← Κύπρος

Γεώργιου Ηρακλείδη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Σοφίας Χρ. Γεωργιάδη κ.α. ν. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΒΕΛΤΙΩΣΕΩΣ ΟΡΟΚΛΙΝΗΣ, Αρ.Αγ.: 2848/02,

Γεώργιου Ηρακλείδη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Σοφίας Χρ. Γεωργιάδη κ.α. ν. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΒΕΛΤΙΩΣΕΩΣ ΟΡΟΚΛΙΝΗΣ, Αρ.Αγ.: 2848/02, ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγ.: 2848/02 Μεταξύ:-

  1. Γεώργιου Ηρακλείδη, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Σοφίας Χρ. Γεωργιάδη, από Λάρνακα
  2. Λίνας Μάριου Galbin, από Λάρνακα
  3. Λίτσας Robert Flowers, από Λάρνακα
  4. Μέρσιας Σταύρου Παπαδόπουλου, από Λάρνακα
  5. Χριστάκη Γεωργίου Ηρακλείδη, από Λάρνακα Εναγόντων και ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΒΕΛΤΙΩΣΕΩΣ ΟΡΟΚΛΙΝΗΣ Εναγομένων ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡ.9.10.02 Μεταξύ:-
  6. Γεώργιου Ηρακλείδη, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Σοφίας Χρ. Γεωργιάδη, από Λάρνακα
  7. Λίνας Μάριου Galbin, από Λάρνακα
  8. Λίτσας Robert Flowers, από Λάρνακα
  9. Μέρσιας Σταύρου Παπαδόπουλου, από Λάρνακα
  10. Χριστάκη Γεωργίου Ηρακλείδη, από Λάρνακα Εναγόντων και ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΟΡΟΚΛΙΝΗΣ Εναγομένων Ημερομηνία Εμφανίσεις: Για ενάγοντες:- κ. Χατζηχριστοφή Για εναγόμενο:- κ.κ. Κουμή και Σελίπα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των εναγόντων εναντίο του εναγομένου Συμβουλίου (στο εξής το Συμβούλιο) είναι για το ποσό των £50.000.,- ή £10.000.- για τον κάθε ένα, ως συμφωνηθείσα αποζημίωση για απαλλοτρίωση μέρους κτημάτων τους, πλέον 9% τόκο ετησίως από 25.9.
  11. Το πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης, όπως προκύπτει από τη θεώρηση των δικογράφων, του περιεχομένου εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, αλλά και της προσαχθείσας μαρτυρίας, είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό αδιαμφισβήτητο. Ό,τι αμφισβητείται θα επισημανθεί πιο κάτω αφού πρώτα εκτεθούν τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα ως ευρήματα του Δικαστηρίου. Έχουν ως ακολούθως:- Οι ενάγοντες είναι συνιδιοκτήτες με μερίδιο 1/5 έκαστος, των τεμαχίων με αρ. 66/1, 68/2, 68/4, 68/3, 68/1 και 123.2 του Φ/Σχ. XLI/26, του χωρίου Ορόκλινη. Η σημερινή αρίθμηση των εν λόγω τεμαχίων είναι 400, 402, 404, 403, 401, και 461 αντίστοιχα. Το Συμβούλιο, σε κάποιο στάδιο, έκρινε ότι απαιτείτο η κατασκευή παραλιακού δρόμου που θα επηρέαζε και τα πιο πάνω κτήματα. Προς τούτο, με επιστολή ημερ. 6.8.91 (τεκμ.20) του Προέδρου του, που είναι ο Έπαρχος Λάρνακας, προς το Κτηματολόγιο ζητούσε την ετοιμασία σχεδίων της επηρεαζόμενης ιδιοκτησίας. Ακολούθησε στις 11.11.91 νέα επιστολή του Προέδρου του Συμβουλίου (τεκμ.21) προς το Κτηματολόγιο με την οποία χρωματιζόταν ο υπό σκέψη δρόμος σε εγκεκριμένο κτηματολογικό σχέδιο. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω επιστολών τεκμ.20 και 21 το Συμβούλιο συνήλθε σε συνεδρία στις 9.6.92 και κατ΄ αυτή εξουσιοδότησε τον Πρόεδρο του να προχωρήσει σε απαλλοτρίωση/επίταξη των επηρεαζόμενων κτημάτων (τεκμ.22). Στη βάση αυτής της εξουσιοδότησης ο Έπαρχος απέστειλε στις 28.7.92 επιστολή προς το Υπουργείο Εσωτερικών (τεκμ.23) με την οποία, αφού αιτιολογούσε την αναγκαιότητα της προτιθέμενης απαλλοτρίωσης, ζητούσε την προώθηση της σχετικής διαδικασίας. Η διαδικασία πράγματι προωθήθηκε και στις 25.9.92 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας σχετική γνωστοποίηση υπ΄ αρ. 1571 (τεκμ.1 και 24) με την οποία το Συμβούλιο εξέφραζε πρόθεση για απαλλοτρίωση τμήματος των κτημάτων των εναγόντων ως και άλλων κτημάτων. Ακολούθησε στις 31.12.92 η δημοσίευση του διατάγματος απαλλοτρίωσης με αρ. 2068 (τεκμ.2 και 26) και το υπ΄ αρ. 2074 διάταγμα επίταξης (τεκμ.25). Σκοπός της απαλλοτρίωσης, όπως αναγράφεται στη δημοσίευση, ήταν η κατασκευή δρόμου στην παραλιακή περιοχή Ορόκλινης και από τα κτήματα των εναγόντων απαλλοτριώθηκε συνολική έκταση 1 δεκαρίου και 10τ.μ.. Στις 14.5.93 ο Πρόεδρος του Συμβουλίου απέστειλε επιστολή στο Κτηματολόγιο (τεκμ.17(α) και 27) με την οποία ζητούσε εκτιμήσεις της επηρεαζόμενης με την απαλλοτρίωση ιδιοκτησίας. Το Κτηματολόγιο ανταποκρίθηκε και με επιστολή του ημερ. 3.9.93 (τεκμ.28) πληροφορούσε τον Πρόεδρο ότι υπολόγισε την καταβλητέα αποζημίωση για όλα τα επηρεαζόμενα κτήματα στο ποσό των £72.580.- και ζητούσε εξουσιοδότηση να διαπραγματευθεί σχετικά με τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Στις 24.9.93 το Συμβούλιο με επιστολή του προς τον Έπαρχο, τον Πρόεδρο του δηλαδή, τεκμ.29, τον πληροφορούσε ότι σε συνεδρίαση του την ίδια ημέρα απεφάσισε να προχωρήσει μόνο με την απαλλοτρίωση που επηρεάζει τα τεμάχια 69 και 123.2/1 και ζητούσε να γίνουν τα αναγκαία διαβήματα προς το Κτηματολόγιο. Παρά την πιο πάνω επιστολή τεκμ.29, το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας απέστειλε στις 14.10.93 σε όλους τους ενάγοντες γραπτή προσφορά (τεκμ.18) με την οποία, αφού δήλωνε ότι εξουσιοδοτήθηκε από το Συμβούλιο να διαπραγματευθεί τον καθορισμό της καταβλητέας αποζημίωσης με ιδιωτική συμφωνία με σκοπό την απόκτηση της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας, πρόσφερε στον κάθε ένα £10.000.-. Η προσφορά έγινε αποδεκτή από τους ενάγοντες στις 11.11.
  12. Παρόλο που οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την προσφορά, το Συμβούλιο δεν τους κατέβαλε τη συμφωνηθείσα αποζημίωση. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η έγερση από τους ενάγοντες εναντίο του Συμβουλίου της αγωγής 840/94 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας (τεκμ.5). Το Συμβούλιο αντέδρασε με καταχώριση Έκθεσης Υπεράσπισης (τεκμ.6) με την οποία, αφού παραδεχόταν την απαλλοτρίωση, τη γενόμενη προσφορά τεκμ.18 ως και την αποδοχή της από τους ενάγοντες, πρόβαλλε ως μόνο λόγο υπεράσπισης την ανάκληση της απαλλοτρίωσης με το διάταγμα 1051 ημερ. 27.5.94 (τεκμ.3). Σημειωτέον ότι στις 27.5.94 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και το διάταγμα 1054 για ανάκληση της επίταξης (τεκμ.32). Η ανάκληση τόσο του διατάγματος απαλλοτρίωσης όσο και του διατάγματος επίταξης ήταν αποτέλεσμα απόφασης του Συμβουλίου που λήφθηκε στις 18.10.93 (τεκμ.30) με την οποία αποφάσισε να προχωρήσει στην εγγραφή του μισού δρόμου και για τον άλλο μισό να γίνουν οι σχετικές ανακλήσεις. Σχετική με την ανάκληση είναι και επιστολή του Κτηματολογίου προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου ημερ.3.6.94 (τεκμ.33) με την οποία τον πληροφορεί ποια κτήματα επηρεάζονται σαν αποτέλεσμα της γενόμενης ανάκλησης. Στην Έκθεση Υπεράσπισης του Συμβουλίου τεκμ.6 οι ενάγοντες καταχώρισαν Απάντηση (τεκμ.7) αναφέροντας ότι εναντίο της ανάκλησης καταχωρήθηκε προσφυγή. Πρόκειται για την προσφυγή 610/94 (τεκμ.12) η οποία έγινε αποδεκτή με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις 28.6.96 (τεκμ.13). Με αυτή ακυρωνόταν η ανάκληση "λόγω κακής σύνθεσης του συλλογικού οργάνου και για έλλειψη αιτιολογίας". Στο πλαίσιο της αγωγής 840/94 (τεκμ.5) το Συμβούλιο καταχώρησε στις 19.3.97 αίτηση (τεκμ.8) για ακύρωση του κλητήριου εντάλματος που προσέκρουσε σε ένσταση των εναγόντων (τεκμ.9). Με την αίτηση το Συμβούλιο, βασικά, πρόβαλλε τη θέση ότι οι ζητούμενες από τους ενάγοντες θεραπείες δεν μπορούσαν να διεκδικούνται με αγωγή αλλά θα έπρεπε να είχαν προχωρήσει με αίτηση παραπομπής. Η αίτηση απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου στις 16.4.97 (τεκμ.10 και 11) πλην όμως ασκήθηκε εναντίο της απόρριψης έφεση. Πρόκειται για την Πολ. Έφεση 9968 στην οποία εκδόθηκε απόφαση στις 22.3.99 (τεκμ.19(α)) με την οποία η έφεση απορρίφθηκε. Μετά την έκδοση της απόφασης τεκμ.13 στην προσφυγή 610/94 το Συμβούλιο προχώρησε σε νέα ανάκληση της γνωστοποίησης 1571 και του Διατάγματος απαλλοτρίωσης
  13. Πρόκειται για το διάταγμα ανάκλησης 455 που δημοσιεύθηκε στις 16.5.97 (τεκμ.4) το οποίο προσβλήθηκε με την προσφυγή 1000/97 (τεκμ.14) πλην, όμως, αυτή απορρίφθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις 3.12.99 (τεκμ.15). Εναντίο της πιο πάνω απόφασης, τεκμ.15, οι ενάγοντες άσκησαν έφεση στις 13.1.00 (Α.Ε.2979 τεκμ.16) στην οποία εκδόθηκε προς όφελος τους απόφασης στις 19.7.02 (τεκμ.17). Το αιτιολογικό της απόφασης θα εκτεθεί, στο βαθμό που απαιτείται, πιο κάτω. Ό,τι επί του παρόντος θα πρέπει να σημειωθεί είναι ότι σαν αποτέλεσμα της απόφασης τεκμ.15 οι ενάγοντες απέσυραν στις 9.3.00 την αγωγή 840/94 επιφυλάσσοντας το δικαίωμα να επανέλθουν με νέα αγωγή, προφανώς αναμένοντας το αποτέλεσμα της ΑΕ
  14. Πράγματι αυτό έκαμαν γιατί η υπό κρίση αγωγή καταχωρήθηκε λίγες μόνο ημέρες μετά την έκδοση προς όφελος τους της απόφασης τεκμ.
  15. Με την παράθεση των πιο πάνω μη αμφισβητούμενων γεγονότων καλύπτεται πλήρως και η μαρτυρία του ΜΕ1, κτηματολογικού λειτουργού, ο οποίος ανάφερε ότι λόγω της ανάκλησης του διατάγματος απαλλοτρίωσης δεν καταβλήθηκε στους ενάγοντες οποιαδήποτε αποζημίωση. Εκτός από το ΜΕ1 μαρτυρία για τους ενάγοντες έδωσε ο ιδιώτης Αγρονόμος - Τοπογράφος Π. Μενοίκου (ΜΕ2), ενώ για το Συμβούλιο ο Γραμματέας του (ΜΥ1) και ο μηχανικός της Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας Κ. Καρεκλάς (ΜΥ2). Ο ΜΕ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο σχέδιο (τεκμ.19) στο οποίο αποτύπωσε τον δρόμο που κατασκεύασε το Συμβούλιο στην περιοχή των επιδίκων κτημάτων. Το ασφαλτοστρωμένο μέρος του δρόμου, υποστήριξε, δεν επεμβαίνει στα κτήματα των εναγόντων. Όμως για να γίνει ασφαλτόστρωση απαιτούντο να γίνουν και έγιναν χωματουργικά έργα, θεμέλιο και υποθεμέλιο, και μέρος τούτων έγιναν στα κτήματα των εναγόντων σ΄ όση, περίπου, έκταση καταλαμβάνει η ανακληθείσα απαλλοτρίωση. Η έκταση αυτή, εξήγησε, καλύπτει τη ρυμοτομία - η γραμμή της οποίας χρωματίζεται με κόκκινο στο σχέδιο - η οποία ταυτίζεται με την ανακληθείσα απαλλοτρίωση. Τη μαρτυρία του ΜΕ2 αντέκρουσαν οι ΜΥ1 και
