Πάτροκλου Πατρόκλου ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Χοιροκοιτίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 2988/00, 12 Απριλίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Eνώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2988/00 Μεταξύ: Πάτροκλου Πατρόκλου Ενάγοντα -και-
- Κοινοτικού Συμβουλίου Χοιροκοιτίας
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων -και- Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευές) Λτδ Τριτοδιαδίκων Ημερομηνία: 12 Απριλίου
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: H κα Κακουλλή. (Για ν΄ακούσει απόφαση ο κ. Σκορδής) Για Εναγόμενο 1 : Ο κ. Ευγ. Ερωτοκρίτου. (Για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Γ. Κόκκινου) Για Εναγόμενο 2: Η κα Δ. Κούσιου-Χρυσανδρέα.(Για ν΄ακούσει απόφαση η κα Σουρουλλά). Για Τριτοδιάδικο: Ο κ. Αντ. Ανδρέου. (Για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Ανδρέου). Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 28.11.1997 ο ενάγοντας ως ποδοσφαιριστής στην ομάδα του Κέντρου Νεότητας Χοιροκοιτίας ελάμβανε μέρος σε προπόνηση της ομάδας στο Κοινοτικό Γήπεδο Χοιροκοιτίας. Αρμόδιοι για τη λειτουργία και κάτοχοι του γηπέδου ήταν το Κοινοτικό Συμβούλιο Χοιροκοιτίας, εναγόμενοι 1, όπως γίνεται δεκτό ήδη με την Υπεράσπιση τους (μή άρνηση της παρ. 2 της Έκθεσης Απαίτησης που αναφέρεται στην κατοχή κ.τ.λ. και ρητή παραδοχή περί αρμοδιότητας στη λειτουργία) αλλά και με τη μαρτυρία του Κοινοτάρχη κου Χάρη Ιωάννου. Από το σύνολο γενικά της μαρτυρίας η κατοχή και η διαχείριση του γηπέδου από τους εναγομένους 1 είναι κοινός τόπος για όλες τις πλευρές. Κατά τη διάρκεια της προπόνησης ο ενάγοντας τραυματίσθηκε. Αποδίδει το γεγονός στην κατάσταση του γηπέδου μετά από οδικά έργα στο ένα του σύνορο. Τα οδικά έργα έγιναν για λογαριασμό της Δημοκρατίας, εναγόμενης 2, από την εταιρεία Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευές) Λτδ, την οποία η Δημοκρατία προσεπικάλεσε ως τριτοδιάδικο. Επρόκειτο για διαπλάτυνση του δρόμου Χοιροκοιτίας-Βάβλας που συνορεύει με το γήπεδο, ευρισκόμενος κατά 2 μέτρα πιο χαμηλά από το γήπεδο. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, πριν από τη διαπλάτυνση υπήρχε ομαλό και ευχερώς βατό πρανές, που ξεκινούσε από το γήπεδο και κατέληγε στο δρόμο. Με τη διαπλάτυνση ο δρόμος επεκτάθηκε προς το γήπεδο αφού αφαιρέθηκε μέρος του πρανούς. Στο σημείο επαφής του απεκομμένου πλέον πρανούς με το δρόμο κατασκευάστηκε στα πλαίσια των εν λόγω έργων, τοίχος αντιστήριξης ύψους 1.50 μ. Το απεκομμένο πρανές κατέληγε στον τοίχο σχηματίζοντας μια περίκλειστη, από τον τοίχο, κατωφέρεια. Το αποτέλεσμα ήταν να υπάρχει ένας κενός χώρος από το ύψος του γηπέδου μέχρι τον τοίχο επί του οποίου δεν έγινε περίφραξη. Η κατάσταση απεικονίζεται σε φωτογραφίες που κατέθεσε ο ενάγοντας (Τεκμήριο 2). Δεν αμφισβητείται ότι τέτοια ήταν η κατάσταση όταν τραυματίστηκε ο ενάγοντας. Περί ομαλού πρανούς που υπήρχε για 50 χρόνια χωρίς πρόβλημα και που αποκόπηκε στα πλαίσια των έργων αναφέρθηκε και ο κοινοτάρχης προσθέτοντας κι αυτός ότι στο σημείο που απεκόπη το πρανές, κατασκευάστηκε τοίχος αντιστήριξης ύψους 1.50 μ. Στα πλαίσια της προπόνησης, είπε ο ενάγοντας, δέχθηκε πάσα από συμπαίχτη του. Πάτησε τη μπάλα με το δεξί του πόδι μέσα στον αγωνιστικό χώρο πολύ κοντά, περί το ένα πόδι, στην άσπρη γραμμή που καθορίζει το όρια του χώρου αυτού. Με τη φόρα που πήγαινε, το αριστερό του πόδι μπήκε, σφηνώθηκε, στον κενό χώρο, πέραν της γραμμής, γλίστρησε, έχασε την ισορροπία του και βρέθηκε να κτυπά με το πρόσωπο κάτω στην επιφάνεια του δρόμου. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Ερωτοκρίτου εξήγησε ότι πάτησε στην άκρη και «πήγε το πόδι του κάτω». Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης είπε ότι έπεσε «μετά που πιάστηκε το πόδι του στον τοίχο». Για το ζήτημα αυτό αντεξετάστηκε και από τον κ. Ανδρέου ερωτούμενος κατά πόσο είχε κτυπήσει στον τοίχο. Ο ενάγοντας απάντησε «ίσως». Του υπεδείχθη τότε, ότι δεν αναφέρεται τραυματισμός στο πόδι του και ο ενάγοντας απάντησε πως «ίσως και να πληγώθηκε». Για την απόσταση μεταξύ της άσπρης γραμμής και της κατωφέρειας ο ενάγοντας είπε πως ήταν από 0.50 μ. μέχρι 4μ. - 6μ. ως εκ της καμπυλότητας του δρόμου σε σχέση με το γήπεδο. Στο σημείο δε, του ατυχήματος μέτρησε, είπε, και ήταν 0.50 μ. Για το πως έγινε το συμβάν έδωσε μαρτυρία και ο κ. Κωνσταντίνου, συμπαίκτης του ενάγοντα (Μ.Ε.3). Είπε πως ο ενάγοντας είχε δεχθεί πάσα κοντά στη γραμμή. Έτρεξε με φόρα, με ταχύτητα για να προλάβει τη μπάλα, την πάτησε και μετά «τον έχασαν από τα μάτια τους». Έτρεξαν και τον είδαν να βρίσκεται κτυπημένος κάτω στο δρόμο. Από το ατύχημα ο ενάγοντας υπέστη τραυματισμούς όπως περιγράφτηκαν από τον οδοντιατρικό λειτουργό Δρα Γιάννο Προκοπίου ο οποίος έδωσε μαρτυρία για τον ενάγοντα (Μ.Ε.1) αναφερόμενος στο περιεχόμενο σχετικού ιατρικού πιστοποιητικού που ετοίμασε στις 7.2.2001 (Τεκμήριο 1). Αντεξετάστηκε μόνο από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγομένων αρ. 1, η δε αντεξέταση δεν έλαβε τη μορφή αμφισβήτησης παρά συνίστατο σε διευκρινήσεις. Στη συνέχεια κατατέθηκαν ως κοινώς αποδεκτά γεγονότα ως προς το περιεχόμενο τους, ιατρικά πιστοποιητικά του δρα Σ. Καλλή (Τεκμήριο 4) και του δρα Παναγιώτη Α. Ηλιάδη (Τεκμήριο 5). Μια περαιτέρω σημείωση του δρα Ηλιάδη (Τεκμήριο 6) κατατέθήκε με κοινώς αποδεκτό το περιεχόμενο της για τις μελλοντικές θεραπείες και το κόστος τους. Τα δεδομένα αυτά είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται λεπτομερής επανάληψη. Ο ενάγοντας είχε υποστεί πολλαπλά κατάγματα στη γνάθο και τα δόντια με αντίστοιχο οίδημα και θλαστικά τραύματα. Στις 29.11.97 έγινε ανοικτή ανάταξη με τη χρήση πλακών οστεοσύνθεσης και διαγναθική ακινητοποίηση με συρμάτινες αναρτήσεις για 6 εβδομάδες. Απελύθη στις 2.12.1997 και παρεκολουθείτο ως εξωτερικός ασθενής για δύο μήνες. Κατά τη συμπλήρωση της θεραπείας η σύγκλιση των δοντιών ήταν ακόμα ατελής και του συνεστήθη από το δρα Καλλή να αποταθεί σε ορθοδοντικό και χειρούργο οδοντίατρο για επιδιόρθωση των σπασμένων δοντιών (βλ. Τεκμήριο 4). Ο δρ Ηλιάδης, χειρούργος οδοντίατρος, αφού διαπίστωσε εκτεταμένα κατάγματα τόσο στην άνω όσο και την κάτω γνάθο προχώρησε σε χειρουργική εξαγωγή τριών δοντιών, απονεύρωση άλλων τριών, ανασύσταση με καρφίδες και συνθετικά πέντε δοντιών και ανασύσταση με έμφραξη άλλων δεκαέξι. Λόγω δε των πολλών καταγμάτων είναι, λέει, πιθανό στο μέλλον να παρουσιασθούν νεκρώσεις με επακόλουθο πολυδάπανες θεραπείες (βλ. Τεκμήριο 5) περί των οποίων η συμπληρωματική, ως άνω, σημείωση του (Τεκμήριο 6). Τέλος, όταν ο Δρ Καλλής εξέτασε τον ενάγοντα στις 25.1.2000 (βλ. Τεκμήριο 4) αναφέρεται σε παράπονα του ενάγοντα για ουλή στο πηγούνι, θόρυβο από την άρθρωση της δεξιάς κροταφικής διάρθρωσης και μειωμένη αντίληψη της γεύσης και όσφρησης. Ο Δρ Καλλής αναφέρει πως η μειωμένη αίσθηση όσφρησης και γεύσης πιθανόν να οφείλονται στη βλάβη που υπέστησαν τα οσφρητικά νεύρα που είναι δύσκολο