← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 390/02, 11 Φεβρουαρίου 2005

ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 390/02, 11 Φεβρουαρίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 390/02 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ, εξ Αυγόρου Ενάγοντος και ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 11 Φεβρουαρίου 2005 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Χρ. Χατζηστερκώτης Για τους Εναγόμενους: κ. Α. Αντρέου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με τη παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει δυνάμει ασφαλιστηρίου εγγράφου αποζημιώσεις γενικές και/ή ειδικές ύψους ΛΚ8.500, αποζημιώσεις για δόλια εξαπάτηση ή ψευδείς παραστάσεις συνεπεία δόλου και απάτης και/ή συνομωσίας, αξιεί επίσης αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία υπό ασφαλιστήριο έγγραφο και αριθμό 03/FC/94/90164/0000 μεταξύ των διαδίκων και για την οποία κατέβαλε σαν ασφάλιστρο ΛΚ54,70 ετησίως ήταν έγκυρη και σε ισχύ και ότι ο ενάγοντας ήταν ασφαλισμένος σε σχέση με το υποστατικό για το οποίο αφορά η παρούσα διαδικασία. Επίσης αξιώνει αποζημιώσεις για το συνολικό ποσό των ΛΚ25.000 για τη ζημιά που υπέστη από πυρκαγιά που έγινε στο υποστατικό του την 01.01.1999 δυνάμει ειδικού όρου της πιο πάνω συμφωνίας. Η αξίωση του ενάγοντα ο οποίος είναι επιπλοποιός και/ή πελεκάνος στο επάγγελμα βασίζεται στο ότι υπάλληλοι των εναγομένων αμέσως μετά την πυρκαγιά που επεσυνέβηκε την 01.01.1999 τον κάλεσαν στο γραφείο τους στην Λάρνακα και αφού τον παραπλάνησαν ότι το συμβόλαιο δεν ήταν σε ισχύ του έκαναν πρόταση να του καταβάλουν χαριστικά το ποσό των ΛΚ1.750 για πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεων του και ότι ο ίδιος στη βάση αυτής της παράστασης παρέλαβε σχετική επιταγή για το ποσό των ΛΚ1.750 υπογράφοντας ότι παρέλαβε το ποσό αυτό προς πλήρη και τελεία εξόφληση της απαίτησης του δυνάμει του πιο πάνω αναφερόμενου συμβολαίου χωρίς ο ίδιος να προβάλει οποιαδήποτε περαιτέρω απαίτηση γιατί ήταν με την εντύπωση ότι το ποσό του προσφερόταν χωρίς καμιά νομική υποχρέωση εκ μέρους του εναγόμενου αφού ήταν με την εντύπωση ότι δεν ίσχυε η ασφάλεια του. Η θέση των εναγομένων είναι ότι κατά το χρόνο της πυρκαγιάς υπήρχε έγκυρο ασφαλιστήριο έγγραφο και ότι ο ίδιος ο ενάγοντας δήλωσε στους εναγόμενους σε ειδικό έντυπο το ύψος της ζημιάς που υπέστη. Οι εναγόμενοι ανέθεσαν σε εκτιμητή να κάνει τη σχετική εκτίμηση εκ μέρους τους και με βάση τη αξίωση του ενάγοντα, όπως αυτός την υπέβαλε στους εναγόμενους, και την εκτίμηση που είχαν εξασφαλίσει οι εναγόμενοι έγιναν υπολογισμοί από τον διευθυντή των εναγομένων για το ποσό της αποζημίωσης που κατέληξαν στο ποσό των ΛΚ1.750 για το οποίο δόθηκε επιταγή στον ενάγοντα ο οποίος υπέγραψε σχετική δήλωση ότι παρέλαβε το ποσό των ΛΚ1.750 στις 07.01.1999 προς πλήρη και τελεία εξόφλησης της απαίτησης του δυνάμει του συμβολαίου που αναφέρεται πιο πάνω. Ήταν επίσης η θέση των εναγομένων ότι στο έντυπο απαίτησης συμπληρώθηκαν τα στοιχεία που αναφέρονται κατόπιν απαντήσεων που δόθηκαν από τον ενάγοντα στο διευθυντή των εναγομένων και ότι ο ίδιος ο ενάγοντας ανέφερε τις αξίες για κάθε αντικείμενο που ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν στο υποστατικό το οποίο καταστράφηκε από την πυρκαγιά και ότι ουδέποτε παρέστησαν με οποιοδήποτε τρόπο στον ενάγοντα ότι δεν υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστήριο έγγραφο και ότι στη βάση αυτής της εκδοχής του ενάγοντα τον παραπλάνησαν και /ή τον έπεισαν με ψευδής παραστάσεις να δεχτεί λιγότερο ποσό από αυτό που δικαιούτο με βάση το ασφαλιστήριο έγγραφο. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν για τον ενάγοντα εννέα μάρτυρες ενώ για τους εναγόμενους έδωσε μαρτυρία ο τότε διευθυντής τους Αντρέας Μιλτιάδους και κατατέθηκαν συνολικά 19 τεκμήρια. Ως τεκμήριο 1 κατατέθηκε έγγραφο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας με τίτλο Αναφορά Πυρκαγιάς. Ως τεκμήριο 2 κατατέθηκε επιστολή του Κ. Μούντουκκου Ανώτερου Υπαστυνόμου Υπεύθυνου των Πυροσβεστικών Σταθμών Λάρνακας και Αμμοχώστου προς τον Αστυνομικό Διευθυντή Αμμοχώστου ημερ. 06.01.1999 και στην οποία περιέχεται αναφορά για την πυρκαγιά που έγινε την 01.01.1999 στα υποστατικά του ενάγοντα. Ως τεκμήριο 3 κατατέθηκε έκθεση του Τμήματος Δημοσίων Έργων. Ως τεκμήριο 4 κατατέθηκε η κατάθεση του ενάγοντα στην Αστυνομία ημερ. 06.01.1999 αναφορικά με τα γεγονότα της πυρκαγιάς. Ως τεκμήριο 5 κατατέθηκε η Συνοπτική Έκθεση του Λοχία 3268 Κ. Ττοφή αναφορικά με την πυρκαγιά στο υποστατικό του ενάγοντα. Ως τεκμήριο 6 κατατέθηκε φωτοτυπία άρθρου του Δημοσιογράφου Τάκη Αντωνιάδη το οποίο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Χαραυγή. Ως τεκμήριο 7 κατατέθηκε στο Δικαστήριο το φωτοαντίγραφο, και ως τεκμήριο 17 το πρωτότυπο, του ασφαλιστηρίου εγγράφου μεταξύ των εναγομένων και του ενάγοντα με αρ. 03/FC/94/90164/

  1. Ως τεκμήριο 8 κατατέθηκε τιμολόγιο ημερ. 04.08.1997 και αρ. 55107 από την εταιρεία Άκης Σολομωνίδης Trading Co. Ltd για ποσό ΛΚ6.372 για διάφορα μηχανήματα που φαίνεται να αγοράστηκαν από τον ενάγοντα. Ως τεκμήριο 9 κατατέθηκε απόδειξη με αρ. 5210 και ημερ. 07.08.1997 από την εταιρεία Άκης Σολομωνίδης Trading Co. Ltd για ποσό ΛΚ1.080 που πληρώθηκε από τον ενάγοντα έναντι του τεκμηρίου
  2. Ως τεκμήριο 10 κατατέθηκε απόδειξη με αρ. 5213 και ημερ. 20.08.1997 από την εταιρεία Άκης Σολομωνίδης Trading Co. Ltd για ποσό ΛΚ2.003 που πληρώθηκαν από τον ενάγοντα έναντι του τεκμηρίου 8 και ενός τιμολογίου με αρ. 55110 το οποίο όμως δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Ως τεκμήριο 11 κατατέθηκε φωτοτυπία και ως τεκμήριο 18 το πρωτότυπο εγγράφου των εναγομένων ημερ. 07.01.1999 και στο οποίο ο ενάγοντας δηλώνει ότι έχει λάβει από τους εναγόμενους το ποσό των ΛΚ1.750 προς πλήρη και τελεία εξόφληση των απαιτήσεων δυνάμει του ασφαλιστικού συμβολαίου με αρ. 03/FC/94/90164 Ως τεκμήριο 12 κατατέθηκε το αντίγραφο και ως τεκμήριο 16 το πρωτότυπο εντύπου των εναγομένων με τίτλο Έντυπο Απαίτησης Κλάδου Πυρός και Ειδικών Κινδύνων το οποίο υπεγράφη από τον ενάγοντα και υπεβλήθηκε στις 07.01.
  3. Ως τεκμήριο 13 κατατέθηκε αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού του ενάγοντα ημερ. 31.03.
  4. Ως τεκμήριο 14 κατατέθηκε αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού του ενάγοντα ημερ. 31.03.
  5. Ως τεκμήριο 15 κατατέθηκε έγγραφο/κατάσταση λογαριασμού των εναγομένων το οποίο αναφέρεται στο επίδικο συμβόλαιο μεταξύ ενάγοντα και εναγομένων και στο οποίο φαίνονται οι πληρωμές που εγίνοντο από τον ενάγοντα για το επίδικο συμβόλαιο. Ως τεκμήριο 19 κατατέθηκε έκθεση του εκτιμητή Ευάνθη Καζαντζή ημερ. 07.01.1999 η οποία αφορά το υποστατικό του ενάγοντα και υπεβλήθηκε στους ενάγοντες. Ο πρώτος μάρτυρας για τον ενάγοντα (ΜΕ1) Κακουλλής Μούντουκκος είναι ο Επαρχιακός Διευθυντής Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Λάρνακας και Αμμοχώστου ο οποίος ανέφερε ότι την 01.01.1999 ειδοποιήθηκε ότι υπήρχε πυρκαγιά στο υποστατικό του ενάγοντα στο χωριό Αυγόρου πήγε επιτόπου διερεύνησε τα αίτια της πυρκαγιάς και ετοίμασε σχετική έκθεση. Ο ίδιος περιορίστηκε στη διερεύνηση των αιτιών της πυρκαγιάς και δεν ασχολήθηκε με την εκτίμηση των ζημιών. Κατά τη μαρτυρία του κατατέθηκαν εκ συμφώνου τα τεκμήρια 1 και 2 και ανέφερε ότι το συμπέρασμα της διερεύνησης ήταν αυτό που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του τεκμηρίου 2 ότι δηλαδή "ερεύνησα με προσοχή όλα τα σημεία της πυρκαγιάς αλλά λόγω της ολοκληρωτικής καταστροφής δεν μπόρεσα να προσδιορίσω τα πραγματικά αίτια που την προκάλεσαν γι΄ αυτό και παραμένουν άγνωστα. Λαμβάνοντας υπόψη της πιο πάνω παρατηρήσεις η πιθανότητα ότι η πυρκαγιά μπορεί να προκλήθηκε από υπερθέρμανση του ηλεκτρικού λαμπτήρα πυρακτώσεως σύρματος δεν μπορεί να αποκλειστεί". Είπε ότι όταν πήγε στον τόπο της πυρκαγιάς ήταν όλα καμένα και δεν γνωρίζει ποιο ήταν το περιεχόμενο της αποθήκης. Ο δεύτερος μάρτυρας για τον ενάγοντα (ΜΕ2) ήταν ο Γιαννάκης Αδάμου ο οποίος είπε ότι είναι ιδιοκτήτης και διευθυντής της εταιρεία Γ.Α. Ξυλεμπορική Λτδ, η δουλειά του είναι η εμπορία ξυλείας και ότι γνωρίζει τον ενάγοντα αφού από το 1997 είναι πελάτης του αγοράζει ξυλεία από τον ίδιο. Πληροφορήθηκε ότι την 01.01.1999 έγινε πυρκαγιά στο υποστατικό του ενάγοντα και επειδή του χρωστούσε ο ενάγοντας περίπου ΛΚ3.000 για ξυλεία που του παρέδωσε πήγε επιτόπου για να δει τι έγινε. Τον λογαριασμό του ενάγοντα που ήταν ύψους ΛΚ3.000 τον παγοποίησε για να βοηθήσει τον ενάγοντα ο οποίος και του τον εξόφλησε πολύ πρόσφατα. Γνωρίζει το υποστατικό του ενάγοντα το οποίο είχε επισκεφθεί και θυμάται ότι είχε μέσα μερικά εργαλεία. Ο ενάγοντας τώρα ασκεί το επάγγελμα του σε άλλο χώρο μεταξύ Αυγόρου και Φρενάρους όπου συνεχίζει και του παραδίδει ξυλεία. Δεν παρουσίασε κανένα έγγραφο που να αποδεικνύει το χρέος του ενάγοντα προς τον ίδιο αφού έχει εξοφληθεί θυμόταν όμως σίγουρα ότι λίγες μέρες πριν την πυρκαγιά παρέδωσε στον ενάγοντα ξυλεία αξίας ΛΚ1.200 για μια κατοικία που θα έκανε ο ενάγοντας και θυμάται το ποσό γιατί ήταν σεβαστό ποσό για τον ίδιο. Δεν θυμόταν πότε έγινε η πυρκαγιά είπε μπορεί το 2001 ή το
  6. Επέμενε ότι το υποστατικό του ενάγοντα ήταν ξυλουργείο και όχι αποθήκη και ότι το δεύτερο υποστατικό που είχε ο ενάγοντας στο δρόμο Αυγόρου - Φρενάρους ο ίδιος δεν το επισκέφθηκε ποτέ πριν την πυρκαγιά. Ο τρίτος μάρτυρας για τον ενάγοντα (ΜΕ3) ήταν ο Μάριος Σταύρου ο οποίος είπε ότι γνωρίζει τον ενάγοντα και του είχε αναθέσει τις ξυλουργικές εργασίες στην κατοικία του στο Αυγόρου τον Μάρτη του
  7. Η δουλειά που θα έκανε ο ενάγοντας που ήταν ερμάρια, πάγκοι και πόρτες κοστολογήθηκε από τον ενάγοντα μεταξύ ΛΚ5.000-6.000 ποσά τα οποία ο ίδιος πλήρωσε στον ενάγοντα με επιταγές της ΣΠΕ Αυγόρου στις 4.03.98 και 06.03.
  8. Είπε ότι συνεπεία της πυρκαγιάς όλη ξυλεία που είχε ο ενάγοντας στο εργαστήριο του για την κατοικία του καταστράφηκε ολοσχερώς και ότι ο ενάγοντας του επέστρεψε το ποσό των ΛΚ1.
  9. Ήταν επίσης η θέση του ότι το εργαστήριο που διατηρεί τώρα ο ενάγοντας στο δρόμο Αυγόρου - Φρενάρους το απέκτησε μετά την πυρκαγιά. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι έχει συγγένεια με τον ενάγοντα συγκεκριμένα η μητέρα του είναι νονά της γυναίκας του ενάγοντα. Ανέφερε ότι ο λόγος που προπλήρωσε την εργασία στον ενάγοντα ήταν για να παραδοθεί πριν αλλά δεν κατέστη δυνατόν. Ο τέταρτος μάρτυρας για τον ενάγοντα (ΜΕ4) είναι ο κ. Γρηγόρης Μπατίστα ο οποίος είναι τεχνικός στο Τμήμα Δημοσίων Έργων της Επαρχίας Αμμοχώστου από το
  10. Η δουλειά του είναι εκτιμήσεις και οδοποιία. Είπε ότι την 02.01.1999 κατόπιν ειδοποίησης από την Αστυνομία επισκέφτηκε τα υποστατικά του ενάγοντα στα οποία έγινε πυρκαγιά την 01.01.1999 και έκανε εκτίμηση ζημιών όσον αφορά τις οικοδομικές ζημιές μόνο. Έκανε έκθεση η οποία κατατέθηκε εκ συμφώνου ως τεκμήριο 3 την οποία συνέταξε μια εβδομάδα μετά την επίσκεψη του στο υποστατικό. Το συνολικό ποσό ζημιών σύμφωνα με το τεκμήριο 3 είναι για ποσό ΛΚ6.695 το οποίο δεν αφορά μόνο το ξυλουργείο/ αποθήκη αλλά και την κατοικία. Του ζητήθηκε να ξεχωρίσει ποια είδη στο τεκμήριο 3 αφορούν το ξυλουργείο και ποια την κατοικία και ενώ στην κυρίως εξέταση του είπε ότι τα πλείστα αφορούν το εργαστήρι και την κατοικία κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι μόνο το είδος υπ αρ. 14 με τίτλο "λυόμενο ξυλουργείο 9.20 Χ 3.90μ. για ποσό ΛΚ1.255 αφορά το εργαστήριο /αποθήκη ενώ δεν είναι σίγουρος για το είδος 13 με τίτλο "βοηθητική κουζίνα 3.00 Χ 3.00μ." για ποσό ΛΚ
  11. Συμφώνησε επίσης με την περιγραφή της οικοδομής όπως περιγράφεται στο τεκμήριο 1 παράγραφος 11 αλλά ανέφερε ότι είναι πιο λίγες οι διαστάσεις που διαπίστωσε ο ίδιος από αυτά που αναγράφονται στο εν λόγω τεκμήριο. Ο πέμπτος μάρτυρας για τον ενάγοντα (ΜΕ5) είναι ο Νικήτας Αντρέου Αναπληρωτής Ανώτερος Υπαστυνόμος υπεύθυνος του Αστυνομικού Σταθμού Αμμοχώστου ο οποίος ανέφερε ότι ο ίδιος ετοίμασε το τεκμήριο 1 και επιβεβαιώνει το περιεχόμενο του. Ερωτώμενος για τα σημεία 19 και 20 στο τεκμήριο 1 όπου αναφέρεται "όνομα ασφαλιστικής εταιρείας" και "ποσό ασφαλιστικής κάλυψης" δίπλα από τα οποία υπάρχουν συνεχόμενες γραμμές τι σημαίνουν είπε ότι είτε ότι ο ενάγοντας δεν είχε ασφάλεια είτε ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει αν είχε ασφάλεια. Είπε επίσης ότι το τεκμήριο 1 δεν αφορά μόνο το εργαστήριο /αποθήκη αλλά ολόκληρο το υποστατικό του ενάγοντα. Είπε επίσης ότι ο ίδιος δεν είναι σε καμιά θέση να δώσει οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τις ζημιές. Ως έκτος μάρτυρας για τον ενάγοντα (ΜΕ6) κατέθεσε ο Πιερής Μαρκουλής ο υπεύθυνος του καταστήματος της Τράπεζας Κύπρου στη Δερύνεια ο οποίος ανέφερε ότι ο εναγόμενος Χρίστος Χρίστου εισέπραξε σε μετρητά από το εν λόγω κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου το ποσό των ΛΚ1.750 αναφορικά με την επιταγή υπ΄ αριθμό 06824011 και ημερ. 07.01.1999 παρόλο που στην επιταγή αναγράφεται το ποσό των ΛΚ1.
  12. Ως έβδομος μάρτυρας για τον ενάγοντα (ΜΕ7) κατέθεσε ο αστυφύλακας 4843 Αδάμος Δημοσθένους ο οποίος υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Αυγόρου και ανέφερε ότι στον εν λόγω αστυνομικό σταθμό υπάρχει φάκελος αναφορικά με την πυρκαγιά που ξέσπασε στο χωριό Αυγόρου την 01.01.
  13. Στο φάκελο αυτό υπάρχει κατάθεση του ενάγοντα Χρίστου Χρίστου η οποία φέρει ημερομηνία 06.01.1999, τεκμήριο 4, στην τελευταία σελίδα της οποίας ο εναγόμενος αναφέρει "η αποθήκη μου δεν καλύπτεται από ασφάλεια ... " και η συνοπτική έκθεση του εξεταστή της υπόθεση Λοχία 3268 ο οποίος έχει αφυπηρετήσει, τεκμήριο 5, και στην οποία αναφέρεται ότι "η περιουσία του Χρίστου και της Πετρούλας δεν ήτο ασφαλισμένες". Το τεκμήριο 5 είπε, έχει συνταχθεί με βάση τη κατάθεση του εναγόμενου και τους διάφορους μάρτυρες που είδαν την πυρκαγιά. Ως όγδοος μάρτυρας για τον ενάγοντα (ΜΕ8) κατέθεσε ο δημοσιογράφος Τάκης Αντωνιάδης ο οποίος ανέφερε ότι στις 02.01.1999 δημοσίευσε στην εφημερίδα Χαραυγή άρθρο το οποίο αναφέρεται η πυρκαγιά που ξέσπασε στο χωριό Αυγόρου την 01.01.1999, αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως τεκμήριο 6, στο οποίο αναφέρεται ότι το υποστατικό του εναγόμενου δεν καλυπτόταν από ασφάλιση για φωτιά. Την εν λόγω πληροφορία είπε ότι πρέπει να του την έδωσε η αστυνομία αφού είναι πάντα το πρώτο πράγμα που εξετάζει σαν δημοσιογράφος είναι το κατά πόσο η φωτιά ήταν κακόβουλη ή τυχαία και αν υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη. Είπε επίσης ότι ήταν ανταποκριτής του ΡΙΚ και ότι το ίδιο βράδυ έγινε ρεπορτάζ στην τηλεόραση για την πυρκαγιά χωρίς να γίνει καμιά αναφορά στο κατά πόσο το υποστατικό καλυπτόταν από ασφάλιση. Τέλος κατέθεσε ο ενάγοντας ο οποίος ανέφερε ότι είναι πελεκάνος από το 1986 ότι είχε κάμει συμβόλαιο με τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου, αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7, με το οποίο ασφάλιζε ολόκληρη την οικοδομή /εργαστήριο, τα εμπορεύματα, τα μηχανήματα και τις πρώτες ύλες για συνολικό ποσό ΛΚ8.500 έναντι ασφαλίστρου ΛΚ54,70 ετησίως. Πριν να υπογραφεί το συμβόλαιο οι εναγόμενοι εκτίμησαν την οικοδομή /εργαστήριο και είδαν και τα μηχανήματα που υπήρχαν σε αυτό και τα οποία ανέφερε ότι ήταν ένας αεροσυμπιεστής, μια πλάνια, πιστόλες, ένα πριόνι και διάφορα μικροεργαλεία. Κατέθεσε σχετικά τα τεκμήρια 8, 9 και
  14. Την 01.01.1999 ξέσπασε πυρκαγιά στο εργαστήριο του το αποτέλεσμα της οποίας ήταν η ολοκληρωτική καταστροφή του. Τα μηχανήματα του καταστράφηκαν ολοσχερώς το δε κτίριο κρίθηκε ως ακατάλληλο από την πυροσβεστική και αναγκάστηκε να το κατεδαφίσει. Είπε ότι εκτός από τα μηχανήματα, υπήρχαν εντός του εργαστηρίου ξυλεία αξίας περίπου ΛΚ2.500 και έτοιμα προϊόντα αξίας ΛΚ6.
  15. Τη ξυλεία του τη προμηθεύεται από την εταιρεία Γιαννάκης Αδάμου Ξυλεμπορική Λτδ στο Λιοπέτρι ενώ τα έτοιμα προϊόντα έπρεπε να παραδοθούν στους πελάτες του Μάριο Ευαγγέλου, Δώρα Καλλή και κάποιο Αργύρη από το Αυγόρου. Το ποσό των ΛΚ6.000 το επέστρεψε στους πελάτες του αφού το είχε λάβει ως προκαταβολή για εργασίες που θα διεκπεραίωνε. Την ημέρα της πυρκαγιάς τηλεφώνησε στην κα Βάσω που ήταν υπάλληλος των εναγομένων και ήταν το πρόσωπο με το οποίο υπέγραψε το συμβόλαιο ασφάλισης και της ανέφερε τα συμβάντα και η οποία του ανέφερε ότι δεν ήταν σε ισχύ το συμβόλαιο ασφάλισης. Δέχτηκε ότι υπέγραψε το τεκμήριο 11 και το τεκμήριο 12, όταν τα υπέγραψε ήταν λευκά η υπογραφή έγινε στο γραφείο των εναγομένων στη Λάρνακα όπου μετέβηκε στις 05.01.1999 ή 06.01.1999 αφού ειδοποιήθηκε από τον κ. Μιλτιάδους, Διευθυντή των εναγομένων, να πάει να τον συναντήσει ο οποίος και του ανέφερε ότι το συμβόλαιο του δεν ήταν σε ισχύ αλλά επειδή ήταν ασφαλισμένος μαζί τους για πολλά χρόνια του πρόσφερε χαριστικά το ποσό των ΛΚ1.750 ως βοήθεια, το οποίο και αποδέχθηκε πιστεύοντας ότι δεν ήταν ασφαλισμένος. Είπε ότι η ζημιά του είναι ΛΚ14.000 και ότι ανακάλυψε ότι ήταν ασφαλισμένος μετά από 2 - 3 χρόνια όταν μιλούσε με μια υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου για το θέμα και του έδειξε από τις καταστάσεις λογαριασμού του ότι το ασφάλιστρο των ΛΚ54,70 είχε αποκοπεί για το έτος 1999 και κατέθεσε τα τεκμήρια 13 και
  16. Ακολούθως πήγε στα γραφεία των εναγομένων ζήτησε να δει κατάσταση του λογαριασμού του αναφορικά με το συμβόλαιο ασφάλισης οι οποίοι του έδωσαν σχετική κατάσταση που κατατέθηκε ως τεκμήριο 15 που αποδείκνυε ότι το συμβόλαιο του ήταν σε ισχύ. Όταν ανακάλυψε το γεγονός αυτό δοκίμασε να δει τον κ. Μιλτιάδους και τη Βάσω η μεν Βάσω δεν τον δέχτηκε ο δε κ. Μιλτιάδους του ανέφερε σε "τι θυμήθηκες τώρα μετά από τόσα χρόνια". Η θέση του ήταν ότι τα τεκμήρια 11, 12, 16 και 18 δεν συμπληρώθηκαν στην παρουσία του ούτε και ξέρει από ποιον συμπληρώθηκαν, δεν γνωρίζει αν έγινε εκτίμηση της ζημιάς του από τους εναγόμενους, κανένας από τους εναγόμενους δεν πήγε επιτόπου να δει τη ζημιά ούτε αποτάθηκε κανένας στον ίδιο, ότι το ποσό των ΛΚ1.750 το πήρε πιστεύοντας ότι του δόθηκε χαριστικά αφού πίστευε ότι το συμβόλαιο του δεν ήταν σε ισχύ και αυτό ανέφερε και στην αστυνομία και στην πυροσβεστική. Κατά την αντεξέταση του, του υπεβλήθηκε ότι στα τεκμήρια 11 και 18 υπάρχουν τυπωμένα γράμματα ότι το ποσό που δίδεται, δίδεται προς πλήρη και τελεία εξόφληση της απαίτησης δυνάμει συμβολαίου πυρός που προκλήθηκε στη ασφαλισμένη περιουσία και ανέφερε ότι ούτε καν διάβασε αυτές τις γραμμές όταν υπέγραψε, πήρε την επιταγή που του έδωσαν υπέγραψε και έφυγε αφού τους είπε ευχαριστώ. Ερωτώμενος αν προσπάθησε να επικοινωνήσει με την ασφάλεια την ημέρα της πυρκαγιάς είπε ότι τηλεφώνησε και μίλησε με την κα Βάσω. Είπε ότι το επίδικο υποστατικό αποτελείτο από δύο ξεχωριστά μέρη το εργαστήριο /ξυλουργείο και το κυρίως κτίριο με τα καταστήματα του, ο ίδιος ασφάλισε μόνο το ξυλουργείο με το επίδικο συμβόλαιο ενώ το συμβόλαιο της κατοικίας ήταν ξεχωριστό. Τα καταστήματα είπε, κατά την άποψη του, καλύπτονταν από το επίδικο συμβόλαιο και τα ενοικίαζε σε κάποια Πετρούλα Αβραάμ η οποία είχε μέσα ρουχισμό ο οποίος καταστράφηκε από την πυρκαγιά. Ερωτώμενος για το επίδικο υποστατικό είπε ότι το χρησιμοποιούσε ως ξυλουργείο και ότι δεν είχε άλλο ξυλουργείο, είχε άλλο κατάστημα έξω από το χωριό το οποίο χρησιμοποιούσε ως βαφείο επίπλων. Το ακίνητο που βρίσκεται στο δρόμο Αυγόρου -Φρενάρους δεν ήταν εργαστήριο είχε μέσα μηχανήματα τα οποία άνηκαν στον αδελφό του Δημήτρη αλλά δεν γινόταν ξυλουργική δουλειά εκεί παρά μόνο το τέλειωμα της δουλειάς. Ερωτώμενος για τα μηχανήματα που υπήρχαν στο υποστατικό όταν ξέσπασε η πυρκαγιά είπε ότι είχε μέσα μια πλάνια η οποία δεν ήταν πολύ μεγάλη από ματέμι το οποίο είναι υλικό που δεν καίγεται αλλά δεν μπόρεσε να δει την κατάσταση της πλάνιας επειδή οι τσίγκοι είχαν σκεπάσει όπως έπεσαν όλο το υποστατικό. Του υποδείχθηκε το τεκμήριο 4 αναγνώρισε την υπογραφή του και όταν του υποδείχθηκε ότι στο εν λόγω τεκμήριο ο ίδιος περιγράφει το υποστατικό του ως αποθήκη ξυλείας ανέφερε ότι "για εμένα αποθήκη και εργαστήριο είναι το ίδιο πράγμα". Όταν του υποδείχθηκε ότι επί λέξη αναφέρει "μέσα στην αποθήκη μου, πριν το μαγαζί μου" είπε ότι είχε προβλήματα με τους γείτονες του λόγω του θορύβου που έκαναν τα μηχανήματα του και ότι το τελευταίο καιρό δεν έκανε βαριές εργασίες, μάλιστα για να μην έχει καθόλου προβλήματα χρησιμοποιούσε την πλάνια η οποία δεν κάνει θόρυβο και είχε τοποθετήσει λάστιχα κάτω από αυτή για να μειώσει ακόμη περισσότερο το θόρυβο. Όταν του υποβλήθηκε ότι στην κατάθεση του δεν αναφέρει τίποτα ούτε για πλάνια ούτε για άλλα εργαλεία είπε ότι δεν τον ένοιαζε τι έλεγε στην κατάθεση του εκείνη τη στιγμή αφού δεν ήταν ασφαλισμένος. Ερωτώμενος αν θυμάται αν στην κατάθεση του έδωσε υπολογισμό των ζημιών του, είπε ότι δεν θυμάται και όταν του υπεβλήθηκε ότι ανέφερε το ποσό των ΛΚ17.000 και για την αποθήκη και για τα κτίρια είπε ότι η ζημιά του είναι πέραν των ΛΚ40.
  17. Ερωτώμενος για το τι έγινε με το συμβόλαιο της κατοικίας του είπε ότι όπως υπόγραψε για το εργαστήριο ότι αποδέχεται το ποσό των ΛΚ1.750 την ίδια μέρα έλαβε από τον κ. Μιλτιάδους ποσό ΛΚ1.000 και για την κατοικία. Είπε ότι δεν γνώριζε ότι ήταν δύο διαφορετικά συμβόλαια που είχε υπογράψει και ότι έμαθε ότι ήταν δύο τα συμβόλαια την ημέρα που ανακάλυψε τυχαία ότι το συμβόλαιο του ήταν σε ισχύ από την κοπέλα στην Τράπεζα Κύπρου. Ήταν η θέση του ότι και για το σπίτι τον ξεγέλασαν όμως δεν έχει καταχωρήσει αγωγή για το συμβόλαιο αυτό, και ότι τα ποσά που του δόθηκαν ήταν χωρίς να έρθει κανένας από τους εναγόμενους να δει τη ζημιά, σίγουρα δεν είχε έρθει κανένας για το ξυλουργείο. Όταν του υπεβλήθηκε ότι ούτε στην Πυροσβεστική ούτε στο Τμήμα Δημοσίων Έργων ή στη Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία είπε οτιδήποτε για έτοιμα εμπορεύματα και μηχανήματα είπε ότι δεν θυμόταν τότε μετά όταν ηρέμησε μπόρεσε να θυμηθεί τι ακριβώς είχε μέσα στο εργαστήριο. Όταν του υπεβλήθηκε ότι στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης του δεν αναφέρει τίποτα για τα έτοιμα εμπορεύματα η θέση του ήταν ότι αν τα έγραφε και αυτά θα ήταν ακόμα πιο μεγάλη η ζημιά του και θα υπερέβαινε τη συνολική αξία του συμβολαίου. Ήταν η θέση του ότι επειδή πίστευε ότι δεν ήταν ασφαλισμένος έκανε αίτηση στον Υπουργό Εσωτερικών και στην Αρχιεπισκοπή για να του δώσουν βοήθεια αλλά του είπαν ότι δεν μπορούν, δεν παρουσίασε κανένα έγγραφο που να δικαιολογήσει αυτούς τους ισχυρισμούς. Είπε ότι την 01.01.1999 που επικοινώνησε με τη Βάσω, της τηλεφώνησε στο κινητό της και ότι είχε τον αριθμό της λόγω του ότι του τηλεφωνούσε συχνά η ίδια και ενώ στην αρχή είπε ότι ο κ. Μιλτιάδους τον κάλεσε για να πάει στα γραφεία των εναγομένων μετά δεν θυμόταν και ύστερα είπε ότι ήταν σίγουρος ότι κάποιος άλλος του είπε να πάει να δει τον κ. Μιλτιάδους. Του υπεβλήθηκε γιατί όταν του πρότεινε ο κ. Μιλτιάδους να του πληρώσει το ποσό των ΛΚ1.750 δεν τον ρώτησε γιατί του προσφέρει αυτό το ποσό αφού το συμβόλαιο του είχε λήξει όπως του είχε πει η Βάσω, η θέση του ήταν ότι πίστευε όπως του είπε ο κ. Μιλτιάδους ότι το ποσό του διδόταν χαριστικά λόγω της προηγούμενης συνεργασίας τους. Ερωτώμενος ποιος είπε τις πληροφορίες που αναγράφονται στο Έντυπο Απαίτησης τεκμήριο 12 είπε ότι δεν γνωρίζει και ότι ο ίδιος δεν θυμάται να ερωτήθηκε για οτιδήποτε από τον κ. Μιλτιάδους και να του έδωσε απαντήσεις. Για τους εναγόμενους έδωσε μαρτυρία ο Αντρέας Μιλτιάδους ο οποίος ήταν διευθυντής των εναγομένων στη Λάρνακα από το 1980 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2003 ο οποίος ανέφερε ότι χειρίστηκε την υπόθεση του εναγόμενου προσωπικά ως μέρος των καθηκόντων του που ήταν ο χειρισμός των απαιτήσεων και οι πληρωμές τους νοουμένου ότι το ποσό των αποζημιώσεων ήταν εντός του ορίου του. Ήταν η θέση του ότι στις 04.01.1999 ημέρα Δευτέρα πήγε στο γραφείο του μετά τις διακοπές της Πρωτοχρονιάς και δέχτηκε τηλεφώνημα από τον Περιφερειακό Διευθυντή της Τράπεζας Κύπρου που του ανάφερε ότι είχε γίνει πυρκαγιά στο χωριό Αυγόρου τη μέρα της Πρωτοχρονιάς σε πελάτη τους και του είπε να χειριστεί το θέμα μέσα στο πνεύμα των ημερών. Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο εναγόμενος στο γραφείο του τον οποίο ο ίδιος ούτε γνώριζε ούτε έδωκε οδηγίες σε κανένα να τον καλέσει, του ανέφερε ποιος είναι και το περιστατικό της πυρκαγιάς. Ο ίδιος βρήκε από τα αρχεία τα δύο συμβόλαια που είχε ο ενάγοντας με τους εναγόμενους για την κατοικία του και για το εργαστήριο και αφού ανέφερε στον ενάγοντα ότι δεν μπορούσε εκείνη τη στιγμή να διαπιστώσει αν τα συμβόλαια ήταν σε ισχύ λόγω του ότι δεν ήταν ενωμένοι οι υπολογιστές του καταστήματος με τον κεντρικό υπολογιστή των εναγομένων ακολούθησε η διαδικασία υποβολής της απαίτησης του ενάγοντα και η συμπλήρωση του τεκμηρίου 12 αφού ρωτούσε κάθε ερώτηση που αναφέρεται σ΄ αυτό τον ενάγοντα ο οποίος την απαντούσε. Ζήτησε από τον ενάγοντα να του αναφέρει τη ζημιά που είχε υποστεί την οποία αντιπαράθεσε με το συμβόλαιο, τεκμήριο 7 και 17, διερχόμενος κονδύλι προς κονδύλι τα ασφαλισμένα ποσά. Ανέφερε ότι για κάθε κονδύλι ρωτούσε τον ενάγοντα ο οποίος του δήλωνε τη ζημιά του, τι αφορούσε και την αξία της. Ήταν η θέση του ότι για το κονδύλι που καλύπτει πρώτες ύλες και ήταν ασφαλισμένο για ΛΚ2.000 του είχε αναφερθεί σαφώς ότι δεν υπήρχαν έτοιμα εμπορεύματα, ενώ για το κονδύλι της ξυλείας που ήταν ασφαλισμένο για ΛΚ500 ο ενάγοντας υπέβαλε απαίτηση για ΛΚ1.
  18. Για το κονδύλι που αφορούσε τα μηχανήματα για τα οποία βάση του συμβολαίου ο εναγόμενος ήταν ασφαλισμένος για ΛΚ3.000 του είχε αναφερθεί ότι μέσα στο υποστατικό υπήρχαν μόνο κάποια μικρά εργαλεία και είπε ότι ο ίδιος γνωρίζει ότι τα μεγάλα μηχανήματα του ο ενάγοντας τα είχε μεταφέρει στο καινούργιο του εργαστήριο για το οποίο έχει ασφαλιστικό συμβόλαιο με τους εναγόμενους από το 1997 στο οποίο το ύψος του ασφαλισμένου ποσού για τα μηχανήματα είναι ΛΚ20.
  19. Η υπογραφή του εναγόμενου στο τεκμήριο 12 τέθηκε όχι την ημερομηνία που συμπληρώθηκε η απαίτηση που ήταν η 04.01.1999 αλλά στις 07.01.1999 που συμβιβάστηκε η υπόθεση και ο λόγος ήταν ότι ακολουθήθηκε η διαδικασία που ακολουθείται πάντα δηλαδή θα πήγαινε ο ίδιος επιτόπου για να δει ότι έγινε πυρκαγιά και ότι υπήρχαν ζημιές και ακολούθως θα ανατίθεται σε τρίτο πρόσωπο, όχι υπάλληλο της εναγόμενης εταιρείας, να εκτιμήσει τη ζημιά. Η ίδια διαδικασία ακολουθήθηκε και για το άλλο συμβόλαιο που αφορούσε την κατοικία και συμπληρώθηκε ξεχωριστό έντυπο απαίτησης. Είπε επίσης στον ενάγοντα εάν θυμόταν οτιδήποτε άλλο να το σημειώσει για να το συμπεριλάβουν στην απαίτηση όταν θα τελείωνε η διαδικασία. Την ίδια στιγμή και αφού έφυγε ο ενάγοντας τηλεφώνησε στον ιδιώτη εκτιμητή Ευάνθη Καζαντζή στον οποίο ανέθεσε να επισκεφτεί τα επίδικα υποστατικά και να υποβάλει έκθεση και ακολούθως ο ίδιος επισκέφτηκε το υποστατικό του ενάγοντα και διαπίστωσε τις ζημιές. Επισκέφθηκε τόσο το σπίτι όσο και το εργαστήριο του ενάγοντα. Ήταν η θέση του ότι μέσα στο εργαστήριο δεν είδε κανένα μηχάνημα καμένο ή καταστραμμένο και όταν ζήτησε από τον ενάγοντα να μαζέψει όλα τα εργαλεία για να εκτιμηθούν η απάντηση του ήταν ότι ήταν όλα καμένα και δεν μπορούσε να τα βρει. Είπε ότι ενώ ο ενάγοντας στο γραφείο του προέβαλε ως αιτία πυρκαγιάς το βραχυκύκλωμα όταν πήγε επιτόπου κάποια από τις γειτόνισσες εκεί ανέφερε το θέμα των μικρών κοτόπουλων που ζεσταίνονταν με λαμπτήρα το οποίο αργότερα επιβεβαιώθηκε από τον ίδιο τον ενάγοντα και άλλους υπαλλήλους της Τράπεζας Κύπρου στο Αυγόρου στους οποίους το ανέφερε. Ο ίδιος δεν ζήτησε τις εκθέσεις της πυροσβεστικής και της αστυνομίας γιατί η απαίτηση του ενάγοντα ήταν μικρή και λόγω του πνεύματος των ημερών αποφάσισε να προχωρήσει σε κατευθείαν διαπραγμάτευση με τον ενάγοντα. Εν τω μεταξύ ο κ. Ευάνθης Καζαντζής είχε επισκεφθεί το χώρο και την επόμενη μέρα 05.01.1999 ο ενάγοντας τον επισκέφθηκε και πάλι στο γραφείο του και ζητούσε γρήγορη διευθέτηση. Ο ίδιος του ανέφερε τότε ότι είχε επιβεβαιώσει ότι τα συμβόλαια ήταν σε ισχύ και τον κάλυπταν και στην παρουσία του ενάγοντα τηλεφώνησε στον κ. Καζαντζή ο οποίος του ανέφερε ότι θα είχε έτοιμη την έκθεση εκτίμησης στις 07.01.1999 πράγμα το οποίο έγινε στις 07.01.1999 το πρωί. Ο ίδιος τηλεφώνησε στον ενάγοντα και του ζήτησε να πάει στα γραφεία των εναγομένων, πράγμα που ο ενάγοντας έπραξε αμέσως, ξανασυζήτησαν τα ποσά που είχαν δηλωθεί στο έντυπο απαίτησης, τεκμήρια 12 και 16, του διάβασε το έντυπο τον ρώτησε αν είχε να συμπληρώσει οτιδήποτε, η απάντηση ήταν αρνητική, ακολούθως του ζήτησε να το υπογράψει πράγμα το οποίο ο ενάγων έκανε και άρχισε η διαπραγμάτευση. Εξέτασε κονδύλι προς κονδύλι την απαίτηση του ενάγοντα η οποία ήταν για το συνολικό ποσό των ΛΚ3.497 έχοντας ενώπιον του τα τεκμήρια 19 και 17 και ανέφερε ότι αφού συζήτησαν ειδικά για το θέμα της ξυλείας και το θέμα των μηχανημάτων όπου ο ενάγοντας υπέβαλε απαίτηση για ξυλεία αξίας ΛΚ1.500 ενώ το μέγιστο ποσό που καλυπτόταν από το συμβόλαιο ασφάλισης ήταν ΛΚ500 και το θέμα των εργαλείων, συγκεκριμένα ο ΜΥ1 ανέφερε στον ενάγοντα ότι επί των ποσών που ανάφερε στην απαίτηση του έπρεπε να γίνει απόσβεση και μετά από προβληματισμό από πλευράς του ενάγοντα ο οποίος σκεφτόταν το ότι η δικαστική διαδικασία σε περίπτωση που δεν αποδεχόταν το ποσό των ΛΚ1.750 που του προσφέρθηκε θα ήταν χρονοβόρα συμπληρώθηκε το έντυπο αποδοχής και εξοφλητική απόδειξη τεκμήρια 11 και 18, του διάβασε τα όσα αναφέροντο σ΄ αυτό ο ενάγοντας το πήρε στα χέρια του το σκεφτόταν για λίγο και τελικά το υπέγραψε. Τότε ο ίδιος έδωσε αμέσως οδηγίες και εκδόθηκε επιταγή την οποία παρέδωσε στον ενάγοντα την ίδια στιγμή. Η ίδια διαδικασία ακολουθήθηκε και για το άλλο συμβόλαιο. Η πρώτη φορά που άκουσε τους ισχυρισμούς του ενάγοντα ότι ο ίδιος τον είχε παραπλανήσει ήταν μετά από κάποια χρόνια όταν ο ενάγοντας πήγε μόνος του στο γραφείο του διεκδικώντας ΛΚ8.500 οπόταν ο ίδιος βρήκε αντίγραφα του φακέλου εξήγησε στον ενάγοντα το πώς είχαν καταλήξει στο ποσό που του δόθηκε και ήταν η θέση του ότι ούτε σε εκείνη τη συνάντηση ο ενάγοντας δεν προέβαλε συγκεκριμένο ισχυρισμό για μηχανήματα και έτοιμα εμπορεύματα. Επέμενε ότι δικαιούται ΛΚ8.500 και ανέφερε στον ΜΥ1 ότι θα του κινήσει αγωγή και η απάντηση που πήρε ήταν ότι ήταν δικαίωμα του. Αρνήθηκε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του ενάγοντα για δόλιες παραστάσεις και εξαπάτηση του και ήταν η θέση του ότι όλα έγιναν σύμφωνα με τη διαδικασία και μάλιστα λόγω του πνεύματος των ημερών ανταποκρίθηκε πάρα πολύ γρήγορα. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η υπάλληλος της εναγόμενης εταιρείας Βάσω Σαρδαλου ήταν το πρόσωπο που έκανε τα δύο ασφαλιστικά συμβόλαια με τον ενάγοντα και ότι τη Δευτέρα 04.01.1999 η Βάσω Σάρδαλου τηλεφώνησε στα γραφεία των εναγομένων για να αναφέρει την πυρκαγιά που έγινε την 01.01.
  20. Ήταν η θέση του ότι το πρώτο τηλεφώνημα που έλαβε εκείνη την ημέρα και του γνωστοποίησε το γεγονός της πυρκαγιάς ήταν από τον Περιφερειακό Διευθυντή της Τράπεζας Κύπρου στις 07:30 το πρωί και αργότερα δέχτηκε το τηλεφώνημα από τη Βάσω Σάρδαλου. Επανέλαβε τα όσα είχε αναφέρει κατά την κυρίως εξέταση του ότι έγιναν στις 04.01.1999 μετά που τον επισκέφτηκε ο ενάγοντας στο γραφείο του και μετά που επιβεβαιώθηκε ότι τα συμβόλαια ήταν σε ισχύ, το γεγονός ότι διόρισε τον κ. Ευάνθη Καζαντζή και ότι ο ίδιος επισκέφθηκε το χώρο όπου συνάντησε και τον ενάγοντα και συνομίλησε μαζί του. Περιέγραψε επίσης το χώρο που ήταν τα υποστατικά όπως και την πρακτική της εναγόμενης εταιρείας όταν αντιμετωπίζει παρομοίου τύπου απαιτήσεις. Ήταν η θέση του ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση αν και η ζημιά δεν ήταν μεγάλη επειδή όμως ήταν πολλαπλή αφού αφορούσε το εργαστήριο, την κατοικία και τα καταστήματα που υπήρχαν στο υποστατικό διόρισε αμέσως εκτιμητή. Είπε ότι δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει τα αίτια της πυρκαγιάς λόγω του μικρού ποσού που διεκδικούσε ο ενάγοντας. Ήταν η θέση του ότι του τηλεφώνησαν από το ΤΑΕ Αμμοχώστου για να τον ρωτήσουν αν τα συμβόλαια ασφάλισης του ενάγοντα ήταν σε ισχύ και είπε ότι επισκέφτηκε προσωπικά το ΤΑΕ έδωσε γραπτή κατάθεση και παράδωσε αντίγραφα των συμβολαίων. Ήταν η θέση του ότι αναζήτησε από το ΤΑΕ Αμμοχώστου την κατάθεση του μετά που άκουσε τον ΜΕ7 να δίδει μαρτυρία στο Δικαστήριο αλλά δεν αναβρέθηκε. Επισκέφθηκε επίσης τον Αστυνομικό Σταθμό Αυγόρου και είδε ότι και πάλι δεν βρισκόταν στο φάκελο η κατάθεση του όπως ούτε επιστολές που είχε αποστείλει και αντίγραφο της επιταγής. Ήταν η θέση του ότι έδωσε κατάθεση περίπου 7 - 10 μέρες μετά την ημέρα της πυρκαγιάς ως μέρος πρακτικής που ακολουθεί η Αστυνομία όταν διερευνά τέτοιου είδους υποθέσεις αφού πάντα η πρώτη ενέργεια της Αστυνομίας που διερευνά τα αίτια της πυρκαγιάς είναι να ζητήσει από την ασφάλεια κατά πόσο υπάρχει ασφαλιστικό συμβόλαιο καθώς και αντίγραφα και αυτό έχει γίνει στο παρελθόν και άλλες φορές. Επέμενε ότι το τεκμήριο 11 συμπληρώθηκε από τον ίδιο στην παρουσία του ενάγοντα στις 04.01.1999 αλλά ο ενάγοντας το υπέγραψε στις 07.01.1999 γιατί έμεινε σε εκκρεμότητα το κατά πόσο υπήρχε οτιδήποτε άλλο που ενάγοντας ήθελε να συμπληρώσει και δεν θα υπήρχε περιθώριο να συμπληρωθεί οτιδήποτε εάν το έγγραφο ήταν υπογραμμένο. Ήταν η θέση του ότι ουσιαστικά αποζημίωσε τον ενάγοντα για όσα καλύπτονταν από το συμβόλαιο του αφού όμως προέβηκε σε απόσβεση για τα εργαλεία. Κατάθεσε την έκθεση του κ. Καζαντζή ως τεκμήριο
  21. Αναφορικά με τη χειρόγραφη σημείωση που υπάρχει στο τεκμήριο 19 υπό τον τίτλο ημερομηνία επιθεώρησης όπου αναγράφεται με τυπωμένα γράμματα η ημερομηνία 02.01.1999 και είναι με μελάνι και χειρόγραφα διορθωμένη 04.01.1999 ήταν η θέση του ότι αυτή τη διόρθωση την είχε κάνει ο ίδιος ο εκτιμητής πολύ πρόσφατα μια εβδομάδα περίπου πριν την ημέρα που ο ίδιος κατέθετε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο. Ήταν η θέση του συνηγόρου για τον ενάγοντα ότι όλα όσα έχει αναφέρει ήταν ψέματα θέση την οποία αρνήθηκε. Επανέλαβε τα όσα είχε αναφέρει στην κυρίως εξέταση του αναφορικά με τα γεγονότα που έγιναν στις 04.01.1999 και στις 05.01.1999 και ήταν η θέση του ότι είχε πληροφορήσει τον ενάγοντα ότι το συμβόλαιο ήταν σε ισχύ στις 05.01.1999 γιατί ο ίδιος επιβεβαίωσε ότι το συμβόλαιο ήταν σε ισχύ στις 04.01.1999 μετά που επέστρεψε ο ίδιος από την επίσκεψη του στα υποστατικά του ενάγοντα, είπε ότι ο ενάγοντας τον είχε επισκεφτεί στις 04.01.1999 πολύ πρωί και ακόμα και τη στιγμή που ήταν εκεί δεν είχε ενωθεί το κεντρικό σύστημα των computer για να μπορέσει να διακριβώσει ενόσω ο ενάγοντας ήταν εκεί κατά πόσο το συμβόλαιο του ήταν σε ισχύ, και ο ίδιος δοκίμασε να βρει τον ενάγοντα τηλεφωνικά στις 04.01.1999 δεν τον βρήκε και την επόμενη μέρα που και πάλι ο ενάγοντας τον επισκέφτηκε του το ανέφερε. Ήταν η θέση του ότι πριν να γίνει το συμβόλαιο ασφάλισης των υποστατικών υπάλληλος των εναγομένων πήγε επιτόπου και έλεγξε το χώρο. Ερωτώμενος αναφορικά με το κονδύλι που αφορά την οικοδομή του εργοστασίου που ήταν ασφαλισμένο για ΛΚ3.000 ήταν η θέση του ότι το κονδύλι αυτό πληρώθηκε λόγω λάθους στο άλλο συμβόλαιο που αφορούσε την κατοικία και τούτο έγινε λόγω του ότι ο ενάγοντας αποζημιώθηκε αμέσως και πιθανόν γι αυτό να έγινε αυτό το λάθος. Για το άλλο συμβόλαιο πλήρωσε ΛΚ1.
  22. Όταν του υπεβλήθηκε ότι ο εκτιμητής στο τεκμήριο 19 αναφέρει ΛΚ1.500 για το ξυλουργείο και για την βοηθητική οικοδομή για να επαναφερθούν στην αρχική τους κατάσταση ήταν η θέση του ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον εκτιμητή του είπε ότι χρειάζεται ποσό ΛΚ750 για επιδιόρθωση το οποίο πληρώθηκε στο άλλο συμβόλαιο. Αναφορικά με το κονδύλι "έτοιμα εμπορεύματα" που ήταν ασφαλισμένο για ΛΚ2.000 ήταν η θέση του ότι ο ενάγοντας είχε δηλώσει ότι δεν είχε έτοιμα εμπορεύματα μέσα στο υποστατικό και ότι τα ίδια είπε και στον εκτιμητή αφού όπως φαίνεται από το τεκμήριο 19 δεν υπάρχει καμιά αναφορά για έτοιμα εμπορεύματα, το ίδιο δήλωσε και στην αστυνομία στην κατάθεση του τεκμήριο
  23. Αναφορικά με τα μηχανήματα που ήταν ασφαλισμένα για ΛΚ3.000 είπε ότι ο ενάγοντας του είχε δηλώσει ότι δεν είχε μηχανήματα μέσα στο υποστατικό παρά μόνο εργαλεία και ότι τα μηχανήματα τα είχε μεταφέρει στο άλλο του το εργοστάσιο και τα οποία είναι ασφαλισμένα σε άλλο συμβόλαιο και επίσης ο ίδιος δήλωσε ότι κατά τη δική του επίσκεψη στο υποστατικό δεν είδε κανένα μηχάνημα εκεί κατεστραμμένο. Όταν του υπεβλήθη ότι στο τεκμήριο 19 ο εκτιμητής του αναφέρει το συνολικό ποσό των ΛΚ1.140 για τα εργαλεία ήταν η θέση του ότι προφανώς ο εκτιμητής δέχτηκε τη δήλωση του ενάγοντα όπως αυτή φαίνεται στα τεκμήρια 11 και 18 και ότι ο ίδιος προέβηκε σε απόσβεση στα εργαλεία αυτά. Όσον αφορά το θέμα της ξυλείας που στο τεκμήριο 19 αναφέρεται ΛΚ750,00 ήταν η θέση του ότι ο ενάγοντας πληρώθηκε το μέγιστο ποσό για το οποίο ήταν ασφαλισμένος γι αυτό το κονδύλι που ήταν ΛΚ500 και ήταν ένα από τα σημεία που είχαν διαφωνία με τον ενάγοντα πριν να αποδεχθεί τη προσφορά των ΛΚ1.
  24. Σε υποβολή ότι η ζημιά του ενάγοντα ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτή που του δόθηκε και ότι θα έπρεπε να ήταν τουλάχιστον οι ΛΚ8.500 ήταν η θέση του μάρτυρα ότι αυτό δεν μπορούσε να ήταν δυνατό σε καμιά περίπτωση γιατί η οικοδομή έπαθε πολύ λίγη ζημιά, δεν υπήρχε απαίτηση για μηχανήματα ούτε για έτοιμα εμπορεύματα και πληρώθηκε το μέγιστο ποσό για το κονδύλι της ξυλείας. Σε υποβολές του συνηγόρου του ενάγοντα ότι από τη στιγμή που δεν ήταν σίγουροι για την αιτία πυρκαγιάς αν ήταν βραχυκύκλωμα ή αν οφειλόταν στον λαμπτήρα που ζέσταινε τα κοτόπουλα τότε λογικά δεν έπρεπε να πληρωθεί καμιά απαίτηση ήταν η θέση του μάρτυρα ότι κάθε υπόθεση στηρίζεται στα δικά της δεδομένα, ότι εξαρτάται πάντοτε από το ύψος της απαίτησης και ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω του πνεύματος των ημερών και του χαμηλού ποσού που ήταν εντός του ορίου του αποφάσισε να το χειριστεί με αυτό τον τρόπο και δεν ήταν υποχρεωμένος να δώσει λόγο πυρκαγιάς για την παρούσα απαίτηση. Ερωτώμενος γιατί έκανε απόσβεση στις τιμές που έθεσε ο εκτιμητής στο τεκμήριο 19 ήταν η θέση του ότι αυτό προνοεί ο όρος 14 του τεκμηρίου 17 ο οποίος μιλά για αντικατάσταση των αντικειμένων στην κατάσταση που αυτά βρίσκονταν κατά το χρόνο που έγινε η ζημιά. Ήταν η θέση του ότι οι αξίες που αναφέρονται στο τεκμήριο 19 αναφέρονται στην ημερομηνία αγοράς του μηχανήματος και κακώς δεν προέβη σε απόσβεση ο εκτιμητής και έτσι έπρεπε να την κάνει ο ίδιος και ήταν της τάξης του 40%. Η μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μου και είναι καθήκον του Δικαστηρίου να την αξιολογήσει. Η διαπίστωση ευρημάτων και η κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων είναι καθήκον του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο ακριβώς για το λόγο ότι είχε την ευκαιρία να παρακολουθεί τους μάρτυρες ενόσω έδινα μαρτυρία, είναι σε εξέχουσα θέση να την αξιολογήσει (Papadopoulos v. Stavrou

(1982)1 CLR 321). Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία στο Δικαστήριο και θεωρώ ότι η αξιολόγηση τους δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία. Οι ΜΕ1, ΜΕ4, ΜΕ5, ΜΕ6, ΜΕ7 και ΜΕ8 μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση, η μαρτυρία τους ουσιαστικά έμεινε αναντίλεκτη και τη δέχομαι στην ολότητα της. Οι ΜΕ2 και ΜΕ3 είναι φανερό ότι ήρθαν στο Δικαστήριο για να βοηθήσουν την υπόθεση του ενάγοντα. Ο ΜΕ2 ενώ στην κυρίως εξέταση του θυμόταν με ακρίβεια ότι όταν έγινε η πυρκαγιά ο ενάγοντας του χρωστούσε συνολικά ΛΚ3.000 εκ των οποίων οι ΛΚ1.200 αφορούσαν ξυλεία για μια κατοικία που του είχαν πάρει λίγο καιρό πριν την πυρκαγιά, και ανέφερε ότι στο εργαστήριο του είχε εργαλεία τα οποία και περιέγραψε, στην αντεξέταση του δεν θυμόταν όχι μόνο την ημερομηνία της πυρκαγιάς αλλά ούτε τη χρονολογία δήλωσε μάλιστα "μπορεί το 2001 μπορεί το 2000 δεν θυμούμαι" και μόνο την επανεξέταση του θυμήθηκε ότι ήταν πρωτοχρονιά αλλά δεν θυμόταν ποιας χρονιάς. Θεωρώ ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν ειλικρινής και ότι ο μοναδικός λόγος που έδιδε μαρτυρία ήταν ξεκάθαρα για να βοηθήσει τον ενάγοντα ο οποίος ήταν και είναι πελάτης του. Η μαρτυρία του δεν είναι πιστευτή. Ο ΜΕ3 εκτός από πελάτης είναι και συγγενής του ενάγοντα. Είπε ότι είχε αναθέσει στον ενάγοντα το Μάρτη του 1998 να του κατασκευάσει την ξυλεία στην οικία του συγκεκριμένα ερμάρια, πάγκους και πόρτες μάλιστα τον προπλήρωσε με επιταγές της ΣΠΕ Αυγόρου στις 04.03.1998 και 06.03.1998 για ποσό ΛΚ4.760 και ΛΚ1.400 αντίστοιχα γιατί βιαζόταν πολύ να του τελειώσει τη δουλειά, ανέφερε ακολούθως ότι τα αντικείμενα που είχε αναθέσει στον ενάγοντα να φτιάξει ήταν έτοιμα για παράδοση αλλά κάηκαν στην πυρκαγιά που έγινε 01.01.
  1. Θεωρώ ότι όταν κάποιος προπληρώνει σχεδόν ΛΚ6.500 για ξυλουργική εργασία γιατί βιάζεται δεν είναι λογικό αυτή η εργασία να τελειώσει 9 μήνες μετά οπόταν και θα παραδιδόταν και ως αποτέλεσμα κάηκε. Θεωρώ ότι ούτε ο εν λόγω μάρτυρας δεν είναι αξιόπιστος γι αυτό και η μαρτυρία του απορρίπτεται. Ο ενάγοντας είναι φανερό ότι ήρθε καλά προετοιμασμένος για την υπόθεση του. Ανέφερε τις λεπτομέρειες του ασφαλιστικού συμβολαίου, περιέγραψε τα μηχανήματα και τα εργαλεία που κατά τους ισχυρισμούς του βρίσκονταν μέσα στο υποστατικό όπως και τη ξυλεία και τα έτοιμα εμπορεύματα τα οποία ήταν έτοιμα για παράδοση. Έχουν όμως εντοπιστεί σημαντικές αντιφάσεις και/ή κενά στη μαρτυρία του. Όσον αφορά τα έτοιμα εμπορεύματα ο ίδιος έχει αναφέρει ότι οι πελάτες για τους οποίους προορίζονταν τα μηχανήματα αυτά ήταν οι Μάριος Ευαγγέλου, Δώρα Καλλή και Αργύρης από το Αυγόρου, κανένας από τους οποίους δεν έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο, ενώ αντίθετα ο Μάριος Ευαγγέλου ο οποίος έδωσε μαρτυρία ότι στο εργαστήριο του ενάγοντα υπήρχαν τελειωμένα εμπορεύματα που ανήκαν στον ίδιο, δεν αναφέρθηκε καθόλου από τον ενάγοντα ότι ήταν πελάτης του και ότι θα του παρέδιδε έτοιμα εμπορεύματα. Περαιτέρω ενώ έδιδε προφορική μαρτυρία όπως και στη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, τεκμήριο 4, περιέγραψε το υποστατικό του ως αποθήκη και όχι ως ξυλουργείο. Όταν ρωτήθηκε από τον δικηγόρο των εναγομένων για το θέμα αυτό η απάντηση του ήταν "για μένα εργαστήριο ή αποθήκη είναι το ίδιο". Σε γενικές γραμμές ο ενάγοντας δεν μου έχει κάνει καλή εντύπωση, ήταν εριστικός κάποιες ερωτήσεις τις απαντούσε με ευθύτητα ενώ άλλες ερωτήσεις απέφευγε να απαντήσει και έπρεπε να ερωτηθεί και δεύτερη φορά για να τις απαντήσει και η μαρτυρία του είχε αρκετές αντιφάσεις σε σχέση και με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί και φέρω ως ένα παράδειγμα την ένορκη μαρτυρία του ότι τα τεκμήρια 11 και 18 όταν τα υπόγραψε ήταν λευκά και δεν έγραφαν τίποτα πάνω ενώ τελικά δέχτηκε ότι στα εν λόγω τεκμήρια βρισκόταν τυπωμένο το κείμενο και τα μόνα κενά τα οποία έπρεπε να συμπληρωθούν ήταν η ημερομηνία ο αριθμός του ασφαλιστικού συμβολαίου και το ποσό το οποίο θα διδόταν. Ο ΜΥ1 μου έχει κάνει πολύ καλή εντύπωση απαντούσε τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και στο στάδιο της κυρίως εξέτασης αλλά και της αντεξέτασης του με ευθύτητα ετοιμότητα και χωρίς να πέσει σε αντιφάσεις. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε καθόλου παρά την επίμονη και εκτεταμένη αντεξέταση του από το συνήγορο του ενάγοντα. Δέχομαι το σύνολο της μαρτυρίας του και τον κρίνω ως πλήρως αξιόπιστο μάρτυρα. Η σημαντικότερη διαφορά των δύο πλευρών έγκειται στο κατά πόσο δόθηκαν παραστάσεις στον ενάγοντα, ως ισχυρίζεται, ότι το συμβόλαιο του δεν ήταν σε ισχύ και ότι το ποσό των ΛΚ1.750 που του προσφέρθηκε ήταν χαριστικά, που είναι και ο λόγος ο οποίος το αποδέχθηκε. Η θέση του ενάγοντα ότι ο ίδιος πίστευε ότι δεν ήταν ασφαλισμένος αφού το συμβόλαιο του δεν ήταν σε ισχύ στηρίζεται στη προφορική του μαρτυρία, στη μαρτυρία άλλων μαρτύρων που έχουν κληθεί από τον ίδιο και σε αριθμό τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί. Αντίθετα η θέση των εναγομένων ήταν ότι το ασφαλιστικό συμβόλαιο ήταν σε ισχύ γι αυτό το λόγο και προχώρησαν στην διευθέτηση της απαίτησης του ενάγοντα. Αυτή η θέση του ενάγοντα η οποία έχει καταλυτική σημασία για την υπόθεση του θα εξεταστεί πρώτα. Ήταν η θέση του ενάγοντα ότι το γεγονός ότι το συμβόλαιο του δεν ήταν σε ισχύ του το είχε αναφέρει προφορικά η Βάσω την ημέρα της πυρκαγιάς 01.01.1999 όταν της τηλεφώνησε σύμφωνα με τον ισχυρισμό του στο κινητό της τηλέφωνο. Θεωρώ ότι αυτός ο ισχυρισμός είναι δύσκολο να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα δεδομένου του ότι τα γραφεία των εναγομένων ήταν κλειστά εκείνη την ημέρα και είναι δύσκολο να γίνει πιστευτό ότι η υπάλληλος των εναγομένων Βάσω θυμόταν χωρίς να πρέπει να προστρέξει σε έγγραφα ότι το συγκεκριμένο συμβόλαιο δεν ήταν σε ισχύ. Περαιτέρω ο ενάγοντας δέχτηκε ότι είχε στην κατοχή του αντίγραφο του συμβολαίου το οποίο ούτε καν κοίταξε να δει κατά πόσο έγραφε οτιδήποτε πάνω αναφορικά με την ισχύ του και ούτε διερεύνησε αν είχε στην κατοχή του αποδείξεις ή τις καταστάσεις λογαριασμού του στις οποίες φαινόταν το ποσό αποκοπής που ισοδυναμούσε με τα ασφάλιστρα για το συμβόλαιο του. Αναφορικά με το τεκμήριο 1 που είναι η αναφορά πυρκαγιάς που κατατέθηκε από τον ΜΕ1 όπου στα σημεία 19 και 20 "όνομα ασφαλιστικής κάλυψης" και "ποσό ασφαλιστικής κάλυψης" δεν υπάρχει καμιά καταχώρηση δόθηκε μαρτυρία από τον ΜΕ5 ο οποίος είπε ότι "είτε ο ενάγοντας δεν είχε ασφάλεια είτε ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει αν είχε ασφάλεια". Από αυτή τη μαρτυρία βεβαίως δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο ενάγοντας πίστευε ότι δεν είχε ασφάλεια. Αναφορικά με τα τεκμήρια 4 που είναι η κατάθεση του ενάγοντα που δόθηκε στην αστυνομία στις 06.01.1999 όπου αναφέρει "η αποθήκη μου δεν καλύπτεται από ασφάλεια", 5 που είναι η συνοπτική έκθεση του Λοχία 3268 όπου στο σημείο 11 αναφέρει "η περιουσία του Χρίστου όσο και της Πετρούλας δεν ήτο ασφαλισμένες", παρατηρώ ότι το μεν τεκμήριο 4 είναι η κατάθεση του ενάγοντα και σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενισχυτική της δικής του μαρτυρίας αφού θα αποτελούσε αυτοενίσχυση, όσο δε αφορά το τεκμήριο 5 ο ΜΕ7 κατά την αντεξέταση του δέχτηκε ότι αυτό καταρτίστηκε από την μαρτυρία των διαφόρων μαρτύρων που είχαν επισκεφτεί το χώρο της πυρκαγιάς και από τα όσα είχε αναφέρει ο ίδιος ο ενάγοντας. Το τεκμήριο 6 είναι το άρθρο του ΜΕ8 που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Χαραυγή και στην οποία αναφέρεται "για τα δύο υποστατικά και την ανώγειο κατοικία του Χρίστου η οποία υπέστη επίσης ζημιές δεν υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη για καταστροφές από φωτιά", ήταν επίσης η προφορική του μαρτυρία ότι το γεγονός αυτό το είχε πληροφορηθεί σίγουρα από την αστυνομία αφού είναι το πρώτο πράγμα που εξετάζει πάντα ως δημοσιογράφος, δεν θυμόταν όμως ποιος του έδωσε αυτή την πληροφορία. Ήταν επίσης η θέση του ότι σε ρεπορτάζ που μετέδωσε ο ίδιος το ίδιο βράδυ δεν αναφέρθηκε τίποτα για το θέμα της ασφάλειας. Ούτε και από αυτή τη μαρτυρία μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο ενάγοντας δεν είχε ασφάλεια. Αντίθετα η θέση των εναγομένων είναι ότι ο εναγόμενος γνώριζε ότι το συμβόλαιο του ήταν σε ισχύ στις 05.01.1999 όταν το γεγονός αυτό του ανεφέρθη από τον ΜΥ1 ο οποίος το διακρίβωσε στις 04.01.1999 αλλά δεν κατάφερε να εντοπίσει τον ενάγοντα την ίδια στιγμή για να του το αναφέρει και έτσι του το ανέφερε την επομένη όταν ο ενάγοντας επισκέφτηκε τα γραφεία των εναγομένων και διεκδικούσε γρήγορη διευθέτηση της απαίτησης του. Ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι κατά το χρόνο της πυρκαγιάς υπήρχε έγκυρο ασφαλιστικό συμβόλαιο, ότι ο ίδιος ο ενάγοντας δήλωσε το ύψος της ζημιάς που υπέστη, ότι ουδέποτε παρέστησαν με οποιοδήποτε τρόπο στον ενάγοντα ότι δεν υπήρχε έγκυρο συμβόλαιο σε ισχύ και ότι σε αυτή τη βάση τον έπεισαν να δεχτεί λιγότερο ποσό από αυτό που δικαιούτο αφού είναι η θέσης τους ότι το ποσό που ο ενάγοντας πήρε και αποδέχτηκε για πλήρη διευθέτηση της αξίωσης του ήταν ότι δικαιούτο με βάση τα κονδύλια του συμβολαίου, θέση η οποία είναι αποδεχτή από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία που δόθηκε προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ενάγοντα ότι του έγιναν ψευδής και δόλιες παραστάσεις ότι το συμβόλαιο του ότι δεν ήταν σε ισχύ ήταν το τηλεφώνημα που έκανε ο ίδιος στη Βάσω την ημέρα της πυρκαγιάς που ήταν η πρωτοχρονιά του 1999 ο οποίος όπως έχει ήδη αναφερθεί προηγουμένως δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα με βάση τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα εξέθεσε. Σημειώνω ότι σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ο ενάγοντας δεν έχει αναφέρει ότι ρώτησε τον ΜΥ1 με τον οποίο είχε τουλάχιστον τρεις συναντήσεις στις 04.01, 06.01 και 07.01.1999 κατά πόσο το συμβόλαιο του είναι σε ισχύ. Ήταν η θέση του ότι επειδή του είπε η Βάσω προφορικά την 01.01.1999 το συμβόλαιο του δεν ήταν σε ισχύ στηρίχτηκε σε αυτό το λόγο χωρίς καμιά περαιτέρω διερεύνηση θέση την οποία θεωρώ ότι δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο ενάγοντας φάνηκε πολύ μαχητικό πρόσωπο διεκδικούσε όπως είναι η μαρτυρία του ΜΥ1 μεγαλύτερο ποσό για το θέμα της ξυλείας και δεν μπορώ να σκεφτώ ότι ένα τέτοιο άτομο θα στηριζόταν σε ένα τηλεφώνημα που έγινε την ημέρα της πυρκαγιάς προς την Βάσω η οποία σίγουρα δεν βρισκόταν στο γραφείο της και η οποιαδήποτε απάντηση τυχόν του δόθηκε εάν όντως έγινε αυτό το τηλεφώνημα και δεν είχε ενώπιον της κανένα στοιχείο. Είναι επίσης σημαντικό το γεγονός ότι ο ενάγοντας πέραν του τηλεφωνήματος που ισχυρίζεται ότι έκανε στη Βάσω την 01.01.1999 δεν ξανατηλεφώνησε στην Βάσω και ούτε η ίδια ξαναεπικοινώνησε μαζί του. Ο ενάγοντας έχει τη θέση ότι δεχθεί ανεπίτρεπτη επιρροή (undue influence) και /ή ψυχική πίεση αφού ο ΜΥ1 εκμεταλλευόμενος την πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση του ενάγοντα προσπάθησε και εξασφάλισε δόλια και με ψευδείς παραστάσεις την υπογραφή του ενάγοντα στο τεκμήριο
  2. Σύμφωνα με άρθρο 16 του Κεφ. 149 περί Συμβάσεων Νόμου όπως και την νομολογία για να μπορεί να αποδειχθεί ισχυρισμός για ψυχική πίεση πρέπει να αποδειχτεί η ύπαρξη τέτοιας σχέσης μεταξύ των μερών ώστε το ένα από αυτά να κυριαρχεί πάνω στην θέληση του άλλου. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει αποδειχτεί τέτοια σχέση. Ο ΜΥ1 υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής των εναγομένων αφού διαπίστωσε το ασφαλιστικό συμβόλαιο του ενάγοντα ήταν σε ισχύ στα πλαίσια των καθηκόντων του συμπλήρωσε στην παρουσία του ενάγοντα και με τις δικές του απαντήσεις το τεκμήριο 16, ακολούθως αφού έλαβε και τη σχετική έκθεση του ιδιώτη εκτιμητή τεκμήριο 19 προέβη σε διαπραγμάτευση της αξίωσης του ενάγοντα στην παρουσία του. Η διαδικασία αυτή έγινε σε τρεις συναντήσεις που είχε ο ενάγοντας με τον ΜΥ1 στις 04.01.1999, 05.01.1999 και 07.01.1999 μάλιστα ο ΜΥ1 έχει αναφέρει ότι συζήτησε με τον ενάγοντα ειδικά για το θέμα της αποζημίωσης για την ξυλεία και το εργαστήριο (το κτίριο του εργαστηρίου) για τα οποία ο ενάγοντας διεκδικούσε μεγαλύτερα ποσά από αυτά που του προσφέρθηκαν αλλά στο τέλος αφού ο ίδιος ζύγισε το συμφέρον του είτε να διεκδικήσει περισσότερη αποζημίωση από το Δικαστήριο διαδικασία που θα ήταν χρονοβόρα και δαπανηρή είτε να αποδεχθεί την αποζημίωση που του προσφερόταν άμεσα, αποφάσισε το δεύτερο. Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων θεωρώ ότι η πρώτη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται. Δεύτερη προϋπόθεση είναι να υπάρχει όφελος στον δυνατό από τους συμβαλλόμενος και η εξασφάλιση αθέμιτου οφέλους εις βάρος του άλλου. Στην παρούσα περίπτωση ο ΜΥ1 δεν είχε κανένα προσωπικό όφελος από αυτή την διευθέτηση και θεωρώ ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν πραγματοποίησε αθέμιτο κέρδος στην συγκεκριμένη περίπτωση με την διαπραγμάτευση του ποσού που ζητούσε ο ενάγοντας σε σχέση με αυτό που τελικά του δόθηκε. Σε αυτό το σημείο θεωρώ ότι είναι ορθό να τεθεί ότι το σύνολο των ποσών που ο ενάγοντας διεκδίκησε από τους εναγόμενους συμφώνως του τεκμηρίου 16 ήταν ΛΚ3.497 από τις οποίες οι ΛΚ1.500 αφορούν απαίτηση για ξυλεία η οποία όμως με βάση το τεκμήριο 17 ήταν ασφαλισμένη για μέγιστο ποσό των ΛΚ
  3. Κατ΄ επέκταση η αξίωση του ενάγοντα σύμφωνα με το τεκμήριο 16 ήταν για ΛΚ2.497 σύνολο και τελικά του δόθηκε το ποσό των ΛΚ1.750 δηλαδή δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά στο αξιούμενο ποσό και σε αυτό που έχει δοθεί για να μπορεί να θεωρηθεί ότι η εναγόμενη εταιρεία πραγματοποίησε οποιοδήποτε κέρδος εις βάρος του ενάγοντα. Ενόψει των ανωτέρω ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι τον εξαπάτησαν δολίως και/ή με ψευδής παραστάσεις ότι το ασφαλιστικό συμβόλαιο του δεν ήταν σε ισχύ είναι καταδικασμένος σε αποτυχία και απορρίπτεται και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι το Τεκμήριο 17 ήταν έγκυρο και σε ισχύ τόσο την ημέρα της πυρκαγιάς 01.01.1999 όσο και κατά τη διαπραγμάτευση και πληρωμή στον ενάγοντα του ποσού των ΛΚ1.750 στις 07.01.
  4. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται επίσης ότι οι εναγόμενοι τον εξαπάτησαν και/ή τον ξεγέλασαν προσφέροντας του πολύ χαμηλό ποσό για τις ζημιές που υπέστη και αυτό τον ισχυρισμό θα εξετάσω τώρα. Το ασφαλιστικό συμβόλαιο το οποίο κατετέθη στο Δικαστήριο σαν τεκμήριο 7 το φωτοαντίγραφο και τεκμήριο 17 το πρωτότυπο αναφέρει ρητά τους κινδύνους τους οποίους καλύπτει τον κάθε ένα χωριστά. Το σύνολο του ασφαλιζόμενου κινδύνου είναι ΛΚ8.500 και αφορούν ΛΚ3.000 ασφαλιζόμενο ποσό για την οικοδομή του εργοστασίου με ασφάλιστρο ΛΚ18,60, έτοιμα εμπορεύματα για ΛΚ2.000 με ασφάλιστρο ΛΚ12,40 μηχανήματα ΛΚ3.000 με ασφάλιστρο ΛΚ18,60 και πρώτες ύλες ΛΚ500 με ασφάλιστρο ΛΚ3,
  5. Ο ενάγοντας απαντώντας σε ερωτήσεις του ΜΥ1 όταν πήγε στο γραφείο του στις 04.01.1999, στις 05.01.1999 και στις 07.01.1999 υπέβαλε την απαίτηση του και το σχετικό έντυπο έχει κατατεθεί ως τεκμήριο 12 το φωτοαντίγραφο και τεκμήριο 16 το πρωτότυπο. Σε αυτό ισχυρίζεται ότι υπέστη ολική καταστροφή του κτιρίου την οποία κοστολόγησε σε ΛΚ1.000, καταστροφή ξυλείας για την οποία η απαίτηση του ήταν ΛΚ1.500 και ζημιά σε διάφορα εργαλεία την οποία ο ίδιος κοστολόγησε ΛΚ1.
  6. Αναφορικά με το θέμα της ξυλείας είναι φανερό από το τεκμήριο 7 ότι το μέγιστο ποσό για το οποίο ήταν ασφαλισμένος ήταν το ποσό των ΛΚ500 συνεπώς το ποσό των ΛΚ1.500 που ο ενάγοντας είχε υποβάλει ως απαίτηση δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεχτό αφού η κάλυψη περιοριζόταν στο ποσό των ΛΚ
  7. Όσον αφορά τα μηχανήματα είναι φανερό ότι ο ενάγοντας δεν υπέβαλε απαίτηση για μηχανήματα παρά μόνο για εργαλεία συνολικού ύψους ΛΚ1.
  8. Το γεγονός ότι δεν υπήρχαν μηχανήματα στο υποστατικό επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο 19 που είναι η έκθεση του Ευάνθη Καζαντζή στο οποίο περιγράφονται τα εργαλεία τα οποία εκτιμήθηκαν. Περαιτέρω ο ΜΥ1 έχει αναφέρει στο Δικαστήριο, και η μαρτυρία του στο σημείο αυτό έχει μείνει αναντίλεκτη, ότι ο ενάγοντας κατέχει δεύτερο υποστατικό το οποίο χρησιμοποιεί ως ξυλουργείο και το οποίο είναι επίσης ασφαλισμένο στους εναγόμενους στο οποίο υπάρχουν μηχανήματα τα οποία είναι ασφαλισμένα, ότι την ημέρα που επισκέφθηκε το υποστατικό μετά την πυρκαγιά δεν υπήρχε κανένα μεγάλο μηχάνημα εντός του εργοστασίου. Η πιο πάνω θέση του ΜΥ1 έχει άμεση σχέση με το επίδικο υποστατικό το οποίο ο ίδιος ο ενάγοντας στην κατάθεση του στην αστυνομία τεκμήριο 4 περιγράφει ως αποθήκη και όχι ως ξυλουργείο, αυτή η περιγραφή υπάρχει και στο τεκμήριο 1 όπου στις παραγράφους 11 και 16 το επίδικο υποστατικό αναφέρεται ως εργαστήριο /αποθήκη και όταν περιγράφονται το περιεχόμενο του γίνεται μνεία σε εργαλεία ξυλουργικής και εξαρτήματα ξυλουργικής και όχι σε μηχανήματα. Επίσης στο τεκμήριο 2 στην παράγραφο 2.1 αναφέρονται τα ακόλουθα "το εργαστήριο ξυλουργικής εδώ και αρκετό καιρό δεν χρησιμοποιείτο σαν τέτοιο παρά σαν αποθηκευτικός χώρος" Σημειώνω το γεγονός ότι στο τεκμήριο 4 ο ίδιος ο ενάγοντας περιγράφει σε αρκετές φορές το υποστατικό ως αποθήκη και σε καμία περίπτωση δεν αναφέρεται σε αυτό ως ξυλουργείο. Επίσης στο τεκμήριο 5 που είναι η συνοπτική έκθεση στην παράγραφο 2 αναφέρεται "το κτίριο αυτό δεν χρησιμοποιείτο τον τελευταίο καιρό σαν εργαστήριο αλλά σαν αποθήκη αν και ο Χρίστου είχε μέσα ορισμένη ποσότητα ξυλείας και λίγα εργαλεία συνολικής αξίας ΛΚ2.500". Τα πιο πάνω ενισχύονται και με την μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα κατά την αντεξέταση του ότι επειδή είχε προβλήματα με τους γείτονες του λόγω του θορύβου ουσιαστικά δεν ασκούσε εκεί ξυλουργικές εργασίες. Συνεπώς αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το εν λόγω υποστατικό χρησιμοποιείτο ως αποθήκη και όχι ως ξυλουργείο εντός της οποίας δεν υπήρχαν μεγάλα μηχανήματα παρά μόνο κάποια μικρά εργαλεία. Συνεπώς το κονδύλι των ΛΚ3.000 που ήταν το συνολικό ποσό ασφάλισης για μηχανήματα δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να το διεκδικήσει ο ενάγοντας για τα λίγα εργαλεία που υπήρχαν στην αποθήκη. Τα τεκμήρια 8, 9 και 10 που έχουν κατατεθεί από τον ενάγοντα και αφορούν τιμολόγιο και αποδείξεις πληρωμών έναντι τιμολογίων αναφέρονται σε κάποια αντικείμενα συνολικής αξίας ΛΚ6.
  9. Δεν έχει δοθεί μαρτυρία από τον ενάγοντα κατά πόσο τα αντικείμενα αυτά είναι μηχανήματα ή εργαλεία ούτε και κατά πόσο η πλάνια που αναφέρεται στο τεκμήριο 8 είναι αυτή η οποία υπήρχε στο εργαστήριο /αποθήκη του ενάγοντα όταν ξέσπασε η πυρκαγιά. Στο τεκμήριο 16 ο ίδιος κοστολόγησε τις ζημίες στα εργαλεία στο ποσό των ΛΚ1.
  10. Αυτό το ποσό αναγράφεται και στο τεκμήριο 19 όμως υπάρχει ρητή η θέση του εκτιμητή ότι τα εργαλεία και οι αξίες που αναφέρονται αποτελούν ισχυρισμούς του ιδιοκτήτη και όχι διαπιστώσεις του ίδιου του εκτιμητή. Τα ποσά τα οποία αναφέρονται επίσης στο τεκμήριο 19 είναι τα ποσά που ο ίδιος ο ενάγοντας έχει υποβάλει με την απαίτηση του χωρίς να διευκρινιστεί κατά πόσο τα ποσά αυτά αφορούν τα ποσά αγοράς των μηχανημάτων ή την αξία τους τη δεδομένη στιγμή. Δεν έχει δοθεί καμιά μαρτυρία από τον ενάγοντα αναφορικά με την αγοραστική αξία των εργαλείων είτε όταν τα αγόρασε ή την χρονική στιγμή της πυρκαγιάς. Ο ΜΥ1 έχει αναφέρει ότι επί του ποσού των εργαλείων έχει προβεί σε απόσβεση ύψους 40% σύμφωνα με τον όρο 14 του τεκμηρίου
  11. Γι αυτή του πράξη του υπεβλήθη από τον συνήγορο του ενάγοντα ότι κακώς προέβη σε απόσβεση θέση την οποία ο ΜΥ1 δεν δέχτηκε και στηρίχτηκε στον όρο 14 του τεκμηρίου 17, ενώ δεν του υπεβλήθη καμιά ερώτηση αναφορικά με το ύψος της απόσβεσης το οποίο ο ίδιος είπε ότι ήταν 40%. Με βάση τα πιο πάνω θεωρώ ότι ο ενάγοντας δεν έχει αποδείξει τους ισχυρισμούς του για το κονδύλι των εργαλείων δεδομένου μάλιστα ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα το βάρος της απόδειξης που έχει ο ενάγοντας είναι αρκετά αυστηρό (Photos Photiades & Co. Ltd v. Guardian Royal Exchange Assurance Ltd
(1983)1 CLR 505). Το άλλο κονδύλι για το οποίο υπήρχε κάλυψη του ενάγοντα σύμφωνα με το τεκμήριο 17 ήταν τα έτοιμα εμπορεύματα για τα οποία ήταν ασφαλισμένος για ποσό ΛΚ2.
  1. Ο ενάγοντας δεν υπέβαλε καμιά απαίτηση στα τεκμήρια 12 και 16 για έτοιμα εμπορεύματα, ούτε και η μαρτυρία η οποία προσέφερε τόσο ο ίδιος όσο και οι μάρτυρες του όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω δεν μπορούν να τεκμηριώσουν την εκ των υστέρων υποβολή απαίτησης για το θέμα αυτό στην παρούσα αγωγή. Συνεπώς η απαίτηση του ενάγοντα γι αυτό το κονδύλι απορρίπτεται. Μένει τέλος το θέμα της καταστροφής του κτιρίου. Το ύψος της ασφάλειας γι αυτό το κονδύλι σύμφωνα με το τεκμήριο 17 ήταν ΛΚ3.
  2. Ο ίδιος ο ενάγοντας στην απαίτηση του διεκδίκησε ΛΚ1.000 για το θέμα αυτό έχει δοθεί αναντίλεκτη μαρτυρία από τον ΜΕ4 ο οποίος κατέθεσε το τεκμήριο 3 ότι η επίσημη εκτίμηση του Τμήματος Δημοσίων Έργων για την καταστροφή του κτιρίου ήταν ΛΚ1.255 για το ξυλουργείο (αριθμός 14 του τεκμηρίου 3) ενώ δεν ήταν σίγουρος κατά πόσο η βοηθητική κουζίνα για την οποία η εκτίμηση ήταν ΛΚ450 συμπεριλαμβανόταν στο ξυλουργείο ή ήταν έξω από αυτό. Στο τεκμήριο 19 ο εκτιμητής των εναγομένων αναφέρει ότι για την επαναφορά του ξυλουργείου και της βοηθητικής οικοδομής στην αρχική κατάσταση η εκτίμηση του είναι για ΛΚ1.
  3. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι όταν του υπεβλήθηκε το τεκμήριο 19 και όταν ο ενάγοντας ήταν παρών στο γραφείο του στις 07.01.1999 που επήλθε η διευθέτηση είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον εκτιμητή Ευάνθη Καζαντζή ο οποίος του είχε αναφέρει ότι περίπου η ζημιά θα ήταν της τάξης των ΛΚ750 πλέον το ποσό που θα χρειαζόταν για να πογιατιστούν οι τοίχοι για τους οποίους όμως είχε ήδη δοθεί αποζημίωση στο άλλο συμβόλαιο που αφορούσε την οικία αφού το εργαστήριο ήταν εφαπτόμενο στην οικία επίσης διευκρίνισε ότι το ποσό που αναφέρεται στο τεκμήριο 17 και που αφορά το κτίριο αφορά την περίπτωση όπου θα έπρεπε να κατεδαφιστεί το ξυλουργείο και να κτιστεί από την αρχή κάτι το οποίο δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση και ήταν η θέση του ότι με βάση τα πιο πάνω το ποσό στο οποίο κατέληξαν ήταν το λογικό ποσό. Πρέπει να αναφερθεί όπως έχει δοθεί μαρτυρία και από τον ΜΕ4, όπως αναφέρεται στα τεκμήρια 1, 2 και 5 αλλά και τον ΜΥ1 ότι το ξυλουργείο ουσιαστικά αποτελείτο από δύο τοίχους εκ των οποίων ο ένας ήταν ο τοίχος περιτοιχίσματος του υποστατικού και ο άλλος ήταν ο εξωτερικός τοίχος του καταστήματος και διαμερίσματος του πρώτου ορόφου. Ο ενάγοντας ουσιαστικά κάλυψε το κενό μεταξύ των δύο τοίχων με τσίγγους για οροφή και έκλεισε το μπροστινό και το πίσω μέρος με σιδερένιες πόρτες. Οι δύο τοίχοι σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ4 δεν έπαθαν καμία άλλη ζημιά πέραν της ανάγκης βαφής τους εξωτερικά. Με βάση τα πιο πάνω και λαμβανομένου υπόψη του υψηλού και αυστηρού βάρους ευθύνης που έχει ο ενάγοντας σε υποθέσεις όπως η παρούσα είναι η θέση μου ότι ο ενάγοντας δεν έχει αποδείξει την υπόθεση του. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο ισχυρισμός του ότι τον εξαπάτησαν ότι το συμβόλαιο του δεν ήταν σε ισχύ δεν έχει αποδειχθεί και ούτε από την μαρτυρία που δόθηκε μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα για άσκηση ψυχικής πίεσης από τους εναγόμενους δια του ΜΥ1 προς τον ενάγοντα. Έχουν επίσης τεθεί αξιώσεις του ενάγοντα ότι το ποσό που πραγματικά θα δικαιούτο λόγω της ζημιάς που υπέστη υπερβαίνει το ασφαλιζόμενο ποσό το οποίο με βάση το τεκμήριο 17 είναι ΛΚ8.500, ενόψει όμως των ευρημάτων και της κατάληξης μου ως ανωτέρω αναφέρεται οι ισχυρισμοί αυτοί δεν θα εξεταστούν. Έχει τεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον ενάγοντα επίσης η θέση ότι οι εναγόμενοι προσπάθησαν με την μαρτυρία τους να επιρρίψουν ευθύνη στον ενάγοντα αναφορικά με τα αίτια της πυρκαγιάς αναφέροντας το θέμα της τοποθέτησης μικρών κοτόπουλων με θερμαινόμενο λαμπτήρα μέσα στο υποστατικό από τον ενάγοντα, γεγονός το οποίο πιθανώς να θέτει τον ενάγοντα εκτός των όρων του τεκμηρίου 17 και κατ επέκταση να τους απαλλάσσει από οποιαδήποτε ευθύνη. Αυτή η προσπάθεια των εναγομένων είναι καταδικασμένη σε αποτυχία αφού στην υπεράσπιση τους δεν αναφέρουν τέτοιους ισχυρισμούς και με συμφώνως των καλά καθιερωμένων αρχών της νομολογίας το Δικαστήριο αξιολογεί ούτε λαμβάνει υπόψη μαρτυρία η οποία δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα. Έτσι οι τυχόν ισχυρισμοί και η μαρτυρία που έχουν δοθεί αναφορικά με το ζήτημα αυτό αγνοούνται παντελώς και δεν αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Ενόψει των ανωτέρω η αξίωση του ενάγοντα απορρίπτεται, κατά συνέπεια απορρίπτεται η αγωγή με έξοδα εναντίον του ενάγοντα και υπέρ των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............ Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.