Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ανδρέας Λεωνίδου κ.α., Αρ.αγωγής 2729/03, 26 Ιανουαρίου, 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A9 7ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Αρ.αγωγής 2729/03 Ενώπιον: Α.Πασχαλίδη, Π.Ε.Δ. Μεταξύ: Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. εκ Λευκωσίας Εναγόντων Και
- Ανδρέας Λεωνίδου, εκ Λάρνακας
- Κυριακή Λιασή Λεωνίδου, εκ Λάρνακας
- Στέφανος Χαϊλής, εκ Λάρνακας
- Ανδρέας Πέτρου, εκ Λάρνακας
- Αντώνης Χάτζιαρος, εκ Ξυλοτύμπου Εναγομένων. Ημερ.: 26 Ιανουαρίου,
- Αίτηση υπό εναγομένου αρ. 4 ημερ. 25.10.04 για παραμερισμό απόφασης Αίτηση υπό εναγομένου αρ.5 ημερ. 25.10.04 για παραμερισμό απόφασης Για τους αιτητές - εναγόμενους: κ.Α.Παπαντωνίου. Για τους καθ΄ ων η αίτηση - ενάγοντες: κ.Α.Ζαχαρίου. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι οι δύο πιο πάνω αιτήσεις, με τις οποίες επιδιώκεται ο παραμερισμός των αποφάσεων που εκδόθηκαν εναντίον των εναγομένων 4 και 5 - αιτητών, γιατί παρέλειψαν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Με τη σύμφωνη γνώμη των εμπλεκομένων πλευρών, οι δύο αιτήσεις συνεκδικάσθηκαν. Και οι δύο αιτήσεις εδράζονται επί των προνοιών του κ.10 της Δ.17 και συνοδεύονται από ένορκη δήλωση του εναγόμενου - αιτητή στην κάθε αίτηση, όπως και με αριθμό εγγράφων τα οποία επισυνάπτονται σαν τεκμήρια. Συνοψίζω το περιεχόμενο των αντίστοιχων ενόρκων δηλώσεων, το οποίο να σημειωθεί, είναι ουσιαστικά πανομοιότυπο. Μεταξύ εναγόντων και εναγομένων εκκρεμεί αριθμός αγωγών, στις οποίες οι αιτητές όχι μόνο καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης αλλά και έμπρακτα εκδήλωσαν την πρόθεση τους να υπερασπισθούν, καταχωρώντας υπεράσπιση και ανταπαίτηση στην καθεμιά από αυτές ξεχωριστά. Η υπεράσπιση τους σε όλες τις αγωγές που έχουν εγερθεί εναντίον τους από τους ενάγοντες, περιλαμβανομένης και της παρούσας αγωγής, είναι, όπως ισχυρίζονται, "πανομοιότυπη". Και οι δύο αιτητές ισχυρίζονται ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς, επί της οποίας εδράζεται η απαίτηση των εναγόντων είναι «άκυρη, εικονική και παράνομη» και προϊόν «παρότρυνσης και επινόησης των εναγόντων με σκοπό την καταστρατήγηση της νομοθεσίας περί Χρηματιστηρίου και των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας, στις οποίες όφειλε να συμμορφωθεί η ενάγουσα». Σχετικά με τις λεπτομέρειες και γενικά με την ουσία της υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους, οι δύο αιτητές, παραπέμπουν στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση που έχουν καταχωρήσει στην αγωγή 1672/04, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην αίτηση τους σαν Τεκμ.1 και της οποίας το περιεχόμενο, υπενθυμίζω, είναι, όπως ισχυρίζονται, πανομοιότυπο με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση που έχουν καταχωρήσεις στις υπόλοιπες αγωγές. Και οι δύο αιτητές αποδίδουν την παράλειψη τους να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης σε «παραδρομή και/ή λάθος», που, όπως ισχυρίζονται, δημιουργήθηκε λόγω της σύγχυσης η οποία επικρατούσε κατά το χρόνο της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, και η οποία ήταν το προϊόν της επίδοσης στους αιτητές, «δεκάδων κλήσεων και κατηγορητηρίων», υπό την ιδιότητα τους