← Κύπρος

Τράπεζας Κύπρου Λτδ. ν. Ανδρέα Πιερή κ.α., Αρ. Αγωγής 3613/2003, 26 Ιανουαρίου 2005

Τράπεζας Κύπρου Λτδ. ν. Ανδρέα Πιερή κ.α., Αρ. Αγωγής 3613/2003, 26 Ιανουαρίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A10 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Πασχαλίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3613/2003 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Λτδ., εκ Λευκωσίας Εναγόντων - και - 1. Ανδρέα Πιερή, εξ Αραδίππου 2. Αλεξάνδρα Α. Πιερή, εξ Αραδίππου Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διαταγής Δικαστηρίου ημερ. 12.11.04 Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ., εκ Λευκωσίας Εναγόντων - και - 3. Ανδρέα Πιερή, εξ Αραδίππου 4. Αλεξάνδρα Α. Πιερή, εξ Αραδίππου Εναγομένων Ημερ..: 26 Ιανουαρίου 2005. Για τους ενάγοντες: κ. Α. Κλεάνθους Για τους εναγόμενους: κ. Α. Μαθηκολώνης Α Π Ο Φ Α Σ Η Αρχικά η αξίωση των εναγόντων, πρόκειται για εμπορική τράπεζα, στρεφόταν εναντίον και των δύο εναγομένων, οι οποίοι να σημειωθεί, είναι ανδρόγυνο. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης, όμως, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων, διέκοψε άνευ βλάβης των δικαιωμάτων τους, την αγωγή εναντίον της εναγομένης 2, με αποτέλεσμα η αξίωση τους να προωθηθεί εναντίον του εναγόμενου 1 (ο εναγόμενος), μόνο. Η αξίωση των εναγόντων, όπως αυτή προκύπτει μέσα από την ειδικά οπισθογραφημένη στο κλητήριο ένταλμα, έκθεση απαίτησης, είναι για Λ.Κ.78.811.60 ποσό το οποίο οφείλεται από τον εναγόμενο "δυνάμει γραπτής συμφωνίας για πιστώσεις και/ή δυνάμει τρεχούμενου λογαριασμού και/ή δυνάμει δανείου.." πλέον τόκος προς 10% ετησίως επί του ποσού των £58.025.35 από 11.8.03 μέχρι εξόφλησης. Επιπρόσθετα, οι ενάγοντες ζητούν διάταγμα εκποίησης της υποθήκης Υ402/95 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, την οποία ο εναγόμενος ενέγραψε προς όφελος τους στις 8.2.95 και της οποίας αντικείμενο είναι συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία του εναγόμενου. Στην υπεράσπιση του ο εναγόμενος προβάλλει αριθμό θέσεων. Τις συνοψίζω. Ο εναγόμενος αρνείται ότι συνήψε το ισχυριζόμενο ή άλλο δάνειο από τους ενάγοντες και ισχυρίζεται ότι εκείινο που συμφωνήθηκε ήταν "η ανανέωση και/ή συνέχιση προηγούμενων οφειλών και/ή δανείων του και/ή η αναδιαμόρφωση του τρόπου πληρωμής τους". Διαζευτικά ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι στο αξιούμενο από τους ενάγοντες σαν οφειλόμενο ποσό περιλαμβάνονται παράνομες χρεώσεις, όπως κεφαλαιοποιηθέντες τόκοι. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται επίσης ότι οι ενάγοντες ουδέποτε τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία και απορρίπτουν σαν παράνομο και/ή καταχρηστικό και/ή ανεφάρμοστο το ισχυριζόμενο συμβατικό δικαίωμα των εναγόντων για τερματισμό της συμφωνίας χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση. Τέλος, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η επίδικη υποθήκη είναι άκυρη και παράνομη και συνεπώς ανεφάρμοστη γιατί καταρτίσθηκε κατά παράβαση του Νόμου 9/65 και ανταπαιτητικά αξιώνει σχετική δήλωση του Δικαστηρίου. Οι πιο πάνω θέσεις του εναγομένου απορρίπτονται από τους ενάγοντες. Σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόντων, όπως αυτή προκύπτει μέσα από τη μαρτυρία των υπαλλήλων τους Μάκη Μπύρου (Μ.Ε.1), Μαρίας Καρολίδου (Μ.Ε.2) και Ανδρέα Γιώρκα (Μ.Ε.3), είναι συνοπτικά η εξής. Σαν αποτέλεσμα αίτησης του εναγόμενου, η οποία εγκρίθηκε από τους ενάγοντες, (Τεκμ.2), οι τελευταίοι χορήγησαν στον εναγόμενο δάνειο ύψους £60.000.00. Για το σκοπό αυτό υπεγράφη στις 9.2.1995 η επίδικη συμφωνία (Τεκμ.1), και ανοίχθηκε στο όνομα του εναγόμενου λογαριασμός, ο οποίος αρχικά έφερε τον αριθμό 0553-13-004650 και σε μεταγενέστερο στάδιο τον αριθμό 0554-22-019942. Ολόκληρο το ποσό του δανείου καταβλήθηκε στον εναγόμενο την ίδια μέρα, ο οποίος και υπέγραψε σχετική απόδειξη ανάληψης δανείου (Τεκμ.3). Με σκοπό την εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου, ο εναγόμενος, στις 8.2.1995 ενέγραψε προς όφελος των εναγόντων, στο Επαρχιακό Κτηματολογιο Λάρνακας, την υποθήκη Υ402/95 (Τεκμ.5), ύψους £45.000.00, αντικείμενο της οποίας είναι συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία του εναγόμενου. Πλήρης περιγραφή της εν λόγω περιουσίας παρέχεται στο έγγραφο "Σύμβαση και Δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου". Οι ενάγοντες επικαλούμενοι παράβαση από πλευράς εναγομένου, των όρων αποπληρωμής του πιο πάνω δανείου, με επιστολή τους, ημερ. 29.10.2002, (Τεκμ.5Α), τερμάτισαν τη λειτουργία του πιο πάνω λογαριασμού και κήρυξαν το υπόλοιπο του δανείου, που σύμφωνα με τους ίδιους εκκρεμούσε κατά την εν λόγω ημερομηνία σε βάρος του εναγόμενου, απαιτητό, κάλεσαν δε τον εναγόμενο όπως εντός 15 ημερών εξοφλήσει ολόκληρο το υπόλοιπο περιλαμβανομένων και των τόκων, πλην, όμως, ο εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε με αποτέλεσμα να εγερθεί η παρούσα αγωγή. Της επιστολής, Τεκμ.5 Α, προηγήθηκε η επιστολή των εναγόντων, Τεκμ.7, ημερ. 4.10.2002, με την οποία οι ενάγοντες κοινοποιούν στον εναγόμενο την πρόθεση τους να ενεργήσουν με τον τρόπο που μόλις έχω περιγράψει, εκτός και αν ο τελευταίος διευθετούσε στο μεταξύ τις καθυστερημένες δόσεις του. Με την επιστολή τους Τεκμ.7 οι ενάγοντες, επικαλούμενοι την επίδικη συμφωνία, πληροφορούν παράλληλα τον εναγόμενο, ότι το επιτόκιο με βάση το οποίο θα υπολογίζονται οι τόκοι με τους οποίους θα βαρύνεται το δάνειο, αυξάνεται σε 11%. Το υπόλοιπο, το οποίο εκκρεμούσε στις 11.8.2003 σε βάρος του εναγόμενου, ανήρχετο σε £78.811.60, ποσό το οποίο αξιώνεται με την παρούσα αγωγή, πλέον 10% τόκοι επί ποσού £58.025.35 από της εν λόγω ημερομηνίας μέχρι εξόφλησης. Καταστάσεις αναφορικά με την κίνηση του επίδικου δανείου, από τις 9.2.1995, ημερομηνία χορήγησης του, μέχρι 12.11.04, καταχωρήθηκαν σαν Τεκμ.6. Ο εναγόμενος δεν κατέβαλε μέχρι σήμερα οποιοδήποτε ποσό έναντι της εν λόγω οφειλής του. Ο εναγόμενος επέλεξε, όπως εξάλλου ήταν δικαίωμα του, να μην καταθέσει ούτε και να καλέσει μάρτυρες. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα που ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου προώθησε και ανέπτυξε στα πλαίσια της αγόρευσης του, περιστρέφονται βασικά γύρω από τους πιο κάτω τρεις άξονες. (α)(
  2. i)Οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση προτού προσφύγουν στο Δικαστήριο, να τερματίσουν την επίδικη συμφωνία και να απαιτήσουν πληρωμή του ισχυριζόμενου σαν οφειλόμενου υπολοίπου. Οι ενάγοντες ούτε το ένα ούτε το άλλο έχουν, σύμφωνα με τον κ. Μαθηκολώνη, κάμει, η δε επί του προκειμένου μαρτυρία τους θα πρέπει να απορριφθεί σαν αντιφατική. Εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω πτυχή της μαρτυρίας των εναγόντων, έστω και αν γίνει αποδεκτή, συνιστά, σύμφωνα πάντα με τον ευπαίδευτο συνήγορο της υπεράσπισης, ανασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων. (
  3. ii)Αναφορικά με τον όρο

(3)της επίδικης συμφωνίας, σύμφωνα με τον οποίο οι ενάγοντες έχουν το δικαίωμα να τερματίσουν, χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς τον εναγόμενο, τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και να απαιτήσουν το οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο, ο ευπαίδευτος συνήγορος της υπεράσπισης, υπέβαλε ότι οι πρόνοιες του εν λόγω όρου είναι, ενόψει του Νόμου 93
(1)/96, καταχρηστικές και συνεπώς ανεφάρμοστες και εισηγήθηκε στο Δικαστήριο την απόρριψη τους. (β) Η επίδικη υποθήκη είναι παράνομη γιατί δεν έχει καταρτισθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 21 του Νόμου 9/65 και ιδιαίτερα αυτές της παραγράφου (γ) του εν λόγω άρθρου και/ή δεν συνάδει με τις εν λόγω πρόνοιες και συνεπώς είναι άκυρη. (γ) Από τη στιγμή που η επίδικη συμφωνία έχει τερματισθεί, οι όροι της παύουν να ισχύουν και συνεπώς οι μόνοι τόκοι στους οποίους οι ενάγοντες ενδεχομένως να δικαιούνται, είναι νόμιμος τόκος. Τις αντίθετες απόψεις υπεστήριξε ο κ. Κλεάνθους. Η επιλογή του εναγόμενου να μην καταθέσει ούτε και να καλέσει μάρτυρες, δεν απαλλάσσει τους ενάγοντες από την υποχρέωση που έχουν να αποδείξουν την υπόθεση τους, στο βαθμό και την έκταση βέβαια που αυτό απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ως εκ τούτου παρίσταται ανάγκη αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας. ΄Εχω εξετάσει τη μαρτυρία με προσοχή και έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες των εναγόντων ενώ κατέθεταν. Η θέση της υπεράσπισης, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω μαρτυρία είναι αντιφατική και σαν τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Και οι τρείς μάρτυρες των εναγόντων μου έκαμαν πολύ καλή εντύπωση, η δε μαρτυρία τους δεν έχει κλονισθεί κατά την αντεξέταση. Ως εκ τούτου δέχομαι τη μαρτυρία τους. ΄Εχω ήδη αναφερθεί στις βασικές πτυχές της εν λόγω μαρτυρίας πιο πάνω, (βλ. σελ. 3 και 4 της απόφασης μου). Για όλα τα εν λόγω γεγονότα κάμνω ανάλογα ευρήματα. Περαιτέρω βρίσκω και τα πιο κάτω. Οι καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμ.6) ετοιμάστηκαν από τον Μ.Ε.1 πρόσφατα, με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή και σε αυτές, μεταξύ άλλων, εμφαίνεται το εκάστοτε υπόλοιπο του δανείου, οι τόκοι, χωρίς οποιοδήποτε ανατοκισμό, με τους οποίους έχει κατά τη σχετική περίοδο χρεωθεί το επίδικο δάνειο, το ποσοστό του εκάστοτε επιτοκίου με βάση το οποίο έχουν υπολογισθεί οι τόκοι και τα ποσά που κατά καιρούς έχουν καταβληθεί έναντι του εν λόγω δανείου. Τα σχετικά στοιχεία τηρούντο σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, από τον οποίο και λήφθηκαν από τον Μ.Ε.1, για σκοπούς ετοιμασίας των εν λόγω καταστάσεων, αφού ο εν λόγω μάρτυρας έκαμε προηγουμένως χρήση ειδικού κωδικού έτσι ώστε να αποκλεισθεί η περίπτωση ανατοκισμού. Καταστάσεις λογαριασμού με τα αντιστοιχούντα για την περίοδο, που η εκάστοτε κατάσταση κάλυπτε, στοιχεία λειτουργίας του λογαριασμού, αποστέλλοντο και στον εναγόμενο ανά εξάμηνο, καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού. Κατά την 11.8.2003, ο λογαριασμός του επίδικου δανείου παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του εναγομένου, £86.209.
  1. Η επιστολή τερματισμού του επίδικου λογαριασμού, Τεκμ. 5 Α, δακτυλογραφήθηκε από τη Μ.Ε.2, υπάλληλο τότε στο κατάστημα των εναγόντων στο οποίο τηρείτο ο επίδικος λογαριασμός. Αφού υπεγράφη τόσο από τη Μ..Ε.2 όσο και από τον Μ.Ε.3, τότε διευθυντή του εν λόγω καταστήματος, η επιστολή παραδόθηκε από τη Μ.Ε.2 στον αρμόδιο κλητήρα του καταστήματος με σκοπό την ταχυδρόμηση της προς τον εναγόμεο. Μετά πάροδο λίγων ημερών, ο εναγόμενος, έχοντας μαζί του επιστολή των εναγόντων, μετέβη στο συγκεκριμένο κατάστημα όπου και συναντήθηκε με τον Μ.Ε.3 με τον οποίο είχε σχετική με το λογαριασμό του συνομιλία. Προτού στραφώ στις θέσεις της υπεράσπισης θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω τα εξής. Με την αίτηση του, Τεκμ.2, ο εναγόμενος είχε προτείνει στους ενάγοντες αποπληρωμή του δανείου με μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.250.00 η καθεμιά. Είναι η διαπίστωση μου ότι οι ενάγοντες, παρά το γεγονός ότι με ρητή αναφορά τους στο Τεκμ.2 είχαν καταστήσει σαφές ότι δεν δεσμεύονται από το περιεχόμενο του Τεκμ.2 και ότι οι σχέσεις τους με τον εναγόμενο θα διέπονται μόνο από τους όρους των σχετικών συμβολαίων που θα υπογραφούν, σεβάστηκαν την πρόταση του εναγομένου για αποπληρωμή του επίδικου δανείου με μηνιαίες δόσεις έστω και αν ο εν λόγω όρος δεν συμπεριελήφθη στους όρους της επίδικης συμφωνίας και δεν προχώρησαν σε τερματισμό της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού παρά μόνο μετά και αφού ο εναγόμενος, κατά παράβαση της πιο πάνω πρότασης του καθυστερούσε την καταβολή μεγάλου αριθμού δόσεων, συνολικού ύψους Λ.Κ.16.972.00 (βλ. Τεκμ.7). ΄Ηταν η θέση του κ. Μαθηκολώνη ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.3 αναφορικά με την επιστολή που ο εναγόμενος φέρεται από τον εν λόγω μάρτυρα να μετέφερε κατά την επίσκεψη του στο κατάστημα, είναι γενική, αόριστη και ασαφής και συνεπώς ακατάλληλη για να χρησιμοποιηθεί σαν υπόβαθρο για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων ή ευρημάτων. Η εν λόγω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η συγκεκριμένη πτυχή της μαρτυρίας του Μ.Ε.3 και για να είμαι πιο σαφής το σύνολο της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, κάθε άλλο παρά από αοριστία, ασάφεια και γενικότητα, χαρακτηρίζεται. Ειδικά επί του συγκεκριμένου επίδικου θέματος, ο Μ.Ε.3 και σαφής ήταν και κατηγορηματικός όταν κατέθετε ότι η επιστολή, την οποία ο εναγόμενος έφερε μαζί του κατά τη συγκεκριμένη επίσκεψη του στο κατάστημα και την οποία ο εναγόμενος του υπέδειξε, ήταν η επιστολή τερματισμού της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, Τεκμ. 5 Α. Ως εκ τούτου βρίσκω ότι, όταν ο εναγόμενος επισκέφθηκε τον Μ.Ε.3 στο γραφείο του, λίγες μέρες μετά την υπογραφή του Τεκμ. 5 Α από τους Μ.Ε.2 και 3, είχε μαζί του και την επιστολή τερματισμού της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, Τεκμ. 5 Α, την οποία μάλιστα υπέδειξε στον Μ.Ε.
  2. Κατά συνέπεια βρίσκω ότι ο τερματισμός λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού από τους ενάγοντες όπως και η απαίτηση τους για εξόφληση του εκκρεμούντος σε βάρος του εναγόμενου υπολοίπου, κοινοποιήθηκε από τους ενάγοντες στον εναγόμενο, πριν την έγερση της παρούσας αγωγής. Παρά το γεγονός ότι το πιο πάνω εύρημα μου σφραγίζει ουσιαστικά τη μοίρα της υπό στοιχείο (α) πιο πάνω θέσης, του κ. Μαθηκολώνη, στο σύνολο της, καθιστώντας έτσι την περαιτέρω συζήτηση επί της εν λόγω θέσης ακαδημαϊκή, θα προχωρήσω, και αυτό για να καταστεί δυνατή η κατά τρόπο σφαιρικό και ολοκληρωμένο συζήτηση της συγκεκριμένης θέσης, να εξετάσω και το δεύτερο σκέλος της. ΄Ηταν η θέση του κ. Μαθηκολώνη ότι οι πρόνοιες του όρου
(3)της επίδικης συμφωνίας αντιβάινουν τις πρόνοιες του Ν.93
(1)/96 και συνεπώς θα πρέπει να απορριφθούν σαν καταχρηστικές. Παραθέτω αυτούσιες τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου «3. Η τράπεζα δικαιούται όποτε θέλει και χωρίς προειδοποίηση προς τον πελάτη, να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητή οποιαδήποτε διευκόλυνση που παραχωρήθηκε ή που θα παραχωρηθεί στον πελάτη και να ζητήσει από τον πελάτη να πληρώσει αμέσως όλα τα ποσά, τα οποία ο πελάτης οφείλει στην τράπεζα συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες.» ΄Εχω διεξέλθει τις πρόνοιες του συγκεκριμένου νόμου προσεκτικά και παρατηρώ τα εξής. Οι πρόνοιες του εν λόγω νόμου δεν τυγχάνουν εφαρμογής αναφορικά με συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του, η οποία είναι η 1.7.1997 (βλ. άρθρο 10 του Νόμου). Η επίδικη συμφωνία έχει καταρτισθεί στις 9.2.1995, δηλαδή πριν την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Νόμου. Κατά συνέπεια, οι πρόνοιες του εν λόγω νομοθετήματος δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει λόγος να ασχοληθώ με την ουσία της συγκεκριμένης πτυχής της υπό στοιχείο (α) θέσης του κ. Μαθηκολώνη. ΄Ομως θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω ότι, με βάση τις πρόνοιες του όρου 3 της επίδικης συμφωνίας προϋπόθεση για την ανάκτηση του ισχυριζόμενου σαν οφειλόμενου χρέους, συνιστά ο τερματισμός λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, όχι όμως και η υποχρέωση ειδοποίησης προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση αναφορικά με την ερμηνεία των προνοιών του όρου 3, παραπέμπω στην απόφαση του τότε Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πική, στην υπόθεση Lombard Nat West Ltd. v. Λαζαρίδη [1999] 1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1465, στην οποία, όμως, να σημειωθεί η σχετική συζήτηση έγινε σε συνάρτηση με το αγώγιμο δικαίωμα της τράπεζας εναντίον του εγγυητή και τα σχετικά δικαιώματα του τελευταίου. Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η εν λόγω προϋπόθεση έχει πλήρως ικανοποιηθεί. Σαν αποτέλεσμα η υπό στοιχείο (α) θέση του κ. Μαθηκολώνη απορρίπτεται. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω την υπό στοιχείο (β) θέση της υπεράσπισης, κεντρικό άξονα της οποίας συνιστούν ουσιαστικά οι πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ) του Νόμου 9/65, τις οποίες και παραθέτω αυτούσιες πιο κάτω: «21
(1)Αι έγγραφοι δηλώσεις αίτινες προσάγονται τω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω υπό του ενυποθήκου οφειλέτου και του ενυποθήκου δανειστού διαλαμβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: (α) .................... (β) .................... (γ) Εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύμβασιν υποθήκης χαρτοσεσημασμένην συμφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινάν ημερομηνίαν, καθορισμένην ή δυναμένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστήν χρηματικόν τί ποσόν καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή δι΄ αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και ομού μετά των εξόδων των διενεργουμένων εν περιπτώσει λήψεως νομίμων μέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου. Νοείται ότι οσάκις συνιστάται υποθήκη προς εξασφάλισιν μελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως περιλαμβανομένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηματικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή αφορώσης εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασμού, δέον όπως τυγχάνει καθορισμού το μέγιστον ποσόν της πιθανής υποχρεώσεως όπερ και θα λογίζηται ως το ποσόν προς εξασφάλισιν ούτινος συνιστάται η εν λόγω υποθήκη». ΄Εχω διεξέλθει με προσοχή την έγγραφη δήλωση υποθήκευσης του επίδικου ακινήτου, όπως και το «έγγραφο υποθήκης», του οποίου το περιεχόμενο αποτελεί, σύμφωνα με την έγγραφη δήλωση, αναπόσπαστο μέρος της υποθήκης και στου οποίου τους όρους, οι όροι της έγγραφης δήλωσης υπόκεινται, και δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε που να συνηγορεί υπέρ της συγκεκριμένης θέσης της υπεράσπισης. Ναι μεν στην έγγραφη δήλωση γίνεται αναφορά σε πληρωμή «απλού / σύνθετου» τόκου, χωρίς να εξειδικεύεται το είδος του τόκου, στο έγγραφο υποθήκης, όμως, στου οποίου τους όρους υπενθυμίζω οι διάδικοι έχουν υποτάξει τους όρους της έγγραφης δήλωσης, δεν περιέχεται τέτοια αναφορά. Συγκεκριμένα στο εν λόγω έγγραφο, μεταξύ άλλων, καθορίζεται το ύψος του δανείου που είναι Λ.Κ.45.000.00, η ημερομηνία αποπληρωμής του, που είναι η 11.2.1995 και το ύψος του ετήσιου επιτοκίου που είναι 8½%. Παράλληλα η τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα αύξησης του ποσοστού επιτοκίου «οποτεδήποτε ήθελε αποφασίσει, μέχρι το ανώτατο ποσοστό που επιτρέπει ο νόμος, με γραπτή ειδοποίηση» στον εναγόμενο. Σαν αποτέλεσμα βρίσκω ότι η έγγραφη δήλωση, Τεκμ. 5, συνάδει πλήρως με τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)του Νόμου 9/65 και συνεπώς η υπό στοιχείο (β) θέσης της υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται. Στρέφομαι τώρα στην υπό στοιχείο (γ) θέση της υπεράσπισης. Για τους πιο κάτω λόγους ούτε η εν λόγω θέση με βρίσκει σύμφωνο. Η από τους ενάγοντες επίμαχη αύξηση του επιτοκίου δεν έγινε, ως η συγκεκριμένη θέση της υπεράσπισης εξυπακούει, είτε ταυτόχρονα είτε μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, αλλά ενώ η επίδικη συμφωνία ήταν σε ισχύ και κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο με την επιστολή Τεκμ.7, ημερ. 4.10.02, ήταν δε το προϊόν άσκησης σχετικού δικαιώματος, το οποίο οι όροι της επίδικης συμφωνίας (βλ. όρος 2 του Τεκμ.1), παρέχει στους ενάγοντες. Εν πάση περιπτώσει μια απλή ανάγνωση των καταστάσεων λογαριασμού Τεκμ.6, είναι πιστεύω αρκετή για να καταδείξει ότι ο υπολογισμός του τόκου μέχρι και την 31.12.2000, έχει γίνει με βάση είτε το συμφωνηθέν αρχικά ποσοστό επιτοκίου, που είναι 8½%, είτε με βάση ποσοστό επιτοκίου χαμηλότερο του 8½%. Για πρώτη φορά παρατηρείται αύξηση του επιτοκίου και συγκεκριμένα σε 9½% την 31.12.
  1. ΄Εκτοτε και μέχρι τις 29.10.2002, ημερομηνία τερματισμού λειτουργίας του λογαριασμού, το επιτόκιο συνεχίζει, για μεν τους πρώτους οκτώ μήνες να παραμένει σταθερά στο 9½% στη συνέχεια δε να μειώνεται σταδιακά μέχρι και 8%, επιτόκιο το οποίο διατηρήθηκε μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας. Αναφορικά με την περίοδο που προηγήθηκε του τερματισμού λειτουργίας του λογαριασμού, έχω ήδη καταλήξει σε εύρημα ότι στον εναγόμενο αποστέλλοντο καταστάσεις λογαριασμού ανά εξάμηνο, στις οποίες μεταξύ άλλων στοιχείων εμφαίνετο και το ποσοστό επιτοκίου, με βάση το οποίο οι εκάστοτε τόκοι υπολογίζοντο. Κατά συνέπεια βρίσκω ότι οσάκις κατά την εν λόγω περίοδο παρατηρείται αύξηση του επιτοκίου, σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους όρους της επίδικης συμφωνίας διδόταν στον εναγόμενο. Για την περίοδο 29.12.2002 - 15.12.2002, το επιτόκιο με βάση το οποίο έχουν υπολογισθεί οι σχετικοί τόκοι ήταν 11%. ΄Εχω ήδη καταλήξει σε εύρημα ότι ο εναγόμενος ειδοποιήθηκε περί της εν λόγω αύξησης με την επιστολή Τεκμ.
  2. Από τις 15.12.2002 το ποσοστό αυτό μειώνεται σταδιακά για να καταλήξει σε 10% με βάση το οποίο υπολογίσθηκαν οι τόκοι από τις 7.4.2003 και εντεύθεν. Με άλλα λόγια το ποσοστό του επιτοκίου με βάση το οποίο υπολογίσθηκαν οι τόκοι από τις 7.4.2003 και μετά, είναι χαμηλότερο, από το ποσοστό για το οποίο ο τελευταίος ειδοποιήθηκε με την επιστολή Τεκμ.7 και επομένως είναι προς το συμφέρον του εναγομένου. Για όλους αυτούς τους λόγους, ούτε η υπό στοιχείο (γ) θέση της υπεράσπισης μπορεί να γίνει δεκτή και συνεπώς απορρίπτεται. Σαν αποτέλεσμα των πιο πάνω, βρίσκω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει όλες τις αξιώσεις τους και συνεπώς δικαιούνται στην έκδοση αντίστοιχων αποφάσεων. Αναφορικά με την ανταπαίτηση του εναγομένου βρίσκω ότι αυτή θα πρέπει, ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων μου, να απορριφθεί. Σαν αποτέλεσμα εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου για Λ.Κ.78.811.60 πλέον 10% τόκο ετησίως επί ποσού Λ.Κ.58.025.35 από 11.8.2003 μέχρι εξόφλησης, πλέον τα έξοδα της παρούσας αγωγής, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. Περαιτέρω εναντίον του εναγομένου εκδίδεται διάταγμα εκποίησης της υποθήκης Υ402/95 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας με την διά δημοσίου πλειστηριασμού πώληση του ακινήτου, αντικειμένου της εν λόγω υποθήκης. Το προϊόν της πώλησης, αφαιρουμένων των εξόδων που η εκποίηση της υποθήκης θα συνεπάγεται, να διατεθεί προς εξόφληση ή έναντι της παρούσας απόφασης, περιλαμβανομένης και της απόφασης για τα έξοδα. Οποιοδήποτε πλεόνασμα να επιστραφεί στον εναγόμενο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Δοθέντος, όμως, ότι η ανταπαίτηση έχει εκδικασθεί στα πλαίσια εκδίκασης της απαίτησης και ο δικηγόρος των εναγόντων ήταν ο ίδιος τόσο στην απαίτηση όσο και στην ανταπαίτηση, θεωρώ ορθό να μην κάμω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα για την ανταπαίτηση. Α.Πασχαλίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.