  16. Πιο συγκεκριμένα οι εν λόγω μάρτυρες ανέφεραν ότι στα κτήματα των εναγόντων δεν έγινε καμιά επέμβαση από το Συμβούλιο σ΄ ότι αφορά τα έργα κατασκευής του δρόμου. Προϋπήρχε, ανάφεραν, μη εγγεγραμμένος χωματόδρομος τον οποίο απλώς το Συμβούλιο συντηρούσε για να έχουν πρόσβαση οι ενδιαφερόμενοι προς τη θάλασσα και η αποτύπωση των στοιχείων στο τεκμ.19 δεν αποτυπώνει τη σημερινή κατάσταση. Για την κατασκευή του δρόμου, κατέληξαν, το Συμβούλιο ζήτησε προσφορές στη βάση τεχνικών όρων (τεκμ.34), που ετοίμασε ο ΜΥ2 και στη συνέχεια συνήφθηκε Συμφωνία στις 22.11.93 (τεκμ.35) με την επιτυχούσα προσφοροδότρια εταιρεία. Η εταιρεία αυτή προχώρησε στην κατασκευή του μισού δρόμου, γιατί στο μεταξύ έγινε μερική ανάκληση της απαλλοτρίωσης έτσι ώστε να μην επηρεάζονται τα κτήματα των εναγόντων, κι αυτό λόγω οικονομικής αδυναμίας του Συμβουλίου για κατασκευή του αρχικώς σχεδιασθέντος δρόμου συμπεριλαμβανομένων και των αποζημιώσεων για την απαλλοτρίωση. Πράγματι, κατέληξαν, μετά την ολοκλήρωση των κατασκευαστικών έργων του μισού δρόμου το Συμβούλιο προχώρησε στην παραλαβή του, στη βάση πιστοποιητικού ημερ.28.4.94 (τεκμ.31) που έκδωσε ο επιβλέπων μηχανικός της Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας. Όσον αφορά την προσφορά που έκαμε στους ενάγοντες το Κτηματολόγιο (τεκμ.18) ο ΜΥ1 ανάφερε ότι, απ΄ ότι γνωρίζει, έγινε χωρίς την εξουσιοδότηση του Συμβουλίου. Αυτό γιατί το Κτηματολόγιο τους ζήτησε με το τεκμ.28 έγκριση για διαπραγμάτευση πλην όμως δεν έδωσαν τέτοια έγκριση εν όψει της απόφασης, λόγω κόστους, για μερική ανάκληση της απαλλοτρίωσης. Τελικά, κατέληξε, μόνο μέρος των τεμ.69 και 123:2/1 απαλλοτριώθηκαν για την κατασκευή του (μισού) δρόμου. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιο του Δικαστηρίου. Με την ίδια προσοχή εξέτασα και τη μαρτυρία τους έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφους προτάσεις, το σύνολο των μη αμφισβητούμενων γεγονότων που έχουν εκτεθεί πιο πάνω ως ευρήματα και του Δικαστηρίου και ό,τι οι δυο ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν στο στάδιο των αγορεύσεων. Από τη σύγκριση της μαρτυρίας προκύπτει ότι υπάρχει διάσταση, σ΄ ότι αφορά γεγονότα, μόνο σε ένα θέμα:- Αν το υπόστρωμα του δρόμου επεμβαίνει στα κτήματα των εναγόντων ως και η έκταση της επέμβασης. Το ότι ενδεχομένως να υπάρχει κάποια "επέμβαση" δεν αμφισβητήθηκε από τους ΜΥ. Πρόβαλαν, όμως, τον ισχυρισμό ότι δεν είναι το Συμβούλιο που την έκαμε γιατί προϋπήρχε εκεί μη εγγεγραμμένος χωματόδρομος. Το ότι υπήρχε χωματόδρομος δεν αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε. Στη βάση αυτών των δεδομένων ό,τι στην πραγματικότητα αμφισβητείται είναι ο χρόνος που έγινε η "επέμβαση" στα κτήματα των εναγόντων κι αν αυτή η "επέμβαση" έγινε από το Συμβούλιο στο πλαίσιο κατασκευής του ασφαλτοστρωμένου δρόμου. Από την εξέταση της μαρτυρίας του ΜΕ2 δεν εντόπισα εκείνα τα στοιχεία που να απαντούν με ικανοποιητικό τρόπο είτε στο χρόνο "της επέμβασης" είτε αν αυτή έγινε από το Συμβούλιο. Από την άλλη διαπίστωσα ότι ευθύς εξ αρχής, λόγω κόστους, το Συμβούλιο ήθελε ν΄ αποφύγει την απαλλοτρίωση μέρους των κτημάτων των εναγόντων και η μαρτυρία του ΜΥ2 είναι τέτοια που δεν αφήνει λογικά περιθώρια παρά να κριθεί ότι κατά την εκτέλεση των έργων οδοποιίας έγινε προσπάθεια να μη γίνει καμιά "επέμβαση" στα κτήματα των εναγόντων. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι προϋπήρχε εκεί χωματόδρομος, που το Συμβούλιο απλώς συντηρούσε, βρίσκω ότι η οποιαδήποτε "επέμβαση" προϋπήρχε και ό,τι διαπίστωσε ο ΜΕ2 δεν αποτελούν εργασίες που έγιναν από το Συμβούλιο στο πλαίσιο της κατασκευής του (μισού) δρόμου. Υπάρχει, όμως, ακόμη μια παράμετρος στην υπόθεση. Αφορά τον ισχυρισμό του ΜΥ1 ότι η προσφορά τεκμ.18 του Κτηματολογίου προς τους ενάγοντες έγινε χωρίς την εξουσιοδότηση του Συμβουλίου. Πράγματι ο ισχυρισμός αυτός βρίσκει έρεισμα στην επιστολή ημερ.24.9.
