Πανίκου Ζαντή ν. INVESTYLIA LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2484/02, 31 Μαρτίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2484/02 Μεταξύ: Πανίκου Ζαντή, από την Λευκωσία Ενάγοντα - και -
- INVESTYLIA LTD, από την Λάρνακα
- Ανδρέας Παπαχριστοδούλου, από την Λευκωσία
- Ανδρέας Ζαχαριάδης, από την Λάρνακα
- Στέλιος Στυλιανού, από την Λάρνακα
- Ξενοφών Πρωτοπαπάς, από την Λάρνακα
- Πανίκος Χριστοφή, από την Λεμεσό
- Ανδρέας Τσέλεπος, από την Πάφο
- Κυριάκος Ταουξή, από την Λάρνακα Εναγομένων Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2005 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Χρ. Μιτσίδης Για τους Εναγομένους: κ. Α. Μαθηκολώνης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων είναι για το ποσό των ΛΚ10.015,50 πλέον νόμιμο τόκο από 5.4.2000 για ποσό ΛΚ1.000,00 και από 3.5.2000 για ποσό ΛΚ8.997,50 για την αγορά 13330 συνήθων μετοχών ονομαστικής αξίας ΛΚ0,50 εκάστη τις οποίες αγόρασε στη τιμή των ΛΚ0,75 την κάθε μια της εναγόμενης 1 με την προοπτική εισαγωγής τους στο ΧΑΚ. Οι τίτλοι παρά τις παραστάσεις των εναγομένων για την προοπτική εισαγωγής στο ΧΑΚ δεν εισήχθηκαν. Η απαίτηση στηρίζεται στις πρόνοιες του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμο 141
(1)/
- Διαζευκτικά το πιο πάνω ποσό απαιτείται ως αποζημιώσεις για αθέτηση σύμβασης και/ή χρήματα που πληρώθηκαν για αντάλλαγμα που δεν πραγματοποιήθηκε. Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι προέβησαν σε παραστάσεις είτε προσωπικά είτε δια αντιπροσώπων τους ότι οι τίτλοι των μετοχών τους επρόκειτο να εισαχθούν στο ΧΑΚ και απορρίπτουν την αξίωση του ενάγοντα ισχυρίζονται δε ότι ο ενάγων δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα. Έγιναν παραδεκτά τα πιο κάτω:
- Η εναγόμενη 1 εταιρεία συστάθηκε σαν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης στις 17.12.1997 με αριθμό εγγραφής ΗΕ
- Στις 28.11.2000 η εναγόμενη 1 εταιρεία μετατράπηκε σε δημόσια εταιρεία.
- Ο γραμματέας της εναγόμενης εταιρείας είναι μια εταιρεία με το όνομα BENSECRA LTD, Σοφούλη 2, Μέγαρο Sianteclaire, Γραφείο 205, Λευκωσία.
- Το εγγεγραμμένο γραφείο της εναγόμενης εταιρείας βρίσκεται στην οδό Φανερωμένης αριθμός 79 στην Λάρνακα.
- Στις 21.01.2000 ο ενάγων υπέβαλε αίτηση ιδιωτικής τοποθέτησης για να του παραχωρηθούν 13330 μετοχές της εναγόμενης εταιρείας.
- Στις 05.04.2000 η εναγόμενη εταιρεία απέστειλε έγγραφο προς τους μετόχους και προς το κοινό στο οποίο επισυνάπτεται η πρόσκληση για εγγραφή.
- Στις 03.05.2000 ο ενάγων πλήρωσε την αξία των μετοχών με τραπεζικό έμβασμα.
- Κατά ή περί 12.06.2000 εστάληκε έγγραφο άνευ ημερομηνίας στην οποία η εναγόμενη εταιρεία εσώκλειε το πιστοποιητικό μετοχών υπ΄ αριθμό 01076 στο όνομα του ενάγοντα για 13330 μετοχές και με ημερομηνία έκδοσης 12.06.
- Στις 14.06.2000 η εναγόμενη εταιρεία υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου.
- Η εναγόμενη 1 εταιρεία μέχρι σήμερα δεν έχει επιστρέψει στον ενάγοντα κανένα ποσό. Κατατέθηκαν επίσης εκ συμφώνου αριθμός τεκμηρίων στα οποία θα γίνεται αναφορά όταν χρειάζεται. Ο ενάγων Πανίκος Ζαντής κατέθεσε ότι διατηρεί πρατήριο βενζίνης στη Λευκωσία και ότι τον Ιανουάριο του 2000 ένας πελάτης του, ο Κλέων Παντελίδης, υπό την ιδιότητα του ως αντιπρόσωπος της εναγόμενης 1 τον συμβούλεψε να επενδύσει ιδιωτικά στην εναγόμενη 1 εταιρεία επιμένοντας ότι είναι πολύ καλή ευκαιρία γιατί σε 6 μήνες οι τίτλοι της θα εισάγονταν στο ΧΑΚ και η τιμή στην οποία θα αποκτούσε τις μετοχές ήταν πολύ καλή. Του έδωσε ένα τυποποιημένο συμφωνητικό έγγραφο (τεκμήριο 1) για 13330 μετοχές για το οποίο έδωσε προκαταβολή ΛΚ1.000,00 για την αγορά των μετοχών και ΛΚ300,00 ως προμήθεια στον κ. Παντελίδη. Το υπόλοιπο του τιμήματος το εξόφλησε όταν του παραχωρήθηκαν οι μετοχές με τραπεζικό έμβασμα στο λογαριασμό της εναγόμενης
- Μετά την υπογραφή του τεκμηρίου 1 ο ίδιος τύγχανε ενημέρωσης από την εναγόμενη 1 μέσω ταχυδρομείου και συνεχώς τον διαβεβαίωναν ότι ετοιμάζονται για να εισαχθούν στο ΧΑΚ. Το Απρίλιο - Μάιο του 2000 ζήτησαν το υπόλοιπο ποσό της αξίας των μετοχών για να εκδώσουν τους τραπεζικούς τίτλους, και ο ίδιος στις 3.5.00 πλήρωσε το ποσό αυτό με τραπεζικό έμβασμα, αλλά η εισαγωγή των τίτλων της εταιρείας στο ΧΑΚ δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα. Ο ίδιος με επιστολή προσωπική, τεκμήριο 7, αλλά και με την επιστολή του δικηγόρου του, τεκμήριο 5, ζήτησε επιστροφή των χρημάτων του και ακολούθως έλαβε προς απάντηση τα τεκμήρια 8, 9, 10, 11 και 12 με τα οποία η εναγόμενη 1 ζητούσε από τον ενάγοντα να αποσύρει τα δικαστικά μέτρα εναντίον της εναγόμενης 1 και του υπέβαλαν πρόταση αρχικά για εξαγορά των μετοχών του προς ΛΚ0,25 εκάστη σε περίπτωση που θα εξαγόραζαν όλες τις μετοχές ή εξαγορά των 50% των μετοχών του προς ΛΚ0,30 εκάστη νοουμένου ότι θα παραμείνει μέτοχος για το υπόλοιπο μισό του αριθμού των μετοχών του στις οποίες αντέδρασε με το τεκμήριο 11 όπου ο δικηγόρος του πληροφορούσε την εναγόμενη 1 ότι είναι διατεθειμένος να πωλήσει όλες του τις μετοχές στην τιμή των ΛΚ0,50 εκάστη, πρόταση την οποία η εναγόμενη 1 απέρριψε με το τεκμήριο 12 αναφέροντας ότι η προσφορά της εναγόμενης 1 προς τους μετόχους της για εξαγορά των μετόχων στη τιμή ΛΚ0,25 και έχει λήξει στις 27.10.03 και ότι η μόνη δυνατότητα που προσφέρεται στον ενάγοντα από την εναγόμενη 1 είναι να τον φέρει σε επαφή με πρόθυμο αγοραστή με τιμή ΛΚ0,20 τη μετοχή. Μέχρι σήμερα δεν του έχουν επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό. Αντεξεταζόμενος είπε ότι γνωρίζει τον Κλέων Παντελίδη εδώ και πολλά χρόνια τουλάχιστον 5 χρόνια πριν το 2000, ότι ο ίδιος του ανέφερε ότι διέθετε πακέτο μετοχών της εναγόμενης 1 για ιδιωτική τοποθέτηση, του ζήτησε προμήθεια ΛΚ300 την οποία και του έδωσε και η συνομιλία τους αυτή συνεχίστηκε 2 - 3 μέρες μέχρι που τελικά πείστηκε ο ίδιος από τις διαβεβαιώσεις του Παντελίδη ότι η μετοχή θα πήγαινε καλά στο ΧΑΚ και ήταν καλή ευκαιρία, και έγινε η υπογραφή του τεκμηρίου
- Η εντύπωση που είχε ήταν ότι ο Παντελίδης ήταν αντιπρόσωπος της εναγόμενης 1 εξού και διέθετε πέραν του πακέτου των μετοχών, και τα συμβόλαια, όπως το τεκμήριο 1, και επίσης του ανέφερε ότι μετά την υπογραφή του τεκμηρίου 1 μέχρι που να εκδοθούν οι τίτλοι θα ερχόταν σε επαφή η εναγόμενη 1 μαζί του. Ο ίδιος ρώτησε τον Παντελίδη αν ήταν Διευθυντής της εταιρείας η απάντηση που πήρε ήταν αρνητική και του είπε ότι ο Διευθυντής της εταιρείας ήταν ο Στέλιος Στυλιανού. Σε υποβολή ότι ο Παντελίδης δεν είχε καμία σχέση με την εναγόμενη 1 η απάντηση του ήταν αρνητική και ανέφερε ότι εφόσον κρατούσε το τεκμήριο 1, και η εναγόμενη 1 με βάση το τεκμήριο 1 και την προκαταβολή των ΛΚ1.000,00 προχώρησε και του έκδωσαν το πιστοποιητικό μετοχών τότε υπάρχει σχέση του Παντελίδη με την εναγόμενη
- Σε υποβολή ότι η εναγόμενη 1 δεν γνωρίζει τίποτε για την πληρωμή προμήθειας η απάντηση του ήταν ότι δεν ζητά την προμήθεια από τους εναγόμενους διεκδικεί μόνο τα ποσά που πλήρωσε για την αγορά των μετοχών. Ρωτήθηκε εάν διάβασε την πρόσκληση για εγγραφή που του είχε αποστείλει η εταιρεία, τεκμήριο 2Β, το οποίο συνόδευε την επιστολή τεκμήριο 2Α και η απάντηση του ήταν ότι δεν το έχει διαβάσει με λεπτομέρεια. Ερωτήθηκε επίσης αν ο ίδιος θεωρούσε ότι ήταν καλή ευκαιρία η επένδυση στην εναγόμενη 1 και η απάντηση του ήταν ότι είχε πειστεί από τον κ. Παντελίδη ότι οι τίτλοι της εταιρείας θα εισήγοντο στο ΧΑΚ ότι οι προοπτικές της ήταν καλές και ότι ο αριθμός των μετοχών που είχαν διατεθεί με ιδιωτική τοποθέτηση ήταν λίγες. Ο διευθυντής της εναγομένης 1 Στέλιος Στυλιανού, εναγόμενος 4, ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης από την πλευρά των εναγομένων. Έδωσε γραπτή μαρτυρία σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 32
(1)/2004 που τροποποιεί τον περί Αποδείξεως Νόμο, σχετικό είναι το άρθρο 25 του εν λόγω Νόμου. Σύμφωνα με την μαρτυρία του η εταιρεία έγινε δημόσια την 28.1.00 για συγκεκριμμένους εμπορικούς σκοπούς και όχι ευκαιριακά για την εισαγωγή της στο ΧΑΚ. Ήδη από το τέλος του 1999 εντόπισε αδυναμία στην αγορά στον τομέα εισαγωγής και διανομής ειδών διατροφής και έκρινε ότι η αντίδραση στην παντοδυναμία των υπεραγορών ήταν η σύσταση ενός δυνατού ομίλου για την εισαγωγή, παραγωγή και διανομή μιας μεγάλης γκάμας προϊόντων ώστε να μπορεί να επιβάλει δικούς της όρους στις υπεραγορές. Έκρινε ότι μια δημόσια εταιρεία με μεγάλο αριθμό μετοχών που θα υποστήριζαν τα προϊόντα θα ασκούσαν πίεση στις υπεραγορές. Η εναγομένη εταιρεία προϋπήρχε ως οικογενειακή εταιρεία από το
- Επειδή ήταν ανενεργός απεφάσισαν να την χρησιμοποιήσουν. Έτσι τέλος του 1999 συναντήθηκαν 50 άτομα που ασπάζονταν τις ίδιες αντιλήψεις μαζί του και αποφάσισαν την δημιουργία της εταιρείας. Είδαν ότι η εταιρεία δεν τηρούσε μια βασική προϋπόθεση, εκείνη των ελεγμένων λογαριασμών για τα 3 προηγούμενα χρόνια, αλλά συμφώνησαν ότι δεν ήταν αυτοσκοπός η ένταξη στο χρηματιστήριο, αλλά η δημιουργία της εταιρείας και στο μέλλον όταν θα ικανοποιούσε τον Καν. 61 του ΧΑΚ θα εισάγετο. Με αυτά τα δεδομένα τον Μάρτιο του 2000 προχώρησε σε δημόσια πρόσκληση για εγγραφή μέσω του Εφόρου Εταιρειών. Στο μεταξύ η εταιρεία δέκτηκε και ανέκκλητες δηλώσεις για ιδιωτική τοποθέτηση από αρκετούς που έμαθαν για τους σκοπούς της, ο ενάγοντας αποτάθηκε με αίτηση ημερομηνίας 21.01.2000 να του παραχωρηθούν με ιδιωτική τοποθέτηση 13330 συνήθης μετοχές πληρώνοντας το ποσό των ΛΚ1000,00 ως προκαταβολή. Η εταιρεία προχώρησε ακολούθως σε ετοιμασία και κατάθεση στις 27.03.2000 στον Έφορο Εταιρειών δημόσιας πρόσκλησης για εγγραφή. Με την πρόσκληση για εγγραφή δήλωναν στο κοινό ότι δεν πληρούσαν τον καν. 61 αλλά σε εύθετο χρόνο είχαν πρόθεση να υποβάλουν αίτηση για εισαγωγή στο ΧΑΚ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι τίτλοι θα εισάγοντο. Μετά την δημόσια πρόσκληση για εγγραφή και την παραχώρηση μετοχών η εταιρεία είχε πάνω από 1400 μετόχους. Στις 05.04.00 η εταιρεία έστειλε στον ενάγοντα επιστολή παραχώρησης των μετοχών που αιτήθηκε (τεκμήριο 2Α) μαζί με αντίγραφο του ενημερωτικού δελτίου της δημόσιας πρόσκλησης για εγγραφή (τεκμήριο 2Β) καθώς και κατάσταση λογαριασμού με την οποία τον καλούσε να προσέλθει προς εξόφληση των μετοχών του. Μαζί με τα έγγραφα η εταιρεία έστειλε σε όλους που είχαν κάνει αίτηση για απόκτηση μετοχών με ιδιωτική τοποθέτηση, και στον ενάγοντα, ένα έντυπο με το οποίο ο ίδιος ζητούσε από την εταιρεία κατ΄ εξαίρεση απαλλαγή από την αγορά και εξόφληση των μετοχών που ζήτησε και επιστροφή οποιασδήποτε προκαταβολής είχε ήδη πληρώσει σε περίπτωση που δεν συμφωνούσε πλήρως με τις πρόνοιες του τεκμηρίου 2Β. Ο ενάγοντας δεν ζήτησε τέτοια απαλλαγή και προχώρησε στην εξόφληση όλων των μετοχών του στις 3.5.00 καταθέτοντας απευθείας στον λογαριασμό της εταιρείας με την Λαϊκή Τράπεζα υπ΄ αριθμό 048-31-046345 το ποσό των ΛΚ8.997,
- Όλο το ποσό της έκδοσης μετοχών το χρησιμοποίησαν για την εξαγορά εταιρειών και αντιπροσωπειών. Ενώ όλα αυτά συνέβαιναν ψηφίστηκε ο Νόμος 42
(1)/00 και με το άρθρο 3
(1)αναγκάστηκαν να υποβάλουν αίτηση στο ΧΑΚ. Ζήτησαν εξαίρεση από τον Καν. 61 και το ΧΑΚ έδωσε την εξαίρεση και έτσι υπόβαλαν την αίτηση. Επειδή το ΧΑΚ καθυστερούσε τους έδινε παρατάσεις από τον Σεπτέμβριο του 2000 μέχρι τον Φεβρουάριο του
- Την 12.7.01 το ΧΑΚ ενέκρινε την αίτηση και την παρέπεμψε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Η Επιτροπή τους ζήτησε ανεξάρτητο λογιστικό και νομικό έλεγχο και αφού τα κατέθεσαν, η Επιτροπή μετά από αρκετό καιρό τους απέρριψε την αίτηση γιατί δεν πληρούσαν τον καν. 61 που ως εταιρεία το είχαν ήδη επισημάνει και γι΄ αυτό ζήτησαν και πήραν εξαίρεση. Για το θέμα αυτό προχώρησαν και δικαστικά με προσφυγές. Στις 5.12.01 η εταιρεία κάλεσε έκτακτη γενική συνέλευση και το Διοικητικό Συμβούλιο ζήτησε εξουσιοδότηση να προβεί σε μείωση του κεφαλαίου για την επιστροφή κεφαλαίων σε επενδυτές που το ζήτησαν. Η εισήγηση απερρίφθη με ποσοστό 95.65%. Στις 27.07.02 όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας εκτός του κ. Στυλιανού παραιτήθηκαν και διευθετήθηκε η παραμονή του κ. Στυλιανού ως μόνου σύμβουλου με περιορισμένες εξουσίες σύμφωνα με τα άρθρα 95, 96 και 97 του καταστατικού της εταιρείας μέχρι το διορισμό ενός ακόμα συμβούλου. Στις 25.09.02 πραγματοποιήθηκε η Ετήσια Γενική Συνέλευση της εταιρείας στην οποία έγινε προσπάθεια να εξευρεθεί και άλλος σύμβουλος χωρίς αποτέλεσμα. Τελικά διορίστηκε ως σύμβουλος της εταιρείας ο κ. Κυριάκος Ταουξή στις 14.04.
- Μετά την απόρριψη της αίτησης από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς η εταιρεία έκαμε διάφορα διαβήματα και στις 23.6.03 πήραν εξουσιοδότηση από την γενική συνέλευση για εξαγορά μέχρι 10% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας για περίοδο μάξιμουμ 2 χρόνων με βάση τον Νόμο 135
(1)/
- Την 1.9.03 πρόσφεραν σε όλους τους επενδυτές δάνειο με εγγύηση τις μετοχές τους, αλλά ο ενάγοντας δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον. Ήταν η θέση του ότι δεν γνωρίζει τον ενάγοντα προσωπικά δεν τον έχει συναντήσει ούτε και του έχει κάνει οποιεσδήποτε παραστάσεις περί εισαγωγής των τίτλων της εναγόμενης 1 στο ΧΑΚ. Σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση του ενάγοντα ο ίδιος δεν ήρθε σε επαφή με την εναγόμενη 1 αλλά με τον κ. Κλέων Παντελίδη και συνεπώς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι του είχαν γίνει οποιεσδήποτε παραστάσεις από την εναγόμενη 1, αφού ο κ. Παντελίδης δεν ήταν ούτε είναι Διευθυντής ούτε άλλος αξιωματούχος της, όταν έκανε την αίτηση ιδιωτικής τοποθέτησης στις 29.01.
- Επίσης ο ενάγων με τις επιστολές του τεκμήρια 5 και 7 ζητούσε συνολικά επιστροφή του ποσού των ΛΚ10.015,50 πλέον τόκους ενώ έχει συνολικά πληρώσει για αγορά των μετοχών το συνολικό ποσό των ΛΚ9.997,50 δηλαδή ζητά να του επιστραφούν περισσότερα χρήματα από αυτά που πλήρωσε απαιτώντας και τόκους. Επίσης ανέφερε ότι και οι δύο πιο πάνω επιστολές του ενάγοντα λήφθηκαν ενόσω η εταιρεία κατείχε παρατάσεις από το συμβούλιο του ΧΑΚ με βάση το άρθρο 3
(3)του Νόμου 42
(1)/00 και ότι και οι δύο έχουν ημερομηνία μετά τις 16.02.01 που είναι η ημερομηνία έναρξης του Νόμου 9
(1)/01 ο οποίος κατάργησε και αντικατέστησε τα άρθρα 58Α, 58Β και 58Γ του Νόμου 42
(1)/00. Αντεξετάστηκε αναφορικά με τα προσόντα του και τις εμπορικές δραστηριότητες της εναγόμενης 1, όπως επίσης και αναφορικά με τις παραιτήσεις των άλλων Διοικητικών Συμβούλων και τις προσπάθειες που έκανε ο ίδιος για να διορίσει δεύτερο Διοικητικό Σύμβουλο όπως και για τα ειδικά ψηφίσματα που λήφθηκαν στις Γενικές Συνελεύσεις της εταιρεία. Αντεξετάστηκε αναφορικά με το τεκμήριο 18 το οποίο είναι τα πρακτικά της Ετήσιας Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας που έγινε στις 25.9.02 και τη θέση του ως Προέδρου της εταιρείας ότι η εταιρεία δεν νομιμοποιείται στο να επιστρέψει χρήματα σε μετόχους με βάση το Νόμο 168
(1)/02 ή με οποιοδήποτε άλλο Νόμο, όπως και για τον τρόπο διάθεσης των χρημάτων της εταιρείας που εξασφαλίστηκαν με τη διάθεση των μετοχών της είτε στο στάδιο ιδιωτικής τοποθέτησης είτε μετά τη δημόσια πρόσκληση προς το κοινό. Ήταν η θέση του ότι όλο το ποσό που η εταιρεία εισέπραξε το έχει χρησιμοποιήσει για εξαγορά άλλων εταιρειών που αποτελούν μέρος του Ομίλου της Investylia και δεν υπάρχει δυνατότητα επιστροφής των χρημάτων σε όλους τους επενδυτές της. Ήταν η θέση του ότι η αξία της εταιρείας σήμερα είναι περίπου ΛΚ5.000.000, συμπεριλαμβανομένης κινητής και ακίνητης περιουσίας. Για να επιστραφούν σήμερα τα χρήματα σε όλους τους μετόχους της, εκτός του ιδίου, χρειάζονται ΛΚ7.500.000 - 8.000.
- Ο ίδιος κατέχει, μαζί με τη γυναίκα και τις κόρες του, περίπου 9.7% των μετοχών της εταιρείας και ανέφερε ότι η εταιρεία έχει εξαγοράσει το μάξιμουμ των μετοχών που δικαιούταν προς ΛΚ0,25, συνολικά ΛΚ350.000 - ΛΚ400.
- Επέμενε ότι τον ενάγοντα δεν τον έχει γνωρίσει ποτέ προσωπικά και ότι ούτε ο ίδιος ούτε και κανένας άλλος αξιωματούχος της εταιρείας του έχει κάνει οποιεσδήποτε παραστάσεις περί εισαγωγής της εταιρείας στο ΧΑΚ. Του υπεβλήθη ότι στο τεκμήριο 2Β που είναι η δημόσια πρόσκληση για εγγραφή είναι ημερομηνίας Μάρτιο του 2002 ενώ το τεκμήριο 1 που είναι η αίτηση του ενάγοντα για ιδιωτική τοποθέτηση έχει ημερομηνία 21.1.00 δηλαδή προγενέστερη του τεκμηρίου 2Β και συνεπώς η θέση του ότι δεν έγιναν παραστάσεις στον ενάγοντα αφού υπάρχει η επιφύλαξη της εταιρείας για τη μη τήρηση του Καν. 61 δεν ισχύει και ήταν η απάντηση του ότι το τεκμήριο 2Β υπερισχύει οποιουδήποτε άλλου εγγράφου. Αντεξετάστηκε ακολούθως αναφορικά με την πορεία της αίτησης της εταιρείας και εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ και ανέφερε ότι κατέθεσαν την προσφυγή 263/02 εναντίον της απόφασης του ΧΑΚ για απόρριψη της αίτησης της εταιρείας. Σε ερώτηση γιατί δεν επεστράφησαν τα χρήματα στους επενδυτές μετά που απορρίφθηκε η αίτηση της εταιρείας η απάντηση του μάρτυρα ήταν ότι τα χρήματα είχαν ήδη επενδυθεί και ότι ουδέποτε είχε τεθεί από την εναγόμενη εταιρεία όρος ότι αν οι τίτλοι της δεν εισήγονταν στο ΧΑΚ θα επέστρεφαν τα χρήματα. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και πριν τις τελικές τους αγορεύσεις ζητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του ενάγοντα να διορθωθεί λάθος στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης και συγκεκριμένα να προστεθεί ο αριθμός του Νόμου 141
(1)/2000 η οποία δεν προσέκρουσε σε ένσταση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τους εναγόμενους. Την ίδια ημέρα ο κ. Μαθηκολώνης πληροφόρησε το δικαστήριο ότι προτίθεται να καταθέσει υπόμνημα με το όποιο θα διαπραγματευτεί το θέμα αντισυνταγματικότητας του άρθρου 3
(1)του Νόμου 141
(1)/00 το οποίο και κατατέθηκε την ίδια μέρα και αποτελείται από 9 σελίδες. Εγείρει παραβίαση των άρθρων 6, 21
(1)
(2)
(3)
(6), 23
(1)
(2)
(3)
(7), 25
(1)
(2)
(3), 26
(1), 33
(1)
(2)του Συντάγματος. Εγείρει περαιτέρω παραβίαση των αρ. 11
(2), 14, 17, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του αρ. 1 του Πρωτόκολλου που υπέγραψε η Κυπριακή Δημοκρατία με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τέλος παραβίαση της δεύτερης οδηγίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης «Περί Συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα Κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών». Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον ενάγοντα απάντησε προφορικά στο εν λόγω υπόμνημα και αντέκρουσε μια προς μια τις εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου για τους εναγόμενους. Με την άδεια του δικαστηρίου οι δικηγόροι των εναγομένων κατέθεσαν γραπτώς την τελική αγόρευση τους η οποία αποτελείται από 38 σελίδες, είναι λεπτομερέστατη και διεξοδική. Ο κ. Μιτσίδης με τη δική του προφορική επίσης εμπεριστατωμένη τελική αγόρευση έθεσε τις δικές του θέσεις. Δεν θα αναφερθώ με λεπτομέρεια στα διάφορα θέματα που εγείρονται είτε στο υπόμνημα είτε στις γραπτές αγορεύσεις αλλά στην πορεία και όπου είναι κατάλληλο θα γίνεται αναφορά στις επί μέρους θέσεις των δύο πλευρών. Θα συμφωνήσω με την εισήγηση του κ. Μιτσίδη ότι τα πλείστα θέματα είτε μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα είτε από την μαρτυρία παρέμειναν αναντίλεκτα. Αμφισβητούμενο παρέμεινε το κατά ποσό ο κ. Κλέων Παντελίδης ήταν το πρόσωπο που παρέλαβε την αίτηση του ενάγοντα για ιδιωτική τοποθέτηση (τεκμ. 1). Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο κ. Παντελίδης σύμφωνα με το πιστοποιητικό Εφόρου Εταιρειών (τεκμ. 17Α) ουδέποτε ήταν Διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ενάγοντα το τεκμήριο 1 του το έδωσε ο κ. Παντελίδης το συμπλήρωσε το υπέγραψε και το έδωσε στον κ. Παντελίδη μαζί με το ποσό των ΛΚ1.000,00 ως προκαταβολή για αγορά 13330 συνήθων μετοχών της εταιρείας. Με βάση το τεκμήριο 1 η εναγόμενη εταιρεία τελικά παραχώρησε στον ενάγοντα τις μετοχές που είχε ζητήσει και εξέδωσε προς τούτο σχετικό πιστοποιητικό μετοχών στις 12.06.00, τεκμήριο 4Β. Προηγήθηκε το έμβασμα που έκανε ο ενάγοντας προς την εναγόμενη εταιρεία για το ποσό των ΛΚ8.997,50 μέσω της Λαϊκής Τράπεζας. Δηλαδή από τα πιο πάνω είναι σαφές ότι η αίτηση του ενάγοντα δόθηκε μεν σε τρίτο πρόσωπο, τον κ. Κλέων Παντελίδη ως ο ισχυρισμός του ενάγοντα, μαζί με το ποσό της προκαταβολής το αποτέλεσμα ήταν να φτάσει στην εναγόμενη εταιρεία να γίνει αποδεκτό από αυτή και μετά που πληρώθηκε το υπόλοιπο του τιμήματος των ΛΚ8.997,50, που σημαίνει και το ποσό των ΛΚ1.000,00 που δόθηκε στο τρίτο πρόσωπο σαν προκαταβολή έφτασε επίσης στα χέρια της εναγόμενης 1 και εκδόθηκε τελικά το τεκμήριο 4Β. Ο ενάγων άφησε πολύ καλή εντύπωση στο δικαστήριο. Η μαρτυρία του ήταν απλή και ειλικρινής. Δεν διέκρινα οποιαδήποτε τάση ή προσπάθεια του να παραπλανήσει ή να παραθέσει διαφορετικά γεγονότα από όσα ήταν στην άμεση γνώση και αντίληψη του. Ήταν σταθερός και συνεπής στις απαντήσεις του. Απαντούσε με ευθύτητα και αμεσότητα χωρίς ιδιαίτερες σκέψεις ή αναστολές. Σημειώνω και τούτο κρίνεται ως σημαντικό στην συνολική εικόνα του μάρτυρα, ότι κατά την αντεξέταση όχι μόνο δεν κλονίστηκε η μαρτυρία του, αλλά αντίθετα επιβεβαίωσε την πολύ εικόνα που άφησε στο δικαστήριο. Επανέλαβε με περισσότερες λεπτομέρειες τα όσα του ανέφερε ο κ. Κλέων Παντελίδης στο πρατήριο βενζίνης που διατηρούσε και τα οποία ήταν πάντοτε σύμφωνα με την μαρτυρία του αυτά που τον έπεισαν να προχωρήσει και να υποβάλει την αίτηση για ιδιωτική τοποθέτηση. Σε κανένα στάδιο της αντεξέτασης δεν του υπεβλήθη ούτε και αμφισβητήθη ο μάρτυρας ως προς το πρόσωπο με το οποίο συνομίλησε και έδωσε την αίτηση του για ιδιωτική τοποθέτηση αντίθετα η αντεξέταση περιορίστηκε στο ότι ο Παντελίδης δεν είχε καμιά σχέση με την εναγόμενη εταιρεία και ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν γνωρίζει κατά πόσο πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό υπό μορφή προμήθειας. Ο ενάγοντας απάντησε ότι δεν διεκδικεί από την εναγόμενη εταιρεία το ποσό της προμήθειας που πλήρωσε στον κ. Παντελίδη. Από την άλλη ο εναγόμενος 4 δεν ανάφερε καθόλου στην μαρτυρία του ποιο ήταν το πρόσωπο που παρέλαβε την αίτηση του ενάγοντα δέχτηκε όμως ότι παραχωρήθηκαν τελικά στον ενάγοντα οι μετοχές που ζήτησε σύμφωνα με το τεκμήριο 1 αφού προηγουμένως εξόφλησε σύμφωνα με το τεκμήριο 3 το υπόλοιπο του ποσού που υπολειπόταν αναγνωρίζοντας έτσι και τη λήψη του ποσού των ΛΚ1.000 της προκαταβολής. Η παντελής έλλειψης αναφοράς στο πρόσωπο που παρέλαβε το τεκμήριο 1, οι αναντίλεκτες λεπτομέρειες της συνομιλίας που ανέφερε ότι είχε ο ενάγων με τον Παντελίδη, με οδηγούν σε συνάρτηση με την πολύ καλή εικόνα που άφησε ο ενάγων να αποδεκτώ με ασφάλεια την μαρτυρία του ενάγοντα. Έχουν τεθεί θέματα που αφορούν την πρόσκληση για εγγραφή που έγινε τον Μάρτιο του 2000 (τεκμ. 2Β) καθώς και ως προς το πότε εγκρίθηκε η παραχώρηση των μετοχών προς τον ενάγοντα. Το πρώτο θέμα συναρτάται με το αν έγιναν παραστάσεις εκ μέρους των εναγομένων. Η θέση όπως εκφράζεται στην υπεράσπιση είναι ότι στο ενημερωτικό δελτίο εγίνετο σαφές ότι υπήρχε η πιθανότητα μη εισαγωγής των τίτλων στο ΧΑΚ. Βασικό επιχείρημα αποτελεί η σελ. 10 του τεκμ. 2Β όπου εκεί κάτω από τον τίτλο «Εισαγωγή στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου» αναφέρεται ότι η εταιρεία δεν ικανοποιούσε τον καν. 61, αλλά πρόθεση της ήταν «μέσα σε εύθετο χρονικό διάστημα να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ». Προσθέτω εδώ πώς η πρόσκληση για εγγραφή όπως στην σελ. 2 του τεκμ. 2Β αναφέρεται έχει ημερομηνία την 27.3.
- Σύμφωνα δε με την εισήγηση των εναγομένων επειδή οι μετοχές παραχωρήθηκαν με την επιστολή 5.4.00 (τεκμ. 2Α) που συνοδευόταν με την πρόσκληση για εγγραφή (τεκμ. 2Β) ήταν γνωστή στον ενάγοντα και όφειλε να είχε μελετήσει τα σχετικά έγγραφα, αφού ξόφλησε τις μετοχές μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις 3.5.00, τεκμ. 3 Η πιο πάνω εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ο ενάγων αγόρασε τις μετοχές με αίτηση για ιδιωτική τοποθέτηση (τεκμ. 1), στις 21.1.00, ενώ η πρόσκληση προς εγγραφή φέρει ημερ. 27.3.
- Έτσι όταν ο ενάγων την 22.1.00 αποτάθηκε για την αγορά μετοχών της εναγομένης εταιρείας με ιδιωτική τοποθέτηση δεν υπήρχε η δημόσια πρόσκληση προς εγγραφή.Όπως εξηγείται στο Charlesworth & Morse Company Law 15th Ed. 142, μετοχές μπορεί να προσφερθούν είτε με απευθείας πρόσκληση στο κοινό, είτε με προσφορά για πώληση, είτε τέλος με τοποθέτηση (placing), όπως είναι η παρούσα περίπτωση. Το γεγονός ότι του κοινοποιήθηκε το τεκμ. 2Β μετά πάροδο 3 μηνών δεν μεταβάλλει την ουσία ως προς τον κρίσιμο χρόνο που αποτάθηκε ο ενάγων για την παραχώρηση σε αυτόν μετοχών με ιδιωτική τοποθέτηση. Έχει γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του ενάγοντα με εξαγωγή ανάλογων ευρημάτων ως προς τα διαδραματισθέντα την 22.1.
- Το επόμενο θέμα που χρήζει εξέτασης συναρτημένο κατά κάποιο τρόπο με το προηγούμενο είναι πότε επήλθε η συμφωνία μεταξύ των μερών για την αγορά μετοχών από τον ενάγοντα. Η θέση των εναγομένων είναι ότι η παραχώρηση των μετοχών προς τον ενάγοντα έγινε την 5.4.00 με την επιστολή ημερ. 5.4.00 (τεκμ. 2Α). Το πρώτο θέμα που πρέπει να λεχθεί είναι ότι η επιστολή τεκμ. 2Α δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί την ολοκλήρωση της συμφωνίας παραχώρησης των μετοχών προς τον ενάγοντα. Και τούτο για τους πιο κάτω λόγους. Κατ΄ αρχήν στην τρίτη παράγραφο της επιστολής αναφέρεται ότι η εναγομένη εταιρεία επιβεβαιώνει την παραχώρηση των μετοχών που έχουν ζητήσει οι αγοραστές τους. Πρόκειται συνεπώς για επιβεβαιωτική επιστολή επί του θέματος, χωρίς όμως να αναφέρει πότε έγινε η έγκριση ή και αποδοχή των αιτηθεισών μετοχών. Το θέμα παρέμεινε άγνωστο και εν πολλοίς μετέωρο. Αναμφίβολα και σε κάθε περίπτωση αυτό θα πρέπει να έγινε πριν την 5.4.
- Όμως, για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω το θέμα δεν έχει σημασία για την υπό κρίση υπόθεση. Το δεύτερο θέμα αφορά το περιεχόμενο της επιστολής και την σαφή και ξεκάθαρη αναφορά και παραπομπή της στην συνημμένη πρόσκληση για εγγραφή. Με άλλα λόγια η επιστολή αυτή απευθύνεται σε όλους εκείνους τους μετόχους που αγόρασαν ή αποτάθηκαν για την αγορά μετοχών με βάση την πρόσκληση για εγγραφή. Στο σημείο αυτό κρίνω πώς πρέπει να γίνει μια παρένθεση σε ότι αφορά το θέμα της πώλησης των μετοχών των δημόσιων εταιρειών. Είναι καλά γνωστή και παγιωμένη αρχή ότι μια συμφωνία δημιουργείται με την αποδοχή μιας πρότασης (αρ. 3 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149). Όπως όλες οι συμφωνίες έτσι και η συμφωνία για πώληση μετοχών μπορεί να είναι προφορική ή και γραπτή και δημιουργείται με την αποδοχή της πρότασης. Και τούτο γίνεται ανάλογα, είτε από τον πωλητή είτε από τον αγοραστή των μετοχών (Pennington´s company Law 7η Έκδοση 467 επ.). Έχει ήδη λεχθεί ότι μια δημόσια εταιρεία μπορεί να διαθέσει τις μετοχές της είτε με απευθείας πρόσκληση προς το κοινό, ή με ιδιωτική τοποθέτηση. Η πρώτη περίπτωση (public offer) όπως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα, είναι πρόσκληση που απευθύνεται προς το κοινό για την εγγραφή ή αγορά μετοχών της εταιρείας. Ένας από τους τρόπους που διενεργείται η πρόσκληση αυτή είναι με το ενημερωτικό δελτίο (prospectus). Καλείται με αυτό το κοινό να αγοράσει μετοχές. Ο άλλος τρόπος είναι με την ιδιωτική τοποθέτηση (private placing). Εξηγείται και πάλι στο πιο πάνω σύγγραμμα, ότι η ιδιωτική τοποθέτηση διενεργείται όταν η εγγραφή των επενδυτών γίνεται ως αποτέλεσμα ιδιωτικών διαπραγματεύσεων μεταξύ τους και της εκδότριας εταιρείας. Και τούτο σε αντίθεση με τον τρίτο τρόπο, εκείνο της προσφοράς προς πώληση (offer for sale), που διενεργείται είτε μέσω εξειδικευμένων εταιρειών ή εμπορικών τραπεζών που εγγράφονται για την έκδοση μετοχών και ακολούθως απευθύνονται και προσκαλούν το κοινό να αγοράσει σε μεγαλύτερη τιμή. Δεν αποκλείεται η πώληση να γίνει και με προσφορά (tender) αν η τιμή είναι αβέβαια, λόγω μειωμένου ενδιαφέροντος του κοινού (Charlesworth & Morse, ανωτέρω σελ. 142). Η επιστολή τεκμ. 2Α απευθύνεται σε εκείνα τα πρόσωπα που αποτάθηκαν με βάση το ενημερωτικό δελτίο της εταιρείας (prospectus) που εκδόθηκε ήδη από την 27.3.00 (βλ. σχετικά σελ. 2 τεκμ. 2Β). Δεν μπορεί και δεν απευθύνεται σε εκείνα τα πρόσωπα που με τοποθέτηση διαπραγματεύτηκαν την αγορά των μετοχών ιδιωτικά, όπως ήταν και η περίπτωση του ενάγοντα. Διαφωνώ με τη θέση του κ. Μαθηκολώνη όπως φαίνεται μέσα από την γραπτή του αγόρευση ότι ο ενάγων αγόρασε τις μετοχές του αμελέτητα και χωρίς ορθή συμπεριφορά επενδυτή, γιατί όλοι τότε αγόραζαν μετοχές. Και τούτο γιατί δεν μελέτησε το ενημερωτικό δελτίο της εναγομένης εταιρείας. Όμως τέτοιο ενημερωτικό δελτίο την 22.1.00 δεν υπήρχε για να το διάβαζε ο ενάγων. Ο ενάγων δεν αποτάθηκε κατόπιν δημόσιας πρόσκλησης προς το κοινό, αλλά με ιδιωτική τοποθέτηση, πολύ προγενέστερα της δημόσιας πρόσκλησης. Με άλλα ο ενάγων είτε αγόρασε με ιδιωτική τοποθέτηση,είτε κατόπιν δημόσιας πρόσκλησης. Και τα δύο μαζί δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Αποτελεί συνεπώς κατάληξη και ανάλογο εύρημα του δικαστηρίου, ότι η επιστολή τεκμ. 2Α δεν έχει καμία σχέση με τον ενάγοντα ούτε και μπορεί να απευθύνεται σε αυτόν. Εκείνο που στην πραγματικότητα έγινε, είναι ότι η εναγομένη εταιρεία εξέλαβε, θεώρησε και περιέλαβε τον ενάγοντα σε εκείνους τους αγοραστές που αποτάθηκαν για μετοχές μετά την δημόσια πρόσκληση. Λέγεται στην αγόρευση ότι η εξόφληση των μετοχών έγινε μετά την δημόσια πρόσκληση, οπότε ο ενάγων γνώριζε πλέον το ενημερωτικό δελτίο και την κατάσταση λογαριασμού γι΄ αυτό και στις 3.5.00 εξόφλησε το υπόλοιπο των μετοχών του. Ήδη το θέμα έχει απαντηθεί, παρόλο που τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει. Άλλωστε το πότε θα εξοφλούντο οι μετοχές δεν αποτελούσε προϋπόθεση και όρο της οποίας συμφωνίας έγινε μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης. Επανερχόμενος στην ιδιωτική τοποθέτηση, σχετικό είναι το τεκμ. 1, εξηγείται στον Pennington´ s σελ. 300 επ. πώς όταν η εταιρεία έχει τις μετοχές της προς τοποθέτηση, συμφωνεί να τις διανέμει στην συμφωνηθείσα τιμή. Η εναγομένη εταιρεία αποδέκτηκε και παρέλαβε το έγγραφο που τιτλοφορείται ιδιωτική τοποθέτηση (τεκμ. 1), εκεί ρητά αναφέρεται ο αριθμός των μετοχών καθώς και η τιμή κάθε μετοχής. Εισπράχθηκε επίσης από τον ενάγοντα και το ποσό των ΛΚ1.000,00 ως προκαταβολή της συμφωνηθείσας τιμής. Η παραλαβή και αποδοχή του εγγράφου συνιστούσε και ολοκλήρωση της συμφωνίας για την αγορά των μετοχών από τον ενάγοντα με ιδιωτική τοποθέτηση. Χαρακτηριστικό και ενισχυτικό προς αυτή την κατεύθυνση είναι το ίδιο το τεκμ.
- Αναφέρεται σε αυτό ότι «Μετά τις 15.1.00 και εφόσον παραμένουν ακόμα μετοχές για διάθεση με ιδιωτική τοποθέτηση, αυτές θα διατεθούν προς 0,75σ. έκαστη με όλα τα άλλα δικαιώματα ως αναφέρονται πιο πάνω». Είναι προφανές ότι η εναγομένη είχε ήδη τοποθετήσει όλες τις μετοχές της (placed). Είναι εξίσου χαρακτηριστικό ότι το έγγραφο αυτό είναι ένα έτοιμο, τυπωμένο και προκατασκευασμένο έγγραφο, απλώς υπογράφεται από τον αιτητή και συμπληρώνεται ο αριθμός των μετοχών και το ποσό. Η τοποθέτηση (placing) αποτελεί προσφορά από την εταιρεία των μετοχών της. Η παραλαβή και αποδοχή της αίτησης του ενάγοντα δημιούργησε την συμφωνία μεταξύ τους για την αγορά των μετοχών από τον ενάγοντα, με την μέθοδο της ιδιωτικής τοποθέτησης. Μάλιστα όπως και πάλι επεξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα, σήμερα αρκετές δημόσιες εταιρείες προτιμούν να χρησιμοποιούν χρηματιστές για να εξεύρουν πρόσωπα να εγγραφούν στις προσφερόμενες μετοχές με τοποθέτηση (to subscribe for the securities offered) γιατί θεωρούν ότι η προμήθεια των χρηματιστών είναι φθηνότερη παρά η χρησιμοποίηση των υπηρεσιών εκδοτικών οίκων (issuing houses). Οι χρηματιστές μάλιστα σύμφωνα με τον συγγραφέα, δεν συμφωνούν ότι θα αγοράσουν οι ίδιοι τις μετοχές στην περίπτωση που δεν εξεύρουν πρόσωπα να τις παραχωρήσουν με ιδιωτική τοποθέτηση. Συνάγεται με άλλα λόγια πώς με την ιδιωτική τοποθέτηση είναι η εκδότρια εταιρεία που απευθύνεται και προσφέρει προς το κοινό τις μετοχές και όχι αντίστροφα. Η συμπλήρωση και αποδοχή της αίτησης του ενάγοντα με την παραλαβή της καθώς και η λήψη της προκαταβολής την 22.1.00 δημιούργησε έγκυρη συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων. Τούτο αποτελεί και την κατάληξη του δικαστηρίου επί του θέματος. Στην γραπτή αγόρευση του κ. Μαθηκολώνη περιέχονται διάφορα θέματα μερικά επάλληλα μεταξύ τους. Συνοπτικά θα μπορούσαν να κατανεμηθούν σε τρεις ενότητες, πέραν των εισηγήσεων περί της αντισυνταγματικότητας των σχετικών νομοθετικών προνοιών. Η μια ενότητα αφορά το κατά πόσον έγιναν παραστάσεις εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας για την εισαγωγή των τίτλων στο χρηματιστήριο. Τα επιχειρήματα βασίζονται στο περιεχόμενο της δημόσιας πρόσκλησης, τεκμ. 2Β, και στην φράση που υπάρχει στην σελίδα 10 για την πρόθεση της να υποβάλει σε εύθετο χρόνο αίτηση για την εισαγωγή των τίτλων της στο χρηματιστήριο. Η εισήγηση αυτή συνδέεται με την θέση ότι η ολοκλήρωση της συμφωνίας έγινε την 5.4.00 πριν την εφαρμογή του Νόμου 42
(1)/
- Ήδη υπάρχει κατάληξη και εύρημα του δικαστηρίου ως προς το πότε δημιουργήθηκε έγκυρη και δεσμευτική σύμβαση μεταξύ των μερών για την πώληση των μετοχών στον ενάγοντα με ιδιωτική τοποθέτηση. Έχει επίσης εξηγηθεί και αναλυθεί ότι η δημόσια πρόσκληση προς εγγραφή (τεκμ. 2Β) δεν αφορά τον ενάγοντα ούτε και τον δεσμεύει, αφού εφ΄ ενός σε κάθε περίπτωση είναι μεταγενέστερη της συμφωνίας των μερών και αφ΄ ετέρου ο ενάγων δεν αγόρασε τις μετοχές του κατόπιν της δημόσιας πρόσκλησης προς εγγραφή. Περαιτέρω έχει γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του ενάγοντα με την εξαγωγή ανάλογων ευρημάτων σε όσα ο κ. Παντελίδης του ανέφερε σε ημερομηνίες πριν και στις 21.1.00 όταν υπέγραψαν το τεκμήριο
- Ως προς το κατά πόσο τα λεχθέντα από τον κ. Παντελίδη αποτελούσαν παραστάσεις θα αναφερθώ στην συνέχεια όταν θα εξετάζω το θέμα υπό το πρίσμα των προνοιών του Ν.141
(1)/00. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο κ. Μιτσίδης τροποποίησε την έκθεση απαίτησης και συγκεκριμένα την παράγραφο 1 κατά τρόπο ώστε να διαβάζεται ως ακολούθως: "Οι εναγόμενοι 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που έχει συσταθεί σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο η οποία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν εκδότες σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικός) (αρ. 9) Νόμος του 2000 και του άρθρου 3 του ίδιου Νόμου και είχαν υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων τους στο Χρηματιστήριο." Το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα σύμφωνα πάντα με την έκθεση απαίτησης είναι για χρέος και /ή γραμμάτιο και/ή ως αποζημιώσεις για αθέτηση σύμβασης και/ή χρήματα που πληρώθηκαν για αντάλλαγμα που δεν πραγματοποιήθηκε και/ή δυνάμει άλλης σχέσης που προσομοιάζει με συμβατική. Το αγώγιμο δικαίωμα του γραμματίου και/ή χρέους δεν έχει προωθηθεί από τους ενάγοντες ούτε με την λεπτομέρεια που απαιτείται στα ίδια τα δικόγραφα ούτε και καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κατά τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας γι΄ αυτό και θεωρώ ότι οι πιο πάνω αιτίες αγωγής είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Έρχομαι τώρα να εξετάσω το κατά πόσο η αξίωση του ενάγοντα μπορεί να επιτύχει σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου 141
(1)/00. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το άρθρο αυτό. "3.-
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 58Α, 58Β και 58Γ του βασικού νόμου, εκδότης ο οποίος υπέβαλε ή υποβάλλει αίτηση για εισαγωγή τίτλων του στο Χρηματιστήριο οι οποίοι δεν έχουν εκδοθεί μέχρι τις 18 Οκτωβρίου 2000, έχει υποχρέωση να επιστρέψει στο πρόσωπο που το απαιτεί γραπτώς οποιαδήποτε χρηματικά ποσά εισπράχθηκαν με προοπτική την παροχή τίτλων ή και με παραστάσεις εισαγωγής των τίτλων αυτών στο Χρηματιστήριο, το αργότερο μέσα σε διάστημα επτά ημερών από την ημερομηνία που αυτά απαιτούνται, εντόκως προς έξι τοις εκατό (6%) από την ημερομηνία είσπραξης τους." Δηλαδή με βάση το πιο πάνω άρθρο πρέπει να τηρούνται οι εξής προϋποθέσεις για να αποδειχθεί ότι υπάρχει υποχρέωση επιστροφής:
- Πρέπει να υπάρχει εκδότης ο οποίος υπέβαλε ή υποβάλλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων του στο ΧΑΚ. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η πιο πάνω προϋπόθεση ικανοποιείται αναφορικά με την εναγόμενη
- Οι τίτλοι του εκδότη πρέπει να μην έχουν εκδοθεί μέχρι τις 18.10.
- Η πιο πάνω προϋπόθεση δεν ικανοποιείται στην συγκεκριμένη περίπτωση αφού πέραν του παραδεκτού γεγονότος ότι ο ενάγοντας έλαβε από την εναγόμενη 1 εταιρεία το πιστοποιητικό των τίτλων του στις 12.6.00, έχει κατατεθεί εκ συμφώνου ως τεκμήριο 4Β αντίγραφο πιστοποιητικού μετοχών με αρ. 01076 στο όνομα του ενάγοντα για 13330 μετοχές με ημερομηνία έκδοσης την 12.6.00 δηλαδή ημερομηνία προγενέστερη της 18.10.00 που προνοεί το άρθρο 3 του Νόμου.
- Το ποσό του οποίου ζητείται η επιστροφή πρέπει να εισπράχθηκε με προοπτική την παροχή τίτλων ή και με παραστάσεις εισαγωγής των τίτλων αυτών στο ΧΑΚ. Σύμφωνα με τα προηγούμενα ευρήματα του Δικαστηρίου η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται.
- Το άρθρο 3
(2)αναφέρει ότι το αίτημα για επιστροφή χρηματικών ποσών δυνάμει του εδαφίου 1 μπορεί να υποβληθεί από την ημερομηνία έναρξης του Νόμου 141
(1)/00 που είναι η ημερομηνία δημοσίευσης του στην επίσημη εφημερίδα που είναι η 27.10.00 μέχρι και την 30.11.
- Είναι φανερό ότι αυτή η επιφύλαξη δεν ικανοποιείται. Ακόμη και αν ο ενάγοντας θα μπορούσε να υποβάλει αίτημα για επιστροφή των χρημάτων του σύμφωνα με το εδάφιο 1, που όπως είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσε αφού οι τίτλοι των μετοχών έχουν εκδοθεί εντός της χρονικής προθεσμίας που τάσσει το εν λόγω εδάφιο, είναι φανερό από τα τεκμήρια που υπάρχουν κατατεθειμένα ότι ο ενάγοντας υπέβαλε απαίτηση για επιστροφή των χρημάτων του για πρώτη φορά με προσωπική του επιστολή ημερ. 11.10.01, τεκμήριο 7, και κατόπιν με την επιτολή του δικηγόρου του ημερ. 14.12.01, τεκμήριο
- Καθίσταται σαφές ότι και οι δύο πιο πάνω ημερομηνίες είναι κατά πολύ μεταγενέστερες της ημερομηνίας 30.11.00 που ορίζει ο Νόμος. Ο κ. Μιτσίδης έχει επιχειρηματολογήσει ότι επειδή το άρθρο 3 του εν λόγω Νόμου ξεκινά με τις λέξεις "Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 58Α, 58Β και 58Γ του βασικού Νόμου .." τότε δεν καταργούνται τα παλαιότερα άρθρα και συνεπώς το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το κατά πόσο υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα με βάση τα άρθρα 58Α, 58Β και 58Γ του Νόμου 42
(1)/00. Το ότι ο Νόμος 141
(1)/00 δεν καταργεί τα άρθρα που αναφέρονται σ΄ αυτό με βρίσκει σύμφωνη όμως θεωρώ ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η αξίωση του ενάγοντα μπορεί να προωθηθεί με βάση το Νόμο 42
(1)/00. Ο κ. Μιτσίδης έχει καθορίσει την αξίωση του ενάγοντα ως αξίωση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 141
(1)/
- Η αξίωση αυτή για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Παραμένει να εξεταστεί το κατά πόσο η απαίτηση του ενάγοντα μπορεί να επιτύχει δυνάμει της αξίωσης για χρήματα που πληρώθηκαν για αντάλλαγμα που δεν πραγματοποιήθηκε. Έχει ήδη αναφερθεί ότι το Δικαστήριο έχει προβεί σε ευρήματα ότι όντως έγιναν παραστάσεις εκ μέρους της εναγόμενης εταιρείας προς τον ενάγοντα ότι οι τίτλοι της θα εισήγοντο στο ΧΑΚ. Πέραν των προφορικών παραστάσεων που έγιναν στον ενάγοντα από τον κ. Κλέων Παντελίδη στο τεκμήριο 1 που είναι η αίτηση για ιδιωτική τοποθέτηση αναφέρονται ότι η εταιρεία θα μετατραπεί σε δημόσια εταιρεία με σκοπό την εισαγωγή της στο ΧΑΚ και ότι όλα τα μέλη θα λάβουν το δικαίωμα (warrant) για ακόμη μια συνήθη μετοχή στην τιμή των ΛΚ0,75 για κάθε πέντε συνήθης μετοχές που θα τους παραχωρηθούν και ότι το δικαίωμα αυτό δικαιούνται να το εξασκήσουν κατά τη διάρκεια των 6 πρώτων μηνών από της εισδοχής της εταιρείας στο ΧΑΚ. Όμως για παράβαση συμφωνίας και μάλιστα για παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης, εάν θεωρηθεί ότι όντως η αθέτηση της υποχρέωσης των εναγομένων ότι θα εισαχθούν οι τίτλοι της εναγόμενης 1 στο ΧΑΚ συνιστούσε παράβαση ουσιώδους όρου της συμφωνίας που για να αποδειχτεί αυτό το σημείο θα έπρεπε να εξεταστούν οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από την σύμβαση και ιδιαίτερα το γεγονός ότι η σύμβαση είχε εκτελεστεί, τότε το αναίτιο μέρος δηλαδή ο ενάγοντας θα έπρεπε να αποδείξει και τη ζημιά την οποία υπέστη. Δεν εξυπακούεται χωρίς περαιτέρω απόδειξη του ύψους της κατ΄ ισχυρισμό ζημιάς ότι ο ενάγοντας υπέστη ζημιά ίση με την αξία των μετοχών που αγόρασε. Κατ΄ αρχή θα έπρεπε να υπήρχε μαρτυρία για την αξία των μετοχών κατά το χρόνο αθέτησης της σύμβασης αφού ο ενάγοντας θα δικαιούτο στην περίπτωση αθέτησης από τους αντισυμβαλλόμενους του τη ζημιά που υπέστη βασικό μέρος της οποίας ήταν η διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς των μετοχών κατά το χρόνο που καταρτίστηκε η σύμβαση και της αξίας τους κατά το χρόνο αθέτησης της σύμβασης σχετική είναι η Πολιτική Έφεση 11512 Lapertas Fisheries Ltd κ.α. ν. Παναγιώτης Ζαρβού ημερ. 5.7.
- Ενόψει των ανωτέρω είναι η θέση μου ότι η αξίωση του ενάγοντα και κάτω από αυτή τη βάση αγωγής δηλαδή της παράβασης της συμφωνίας πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει της κατάληξης μου αυτής θεωρώ ότι δεν είναι σκόπιμο να υπεισέλθω στα θέματα αντισυνταγματικότητας αφού όπως είναι πολύ καλά νομολογιακά καθιερωμένο το θέμα της αντισυνταγματικότητας ενός Νόμου εξετάζεται όπου τούτο είναι απαραίτητο για την επίλυση της επίδικης διαφοράς σχετική είναι η απόφαση Alfa Concrete Ltd κ.α. ν. Νεοκλή Θωμά Αίτηση 2/01 ημερομηνίας 11.5.
- Με έχει επίσης προβληματίσει έντονα σε σχέση με την παρούσα αγωγή η πολύ πρόσφατη του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση αρ. 7730 Χαράλαμπος Μακρίδης ν. Cyber Group Ltd ημερ. 7.2.05 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας το άρθρο 23 του συντάγματος έχει αναφέρει τα ακόλουθα, σχετική είναι η σελίδα 12 "Το ποσό ή οποιοδήποτε αντάλλαγμα καταβάλλεται από αγοραστή μετοχών στον εκδότη, ο οποίος και εκδίδει και παραδίδει σ΄ αυτόν τις μετοχές, το ποσό και το όποιο άλλο αντάλλαγμα περιέρχονται στην απόλυτη κυριότητα του εκδότη, όπως και οι μετοχές στον αγοραστή. Η χρήση από τον Νόμο του όρου «επιστρέφει» είναι χωρίς πραγματική νομική υπόσταση. Δεν ανταποκρίνεται στη νομική αλήθεια. Αυτό που ουσιαστικά προβλέπει ο Νόμος είναι ο εξαναγκασμός του εκδότη, με την πιθανότητα δίωξης και καταδίκης του, να παραδώσει στον αγοραστή, και εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη των μετοχών, μέρος της περιουσίας του. Τούτο είναι συνταγματικά ανεπίτρεπτο, γιατί εξαναγκάζει τον εκδότη να αποξενωθεί από μέρος της ιδιοκτησίας του, διαφορετικά θα έχει τις συνέπειες που προβλέπει ο επίδικος Νόμος." Η απόφαση σε εκείνη την υπόθεση ήταν να κριθεί ο Νόμο 168
(1)/02 αντισυνταγματικός. Εφαρμόζοντας ανάλογα την εν λόγω απόφαση στην συγκεκριμένη περίπτωση αφού είναι παραδεκτό ότι οι μετοχές έχουν παραδοθεί στον ενάγοντα ο οποίος και τις κατέχει μέχρι σήμερα, αποτελούν περιουσιακό του στοιχείο το οποίο και έχει δικαίωμα να διαπραγματευτεί όπως οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο του. Και υπό αυτό το πρίσμα, η παρούσα υπόθεση δεν θα είχε άλλη κατάληξη από την απόρριψη της αφού και στην συγκεκριμένη περίπτωση το ποσό που έχει καταβληθεί από τον ενάγοντα στην εναγόμενη 1 εταιρεία η οποία έχει εκδώσει και παραδώσει σ΄ αυτόν τις μετοχές, το ποσό και το όποιο άλλο αντάλλαγμα περιέρχονται στην απόλυτη κυριότητα του εκδότη, όπως και οι μετοχές στον αγοραστή. Ενόψει των ανωτέρω η αγωγή του ενάγοντα απορρίπτεται. Επιδικάζονται εναντίον του και υπέρ των εναγομένων τα έξοδα της παρούσας αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........................................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο