← Κύπρος

Ξενάκη Νικολάου ν. Κύρου Χρίστου, Αρ. Αγωγής: 140/03, 15 Απριλίου 2005

Ξενάκη Νικολάου ν. Κύρου Χρίστου, Αρ. Αγωγής: 140/03, 15 Απριλίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 140/03 Μεταξύ: Ξενάκη Νικολάου, εκ Καλαβασού Ενάγοντος - και - Κύρου Χρίστου, εξ Ασγάτας Λεμεσού Εναγομένου Ημερομηνία: 15 Απριλίου 2005 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Γ. Λουκαίδης Για τον Εναγόμενο: κ. Α. Δημητρίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου είναι για ποσό ΛΚ2.187 ως αποζημιώσεις για ειδικές ζημιές που υπέστη ο ενάγοντας κατά ή περί τις 28.10.02 συνεπεία δυστυχήματος που επεσυνέβηκε στο δρόμο Καλαβασού - Ασγάτας το οποίο προκλήθηκε συνεπεία της αμέλειας και /ή παράβασης του νόμιμου καθήκοντος οδήγησης από τον εναγόμενο, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο εναγόμενος αρνείται ότι ευθύνεται για το δυστύχημα, ισχυρίζεται ότι το δυστύχημα επεσυνέβη συνεπεία της αμέλειας του ενάγοντα, αρνείται τις αξιούμενες ζημιές και ανταπαιτεί το ποσό των ΛΚ1.124 ως αποζημιώσεις για τις ειδικές ζημιές που υπέστη το δικό του όχημα με νόμιμο τόκο και έξοδα. Κατά την ακροαματική διαδικασία δηλώθηκαν εκ συμφώνου οι αποζημιώσεις επί πλήρους ευθύνης ως ακολούθως, ΛΚ1.600 αναφορικά με την αξίωση του ενάγοντα και ΛΚ900 η ανταπαίτηση του εναγόμενου. Το μόνο που παρέμεινε είναι το θέμα της ευθύνης. Ο ενάγοντας εκτός από τον εαυτό του κάλεσε ως μάρτυρα τον Αστυφύλακα 1893 Γ. Σταύρου (ΜΕ1) ενώ ο εναγόμενος έδωσε μόνο ο ίδιος μαρτυρία. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι στις 28.10.02 εξέτασε δυστύχημα στο δρόμο Καλαβασού - Ασγάτας. Τα εμπλεκόμενα οχήματα ήταν το όχημα με αριθμό εγγραφής ΒΑΤ 823 το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος Κύρος Χρίστου και το ΕΑΗ 965 το οποίο οδηγούσε ο ενάγοντας Ξενάκης Νικολάου. Στην παρουσία και των δύο οδηγών έλαβε μέτρα, ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο και τους ανέφερε ότι κατά τη δική του εκτίμηση την ευθύνη για το δυστύχημα έφερε ο εναγόμενος και αποφάσισαν και οι δύο ότι θα αποταθούν στις ασφάλειες τους για διευθέτηση της υπόθεσης. Ενόψει αυτής της θέσης τους δεν ετοίμασε τελικό σχέδιο, ούτε και προχώρησε με τη ποινική δίωξη οποιουδήποτε. Είπε ότι ο εναγόμενος του είχε αναφέρει ότι αποκοιμήθηκε στο τιμόνι και όταν ο ίδιος του ανέφερε ότι κατά την κρίση του ευθυνόταν για το δυστύχημα αποδέχτηκε την ευθύνη και είπε ότι θα το διευθετήσει με την ασφάλεια του. Είπε ότι ο εναγόμενος συμπλήρωσε ένα τυποποιημένο έγγραφο ότι αποδέχεται ευθύνη για το δυστύχημα και ότι θα το διευθετήσει με την ασφάλεια του και ο εναγόμενος υπέγραψε ότι θα γίνει διευθέτηση μέσω ασφαλειών. Δεν προσκομίστηκε όμως τέτοιο έγγραφο στο Δικαστήριο. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1 αστυνομική έκθεση αναφορικά με το επίδικο δυστύχημα την οποία δεν συμπλήρωσε ο ίδιος και στην οποία εσωκλείεται το πρόχειρο σχέδιο το οποίο ετοίμασε ο ίδιος. Εξήγησε τα διάφορα σημεία επί του σχεδίου του, το οποίο δεν είναι επί κλίμακας, είπε ότι η ορατότητα αν και δεν την έχει μετρήσει ήταν καλή περίπου 50 - 60 μέτρα, ότι η πορεία του αυτοκινήτου του εναγόμενου ήταν από Καλαβασό προς Ασγάτα, ότι ο δρόμος ήταν ανηφορικός εκεί όπου επεσυνέβη το δυστύχημα ενώ η πορεία του ενάγοντα ήταν από Ασγάτα προς Καλαβασό και ο δρόμος ήταν κατηφορικός. Στο σημείο που έγινε η σύγκρουση ο δρόμος έχει πλάτος 5.80εκ. και το σημείο Χ που είναι το σημείο σύγκρουσης απέχει 2.40εκ. από την άκρια του δρόμου σε σχέση με την πορεία Β που είναι η πορεία του ενάγοντα και 3.40εκ. σε σχέση με την πορεία Α που είναι η πορεία του εναγόμενου. Στο σημείο που έγινε η σύγκρουση ο δρόμος είναι ευθύς αμέσως πριν υπήρχε στροφή και ο δρόμος δεν χωρίζεται με διαχωριστική γραμμή. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι το σημείο Χ το βρήκε ο ίδιος αφού όταν επισκέφτηκε την σκηνή τα εμπλεκόμενα οχήματα ήταν κολλημένα το ένα στο άλλο και εκεί βρήκε και σπασμένα γυαλιά. Είπε ότι σύμφωνα με το σχέδιο του και το σημείο Χ ο εναγόμενος δεν κρατούσε την δική του πλευρά του δρόμου αλλά βρισκόταν περίπου 50εκ. δεξιότερα μέσα στην δεξιά λωρίδα που ήταν η πορεία του ενάγοντα. Το περιθώριο που υπήρχε για να περάσει ένα αυτοκίνητο που ακολουθούσε τη πορεία Β ήταν 2.40εκ. και μέτρησε το πλάτος των οχημάτων και ήταν 1.70εκ. Ο ενάγοντας είπε ότι είναι ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου ΕΑΗ 965 και ότι στις 28.10.2002 ενώ κατευθυνόταν προς Καλαβασό στο δρόμο Καλαβασού - Ασγάτας ενεπλάκηκε σε δυστύχημα με το αυτοκίνητο ΒΑΤ 823 που οδηγούσε ο εναγόμενος. Συγκεκριμένα ενώ ο ίδιος κρατούσε κανονικά τη πορεία του και με ελαττωμένη ταχύτητα λόγω επικείμενης στροφής είδε το αυτοκίνητο του εναγόμενου να ξεπροβάλλει από τη στροφή. Δεν κινείτο στη δική του πλευρά του δρόμου αλλά ήταν στην πλευρά τη δική του, και όταν αντιλήφθηκε ότι ο εναγόμενος δεν έκανε καμιά προσπάθεια να αποφύγει να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο του έκανε χρήση των φρένων του, σταμάτησε το όχημα του οπόταν ο εναγόμενος χτύπησε πάνω του και μετακίνησε το αυτοκίνητο του προς τα πίσω. Η απόσταση που είχε το αυτοκίνητο του από την δεξιά πλευρά του δρόμου στην οποία υπάρχει προστατευτικό κιγκλίδωμα ήταν 80-90εκ. Μετά τη σύγκρουση ο εναγόμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο του, ήταν συγχυσμένος, του είπε ότι δεν τον είδε καθόλου, μπορεί και να κοιμόταν και του πρότεινε να το κανονίσουν με την ασφάλεια ο ίδιος δεν δέχτηκε ειδοποίησε την αστυνομία και όταν ο εξεταστής είπε ότι κατά την γνώμη του ευθυνόταν ο εναγόμενος ο εναγόμενος είπε ότι θα πάει στην ασφάλεια του την επόμενη μέρα για να διευθετήσει τις ζημιές του ιδίου όμως καμιά διευθέτηση δεν έγινε και μέχρι σήμερα δεν του έχει πληρώσει κανένας τις ζημιές του. Κατά την αντεξέταση του είπε ότι δεν υπάρχει πινακίδα που να προειδοποιεί για την στροφή του δρόμου, ότι πρόσεξε τον εναγόμενο περίπου 50μ. προτού να γίνει η σύγκρουση και ότι ο ίδιος οδηγούσε το αυτοκίνητο του στη δική του πλευρά του δρόμου. Σε υποβολή γιατί τότε ο ίδιος δεν μετακίνησε το αυτοκίνητο του πιο αριστερά για να αποφύγει το δυστύχημα η απάντηση του ήταν ότι ο χρόνος ήταν ελάχιστος περίπου 3 δευτερόλεπτα και ότι αυτό που σκέφτηκε να κάνει ήταν να χρησιμοποιήσει τα φρένα του. Είπε ότι η πρώτη κουβέντα που του ανέφερε ο εναγόμενος όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του ήταν "χαζίρι να σε σκοτώσω" και ότι θα κανόνιζε με την ασφάλεια του τις ζημιές και των δύο οχημάτων. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι δεν οδηγούσε με δέουσα προσοχή το αυτοκίνητο του, ότι παρέλειψε να προσέξει έγκαιρα τον εναγόμενο, ότι δεν κρατούσε την αριστερή πλευρά του δρόμου όπως έπρεπε και ότι παρέλειψε να σταματήσει. Ο εναγόμενος είπε ότι ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο του με κατεύθυνση την Ασγάτα σε ένα σημείο του δρόμου που ο δρόμος είναι χαλασμένος στην αριστερή πλευρά οδηγούσε το αυτοκίνητο του περίπου στη μέση του δρόμου και μόλις βγήκε από την στροφή είδε το αυτοκίνητο του ενάγοντα να έρχεται ελάττωσε ταχύτητα δοκίμασε να σταματήσει αλλά ο ενάγοντας τον χτύπησε. Ο ίδιος κρατούσε την δική του πλευρά του δρόμου αλλά λίγο προς τα δεξιά και ανέφερε ότι ο αστυνομικός που εξέτασε το δυστύχημα είπε ότι την ευθύνη του δυστυχήματος έφερε ο ίδιος που βρισκόταν πιο δεξιά από την δική του πλευρά. Συμφώνησαν και οι δύο να διευθετήσουν το θέμα με τις ασφάλειες αλλά κανένας δεν του πλήρωσε τις ζημιές του από τότε. Κατά την αντεξέταση του δεν θυμόταν αν ο ΜΕ1 του έδειξε το σχέδιο που ετοίμασε ή αν συμφώνησε με αυτό, αρνήθηκε ότι μετά τη σύγκρουση όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο είπε στον ενάγοντα και στον ΜΕ1 ότι είχε αποκοιμηθεί και επέμενε ότι ο λόγος που οδηγούσε πιο δεξιά στην πλευρά του δρόμου ήταν επειδή ήταν σπασμένη η άσφαλτος του δρόμου στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας σε εκείνο το σημείο. Είπε ότι ο ενάγοντας ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο του στη στροφή έστριψε ανοικτά και η πρώτη φορά που είδε το αυτοκίνητο του ενάγοντα ήταν περίπου 25μ. πριν να γίνει το δυστύχημα γιατί η ορατότητα δεν είναι καλή αφού στην δεξιά πλευρά του δρόμου υπήρχαν ψηλά δέντρα. Είπε ότι δοκίμασε να σταματήσει αλλά δεν πρόλαβε και ότι είναι ο ίδιος ο ενάγοντας που σταμάτησε πάνω του, του οποίου η πορεία ήταν κατηφορική, ενώ ο ίδιος κινείτο ανηφορικά στο δρόμο. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι η ορατότητα ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτή που είπε, ότι ο ίδιος έτρεχε, ότι δεν δοκίμασε να χρησιμοποιήσει τα φρένα του ή να αποφύγει το δυστύχημα και ότι αποκοιμήθηκε. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία και η αξιολόγηση τους δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία. Ο ΜΕ1 ήταν αντικειμενικός μάρτυρας ο οποίος είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η μαρτυρία του ουσιαστικά περιορίστηκε στο να εξηγήσει τα σημεία επί του σχεδιαγράμματος που ο ίδιος είχε καταρτίσει και να αναφέρει ότι σύμφωνα με τη δική του εκτίμηση την ευθύνη για το δυστύχημα έφερε ο εναγόμενος ο οποίος βρισκόταν δεξιότερα στο δρόμο από τη δική του πλευρά, θέση την οποία ανέφερε και στις δύο πλευρές. Αυτή του η μαρτυρία ενισχύεται και από τον ενάγοντα και από τον εναγόμενο αλλά και από το σημείο "Χ" στο Τεκμήριο 1. Το γεγονός ότι δεν έχει προσκομίσει στο Δικαστήριο τα έντυπα τα οποία κατά την μαρτυρία του είχαν υπογράψει ο ενάγοντας και ο εναγόμενος για διευθέτηση των ζημιών τους μέσω ασφαλειών και την παραδοχή του εναγόμενου για το δυστύχημα δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του. Ο ενάγοντας μου έχει κάνει καλή εντύπωση, η μαρτυρία του ήταν στρωτή και σταθερή δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του και επέμενε σταθερά στην δική του εκδοχή για το πώς είχε επεσυμβεί το δυστύχημα. Ανέφερε ότι ο εναγόμενος του είπε ότι αποκοιμήθηκε γεγονός το οποίο ανέφερε και στον ΜΕ1 ο οποίος το επιβεβαίωσε. Ο ενάγοντας έχει πει στο Δικαστήριο την αλήθεια και δέχομαι τη θέση του στην ολότητα της. Ο εναγόμενος αντίθετα δεν έχει πει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Έχει αναφέρει ότι ο δρόμος ήταν φαγωμένος συγκεκριμένα ότι η άσφαλτος είχε υποχωρήσει και υπήρχαν τσιακκίλια γι΄ αυτό και αναγκάστηκε να κινηθεί πιο δεξιά αλλά αυτή τη θέση δεν την υποστήριξαν ούτε ο ενάγοντας ούτε και ΜΕ1, εξεταστής της υπόθεσης. Επίσης ανέφερε ότι η ορατότητα ήταν περιορισμένη λόγω του ότι υπήρχαν ψηλά δέντρα όμως τέτοια μαρτυρία δεν δόθηκε ούτε από τον ενάγοντα ούτε από τον ΜΕ1 οι οποίοι, αντίθετα, και οι δύο είπαν ότι η ορατότητα ήταν περίπου 50 -60 μέτρα. Θεωρώ ότι η ύπαρξη των δέντρων καθώς και το γεγονός ότι ο δρόμος ήταν χαλασμένος σε κάποιο σημείο είναι στοιχεία τα οποία ο ΜΕ1 τουλάχιστον θα τοποθετούσε στο σχέδιο του ή θα τα ανέφερε προφορικά. Σημειώνω όμως και το γεγονός ότι αυτοί οι ισχυρισμοί του εναγόμενου πέραν του ότι δεν αναφέρονται στην υπεράσπιση του ούτε και υποβλήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 ή του ενάγοντα. Όπως έχει αναφερθεί ο ενάγοντας και ο ΜΕ1 είπαν ότι ο εναγόμενος είχε αναφέρει και στους δύο ότι είχε αποκοιμηθεί. Ο ίδιος αρνήθηκε τη θέση αυτή όμως ενώ έδιδε μαρτυρία ανέφερε τα εξής "δεν κοιμήθηκα ούτε είπα έτσι, ήταν καλοκαίρι ο ήλιος ήταν κάτω, τον είδα (τον ενάγοντα) μόλις βγήκε από την στροφή" αλλά δεν έχει διευκρινίσει τι εννοούσε λέγοντας ότι ήταν καλοκαίρι και ο ήλιος ήταν κάτω. Επίσης άλλος λόγος για τον οποίο η μαρτυρία του εναγόμενου δεν μπορεί να κριθεί ως αξιόπιστη είναι ότι η μνήμη του ήταν επιλεκτική συγκεκριμένα δεν θυμόταν ούτε αν είχε δει το σχέδιο που είχε κάνει ο αστυνομικός ούτε αν ο αστυνομικός του το είχε δείξει για να πει αν συμφωνεί αλλά θυμόταν ότι ο αστυνομικός πήρε μέτρα και ετοίμασε σχέδιο. Επίσης θυμόταν ότι το αυτοκίνητο του άφησε ίχνη όχι από τα φρένα συγκεκριμένα μια μαύρη γραμμή στην άσφαλτο κοντά στο δεξί τροχό. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι ο εναγόμενος δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας και δεν δέχομαι την μαρτυρία του. Συνοψίζοντας όσα από την αξιολόγηση προέκυψαν και με βάση το σύνολο της μαρτυρίας καταλήγω ότι τα πραγματικά περιστατικά του δυστυχήματος έγιναν κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες. Στις 28.10.02 ο ενάγοντας οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ΕΑΗ965 στο δρόμο Καλαβασού - Ασγάτας με κατεύθυνση Καλαβασό και κρατούσε την αριστερή λωρίδα του δρόμου σε σχέση με την πορεία του. Η ταχύτητα του ήταν ελαττωμένη περίπου 40 χλμ/ω λόγω του ότι υπήρχε επικείμενη στροφή. Ενώ ακολουθούσε κανονικά την πορεία του από την στροφή προέβαλε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΒΑΤ 823 το οποίο οδηγείτο από τον εναγόμενο και το οποίο βρισκόταν σε σχέση με την πορεία του δεξιότερα από την λωρίδα που θα έπρεπε να κρατά και το οποίο κινείτο με μεγαλύτερη ταχύτητα από του ενάγοντα. Ο ενάγοντας όταν αντιλήφθηκε ότι το αυτοκίνητο του εναγόμενου ήταν εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας και αφού δεν έγινε καμιά προσπάθεια από τον εναγόμενο να προβεί σε οποιοδήποτε ελιγμό για να αποφευχθεί η σύγκρουση φρενάρισε και σταμάτησε εντελώς το αυτοκίνητο του. Ο εναγόμενος ο οποίος δεν είχε προσέξει καθόλου την παρουσία του ενάγοντα στο δρόμο λόγω του ότι η προσοχή του δεν ήταν στραμμένη στο δρόμο όπως έπρεπε συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του ενάγοντα. Το σημείο σύγκρουσης ήταν στην πορεία του ενάγοντα περίπου 50εκ. δεξιότερα από το κέντρο του δρόμου. Το δυστύχημα έγινε στις 15:00, ο καιρός ήταν αίθριος, υπήρχε πολύ καλή ορατότητα περίπου 50 - 60 μέτρα που δεν εμποδιζόταν από δέντρα ή οποιαδήποτε άλλα εμπόδια στο δρόμο. Αμέσως μετά το σημείο σύγκρουσης σε σχέση με την πορεία του ενάγοντα υπήρχε στροφή όχι επικίνδυνη γι΄ αυτό και δεν υπήρχε σχετική σηματοδότηση για την ύπαρξη της στροφής. Σε αγωγή για αμέλεια το βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγοντας σχετική είναι η υπόθεση Σοφοκλέους ν. Καλογήρου, Πολιτική Έφεση 9411 ημερ. 15.04.97. Το επίπεδο απόδειξης είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους, Πολιτική Έφεση 1698 ημερ. 26.04.96). Η απόδειξη που πρέπει να παρουσιάσει ο ενάγοντας πρέπει να προχωρεί πέρα από την καθαρή πιθανολόγηση και να φτάνει μέχρι το πεδίο των νομικών συμπερασμάτων Charlesworth & Percy on Negligence, 8η έκδοση παρ. 5-23. Η έννοια της αμέλειας, οι ευθύνες, τα δικαιώματα και καθήκοντα των οδηγών ως και οι προεκτάσεις της αμέλειας, έτυχαν νομολογιακής ανάλυσης κατ΄ επανάληψη. Η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η εκπλήρωση του καθήκοντος για επιμέλεια κρίνεται απρόσωπα και το θέμα αποφασίζεται με βάση την αντικειμενική θεώρηση των γεγονότων. Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον αυτό οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού του γείτονα. Τα όρια της επιμέλειας διαγράφονται από τα στοιχεία του «μέσου συνετού ανθρώπου» και του «πλησίον» το οποίο ο οδηγός οφείλει να μην εκθέσει σε κίνδυνο τον οποίον λογικά μπορεί να προβλέψει (βλ. Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου

(1991)1 ΑΑΔ 475, Παναγιώτου ν. Μαύρου
(1970)1 ΑΑΔ 215, Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 48). Η έννοια του καθήκοντος για επιμέλεια ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης, δηλαδή ότι η ενεργούμενη, παρά το καθήκον επιμέλεια, πράξη, μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα (βλ. Στρατμάρκο (ανωτέρω). Αν η δυνατότητα εμφάνισης του κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η μη λήψη μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Αν όμως η δυνατότητα εμφάνισης του κινδύνου είναι απλή δυνατότητα η οποία δεν θα ερχόταν στο μυαλό ενός λογικού ανθρώπου, τότε δεν υπάρχει αμέλεια επειδή δεν πάρθηκαν έκτακτες προφυλάξεις. Ο εναγόμενος με βάση τα ευρήματα στα οποία το Δικαστήριο έχει καταλήξει και τα περιστατικά της υπόθεσης παρέλειψε να εκπληρώσει τα καθήκοντα που είχε έναντι του ενάγοντα. Πιο συγκεκριμένα ο εναγόμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί από αρκετή απόσταση την ύπαρξη του ενάγοντα στο δρόμο ο οποίος κρατούσε κανονικά την πορεία του και με ελαττωμένη ταχύτητα και να πάρει αποτελεσματικά μέτρα αποφυγής του δυστυχήματος. Το γεγονός ότι έγινε η σύγκρουση οδηγεί, με βάση και την ίδια την ένορκη κατάθεση του ότι δεν κινείτο κανονικά στην πορεία του αλλά το όχημα του οδηγείτο δεξιότερα εντός της λωρίδας του ενάγοντα. Αυτό οδηγεί στο αναπόφευκτο κατά την κρίση μου συμπέρασμα ότι δεν βρισκόταν σε κατάσταση εγρήγορσης έναντι του υπάρχοντος κινδύνου και περαιτέρω η ταχύτητα του δεν ήταν μέσα σε τέτοια ασφαλή όρια που να του επέτρεπαν να αντιδράσει έγκαιρα και αποτελεσματικά έναντι αυτού του κινδύνου. Κατά συνέπεια κρίνω ότι επέδειξε αμέλεια στην πρόκληση του ατυχήματος. Σε αυτό συνέτεινε και το γεγονός ότι η προσοχή του δεν ήταν στραμμένη στο δρόμο λόγω του ότι είχε αποκοιμηθεί στο τιμόνι ως ήταν η μαρτυρία του ΜΕ1 και του ενάγοντα και η μετέωρη δική του μαρτυρία για το ότι ο ήλιος ήταν χαμηλά. Η κατάληξη στο ότι η ταχύτητα του δεν ήταν μέσα στα όρια που επέβαλαν οι περιστάσεις και ότι η προσοχή του δεν ήταν στραμμένη στο δρόμο απορρέει από την απλή κοινή λογική στην οποία το Δικαστήριο προσφεύγει, σχετική είναι η απόφαση Nicolaides v. Zachariades
(1988)1 CLR 168. Κάτω από τις συνθήκες που έχω ήδη αποδεχθεί κανένα περιθώριο ελιγμού δεν άφησε ο εναγόμενος στον ενάγοντα. Καταλήγω ότι το δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική ευθύνη του εναγόμενου ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο του πολύ δεξιότερα από την δική του λωρίδα κυκλοφορίας και εντός της λωρίδας του ενάγοντα (έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω ότι δεν δέχομαι τη θέση του ότι ο λόγος που οδηγούσε δεξιότερα ήταν η κακή κατάσταση του δρόμου), με ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτή που επέτρεπαν οι περιστάσεις δεδομένου ότι εξερχόταν από στροφή και χωρίς να έχει τη δέουσα προσοχή στο δρόμο και χωρίς καν να αντιληφθεί την παρουσία του ενάγοντα. Υπό τις συνθήκες αυτές καμιά ευθύνη δεν μπορεί να καταλογιστεί στον ενάγοντα. Ο ενάγοντας όταν αντιλήφθηκε ότι ο εναγόμενος δεν κατέβαλε καμιά προσπάθεια για να αποφύγει τη σύγκρουση μαζί του επέλεξε να χρησιμοποιήσει τα φρένα του αντί, ίσως, να κινηθεί πιο αριστερά δημιουργώντας ίσως τη δυνατότητα αποφυγής της σύγκρουσης. Όμως όπως έχει ο ίδιος μαρτυρήσει ενόρκως και η μαρτυρία του έχει γίνει αποδεκτή αντελήφθηκε τον εναγόμενο περίπου σε απόσταση 50μ. από τον ίδιο και ο χρόνος που είχε για να αντιδράσει ήταν 3 δευτερόλεπτα. Είναι σαφέστατα νομολογημένο ότι υπό την αγωνία της στιγμής εάν η απόφαση που λαμβάνεται είναι λανθασμένη, και δεν αποτελεί εύρημα ότι υπό τις περιστάσεις η ενέργεια του ενάγοντα να χρησιμοποιήσει τα φρένα του ήταν λανθασμένη, δεν μπορεί να αποδοθεί καμία ευθύνη για τη λανθασμένη τυχόν ενέργεια του. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ του, ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό ΛΚ1.600 με νόμιμο τόκο. Η ανταπαίτηση του εναγόμενου απορρίπτεται. Επιδικάζονται επίσης υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου τα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στη κλίμακα της αγωγής. (Υπ.) ........................................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.