σαν διευθύνοντες σύμβουλοι δημόσιας εταιρείας. Είναι επίσης η θέση των δύο αιτητών ότι σαν αποτέλεσμα της εν λόγω ισχυριζόμενης κατάστασης πραγμάτων, το κλητήριο ένταλμα «παρέπεσε και/ή διέλαθε της προσοχής τους και/ή απωλέσθη», με αποτέλεσμα να μην καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης. Για τεκμηρίωση των εν λόγω θέσεων τους οι αιτητές επικαλούνται «τη συνέπεια» που, όπως ισχυρίζονται, χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά που έχουν επιδείξει στις άλλες ποινικές και πολιτικές υποθέσεις που αντιμετωπίζουν. Τέλος, οι δύο αιτητές, παραπέμποντας στο Τεκμ.1, υποστηρίζουν ότι έχουν «πολύ καλή βάση υπεράσπισης και ανταπαίτησης στην παρούσα υπόθεση» και ζητούν ο κάθε ένας ξεχωριστά τον παραμερισμό της απόφασης που έχει εκδοθεί εναντίον του. Και οι δύο αιτήσεις αντιμετώπισαν την ένσταση των εναγόντων, οι οποίοι ισχυρίζονται βασικά ότι αυτές είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμες, έχουν υποβληθεί καθυστερημένα, είναι παράτυπες και αντικανονικές και τέλος γιατί οι αιτητές «δεν έχουν καλή ή οποιαδήποτε υπεράσπιση». Στην ένορκη δήλωση του, η οποία συνοδεύει την κάθε ένσταση, ο υπάλληλος των καθ΄ ων η αίτηση, Ευάγγελος Μεστιτζής, απορρίπτει τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των αιτητών. Σημειώνεται ότι περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων είναι ουσιαστικά το ίδιο. Ειδικότερα, ο ενόρκως δηλών για λογαριασμό των καθ΄ ων η αίτηση, απορρίπτει τη θέση των αιτητών σύμφωνα με την οποία οι τελευταίοι έχουν καλή και βάσιμη υπεράσπιση και υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί τους περί εικονικότητας των επίδικων συμφωνιών και δόλου χαρακτηρίζονται από γενικότητα, ασάφεια και αοριστία. Τέλος, ο ενόρκως δηλών για λογαριασμό των καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζεται ότι τρεις περίπου μήνες πριν την καταχώρηση των υπό επιδίκαση δύο αιτήσεων, είχε επιδοθεί στους αιτητές πτωχευτική ειδοποίηση, η οποία αφορούσε τις αποφάσεις των οποίων επιδιώκεται ο παραμερισμός, και οι αιτητές όχι μόνο καθυστέρησαν να επιδιώξουν τον παραμερισμό των αποφάσεων αλλά και δεν έχουν δικαιολογήσει την εν λόγω καθυστέρηση. Και οι δύο συνήγοροι στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, προώθησαν και ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των πελατών τους, όπως αυτές προκύπτουν από τις αιτήσεις και τις ενστάσεις, αντίστοιχα. Στα επιχειρήματα των δύο συνηγόρων θα αναφερθώ σε κατοπινό στάδιο. Σ΄ αυτό το στάδιο θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό δικαστικής απόφασης. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα παραμερισμού απόφασης έχουν απασχολήσει τα Κυπριακά Δικαστήρια κατ΄ επανάληψη, έχουν δε διατυπωθεί σε σειρά υποθέσεων, από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι ότι κατά την εξέταση τέτοιας αίτησης, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδιώξει την εξισορρόπηση δύο θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και από την άλλη της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής εργασίας. Το πρωταρχικό κριτήριο, είναι η αποκάλυψη από μέρους του αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ταυτόχρονα, όμως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του αιτητή και μπορεί, αν η συμπεριφορά του είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. ΄Οπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση για τη δικαστική διαδικασία και για τα δικαιώματα του αντιπάλου του, το Δικαστήριο, έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. (Για μια ενδιαφέρουσα πάνω στο θέμα συζήτηση παραπέμπω επίσης στις υποθέσεις Φυλακτού ν. Μιχαήλ [1987] 1 C.L.R. σελ. 204, Kotsapas & Sons Ltd. ν. Titan Construction [1961] 1 C.L.R. 317, Πανίκος Νεάρχου ν. Γεώργιος Συμεού Χαραλάμπους [1991] 1 Α.Α.Δ. 954, Mine & Quarry Services Ltd. ν. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου) [1963] 1 A.A.D. 26, Milouca Motor Trading Ltd. ν. Χρύσανθου Κουρτή [1997] 1(Β) Α.Α.Δ. 941, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάππυ Στρητς Ντίσκο Λτδ [1997] 1(Α) Α.Α.Δ. 28, Merkis Gen. Bonded Wareh. v. Yiannoukas Ltd. [1994] 1 A.A.Δ. σελ. 736, Γεώργιου Φ. Γιωργαλλίδη ν. Ταπελλογραφεία Κώστα Παύλου
(2000)1(Β) σελ. 1101, Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. Ν. Τάσου Γ. Μαλιτζή Π.Ε. 11766 ημερ. 30.9.2004, Evans v. Bartlam [1937] 2 Αll E.R. 646). ´Εχοντας συνοψίσει τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα ακύρωσης ή παραμερισμού δικαστικής απόφασης, στρέφομαι στα επιχειρήματα των δύο πλευρών. ΄Ένα από τα βασικότερα, αν όχι το βασικότερο επιχείρημα του κ.Ζαχαρίου, είναι ότι οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις αιτήσεις, είναι γενικόλογες και συνεπώς η βασική θέση των αιτητών ότι έχουν καλή υπεράσπιση, παραμένει ουσιαστικά ατεκμηρίωτη. Συγκεκριμένα ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση υποστήριξε ότι οι ισχυρισμοί των αιτητών για ακυρότητα, το παράνομο και για εικονικότητα της επίδικης συμφωνίας όπως και δόλο από πλευράς των καθ΄ ων η αίτηση προβάλλονται κατά τρόπο γενικό, ασαφή και αόριστο, χωρίς να παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία για τεκμηρίωση τους. Σε απάντηση, ο κ.Παπαντωνίου, επικαλείται το γεγονός ότι οι δυο αιτητές στην ένορκη δήλωση τους, παραπέμπουν για σκοπούς τεκμηρίωσης των επί τω προκειμένω θέσεων τους στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση που έχουν καταχωρήσει στην αγωγή 1672/04, της οποίας αντίγραφο επισυνάπτουν στην ένορκη δήλωση τους σαν τεκμήριο και η οποία, όπως ισχυρίζονται, είναι πανομοιότυπη, με την υπεράσπιση τους στην παρούσα αγωγή. Ενόψει των πιο πάνω αντίθετων θέσεων, καθίσταται φανερό ότι το ζητούμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι το κατά πόσο η παραπομπή ενόρκως στο περιεχόμενο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης στην αγωγή 1672/04, έστω και με διευκρίνιση ότι η υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή είναι πανομοιότυπη με την υπεράσπιση σ΄ εκείνη την αγωγή, ή ακόμα και η ένορκη υιοθέτηση του εν λόγω δικογράφου καθιστά το περιεχόμενο εκείνου του δικογράφου μαρτυρία για τους σκοπούς του κ.10 της Δ.17. Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη η υιοθέτηση ενόρκως του περιεχομένου της αίτησης ή δικογραφήματος δεν καθιστά τούτο μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δρουσιώτη κ.α. [1995] 1 Α.Α.Δ. 877, Interpertementel Concern "urelme from" v. Besumo Ltd. Π.Ε. 11524 ημερ. 24.2.04 και Γιώργος Καϊμης ν. Euroinvestment and Finance Ltd. Π.Ε. 11695 ημερ 30.11.04). Στην τελευταία, μάλιστα, από τις εν λόγω τρεις υποθέσεις, ο Δικαστής Κραμβής αναφερόμενος στη συγκεκριμένη προσέγγιση της νομολογίας την χαρακτηρίζει «αυστηρή», ταυτόχρονα όμως επισημαίνει την απουσία διεξόδου απόκλισης από αυτή. Το γεγονός ότι, σε αντίθεση με την παρούσα περίπτωση, στην μεν υπόθεση Μιχαηλίδη [ανωτ.] το περιεχόμενο που υιοθετήθηκε ήταν αυτό της κύριας αίτησης και η επίμαχη υιοθέτηση έγινε ενόρκως από το εδώλιο του μάρτυρα στα πλαίσια εκδίκασης της ουσίας των διαφορών των διαδίκων, στις δε υποθέσεις Interpertemental και Καϊμη (ανωτ.) το περιεχόμενο που υιοθετήθηκε ήταν στην μεν πρώτη αυτό της έκθεσης απαίτησης και η σχετική υιοθέτηση έγινε στα πλαίσια ένορκης δήλωσης που συνόδευε αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος στη δε δεύτερη αυτό της υπεράσπισης και ανταπαίτησης που καταχωρήθηκε από τον εναγόμενο εκπρόθεσμα και χωρίς άδεια του Δικαστηρίου και η σχετική υιοθέτηση έγινε στα πλαίσια ένορκης δήλωσης που συνόδευε την ένσταση του εναγομένου, σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, δεν δικαιολογεί στην παρούσα περίπτωση διαφοροποίηση του πιο πάνω τρόπου προσέγγισης στο ζήτημα που εγείρεται. Και στις τρεις πιο πάνω υποθέσεις όπως και στην παρούσα, το ζητούμενο είναι, όπως έχω ήδη επισημάνει, το ίδιο. Επίσης, το γεγονός ότι σε αντίθεση με τις πιο πάνω τρεις υποθέσεις, στην προκειμένη περίπτωση, οι αιτητές παραπέμπουν και/ή υιοθετούν το περιεχόμενο δικογράφου ξένου προς την παρούσα αγωγή, και πάλι δεν δικαιολογεί κατά τη γνώμη μου διαφοροποίηση στον τρόπο προσέγγισης του ζητήματος που εγείρεται. Στην πραγματικότητα, το εν λόγω γεγονός ουδόλως, κατά τη γνώμη μου, βοηθά την υπόθεση των αιτητών. Όταν η υιοθέτηση ενόρκως, έκθεσης απαίτησης ή άλλου δικογράφου που καταχωρήθηκε σε αγωγή στα πλαίσια της οποίας το δικόγραφο υιοθετήθηκε, δεν μπορεί να το καταστήσει μαρτυρία, τότε πώς μπορεί να αναμένεται ότι η ένορκη υιοθέτηση ενός δικογράφου που καταχωρήθηκε σε άλλη αγωγή, να το καθιστά μαρτυρία στην αγωγή στα πλαίσια της οποίας υιοθετήθηκε; Ενόψει των πιο πάνω βρίσκω ότι οι αιτητές απέτυχαν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση και συνεπώς οι αιτήσεις αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας δεν μπορούν να πετύχουν. Aνεξάρτητα, όμως, με τα πιο πάνω, θα απέρριπτα τις δύο αιτήσεις και για τον εξής λόγο. Ενώ στην ένορκη δήλωση των αιτητών επισυνάπτεται αντίγραφο του δικογράφου, το περιεχόμενο του οποίου υιοθετείται και το οποίο υπενθυμίζω είναι η υπεράσπιση και ανταπαίτηση που έχει καταχωρηθεί στην αγωγή 1672/04, δεν γίνεται το ίδιο και με την έκθεση απαίτησης στην εν λόγω αγωγή, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να διαπιστωθεί με ασφάλεια κατά πόσο το περιεχόμενο του εν λόγω δικογράφου, το οποίο ενδεχομένως να συνιστά καλή υπεράσπιση στα πλαίσια της αγωγής στην οποία καταχωρήθηκε, συνιστά καλή υπεράσπιση και στην παρούσα αγωγή. Σαν αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω και οι δύο αιτήσεις απορρίπτονται με έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή υπέρ των εναγόντων καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων - αιτητών. Α.Πασχαλίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο