← Κύπρος

GALLERY OF STONE MANUFACTURING LTD ν. DLV STUDIO PETRA LTD, Αρ. Αγωγής: 1479/02, 12 Ιανουαρίου, 2005

GALLERY OF STONE MANUFACTURING LTD ν. DLV STUDIO PETRA LTD, Αρ. Αγωγής: 1479/02, 12 Ιανουαρίου, 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1479/02 Μεταξύ: GALLERY OF STONE MANUFACTURING LTD, εκ Λάρνακας Εναγόντων και D.L.V. STUDIO PETRA LTD, εκ Λάρνακας Εναγομένων Ημερομηνία: 12 Ιανουαρίου, 2005 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Α. Ζαχαρίου Για τους Εναγομένους: κ. Κ. Ταμπούρλας Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των εναγόντων είναι για ποσό £3033,80 για πωληθέντα και παραδοθέντα εμπορεύματα τα οποία τη αιτήσει των εναγομένων πώλησαν και παρέδωσαν σε αυτούς τα οποία οι εναγόμενοι αγόρασαν και παρέλαβαν επί πιστώσει με τη ρητή και/ή εξυπακουόμενη υπόσχεση να πληρώσουν σε σύντομο χρόνο ποσό το οποίο μέχρι σήμερα δεν πλήρωσαν αν και έχουν ενοχληθεί επανειλημμένως πλέον νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Με την υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης, καλούν τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους και αξιούν απόρριψη της αγωγής με έξοδα εναντίον των εναγόντων. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης κατέθεσαν συνολικά τρεις μάρτυρες, ο Tony El. Khoury, διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας ΜΕ1, ο Λουκάς Βαρναβίδης, ΜΥ1 και ο Δημήτρης Βαρναβίδης, ΜΥ2, και κατατέθηκαν συνολικά 11 τεκμήρια. Σύμφωνα με τον ΜΕ1 η εταιρεία του πώλησε στην εναγόμενη εταιρεία την οποία αντιπροσώπευε ο Δημήτρης Βαρναβίδης διάφορα εμπορεύματα περί τον Νοέμβριο του 2001 για τα οποία και εξέδωσε δύο τιμολόγια αντίγραφα των οποίων κατατέθηκαν ως τεκμήρια 1 και

  1. Τα πρωτότυπα των τιμολογίων αυτών βρίσκονται στην κατοχή των εναγομένων, συγκεκριμένα ο ίδιος τα παρέδωσε στους Δημήτρη και Λουκά Βαρναβίδη. Το τεκμήριο 1 φέρει αριθμό 00367 και ημερ. 19.11.2001 για ποσό £1669,05 ενώ το τεκμήριο 2 φέρει αριθμό 368 ημερ. 29.11.2001 για το ποσό των £3033,
  2. Το τεκμήριο 1 έχει πληρωθεί ενώ το τεκμήριο 2 παραμένει απλήρωτο μέχρι σήμερα και είναι το ποσό για το οποίο έχει καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή. 'Οπως έχει αναφέρει ο ΜΕ1 όταν περνούσε ο καιρός και οι εναγόμενοι αρνούνταν να πληρώσουν το ποσό αυτό έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του οι οποίοι και έστειλαν επιστολή στην εναγόμενη εταιρεία στις 18.02.2002, τεκμήριο 3, δια της οποίας ζητούσαν εξόφληση της οφειλής τους και τους προειδοποιούσαν ότι σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής του ποσού θα προχωρούσαν εναντίον τους δικαστικά. Επειδή και πάλι οι εναγόμενοι δεν εξόφλησαν την οφειλή τους έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η ενάγουσα εταιρεία είχε συσταθεί αρχικά με το όνομα M.L. Rai Ltd με μετόχους τον ίδιο και τη σύζυγο του. Την εναγόμενη εταιρεία την γνώριζε από καιρό αφού συνεργάζονταν συγκεκριμένα η εναγόμενη εταιρεία αγόραζε πέτρες από τη δική του εταιρεία. Σε κάποιο στάδιο συμφώνησαν με την εναγόμενη εταιρεία την οποία αντιπροσώπευε ο Δημήτρης Βαρναβίδης να δουλέψουν μαζί έχοντας από κοινού μια εταιρεία στην οποία εργαζόταν όχι μόνιμα και ο πατέρας του Δημήτρη, Λουκάς Βαρναβίδης. Η συμφωνία θα ήταν ότι ο Δημήτρης Βαρναβίδης θα έπαιρνε το 50% των μετοχών στην εταιρεία των εναγόντων η οποία είχε εν τω μεταξύ μετονομαστεί από M.L. Rai Ltd σε Gallery of Stone Manufacturing Ltd είχαν μάλιστα ετοιμαστεί όλα τα σχετικά έγγραφα τα οποία θα έπρεπε να καταχωρηθούν στον 'Εφορο Εταιρειών και είχαν ρίξει τον μεσότοιχο που χώριζε τα καταστήματα τους και τα ένωσαν αλλά μετά πάροδο 8 περίπου μηνών ο Δημήτρης Βαρναβίδης αποφάσισε να αποχωρήσει από τον συνεταιρισμό γιατί ήθελε να δουλέψει μόνος του. Επειδή ο Δημήτρης Βαρναβίδης δεν είχε δικά του εμπορεύματα ζήτησε από τον ίδιο να του πωλήσει εμπορεύματα για να μπορέσει να κινηθεί με τους πελάτες του και έτσι περί τον Νοέμβριο του 2001 του πώλησε τα εμπορεύματα που αναφέρονται στα τεκμήρια 1 και
  3. Την ίδια στιγμή ο ίδιος εξέδωσε τα επίδικα τιμολόγια τα πρωτότυπα των οποίων παρέδωσε στο Δημήτρη Βαρναβίδη στην παρουσία και του Λουκά Βαρναβίδη το ένα εκ των οποίων το τεκμήριο 1 πληρώθηκε αλλά το άλλο, το τεκμήριο 2 όχι. Κανένα από τα δύο τιμολόγια δεν υπογράφηκε από το Δημήτρη Βαρναβίδη γιατί δεν του είχε ζητήσει ο ίδιος να το υπογράψει επειδή του είχε εμπιστοσύνη. Ακολούθως χώρισαν το μαγαζί το οποίο είχαν ενώσει για όσο καιρό δούλευαν μαζί αλλά ήταν ο ισχυρισμός του ότι συνέχισαν να συνεργάζονται και μετά που χώρισαν την επιχείρηση, πάντοτε ο Δημήτρης Βαρναβίδης αγόραζε από την εταιρεία του εμπορεύματα τα οποία πλήρωνε συνήθως με μεταχρονολογημένες επιταγές. Από τις δοσοληψίες τους το μόνο που απέμεινε απλήρωτο ήταν το τεκμήριο
  4. Κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 4-9 διάφορα τιμολόγια και αποδείξεις της ενάγουσας εταιρείας με αγοραστή την εναγόμενη εταιρεία. 'Ηταν οι υποβολές του συνηγόρου για τους εναγόμενους ότι ο Δημήτρης Βαρναβίδης μαζί με τον ΜΕ1 είχαν συμφωνήσει να συγχωνεύσουν τις εργασίες τους σε μια εταιρεία η οποία προηγουμένως είχε το όνομα M.L. Rai Ltd και η οποία μετονομάστηκε σε Gallery of Stone Manufacturing Ltd και ο Δημήτρης Βαρναβίδης θα γίνονταν μέτοχος της νέας εταιρείας για ποσοστό 50%. Με βάση αυτή τη διευθέτηση ο Δημήτρης Βαρναβίδης δούλευε ουσιαστικά για την ενάγουσα εταιρεία για περίοδο 8 μηνών πιστεύοντας ότι ήταν μέτοχος για ποσοστό 50%. Ακολούθως ανακάλυψε ότι ο ΜΕ1 δεν είχε υποβάλει τα σχετικά έγγραφα στον 'Εφορο Εταιρειών για μεταβίβαση των μετοχών σ' αυτόν και έτσι χάλασε η συνεργασία τους και από εκείνη την ημέρα ο Δημήτρης Βαρναβίδης δεν ξαναδούλεψε μαζί του. Τα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο 2, του υποβλήθηκε, ήταν εμπορεύματα (stock) που ανήκαν δικαιωματικά στην εναγόμενη εταιρεία τα οποία είχαν τοποθετηθεί μαζί με τα εμπορεύματα της ενάγουσας εταιρείας για τις ανάγκες του συνεταιρισμού και όταν έληξε η συνεργασία τους πήρε η κάθε εταιρεία το δικό της εμπόρευμα. Ο ΜΕ1 αρνήθηκε όλες τις υποβολές, είπε ότι ο ίδιος είχε αναθέσει στο δικήγορο του να συμπληρώσει όλα τα αναγκαία έγγραφα για να καταχωρηθούν στον 'Εφορο Εταιρειών, ότι ο δικηγόρος του τον είχε διαβεβαιώσει ότι τα έγγραφα είχαν αποσταλεί στον 'Εφορο Εταιρειών αλλά ο λόγος που αποχώρησε ο Δημήτρης ήταν ότι ενώ δούλευαν μαζί και ο ίδιος περνούσε τον περισσότερο χρόνο στο εξωτερικό για ανάγκες της εταιρείας ο Δημήτρης Βαρναβίδης ανέπτυξε μεγάλο πελατολόγιο και ήθελε να δουλεύει μόνος του. Αρνήθηκε επίσης έντονα την υποβολή ότι τα όσα αναγράφονται στο τεκμήριο 2 δεν αποτελούν πωληθέντα εμπορεύματα στην εναγόμενη εταιρεία αλλά ότι είναι τα αποθέματα (stock) τα οποία άνηκαν στην εναγόμενη εταιρεία και τα οποία πήρε δικαιωματικά όταν σταμάτησε η συνεργασία τους. Ο ΜΥ1 έχει αναφέρει ότι γνωρίζει την ενάγουσα εταιρεία και τον ΜΕ1 αφού ουσιαστικά δούλευε για την εταιρεία του. Η εναγόμενη εταιρεία είναι η εταιρεία του γιου του Δημήτρη Βαρναβίδη τον οποίο τώρα βοηθά. Ο γιος του μαζί με τον ΜΕ1 αποφάσισαν να συνεργαστούν σε μια κοινή εταιρεία την M.L. Rai Ltd η οποία ήταν αδρανής εταιρεία και την μετονόμασαν σε Gallery of Stone Manufacturing Ltd. Οι αρχικοί μέτοχοι της M.L. Rai Ltd ήταν ο ΜΕ1 και η σύζυγος του και είχαν συμφωνήσει ότι ο Δημήτρης Βαρναβίδης θα γινόταν μέτοχος για το 50% της Gallery of Stone Manufacturing Ltd. Για το σκοπό αυτό μάλιστα είχαν ενώσει τα μαγαζιά τους τα οποία συνόρευαν και εργάζονταν από εκεί. Ο ίδιος ήταν υπάλληλος της ενάγουσας εταιρείας. Ακολούθως όταν δεν υλοποιήθηκε η συμφωνία τα μαγαζιά τα ξαναχώρισαν και ο καθένας δούλευε από το δικό του κατάστημα. Η συνεργασία μεταξύ τους όμως συνεχίστηκε αφού η μια εταιρεία αγόραζε από την άλλη διάφορα εμπορεύματα έναντι τιμολογίων τα οποία πάντοτε πληρώνονταν με σχετικές επιταγές και αποδείξεις. Του υποδείχθηκε το τεκμήριο 2 για το οποίο είπε ότι ούτε ο ίδιος ούτε ο γιος του παρέλαβαν τα εμπορεύματα αυτά και δεν οφείλουν κανένα ποσό στην ενάγουσα εταιρεία. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι αναγνωρίζει τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο τεκμήριο 2 και είναι εμπορεύματα τα οποία πώλησε η εναγόμενη εταιρεία στην ενάγουσα όταν ξεκίνησε η συνεργασία τους πολύ πριν την ημερομηνία που αναγράφεται στο τιμολόγιο. Ανέφερε ότι η εναγόμενη εταιρεία άρχισε να εργάζεται αρχές του 2002 και δέχτηκε ότι μπορεί κατά τον Νοέμβριο του 2001 να αγόρασε εμπορεύματα από την ενάγουσα εταιρεία. Τα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο 2 είναι εμπορεύματα ιδιοκτησίας της εναγόμενης εταιρείας τα οποία η ενάγουσα εταιρεία χαρακτήριζε ως μη εμπορεύσιμα και όταν διακόπηκε η συνεργασία τους ήταν περιουσία της εναγόμενης εταιρείας, τα οποία δικαιωματικά πήρε πίσω αφού όταν έληξε η μεταξύ τους συνεργασία η κάθεμια εταιρεία πήρε πίσω για τις δικές της ανάγκες τα δικά της εμπορεύματα τα οποία είχαν βάλει στον συνεταιρισμό. Ακολούθως ανέφερε ότι τα εμπορεύματα αυτά ήταν εμπορεύματα τα οποία είχε η εναγομένη εταιρεία αποθηκευμένα σε δικό της χώρο γιατί η ενάγουσα εταιρεία δεν δέχθηκε να μπουν στον συνεταιρισμό αφού τα χαρακτήρισε ως μη εμπορεύσιμα. Μετά όμως ανέφερε ότι τα εμπορεύματα αυτά δεν τα πήραν πίσω. Σε διάφορες υποβολές του συνηγόρου των εναγόντων ότι όλα τα εμπορεύματα που αναγράφονται στο τεκμήριο 2 τα είχε αγοράσει και παραλάβει η εναγόμενη εταιρεία και ότι βρίσκονται στο κατάστημά της, η απάντηση του ήταν αρνητική. Ο ΜΥ2 Δημήτρης Βαρναβίδης έχει αναφέρει ότι είναι ο μοναδικός μέτοχος της εναγόμενης εταιρείας. Είπε ότι είχε συμφωνήσει με τον ΜΕ1 να συνεργαστούν αφού θα γίνονταν και οι δύο μέτοχοι ανά 50% έκαστος της εταιρείας του ΜΕ1 και ότι για αρκετό καιρό δούλευε ουσιαστικά για τον ΜΕ1 πιστεύοντας ότι ήταν συνέταιρος του. Οταν ανακάλυψε ότι ο ΜΕ1 δεν είχε υποβάλει τα έγγραφα στον Εφορο Εταιρειών για να γίνει επίσημα ο συνεταιρισμός, αποφάσισε την ίδια ώρα να διακόψει τη συνεργασία που είχαν και ο καθένας να δουλεύει μόνος του. Αναφορικά με το τεκμήριο 2 ήταν η θέση του ότι τα εμπορεύματα που αναγράφονται σ' αυτό του είναι παντελώς άγνωστα, δεν τα αναγνωρίζει, δεν τα παρέλαβε ποτέ. Αν τα παραλάμβανε είπε θα πλήρωνε με μεταχρονολογημένες επιταγές όπως ήταν η μέχρι τότε συνεργασία τους. Αφού του υποδείχθηκαν όλα τα τεκμήρια είπε ότι τα εμπορεύματα που αναγράφονται στο τεκμήριο 2 δεν τα έχει παραλάβει. Δεν θυμόταν πότε χρονικά σταμάτησε τη συνεργασία του με τον ΜΕ1, και στην αρχή ενώ είχε αναφέρει ότι τα εμπορεύματα στο τεκμήριο 2 δεν τα αναγνωρίζει μετά είπε ότι άνηκαν στην ενάγουσα εταιρεία και ήταν στην αποθήκη τους, και σε ερώτηση κατά πόσο άνηκαν στην εναγόμενη εταιρεία και πουλήθηκαν στην ενάγουσα όταν θα ξεκινούσε ο συνεταιρισμός, αρχικά ήταν η θέση του ότι δεν καταλαβαίνει τα γράμματα του τεκμηρίου για να διαβάσει τα εμπορεύματα, μετά ότι δεν αναγνωρίζει τα εμπορεύματα και μετά ότι δεν καταλαβαίνει αγγλικά και σε υποβολή ότι είναι δικά του εμπορεύματα τα οποία πουλήθηκαν στην ενάγουσα εταιρεία για σκοπούς συνεταιρισμού, είπε ότι είναι δικά του εμπορεύματα τα οποία πώλησε στην ενάγουσα. Ηταν η θέση του ότι η Μ.L. Rai Ltd ήταν διαφορετική εταιρεία από την ενάγουσα εταιρεία και δεν έχουν καμμιά σχέση και αρνήθηκε την υποβολή ότι η ενάγουσα εταιρεία είχε προηγουμένως το όνομα M.L. Rai Ltd και ότι η συνεργασία του με την ενάγουσα εταιρεία μετά που έληξε ο συνεταιρισμός γινόταν πάντοτε με έκδοση τιμολογίων και αποδείξεων και ουσιαστικά δέχθηκε ότι μόνο ένα τιμολόγιο ύψους £1800,00 αγόρασε η εναγόμενη εταιρεία από την ενάγουσα μέχρι να αρχίσει να κάνει τις δικές της εισαγωγές που ήταν περίπου 8 μήνες. Ακολούθως αναγνώρισε κάποια από τα αντικείμενα που αναγράφονται στο τεκμήριο 2 και ανέφερε ότι δεν παρέλαβε γιατί αν τα παραλάμβανε θα υπέγραφε το τιμολόγιο και θα εξέδιδε μεταχρονολογημένη επιταγή. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους εναγόμενους κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή με έξοδα εναντίον των εναγόντων και υπέρ των εναγομένων αναφέροντας ότι οι αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσαν οι μάρτυρες υπεράσπισης δεν αφορούν την ουσία και δικαιολογούνται λόγω του μακρού χρονικού διαστήματος που έχει μεσολαβήσει. Ηταν η εισήγηση του κ. Ταμπούρλα ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο τεκμήριο 2 έχουν παραδοθεί στους εναγομένους μετά από πώληση, από τους ενάγοντες ούτε και ότι έχουν παραδοθεί σε οποιονδήποτε. Ηταν η θέση του ότι όταν οι δύο εταιρείες αποφάσισαν να διακόψουν την συνεργασία τους η ενάγουσα εταιρεία κατάρτισε το τεκμήριο 2 προσπαθώντας να κερδίσει χρήματα με το να παρουσιάσει τιμολόγιο για εμπορεύματα που άνηκαν στους εναγόμενους ως εμπορεύματα που έχουν πωληθεί σε αυτούς. Ηταν η θέση του κ. Ζαχαρίου ότι η μαρτυρία των εναγομένων σε αντίθεση με τη μαρτυρία των εναγόντων η οποία ήταν σαφής, στρωτή, ξεκάθαρη και χωρίς αντιφάσεις ήταν γεμάτη από αντιφάσεις οι οποίες έχουν άμεση επίπτωση στην ουσία της υπόθεσης. Οι ΜΥ1 και ΜΥ2 έδωσαν εντελώς διαφορετικές εκδοχές για την εταιρεία M.L. Rai LTD, ο ΜΥ1 αναγνώρισε τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο τεκμήριο 2 και ανέφερε ότι ήταν εμπορεύματα που ανήκαν στην εναγόμενη εταιρεία, ενώ ο ΜΥ2 δεν αναγνώρισε εμπορεύματα που αναγράφονται στο τεκμήριο 2 αρχικά, ενώ αργότερα είπε ότι αναγνωρίζει κάποια από αυτά και ότι ανήκουν στην εταιρεία του. Επίσης ο ΜΥ1 ανέφερε ενόρκως ότι μετά που χώρισαν τις εργασίες τους οι δυο εταιρείες, η εναγομένη εταιρεία συνέχισε να αγοράζει εμπορεύματα από την ενάγουσα, ο ΜΥ2 αρχικά αρνήθηκε το γεγονός αυτό μετά όμως το δέχθηκε, αναφέροντας όμως ότι σε συνολικό χρονικό διάστημα 8 μηνών αγόρασε από την ενάγουσα εταιρεία εμπορεύματα αξίας μόνο £1800,
  5. Επίσης ο ΜΥ2 είπε ότι το τεκμήριο 2 αποκλείεται να ήταν δικό του γιατί θα τον έβαζε ο ΜΥ1 να το υπογράψει, δέχθηκε όμως ότι το τεκμήριο 1 που είναι της ίδιας ημερομηνίας ήταν οφειλή της εναγόμενης εταιρείας την οποία και αποπλήρωσε χωρίς να υπογράψει το τιμολόγιο. Κάλεσε τέλος το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων πλέον έξοδα. Η παρούσα απόφαση εξαρτάται άμεσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την αξιοπιστία που θα αποδώσει το Δικαστήριο σε αυτή. Είναι νομολογημένο ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας όπως και τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι έργο του Δικαστηρίου το οποίο θα εξάξει τα συμπεράσματα του με βάση τα όσα έχουν οι μάρτυρες αναφέρει στο Δικαστήριο σε συνδυασμό με τα διάφορα τεκμήρια και πάντοτε βέβαια χωρίς να αντιστρατεύονται τη κοινή λογική. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Αγησιλάου -ν- Χρίστου

(1989)1 Α.Α.Δ. 713, όπως και η Πολιτική 'Εφεση 11205 Belcy Company Ltd -ν- Ζένιου Λούκα ημερ. 27.6.2003. Τα δικόγραφα όπως έχει νομολογηθεί είναι αυτά που τροχιοδρομούν τη διαδικασία αφού αποτελούν το πλαίσιο των ισχυρισμών της κάθε πλευράς, και καθορίζουν τις παραμέτρους της δίκης Seveyep Ltd v. United Sea Transport
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε)
  1. Στην παρούσα υπόθεση πρέπει να λεχθεί ότι η έκθεση απαίτησης του ενάγοντα βασίζεται στον σαφή ισχυρισμό για υπόλοιπο δυνάμει τιμολογίου για εμπορεύματα τα οποία πωλήθηκαν και παραδόθηκαν στους ενάγοντες οι οποίοι αρνήθηκαν και/ή αμέλησαν να αποπληρώσουν το τίμημα. Αντίγραφο του επίδικου τιμολογίου έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  2. Επίσης έχει δοθεί σαφής μαρτυρία από τον ΜΕ1 για τις συνθήκες έκδοσης του τεκμηρίου 2, το ότι τα εμπορεύματα αυτά έχουν παραδοθεί στους εναγομένους οι οποίοι δεν τα έχουν αποπληρώσει αν και έχουν ενοχληθεί για την οφειλή τους και έχει κατατεθεί σχετικά ως τεκμήριο 3 η επιστολή των συνηγόρων των εναγόντων με την οποία καλούν τους εναγόμενους να εξοφλήσουν την οφειλή τους και προειδοποιώντας τους για τη λήψη δικαστικών μέτρων σε αντίθετη περίπτωση. Αντίθετα η υπεράσπιση των εναγομένων στο δικόγραφο που έχει καταχωρηθεί είναι μια γενική άρνηση τόσο για την ύπαρξη της οφειλής όσο και για τα εμπορεύματα στα οποία αυτή αναφέρεται. Η μαρτυρία των εναγομένων ήταν διαφορετική, και οι δύο μάρτυρες που κλήθηκαν έδωσαν διαφορετική εκδοχή - υπεράσπιση. Η θέση του ΜΥ1 ήταν ότι τα εμπορεύματα αυτά ανήκαν πάντοτε στην εναγόμενη εταιρεία, όταν αποφάσισαν οι δύο εταιρείες να συνεταιριστούν ένωσαν τα εμπορεύματά τους, τα συγκεκριμένα εμπορεύματα είχαν χαρακτηριστεί από τον διευθυντή των εναγόντων ως μη εμπορεύσιμα για αυτό και δεν πωλήθηκαν, και όταν τερματίστηκε η συνεργασία ήταν τα εμπορεύματα τα οποία η εναγόμενη εταιρεία δικαιωματικά πήρε για να συνεχίσει τη διεξαγωγή των εργασιών της. Η θέση του ΜΥ2 ήταν ότι δεν αναγνωρίζει τα αντικείμενα που αναγράφονται στο τεκμήριο 2, ουδέποτε του δόθηκαν και/ή παραδόθηκαν, δεν τα έχει παραλάβει και δεν οφείλει κανένα ποσό στους ενάγοντες. Αργότερα όμως άλλαξε τη θέση του και είπε ότι αναγνωρίζει κάποια από αυτά και ήταν εμπορεύματα που ανήκαν στη δική του εταιρεία. Πρέπει να λεχθεί ότι ο ΜΥ2 έχει αλλάξει την εκδοχή του αρκετές φορές ενόσω έδιδε μαρτυρία ενόρκως. Τολμώ να αναφέρω ότι στο μόνο σημείο που η μαρτυρία του δεν έχει αλλάξει είναι αναφορικά με το ότι αρχικά θα συνεργαζόταν με τον ΜΕ1 συμμετέχοντας εξ ημισίας σε εταιρεία μαζί του και όταν ανακάλυψε ότι ο ενάγοντας δεν είχε υποβάλει στον Εφόρο Εταιρειών τα χαρτιά για να γίνουν οι απαραίτητες αλλαγές στο κεφάλαιο της εταιρείας στην οποία θα συμμετείχε, αποφάσισε να σταματήσει τη συνεργασία μεταξύ τους. Ολη η υπόλοιπη μαρτυρία του λόγω των μεγάλων αντιφάσεων που έχουν παρατηρηθεί, κρίνεται ως αναξιόπιστη και μαρτυρία η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή. Οσον αφορά τον ΜΥ1 πρέπει να αναφερθεί ότι και αυτός ο μάρτυρας έχει πέσει σε διάφορες αντιφάσεις όσον αφορά την ημερομηνία που άρχισε τις δικές της εργασίες η εναγόμενη εταιρεία μετά που σταμάτησαν τη συνεργασία τους με την ενάγουσα εταιρεία, αλλά όσον αφορά το επίδικο τιμολόγιο η θέση του ήταν ότι τα εμπορεύματα αυτά ανήκαν στην εναγόμενη εταιρεία και μετά που τέλειωσε η συνεργασία τους τα πήραν πίσω, γι' αυτό και δεν υπάρχει ούτε υπογραφή στο τιμολόγιο ούτε τίποτε. Αυτή η θέση όμως καταρρίπτεται από την ύπαρξη του τεκμηρίου 1 το οποίο επίσης δεν είχε υπογραφή και όμως πληρώθηκε από τους ενάγοντες και το οποίο φέρει την ίδια ημερομηνία με το τεκμήριο
  3. Ο ΜΕ1 έδωσε τη δική του σαφή εκδοχή αναφορικά με το τεκμήριο αυτό και η οποία συνάδει πλήρως με ολόκληρη τη μαρτυρία που έχει δώσει. Η παρούσα υπόθεση είναι αστική υπόθεση και το μέτρο απόδειξης της είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) Loizou v. Soleas
(1983)1 CLR 982. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό να αποφασίσω ότι ο ΜΕ1 έχει πει την αλήθεια και ότι η μαρτυρία του γίνεται πιστευτή στην ολότητά της. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των £3033,80 πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............................................ Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.