  17. Με την επιστολή αυτή (τεκμ.29) το Συμβούλιο πληροφορούσε τον Πρόεδρο του ότι αποφάσισε να μην προχωρήσει στην απαλλοτρίωση σ΄ ότι αφορά τα κτήματα των εναγόντων και, περαιτέρω δεν υπάρχει η ζητηθείσα από το Κτηματολόγιο, με το τεκμ.28 ημερ.3.9.93, εξουσιοδότηση του Συμβουλίου. Παρ΄ όλα αυτά έγινε η προσφορά τεκμ.18 την οποία οι ενάγοντες αποδέχθηκαν στις 11.11.
  18. Το ερώτημα, επομένως, που θα μπορούσε να εγερθεί - και ηγέρθηκε στο στάδιο των αγορεύσεων από τον κ. Κουμή - είναι αν η προσφορά τεκμ.18 δεσμεύει το Συμβούλιο. Όμως, είναι αυτό επίδικο θέμα; Θέση του κ. Χατζηχριστοφή είναι ότι δεν είναι και ποτέ δεν εγέρθηκε τέτοιο θέμα. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι τα επίδικα θέματα καθορίζονται στα δικόγραφα και η δίκη διεξάγεται στο πλαίσιο τους. Τι συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση; Στην Έκθεση Υπεράσπισης της Αγωγής 840/94 (τεκμ.6) δεν εγέρθηκε τέτοιο θέμα. Ούτε εγέρθηκε στις προσφυγές που ακολούθησαν ή στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου τέθηκε προς κρίση τέτοιο ζήτημα. Αντίθετα όλες οι προηγηθείσες διαδικασίες θεώρησαν ως δεδομένη την εξουσιοδότηση. Περαιτέρω ούτε στην Έκθεση Υπεράσπισης και της υπό κρίση αγωγής εγείρεται τέτοιο ζήτημα το οποίο για πρώτη φορά εγέρθηκε από το ΜΥ
  19. Αντίθετα, με ό,τι στην παρ.13 της Έκθεσης Υπεράσπισης εκτίθεται, υπάρχει έμμεση αλλά σαφής παραδοχή ότι η προσφορά τους δεσμεύει. Στην παράγραφο αυτή καταγράφονται τα ακόλουθα:- "Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αυτό που έγινε μεταξύ εναγόντων και εναγομένων ήτο και είναι μια προσφορά η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως Συμφωνία, η οποία δύναται και/ή μπορεί να δεσμεύει τον εναγόμενο." Επομένως η έλλειψη εξουσιοδότηση του Συμβουλίου προς το Κτηματολόγιο δεν είναι επίδικο θέμα και για σκοπούς της παρούσας θεωρείται ότι η προσφορά έγινε για λογαριασμό του κανονικά. Έχοντας υπόψη το σύνολο των αδιαμφισβήτητων γεγονότων και τι προέκυψε από την αξιολόγηση της μαρτυρίας, το πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης, στη βάση του οποίου θα κριθεί η αξίωση των εναγόντων, αποδίδεται σε συντομία ως ακολούθως:- Στις 25.9.92 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας η υπ΄ αρ. 1571 γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης με την οποία το Συμβούλιο εξέφραζε πρόθεση για απαλλοτρίωση τμήματος των κτημάτων των εναγόντων ως και άλλων κτημάτων. Ακολούθησε στις 31.12.92 η δημοσίευση του υπ΄ αρ. 2068 διατάγματος απαλλοτρίωσης και του υπ΄ αρ. 2074 διατάγματος επίταξης. Σκοπός της απαλλοτρίωσης ήταν η κατασκευή δρόμου στην παραλιακή περιοχή Ορόκλινης. Στις 14.10.93 το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας απέστειλε γραπτή προσφορά προς τους ενάγοντες με την οποία, αφού δήλωνε ότι είχε σχετική εξουσιοδότηση από το Συμβούλιο, πρόσφερε στον κάθε ένα £10.000.- για απόκτηση από το Συμβούλιο με ιδιωτική Συμφωνία της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας τους. Οι ενάγοντες αποδέχτηκαν την προσφορά στις 11.11.93 πλην, όμως, το Συμβούλιο δεν τους κατέβαλε την συμφωνηθείσα αποζημίωση, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να καταχωρήσουν εναντίο του Συμβουλίου την αγωγή 840/94 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Εκκρεμούσης της αγωγής 840/94 το Συμβούλιο δημοσίευσε στις 27.5.94 διάταγμα ανάκλησης της απαλλοτρίωσης σ΄ ότι αφορούσε τα κτήματα των εναγόντων, διάταγμα που ακυρώθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις 26.6.96 στην προσφυγή 610/94 λόγω κακής σύνθεσης του συλλογικού οργάνου αφ΄ ενός και έλλειψης αιτιολογίας αφ΄ ετέρου. Μετά την έκδοση της πιο πάνω ακυρωτικής απόφασης το Συμβούλιο επανήλθε και στις 16.5.97 δημοσίευσε νέο διάταγμα ανάκλησης της απαλλοτρίωσης σ΄ ότι αφορούσε και πάλιν τα κτήματα των εναγόντων. Κι αυτό το διάταγμα προσβλήθηκε από τους ενάγοντες με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Πρόκειται για την προσφυγή 1000/97 η οποία, όμως, απορρίφθηκε με την απόφαση ημερ.3.12.
  20. Με την εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε η νομιμότητα της ανάκλησης πλην, όμως, οι ενάγοντες άσκησαν εναντίο της την ΑΕ2979 και παράλληλα απέσυραν την αγωγή 840/94 με δικαίωμα να επανέλθουν κι αυτό, προφανώς, αν επετύγχαναν στην έφεση τους. Πράγματι η έφεση τους πέτυχε αφού το Ανώτατο Δικαστήριο τους δικαίωσε με την απόφαση ημερ.19.7.02, δικαίωση που λειτούργησε στην καταχώριση της παρούσας. Από τις 31.12.92 που δημοσιεύθηκε το διάταγμα απαλλοτρίωσης μέχρι και σήμερα το Συμβούλιο δεν επέμβηκε με οποιοδήποτε τρόπο στα κτήματα των εναγόντων. Ναι μεν κατασκεύασε δρόμο στην περιοχή, αλλά ο δρόμος αυτός κατασκευάσθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι εκτός των κτημάτων των εναγόντων. Στο στάδιο των αγορεύσεων ο κ. Κουμή - πέραν του θέματος έλλειψης εξουσιοδότησης για την προσφορά που έγινε στους ενάγοντες, θέμα το οποίο ήδη έχει κριθεί - εισηγήθηκε απόρριψη της αγωγής αναπτύσσοντας, βασικά, τους λόγους που εκθέτει και στην Έκθεση Υπεράσπισης. Πιο συγκεκριμένα υποστήριξε ότι λόγω της παρέλευσης χρόνου πέραν των τριών ετών από την απαλλοτρίωση τούτη, λόγω μη υλοποίησης της, έμεινε χωρίς αντικείμενο. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι δεν καταβλήθηκε η αποζημίωση και δεν κατασκευάσθηκε στα κτήματα των εναγόντων ο δρόμος, το Συμβούλιο δεν έχει υποχρέωση να τους αποζημιώσει. Επικαλέσθηκε προς τούτο το αρθρ.23 του Συντάγματος και το αρθρ.15 του Ν.15/62 εισηγούμενος ότι το αρθρ.12 του ίδιου Νόμου δεν εφαρμόζεται. Υποστήριξε, επίσης, ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούντο σε έγερση αγωγής δυνάμει ιδιωτικής συμφωνίας, αλλά από τη στιγμή που πέτυχαν στην προσφυγή τους μόνο σε αποζημιώσεις δυνάμει του αρθρ.146.6 του Συντάγματος μπορούσαν να διεκδικήσουν κι αυτό αν απεδείκνυαν, που δεν απέδειξαν, ζημιά ή όφειλαν να προωθήσουν την αξίωση τους με παραπομπή. Όσον δε αφορά την προσφορά που έγινε στους ενάγοντες, την οποία τούτοι αποδέχθηκαν στις 3.11.93, αυτό δεν ισοδυναμεί σε καταρτισμό Συμφωνίας, όπως είναι η βάση της αγωγής. Με τη σειρά του ο κ. Χατζηχριστοφής υποστήριξε ότι το Σύνταγμα και ο Νόμος 15/62 έχουν σκοπό την προστασία του πολίτη. Όταν γίνεται απαλλοτρίωση, εισηγήθηκε, και το θέμα των αποζημιώσεων διευθετηθεί με ιδιωτική συμφωνία, όπως έγινε στην παρούσα περίπτωση, η Απαλλοτριούσα Αρχή οφείλει σύμφωνα με το αρθρ.8

(1)του Νόμου σε άμεση πληρωμή και με την πληρωμή η ιδιοκτησία περιέρχεται σ΄ αυτή σύμφωνα με το αρθρ.
  1. Όφειλε, επομένως, το Συμβούλιο να καταβάλει από τότε τη συμφωνηθείσα αποζημίωση, να αποκτήσει την ιδιοκτησία που απαλλοτρίωσε κι αν τελικά η απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία δεν χρησιμοποιήθηκε για τους σκοπούς που απαλλοτριώθηκε τότε θάπρεπε να ακολουθηθούν, που δεν ακολουθήθηκαν, οι πρόνοιες του αρθρ.
  2. Με την αποδοχή της προσφοράς, κατέληξε, κατηρτίσθηκε έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία και δυνάμει αυτής το Συμβούλιο οφείλει να καταβάλει το συμφωνηθέν ποσό. Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις. Έχω την άποψη ότι οι πλείστες των θέσεων του κ. Κουμή έχουν ήδη αποφασισθεί σε προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες. Πιο συγκεκριμένα:- (α) Η θέση ότι οι ενάγοντες αντικανονικά προχώρησαν με αγωγή αντί διαδικασίας παραπομπής αποφασίσθηκε στην Πολ.Εφ.9968 ημερ.22.3.99 στην οποία κάμνει αναφορά και η απόφαση στην ΑΕ 2979 ημερ.19.7.
  3. Παρατίθεται, επί τούτου, αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:- "Οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των μερών (των διαδίκων δηλαδή της παρούσας αγωγής) καθώς και οι θεραπείες στις οποίες δικαιούται το υποφέρον από την παράβαση τους συμβαλλόμενο μέρος (οι ενάγοντες δηλαδή), διέπονται από τους συνήθεις κανόνες του ιδιωτικού δικαίου. Εν όψει της συμφωνίας που έγινε αποκλείσθηκε οριστικά η δυνατότητα δικαστικού προσδιορισμού της απαλλοτρίωσης με τη διαδικασία παραπομπής. Και ορθά δεν έγινε αποδεκτή η αίτηση." (β) Η θέση ότι οι ενάγοντες θα έπρεπε να προχωρήσουν με αγωγή αποζημιώσεων σύμφωνα με το αρθρ.146.6 του Συντάγματος, κι αυτό λόγω της επιτυχίας τους στην προσβολή του διατάγματος απαλλοτρίωσης με την ΑΕ 2979, κι αυτή έχει αποφασισθεί με την αναγνώριση με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην εν λόγω ΑΕ του πιο πάνω δικαιώματος των εναγόντων. Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που αποφασίσθηκε ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των διαδίκων, σαν αποτέλεσμα της αποδοχής της προσφοράς του Συμβουλίου από τους ενάγοντες, διέπονται από τους συνήθεις κανόνες του ιδιωτικού δικαίου η υποστηριχθείσα από τον κ. Κουμή θέση δεν ευσταθεί σε καμιά περίπτωση και (γ) Η θέση ότι η αποδοχή από τους ενάγοντες στις 11.11.93 της προσφοράς του Συμβουλίου, που έγινε μέσω του Κτηματολογίου στις 14.10.93, δεν αποτελεί κατάρτιση συμφωνίας είναι εντυπωσιακή. Όχι μόνο γιατί η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ.22.3.99 στην Πολ.Εφ. 9968 τη χαρακτηρίζει ως Συμφωνία, αλλά αν κριθεί ότι η αποδοχή μιας προσφοράς δεν συνιστά Συμφωνία τότε θα κατέρρεε εκ βάθρων το Δίκαιο των Συμβάσεων. Βλέπετε και αρθρ.2 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  4. Στη βάση των πιο πάνω ό,τι παρέμεινε είναι η θέση του κ. Κουμή ότι, επειδή παρήλθε χρόνος πέραν των 3 ετών από τη γενόμενη απαλλοτρίωση και επειδή ο δρόμος δεν κατασκευάσθηκε, σύμφωνα με το αρθρ.23 του Συντάγματος ως και του αρθρ.15 του Ν.15/62, όπως τροποποιήθηκε, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν καταβλήθηκε η συμφωνηθείσα αποζημίωση, η ιδιοκτησία επανήλθε στους ενάγοντες και αυτοί δεν δικαιούνται αποζημίωση. Δεν με βρίσκει σύμφωνο αυτή η θέση. Στην απόφαση του το Ανώτατο Δικαστήριο στην ΑΕ 2979 - με την οποία ακυρώθηκε και το δεύτερο διάταγμα ανάκλησης της απαλλοτρίωσης ημερ.16.5.97 - παρατηρεί τα ακόλουθα:- "Σύμφωνα με γενική αρχή του ελληνικού διοικητικού δικαίου, απαγορεύεται η ανάκληση της απαλλοτρίωσης μετά τη συμπλήρωση της σχετικής διαδικασίας με διευθέτηση, γιατί δημιουργείται νομική κατάσταση δικαιωμάτων του διοικουμένου η οποία ανατρέπεται κα ιθίγονται τα δικαιώματα αυτά με τη μονομερή πράξη της ανάκλησης. (Βλ. Κυριακόπουλος, "Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο", 4η Έκδοση, Τόμος 3, σελ.388). Περαιτέρω η ανάκληση απαλλοτρίωσης, η οποία αποσκοπεί στην καταστρατήγηση δικαστικής διαδικασίας για την επιδίκαση αποζημίωσης συνιστά κατάχρηση εξουσίας ως επίσης και ανάκληση η οποία γίνεται αποκλειστικά για το οικονομικό συμφέρον της Απαλλοτριούσας Αρχής. (Βλ. Κυριακόπουλος (πιο πάνω), σελ. 386). Οι πιο πάνω νομολογημένες αρχές του Ελληνικού Δικαίου, έχουν υιοθετηθεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Dr. Glafkos Michaelides v. The Attorney-General of the Republic
(1984)3 CLR 1596 και Charalambos Vayianos and Another v. Th Municipality of Larnaca
(1988)3 CLR 1386), Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατηύθυνε την προσοχή του μόνο στις γενικές αρχές που ισχύουν στην ανάκληση νόμιμης διοικητικής πράξης χωρίς να ενδιατρίψει στα ιδιαίτερα γεγονότα και τις περιστάσεις της υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση μετά τη δημοσίευση του διατάγματος απαλλοτρίωσης επήλθε τελική διευθέτηση (settlement) με την γραπτή αποδοχή, ημερ.11.11.93, από τους εφεσείοντες της προσφοράς αποζημίωσης της Απαλλοτριούσας Αρχής. Η τελευταία αρνήθηκε να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αποζημίωση και οι εφεσείοντες ήγειραν στο Επαρχιακό Δικαστήριο πολιτική αγωγή, δικαίωμα το οποίο αναγνωρίσθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Συμβούλιο Βελτιώσεως Ορόκλινης (πιο πάνω)." Με την αναγνώριση από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι επήλθε τελική διευθέτηση υπονοείται, κατά την άποψη μου, ότι το Συμβούλιο θα έπρεπε μόλις η προσφορά του έγινε αποδεκτή να συμμορφωθεί προς τις πρόνοιες του αρθρ.12 του Ν.15/62 καταβάλλοντας "πάραυτα τοις μετρητοίς" στους ενάγοντες τη συμφωνηθείσα αποζημίωση. Με την καταβολή η απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία θα περιέρχετο στο Συμβούλιο σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρθρ.
  1. Αυτός ήταν ο επιβαλλόμενος από το Νόμο τρόπος ενέργειας του Συμβουλίου και αυτόν όφειλε να ακολουθήσει. Με τη μη καταβολή της συμφωνηθείσας αποζημίωσης το Συμβούλιο ενήργησε εκτός του νομικού πλαισίου. Όσον δε αφορά την επίκληση από το Συμβούλιο ότι παρήλθαν τα 3 έτη, που προνοείται από το αρθρ.23 του Συντάγματος και το αρθρ.15 του Ν.15/62, ό,τι απαιτείται να επισημανθεί είναι ότι εμποδίζονται να το επικαλούνται. Αυτό γιατί οι πρόνοιες των άρθρων αυτών θα εφαρμόζοντο μόνο στην περίπτωση που η Απαλλοτριούσα Αρχή θα κατέβαλλε τη συμφωνηθείσα αποζημίωση, την οποία δεν έχει καταβάλει. Καταλήγοντας, έχω την άποψη, ότι η Συμφωνία που συνήφθηκε μεταξύ των διαδίκων, όσον αφορά την καταβλητέα αποζημίωση, λαμβανομένου υπόψη και της ακύρωσης από το Ανώτατο Δικαστήριο των δύο διαταγμάτων ανάκλησης της απαλλοτρίωσης, εξακολουθεί να δεσμεύει το Συμβούλιο ως αποτελούσα την τελική διευθέτηση της γενόμενης απαλλοτρίωσης τμήματος των κτημάτων των εναγόντων και επομένως η Αγωγή επιτυγχάνει. Για όλα τα πιο πάνω εκδίδεται προς όφελος εκάστου των εναγόντων και εναντίο του Συμβουλίου απόφαση για το ποσό των £10.000.- πλέον τόκο 9% ετησίως επί του ποσού αυτού από 25.9.
  2. Επιδικάζονται, επίσης, προς όφελος των εναγόντων και εναντίο του εναγομένου δικηγορικά έξοδα στην αντίστοιχη με την αγωγή κλίμακα. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν ενώπιο του Δικαστηρίου για έγκριση. (Υπ.): .......... Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.