ΚΩΣΤΑΣ ΜΙΝΤΗΣ ν. REPREVUS TRADING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2364/04, 12 Ιανουαρίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2364/04 Μεταξύ: ΚΩΣΤΑΣ ΜΙΝΤΗΣ υπό την ιδιότητα του σαν ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ Της περιουσίας του ΑΝΙΚΑΝΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΙΝΤΗ Ενάγοντα - και -
- REPREVUS TRADING LTD
- ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΚΑΡΑΣΑΜΑΝΗ Εναγομένων Ημερομηνία: 12 Ιανουαρίου 2005 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κ. Χριστοφόρου για κ. Χρ. Βασιλειάδη Για εναγομένους 1 και 2: κ. Ρ. Ερωτοκρίτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατόπιν μονομερούς αιτήσεως του ενάγοντα αιτητή το Δικαστήριο εξέδωσε στις 27.07.2004 εναντίον των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση προσωρινό διάταγμα δυνάμει του οποίου " ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως απαγορευθεί ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ απαγορεύεται στους εναγόμενους καθ΄ ων η αίτηση και/ή υπαλλήλους και/ή τους υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους και/ή οποιοσδήποτε άλλους οι οποίοι ενεργούν για τους εναγομένους επί σύμβαση έργου από του να εισέρχονται και/ή κατέχουν και/ή χρησιμοποιούν ολόκληρο ή μέρος του ακινήτου με Φ/Σχ. XLIX, 54 τμήμα 1, τεμάχιο 159 στην Σκαρίνου (το οποίο εν τοις αφεξής και για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης θα καλείται «το ακίνητο 159») και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο να επεμβαίνουν στο αναφερόμενο ακίνητο. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως οι εναγόμενοι καθ΄ ων η αίτηση και/ή υπαλλήλους και/ή τους υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους και/ή οποιοσδήποτε άλλους οι οποίοι ενεργούν για τους εναγομένους επί σύμβαση έργου να εγκαταλείψουν και/ή εκκενώσουν και/ή σταματήσουν και/ή απέχουν από οποιεσδήποτε εργασίες που εκτελούν και οι οποίες προκαλούν ζημία στο ακίνητο 159 και/ή στην περιουσία του ενάγοντα αιτητή. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως απογορευθεί και διά του παρόντος απαγορεύεται στους εναγόμενους καθ΄ ων η αίτηση και/ή υπαλλήλους και/ή τους υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους και/ή οποιοσδήποτε άλλους οι οποίοι ενεργούν για τους εναγομένους επί σύμβαση έργου να εισέρχονται και/ή κατέχουν και/ή χρησιμοποιούν ολόκληρο ή μέρος του ακινήτου με Φ/Σχ. XLIX, 54 τμήμα 1, τεμάχιο 160 στην Σκαρίνου (το οποίο εν τοις εφεξής και για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης θα καλείται «το ακίνητο 160» με εξαίρεση το ισόγειο, τις τέσσερις αποθήκες και τον χώρο στάθμευσης του και/ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο να επεμβαίνουν στο αναφερόμενο ακίνητο. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως απαγορευθεί και δια του παρόντος απαγορεύεται στους εναγόμενους καθ΄ ων η αίτηση και/ή υπαλλήλους και/ή τους υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους και/ή οποιοσδήποτε άλλους οι οποίοι ενεργούν για τους εναγομένους επί σύμβαση έργου να πωλήσουν και/ή αποξενώσουν τον εξοπλισμό του εστιατορίου MARY ROSE ο οποίος βρίσκεται εντός του εμπορευματοκιβωτίου το οποίο βρίσκεται στην κατοχή των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση σε άγνωστο για τον ενάγοντα χώρο. " Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 καθώς και στο Νόμο περί Διαχειρίσεως της Περιουσίας Ανικάνων Προσώπων Ν.23
(1)/96, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ 1-3, 7-9 στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στηρίζεται σε ένορκη δήλωση του ενάγοντα αιτητή και σε αριθμό τεκμηρίων που επισυνάπτονται σ' αυτή. Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως αυτά αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του αιτητή, ο ενάγοντας είναι ο πατέρας και διορισμένος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δυνάμει διατάγματος ημερ. 29.3.1984 ως διαχειριστής της περιουσίας του γιου του και ιδιοκτήτη του επίδικου ακινήτου Αντωνάκη Κωνσταντίνου Μιντή. Ο ίδιος και ο γιος του διαμένουν μόνιμα στο Λονδίνο αλλά επισκέπτονται την Κύπρο για αρκετό χρονικό διάστημα κάθε χρόνο. Ο γιος του είναι επίσης ο ιδιοκτήτης του Τεμαχίου 160 το οποίο εφάπτεται στο Τεμάχιο 159 στο οποίο υπάρχει κτισμένο ένα κτίριο το οποίο αποτελείται από υπόγειο, αποθήκες, ισόγειο και ένα ακόμα όροφο καθώς και χώρο στάθμευσης. Περί τον Ιανουάριο του 2004 ο ενάγοντας ενοικίασε μέρος του κτιρίου που βρίσκεται στο Τεμάχιο 160 στην εναγομένη 1 για περίοδο ενοικίασης 5 ετών αρχομένης την 1.2.2004 έναντι του συμφωνηθέντος μισθώματος των £999 μηνιαίως με σκοπό να χρησιμοποιηθεί από αυτούς ως υπεραγορά. Περί τον Ιούλιο του 2004 ο ενάγοντας πληροφορήθηκε από συγγενικά τους πρόσωπα που διαμένουν στην Κύπρο ότι η εναγομένη 1 και ο διευθυντής της εναγόμενος 2 επενέβησαν αυθόρμητα και/ή παράνομα στο ακίνητο Τεμάχιο 159 και προκάλεσαν σε αυτό εκτεταμένες ζημιές, δηλαδή ξερίζωσαν όλα τα δέντρα που ήταν φυτεμένα, ισοπέδωσαν τους πάσσαλους περίφραξης καθώς και την περίφραξη του Τεμαχίου και μετακίνησαν εξοπλισμό και εργαλεία οικοδομής τα οποία βρίσκονταν σε ένα εμπορευματοκιβώτιο και τα οποία ανήκουν στον ενάγοντα. Ο ενάγοντας μετά από αυτές τις πληροφορίες μετέβη στην Κύπρο όπου και διαπίστωσε ότι όντως οι εναγόμενοι 1 και 2 προέβησαν στις εν λόγω παράνομες και/ή αυθαίρετες ενέργειες ως ο ισχυρισμός του και περαιτέρω παρατήρησε ότι και στο Τεμάχιο 160 μέρος του οποίου είχε ενοικιαστεί στην εναγομένη 1 υπήρξε παράνομη επέμβαση δια της τοποθέτησης διαφημιστικών πινακίδων στην οροφή του ενοικιαζόμενου υποστατικού. Είναι η αντίληψη του ότι ο λόγος που οι εναγόμενοι 1 και 2 παρενέβησαν παράνομα στο τεμάχιο 159 ήταν για να μετατρέψουν το εν λόγω ακίνητο από το περιβόλι που ήταν σε χώρο στάθμευσης. Οι εναγόμενοι - καθ΄ ων η αίτηση αντέδρασαν καταχωρώντας ένσταση στις 9.8.2004 η οποία βασίζεται στην ίδια νομική βάση όπως η αίτηση με την προσθήκη των άρθρων 106-129 του Περί Συμβάσεων Νόμου προβάλλοντας 11 λόγους ακύρωσης και το αντικείμενο της παρούσης είναι η εξέταση όλων όσων έχουν θέσει τα μέρη ενώπιον του δικαστηρίου για την συνέχιση ή όχι της ισχύος του διατάγματος. Οι λόγοι ένστασης των καθ' ων η αίτηση είναι οι ακόλουθοι: "Α) Το Δικαστήριον δεν έχει δικαιοδοσίαν να ακούσει την ανωτέρω υπόθεσην. Β) Ο Ενάγων, δεν έχει locus standi στην παρούσα αγωγή. Γ) Ο Εναγόμενος 2 δεν έχει locus standi στην παρούσα αγωγή. Δ) Η αγωγή είναι επιπόλαια και ενοχλητική και τείνει να επηρεάσει και/ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Ε) Ο Εναγόμενος 1 έχει ανταπαίτηση. Στ) Ο Εναγόμενος 1 παραπλανήθηκε και/ή έγινε δέκτης ψευδών παραστάσεων από τον Ενάγων. Ζ) Με βάση καθιερωμένους, νομολογιακά κανόνες των συμβάσεων, ο Ενάγων δεν δικαιούται σε οποιανδήποτε θεραπεία. Η) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