να υπολογιστεί. Αυτό δε, καταλήγει, πιθανώς να είναι ένα μόνιμο πρόβλημα. Ο ενάγοντας σε σχέση με τους τραυματισμούς του ανέφερε πως όταν κτύπησε είχε αιμορραγία και πολλά σπασμένα δόντια στο στόμα, ενώ το πρόσωπο του είχε παραμορφωθεί με μετατόπιση της κάτω γνάθου. Ο πόνος ήταν υπερβολικός και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Οι ανυπόφοροι πόνοι συνεχίστηκαν για 2 εβδομάδες. Από αλλεργία δε στα παυσίπονα γέμισε κόκκινα εξανθήματα. Για πολλύ καιρό είχε ζαλάδες. Για ένα μήνα είχε καθηλωθεί στο σπίτι και ελάμβανε μόνο υγρές τροφές. Έχασε τότε 16 kg. Μέχρι σήμερα δεν είναι σε θέση να μασήσει σκληρή τροφή, ούτε να ανοίξει ή να κλείσει το στόμα του κανονικά, εφόσον η σύγκλιση της σιαγόνας δεν είναι κανονική. Η γεύση δε και η όσφρηση του έχουν μειωθεί. Αισθάνεται μόνο έντονες γεύσεις και οσμές. Αναφέρθηκε τέλος, σε αισθητικά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Υπέδειξε στο Δικαστήριο μια ουλή δεξιά κάτω από το κάτω χείλος, μια ουλή κάτω από το πηγούνι και μεγάλο κενό χώρο μεταξύ κάτω χείλους και δοντιών. Σημειώνεται ότι οι ουλές δεν ήταν μεγάλες και έντονα εμφανείς. Κατά το χρόνο του δυστυχήματος, το Νοέμβριο 1997, ο ενάγοντας ήταν ηλικίας 21 ετών, απόφοιτος της Ξενοδοχειακής Σχολής, και εργαζόταν ως μάγειρας σ΄ εστιατόριο στη Λεμεσό με μηνιαίες απολαβές £700,-. Είχε δε πρόταση από το ξενοδοχείο Amathus για να εργασθεί ως μάγειρας Α΄ από τις αρχές του 1998 με πιο ψηλές απολαβές, τις οποίες όμως δεν θυμόταν. Λόγω των τραυματισμών του απουσίασε από την εργασία του μέχρι τις αρχές Μαϊου 1998, δηλαδή 5 μήνες. Όταν επέστρεψε εργάστηκε για 2-3 μήνες, αλλά αναγκάστηκε, όπως είπε να σταματήσει. Δεν ήταν σε θέση να εργάζεται πολλές ώρες, όπως απαιτείτο, ούτε να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της εργασίας του στην κουζίνα, να αναλάβει ευθύνες, να δώσει οδηγίες, να είναι γρήγορος έναντι των πελατών, να γευθεί τα φαγητά που ετοίμαζε. Εργάστηκε, είπε, ως σερβιτόρος με πρώτο βασικό μισθό £450,-. Στη συνέχεια δημιούργησε δικές του δουλειές και τώρα, εδώ και 2 μήνες, έχει με συνέταιρο ένα εστιατόριο. Σε ό,τι αφορά τις περιστάσεις του ατυχήματος, ο κ. Ερωτοκρίτου εισηγήθηκε αγορεύοντας ότι ως προς το ζήτημα της απόστασης μεταξύ γραμμής γηπέδου και πρανούς, ο ενάγοντας δεν είπε την αλήθεια. Ούτε έδωσε λογική και πειστική εξήγηση για το πώς βρέθηκε στο δρόμο. Η κα Χρυσανδρέα και ο κ. Ανδρέου δέχθηκαν αγορεύοντας την ύπαρξη του κινδύνου, ήταν όμως η θέση τους ότι δεν έχει αποδειχθεί αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των έργων και του ατυχήματος. Η κα Χρυσανδρέα εισηγήθηκε πως το γεγονός ότι ο ενάγοντας δεν τραυματίστηκε στο πόδι σημαίνει ότι ο τοίχος δεν επέδρασε στην πτώση του. Ο δε κ. Ανδρέου εισηγήθηκε ότι ο τοίχος ή το πρανές δεν είχε σχέση με την ενέργεια του ενάγοντα να τρέχει όπως έτρεχε χωρίς να ελέγχει την ταχύτητα του. Η κα Κακουλλή εισηγήθηκε πως ενώ πριν από τα έργα το πρανές ήταν ομαλό και δεν συνιστούσε κίνδυνο, μετά τα έργα ως εκ της αποκοπής του πρανούς και της δημιουργίας ενός κενού χώρου κατωφέρειας περίκλειστου από χαμηλό τοίχο, χωρίς περίφραξη, δημιουργήθηκε κίνδυνος ο οποίος και αποτέλεσε την αιτία του δυστυχήματος, εφόσον αν το πρανές ήταν ομαλό ή αν εκαλύπτετο το κενό και γινόταν περίφραξη δεν θα συνέβαινε το ατύχημα. Μετά το επίδικο ατύχημα ο κενός χώρος επιχωματώθηκε μέχρι το ύψος του γηπέδου, οπότε το κενό εξαλείφθηκε, ο τοίχος ψήλωσε επίσης μέχρι το ύψος του γηπέδου και επί του τοίχου τέθηκε περίφραξη. (Φωτογραφίες Τεκμήριο 3). Η νέα αυτή ασφαλής κατάσταση δίδει ακριβώς το μέτρο σύγκρισης. Η κατάσταση κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν επικίνδυνη. Όπως, άλλωστε, αναγνώριζαν οι εναγόμενοι
- Με σημείωμα τους προς το Διευθυντή του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων ημερ. 26.9.97, προτού συμβεί το επίδικο ατύχημα, (Τεκμήριο 8), ζητείται η κατασκευή τοίχου αντιστήριξης που να παρέχει ασφάλεια. Σε άλλο τους σημείωμα προς τον Υπουργό, ημερ. 16.1.98 (Τεκμήριο 11) αφού αναφέρονται πλέον στο επίδικο ατύχημα, περιγράφουν την επιτόπου κατάσταση ως κατάσταση που «δεν παρέχει καθόλου ασφάλεια στους νέους μας που χρησιμοποιούν σχεδόν καθημερινά το γήπεδο». Ανεγνώρισαν δηλαδή οι ίδιοι, όχι μόνο το επικίνδυνο της κατάστασης γενικά, αλλά το επικίνδυνο για όσους χρησιμοποιούσαν το γήπεδο, το επικίνδυνο του γηπέδου ως τέτοιου. Ήταν η θέση του ενάγοντα, ως άνω, ότι στο σημείο που κτύπησε, η απόσταση της άσπρης γραμμής του γηπέδου από την κατωφέρεια ήταν 0.50 μ. Αντεξετάστηκε επί του ισχυρισμού του αυτού. Ο κ. Ερωτοκρίτου υπέβαλε ότι η απόσταση ήταν τουλάχιστον 2.50 μ. Ο κ. Ανδρέου, αφού έλαβε την απάντηση του ενάγοντα ότι προτού δώσει οδηγίες στο δικηγόρο του για την ετοιμασία της έκθεσης απαίτησης είχε ήδη μετρήσει την απόσταση και την βρήκε να είναι 0.50 μ., υπέδειξε στον ενάγοντα ότι στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται ως απόσταση το 1 μ. Βέβαια το δικόγραφο δεν είναι δήλωση του ίδιου του διαδίκου. Επί αυτής δε της βάσης δεν επιτράπηκε αντεξέταση του ενάγοντα επί άλλου σημείου για το οποίο η θέση του ενάγοντα ήταν πως ο ίδιος δεν είναι δικηγόρος και είχε δώσει τα δεδομένα στο δικηγόρο του. Όμως εν προκειμένω όταν ετέθη στον ενάγοντα πως η αναφορά στην έκθεση απαίτησης ήταν για 1 μ. και όχι για 0.50 μ., ο ενάγοντας ανέφερε μεν πως δεν θυμόταν τι είχε πει σχετικά με το ζήτημα αυτό στο δικηγόρο του, αλλά απάντησε πλέον πως «ήταν περίπου 1 μέτρο», ότι «μπορεί να είναι 70 εκατοστά» και ότι «στο περίπου είναι μεταξύ 0.50 μ. και 1 μ.». Δεν συνάδει βέβαια ο ισχυρισμός περί συγκεκριμένου αποτελέσματος μετρήσεως με τις μετέπειτα αναφορές περί «περίπου». Είναι φανερό ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα για ακριβή μέτρηση και 0.50 μ. δεν ευσταθεί. Ενώ δε, κατέθεσε φωτογραφίες της σκηνής παρέλειψε να λάβει φωτογραφία του συγκεκριμένου σημείου. Συμφώνησε πως τέτοια φωτογραφία «θα έλυε πολλά προβλήματα» και ανεπιτυχώς προσπάθησε να εξηγήσει την παράλειψη αυτή. Η ως άνω υποβολή του κου Ερωτοκρίτου περί «τουλάχιστον 2.50 μέτρων» δεν ακολουθήθηκε από συγκεκριμένη, με μέτρηση, μαρτυρία. Όμως ο κοινοτάρχης ανέφερε ως μάρτυρας πως από την άσπρη γραμμή του γηπέδου μέχρι το σημείο που κόπηκε το πρανές και κτίστηκε ο τοίχος αντιστήριξης η απόσταση ήταν 4-6 μέτρα. Η αρχή της κατωφέρειας βρίσκεται μεταξύ της άσπρης γραμμής και του τοίχου. Άρα, έστω κι αν δεν υπάρχει ακριβής μέτρηση η θέση του κοινοτάρχη είναι πως η απόσταση ήταν μικρότερη από 4-6 μέτρα, σύμφωνα δε, με την υποβολή «τουλάχιστον 2.50 μέτρα». Ο κ. Κωνσταντίνου αναφέρθηκε σε 1 μέτρο μέχρι 6-7 μέτρα λόγω της θέσης του γηπέδου. Εν πάση περιπτώσει, ό,τι έχει σημασία, εφόσον δεν υπάρχει συγκεκριμένη μέτρηση, είναι η ουσία της εικόνας που αποδίδεται. Ενώ ο ενάγοντας κυνηγούσε τρέχοντας την μπάλα κοντά στη γραμμή, την πάτησε και «χάθηκε από τα μάτια των συμπαικτών του». Είναι φανερό ότι η απόσταση ήταν τέτοια ώστε ένας ποδοσφαιριστής που ενεργούσε στα πλαίσια του συνηθισμένου σκοπού του γηπέδου να βρεθεί ξαφνικά κατακρεμνισμένος εκτός γηπέδου. Ήταν απόσταση επικίνδυνη. Για τον τρόπο με τον οποίο ο ενάγοντας κτύπησε, η μαρτυρία του δεν ήταν ακριβής. Έχω ήδη αναφερθεί στη μαρτυρία του επί του προκειμένου και υπενθυμίζω, χάριν τονισμού, το ασαφές σε σχέση με το κατά πόσο είχε κτυπήσει στον τοίχο και, συναφώς, την απάντηση του για το κατά πόσο τραυματίστηκε στο πόδι από τέτοιο κτύπημα. Η ασάφεια εν προκειμένω δεν σχετίζεται με ηθελημένη πρόθεση απόκρυψης των πραγματικών περιστατικών. Ο ενάγοντας κλήθηκε να περιγράψει ένα εξαιρετικά απρόσμενο συμβάν που έλαβε χώρα πριν πολλά χρόνια σε ελάχιστο χρόνο υπό συνθήκες ταχύτητας, αιφνιδιασμού και αγωνίας. Δεν θα ήταν δίκαιο και εύλογο να αναμένεται από τον ενάγοντα να περιγράψει με ακρίβεια το βηματισμό του ή το συγκεκριμένο τρόπο πτώσης. Μπόρεσε όμως να δώσει την ουσία του πράγματος την οποία απέδωσε και ο κ. Κωνσταντίνου. Ο ενάγοντας δέχθηκε πάσα κοντά στη γραμμή, έτρεξε με ταχύτητα για να προλάβει τη μπάλα, την πάτησε, γλίστρησε, έχασε την ισορροπία του και βρέθηκε κτυπημένος στο δρόμο σε βάθος 2 μέτρων από το γήπεδο. Δεν ήταν η θέση οποιασδήποτε πλευράς ότι η πτώση του ενάγοντα διά της κατωφέρειας στο δρόμο δεν συνδεόταν με την προσπάθεια του ν΄ ανακόψει την πορεία της μπάλας. Όσο κι αν αντεξετάστηκε για τις συγκεκριμένες ενέργειες του κατ΄ εκείνο τον ελάχιστο χρόνο, δεν του υποβλήθηκε ότι η πτώση του οφειλόταν σε οποιοδήποτε άλλο αυτοτελή λόγο, ως λ.χ. ότι πήδηξε κάτω στο δρόμο, ανεξάρτητα από την πορεία της προπόνησης και τη συγκεκριμένη του ενέργεια για έλεγχο της μπάλας σ΄ αυτά τα πλαίσια. Το γεγονός ότι δεν στοιχειοθετήθηκε σύγκρουση του ενάγοντα με τον τοίχο δεν αποσυνδέει την πτώση του από την επιτόπου επικίνδυνη κατάσταση, όπως εισηγήθηκε η κα Χρυσανδρέα. Ούτε είναι ορθή η εισήγηση του κου Ανδρέου ότι η αποκλειστική, κατ΄ ουσία όπως το έθεσε, αιτία ήταν η ενέργεια του ενάγοντα να τρέχει όπως έτρεχε. Η κατάσταση ήταν επικίνδυνη για τους ποδοσφαιριστές και τον ενάγοντα ο οποίος ενεργώντας στα πλαίσια της αναμενόμενης χρήσης του γηπέδου τραυματίστηκε από πτώση εκτός γηπέδου μέσα από πραγμάτωση ακριβώς των κινδύνων όπως προέκυπταν από την κατάσταση. Αυτή η επικίνδυνη κατάσταση δημιουργήθηκε από τους εργολάβους στους οποίους η Δημοκρατία ανέθεσε το έργο, με εύλογα προβλεπτούς και ευχερώς, ως άνω, ανατρέψιμους κινδύνους για τα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν το γήπεδο. Ο ενάγοντας όμως δεν ζητά θεραπεία εναντίον των εργολάβων. Υπάρχει μόνο θέμα μεταξύ της Δημοκρατίας και των εργολάβων ως τριτοδιαδίκων, ζήτημα στο οποίο θα επανέλθω. Έχω ήδη αναφερθεί στο ότι οι εναγόμενοι 1 δεν έχουν αρνηθεί με την υπεράσπισή τους τη δικογραφική θέση του ενάγοντα ότι ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο οι κάτοχοι του γηπέδου. Διαπίστωση που γίνεται και από το σύνολο της μαρτυρίας. Το ζήτημα της ευθύνης των εναγομένων 1 διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 51
(2)(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 οι οποίες ρυθμίζουν την ευθύνη κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας έναντι προσώπων που τελούν νόμιμα σ΄ αυτή. Οι πρόνοιες του άρθρου 51 κωδικοποιούν το αγγλικό κοινό δίκαιο επί τη βάσει των οποίων και ερμηνεύονται [Φραγκεσκίδης Λτδ ν. Μάμα
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 70]. Οι ρυθμίσεις του κοινού δικαίου διαφοροποιήθηκαν σε ό,τι αφορά την Αγγλία, με την Occupiers Liability Act 1957, διά της καθιέρωσης ενιαίου, κατ΄ ουσία, καθήκοντος επιμέλειας του κατόχου έναντι όσων βρίσκονται νόμιμα στην περιουσία. Κατά το κοινό δίκαιο όμως, όπως εκφράζεται μέσα από τις εν λόγω πρόνοιες του Κεφ. 148, ο βαθμός επιμέλειας που οφείλει ο κάτοχος ποικίλει ανάλογα με την ιδιότητα του προσώπου που τελεί νόμιμα στην περιουσία. Μια βασική διάκριση είναι ανάμεσα στα πρόσωπα που βρίσκονται στην περιουσία δυνάμει σύμβασης με αντιπαροχή και πρόσωπα που βρίσκονται στην περιουσία χωρίς τέτοια σύμβαση αλλά με πρόσκληση ή άδεια, ρητή ή εξυπακουόμενη, του κατόχου. Αυτή η δεύτερη κατηγορία υποδιαιρείται συνεπώς σε «αδειούχους» (licensees) και «προσκεκλημένους» (invitees). Οι τελευταίοι βρίσκονται στην περιουσία με πρόσκληση του κατόχου από την οποία κάτοχος και «προσκεκλημένος» έχουν κοινό συμφέρον. Ο κάτοχος έχει έναντι του «προσκεκλημένου» καθήκον να μεριμνά, από πλευράς στατικής κατάστασης, συντήρησης ή επισκευής, ώστε η ιδιοκτησία να είναι εύλογα ασφαλής για τον «προσκεκλημένο». Ενώ έναντι του «αδειούχου», το καθήκον περιορίζεται σε προειδοποίηση για οποιοδήποτε κρυμμένο ή λανθάνοντα κίνδυνο τον οποίο ο κάτοχος γνωρίζει ή δέον κατά τεκμήριο να θεωρηθεί ότι γνωρίζει. [βλ. Άρθρο 51
(2)(β) Κεφ. 148, Clerk & Lindsell on Torts 14η έκδοση, παράγρ. 1011, Φραγκεσκίδης (ανωτέρω), Κυριακίδης ν. Tenekedzian
(1994)1 Α.Α.Δ. 504, Πολ. Έφεση Αρ. 10325 Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας ν. Νικήτα, ημερ. 24.10.2000]. Οι διατηρούμενες στο δικό μας νόμο τεχνικές εν πολλοίς διακρίσεις θα πρέπει πάντως να ερμηνεύονται υπό το φως της σύγχρονης τάσης της νομολογίας που έγκειται στην εναρμόνιση των καθηκόντων του κατόχου προς τις σύγχρονες αντιλήψεις του κοινωνικού καθήκοντος με προεξάρχον στοιχείο την ανάγκη για επίδειξη ανθρωπιστικής συμπεριφοράς προς τους συνανθρώπους ώστε τελικά ο νόμος να συμβαδίζει με το κοινωνικό ήθος [βλ. ΠΟΛΥΜΕΤΑΛ ΛΤΔ ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ κ.α. ν. Κωνσταντίνου
(1988)1 Α.Α.Δ. 393] με αναφορά στην υπόθεση British Railways Board ν. Herrington
(1972)1 All E.R. 749 (H.L.)]. Υπ΄ αυτό το πρίσμα ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής αναφέρει στην εν λόγω υπόθεση ΠΟΛΥΜΕΤΑΛ σε σχέση με το καθήκον κατόχου έναντι επισκέπτη πως «το καθήκον για την προστασία της ασφάλειας του εφεσίβλητου (επισκέπτη), κατά την παραμονή του στα υποστατικά, πηγάζει από το καθήκον για την επίδειξη επιμέλειας για την ασφάλεια του γείτονα». Υπό το ίδιο αυτό πρίσμα, η έννοια του «προσκεκλημένου» θα πρέπει να ερμηνευθεί με ευρύτητα έτσι ώστε το καθήκον του κατόχου να εναρμονίζεται τελικά με το πρωταρχικώς ζητούμενο που είναι οι αρχές του ανθρωπισμού. Στην υπόθεση Φραγκεσκίδης (ανωτέρω) ορίζεται ως στοιχείο της έννοιας του «προσκεκλημένου» η άντληση κάποιου χρηματικού ή υλικού συμφέροντος από τον κάτοχο. Όμως ο ορισμός αυτός δεν είναι εξαντλητικός. Στην υπόθεση ΠΟΛΥΜΕΤΑΛ (ανωτέρω) γίνεται ευρύτερα λόγος σε «διεκπεραίωση εργασίας προς αμοιβαίο όφελος». Στην ίδια την Φραγκεσκίδης (ανωτέρω) σημειώνεται πως οι πλείστες αυθεντίες μιλούν για κοινό συμφέρον του κατόχου και του «προσκεκλημένου». Στην Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας ν. Νικήτα (ανωτέρω) γίνεται και πάλιν ευρύτερα λόγος σε εργασία αναφορικά με την οποία ο κάτοχος και ο εισερχόμενος έχουν κοινό συμφέρον. Εν προκειμένω ο ενάγοντας δεν βρισκόταν στο γήπεδο στα πλαίσια σύμβασης, ούτε σκοπός της εκεί παρουσίας του ήταν το κοινό χρηματικό ή υλικό συμφέρον. Βρισκόταν όμως εκεί με εξυπακουόμενη, τουλάχιστον συγκατάθεση της Κοινοτικής Αρχής ως ποδοσφαιριστής της ομάδας του Κέντρου Νεότητας της Κοινότητας. Η κοινότητα, όπως εκπροσωπείται από τους εναγομένους 1, ασφαλώς είχε συμφέρον με την ευρύτερη έννοια του κοινωνικού οφέλους από την παρουσία του ενάγοντα στο γήπεδο για το συγκεκριμένο σκοπό. Η άθληση και η ευγενής κοινωνική συμμετοχή των νέων σε αθλητικές δραστηριότητες της κοινότητας είναι προς το κοινό όφελος και συμφέρον της κοινότητας και των νέων, των εναγομένων 1 και του ενάγοντα. Τέτοια προκύπτει να ήταν και η αντίληψη των εναγομένων 1 όταν στο σημείωμα τους ημερ. 16.1.98 (Τεκμήριο 11) αναφέρονται στους «νέους μας που χρησιμοποιούν το γήπεδο». Αυτή η αναφορά, που συνάδει με την πραγματικότητα όπως συνολικά προκύπτει, υπερβαίνει ακόμα και την νομική έννοια του κατόχου που προσκαλεί τρίτο και αποκαλύπτει μια ιδιαίτερου χαρακτήρα σχέση σε ανθρώπινο επίπεδο. Θα ήταν εκτός του ευρύτερου πνεύματος που εξυπηρετεί τον κοινό ανθρωπισμό να ερμηνευθεί με τέτοιο τρόπο η έννοια του «προσκεκλημένου» ώστε να καλύπτει λ.χ. ένα ξυλουργό που για χρηματικό αντάλλαγμα και άμεσο υλικό συμφέρον της Χωρητικής Αρχής βρισκόταν στο γήπεδο για να επιδιορθώσει τα δοκάρια, αλλ΄ όχι ένα από τα «παιδιά της Κοινότητας» που χωρίς χρηματικό αντάλλαγμα ή άμεσο υλικό ή χρηματικό συμφέρον της Χωρητικής Αρχής συμμετέχει σε μια κοινωνική-αθλητική δραστηριότητα για το κοινό συμφέρον υπό την παραπάνω ευρύτερη έννοια. Η κατάληξη είναι πως οι εναγόμενοι 1 είχαν έναντι του ενάγοντα καθήκον επιμέλειας για τη στατική κατάσταση του ακινήτου για ασυνήθιστους κινδύνους που γνώριζαν ή που θα έπρεπε κατά τεκμήριο να γνωρίζουν. Ο κίνδυνος εν προκειμένω δεν ήταν ένας συνήθης κίνδυνος για έναν ποδοσφαιριστή σε γήπεδο. Οι δε εναγόμενοι 1, όχι μόνο είχαν γνώση της κατάστασης, αλλά και γνώση της δυνατότητας εκδήλωσης του κινδύνου όπως επιμαρτυρείται από σημείωμα τους (Τεκμήριο 8). Άλλωστε ήταν εύλογα εξ αντικειμένου προβλεπτός. Υπήρχε, τέλος, δυνατότητα αποτροπής του κινδύνου με λογικά προσιτά μέσα όπως στο ίδιο σημείωμα εισηγούνται και όπως «κατόπιν εορτής», ως συνήθως, έγινε. Όπως δε διευκρινίστηκε στην Πολ. Έφ. 10821, Παναγιώτης Ανάγνου ν. ALCO FILTERS (CYPRUS) LTD, ημερ. 28.6.2002 «το κριτήριο για τον προσδιορισμό του καθήκοντος επιμέλειας δεν εντοπίζεται στις πιθανότητες εκδήλωσης του κινδύνου, αλλά στο προβλεπτό του και στη δυνατότητα αποτροπής του με λογικά μέσα». Ευθύνη της Χωρητικής Αρχής υπάρχει. Αλλ΄ έστω ότι ο ενάγοντας ήταν αδειούχος. Οι εναγόμενοι 1 θα είχαν έναντι του καθήκον, ως άνω, να τον προειδοποιήσουν για οποιοδήποτε κρυμμένο ή λανθάνοντα κίνδυνο. Ο κίνδυνος εν προκειμένω δεν ήταν κρυμμένος υπό την έννοια ότι ήταν πλήρως αθέατος. Ήταν όμως λανθάνων διότι υπέβοσκε υπό περιστάσεις που, ναι μεν θα μπορούσαν οι ποδοσφαιριστές να έχουν μια γενική αντίληψη, επιβαλλόταν όμως να δοθεί ρητή και ειδική προειδοποίηση στους νεαρούς που επιδίδονταν σ΄ ένα άθλημα ταχύτητας και δύναμης έτσι ώστε να προσαρμόσουν την αθλητική τους συμπεριφορά στα νέα δεδομένα εφόσον ήταν συνηθισμένοι ν΄ αγωνίζονται στο ίδιο γήπεδο όπως ήταν προηγουμένως. Οι κάτοχοι δε, ως αρμόδια, περιπλέον, αρχή είχαν σαφή επίγνωση του κινδύνου, αλλ΄ αρκούνταν να προειδοποιούν το Υπουργείο και óχι τους κινδυνεύοντες νεαρούς. Θα έπρεπε να προειδοποιήσουν τους ποδοσφαιριστές ρητά, διά ζώσης ή και με πινακίδες, για το λανθάνοντα κίνδυνο περιορίζοντας τις δυναμικές, όπως αναμενόταν, κινήσεις τους στο συγκεκριμένο χώρο. Άρα, έστω κι αν ο ενάγοντας θεωρηθεί αδειούχος, οι εναγόμενοι 1 παρέβηκαν την παραπάνω υποχρέωση τους έναντι του. Η Δημοκρατία είχε αναθέσει το έργο με προσφορές σε ανεξάρτητο εργολάβο, τους τριτοδιαδίκους. Σύμφωνα με το κοινό δίκαιο όπως κωδικοποιήθηκε με τις πρόνοιες του άρθρου 12
(1)(γ) το πρόσωπο που αναθέτει σε άλλο, ο οποίος δεν είναι υπηρέτης ή αντιπρόσωπος του, την εκτέλεση μιας πράξης, δεν ευθύνεται, κατ΄ αρχήν, για αμέλεια του άλλου, του ανεξάρτητου εργολάβου. Δεν προβάλλεται ρητά στο δικόγραφο της Δημοκρατίας τέτοια υπεράσπιση, όμως εφόσον έγινε τέτοιος ισχυρισμός και δόθηκε σχετική μαρτυρία, θα εξετάσω το ζήτημα. Μια από τις εξαιρέσεις του κανόνα αφορά τους κινδύνους που δημιουργούνται από έργα σε δημόσιο δρόμο. (Penny v. Wimbledon U.D.C. [1898] 2 Q.B. 211, [1899] 2 Q.B. 72, Bower v. Peate [1976] 1 Q.B.D. 321, Municipality of Nicosia and Another v. Kythreotis
(1983)1 C.L.R. 154). Η κλασσική εφαρμογή της εξαίρεσης αφορά έναν κίνδυνο στο δρόμο για πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. (βλ. Salsbury v. Woodland [1969] 3 All E.R. 863, 870, 875, 877). Στην υπόθεση Hardaker v. Idle District Council [1896] 1 Q.B. 335, η ζημία από τα έργα στο δρόμο προκλήθηκε σε οικία επί του δρόμου, ως επίσης τραυματισμός προσώπου εντός της οικίας. Ο εργολάβος που κατασκεύαζε οχετό στο δρόμο για την τοπική αρχή, προκάλεσε ζημία στον κύριο αγωγό φωταερίου με αποτέλεσμα τη διαρροή και την έκρηξη φωταερίου με τις παραπάνω συνέπειες για την οικία και τον ένοικο της εκτός του δρόμου και όχι σε πρόσωπο που χρησιμοποιούσε το δρόμο. Η απόδοση ευθύνης όμως στην τοπική αρχή, θεμελιώθηκε στην ιδιαιτερότητα της περίπτωσης, που ήταν η επέμβαση σε επικίνδυνο από τη φύση του αντικείμενο. Εν προκειμένω τα έργα είχαν γίνει στο δρόμο σε σχέση με τη διαπλάτυνση του, όμως το ζημιογόνο συμβάν δεν έγινε στο δρόμο, ούτε ο ενάγοντας χρησιμοποιούσε το δρόμο, ούτε υπήρχε κάποια ιδιαίτερη επικίνδυνη κατάσταση όπως στην υπόθεση Hardaker. Συνεπώς η εξαίρεση σε σχέση με έργα σε δημόσιο δρόμο δεν βρίσκει εφαρμογή. Άλλη εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση που ο εργοδότης εξουσιοδοτεί ή εγκρίνει τη ζημιογόνα πράξη (βλ. Άρθρο 12
(1)(γ)(ιιι) του Κεφ. 148). Τέτοιο παράδειγμα δίδει η υπόθεση Dervish v. Sami
(1963)2 C.L.R. 82. Το έργο που είχε αναλάβει ο εργολάβος θα εκτελείτο σύμφωνα με εγκριμένο από τον εργοδότη σχέδιο, άρα ο εργοδότης γνώριζε και είχε εξουσιοδοτήσει το έργο. Πέραν τούτου, είχε παραλάβει το έργο μετά τη συμπλήρωση του στην πλημμελή κατάσταση στην οποία βρισκόταν, άρα ενέκρινε τα πράγματα. Το σκεπτικό αυτό ανήκει στη μειοψηφούσα απόφαση του δικαστή Zekia. Ο πρωτόδικος δικαστής είχε αποδεχθεί την αξίωση του ενάγοντα για αποζημιώσεις εναντίον του εργοδότη για ζημία που υπέστη από πλημμελή εργασία του ανεξάρτητου εργολάβου. Η απόφαση της πλειοψηφίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου (High Court of Justice) αφού διέγνωσε σχέση εργοδότη-ανεξάρτητου εργολάβου, ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση επί του γενικού κανόνα, χωρίς να εξετάσει περαιτέρω το ζήτημα επί τη βάσει των εξαιρέσεων του κανόνα όπως προχώρησε να κάμει ο δικαστής Zekia και ο δικαστής Ιωσηφίδης που ήταν της ίδιας γνώμης. Συνεπώς το παραπάνω σκεπτικό, αν και σε απόφαση μειοψηφίας, δεν εξετάστηκε και δεν αντικρούστηκε από την πλειοψηφία. Εν πάση περίπτωση παραμένει ενδεικτικό για το πώς θα μπορούσε να λειτουργήσουν οι έννοιες της εξουσιοδότησης και της έγκρισης του άρθρου 12
(1)(γ)(ιιι) του Κεφ.
- Εν προκειμένω η ανάθεση του έργου στον εργολάβο δεν έγινε απλώς επί γενικών όρων. Ζητήθηκαν προσφορές επί πολύ συγκεκριμένων όρων, που ενσωματώθηκαν στη συμφωνία (Τεκμήριο 7). Γενικός όρος της συμφωνίας (παρ. 3) ήταν ότι ο εργολάβος θα εκτελούσε τα έργα καθ΄ όλα σύμφωνα με τις πρόνοιες της σύμβασης. Στην προσφορά αναφέρεται ότι το έργο θα εκτελείτο σύμφωνα με τα σχέδια, τους όρους και τις προδιαγραφές που η Δημοκρατία διέθεσε στον εργολάβο και αποτέλεσαν μέρος της σύμβασης. Στη σύμβαση δε, αναφέρεται πως η Δημοκρατία αποδέχθηκε την προσφορά για την εκτέλεση του έργου «υπό τις οδηγίες και προς ικανοποίηση του Μηχανικού». Δεν δίδεται ο ορισμός του «Μηχανικού», είναι όμως σαφές ότι πρόκειται για το Μηχανικό του Τμήματος Δημοσίων Έργων ο διευθυντής του οποίου υπέγραψε για τη Δημοκρατία τη Σύμβαση. Δεν θα είχε νόημα να δεσμευθεί ο εργολάβος ότι θα εκτελούσε το έργο προς ικανοποίηση ενός δικού του μηχανικού. Στην έκθεση απαίτησης της Δημοκρατίας εναντίον του εργολάβου περιλαμβάνεται ο ισχυρισμός ότι ο εργολάβος ενήργησε κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων. Δεν δόθηκε όμως τέτοια μαρτυρία. Αν δε ο εργολάβος ενήργησε όντως κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, ποία ήταν η αντίδραση των Δημοσίων Έργων που διατήρησαν ως άνω εποπτεία προς ικανοποίηση του Μηχανικού τους; Αλλά σχετική είναι και η αντίδραση του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων στο σημείωμα της Χωρητικής Αρχής ημερ. 26.9.97 (Τεκμήριο 8) για το ότι θα έπρεπε να γίνει τοίχος αντιστήριξης που να παρέχει ασφάλεια. Το Υπουργείο απάντησε στις 13.10.97 ότι «το θέμα αυτό εξετάζεται» (Τεκμήριο 9). Στη συνέχεια δε με επιστολή του Υπουργείου ημερ. 3.12.97 (Τεκμήριο 10) για το ίδιο ζήτημα αναφέρεται ότι ο τοίχος «έχει κατασκευαστεί στο κατάλληλο ύψος». Βέβαια είχε προηγηθεί 5 μέρες προηγουμένως το επίδικο ατύχημα που αποδείκνυε στην πράξη το αβάσιμο τέτοιας εκτίμησης. Η οποία αναθεωρήθηκε όταν στις 19.1.98 ο αρμόδιος υπουργός έδωσε οδηγίες για υπερύψωση του τοίχου από το Τμήμα Δημοσίων Έργων και ακολούθησε περίφραξη από τη Χωρητική Αρχή (παραδεκτό γεγονός). Από όλα αυτά προκύπτει πως η Δημοκρατία είχε συγκεκριμένη γνώση της συγκεκριμένης πλημμέλειας. Αυτό είναι ένα στοιχείο πέραν του ό,τι θα μπορούσε να προκύψει γενικά από το γεγονός της προσωρινής παραλαβής του δρόμου στις 4.6.
- Στο δελτίο προσωρινής παραλαβής (Τεκμήριο 12) αναφέρονται εκκρεμούσες εργασίες προς συμπλήρωση, χωρίς όμως να γίνεται λόγος για το ζήτημα του κινδύνου σε σχέση με το γήπεδο. Υπό το φως όλων των ανωτέρω προκύπτει πως η Δημοκρατία, έχοντας γνώση, εξουσιοδότησε και, εν πάση περιπτώσει, ενέκρινε το έργο με τη συγκεκριμένη επικίνδυνη πλημμέλεια. Συνεπώς δεν μπορεί να απεκδυθεί τις ευθύνες της για αμελείς ενέργειες του εργολάβου. Ευθύνες που είναι πρωτογενείς και όχι εκ προστήσεως. Ο ενάγοντας που είχε χρησιμοποιήσει και άλλες φορές πριν το ατύχημα και μετά τα έργα το γήπεδο δέχθηκε ότι γνώριζε ότι έγιναν έργα και ότι κατασκευάστηκε τοίχος αντιστήριξης χωρίς περίφραξη. Υπ΄ αυτές τις περιστάσεις οι εναγόμενοι και ο τριτοδιάδικος εισηγήθηκαν πως ο ενάγοντας ήταν volens υπό την έννοια του άρθρου 59 του Κεφ. 148, ότι δηλαδή εξετέθη εκουσίως στον κίνδυνο παρά το ότι είχε γνώση και αντίληψη ή θα έπρεπε να είχε γνώση και αντίληψη της ζημιογόνας κατάστασης. Τέτοια υπεράσπιση δεν ηγέρθη στα δικόγραφα όπως επιβάλλεται. [βλ. Ευαγγέλου ν. Ναυτιλιακής Εταιρείας Αμαθούς Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 187]. Εν πάση περιπτώσει εφόσον αποτέλεσε αντικείμενο της ακρόασης σημειώνονται σχετικά τα ακόλουθα: Προϋπόθεση για εφαρμογή της αρχής volenti not fit injuria είναι η ελεύθερη συμφωνία του ενάγοντα να παραιτηθεί από αξίωση του, έχοντας πλήρη γνώση της φύσης και της έκτασης του κινδύνου. Η γνώση του κινδύνου και η εθελούσια ανάληψη του δεν επαρκούν. Όπως το έθεσε ο Lord Denning στην Nettleship v. Weston [1971] 2 Q.B. 691, 701, "nothing will suffice short of an agreement to waive any claim for negligence. The plaintiff must agree, expressly or impliedly to waive any claim for any injury that may be fall him due to the lack of reasonable care by the defendant." Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης ούτε από τις σχέσεις μεταξύ των διαδίκων, ούτε από το σύνολο των δεδομένων μπορεί να λεχθεί ότι υπήρχε εξυπακουόμενη συμφωνία από τον ενάγοντα για παραίτηση του από τυχόν αξίωση. Αλλ΄ ούτε προκύπτει πλήρης γνώση υπό την έννοια του volenti non fit injuria. Ο ενάγοντας γνώριζε, ως άνω, την επιτόπου κατάσταση. Ως μάρτυρας ανάφερε ότι δεν γνώριζε τι ακριβώς έγινε και πως δεν θεωρούσε επικίνδυνη την κατάσταση επειδή δεν είχε γίνει προηγουμένως ατύχημα και δεν του είχε υποδειχθεί ο κίνδυνος. Η στάση αυτή του ενάγοντα θα πρέπει να κριθεί υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Οι συγγραφείς του Clerk & Lindsell on Torts, 18η έκδοση, εισηγούνται πως το κριτήριο είναι υποκειμενικό ("Where the claimant did not know, but ought reasonably to have known, of the risk he is not volens, though this could be relevant to contributory negligence", παρ. 3-85). Ήταν ένας νεαρός 21 χρονών που βρισκόταν εκεί με άλλους νεαρούς για τους σκοπούς ενός εκ φύσεως ζωηρού και δυναμικού παιγνιδιού. Δεν ήταν ένας ώριμος άνδρας σε μια νηφάλια κατάσταση πραγμάτων, οπότε θα ήταν ως εκ της ωριμότητας του και της περιβάλλουσας κατάστασης σε θέση να λάβει πλήρη γνώση της φύσης και της έκτασης του κινδύνου υπό την έννοια που εν προκειμένω απαιτείται. Από την άλλη, ο ενάγοντας μπορούσε και έπρεπε να έχει μια γενική αντίληψη της επικίνδυνης κατάστασης. Η πλήρης όμως γνώση του κινδύνου, ως στοιχείο εθελούσιας παραίτησης από αξίωση σε σχέση με τον κίνδυνο, προϋποθέτει συγκεκριμένη γνώση της φύσης και της έκτασης του και όχι μια γενική επίγνωση του επικινδύνου της ενέργειας (Sterner v. Lawson [1977] 5 W.W.R. 628). Εν πάση δε περιπτώσει η αρχή είναι volenti και όχι scienti not fit injuria. Έτσι, ακόμα και η πλήρης γνώση δεν είναι αρκετή αν δεν στοιχειοθετείται ένα πλαίσιο συμφωνίας ή κοινής αντίληψης ότι ο ενάγοντας αναλαμβάνει τον κίνδυνο παραιτούμενος συνάμα από τυχόν αξίωση του εκ του κινδύνου (Bowater v. Rowley Regis Corporation [1944] K.B. 476). Πολύ απέχει η παρούσα υπόθεση από του να στοιχειοθετηθεί η εν λόγω υπεράσπιση. Η υπόθεση δε στην οποία παρέπεμψε σχετικά ο κ. Ερωτοκρίτου εισηγούμενος ότι αφορά παρόμοια γεγονότα είναι πολύ διαφορετική. Πρόκειται για τη Simms v. Leigh Rugby Club
(1969)2 All E.R. 923, όπου ένας αθλητής τραυματίστηκε σε επαγγελματικό αγώνα rugby. Το Δικαστήριο απορρίπτοντας την αγωγή του εναντίον του κατόχου του γηπέδου επί άλλων δεδομένων, εξέτασε την υπόθεση και επί του ισχυρισμού του ενάγοντα ότι είχε τραυματιστεί μετά από σύγκρουση του με περιτοίχισμα από σκυρόδεμα που περιέκλειε τον αγωνιστικό χώρο σε απόσταση 7 ποδών και 3 ιντζών από τη γραμμή του γηπέδου ώστε να κρατούνται μακριά οι θεατές. Το περιτοίχισμα ήταν σύμφωνα με τους κανονισμούς της αρμόδιας αρχής. Οπότε το Δικαστήριο είπε τα ακόλουθα: «Now, it is not in dispute, of course, that anyone who accepts employment as a professional footballer by a club playing under the rules of the Rugby Football League willingly accepts the risks of playing football, risks which are by no means small because it is a game involving great physical effort by one side and the other. It seems to me a footballer does not merely accept the risks imposed by contact with the footballers on the other side. He willingly accepts all the risks of playing a game on such a playing field as complies with the byelaws laid down by the governing body of the game. I am sure footballers who go to the Leigh ground, go to that ground willingly accepting the risks that arise form playing the game under the rules of the league, on a ground approved by the league.» Επρόκειτο, συνεπώς, για κίνδυνο σύμφυτο και μάλιστα νομοτύπως, σ΄ αυτό τούτο το άθλημα που επέλεξε ο ενάγοντας να ασχολείται και μάλιστα επαγγελματικά. Ενώ εν προκειμένω, ο κίνδυνος δεν είχε να κάμει με τους κινδύνους που εγγενώς εμπεριέχονται στο άθλημα, είτε εν τη στενή εννοία σε σχέση με τη σωματική δραστηριότητα των συμμετεχόντων, είτε, ευρύτερα σε συνάρτηση με τον προορισμένο για το άθλημα χώρο. Ήταν κίνδυνος εξωγενής σε ό,τι αφορά τη φύση και τις ανάγκες του αγώνα. Βάσιμη όμως είναι η υπεράσπιση της συντρέχουσας αμέλειας ως εκ της διαπίστωσης, ως άνω, ότι ο ενάγοντας, ήταν σε θέση και έπρεπε να έχει γενική αντίληψη της επικίνδυνης κατάστασης. Η δυνατότητα πραγμάτωσης του κινδύνου ήταν εύλογα προβλεπτή από τη στιγμή που έτρεχε με ταχύτητα προς την επικίνδυνη πλευρά του γηπέδου. Υπό τις περιστάσεις ο ενάγοντας δεν επέδειξε την προσήκουσα προσοχή έναντι του εαυτού του. Δύο είναι οι καθοριστικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στον καταμερισμό της ευθύνης: Η υπαιτιότητα (blameworthiness) και η αιτιώδης συνάφεια (causative potency), συνεκτιμούμενοι με ευρύτητα υπό το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας [Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 178]. Η υπαιτιότητα συναρτάται με την εκπλήρωση του καθήκοντος, εν προκειμένω, αφενός της Χωρητικής Αρχής και της Δημοκρατίας έναντι του ενάγοντα και αφετέρου, του ενάγοντα έναντι του εαυτού του. Το ζήτημα αυτό θα πρέπει και πάλιν να εξεταστεί, σε ό,τι αφορά τους εναγόμενους, υπό το πρίσμα της ανάγκης για επίδειξη ανθρωπιστικής συμπεριφοράς για την ασφάλεια του συνανθρώπου, του γείτονα. Ο ενάγοντας βρισκόταν μεν στο γήπεδο για τη δική του ψυχαγωγία, αλλά στα πλαίσια ενός ευπρόσδεκτου για το κοινωνικό σύνολο σκοπού, την υγιή ενασχόληση και την άθληση των νέων. Αντί όμως να έχει την ελάχιστη ανθρωπιστική φροντίδα από την τοπική αρχή, κάτοχο και αρμόδια για το γήπεδο, και το κράτος που δημιούργησε, υπό την έννοια που εξηγείται ανωτέρω, τον κίνδυνο, αφέθηκε αντιμέτωπος με τέτοιο κίνδυνο για τον οποίο η μεν τοπική αρχή αρκείτο να ειδοποιεί το κράτος, το δε κράτος «εξέταζε το θέμα» μέχρι που έγινε το κακό. Θεωρώ ότι οι εναγόμενοι, επιδεικνύοντας απαράδεκτη αδιαφορία, παρέβησαν ένα βαρύ κοινωνικό και ανθρωπιστικό χρέος που είχαν έναντι του νεαρού ποδοσφαιριστή της κοινότητας. Αντίθετα η ευθύνη του νεαρού αυτού δεν ήταν μεγάλη. Δεν ενήργησε κατά τρόπο ιδιαίτερα ή απρόσμενα απρόσεκτο. Θα πρέπει δε, να δοθεί η δέουσα σημασία στην ιδιαιτερότητα της περίπτωσης. Ο ενάγοντας αγωνιζόταν στην ομάδα του χωριού σε χώρο που διέθετε γι΄ αυτό το σκοπό η τοπική αρχή, οργανισμός που στα μάτια ενός νεαρού του χωριού ήταν εύλογο να φαίνεται τόσο σοβαρός ώστε να παρέχει στους νεαρούς αθλητές του χωριού την απαιτούμενη ασφάλεια. Ο ενάγοντας δεν είχε απέναντι του ένα συνομήλικο του ή ένα ανεύθυνο τρίτο, αλλά τις αρχές της κοινότητας με το κύρος και τα εχέγγυα σοβαρότητας που μπορεί να έχουν τέτοιες αρχές για ένα νεαρό της κοινότητας. Είναι υπό αυτό το πρίσμα που πρέπει να κριθεί η θέση του ενάγοντα ότι δεν αντελήφθη το συγκεκριμένο κίνδυνο εφόσον δεν προειδοποιήθηκε από τους αρμοδίους του γηπέδου. Οι παραπάνω εκατέρωθεν παραλείψεις και ενέργειες αφορούν και το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας. Κύρια αιτία του ατυχήματος δεν ήταν η ενέργεια ενός νεαρού ποδοσφαιριστή να καταδιώκει την μπάλα σε επικίνδυνο σημείο, αλλά οι ενέργειες εκείνων που δημιούργησαν και ανέχθηκαν τον κίνδυνο. Υπό αυτές τις περιστάσεις ο ενάγοντας είχε ευθύνη 10% και οι εναγόμενοι ανά 45% εφόσον για τον μεταξύ τους καταμερισμό δεν υπάρχει λόγος διαφοροποίησης με βάση τα παραπάνω κριτήρια. Η απαξία της παράβασης των καθηκόντων τους, ως στοιχείο της υπαιτιότητας, είναι και για τους δύο στον ίδιο βαθμό. Το δε ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας είναι επί της ίδιας πραγματικής βάσης είτε για τους εναγόμενους 1, είτε για τους εναγόμενους 2. Παρέχεται δε το δικονομικό υπόβαθρο για καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των συνεναγομένων εφόσον δόθηκε σχετική ειδοποίηση μεταξύ τους δυνάμει της Δ.10, κ.12 [βλ. Calvel v. Pick
(1954)1 All E.R. 566]. Ειδικότερα, σε περίπτωση συναδικοπραγούντων, το ζήτημα της συνεισφοράς διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 64 του Κεφ. 148 υπό το φως των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να επιλύσει το ζήτημα της συνεισφοράς μεταξύ τους, χωρίς καν τέτοια ειδοποίηση [βλ. Croston v. Vaugham
(1937)4 All E.R. 249 επί των αντίστοιχων προνοιών της Law Reform (Married women and Tortfeasors Act, 1935)]. Οι πρόνοιες περί τριτοδιαδίκου (Δ.10) παρέχουν τη δυνατότητα πλήρους κάλυψης από τον τριτοδιάδικο του εναγόμενου (indemnity) αλλά και συνεισφοράς (contribution) που συνιστά μερική κάλυψη (Annual Practice 1958, σελ. 384). Μπορούν δε οι πρόνοιες αυτές να εφαρμοστούν σε απαίτηση για αποζημιώσεις όταν, όπως εν προκειμένω, το επίδικο θέμα είναι το ίδιο και τα γεγονότα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου και του εναγομένου εναντίον του τριτοδιαδίκου είναι ουσιωδώς τα ίδια (Annual Practice 1958, σελ. 386). Δεν θα ήταν δίκαιο η θεραπεία της Δημοκρατίας έναντι των τριτοδιαδίκων να λάβει τη μορφή πλήρους κάλυψης εφόσον τέτοια λύση θα απέληγε σε ουσιαστική απαλλαγή, από πρακτικής σκοπιάς, της Δημοκρατίας από τις πρωτογενείς της ευθύνες. Αντίθετα, η λύση της συνεισφοράς αποτελεί την πρακτική συνέπεια της διαπίστωσης περί συνυπευθυνότητας της Δημοκρατίας και των εργολάβων υπό τέτοιες περιστάσεις ώστε αν οι εργολάβοι ήταν εναγόμενοι να επιβαρύνονταν στα πλαίσια καταμερισμού της ευθύνης με ποσοστό ευθύνης έναντι του ενάγοντα. Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι από τα γεγονότα προκύπτει επί ίσοις όροις συνυπευθυνότητα των τριτοδιαδίκων με τη Δημοκρατία, η συνεισφορά των τριτοδιαδίκων προς τη Δημοκρατία καθορίζεται στο 50% επί του ποσού που η Δημοκρατία θα κληθεί να καταβάλει στον ενάγοντα. Εάν βέβαια επετύγχανε η υπεράσπιση της Δημοκρατίας περί ανεξάρτητου εργολάβου θα επρόκειτο για πλήρη υπεράσπιση, οπότε δεν θα ετίθετο θέμα συνεισφοράς από τους τριτοδιαδίκους. Ο ενάγοντας υπέστη σοβαρό τραυματισμό με επώδυνες συνέπειες και μακρά ταλαιπωρία. Είναι χαρακτηριστικό να λεχθεί πως εκτός από τα κατάγματα στη γνάθο, υπέστη, μεταξύ άλλων, εκτεταμένα κατάγματα σε 11 δόντια στην άνω γνάθο και σε 13 δόντια στην κάτω γνάθο. Λόγω των πολλαπλών καταγμάτων είναι πιθανό στο μέλλον να παρουσιασθούν νεκρώσεις οπότε θα χρειαστεί περαιτέρω θεραπεία, το κόστος της οποίας υπολογίζεται σε £2.200,- (βλ. Τεκμήρια 5 και 6). Το στοιχείο αυτό, ως πιθανότητα, θα πρέπει να συνυπολογισθεί στο ποσό των γενικών αποζημιώσεων. Ο ενάγοντας αναφέρθηκε, ως άνω, σε μείωση των λειτουργιών της όσφρησης και της γεύσης. Ο Δρ Καλλής αναφέρει (Τεκμήριο 4) πως τούτο πιθανό να οφείλεται στη βλάβη που υπέστησαν τα οσφρητικά νεύρα που είναι δύσκολο να υπολογιστεί και πιθανώς να είναι μόνιμο πρόβλημα. Πριν από το ατύχημα ο ενάγοντας δεν είχε τέτοιο πρόβλημα, το οποίο, ως άνω, συνάδει με τον τραυματισμό που υπέστη. Υπό αυτές τις περιστάσεις ο ισχυρισμός του ενάγοντα είναι πειστικός και επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων γίνεται εύρημα πως παρουσιάζει μείωση των εν λόγω αισθήσεων συνεπεία του επίδικου τραυματισμού. Η μείωση συνεχίζεται για 7 και πλέον χρόνια μετά τον τραυματισμό. Είναι φανερό ότι πρόκειται για μόνιμο πρόβλημα. Αγορεύοντας η κα Κακουλλή παρέπεμψε στις υποθέσεις Miller Roza Maria v. Ute Petek
(1999)1 A.A.Δ. 2091 και Πολ. Έφ. 10972 Μιχαήλ ν. Ονουφρίου, ημερ. 13.9.2002. Στην πρώτη υπόθεση η ενάγουσα είχε υποστεί εγκεφαλική διάσειση, θλαστικό τραύμα στην ινιακή χώρα, αιμάτωμα, ρωγμώδες κάταγμα του ζυγωματικού οστού και θλάση μύτης με αποτέλεσμα την απώλεια της αίσθησης της όσφρησης, τη μείωση της αίσθησης της γεύσης, ενοχλήσεις και μουδιάσματα στο δεξί μέρος του προσώπου, πονοκεφάλους και ίλιγγο. Κρίθηκε ότι το ποσό των £18.000,- που επιδικάστηκε για πόνο και ταλαιπωρία δεν ήταν υπερβολικά ψηλό. Στην υπόθεση Μιχαήλ ο ενάγοντας είχε υποστεί σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση περιλαμβανομένης απώλειας τριών δοντιών. Υπέφερε μόνιμα από κεφαλαλγία και ζάλη και παρουσίαζε αλλαγές στη συμπεριφορά όπως ανυπομονησία, ευερεθιστικότητα και γενικά νευρικότητα και φραστική επιθετικότητα. Το Ανώτατο Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι στο ποσό που επιδικάστηκε ως αποζημίωση περιλαμβάνετο και κάποιο ποσό για απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων, αύξησε την αποζημίωση από £20.000,- σε £28.000,-. Εν προκειμένω η απώλεια των αισθήσεων δεν είναι πλήρης όπως αναφέρεται πλήρης απώλεια όσφρησης στην υπόθεση Miller Roza Maria. Από την άλλη ο ενάγοντας εν προκειμένω υπέστη συνολικά πιο εκτεταμένους τραυματισμούς. Έκτοτε δε, έχουν παρέλθει 5 και πλέον χρόνια με δεδομένη τη μείωση της αγοραστικής αξίας του χρήματος με την πάροδο του χρόνου. Η υπόθεση Μιχαήλ δεν είναι ευχερώς συγκρίσιμη εφόσον η κύρια βλάβη σ΄ εκείνη την περίπτωση δεν ήταν τόσο η απώλεια των τριών δοντιών αλλά τα μόνιμα κατάλοιπα σε ό,τι αφορά την αλλαγή στη συμπεριφορά. Εν πάση δε περιπτώσει, κάθε περίπτωση κρίνεται από τα δικά της περιστατικά. Γενικά, η νομολογία αναγνωρίζει τη σημασία του ανθρώπινου πόνου και η αυξητική, κατά τα τελευταία χρόνια, τάση στις αποζημιώσεις δεν είναι μόνο σε συνάρτηση με τα τιμαριθμικά δεδομένα αλλά, κατ΄ ουσία, αποτελεί ευρύτερη αναγνώριση της αξίας του ανθρώπου ως υγιούς και ευημερούσας προσωπικότητας. Το χρήμα βέβαια δεν μπορεί να αποτελέσει υποκατάστατο, είναι όμως το μόνο μέσο αποκατάστασης. Αυτό το δεδομένο δεν πρέπει να οδηγεί σε άμετρη αύξηση των αποζημιώσεων. Περιπλέον η ανοδική τάση δεν πρέπει να είναι ανεξέλεγκτη, αλλά να περιορίζεται στα σωστά πλαίσια της λογικής και δίκαιης αποζημίωσης, κοινωνικά παραδεκτής και με σκοπό όχι τη κερδοφορία του θύματος, ούτε την τιμωρία του παραβάτη, αλλά την αποκατάσταση, ατελή έστω, διά του χρήματος (βλ. Anjia Lankuttis, Πολ. Έφ. 10847, ημερ. 24.7.02, Miller Roza Maria v. Petek
(1999)1 Α.Α.Δ. 2091, Μαυροπετρής ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, Μερακλή ν. Ταλιώτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1148). Πέραν του θέματος του πόνου και της ταλαιπωρίας, στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται ότι οι δυνατότητες του ενάγοντα για εργασία και/ή στην αγορά εργασίας έχουν επηρεαστεί δυσμενώς. Οι αρχές που διέπουν την επιδίκαση αποζημιώσεων για τέτοιο θέμα ανευρίσκονται στις υποθέσεις Fairley v. John Thompson (Design and Contracting Division) Ltd
(1973)2 Lloyd´s Rep. 40, Moeliker v. A. Reyolle
(1977)1 All E.R. 9, Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66. Προϋπόθεση είναι ν΄ αποδειχθεί ουσιαστικός, πραγματικός κίνδυνος για απώλεια ή μείωση της εργασιακής ικανότητας στο μέλλον, απώλεια που ανάγεται στις γενικές αποζημιώσεις και όχι σε συγκεκριμένο κονδύλι μελλοντικής απώλειας. Αν ο κίνδυνος είναι φανταστικός δεν θα επιδικαστεί σχετική αποζημίωση. Σχετικοί, μεταξύ άλλων παράγοντες είναι η ηλικία του ενάγοντα, η επαγγελματική του κατάσταση και κατάρτιση, η φύση της ανικανότητας, ο βαθμός του κινδύνου και ο χρόνος που πιθανό να πραγματωθεί. Ο ενάγοντας ανέφερε, προσπαθώντας να στοιχειοθετήσει ότι έχει επηρεαστεί δυσμενώς η ικανότητα του για εργασία, ότι μετά το Μάϊο 1998 που επέστρεψε στην εργασία του δεν μπορούσε πλέον να εργαστεί ως μάγειρας όχι μόνο λόγω του προβλήματος στην όσφρηση και τη γεύση, αλλά και λόγω αδυναμίας του να δίδει οδηγίες και να αναλαμβάνει ευθύνες. Τέτοια όμως αδυναμία δεν έχει στοιχειοθετηθεί ως συνέπεια του επίδικου τραυματισμού. Ούτε είναι πειστική η θέση περί αλλαγής εργασίας λόγω και τέτοιας αδυναμίας εφόσον στη συνέχεια ο ενάγοντας δημιούργησε δικές του δουλειές και διατηρεί σήμερα εστιατόριο, εργασία που προϋποθέτει ανάληψη ευθυνών, συντονισμό με οδηγίες, εξυπηρέτηση πελατών, σχέση με κουζίνα. Στοιχεία δηλαδή που επικαλέστηκε για να πείσει πως αναγκάστηκε ν΄ αλλάξει των εργασία του ως μάγειρας. Άλλωστε δεν ζητούνται ειδικές αποζημιώσεις λόγω μείωσης εισοδημάτων συνεπεία της αλλαγής εργασίας, αλλά γενικές αποζημιώσεις για το δυσμενή επηρεασμό των δυνατοτήτων για εργασία. Παραμένει όμως ως γεγονός η μείωση των αισθήσεων της όσφρησης και της γεύσης όπως περιέγραψε ο ενάγοντας. Οι αισθήσεις αυτές είναι χρήσιμες, ως ζήτημα κοινής αντίληψης, για ένα μάγειρα. Έτσι, ενώ δεν ήταν πειστική η θέση του ενάγοντα, για τους παραπάνω λόγους, ότι αναγκάστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση ν΄ αλλάξει επάγγελμα, ο δυσμενής, γενικά, επηρεασμός της ευχέρειας του να εργάζεται ως μάγειρας προκύπτει από τη μείωση των χρήσιμων γι΄ αυτό το επάγγελμα αισθήσεων. Τέτοιος επηρεασμός αποτελεί μειονέκτημα στην αγορά σχετικής εργασίας με πιθανό αντίκτυπο στη δυνατότητα εξασφάλισης τέτοιας εργασίας, αν ληφθεί υπόψη η συγκεκριμένη κατάρτιση του ενάγοντα και το νεαρό της ηλικίας του και, άρα, τα πολλά χρόνια της εναπομένουσας εργασιακής ζωής. Με τα σημερινά δεδομένα ο κίνδυνος δεν έχει αποδειχθεί μεγάλος, εφόσον ο ενάγοντας δραστηριοποιείται επαγγελματικά στον ευρύτερο τομέα της κατάρτισης του, παραμένει πάντως πραγματικός και όχι ένας απλώς φανταστικός κίνδυνος. Στην υπόθεση Moeliker (ανωτέρω) υποδείχθηκε από το Αγγλικό Εφετείο ότι όταν ο κίνδυνος δεν είναι μεγάλος, αρμόζει αποζημίωση της τάξης των εκατοντάδων λιρών. Όμως αυτά ελέχθησαν πριν 30 σχεδόν χρόνια. Υπό τις περιστάσεις θεωρώ ως δίκαιο και εύλογο αντιστάθμισμα το ποσό των £5.000,. Υπό το φως των όσων υπέστη ο ενάγοντας όπως τα περιέγραψε πειστικά και όπως φαίνονται στην ιατρική μαρτυρία και τα κοινώς αποδεκτά ιατρικά δεδομένα και υπό το φως των παραπάνω αρχών κρίνεται ότι το ποσό των £45.000,- αποτελεί δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, περιλαμβανομένης της πιθανότητας για μελλοντική θεραπεία ως η μαρτυρία και του ποσού των £5.000,- για τον επηρεασμό της εργασιακής του ικανότητας. Λαμβανομένων περαιτέρω υπόψη των όσων ο ενάγοντας υπέστη και της εκτεταμένης θεραπείας που έτυχε, είναι πειστική η θέση του ότι παρέμεινε εκτός εργασίας μέχρι το τέλος Απριλίου 1998, δηλαδή για 5 μήνες. Είχε εισοδήματα £700,- μηνιαίως χωρίς να αφαιρείται ο φόρος εισοδήματος και οι εισφορές για κοινωνικές ασφαλίσεις. Λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές υποχρεώσεις του ενάγοντα επί τη βάση του φορολογικού συντελεστή που τότε ίσχυε, τα καθαρά του εισοδήματα για περίοδο 5 μηνών υπολογίζονται σε £3.200, ποσό για το οποίο ο ενάγοντας δικαιούται ν΄ αποζημιωθεί. Το κόστος της θεραπείας του ήταν, όπως αναφέρεται στο κοινώς αποδεκτό πιστοποιητικό του Δρα Ηλιάδη £1.220, ποσό που επίσης δικαιούται ως αποζημιώσεις. Ως εκ των άνω ο ενάγοντας δικαιούται σε αποζημιώσεις ως ακολούθως: (α) £36.000,- ως γενικές αποζημιώσεις για πόνο και ταλαιπωρία, ήτοι £40.000,- μείον £4.000,- που αντιστοιχούν στο ποσοστό της δικής του ευθύνης και £4.500,- ως γενικές αποζημιώσεις για δυσμενή επηρεασμό της εργασιακής του δυνατότητας, ήτοι £5.000,- μείον £500,- που αντιστοιχούν στο ποσοστό της δικής του ευθύνης. Το τελευταίο αυτό ποσό, αν και μέρος των γενικών αποζημιώσεων, καταγράφεται χωριστά για σκοπούς τόκου εφόσον για τέτοια απώλεια, που ανάγεται στο μέλλον, δεν δίδεται τόκος. (βλ. Clarke v. Rotax Aircraft Equipment Ltd [1975] 3 All E.R. 794). (β) £3.978,- ως ειδικές αποζημιώσεις για απώλεια εισοδημάτων και ιατρικά έξοδα, ήτοι £4.420,- μείον £442,- που αντιστοιχούν στο ποσοστό της δικής του ευθύνης. Επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων το Δικαστήριο έχει ευχέρεια να επιδικάσει, εκτός αν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι περί του αντιθέτου, τόκο προς 8% επί ολόκληρου ή μέρους του ποσού, για ολόκληρη ή μέρος της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας που δημιουργήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα και της ημερομηνίας της απόφασης. Η καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. (Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Στυλιανού ν. Μάτση
(2000)1 Α.Α.Δ. 1288). Εν προκειμένω το επίδικο συμβάν έλαβε χώρα στις 28.11.1997 ενώ η αγωγή καταχωρήθηκε στις 19.7.
- Η καθυστέρηση ήταν μακρά και δεν εξηγήθηκε. Δεν φαίνεται στο φάκελο πότε έγινε επίδοση στους εναγόμενους, όμως προκύπτει ότι δεν υπήρχε καθυστέρηση στο θέμα της επίδοσης εφόσον οι εναγόμενοι 1 είχαν καταχωρήσει εμφάνιση στις 14.9.2000 και οι εναγόμενοι 2 στις 16.8.
- Συνεπώς δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ της καταχώρισης της αγωγής και της επίδοσης του κλητηρίου. Στην υπόθεση Jefford v. Gee [1970] 2 Q.B. 130 (βλ. Φοινικαρίδης, ανωτ.) εξηγήθηκε ότι ο τόκος πρέπει να είναι πληρωτέος από της επίδοσης της αγωγής, εφόσον η απώλεια από τις σωματικές βλάβες επεκτείνεται σε μακρά χρονική περίοδο και, έτσι, είναι πιο δίκαιη η επιδίκαση τόκου από την ημέρα που ζητούνται οι αποζημιώσεις. Η απώλεια εισοδημάτων αποτελεί ειδική ζημία. Θα μπορούσε να αποδοθεί τόκος από το χρόνο της απώλειας η οποία, όμως επήλθε σταδιακά σε διάστημα 5 μηνών. Ενώ για τα ιατρικά έξοδα δεν έχει διευκρινιστεί ο χρόνος καταβολής τους. Εν πάση περιπτώσει καθοριστική σημασία έχει υπό τις περιστάσεις η μακρά και χωρίς εξήγηση, ως άνω, καθυστέρηση στην καταχώριση της αγωγής. Έτσι θα δοθεί τόκος επί όλων των ποσών από της ημερομηνίας της αγωγής που δεν αφίσταται, ως άνω, ουσιωδώς από το χρόνο επίδοσης, εκτός από την αποζημίωση για δυσμενή επηρεασμό της δυνατότητας για εργασία που ανάγεται στο μέλλον. Εφόσον θα δοθεί τόκος από την ίδια ημερομηνία δεν υπάρχει λόγος να δοθεί χωριστά απόφαση για τα ποσά των γενικών αποζημιώσεων εκ £36.000,- και των ειδικών εκ £3.978, αλλά θα δοθεί απόφαση για το άθροισμα τους, £39.978,- στο ποσοστό που βαραίνει τους εναγομένους (£19.989). Ενώ το ποσό των £4.500,- θα διαχωριστεί εφόσον θα δοθεί νόμιμος τόκος από σήμερα. Ως εκ των άνω: (α) δίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1 για το ποσό των £19.989,- με τόκο 8% από 19.7.2000 μέχρι σήμερα και νόμιμο τόκο στη συνέχεια και για το ποσό των £2.250,- με νόμιμο τόκο από σήμερα, πλέον το ½ των εξόδων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, και (β) δίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 2 για το ποσό των £19.989,- με τόκο 8% από 19.7.2000 μέχρι σήμερα και νόμιμο τόκο στη συνέχεια και για το ποσό των £2.250,- με νόμιμο τόκο από σήμερα, πλέον το ½ των εξόδων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (γ) δίδεται απόφαση υπέρ του εναγόμενου 2 και εναντίον των τριτοδιαδίκων για το ποσό των £9.994,50 με τόκο 8% από 19.7.2000 μέχρι σήμερα και νόμιμο τόκο στη συνέχεια και για το ποσό των £1.125,- με νόμιμο τόκο από σήμερα, πλέον το ½ του ποσού που θα υπολογιστούν ως έξοδα του ενάγοντα σε βάρος του εναγομένου 2 (ήτοι το ¼ του συνολικού ποσού των εξόδων του ενάγοντα) πλέον τα έξοδα της διαδικασίας τριτοδιαδίκου όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.)..................................... /ΣΣΑ Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο