 4 και 10 απορρίπτεται. Λαμβάνοντας υπόψη τους ενδογενείς παράγοντες της κοινής δικογράφησης και εκπροσώπησης των Εναγομένων αλλά και το γεγονός ότι το επιμέρους ζήτημα εντάσσεται σ' ένα όχι σαφές νομοθετικό πλαίσιο όπου ο Ενάγων (εύλογα) προσπάθησε να διεκδικήσει δικαιώματα θεωρώ ότι είναι δίκαιο τα έξοδα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Συνεπώς δεν θα υπάρξει καμία περαιτέρω διαταγή για έξοδα. (Υπ) .............................. Στ. Σταύρου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο