← Κύπρος

Mehmet Soner (Mehmet) Kemal ν. Northgate Limited, Αρ. Αγωγής:1581/02, 24.03.2005

Mehmet Soner (Mehmet) Kemal ν. Northgate Limited, Αρ. Αγωγής:1581/02, 24.03.2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1581/02 Μεταξύ: Mehmet Soner (Mehmet) Kemal, εκ Πύλας Ενάγοντας και Northgate Limited, εξ Αθηαίνου Εναγόμενοι Ημερομηνία: 24.03.2005 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κ. Ν. Αβρααμίδης Για τους εναγόμενους: κ. Ν. Κλεάνθους Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία πώλησης ακινήτου ημερ. 03.03.1993 μεταξύ των διαδίκων είναι άκυρη και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας νόμιμα και δικαιολογημένα τερμάτισε την εν λόγω συμφωνία λόγω παράβασης ουσιωδών όρων της από τους εναγόμενους, δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας δεν δεσμεύεται από τους όρους της εν λόγω συμφωνίας και/ή ότι η κατάθεση της στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας δεν αποτελεί εμπράγματο βάρος για το ακίνητο του ενάγοντα και διάταγμα που να διατάττει τους εναγόμενους και/ή τον Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για την απόσυρση της συμφωνίας από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης όπως έχει τροποποιηθεί με σχετική απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 27.09.2004 ο ενάγοντας είναι Τουρκοκύπριος, Κύπριος πολίτης και διαμένει στο χωριό Πύλα της επαρχίας Λάρνακας. Οι εναγόμενοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Λάρνακα. Με γραπτή συμφωνία ημερ. 03.03.1993 ο ενάγοντας συμφώνησε να πωλήσει στους εναγόμενους το ακίνητο με αρ. εγγραφής 6058, Φ/Σχ. XL.1/19 Τεμάχιο 21 που βρίσκεται στο χωριό Πύλα της επαρχίας Λάρνακας έναντι της συμφωνηθείσας τιμής των ΛΚ15.000. Ήταν όρος της εν λόγω συμφωνίας ότι με την υπογραφή της συμφωνίας οι εναγόμενοι θα κατέβαλλαν στον ενάγοντα το ποσό των ΛΚ200 ως προκαταβολή και το υπόλοιπο θα καταβαλλόταν ταυτόχρονα με την μεταβίβαση του ακινήτου στους εναγόμενους. Στις 03.03.1993 οι εναγόμενοι κατέβαλαν στον ενάγοντα την προκαταβολή των ΛΚ200. Ήταν όρος της συμφωνίας ότι οι εναγόμενοι θα προέβαιναν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος σε όλα τα απαραίτητα διαβήματα για να εξασφαλίσουν άδεια από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας για τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ ονόματι τους αλλά κατά παράβαση του οι εναγόμενοι ουδέν τέτοιο έπραξαν. Με διπλοσυστημένες επιστολές των δικηγόρων του ο ενάγοντας κάλεσε τους εναγόμενους να παραστούν στο Κτηματολόγιο Λάρνακας στις 06.03.2001 για την μεταβίβαση του ακινήτου καθιστώντας έτσι ουσιώδη τον όρο για την αποπληρωμή του τιμήματος, ο ενάγοντας ήταν έτοιμος να μεταβιβάσει το ακίνητο την εν λόγω ημερομηνία οι εναγόμενοι όμως αρνήθηκαν να καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος στον ενάγοντα και ζήτησαν από αυτό να υπογράψει την δήλωση μεταβίβασης ακινήτου σε αυτούς χωρίς να εισπράξει το τίμημα πώλησης πράγμα το οποίο ο ενάγοντας αρνήθηκε. Με επιστολές των δικηγόρων του ημερ. 22.06.2001, 09.07.2001 και 20.09.2001 ο ενάγοντας επανακάλεσε τους εναγόμενους να προσέλθουν στον Κτηματολόγιο Λάρνακας και/ή να καθορίσουν ημερομηνία μεταβίβασης. Στις 04.10.2001 οι εναγόμενοι κάλεσαν γραπτώς τον ενάγοντα να υπογράψει το έντυπο μεταβίβασης πριν την είσπραξη του υπόλοιπου τιμήματος πωλήσεως κατά παράβαση της συμφωνίας και ο ενάγων ισχυρίζεται ότι αυτές οι ενέργειες των εναγομένων ισοδυναμούν με θεμελιώδη παράβαση της συμφωνίας και ως εκ τούτου με επιστολές των δικηγόρων του ημερ. 08.10.2001 και 23.08.2002 τερμάτισε νόμιμα και δικαιολογημένα την συμφωνία. Με την υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι ουσιαστικά παραδέχονται τα πλείστα γεγονότα που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης εκτός από τους ισχυρισμούς για παράβαση ουσιωδών όρων της συμφωνίας από πλευράς τους, τους οποίους αρνούνται. Αντίθετα είναι η θέση τους ότι ο ενάγοντας κατά παράβαση της γραπτής συμφωνίας αρνήθηκε να προβεί ο ίδιος στις αναγκαίες ενέργειες και/ ή να συνεργαστεί με τους εναγόμενους και/ή τις αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας ούτως ώστε να εξασφαλιστεί η απαιτούμενη άδεια μεταβίβασης του επιδίκου ακινήτου από τον ενάγοντα στους εναγόμενους, ενώ οι ίδιοι ήταν πάντοτε πρόθυμοι και έτοιμοι για εξόφληση του τιμήματος. Θεωρούν ότι είναι ο ενάγοντας ο οποίος είναι υπαίτιος παράβασης της συμφωνίας και διαζευκτικά είναι η θέση τους ότι ο τερματισμός της συμφωνίας από τον ενάγοντα είναι παράνομος και ή αδικαιολόγητος. Ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι υφίστανται ζημιά συνεπεία της άρνησης του ενάγοντα να εκπληρώσει τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας και ανταπαιτούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία είναι έγκυρη και πλήρως δεσμευτική και για τα δύο μέρη, διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας και νόμιμες αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας εκ μέρους του ενάγοντα. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση κατά την οποία κατατέθηκαν από κοινού αριθμός τεκμηρίων και έδωσαν μαρτυρία ο ενάγοντας και ο δικηγόρος Ιάκωβος Αβρααμίδης (ΜΕ2) ενώ για τους εναγόμενους έδωσαν μαρτυρία ο Διευθυντής τους κ. Γ Λύτρας (ΜΥ1), ο υπάλληλος του Κτηματολογίου Λάρνακας Γ. Φώκου (ΜΥ2), ο Θ. Καραγιάννης (ΜΥ3) και η κα Π. Λύτρα, γραμματέας της εναγόμενης εταιρείας (ΜΥ4). Ο ενάγοντας ανέφερε ότι έχει γεννηθεί στο χωριό Πύλα το 1945. Μέχρι το 1963 διέμενε στην Πύλα, το 1963 μέχρι το 1990 ήταν στο Ηνωμένο Βασίλειο ενώ από το 1990 μέχρι και σήμερα διαμένει αδιαλείπτως στην Πύλα. Το 1993 τον πλησίασε κάποιος εκ μέρους της εναγόμενης εταιρείας για να πωλήσει το επίδικο κτήμα και υπεγράφη μεταξύ τους γραπτή συμφωνία (Τεκμήριο 1) στις 03.03.1993. Ο λόγος που ήθελε να πωλήσει το κτήμα ήταν οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε και ανέφερε στους εναγόμενους ότι ήθελε να πάρει το συμφωνηθέν τίμημα γρήγορα. Ήταν η θέση του ότι από το 1993 περίμενε από τους εναγόμενους να επικοινωνήσουν μαζί του ο ίδιος τους τηλεφώνησε αρκετές φορές και μιλούσε με κάποιο πρόσωπο του οποίου δεν γνώριζε το όνομα και μετά την πάροδο αρκετών χρόνων, ο δικηγόρος του έστειλε στους εναγόμενους τρεις συστημένες επιστολές (Τεκμήρια 2, 3 και 4) όπου καλούσαν τους εναγόμενους να προσέλθουν στο Κτηματολόγιο στις 06.03.2001 για να γίνει η μεταβίβαση. Ο ίδιος πήγε στο Κτηματολόγιο την εν λόγω ημέρα μαζί με τον δικηγόρο του Ιάκωβο Αβρααμίδη αφού είχε προηγουμένως πληρώσει όλους τους φόρους που αφορούσαν την περιουσία και είχε μαζί του όλα τα αναγκαία έγγραφα. Εκεί του ζητήθηκε να υπογράψει την δήλωση μεταβίβασης ακινήτου (Τεκμήριο 11). Ο δικηγόρος του, πριν ο ίδιος υπογράψει το έντυπο, ρώτησε εάν οι εναγόμενοι ήταν έτοιμοι να προχωρήσουν με την μεταβίβαση και ο κ. Λύτρας του ανέφερε ότι έπρεπε πρώτα να υπογράφει το Τεκμήριο 11 το οποίο έπρεπε να σταλεί στη Λευκωσία για να δωθεί άδεια από την κυβέρνηση για μεταβίβαση της περιουσίας προτού του πληρώσει τα χρήματα του. Ο ίδιος αρνήθηκε και είπε ότι δεν πρόκειται να υπογράψει το εν λόγω τεκμήριο χωρίς να πάρει τα χρήματα του, ο κ. Λύτρας του είπε "ούτε ₤5 δεν πρόκειται να σου δώσω χωρίς την άδεια" και μετά που έγινε κάποια συζήτηση στα ελληνικά μεταξύ του δικηγόρου του και του κ. Λύτρα ο δικηγόρος του του είπε ότι έπρεπε να φύγουν γι΄ αυτό και έφυγαν. Η θέση του είναι ότι σε καμία περίπτωση δεν επρόκειτο να υπογράψει το Τεκμήριο 11 χωρίς να πληρωθεί και επειδή οι εναγόμενοι κατέθεσαν την συμφωνία πώλησης στο Κτηματολόγιο και βαρύνει την περιουσία του ζήτησε από τον δικηγόρο του να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή για να άρει αυτούς τους περιορισμούς. Αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε γιατί προστέθηκε χειρόγραφα η παράγραφος 6Α στο Τεκμήριο 1 και η οποία αναφέρει τα ακόλουθα "The PURCHASER is responsible to take all necessary steps within reasonable course of time in respect of the Governments Permission regarding the Transfer of Ownership" και ήταν η θέση του ότι ήταν ο ίδιος που ζήτησε να προστεθεί αυτή η παράγραφος για να πάρει γρήγορα τα χρήματα του. Δεν γνώριζε ότι για να γίνει μεταβίβαση του επίδικου κτήματος στην εναγόμενη εταιρεία χρειαζόταν άδεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και ήταν η θέση του ότι σε προηγούμενες διαδικασίες που έγιναν στο Κτηματολόγιο όταν του μεταβίβασε ο πατέρας του κάποια περιουσία δεν χρειάστηκε καμία άδεια. Επέμενε ότι ο λόγος που ζήτησε να προστεθεί ο όρος 6Α ήταν για να πάρει σύντομα τα χρήματα του και ερωτώμενος γιατί τότε δεν εισήχθηκε όρος στο τεκμήριο 1 αναφορικά με την ημερομηνία αποπληρωμής του τιμήματος πώλησης η απάντηση ήταν ότι ήταν αφελής. Ήταν η θέση του ότι δεν γνωρίζει αν υπάρχει νόμος που αφορά τις Τουρκοκυπριακές περιουσίες και σε ερώτηση κατά πόσο του είχε προηγουμένως ζητηθεί από το Κτηματολόγιο να προσκομίσει πιστοποιητικό από τον κοινοτάρχη της Πύλας ότι είναι κάτοικος Πύλας (μέρος του τεκμηρίου 11) η απάντηση του ήταν θετική και είπε ότι υπέθεσε ότι κάτι παρόμοιο ζητείτο από όλους. Σε ερώτηση αφού χρειαζόταν επειγόντως τα χρήματα γιατί δεν έλαβε κανένα μέτρο για εκπλήρωση του τεκμηρίου 1 από το 1993 μέχρι το 2001 ήταν η θέση του ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει πολλές φορές με τους εναγόμενους αλλά μετά που δεν ανταποκρίνοντο βρήκε λεφτά από άλλους πόρους. Αναφορικά με την συνάντηση που έγινε στο Κτηματολόγιο στις 06.03.2001 ρωτήθηκε εάν ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Λάρνακας τους συνάντησε εκείνη την ημέρα και τους εξήγησε τη διαδικασία και η απάντηση του ήταν θετική. Ερωτώμενος γιατί δεν είχε αναφέρει κατά την κυρίως εξέταση του ότι είχε συνάντηση του με τον Διευθυντή του Κτηματολογίου η απάντηση του ήταν ότι δεν κατάλαβε ότι έπρεπε να το πει. Συμφώνησε ότι οι συζητήσεις που εγίνοντο στα ελληνικά εκείνη την ημέρα μεταξύ του δικηγόρου του, του Γ. Λύτρα και του Διευθυντή του Κτηματολογίου αφορούσαν κάποιαν άδεια αλλά ο δικηγόρος του του είχε αναφέρει ότι δεν ετίθετο θέμα άδειας για τον ίδιο γιατί ήταν Κύπριος πολίτης, ο ίδιος είχε προβεί σε όλα τα αναγκαία μέτρα για να είναι έτοιμος να μεταβιβάσει την περιουσία του στις 06.03.2001 και ότι σε καμία περίπτωση δεν επρόκειτο να υπογράψει καμιά δήλωση μεταβίβασης χωρίς να πάρει τα χρήματα του. Ερωτώμενος γιατί δεν ζήτησε από τον δικηγόρο του μετά τις 06.03.2001 να ακυρώσει αμέσως τη συμφωνία και του υπεδείχθη ότι μεσολάβησαν άλλες επιστολές, τα τεκμήρια 5, 6 και 7, με τις οποίες ζητούσαν καθορισμό ημερομηνίας μεταβίβασης και μάλιστα καθόρισαν οι ίδιοι την ημερομηνία 17.07.2001 για να συναντηθούν στο Κτηματολόγιο η θέση του ήταν ότι δεν γνωρίζει αυτά τα πράγματα μπορεί να τα έκανε ο δικηγόρος του. Ακολούθως ερωτήθηκε αν γνώριζε ότι μετά που ο ίδιος είχε ζητήσει καθορισμό ημερομηνίας μέχρι 15.10.2001 για να γίνει η μεταβίβαση οι εναγόμενοι με επιστολή τους ημερ. 04.10.2001 (τεκμήριο 8) καθόρισαν την ημερομηνία 09.10.2001 για να γίνει η μεταβίβαση, η θέση του ήταν το γνώριζε αλλά δεν ήταν διατεθειμένος να πάει γιατί η τελευταία προσπάθεια που έκανε ο ίδιος για υλοποίηση της συμφωνίας ήταν στις 06.03.2001. Του υπεβλήθηκε ότι στις 06.03.2001 ο Διευθυντής του Κτηματολογίου είχε εξηγήσει στον ίδιο τη διαδικασία που απαιτήτο αλλά η θέση του ήταν ότι οι συζητήσεις γίνοντο στα ελληνικά δεν γνώριζε το περιεχόμενο τους και ότι ο ίδιος είχε πλήρη εμπιστοσύνη στο δικηγόρο του ο οποίος του είπε να μην υπογράψει το τεκμήριο 11 χωρίς να πάρει τα χρήματα. Ερωτώμενος αναφορικά με το πιστοποιητικό ότι είναι μόνιμος κάτοικος Πύλας το οποίο αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 11 και το οποίο έχει εκδοθεί από τον Κοινοτάρχη Πύλας Χριστάκη Αντωνίου ήταν η θέση του ότι του ζήτησε ο δικηγόρος του να πάρει αυτό το έγγραφο και σε ερώτηση γιατί αποτάθηκε στον Ελληνοκύπριο Κοινοτάρχη Πύλας και όχι στον Τουρκοκύπριο Κοινοτάρχη η απάντηση του ήταν το Κτηματολόγιο απαιτεί έγγραφο από τον Ελληνοκύπριο Κοινοτάρχη. Σε υποβολές ότι οι εναγόμενοι ήταν έτοιμοι να πληρώσουν το τίμημα μόλις οι Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας έγκριναν την μεταβίβαση, ότι αρνήθηκε να συνεργαστεί με τους εναγόμενους για να αποκτηθεί η απαιτούμενη άδεια και ότι από τις 06.03.2001 είχε αποφασίσει να ακυρώσει τη συμφωνία ήταν η θέση του ότι ζητά από το Δικαστήριο να αποφασίσει αν η συμφωνία έχει ακυρωθεί. Ο ΜΕ2 δικηγόρος Ιάκωβος Αβρααμίδης ανέφερε ότι όταν ανέλαβε την υπόθεση του ενάγοντα μετά που μελέτησε το τεκμήριο 1 η πρώτη του ενέργεια ήταν να στείλει τις επιστολές τεκμήρια 2, 3 και 4 με τα οποία αρχικά καθοριζόταν η ημερομηνία 26.02.2001 και ώρα 09:30 π.μ. ως η ημερομηνία για να γίνει μεταβίβαση (τεκμήριο 2) ακολούθως έστειλε το τεκμήριο 3 όπου η ημερομηνία 26.02.2001 ακυρωνόταν λόγω του ότι ήταν αργία και καθόριζε ως νέα ημερομηνία τις 06.03.2001 (τεκμήριο 3). Μετά την αποστολή του τεκμηρίου 3 του τηλεφώνησε ο Χάρης Καραγιάννης ο οποίος είναι δικολάβος-πιστοποιών υπάλληλος ο οποίος του είπε ότι ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της εναγόμενης εταιρείας, του ανέφερε ότι ο ενάγοντας τόσο καιρό δεν συνεργαζόταν για την μεταβίβαση γεγονός που ο ίδιος αρνήθηκε διότι ο ενάγοντας του είχε αναφέρει ότι για πολλά χρόνια οι εναγόμενοι δεν είχαν καμιά επικοινωνία μαζί του, και αφού διαβεβαίωσε τον Καραγιάννη ότι ο ενάγοντας θα έκανε ότι έπρεπε για να γίνει η μεταβίβαση ο Καραγιάννης του εξήγησε ότι έπρεπε να γίνουν πληρωμές φόρων και να εκδοθούν κάποια πιστοποιητικά από τον Κοινοτάρχη της Πύλας, απέστειλε ακολούθως το τεκμήριο 4 και μαζί με τον ενάγοντα έκαμαν τις δέουσες ενέργειες και εξασφάλισαν τα απαραίτητα έγγραφα. Στις 06.03.2001 πήγε μαζί με τον ενάγοντα στο Κτηματολόγιο Λάρνακας ο ενάγοντας είχε όλα τα έγγραφα που του είχαν ζητηθεί, δηλαδή απαλλαγές από φόρους, πιστοποιητικό εγγραφής της ακίνητης ιδιοκτησίας και πιστοποιητικό από τον Κοινοτάρχη Πύλας τα οποία και δόθηκαν στον Καραγιάννη ο οποίος συμπλήρωσε δεόντως το τεκμήριο 11 εντός του οποίου και τοποθέτησε όλα τα έγγραφα. Τότε ένας υπάλληλος του Κτηματολογίου ζήτησε από τον ενάγοντα και τους εναγόμενους να υπογράψουν το τεκμήριο 11 αλλά τους είχαν αναφέρει ότι δεν θα γινόταν μεταβίβαση εκείνη την ημέρα ούτε και θα πληρωνόταν το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης αλλά θα έπρεπε να περιμένουν την έγκριση. Ο ίδιος ανέφερε σε όλους ότι θεωρούσε την διαδικασία αυτή παράνομη και σε απάντηση της θέσης του Κτηματολογίου ότι ήταν θέμα ημερών να δοθεί η έγκριση ο ίδιος είπε στο Γ. Λύτρα να δώσει τότε τα λεφτά στον ενάγοντα εκείνη τη στιγμή πράγμα το οποίο ο Λύτρας αρνήθηκε. Ακολούθως ζήτησε ο ίδιος από τον υπάλληλο του Κτηματολογίου να γράψει το όνομα του και την ημερομηνία πάνω στο έντυπο μεταβίβασης τεκμήριο 11 πράγμα το οποίο και έγινε και υπέδειξε στο Δικαστήριο ότι στο τεκμήριο 11 υπάρχει μια υπογραφή και δίπλα το όνομα "Γ. Φώκου" και η ημερομηνία "06.03.2001". Ακολούθως έγινε συνάντηση με τον Διευθυντή του Κτηματολογίου ο οποίος επανέλαβε το θέμα της ανάγκης εξασφάλισης έγκρισης, ο ίδιος του ανέφερε ότι θεωρεί τη διαδικασία παράνομη ζήτησε να του υποδείξουν το νόμο και /ή τον κανονισμό που να προνοεί τη διαδικασία αυτή και αφού δεν πήρε απάντηση είπε στον ενάγοντα να φύγουν και ακολούθως του εξήγησε ότι οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο και ότι έπρεπε να στείλουν άλλη επιστολή καθορίζοντας άλλη ημερομηνία μεταβίβασης και μετά να γίνει γραπτώς τερματισμός της συμφωνίας. Μετά είπε στον συνεργάτη του δικηγόρο Μ. Κυριακίδη να στείλει επιστολή στους εναγόμενους με την οποία τους ζητούσαν να καθορίσουν ημερομηνία μέχρι 31.07.2001 για μεταβίβαση (τεκμήριο 5). Ακολούθησε το τεκμήριο 6 με το οποίο επιβεβαιώνεται ο καθορισμός της ημερομηνίας 17.07.2001 και ακολούθως επειδή στις 17.07.2001 λόγω δικού του προσωπικού κωλύματος δεν πήγαν στο Κτηματολόγιο ακολούθησε η επιστολή τεκμήριο 7 με την οποία και πάλι ζητήθηκε από την εναγόμενη εταιρεία όπως καθορίσουν ημερομηνία το αργότερο μέχρι 15.10.2001 για τη μεταβίβαση. Σε απάντηση του τεκμηρίου 7 έλαβε εκ μέρους της εναγόμενης εταιρείας το τεκμήριο 8 στο οποίο αναφέρονταν τα γεγονότα της 06.03.2001 και τη θέση τους ότι θα έπρεπε να δοθεί έγκριση για τη μεταβίβαση αφού προηγουμένως το τεκμήριο 11 θα υπογραφόταν και από τον αγοραστή (εναγόμενους) και τον πωλητή (ενάγοντα) και ακολούθως θα γίνετο η πληρωμή, καθορίζοντας την ημερομηνία 09.10.2001 για να συναντηθούν στο Κτηματολόγιο. Ο ίδιος τότε έδωσε οδηγίες στον συνεργάτη του, δικηγόρο Μ. Ι. Κυριακίδη, να αποστείλει το τεκμήριο 9 με το οποίο γινόταν τερματισμός της συμφωνίας από τον ενάγοντα και ακολούθως, επειδή κατά λάθος από το τεκμήριο 9 είχε παραληφθεί μια παράγραφος, στάληκε το τεκμήριο 10. Αντεξεταζόμενος αναφορικά με το τεκμήριο 9 είπε ότι δεν θυμόταν αν ήταν ο ίδιος ή ο κ. Κυριακίδης που το υπαγόρευσε στη δακτυλογράφο, ο ίδιος δεν είδε την επιστολή πριν σταλεί και συνειδητοποίησε ότι έλειπε μια παράγραφος μετά που στάληκε. Κατέθεσε ως τεκμήριο 12 το χειρόγραφο της επιστολής που είχε ετοιμάσει ο κ. Κυριακίδης και το οποίο αντιστοιχεί στο τεκμήριο 9. Ερωτώμενος αναφορικά με τον όρο 6Α του τεκμηρίου 1 ήταν η θέση του ότι για τον ίδιο δεν τίθεται θέμα εξασφάλισης οποιασδήποτε άδειας αφού όπως ανέφερε το Κτηματολόγιο δέχτηκε την κατάθεση του τεκμηρίου 1 για το οποίο και πληρώθηκε το σχετικό τέλος. Επανέλαβε τη θέση του ότι συμβούλευσε τον πελάτη του να μην υπογράψει το τεκμήριο 11 χωρίς να πληρωθεί αφού το τεκμήριο 11 είναι το έντυπο μεταβίβασης για τη πραγματοποίηση της οποίας δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άδεια. Δέχτηκε ότι η διαδικασία που είχε αναφερθεί είχε ζητηθεί από το Κτηματολόγιο και ότι δεν ήταν απλή απαίτηση των εναγομένων, όμως ήταν, κατά τη γνώμη του, παράνομη. Όταν διαπιστώθηκε το αδιέξοδο ο ενάγοντας του ανέφερε ότι δεν επιθυμεί πλέον να μεταβιβάσει το ακίνητο και έτσι ο ίδιος τον συμβούλεψε για τον νομικό τρόπο τερματισμού της συμφωνίας. Δέχτηκε ότι από τις 06.03.2001 που ήταν η συνάντηση στο Κτηματολόγιο στάληκε η επιστολή ημερ. 22.06.2001, τεκμήριο 5, δηλαδή 3½ μήνες μετά με την οποία καλούσε τους εναγόμενους να παρουσιαστούν στο Κτηματολόγιο μέχρι τις 31.07.2001, καθορίστηκε η ημερομηνία 17.07.2001, τεκμήριο 6, εκείνη την ημερομηνία είχε συμφωνηθεί να μην παρουσιαστούν στο Κτηματολόγιο και είχε αποσταλεί σχετικά το τεκμήριο 7 με το οποίο ζητείτο από τους εναγόμενους να καθορίσουν νέα ημερομηνία μέχρι 15.10.2001 δόθηκε απάντηση από τους εναγόμενους διά του τεκμηρίου 8 όπου καθόριζαν την ημερομηνία 09.10.2001 ώρα 08:00 π.μ. αλλά επειδή στο τεκμήριο 8 καθοριζόταν η διαδικασία που κατά την άποψη του ήταν παράνομη που θα οδηγούσε και πάλι σε αδιέξοδο ακολούθησε ο γραπτός τερματισμός της συμφωνίας πριν να γίνει η συνάντηση στο Κτηματολόγιο στις 08.10.2001. Ήταν η θέση του ότι ο λόγος που δεν τερματίστηκε η συμφωνία στις 06.03.2001 όταν διαπιστώθηκε το αδιέξοδο κατά τον ίδιο ήταν για να μπορέσει να υπάρχει υπόβαθρο για να γίνει γραπτός τερματισμός γι΄ αυτό και αποστάλησαν τα τεκμήρια 5, 6 και 7. Σε υποβολή ότι το κώλυμα για την μη μεταβίβαση οφειλόταν στον ενάγοντα απάντησε αρνητικά και ήταν η θέση του ότι από τη στιγμή που το Κτηματολόγιο δέχτηκε ανεπιφύλακτα τη κατάθεση του τεκμηρίου 1 και την πληρωμή του τέλους της £1 τότε δεν υφίστατο θέμα ότι η περιουσία ήταν Τουρκοκυπριακή, εάν ετίθετο τέτοιο θέμα θα γινόταν Προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Ο πρώτος μάρτυρας για τους εναγόμενους ήταν ο Γ. Λύτρας Μέτοχος και Διευθυντής της εταιρείας Αδελφοί Λύτρα Λτδ η οποία το 1998 είχαν αγοράσει το 80% των μετοχών της εναγόμενης εταιρείας Northgate Ltd ενώ το 2001 αγοράστηκε το υπόλοιπο 20% των μετοχών της εταιρείας από την κόρη του Γιώτα Λύτρα. Κατέθεσε σχετικά το τεκμήριο 13, αντίγραφο του πιστοποιητικού μετόχων της εναγόμενης εταιρείας από τον Έφορο Εταιρειών ημερ. 12.12.2000. Ο ίδιος μαζί με την κόρη του Γιώτα Λύτρα είναι οι μοναδικοί διευθυντές της εταιρείας, τεκμήριο 14. Όταν ανέλαβε την εταιρεία ανακάλυψαν δύο συμφωνίες που είχαν γίνει μεταξύ της εταιρείας και κάποιων προσώπων, ένας εκ των οποίων ήταν ο ενάγοντας, αναφορικά με την αγορά δύο τεμαχίων γης στην Πύλα στα οποία οι πωλητές ήταν Τουρκοκύπριοι. Η μία από τις δύο συμφωνίες διεκπεραιώθηκε πλήρως και έγινε η επίδικη μεταβίβαση περί τα τέλη του 1999 αφού βρέθηκαν οι δύο πλευρές στο Κτηματολόγιο Λάρνακας, ο πωλητής και η εναγόμενη εταιρεία υπέγραψαν το σχετικό έντυπο που χρειαζόταν στάληκε στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας για έγκριση, η έγκριση δόθηκε ξαναβρέθηκαν στο Κτηματολόγιο, πληρώθηκε το τίμημα και έγινε η μεταβίβαση. Όσον αφορά την επίδικη συμφωνία στάληκε μήνυμα στον ενάγοντα για να βρεθούν στο Κτηματολόγιο, μεσολάβησε αρχικά κάποια Ελένη η οποία είχε αναλάβει να βοηθήσει στη διεκπεραίωση της διαδικασίας, συμπληρώθηκαν τα απαραίτητα έντυπα αλλά ο ενάγοντας αρνείτο να συνεργαστεί. Ήταν η θέση του ότι στην πρώτη συνάντηση που έγινε στο Κτηματολόγιο ήταν παρών ο ίδιος, η κόρη του Γιώτα Λύτρα και ο Χάρης Καραγιάννης ο οποίος είχε συμπληρώσει τα έντυπα ο ενάγοντας αρνήθηκε όμως να υπογράψει τα έντυπα και έφυγαν. Μετά ακολούθησε η αποστολή των τεκμηρίων 5, 6, 7 και 8 και ενώ είχε καθοριστεί η ημερομηνία 09.10.2001 για να βρεθούν στο Κτηματολόγιο μεσολάβησε ο τερματισμός της συμφωνίας από τον ενάγοντα δια των τεκμηρίων 9 και 10. Ο ίδιος και η εναγόμενη εταιρεία ήταν και είναι έτοιμοι να εξοφλήσουν το τίμημα και είχαν στη διάθεση τους το χρηματικό ποσό που απαιτείται αλλά ο ενάγοντας αρνήθηκε να υπογράψει το έντυπο που έπρεπε για να μπορέσει να δοθεί η έγκριση του Κτηματολογίου. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι όταν αγόρασε την εταιρεία το 1998 έτυχε ενημέρωσης από τους τότε ιδιοκτήτες για την επίδικη συμφωνία και για τις προσπάθειες επικοινωνίας με τον ενάγοντα χωρίς όμως να έχει οποιοδήποτε γραπτό έγγραφο στην κατοχή του για τις επικοινωνίες αυτές. Ήταν η θέση του ότι την πρώτη φορά που συνάντησε τον ενάγοντα ήταν παρούσα κάποια Ελένη και ο Χάρης Καραγιάννης και ότι η διαβεβαίωση που είχε από την Ελένη ήταν ότι ο ενάγοντας θα συνεργαζόταν για τη μεταβίβαση. Δέχτηκε ότι στις 06.03.2001 ανέφερε στον ενάγοντα ότι δεν του πληρώνει ούτε £5 για το τίμημα πώλησης αλλά διευκρίνισε ότι το είπε επειδή ο ενάγοντας δεν συνεργαζόταν να ακολουθήσει την προτεινόμενη από το Κτηματολόγιο διαδικασία, δηλαδή να υπογράψει το Τεκμήριο 11 χωρίς να πληρωθεί, να σταλεί στη Λευκωσία για έγκριση και ακολούθως μετά την έγκριση να ακολουθήσει η εξόφληση του τιμήματος και η μεταβίβαση. Ήταν η θέση του ότι το Τεκμήριο 11 ήταν το έντυπο το οποίο το Κτηματολόγιο χρειαζόταν υπογραμμένο για να μπορέσει να προωθηθεί η διαδικασία της έγκρισης στη Λευκωσία και ότι όταν πληροφορήθηκε από το Διευθυντή του Κτηματολογίου και τον υπάλληλο κ. Φώκου ότι δεν μπορούσε να γίνει η μεταβίβαση εκείνη την ημέρα αφού ήταν απαραίτητη προϋπόθεση η έγκριση από τη Λευκωσία τότε ήταν η θέση του η οποία είναι και μέχρι σήμερα ότι δεν πρόκειται να πληρώσει το υπόλοιπο του τιμήματος εκτός εάν γίνει μεταβίβαση. Ο ΜΥ2 ο υπάλληλος του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, Γ. Φώκου, είπε ότι το Μάρτιο του 2001 ήταν ο υπεύθυνος στον κλάδο αποδοχής όπου διεκπεραιώνονται όλες οι αιτήσεις για μεταβιβάσεις και υποθήκες. Αναγνώρισε την υπογραφή του στο κάτω μέρος του τεκμηρίου 11 και ανέφερε ότι η διαδικασία που το Κτηματολόγιο ακολουθεί σε περιπτώσεις πώλησης Τουρκοκυπριακών περιουσιών είναι να γίνονται αποδεκτά όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στον τύπο Ν 270 (Τεκμήριο 11) το οποίο δεόντως συμπληρωμένο αποστέλλεται στο Διευθυντή του Κτηματολογίου στη Λευκωσία για να δοθεί η έγκριση. Αν η απάντηση είναι καταφατική τότε καλούνται στο Κτηματολόγιο ο πωλητής και ο αγοραστής όπου και γίνεται η διαδικασία της μεταβίβασης. Ερωτώμενος κατά πόσο μόνο με τη συμπλήρωση του τεκμηρίου 11 μπορούσε να γίνει η μεταβίβαση του επίδικου κτήματος η απάντηση του ήταν αρνητική διότι έπρεπε απαραίτητα να προηγηθεί η έγκριση από τη Λευκωσία. Είπε ότι η απαιτούμενη διαδικασία είχε εξηγηθεί στα δύο μέρη στην παρούσα περίπτωση αλλά δεν προχώρησε η διαδικασία γιατί κάποιο από τα μέρη δεν την αποδέχτηκε. Ήταν η θέση του ότι αυτή η διαδικασία ακολουθείται πάντοτε από τη θέσπιση των Νόμων 49/70 και 139/91. Κατά την αντεξέταση του επέμενε ότι Τουρκοκυπριακή Περιουσία σημαίνει περιουσία που να είναι εγγεγραμμένη στο όνομα Τουρκοκύπριου και δεν δέχτηκε την υποβολή ότι θα πρέπει απαραίτητα η περιουσία αυτή να είχε προηγουμένως εγκαταλειφθεί από Τουρκοκύπριο. Επίσης ήταν η θέση του ότι απλή υπογραφή του εντύπου Ν270 δεν σημαίνει τίποτε για σκοπούς μεταβίβασης γιατί πρέπει να γίνει αποδεχτή από το Κτηματολόγιο. Δέχτηκε ότι σε περίπτωση Ελληνοκυπρίου που θέλει να μεταβιβάσει ένα κτήμα δεν χρειάζεται έγκριση από τον Διευθυντή στη Λευκωσία αλλά αναφορικά με τους Τουρκοκύπριους αυτή είναι η διαδικασία που απαιτείται σύμφωνα με τους Νόμους 132/91 και 49/70. Ήταν η θέση του σε υποβολές ότι αυτή η διαδικασία είναι αντισυνταγματική ότι ο ίδιος δεν μπορεί να εκφέρει άποψη εφαρμόζει μόνο τη διαδικασία που του έχει ζητηθεί. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι αυτή η διαδικασία δεν προβλέπεται από το Νόμο και ότι με την υπογραφή του εντύπου Ν 270 ολοκληρώνεται η διαδικασία που απαιτείται για την μεταβίβαση και επέμενε ότι πάντοτε ο υπάλληλος του Κτηματολογίου πρέπει να κάμει αποδεκτή τη δήλωση μεταβίβασης να υπογράψει το έντυπο και τότε να γίνει η μεταβίβαση. Ο ΜΥ3 δικολάβος Θεοχάρης Καραγιάννης ανέφερε ότι είχε αναλάβει να ετοιμάσει τα απαραίτητα έγγραφα για να μπορέσει να γίνει η μεταβίβαση για το επίδικο ακίνητο. Αναγνώρισε ότι η υπάλληλος του είχε ετοιμάσει το τεκμήριο 11 και έκανε τις διάφορες διαδικασίες που χρειάζονταν για να μπορέσει να γίνει η μεταβίβαση και όταν πήγαν στο Κτηματολόγιο στις 06.03.2001 μαζί με τον κ Λύτρα και την κόρη του, ο κ. Φώκος ο υπάλληλος του Κτηματολογίου ζήτησε από τα δύο μέρη να υπογράψουν το έντυπο Ν 270 για να σταλεί στη Λευκωσία για έγκριση ο ενάγοντας αρνήθηκε να υπογράψει, συζήτησαν μεταξύ τους αρκετή ώρα, πήγαν στον προϊστάμενο κ. Μαγείρου ο οποίος τους εξήγησε τη διαδικασία, ο ενάγοντας ο οποίος ήταν εκεί με τον δικηγόρο του κ. Ι. Αβρααμίδη αρνείτο να υπογράψει ενώ ο κ. Λύτρας είχε υπογράψει και μάλιστα τέθηκε και η σφραγίδα της εταιρείας στο έντυπο και μετά έφυγαν. Ήταν η θέση του ότι από το 1985 που ασχολείται με τα θέματα αυτά η διαδικασία που αναφέρεται ανωτέρω ακολουθείται πάντα όταν αφορά πώληση γης από Τουρκοκύπριο και δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να γίνει. Κατά την αντεξέταση του και σε υποβολές ότι ο αγοραστής αρνείτο να πληρώσει το τίμημα ήταν η θέση του ότι δεν θα έπρεπε να πληρώσει χωρίς να γίνει η μεταβίβαση για την οποία ήταν απαραίτητη προϋπόθεση η έγκριση από την Λευκωσία. Ήταν η θέση του ότι στις 06.03.2001 που βρέθηκαν όλοι στο Κτηματολόγιο ο σκοπός ήταν να γίνει η διαδικασία έγκρισης και ότι αν πλήρωνε η εναγόμενη εταιρεία στον ενάγοντα τα χρήματα στις 06.03.2001 και μετά η απάντηση του Κτηματολογίου Λευκωσίας για την έγκριση ήταν αρνητική τότε η εναγόμενη εταιρεία θα έχανε τα λεφτά της. Ήταν η θέση του σταθερά ότι αυτή είναι η απαιτούμενη διαδικασία και μπορεί να πάρει μέχρι και 6 μήνες. Δέχτηκε ότι για τους Ελληνοκύπριους είναι τα ίδια έγγραφα που απαιτούνται για μεταβίβαση αλλά δεν χρειάζεται έγκριση από την Λευκωσία και συνεπώς όταν γίνει αποδεκτό το έντυπο από τον Κτηματολογικό Λειτουργό τότε με ταυτόχρονη πληρωμή του τιμήματος μπορεί να γίνει η μεταβίβαση. Η ΜΥ4 κα Γιώτα Λύτρα είναι γραμματέας, μέτοχος και Διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας. Είπε ότι η ίδια δαχτυλογράφησε και έστειλε το τεκμήριο 8 και ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από όλη τη διαδικασία αλληλογραφίας. Είπε ότι στις 06.03.2001 ο ενάγοντας μαζί με το δικηγόρο του αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τη διαδικασία που υπέδειξε το Κτηματολόγιο και έφυγαν χωρίς να γίνει η μεταβίβαση, μετά μεσολάβησαν τα τεκμήρια 5, 6 και 7 στις 17.07.2001 η ίδια μαζί με τον πατέρα της είχαν πάει στο Κτηματολόγιο Λάρνακας ο ενάγοντας δεν είχε πάει, τηλεφώνησαν τότε στο δικηγόρο του ο οποίος ανέφερε ότι δεν θα ερχόταν και μετά ακολούθησε το τεκμήριο 8 όπου είχε καθοριστεί η ημερομηνία 09.10.2001 σε απάντηση της οποίας παρέλαβε τα τεκμήρια 9 και 10. Κατά την αντεξέταση της είπε ότι οι εναγόμενοι ήταν έτοιμοι να πληρώσουν στον ενάγοντα το τίμημα της πώλησης την ημέρα που θα μπορούσε να γίνει η μεταβίβαση και ήταν σαφές ότι στις 06.03.2001 δεν μπορούσε να γίνει η μεταβίβαση λόγω της διαδικασίας που απαιτείτο. Ήταν η θέση της ότι εάν πλήρωναν τον ενάγοντα στις 06.03.2001 και ακολούθως η απάντηση από τη Λευκωσία ήταν αρνητική η εναγόμενη εταιρεία θα ήταν εκτεθειμένη για το ποσό της πώλησης. Σε ερώτηση γιατί δεν πήγε στο Κτηματολόγιο στις 17.07.2001 ο ενάγοντας και ο δικηγόρος του ήταν η απάντηση της ότι τους είχαν αναφέρει τηλεφωνικά "δεν ερχόμαστε αν δεν θα γίνει μεταβίβαση" και ερωτώμενη κατά πόσο η ημερομηνία 09.10.2001 που ήδη είχαν προτείνει για τη μεταβίβαση ήταν η ημερομηνία που η εναγόμενη εταιρεία θα πλήρωνε τον ενάγοντα η απάντηση της ήταν αρνητική αφού την ημερομηνία εκείνη και πάλι δεν θα μπορούσε να γίνει η μεταβίβαση αφού προηγουμένως θα έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία έγκρισης που είχε αναφέρει το Κτηματολόγιο από τις 06.03.2001. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία και η αξιολόγηση τους δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία. Ο ενάγοντας δεν μου έχει κάνει καλή εντύπωση. Κατά την κυρίως εξέταση του έδωσε μια αρκετά διαφορετική εκδοχή για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 06.03.2001 από την αντεξέταση του. Οι αναφορές του στις επικοινωνίες που κατ΄ ισχυρισμό είχε με τα πρόσωπα με τα οποία είχε υπογράψει το τεκμήριο 1 μέχρι τη συνάντηση στο Κτηματολόγιο στις 06.03.2001 ήταν εντελώς αόριστες και ασαφής. Είναι δύσκολο να πιστέψει κάποιος ότι ένας πωλητής ο οποίος, ως ο ίδιος έχει αναφέρει, αναγκάζεται να πουλήσει οικογενειακή περιουσία που του έχει μεταβιβαστεί από τον πατέρα του λόγω άμεσης ανάγκης που έχει για τα χρήματα παραμένει εντελώς αδρανής για την υλοποίηση της για περίοδο από το 1993 μέχρι το 2001 δηλαδή 8 ολόκληρα χρόνια. Ιδιαίτερα μάλιστα αφού κατά τους ισχυρισμούς του ο ίδιος ζήτησε να εισαχθεί ο όρος 6Α της συμφωνίας για να γίνει γρήγορα η διαδικασία. Επίσης δεν γνώριζε ούτε το όνομα του προσώπου με το οποίο υπέγραψε τη συμφωνία ούτε με ποιους μιλούσε στις κατ΄ ισχυρισμό τηλεφωνικές συνδιαλέξεις ούτε πότε αυτές έγιναν. Ο ενάγοντας είχε πλήρες κενό μνήμης μέχρις τις 06.03.2001 και από την ημερομηνία εκείνη και μετέπειτα θυμόταν επιλεκτικά πράγματα και γεγονότα. Η εντύπωση μου για τον μάρτυρα ήταν ότι είχε μετανιώσει που υπέγραψε το τεκμήριο 1 και ότι ιδιαίτερα μετά τη συνάντηση 06.03.2001 στο Κτηματολόγιο έψαχνε αφορμή για να την τερματίσει, θέση η οποία ενισχύεται και από τη μαρτυρία του ΜΕ2. Ο ΜΕ2 ουσιαστικά περιορίστηκε στο να αναφέρει τα γεγονότα της 06.03.2001, τη δική του νομική ερμηνεία αναφορικά με τις απαιτήσεις του Κτηματολογίου και επιβεβαίωσε ότι όταν έφυγαν από το Κτηματολόγιο στις 06.03.2001 έπρεπε να τροχιοδρομηθεί ο τερματισμός της συμφωνίας πράγμα το οποίο οδήγησε στην αποστολή των τεκμηρίων 5, 6 και 7 και ακολούθως 9 και 10. Συγκεκριμένα όπως έχει αναφέρει ο ΜΕ2 ο ενάγοντας του είχε αναφέρει ότι δεν επιθυμούσε πλέον να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο και ο ίδιος τον συμβούλεψε για τον ορθό τρόπο τερματισμού. Έχω σχηματίσει πολύ καλή γνώμη για τους ΜΥ1, 2, 3 και 4. Η μαρτυρία τους, χωρίς σε αυτό το στάδιο να προβαίνω σε οποιαδήποτε συμπεράσματα αναφορικά με την ορθότητα ή όχι της διαδικασίας που είχε υποδείξει το Κτηματολόγιο, ήταν στρωτή χωρίς κενά ή αντιφάσεις και όλοι οι μάρτυρες ενίσχυαν ο ένας τον άλλο. Ο ΜΥ2 Γ. Φώκου ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας χωρίς καμιά προσωπική σχέση με την εναγόμενη εταιρεία και ανέφερε τη διαδικασία που με βάση τις οδηγίες που είχε λάβει από τους ανώτερους του ακολουθείται σε περιπτώσεις όπου Τουρκοκύπριος επιδιώκει να μεταβιβάσει περιουσία σε Ελληνοκύπριο. Δέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο ΜΥ3 επίσης μου έχει κάνει καλή εντύπωση. Ήταν η θέση του ότι από το 1985 που ασχολείται με τα θέματα αυτά αυτή η διαδικασία ακολουθείται στις περιπτώσεις μεταβίβασης περιουσίας που ανήκει σε Τουρκοκύπριο. Αν και έχει σχέση με την εναγόμενη εταιρεία δεν θεωρώ ότι έχει μεροληπτήσει υπέρ της εναγόμενης εταιρείας αφού ουσιαστικά περιορίστηκε να αναφέρει τη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί την οποία ενίσχυσε με τη δική του ανεξάρτητη μαρτυρία ο ΜΥ2. Δέχομαι λοιπόν και την μαρτυρία του ΜΥ3 στην ολότητα της. Ο ΜΥ1 φάνηκε στο Δικαστήριο ειλικρινής. Περιέγραψε και ο ίδιος χωρίς αντιφάσεις στην κυρίως εξέταση και την αντεξέταση του τα γεγονότα που έγιναν στις 06.03.2001 και την αλληλογραφία που ακολούθησε μετέπειτα. Η μαρτυρία του συνάδει πλήρως με τη μαρτυρία των ΜΥ2 και ΜΥ3. Το κατά πόσο όντως οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες της εναγόμενης εταιρείας είχαν οχλήσει τον ενάγοντα προηγουμένως για τη μεταβίβαση και αυτός δεν ανταποκρίθηκε, ήταν γεγονός ότι δεν μπορούσε να το στηρίξει με μεγάλη σαφήνεια όμως οι αναφορές του σε κάποια Ελένη που είχε αναλάβει το ρόλο του μεσολαβητή μεταξύ της εναγόμενης εταιρείας και του ενάγοντα ενισχύονται και από τον ΜΥ3. Δέχομαι και την δική του μαρτυρία στην ολότητα της όπως και την μαρτυρία της ΜΥ4, Γιώτας Λύτρα, η οποία ουσιαστικά περιορίστηκε να αναφέρει τα γεγονότα που έγιναν στις 06.03.2001 και στην μετέπειτα αλληλογραφία που ακολούθησε υπό την ιδιότητα της ως γραμματέας της εταιρείας. Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί ενώπιον μου τα πιο κάτω γίνονται ευρήματα του Δικαστηρίου. O ενάγοντας συμφώνησε με την εναγόμενη εταιρεία με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 03.03.1993 να πωλήσει στην εναγόμενη εταιρεία το κτήμα αριθμός 21 αριθμός εγγραφής 6058 Φ/Σχ. XL1/19 το οποίο βρίσκεται στο χωριό Πύλα έναντι του συμφωνηθέντος τμήματος των ΛΚ 15.000. Το ποσό των ΛΚ200 πληρώθηκε με την υπογραφή της συμφωνίας ενώ το υπόλοιπο ΛΚ14.800 σύμφωνα με τον όρο 5b της συμφωνίας θα πληρωνόταν με τη μεταβίβαση και εγγραφή της γης στο όνομα του αγοραστή. Ο όρος 6 της συμφωνίας αναφέρει τις προυποθέσεις για να γίνει η μεταβίβαση της ιδιοκτησίας και αναφέρει συγκεκριμένα τα ακόλουθα: "Transfer of Ownership: The Transfer and Registration of the LAND in the name of PURCHASER or to any other person or Company nominated by the PURCHASER, at the Land Registry Office, will take place upon:-
  2. a)The PURCHASER obtains the relevant Permission by the Government of the Republic of Cyprus and
  3. b)The full payment of Sale's price by the PURCHASER " Στη συμφωνία έχει εισαχθεί ένας χειρόγραφος όρος, ο όρος 6Α, ο οποίος όπως έχει δηλώσει και ο ενάγοντας είχε εισαχθεί κατόπιν δικής του εμμονής ο οποίος αναφέρει "The PURCHASER is responsible to take all necessary steps within reasonable course of time in respect of the Governments Permission regarding the Transfer of Ownership" Η συμφωνία αυτή κατατέθηκε από τους εναγόμενους στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας δυνάμει των προνοιών του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου. Η υλοποίηση της συμφωνίας παρέμεινε σε εκκρεμότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα και κατά το έτος 1998 όταν η γεωργοκτηνοτροφική εταιρεία Αδελφοί Λύτρα Λτδ κύριος μέτοχος και Διευθυντής της οποίας είναι ο ΜΥ2 αγόρασαν το 80% των μετοχών της εναγόμενης εταιρείας. Τότε προέκυψε η εκκρεμότητα του επίδικου συμβολαίου όπως και ενός άλλου συμβολαίου πάλι με Τουρκοκύπριο το οποίο και διεκπεραιώθηκε. Μετά από σχετικές προσπάθειες για υλοποίηση της συμφωνίας που έγιναν προφορικά ο δικηγόρος του ενάγοντα Ι. Αβρααμίδης με επιστολή ημερ. 08.02.2001, τεκμήριο 2, καλούσε την ενάγομενη εταιρεία όπως προσέλθει στις 26.02.2001 και ώρα 09:30 π.μ. για να γίνει μεταβίβαση και εξόφληση του ακινήτου. Του τεκμηρίου 2 ακολούθησε η αποστολή του τεκμηρίου 3 με την οποία η ημερ. 26.02.2001 που αναφέρεται στο τεκμήριο 1 ακυρώνεται καθότι είναι αργία και καθορίζεται η ημέρα 06.03.2001. Στις 06.03.2001 ο ενάγοντας μαζί με το δικηγόρο Ι. Αβρααμίδη και ο κ. Γ. Λύτρας και η κόρη του Γιώτα Λύτρα Διευθυντές, Γραμματέας και Μέτοχοι της εναγόμενης εταιρείας μαζί με το δικολάβο Θ. Καραγιάννη μετέβησαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας. Ο ενάγοντας είχε πάρει μαζί του, όπως του είχε προηγουμένως ζητηθεί, απόδειξη από το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων ότι η φόροι για την επίδικη ιδιοκτησία είχαν πληρωθεί όπως αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου και πιστοποιητικό από τον Κοινοτάρχη Πύλας Χρ. Αντωνίου με τον οποίο πιστοποιείται ότι ο ενάγοντας είναι μόνιμος κάτοικος Πύλας. Όλα τα εν λόγω έγγραφα τοποθετήθηκαν εντός του εντύπου τύπος Ν 270 του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, τεκμήριο 11, το οποίο συμπληρώθηκε από τον κ. Θ. Καραγιάννη και οι δύο πλευρές ήταν έτοιμες να προχωρήσουν με την μεταβίβαση του ακινήτου και την εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Ο Αρμόδιος Λειτουργός του Κτηματολογίου Γ. Φώκου εξήγησε στις δύο πλευρές τη διαδικασία που σύμφωνα με την πρακτική του Κτηματολογίου ακολουθείτο στις περιπτώσεις όπου ο πωλητής της ιδιοκτησίας της οποίας σκοπείτο η μεταβίβαση ήταν Τουρκοκύπριος σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε να υπογραφεί το Τεκμήριο 11 και από τον πωλητή και από τον αγοραστή, ακολούθως το έντυπο αυτό μαζί με όλα τα έγγραφα που είχαν τοποθετηθεί σ΄ αυτό θα διαβιβάζοντο στα Κεντρικά Γραφεία του Κτηματολογίου στη Λευκωσία όπου ο Διευθυντής του Τμήματος θα εξέταζε τα έγγραφα και θα αποφάσιζε κατά πόσο θα ενέκρινε τη μεταβίβαση. Σε περίπτωση που η απάντηση ήταν θετική τότε θα καλούντο εκ νέου οι δύο πλευρές ενώπιον του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας όπου θα γινόταν η μεταβίβαση αφού εξοφλείτο το τίμημα πώλησης. Αυτή η διαδικασία εξηγήθηκε στις δύο πλευρές και από τον υπεύθυνο του Κτηματολογίου Λάρνακας κ. Μαγείρου όταν ο ενάγοντας, μετά από τη συμβουλή του δικηγόρου του, αρνήθηκε να υπογράψει το τεκμήριο 11 χωρίς να πληρωθεί το υπόλοιπο του τιμήματος την ίδια στιγμή. Ο Διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας Γ. Λύτρας όταν πληροφορήθηκε τη διαδικασία που απαιτείτο αρνήθηκε να πληρώσει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης εκείνη τη στιγμή στον ενάγοντα αφού η μεταβίβαση θα τελούσε υπό την έγκριση του Κτηματολογίου. Ο ενάγοντας αποφάσισε εκείνη τη στιγμή ότι δε θα προχωρούσε με τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στον ενάγοντα και με τη συμβουλή του δικηγόρου του προέβη στην αποστολή διαφόρων επιστολών, τεκμήρια 5, 6, 7 και 9, με τα οποία έθεσε, ως η μαρτυρία του ΜΕ2, το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο για τον τερματισμό της συμφωνίας η οποία έγινε με το τεκμήριο 10. Σύμφωνα με το τεκμήριο 10, ο ενάγοντας δηλώνει τη θέση του να τερματίσει τη συμφωνία διότι οι εναγόμενοι είχαν αρνηθεί να πληρώσουν το υπόλοιπο του τιμήματος ταυτόχρονα με την μεταβίβαση και έθεταν ως προυπόθεση την έγκριση της μεταβίβασης σε κάποιο μελλοντικό χρόνο από άγνωστο όργανο και άγνωστη στο νόμο διαδικασία και κριτήρια έτσι θεωρούσαν ότι οι εναγόμενοι έχουν παραβεί ουσιώδη όρο της σύμβασης ως προς τον χρόνο και τρόπο πληρωμής δηλαδή ότι ήταν υπαίτιοι διάρρηξης της σύμβασης πώλησης. Με το ίδιο τεκμήριο επίσης καλούσαν τους εναγόμενους να αποσύρουν το πωλητήριο έγγραφο τεκμήριο 1 από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας. Το Δικαστήριο καλείται να δηλώσει ότι το τεκμήριο 1 είναι άκυρο και /ή ότι ο ενάγοντας νόμιμα τερμάτισε τη συμφωνία λόγω παράβασης ουσιώδους όρου αυτής από τους εναγόμενους και κατ' επέκταση και εφόσον δώσει τις ανωτέρω θεραπείες δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας δεν δεσμεύεται από τους όρους του τεκμηρίου 1 και διάταγμα διατάττων τους εναγόμενους και/ή τον Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για απόσυρση του τεκμηρίου 1 από το Κτηματολόγιο. Είναι καταλυτικής σημασίας για την υπόθεση του ενάγοντα η απόφαση του Δικαστηρίου αναφορικά με το κατά πόσο η εναγόμενη εταιρεία έχει παραβεί ουσιώδη όρο της συμφωνίας, τον όρο που προϋποθέτει ταυτόχρονη εξόφληση του τιμήματος πώλησης μαζί με την μεταβίβαση του ακινήτου, και έτσι δόθηκε στον ενάγοντα το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας και κατά δεύτερο κατά πόσο ο τερματισμός αυτός έγινε νόμιμα. Είναι ήδη εύρημα του Δικαστηρίου ότι η διαδικασία όπως έχει εξηγηθεί ανωτέρω για αποστολή του τεκμηρίου 11 υπογεγραμμένου και από τις δύο πλευρές στα Κεντρικά Γραφεία του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για έγκριση είχε ζητηθεί από τις δύο πλευρές από τους Αρμόδιους Λειτουργούς του Κτηματολογίου στις 06.03.2001 όταν και οι δύο πλευρές είχαν συναντηθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας. Αυτή ήταν η μαρτυρία όλων των μερών. Το Δικαστήριο δεν καλείται να αποφανθεί αναφορικά με την ορθότητα ή όχι της απαίτησης του Κτηματολογίου σύμφωνα με τη διαδικασία που είχε εξηγηθεί στις δύο πλευρές, αφού εν πάση περιπτώσει οριστική απόφαση του Κτηματολογίου η οποία θα επιδεχόταν δικαστική αμφισβήτηση δεν είχε ολοκληρωθεί ούτε και έχει δοθεί τελική απόφαση αφού καμιά από τις δύο πλευρές δεν επιδίωξε κάτι τέτοιο παρά μόνο καθόρισαν και οι δύο την θέση τους σύμφωνα με τις προφορικές θέσεις του Κτηματολογίου όπως αυτές αναφέρθηκαν στις 06.03.2001 από τον Γ. Φώκου και τον Διευθυντή Μαγείρου. Εν πάση περιπτώσει η εξέταση της ορθότητας της απόφασης του Κτηματολογίου, εάν ολοκληρωνόταν, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο προς εξέταση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής αφού είτε θα έπρεπε να καταχωρηθεί Προσφυγή εναντίον της απόφασης αυτής εάν αν ακολουθείτο η απόφαση του τότε Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Χρυσοστομή στην Προσφυγή 440/93 Northgate Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εσωτερικών

(1995)4 ΑΑΔ 1501 ή αίτηση έφεση ως η απόφαση του Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ. Νικολάου στην Προσφυγή 454/02 Torgut Yashar, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Yuksel Cemal Hudaverdi v. Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερ. 16.09.
  1. Με βάση τα πιο πάνω είναι φανερό ότι όπως έχουν τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης οι εναγόμενοι δεν ευθύνονται για τα όσα είχαν γίνει στη συνάντηση στο Κτηματολόγιο στις 06.03.
  2. Συνεπώς είναι η θέση μου ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν παραβεί τον ουσιώδη όρο της συμφωνίας που προνοούσε με ταυτόχρονη εξόφληση του τιμήματος πώλησης τη μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου. Η μαρτυρία των ΜΥ1, ΜΥ3 και ΜΥ4 ότι η εναγόμενη εταιρεία κατείχε το ποσό χρημάτων που ήταν το τίμημα της συμφωνίας και ότι ήταν έτοιμοι να το εξοφλήσουν με την μεταβίβαση έμεινε αναντίλεκτη. Περαιτέρω ο ίδιος ο ενάγοντας πέραν του ότι το τεκμήριο 1 υπεγράφη από το 1993 και ο ίδιος δεν φαίνεται να έλαβε κανένα μέτρο για την εκπλήρωση του μέχρι τον Φεβρουάριου του 2001, είχε αποφασίσει να μην προχωρήσει με την υλοποίηση της συμφωνίας στις 06.03.2001 ως ήταν η δική του μαρτυρία και η μαρτυρία του ΜΕ
  3. Επίσης από το τεκμήριο 1 που είναι η επίδικη συμφωνία το Δικαστήριο μπορεί με ασφάλεια να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο ενάγοντας γνώριζε καλά ότι χρειαζόταν να γίνει διαδικασία έγκρισης για να δοθεί άδεια για μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, σχετικές είναι οι παράγραφοι 6 και 6Α. Περαιτέρω από το τεκμήριο 9 που είναι η πρώτη επιστολή με την οποία επιχειρήθηκε ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας, πέραν του ότι επιδιώκεται ο τερματισμός της συμφωνίας από τον ενάγοντα στις 08.10.2001 ενώ είχε οριστεί από την εναγόμενη ημερομηνία για να συναντηθούν εκ νέου στο Κτηματολόγιο για υλοποίηση του τεκμηρίου 1 και η οποία ήταν η 09.10.2001, αναφέρω στο σημείο αυτό ότι διαφωνώ με την εισήγηση του κ. Αβρααμίδη ότι σε αυτή την περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές της προβλεπόμενης παράβασης συμφωνίας (Anticipatory Breach), αφού όπως έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Tanis Beit v. Elias Ioanni Papa and Another
(1971)1 CLR 172 για να τύχει εφαρμογής η πιο πάνω αρχή πρέπει να υπάρχει διάρρηξη της συμφωνίας πριν το χρόνο εκτέλεσης της οπόταν και αναγνωρίζεται στο αθώο μέρος το δικαίωμα να στραφεί ενάντια στο υπαίτιο μέρος για παραβίαση της συμφωνίας. Όπως έχω αναφέρει προηγουμένως δεν θεωρώ ότι έχει γίνει διάρρηξη ουσιώδης όρου της συμφωνίας από τους εναγόμενους, καθίσταται σαφές ότι για τον ενάγοντα πλήρης συμμόρφωση με τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου σημαίνει κατάθεση της δήλωσης μεταβίβασης με τα απαιτούμενα κατά νόμο έγγραφα και αποδοχή της (δική μου υπογράμμιση) την ίδια μέρα. Είναι όμως σαφές από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ανωτέρω ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει την ίδια μέρα σύμφωνα με την διαδικασία που απαιτούσε το Κτηματολόγιο. Αυτό που καθίσταται σαφές είναι ότι η εναγόμενη εταιρεία είχε πάντοτε τη διάθεση να εξοφλήσει το τίμημα πώλησης την ίδια στιγμή που θα γινόταν η μεταβίβαση. Οι εσωτερικές διαδικασίες του Κτηματολογίου προϋπέθεταν, λανθασμένα ή όχι, σύμφωνα με τον Νόμο ή κατά παράβαση του Νόμου που δεν είναι της παρούσης για τους λόγους που έχουν ανωτέρω αναφερθεί, την υπογραφή του τεκμηρίου 11 και από τον αγοραστή και τον πωλητή και ακολούθως την αποστολή του στη Λευκωσία για έγκριση και μόνο σε περίπτωση που η απάντηση του Κτηματολογίου θα ήταν θετική τότε να προχωρούσε η διαδικασία δια της ταυτόχρονης εξόφλησης του τιμήματος και μεταβίβασης του επιδίκου ακινήτου. Ενόψει των πιο πάνω είναι η θέση μου ότι ο ενάγοντας έχει πρόωρα και παράνομα τερματίσει την επίδικη συμφωνία γι΄ αυτό και η αξίωση του είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Παρόλο που δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα της απόφασης μου πρέπει να αναφέρω ότι αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον ενάγοντα για το θέμα του τερματισμού της συμφωνίας ο οποίος έχει γίνει με δύο επιστολές, τα τεκμήρια 9 και 10, είχε αναφέρει ότι τυχόν επίκληση λανθασμένου λόγου τερματισμού δεν επηρεάζει τον τερματισμό αν υπάρχει άλλος λόγος σύμφωνα με τον οποίο η συμφωνία να μπορεί να τερματιστεί. Ως θέμα νομικής αρχής συμφωνώ ότι η πιο πάνω θέση είναι σωστή, σχετική είναι η απόφαση Φοινίκου Γεωργίου Νινηρίδου ν. Θεοχάρη Σάββα
(1993)1 ΑΑΔ 589 όπου έγινε αναφορά στην εν λόγω αρχή. Στην παρούσα όμως περίπτωση η αρχή αυτή δηλαδή ότι μια ειδοποίηση τερματισμού μιας συμφωνίας είναι έγκυρη έστω και αν αναγράφει λανθασμένο λόγο τερματισμού δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση διότι ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου που αναφέρονται ανωτέρω δεν υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος έγκυρος λόγος για τερματισμό της συμφωνίας από τον ενάγοντα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η εναγόμενη εταιρεία έχει καταχωρήσει ανταπαίτηση στην αξίωση του ενάγοντα με την οποία ζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία ημερ. 03.03.1993 είναι έγκυρη και δεσμεύει πλήρως τις δύο πλευρές, διάταγμα του Δικαστηρίου για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας και νόμιμες αποζημιώσεις για την υπαίτια παράβαση του τεκμηρίου 1 εκ μέρους του ενάγοντα. Η ανταπαίτηση ως στην παράγραφο Α της ανταπαίτησης των εναγομένων αναγράφεται είναι φανερό από τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω ότι έχει πετύχει λόγω της απόρριψης της αξίωσης του ενάγοντα. Όσον αφορά την ανταπαίτηση στην παράγραφο Γ με την οποία ζητούνται νόμιμες αποζημιώσεις για την υπαίτια παράβαση του τεκμηρίου 1 εκ μέρους του ενάγοντα, αυτή η αξίωση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία πέραν του ότι με την απόφαση του Δικαστηρίου η σύμβαση θεωρείται έγκυρη και ότι η ισχύς της συνεχίζει μέχρι και σήμερα, και λόγω του ότι δεν έχει δοθεί καμιά μαρτυρία από τους εναγόμενους για να τεκμηριώνουν την αξίωση τους καθ΄ οιονδήποτε τρόπο είτε όσον αφορά το ύψος του ποσού είτε άλλως. Παραμένει λοιπόν προς εξέταση η ανταπαίτηση της εναγόμενης εταιρείας για διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την ειδική εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας. Η θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης μιας συμφωνίας είναι θεραπεία η οποία είναι καλά γνωστή στο Κυπριακό Νομικό Σύστημα και μπορεί να διαταχθεί μόνο κάτω από τις πρόνοιες του Ειδικού Νόμου περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος Κεφ. 232 όπως έχει τροποποιηθεί. Σχετική είναι η απόφαση Xenis Xenopoullos v. Elli Isidorou Makridi
(1969)1 CLR 488 όπου έχει αποφασιστεί ότι οι πρόνοιες του άρθρου 76 του Κεφ. 149 γενικά δεν εφαρμόζονται στις συμβάσεις για πώληση γης δυνάμει της επιφύλαξης της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 76 του Κεφ. 149. Η θεραπεία αυτή βρίσκει έρεισμα και στις αρχές της επιείκειας, βλ. την υπόθεση Ανδρέας Μιχαήλ Απαισιώτη και Άλλη ν. Στασούλλας Ραγιά και Άλλης
(1993)1 ΑΑΔ 882 όπου έχει αποφασιστεί ότι η θεραπεία αυτή ασκείται με βάση όλα τα περιστατικά της υπόθεσης. Σύμφωνα με τον περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο Κεφ. 232 όπως έχει τροποποιηθεί, σχετικό είναι το άρθρο 2 κάθε σύμβαση για την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης δυνάμει διατάγματος Επαρχιακού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου αν είναι έγκυρη σύμβαση σύμφωνα με τον Νόμο και αν έχουν τηρηθεί οι όροι που αναφέρονται στους παραγράφους (α) - (δ) του άρθρου αυτού. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι (α) η σύμβαση να είναι γραπτή. Στην παρούσα περίπτωση αυτή η προϋπόθεση ικανοποιείται όπως καταδεικνύεται από το τεκμήριο 1, (β) αν ο αγοραστής εντός δύο μηνών από την ημερομηνία της σύμβασης καταθέσει στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο εντός της οποίας βρίσκεται η ιδιοκτησία αντίγραφο της σύμβασης. Όπως φαίνεται στην παράγραφο 18 της έκθεσης υπεράσπισης είναι ισχυρισμός των εναγομένων ότι το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 03.03.1993 (τεκμήριο 1) κατετέθη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας δυνάμει των προνοιών περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου. Στην παράγραφο 19 της απάντησης στην υπεράσπιση ο ενάγων αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγομένων οι οποίοι εκτίθενται στην παράγραφο 18 της υπεράσπισης όμως ουσιαστικά δεν έχει προσαχθεί καμιά μαρτυρία από πλευράς ενάγοντα που να αντικρούει αυτή τη θέση αντίθετα έχει προσαχθεί μαρτυρία από πλευράς των εναγομένων ότι όντως είχε κατατεθεί δεόντως η σύμβαση στο Κτηματολόγιο. Τη θέση ότι ουσιαστικά δεν αμφισβητείται η κατάθεση της σύμβασης στο Κτηματολόγιο την έχει επιβεβαιώσει και ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την τελική του αγόρευση συνήγορος του ενάγοντα και εν πάση περιπτώσει μια από τις θεραπείες που ζητά ο ενάγοντας είναι δήλωση του Δικαστηρίου ότι η κατάθεση της συμφωνίας στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας δεν αποτελεί εμπράγματο βάρος για το ακίνητο του ενάγοντα όπως και διάταγμα που να διατάσσει τους εναγόμενους και /ή τον Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για απόσυρση της συμφωνίας από το Κτηματολόγιο, συνεπώς έχω ικανοποιηθεί ότι και αυτός ο όρος που θέτει το άρθρο 2 έχει ικανοποιηθεί. Η προϋπόθεση της παραγράφου (γ) του άρθρου 2 είναι ότι ο αγοραστής πρέπει να έχει καλέσει πριν την από την έγερση αγωγής για να εξαναγκασμό ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης τον πωλητή να εμφανιστεί ενώπιον Κτηματολογικού Λειτουργού και να δηλώσει ότι συμφωνεί να πουλήσει την ιδιοκτησία που αναφέρεται στην σύμβαση. Η προϋπόθεση αυτή δεν εφαρμόζεται στην συγκεκριμένη περίπτωση. Πέραν του ότι η εναγόμενη εταιρεία είναι δια ανταπαιτήσεως που αιτείται διατάγματος ειδικής εκτέλεσης, στη παρούσα υπόθεση είναι ο πωλητής δια του τεκμηρίου 7 που έχει καλέσει τους αγοραστές να καθορίσουν ημερομηνία και ώρα μετάβασης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας μέχρι 15.10.2001 για την μεταβίβαση του ακινήτου σε απάντηση της οποίας οι εναγόμενοι δια του τεκμηρίου 8 καθόρισαν την Τρίτη 9 Οκτωβρίου και ώρα 08:00 το πρωί ως ημερομηνία για να μεταβούν οι δύο πλευρές στο Δικαστήριο να υπογράψουν τα έντυπα που χρειάζονταν τα οποία ακολούθως θα πρέπει να παραπεμφθούν στα Κεντρικά Γραφεία του Κτηματολογίου Λευκωσίας για να δοθεί η έγκριση για τη μεταβίβαση. Είναι δηλαδή σαφές ότι η ημερομηνία που έχει καθοριστεί μετά από πρόσκληση του πωλητή ήταν για σκοπούς τροχιοδρόμησης της διαδικασίας για την εξασφάλισης της απαιτούμενης άδειας και όχι ημερομηνία κατά την οποία καλείτο ο πωλητής να εμφανιστεί και να δηλώσει ότι συμφώνησε να πωλήσει την ιδιοκτησία που αναφέρεται στη σύμβαση. Περαιτέρω σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του άρθρου 2 είναι απαραίτητη προϋπόθεση η έγερση αγωγής εντός 6 μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία συνάφθηκε η σύμβαση για εξαναγκασμό της ειδικής εκτέλεσης αυτής. Στην συγκεκριμένη περίπτωση όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω η εναγόμενη εταιρεία αξιώνει την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας δια ανταπαιτήσεως. Σύμφωνα με τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, η ανταπαίτηση του εναγόμενου θεωρείται σαν μια νέα αγωγή μεταξύ του εναγόμενου ο οποίος υπέχει τη θέση του ενάγοντα και του ενάγοντα ο οποίος υπέχει τη θέση του εναγόμενου. Σχετική είναι η Διαταγή 33 θεσμός 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών συνεπώς το γεγονός ότι είναι δια ανταπαιτήσεως που αξιώνεται διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της παρούσας συμφωνίας από μόνο του δεν είναι λόγος για να θεωρηθεί ότι δεν εφαρμόζεται η παράγραφος (δ) του άρθρου 2. Όμως όπως έχει ήδη αναφερθεί υπάρχει στην εν λόγω παράγραφο χρονική προθεσμία 6 μηνών από την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης. Το τεκμήριο 1 συνήφθηκε στις 03.03.1993 η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε το 2002 και η ανταπαίτηση καταχωρήθηκε στις 14.02.2003. Είναι δηλαδή φανερό ότι δεν έχει εγερθεί εντός 6 μηνών από την ημερομηνία της σύμβασης. Πρέπει να αναφερθεί ότι υπάρχει επιφύλαξη στην παράγραφο (δ) του άρθρου 2 δια της οποίας όταν στη σύμβαση προβλέπεται η εξυπακούεται κάποια μεταγενέστερη ημερομηνία για τη δήλωση μεταβίβασης της ακίνητης ιδιοκτησίας η εξάμηνη προθεσμία που προβλέπεται από την παράγραφο αυτή αρχίζει να υπολογίζεται από την ημερομηνία που προβλέπεται στην σύμβαση η οποία είναι μεταγενέστερη αυτής. Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει καμιά μεταγενέστερη ημερομηνία η οποία μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Όπως έχει αναφερθεί ενώ η σύμβαση είχε υπογραφεί το 1993, η ανταπαίτηση έχει καταχωρηθεί στις 14.02.2003 μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα που ήταν στις 19.11.2002 συνεπώς η εξάμηνη προθεσμία δεν έχει τηρηθεί. Όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση Eleni Andrea Avgousti v. Niovi Papadamou and Another
(1968)1 CLR 66 η προθεσμία που τάσσει το άρθρο 2(δ) του Κεφ. 232 είναι επιτακτική και σε περίπτωση που δεν τηρηθεί τότε η θεραπεία της Ειδικής Εκτέλεσης δεν μπορεί να παρασχεθεί. Επίσης όπως έχει αναφέρει και ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Τριανταφυλλίδης στην υπόθεση Anthoulla Melaisi v. M. & M. Georghiki Eteria Ltd
(1979)1 CLR 748 το άρθρο 2 του Κεφ. 232 όπως έχει τροποποιηθεί είναι ουσιαστικής σημασίας και όχι μόνο διαδικαστικής φύσεως. Λόγω του ότι δεν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις των παραγράφων (γ) και (δ) του άρθρου 2 του Κεφ. 232 η ανταπαίτηση των εναγομένων για διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Εν πάση περιπτώσει η θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης είναι θεραπεία που βρίσκει έρεισμα στις αρχές της επιείκειας και ως τέτοια είναι θέμα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Σχετική είναι η υπόθεση Απαισιώτη (βλ. ανωτέρω). Περαιτέρω το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη του όλα τα περιστατικά της υπόθεσης καθώς και τη συμπεριφορά και των δύο πλευρών μπορεί εν πάση περιπτώσει να αρνηθεί να διατάξει ειδική εκτέλεση. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο λόγος για τον οποίο έχει απορριφθεί η αξίωση του ενάγοντα είναι τέτοιος ώστε να επιβάλλεται η τελική και δεσμευτική απόφαση του Κτηματολογίου αναφορικά με τον τρόπο μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου προτού να μπορεί να τεθεί θέμα ειδικής εκτέλεσης. Ενόψει των ανωτέρω τόσο η αξίωση του ενάγοντα όσο και ανταπαίτηση των εναγομένων για διάταγμα ειδικής εκτέλεσης και για αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης απορρίπτονται. Παραμένει το θέμα των εξόδων τα οποία ως καλά νομολογιακά καθιερωμένη αρχή είναι θέμα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Ζυγίζοντας τους λόγους για τους οποίους έχει απορριφθεί τόσο η αξίωση του ενάγοντα όσο και η ανταπαίτηση των εναγομένων θεωρώ δίκαιο να μην εκδώσω καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............................................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.