- Θ) Καμία συμπληρωματική ή εξυπακουόμενη συμφωνία, μεταξύ Ενάγοντος και Εναγομένου 1 δεν υπήρχε ποτέ, που να καθιστά τους τελευταίους, θεματοφύλακες για οποιοδήποτε κινητό αντικείμενο έναντι του Ενάγοντα. Ι) Δεν συντρέχει καμιά από τις προϋποθέσεις του άρθρου 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, αναφορικά με έγερση αγωγής, για παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία. Κ) Η ιδιότητα του διαχειριστή περιουσίας ανικάνου προσώπου, με βάση τον νόμο, δεν συμπίπτει με την κατοχή της περιουσίας." Τα γεγονότα της ένστασης όπως αυτά προκύπτουν από την μακροσκελή ένορκη δήλωση που την συνοδεύει ως και από τα έγγραφα που επισυνάπτονται σε αυτήν μπορούν να αποδοθούν ως ακολούθως: Ο εναγόμενος καθ' ου η αίτηση 2 είναι διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης καθ ΄ης η αίτηση 1 και υπό αυτή του την ιδιότητα συμβλήθηκε με τον ενάγοντα προσωπικά με γραπτή συμφωνία η οποία υπεγράφη τον Ιανουάριο του 2004 στη Λεμεσό δια της οποίας η εναγομένη καθ΄ η αίτηση 1 συμφώνησε όπως ενοικιάσει το ισόγειο του κτιρίου όπου σήμερα βρίσκεται το κέντρο Mary Rose στη Σκαρίνου της επαρχίας Λάρνακας και που αποτελείται από ένα καφεστιατόριο και μπαρ, το υπόγειο που αποτελείται από τέσσερεις αποθήκες και το χώρο στάθμευσης για την χρονική διάρκεια 5 χρόνων από 01.02.2004 μέχρι 31.01.2009 με συμφωνηθέν τίμημα ενοικίασης £999 μηνιαίως το οποίο θα καταβάλλεται από 01.07.2004 ενώ ο ενοικιαστής απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής ενοικίου από την υπογραφή της συμφωνίας μέχρι 30.06.
- Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, ο ενοικιαστής θα μετατρέψει με δικά του έξοδα το υποστατικό που ενοικίασε σε υπεραγορά και αναλαμβάνει όπως εξασφαλίσει όλες τις αναγκαίες άδειες, να επιδιορθώσει και ανακαινίσει το κτήμα για να μπορέσει να λειτουργήσει ως υπεραγορά και να αναλάβει όλες τις εργασίες συντήρησης εσωτερικά και εξωτερικά καθώς και διαμόρφωσης ή βελτίωσης των χώρων του κτήματος. Η εν λόγω συμφωνία έγινε μεταξύ του ενάγοντα προσωπικά, και όχι υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του ανικάνου προσώπου Αντωνάκη Μιντή και της εναγομένης 2 σαν μοναδικού ενοικιαστή. Είναι συναφώς οι θέσεις των εναγομένων καθ΄ ων η αίτηση ότι η αγωγή λανθασμένα στρέφεται εναντίον του εναγομένου καθ΄ ου η αίτηση 2 αφού δεν συμβλήθηκε ο ίδιος μαζί με τον ενάγοντα και ότι ούτε ο ενάγοντας είναι το σωστό πρόσωπο για να κινήσει την αγωγή αφού η σύμβαση έγινε από τον ίδιο προσωπικά και όχι υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσία του ανικάνου προσώπου Α. Μιντή. Περαιτέρω θέτουν ισχυρισμό για έλλειψη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας να επιληφθεί της παρούσας αίτησης και της αγωγής τόσο καθότι το ενοικιαζόμενο κτήμα εμπίπτει στο ενοικιοστάσιο όπως επίσης και του γεγονότος ότι ο εναγόμενος 1 έχει μετατρέψει τη σχέση μεταξύ τους ενοικιοστασιακή αφού έχει τερματίσει τη συμφωνία ενοικιάσεως με επιστολή του ημερομηνίας 08.08.2004 γεγονός που επίσης έχει κάνει ο ενάγοντας με δική του επιστολή ημερ. 10.08.
- Είναι επίσης η θέση των εναγομένων καθ΄ ων η αίτηση ανεξάρτητα και άνευ βλάβης από τις πιο πάνω προδικαστικές ενστάσεις ότι υπάρχει ασάφεια στους όρους της συμφωνίας που διέπουν την σχέση των δύο μερών αφού δεν διευκρινίζεται ο όρος "χώρος στάθμευσης" και κατά πόσο αυτός περιλαμβάνει και το ακίνητο το οποίο ο ενάγοντας ονομάζει "ακίνητο 159". Σε σχέση με αυτή την ασάφεια οι εναγόμενοι επικαλούνται τους νομολογιακά καθιερωμένους κανόνες ερμηνείας των συμβάσεων και συγκεκριμένα τους κανόνες ερμηνείας «contra preferentem rule», «construction against grantor» και «consensus ad idem» για να δικαιολογήσει και/ή να ενδυναμώσει την θέση τους ότι είναι ολόκληρο το ακίνητο που είχε ενοικιαστεί σύμφωνα με την εν λόγω σύμβαση ενοικίασης, και ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει καν αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση αφού ο ενάγοντας εγείρει την αγωγή ως διαχειριστής της περιουσίας του ανίκανου προσώπου Α. Μιντή χωρίς να επικαλείται ότι έχει κατοχή του επίδικου ακινήτου ενώ από την μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει σαφέστατα ότι την κατοχή του ακινήτου έχει η εναγομένη 1 εταιρεία. Η ιδιότητα του διαχειριστή εν πάση περιπτώσει δεν ταυτίζεται με αυτή του ιδιοκτήτη. Οι εναγόμενοι αμφισβητούν την καταχώριση και επίδοση της αγωγής όπως και του προσωρινού διατάγματος στον εναγόμενο 2 και ζητούν μάλιστα την ακύρωση τόσο της επίδοσης όσο και του ίδιου του διατάγματος όσον αφορά τον εναγόμενο 2 και ισχυρίζονται ότι η σχέση των δύο πλευρών διέπεται αποκλειστικά και μόνο από το ενοικιαστήριο έγγραφο το οποίο υπεγράφη τον Ιανουάριο του 2004 μεταξύ του Κώστα Μιντή και της εναγομένης 1 δυνάμει του οποίου η εναγομένη 1 ενοικίασε από τον ενάγοντα το επίδικο ακίνητο «μαζί με το χώρο στάθμευσης» δηλαδή ολόκληρο το ακίνητο για το οποίο η εναγομένη 1 δεν γνωρίζει ούτε της αναφέρθηκε ποτέ ότι είναι δύο τεμάχια τα αναφερόμενα από τον ενάγοντα ως Τεμάχια 159 και
- Ήταν η θέση των εναγομένων ότι η ύπαρξη χώρου στάθμευσης ήταν αναγκαία για την πραγμάτωση του σκοπού της ενοικίασης που ήταν η μετατροπή του υποστατικού σε υπεραγορά, γεγονός το οποίο ο ενάγοντας καλώς γνώριζε. Οι δικηγόροι αγόρευσαν κατά την ακρόαση της αίτησης προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους ενώ κανένας από τους ενόρκους δηλούντες δεν αντεξετάστηκε. Αγορεύοντας προς υποστήριξη της αίτησης του και της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους αιτητές αφού έχει υιοθετήσει τα όσα αναφέρονται στην αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει έχει αναφέρει ότι οι εναγόμενοι συμφώνησαν με τον ενάγοντα να ενοικιάσουν, σύμφωνα με το ενοικιαστήριο έγγραφο το οποίο υπεγράφη τον Ιανουάριο του 2004, το ισόγειο του κτιρίου όπου σήμερα βρίσκεται το κέντρο Mary Rose στη Σκαρίνου και που αποτελείται από ένα καφεστιατόριο και μπαρ, το υπόγειο που αποτελείται από 4 αποθήκες και το χώρο στάθμευσης για 5 χρόνια από 01.02.04 μέχρι 31.01.09 με το συμφωνηθέν ενοίκιο το £999 μηνιαίως από 01.07.
- Το εν λόγω ακίνητο είναι ιδιοκτησία του ανίκανου προσώπου Αντωνάκη Μιντή το οποίο εκπροσωπεί δυνάμει διατάγματος διαχείρισης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ο πατέρας του Κώστας Μιντής. Δίπλα από το χώρο που βρίσκεται το εν λόγω ακίνητο υπάρχει ένα άλλο τεμάχιο, το Τεμάχιο 159 στο οποίο υπήρχε περιβόλι το οποίο ο ενάγων δεντροφύτεψε, καλλιεργούσε με δικά του έξοδα και το οποίο μάλιστα είχε επιχωματώσει και περιφράξει. Η εναγομένη 1 κατόπιν οδηγιών και/ή εντολών του εναγομένου 2 μέσω εκπροσώπων και/ή υπαλλήλων της εναγομένης 1 χωρίς καμία άδεια παράνομα, αυθαίρετα επενέβησαν στο ακίνητο 159 ξεριζώνοντας τα δέντρα, τους πασσάλους περίφραξης και την περίφραξη και το ασφαλτόστρωσαν. Επίσης επενέβησαν παράνομα και στο ακίνητο 160 στο οποίο βρίσκεται το ακίνητο μέρος του οποίου είχε ενοικιαστεί στην εναγόμενη 1 αφού τοποθετήθηκαν από τους εναγομένους 1 και 2 διαφημιστικές πινακίδες στην οροφή του η οποία δεν εμπίπτει στην συμφωνία ενοικίασης. Ήταν η θέση του κ. Χριστοφόρου ότι οι 3 προϋποθέσεις που το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και η νομολογία απαιτούν για την έκδοση και συνέχιση προσωρινών διαταγμάτων ικανοποιούνται αφού υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας, η αξίωση του ενάγοντα και η βάση της αγωγής είναι η παράνομη επέμβαση και επίσης δημιουργείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον ενάγοντα αφού οι εναγόμενοι με την επέμβαση τους έχουν ήδη αλλοιώσει την φύση του ακινήτου από περιβόλι το έχουν ασφαλτοστρώσει. Εξετάζοντας τους λόγους ένστασης των εναγομένων ήταν η θέση του κ. Χριστοφόρου ότι κανένας από αυτούς δεν ευσταθεί γιατί οι πλείστοι των λόγων ένστασης βασίζονται στην λανθασμένη εκ πλευράς εναγομένων αντίληψη ότι η βάση της αγωγής του ενάγοντα είναι παράβαση συμφωνίας και συγκεκριμένα της συμφωνίας ενοικίασης μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης 1 ενώ η βάση αγωγής είναι η παράνομη επέμβαση στο ακίνητο το οποίο βρίσκεται στην επαρχία Λάρνακας και συνεπώς με το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας είναι το αρμόδιο Δικαστήριο να επιληφθεί της αγωγής. Απαντώντας στο λόγο ένστασης ότι ο ενάγοντας δεν νομιμοποιείται στην έγερση της αγωγής ήταν η θέση του κ. Χριστοφόρου ότι ο ενάγοντας είναι ο διαχειριστής της περιουσίας του ανικάνου προσώπου Αντωνάκη Κ. Μιντή ο οποίος είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και των δύο επιδίκων ακινήτων στα οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι έχουν παράνομα επέμβει και τόσο ο νόμος όσο και η νομολογία αναγνωρίζουν στον ιδιοκτήτη ακίνητης ιδιοκτησίας ο οποίος δεν είναι κάτοχος το δικαίωμα αγωγής εκεί όπου η επέμβαση παράνομα προκαλεί ζημιά ή έχει μόνιμο χαρακτήρα όπως είναι η παρούσα περίπτωση ως η εισήγηση του. Ο εναγόμενος 2 ενάγεται ως το πρόσωπο το οποίο έδωσε εντολές σε υπαλλήλους ή αντιπροσώπους της εναγομένης 1 να προβούν στις ενέργειες που αποτελούν την παράνομη επέμβαση και γι΄ αυτό δεν συμμερίζεται την ένσταση των εναγομένων ότι η αγωγή και το διάταγμα θα πρέπει να απορριφθούν όσον αφορά τον εναγόμενο 2 ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με την σύναψη της συμφωνίας ενοικίασης πέραν του ότι την υπέγραψε ως διευθυντής της εναγομένης 1 εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι κανένας από τους 3 κανόνες ερμηνείας συμβάσεως που επικαλούνται οι εναγόμενοι δεν ισχύουν στην παρούσα υπόθεση καθότι κατά την δική του εισήγηση η σύμβαση ενοικίασης είναι ξεκάθαρη και δεν χρειάζεται οποιασδήποτε ερμηνείας. Εν πάση περιπτώσει οι ισχυρισμοί αυτοί αφορούν την ουσία της αγωγής και όχι την αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Ήταν καταληκτικά η θέση του ότι κανένας λόγος ένστασης των εναγομένων δεν μπορεί να επιτύχει όλοι οι λόγοι ένστασης τους βασίζονται πάνω στην λανθασμένη αντίληψη τους ότι η βάση της αγωγής είναι η παράβαση της συμφωνίας ενοικίασης, ότι οι 3 προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία και το Άρθρο 32 του Ν.14/60 έχουν ικανοποιηθεί πλήρως και ότι το διάταγμα και το δικαστήριο θα πρέπει να καταστήσει το διάταγμα απόλυτο με έξοδα εις βάρος των εναγομένων. Η θέση του κ. Ερωτοκρίτου ήταν κάθετα αντίθετη σε όλους τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Ήταν η εισήγηση του ότι το δικαστήριο αναπόφευκτα, για να εξετάσει τους ισχυρισμούς της παράνομης επέμβασης, θα πρέπει να εξετάσει τη συμφωνία ενοικίασης βάση της οποίας δημιουργήθηκε η σχέση μεταξύ ενάγοντα και εναγομένης
- Το εν λόγω έγγραφο είναι τουλάχιστον ασαφές και με βάση τους τρεις κανόνες ερμηνείας των συμβάσεων όπως έχουν καθιερωθεί από την νομολογία το Δικαστήριο θα πρέπει να ερμηνεύει τη σύμβαση υπέρ των εναγομένων καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι έστω και αν η θέση των εναγόντων είναι ότι το αγώγιμο δικαίωμα τους προκύπτει από παράνομη επέμβαση των εναγομένων ο ενάγοντας δεν έχει αποδείξει ότι δικαιούται να εγείρει την παρούσα αγωγή αφού δεν είναι ο ίδιος ιδιοκτήτης αλλά το ανίκανο πρόσωπο Αντωνάκης Μιντής και δεν έχει τεθεί ισχυρισμός από πλευράς του ενάγοντα ότι είναι κάτοχος του επιδίκου ακινήτου. Ο διαχειριστής ήταν η θέση του κ. Ερωτοκρίτου δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη για σκοπούς έγερσης αγωγής για παράνομη επέμβαση. Επίσης ήταν εισήγηση του κ. Ερωτοκρίτου ότι ο τερματισμός της συμφωνίας από τον ενάγοντα έχει μετακινήσει την δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως ενώ πρέπει το Δικαστήριο να δώσει την ανάλογη βαρύτητα και στο γεγονός ότι ο τερματισμός της συμφωνίας από πλευράς του ενάγοντα έγινε μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Ήταν καταληκτικά η θέση του ότι δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής αφού δεν υπάρχει καν αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα ο οποίος δεν είναι ούτε ο ιδιοκτήτης ούτε ο κάτοχος του επιδίκου ακινήτου, ο εναγόμενος 2 δεν έπρεπε να είναι διάδικος στην παρούσα διαδικασία και/ή στην αγωγή αφού δεν είχε σε καμία περίπτωση συμβληθεί ο ίδιος προσωπικά με τον ενάγοντα και συνεπώς ο ενάγοντας δεν δικαιούται σε θεραπεία. Δεν έχει επίσης αποδείξει ότι υφίσταται οποιαδήποτε ζημιά η οποία να είναι ανεπανόρθωτη όπως έχει καθιερωθεί από την νομολογία και ζήτησε την ακύρωση του διατάγματος με έξοδα εναντίον του ενάγοντα και υπέρ των εναγομένων. Έχει νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα, η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ΚΕΦ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd, Πολ. Έφεση 11156 ημερ.
- Δεκεμβρίου 2002). Στη διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων από μόνη της δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. (Odysseos ν. Α. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, Γεώργιου Τσιαντη ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd, Πολ. Έφεση 10914, ημερ.
- Δεκεμβρίου 2001). Δια να έχει το Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
- Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση
- Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία
- To ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επανερχόμενη στις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προς έκδοση προσωρινού διατάγματος η νομολογία υποδεικνύει (Τ.Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation Πολ. Έφεση 11159 ημερ.
- Νοεμβρίου 2002) ότι το πραγματικό νόημα των αποφάσεων είναι πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση είναι αλληλένδετη κατά ένα τρόπο και σε κάποιο βαθμό με το δεύτερο κριτήριο που ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού, είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Τα δύο πρώτα κριτήρια / προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ' αυτό το ενδιάμεσο στάδιο και μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης σύμφωνα με τη Διαταγή 48 κ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διερεύνηση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60όπως αναφέρθηκε ανωτέρω. Να σημειωθεί ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης (Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263, Γρηγορίου κ.α ν. Χριστόφορου
(1995)1 ΑΑΔ. 248). Σύμφωνα με τη Διαταγή 48 θ.4 δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, είτε με ένορκες δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο. (Μιχάλης Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd. Πολ. Έφεση 11049, ημερ.
- Δεκεμβρίου 2001). Στην υπό κρίση Αίτηση όπως έχει ήδη αναφερθεί κανένας από τους ενόρκους δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν και συνεπώς όσον αφορά τον ενάγοντα και την δική ένορκη δήλωση οι Καθ' ων η Αίτηση δεν αμφισβήτησαν αυτά που ορκίστηκε. Έτσι η κρίση του Δικαστηρίου περί του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία θα κριθεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αφού όπως υπεδείχθη στην απόφαση Μαίρη Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Σεβαστού Πολ. Εφεση 10945
- Δεκεμβρίου 2002, το Δικαστήριο δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της, ενώ το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών παραμένει σε εκείνο που επιζητά την έκδοση του διατάγματος, για να ικανοποιήσει σωρευτικά μάλιστα, τις τασσόμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί με βάση τα δικόγραφα μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case). Αυτή κρίνω πως ικανοποιείται με την έννοια ότι η βάση της αγωγής στηρίζεται σε ένα καλά γνωστό και αναγνωρισμένο στο νόμο δικαίωμα, εκείνο της ισχυριζόμενης παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία. Για σκοπούς του διατάγματος και μόνο και χωρίς να επισέρχομαι στην ουσία της αγωγής από τα τεκμήρια που υπάρχουν επισυνημμένα στην αίτηση είναι φανερό ότι η επίδικη ιδιοκτησία ανήκει στον Αντωνάκη Μιντή ο οποίος, επίσης αποδεικνύεται από την αίτηση, είναι διανοητικά ασθενής και διαχειριστής της περιουσίας του έχει διοριστεί με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στα πλαίσια της αίτησης 1/84 ο πατέρας του Κώστας Μιντή ο οποίος είναι ο αιτητής στην υπό εξέταση αίτηση και ο οποίος για σκοπούς της παρούσας αίτησης εξομοιώνεται με τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, αφού είναι και ο σκοπός του νόμου Ν23
(1)/96 άρθρα 5, 6 και 7. Συνεπώς έχει αποδειχθεί ότι ο ενάγοντας είναι ο ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου. Σύμφωνα με το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 ο ιδιοκτήτης ακίνητης ιδιοκτησίας, ανεξάρτητα από αν είναι κάτοχος ή όχι μπορεί να ενάγει για παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του εκεί όπου η παράνομη επέμβαση είναι μόνιμη ή όπου υφίσταται ζημιά. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αδάμου ν. Χριστοφή
(1974)1 CLR 100, Liasidou and another v. Demetriou
(1975)1 CLR 122 και Γεωργίου ν. Αζα, Πολιτική ΄Εφεση 10140 ημερομηνίας 16.12.1998. Ο ενάγοντας έχει προβάλει τέτοιους ισχυρισμούς και συνεπώς θεωρώ ότι έχει ικανοποιηθεί η πρώτη προϋπόθεση. Η δεύτερη προϋπόθεση αναφορικά με την ύπαρξη πιθανότητας στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 απαιτεί από τον αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Για σκοπούς της αίτησης αναφέρεται ότι ο ενάγων είναι ο ιδιοκτήτης της επίδικης ιδιοκτησίας, οι καθ΄ ων η αίτηση έχουν προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες επί της πιο πάνω ιδιοκτησίας για τις οποίες ο ενάγων ισχυρίζεται ότι είναι παράνομες, η ακίνητη ιδιοκτησία βρίσκεται εντός της επαρχίας Λάρνακας και συνεπώς το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας έχει την δικαιοδοσία να της επιληφθεί. Αφού έλαβα υπόψη και την ένορκη δήλωση του αιτητή κρίνω ότι ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ των Εναγόντων στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Παραπέμπω στην απόφαση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co of USA όπου έχει λεχθεί ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την ατενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτουμένου τη θεραπεία. Έχοντας επίσης κατά νου και τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση Κώστα Κυρισαλλα κ.α ν. Χάρη Κύτη Πολ. Έφεση 10781 ημερ. 12.09.2001, ότι ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη, καταλήγω ότι πληρούται και η τρίτη προϋπόθεση αναφορικά με την ισχυριζόμενη ζημιά που έχει υποστεί ο αιτητή αφού έμεινε αδιαμφισβήτητη η θέση και μαρτυρία του ότι στο επίδικο ακίνητο υπήρχε δενδροφυτεμένο, καλλιεργημένο και περιφραγμένο περιβόλι το οποίο οι καθ΄ ων η αίτηση ξερίζωσαν κατέστρεψαν την περίφραξη και ασφαλτόστρωσαν. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή να διατηρήσει το Διάταγμα. (Bacardi ν. Vinco Ltd
(1996)1B ΑΑΔ 788, Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1Γ ΑΑΔ. 1603, M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co of USA (ανωτέρω), Express ν. Aris Express
(1998)1 ΑΑΔ 149). Το θέμα που μένει για να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι αν πρέπει το διάταγμα να διατηρηθεί σαν θέμα ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης Α, Β και Γ παρατηρώ ότι κανένας από αυτούς δεν ευσταθεί. Η βάση της αγωγής είναι παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία βρίσκεται εντός της επαρχίας Λάρνακας, ο ενάγων αιτητής είναι ο διαχειριστής της περιουσίας του ανίκανου προσώπου Αντωνάκη Μιντή ο οποίος είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των επιδίκων ακινήτων και συνεπώς εξομοιώνεται με τον ιδιοκτήτη των ακινήτων ενώ ο εναγόμενος 2 ενάγεται ως το πρόσωπο το οποίο έχει δώσει οδηγίες και/ή διαταγές σε υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους της εναγομένης 1 να προβούν στις ενέργειες οι οποίες σύμφωνα με τους αιτητές αποτελούν το αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Ο λόγος Δ επίσης δεν ευσταθεί αφού όπως έχει ήδη αναφερθεί προηγουμένως έχω ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 32 του Ν. 14/60 και συνεπώς η αγωγή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επιπόλαια. Για τους ίδιους λόγους απορρίπτεται και ο λόγος Η της ένστασης. Αναφορικά με τον λόγο Ε το γεγονός ότι ο εναγόμενος έχει ανταπαίτηση σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να επενεργήσει ως λόγος που συνηγορεί του ότι δεν είναι δίκαιο και εύλογο να συνεχιστεί η ισχύς του υπό εξέταση διατάγματος. Οι λόγοι ΣΤ και Ζ αφορούν τη θέση των εναγομένων ότι η σχέση με τον ενάγοντα διέπεται από την σύμβαση μίσθωσης που έγινε τον Ιανουάριο του 2004 όμως η βάση της αγωγής είναι η παράνομη επέμβαση που έχει γίνει από τους εναγομένους στην ακίνητη περιουσία του ενάγοντα και συνεπώς θεωρώ ότι σε αυτό το στάδιο δεν θα πρέπει να εξεταστεί η ισχύς της αναφερθείσας συμφωνίας. Ο λόγος Θ επίσης δεν εφαρμόζεται ενώ οι λόγοι Ι και Κ καταρρίπτονται από τη θέση του ενάγοντα ότι είναι ο ιδιοκτήτης της ακίνητης περιουσίας και ότι οι ενέργειες των εναγομένων που κατά την εισήγηση τους αποτελούν παράνομη επέμβαση έχουν προκαλέσει μόνιμη ζημιά στην περιουσία του. Η εισήγηση των εναγομένων ότι ο ενάγοντας έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο δεν με βρίσκει σύμφωνη αφού ο ίδιος έχει επισυνάψει στην ένορκη του δήλωση αντίγραφο της ισχυριζόμενης συμφωνίας ενοικίασης. Διερωτούμαι ποια μπορεί να είναι τα γεγονότα τα οποία ο ενόρκως δηλών έχει αποκρύψει από το Δικαστήριο και τα οποία θα μπορούσαν να επιδράσουν στην άσκηση της Διακριτικής Ευχέρειας του Δικαστηρίου για την χορήγηση του αιτούμενου διατάγματος όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598. Συνεπώς κρίνω ότι δεν έχει παραλείψει ο ενάγοντας να παρουσιάσει ουσιαστικά στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου. Με βάση όλα τα ως άνω βρίσκω ότι είναι εύλογο και δίκαιο κάτω από τις περιστάσεις όπως το εκδοθέν διάταγμα ημερ. 27.07.04 παραμείνει σε ισχύ. Η αίτηση του Ενάγοντα επιτυγχάνει και το προσωρινό διάταγμα γίνεται απόλυτο. Οι Εναγόμενοι καταδικάζονται στα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα πληρωθούν στο τέλος της δίκης αφού δεν βλέπω τον λόγο απόκλισης από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. (Υπ.) ............................................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο