← Κύπρος

Ελληνική Τράπεζα Λτδ. ν. PETROS PITSILLIS (GLASS MARKET) LIMITED κ.α., Αγωγή αρ. 83/2001, 19 Απριλίου 2005

Ελληνική Τράπεζα Λτδ. ν. PETROS PITSILLIS (GLASS MARKET) LIMITED κ.α., Αγωγή αρ. 83/2001, 19 Απριλίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A35 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Αγωγή αρ. 83/2001 Ενώπιον: Α.Πασχαλίδη, Π.Ε.Δ. Μεταξύ: Ελληνική Τράπεζα Λτδ., εκ Λευκωσίας Εναγόντων Και

  1. PETROS PITSILLIS (GLASS MARKET) LIMITED, εκ Λάρνακας
  2. Πέτρος Γεωργίου Πιτσιλλή, εκ Λάρνακας
  3. Μαρία Ιακώβου Μιχαήλ σύζ. Πέτρου Πιτσιλλή, εκ Λάρνακας Εναγομένων Ημερ.: 19 Απριλίου
  4. Για τους ενάγοντες: κ.Α.Ζαχαρίου. Για τους εναγόμενους: κ.Α.Μαθηκολώνης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι τραπεζικές διευκολύνσεις, που δόθηκαν στους εναγόμενους 1, με την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3, αρχικά από την Barclay´s Bank Plc τέλος 1989 αρχές 1990, και στη συνέχεια από τους ενάγοντες τον Ιούλιο 1996 και τον Ιανουάριο 1998 καθώς επίσης και οι εγγυήσεις των εναγομένων 2 και 3, αποτελούν τους κεντρικούς άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφονται, βασικά, τα επίδικα θέματα στην παρούσα αγωγή. Από το σύνολο της μαρτυρίας και των διαφόρων τεκμηρίων που κατατέθηκαν, προκύπτουν τα πιο κάτω, είτε ως κοινώς αποδεκτά γεγονότα, είτε ως γεγονότα που δεν έχουν αμφισβητηθεί. Οι ενάγοντες (η τράπεζα), είναι Εμπορική Τράπεζα, ενώ οι εναγόμενοι 1 (η εταιρεία), εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Μέτοχοι και διευθυντές της εταιρείας ήταν, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, οι εναγόμενοι 2 και 3, ενώ οι σκοποί για τους οποίους συστάθηκε η εταιρεία, είναι αυτοί που εκτίθενται στο ιδρυτικό έγγραφο της εταιρείας. Αρχικά το όνομα της εταιρείας ήταν ΑΔΕΛΦΟΙ ΠΙΤΣΙΛΛΗ ΛΤΔ. Στις 28.10.88 η εταιρεία μετονομάστηκε σε PETROS PITSILLIS (GLASS MARKET) LIMITED. Σχετικά με τα πιο πάνω είναι τα Τεκμ. 16, 17 και
  5. Μέχρι τον Απρίλη 1996, η εταιρεία ήταν πελάτης της εμπορικής τράπεζας Barclays Bank Plc, με την οποία, μεταξύ άλλων, διατηρούσε και τον υπ΄ αρ. 2406966 τρεχούμενο λογαριασμό. Στα πλαίσια της εν λόγω συνεργασίας τους, η τράπεζα Barclays χορήγησε στην εταιρεία, με επιτόκιο 9% το χρόνο, τραπεζικές διευκολύνσεις συνολικού ύψους Λ.Κ.161.000.00, μεταξύ των οποίων και παρατράβηγμα στον τρεχούμενο λογαριασμό της, ύψους Λ.Κ.80.000.
  6. Στα πλαίσια των όρων που η τράπεζα Barclays έθεσε για την παροχή των εν λόγω τραπεζικών διευκολύνσεων, ο μεν εναγόμενος 2 ενέγραψε προς όφελος της εν λόγω τράπεζας την υποθήκη Υ24/90 ύψους Λ.Κ.100.000.00, η δε εναγόμενη 3 την υποθήκη Υ25/90 ύψους Λ.Κ.20.000.
  7. Αμφότερες οι εν λόγω υποθήκες παραμένουν εγγεγραμμένες και δεν έχουν εξοφληθεί. Προς όφελος της ίδιας τράπεζας, η εταιρεία ενέγραψε επίσης κυμαινόμενες επιβαρύνσεις επί αριθμού αυτοκινήτων τους. Σχετικά με τα πιο πάνω είναι τα Τεκμ.1, 2, 8, 9, 11, 12, 13, 14, 20, 21 και
  8. Η συνεργασία της εταιρείας με την τράπεζα Barclays συνεχίστηκε μέχρι τον Απρίλη
  9. Κατά τον εν λόγω μήνα το σύνολο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της τράπεζας Barclays μεταβιβάστηκε και/ή εκχωρήθηκε, δυνάμει των όρων σχετικής συμφωνίας και σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, στους ενάγοντες, με τους οποίους η εταιρεία συνέχισε τη συνεργασία την οποία είχε μέχρι τότε με την τράπεζα Barclays. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της εταιρείας με την τράπεζα Barclays, οι τραπεζικές διευκολύνσεις τις οποίες η εν λόγω τράπεζα παρείχε στην εταιρεία, όπως και οι όροι με βάση τους οποίους αυτές παραχωρούνταν, διαφοροποιούνταν από καιρού εις καιρό από την εν λόγω τράπεζα. Σχετικά είναι τα Τεκμ. 23, 28 και
  10. Το επιτόκιο για την τελευταία από τις εν λόγω τρεις διαφοροποιήσεις, καθορίστηκε σε 8½% το χρόνο, (βλ. Τεκμ.29). Να σημειωθεί ότι η τράπεζα Barclays επεφύλαξε το δικαίωμα αύξησης του επιτοκίου στο υπό του νόμου προβλεπόμενο μέγιστο επιτόκιο που ήταν τότε το 9%. Τρεις περίπου μήνες αργότερα και συγκεκριμένα τον Ιούλιο 1996, οι ενάγοντες, διαφοροποίησαν τις μέχρι τότε προς την εταιρεία τραπεζικές διευκολύνσεις, αυξάνοντας το ύψος τους στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.226.908.
  11. Το ύψος του επιτοκίου καθορίστηκε σε 8½% με την τράπεζα να επιφυλάττει το δικαίωμα αύξησης του επιτοκίου ανά πάσα στιγμή, στο υπό του νόμου προβλεπόμενο μέγιστο επιτόκιο. Μέρος των εν λόγω διευκολύνσεων ύψους Λ.Κ.150.000.00 χορηγήθηκε με τη μορφή παρατραβήγματος στον τρεχούμενο λογαριασμό, τον οποίο η εταιρεία διατηρούσε με την τράπεζα και στον οποίο είχε στο μεταξύ δοθεί ο αριθμός 301-01-
  12. Παράλληλα, οι εναγόμενοι 2 και 3, ενεργώντας στα πλαίσια των όρων που η τράπεζα είχε θέσει για τη διαφοροποίηση των διευκολύνσεων, υπέγραψαν προς όφελος της τράπεζας, με την προσωπική τους ιδιότητα, εγγυητήριο έγγραφο ύψους Λ.Κ.230.000.00, ενώ, πρόσθετα, ο εναγόμενος 2 ενέγραψε προς όφελος της τράπεζας την υπ΄ αρ. Υ2208/96 υποθήκη, ύψους Λ.Κ.12.000.
  13. Σχετικά είναι τα Τεκμ. 3, 4, 5 και
  14. Ενάμισυ χρόνο περίπου αργότερα και συγκεκριμένα τον Ιανουάριο 1998, η τράπεζα, εγκρίνοντας σχετικό αίτημα της εταιρείας, της χορήγησε δάνειο ύψους Λ.Κ.60.000.00 με τόκο 8% ετησίως, πληρωτέο με μηνιαίες δόσεις Λ.Κ.1.050.00 η καθεμιά. Η τράπεζα επεφύλαξε το δικαίωμα αύξησης του επιτοκίου στο μέγιστο υπό του νόμου προβλεπόμενο ποσοστό. Σχετικά είναι τα Τεκμ. 6 Α και 6 Β. Ο αριθμός λογαριασμού του δανείου, ο οποίος ανοίχθηκε από την τράπεζα στο όνομα της εταιρείας, ήταν 301-31-245816-
  15. Το εν λόγω ποσό κατατέθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό της εταιρείας, ο οποίος και πιστώθηκε ανάλογα. Σχετικά είναι τα Τεκμ. 7 Α και 7 Β. Με βάση τους όρους που είχαν τεθεί από την τράπεζα, η εταιρεία ενέγραψε προς όφελος της τράπεζας, δεύτερη κυμαινόμενη επιβάρυνση ύψους Λ.Κ.70.000.00 επί της κινητής περιουσίας της, ενώ η εναγόμενη 3 εκχώρησε στην τράπεζα τα δικαιώματα της τα οποία απέρρεαν από ασφαλιστικό συμβόλαιο ζωής. Στις 12.5.00 η τράπεζα απέστειλε στην εταιρεία και τους εναγόμενους 2 και 3 τις επιστολές Τεκμ. 15 Α, 15 Β και 15 Γ, με συστημένο ταχυδρομείο. Συγκεκριμένα, στην εταιρεία στάληκε η επιστολή Τεκμ. 15 Α, στον εναγόμενο 2 η επιστολή Τεκμ. 15 Γ και στην εναγόμενη 3 η επιστολή 15 Β. ΄Ολες οι επιστολές στάληκαν στη διεύθυνση των εναγομένων 2 και 3, στην οδό Καβάλας αρ.2, Τ.Τ. 6047, Λάρνακα, και δεν έχουν επιστραφεί στην τράπεζα. ΄Ένα περίπου χρόνο νωρίτερα, ο εναγόμενος 2 με επιστολή του ημερ. 5.5.99, ενημέρωσε την τράπεζα ότι η εκτέλεση εντάλματος έξωσης της εταιρείας από τα υποστατικά εργασίας της στα Λειβάδια, ήταν προγραμματισμένη για τις 7.5.
  16. Σχετικό είναι το Τεκμ.
  17. Καταστάσεις του τρεχούμενου λογαριασμού, με αριθμό 2406966, τον οποίο η εταιρεία διατηρούσε με την τράπεζα Barclays μέχρι τον Απρίλη 1996, όπως και του τρεχούμενου λογαριασμού με αριθμό 301-01-245816-01, τον οποίο διατηρούσε με την τράπεζα των εναγόντων μετά τον Απρίλη 1996, κατατέθηκαν ενώπιον μου σαν Τεκμ. 24, ενώ καταστάσεις του λογαριασμού δανείου με αριθμό 301-31-245816-02 κατατέθηκαν ενώπιον μου σαν Τεκμ.
  18. Σαν Τεκμ.26 κατατέθηκε δέσμη ανακατασκευασμένων καταστάσεων των δύο πιο πάνω τρεχούμενων λογαριασμών ενώ σαν Τεκμ.27 ανακατασκευασμένη κατάσταση του λογαριασμού του δανείου. ΄Όπως έχει προαναφερθεί, η πιο πάνω χρονολογική εξέλιξη των γεγονότων, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων. Η περαιτέρω μαρτυρία που έχει δοθεί, στο βαθμό που δεν καλύπτεται από τα πιο πάνω αποδεκτά γεγονότα, μπορεί να συνοψισθεί στα εξής. Ο Μ.Ε.3, υπάλληλος της τράπεζας των εναγόντων, ήταν κατά την περίοδο 1989 - 1996, διευθυντής του υποκαταστήματος της τράπεζας Barclays στη Λάρνακα, στο οποίο η εταιρεία διατηρούσε τον τρεχούμενο λογαριασμό της. Ο εν λόγω λογαριασμός άρχισε τη λειτουργία του, σύμφωνα με τον Μ.Ε.3, στις 29.12.1989 με όριο το ποσό των Λ.Κ.80.000.00 που χορηγήθηκε στην εταιρεία με τη μορφή παρατραβήγματος στα πλαίσια των ευρύτερων τραπεζικών διευκολύνσεων, ύψους Λ.Κ.161.000.00, που η τράπεζα Barclays χορήγησε στην εταιρεία τέλος 1989 αρχές
  19. Οι κατά καιρούς διαφοροποιήσεις των τραπεζικών διευκολύνσεων, που χορηγούνταν στην εταιρεία, αρχικά από την τράπεζα Barclays και στη συνέχεια από τους ενάγοντες, ήταν το προϊόν διαπραγματεύσεων των εν λόγω τραπεζών με την εταιρεία και γίνονταν πάντα με τη σύμφωνη γνώμη της εταιρείας και με στόχο την κάλυψη των εκάστοτε αναγκών της. Στις εν λόγω διαπραγματεύσεις λάμβαναν μέρος από πλευράς εταιρείας τόσο ο εναγόμενος 2 όσο και η εναγόμενη 3, απ΄ όσα δε ο Μ.Ε.3 μπορούσε να θυμηθεί, η τελευταία διαφοροποίηση των τραπεζικών διευκολύνσεων της εταιρείας, έγινε από τους ενάγοντες τον Ιούλιο 1996 με τους όρους που περιέχονται στην επιστολή Τεκμ.
  20. Σύμφωνα με την Μ.Ε.2, η συνεργασία της τράπεζας με την εταιρεία και τους εναγόμενους 2 και 3, καταγγέλθηκε από την τράπεζα τον Μάϊο 2000 με τις επιστολές Τεκμ. 15 Α, 15 Β και 15 Γ, οι οποίες φέρουν και την υπογραφή της μάρτυρος. Με την επιστολή Τεκμ. 15 η τράπεζα πληροφορεί την εταιρεία ότι, λόγω «άρνησης και/ή παράλειψης και/ή αμέλειας» της να εξοφλήσει τα υπόλοιπα στον τρεχούμενο, όπως και στο λογαριασμό δανείου που έχουν καταστεί πληρωτέα, τερματίζει τη λειτουργία των εν λόγω δύο λογαριασμών και την καλεί όπως εντός 7 ημερών εξοφλήσει τα οφειλόμενα ποσά. Με τις επιστολές, Τεκμ. 15 Β και 15 Γ, η τράπεζα πληροφορεί τους εναγόμενους 2 και 3 ότι έχει τερματίσει τη λειτουργία των δύο λογαριασμών και τους καλεί όπως υπό την ιδιότητα τους σαν εγγυητές της εταιρείας, τιμήσουν τις δικές τους συμβατικές υποχρεώσεις. Η έξωση της εταιρείας από τα υποστατικά εργασίας της στα Λειβάδια, ένα χρόνο νωρίτερα, ήταν ο βασικός λόγος που η τράπεζα επέλεξε, σύμφωνα με τη Μ.Ε.2, να στείλει την επιστολή τερματισμού της λειτουργίας των δύο λογαριασμών, Τεκμ. 15 Α, στη διεύθυνση των εναγομένων 2 και 3, διευθυντών και μετόχων της εταιρείας, η οποία ήταν και η τελευταία γνωστή διεύθυνση των εν λόγω εναγομένων, στην τράπεζα. ΄Όλα τα σχετικά με τους επίδικους λογαριασμούς στοιχεία, τηρούντο, σύμφωνα με τον Μ.Ε.4 υπάλληλο στο λογιστήριο της τράπεζας, στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της τράπεζας. Καταστάσεις λογαριασμού αποστέλλονταν στους εναγόμενους 1 κάθε μήνα. Με οδηγίες της τράπεζας και με βάση τα εν λόγω στοιχεία, ο Μ.Ε.4 κατάρτισε αναθεωρημένες καταστάσεις λογαριασμών, σύμφωνα με τις οποίες τα χρεωστικά υπόλοιπα που εκκρεμούσαν σε βάρος της εταιρείας στις 30.9.2000, ανέρχονταν, στον μεν τρεχούμενο λογαριασμό σε Λ.Κ.163.632.13 πλέον τόκους 9% από 1.10.2000 μέχρι εξόφλησης, στο δε λογαριασμό του δανείου σε Λ.Κ.69.496.05 πλέον τόκους 9% επί του εν λόγω ποσού από 1.10.2000 μέχρι εξόφλησης. Το ποσοστό του επιτοκίου με βάση το οποίο έχουν υπολογισθεί οι τόκοι στους αναθεωρημένους λογαριασμούς δεν υπερβαίνει το 9% ετησίως. Οι εν λόγω αναθεωρημένες καταστάσεις είναι απαλλαγμένες χρεώσεων για επιστροφή ακάλυπτων επιταγών, δικαιώματα μελέτης και γενικά όλων των χρεώσεων, οι οποίες ουσιαστικά οδηγούν, σύμφωνα με τον Μ.Ε.4, σε αύξηση του επιτοκίου πέραν του 9%, που ήταν το επιτόκιο με βάση το οποίο έχουν υπολογιστεί οι τόκοι. Η εναγόμενη 3, η οποία να σημειωθεί ήταν και η μόνη μάρτυς υπεράσπισης, βασικά ισχυρίστηκε τα εξής. Με την ίδρυση της, η εταιρεία απέκτησε και συνέχισε την επιχείρηση του συνεταιρισμού «Αδελφοί Πιτσιλλή». Ο εν λόγω συνεταιρισμός ασχολείτο βασικά με τη βιομηχανία γυαλιού. Τα οικονομικά της εταιρείας όπως και τα της συνεργασίας της εταιρείας, αρχικά με την τράπεζα Barclays και στη συνέχεια με τους ενάγοντες, χειριζόταν αποκλειστικά ο σύζυγος της, εναγόμενος 2, του ρόλου της ιδίας περιοριζομένου, ουσιαστικά, στην υπογραφή των απαιτούμενων εγγράφων, καθ΄ υπόδειξη πάντα του συζύγου της. Τα οικονομικά προβλήματα της εταιρείας άρχισαν να δημιουργούνται γύρω στο 1996 και επιδεινώθηκαν, σύμφωνα με την εναγόμενη 3, λόγω των σοβαρών ψυχολογικών προβλημάτων τα οποία αντιμετώπιζε ο σύζυγος της. Για αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων της, η εταιρεία υπερέβαινε το όριο παρατραβήγματος στον τρεχούμενο λογαριασμό της, με αποτέλεσμα να υποχρεώνεται, για σκοπούς κάλυψης των εκάστοτε υπερβάσεων, να αποδέχεται την αύξηση των τραπεζικών διευκολύνσεων και ειδικότερα αυτής του ορίου παρατραβήγματος. Η μάρτυς απέδωσε τη δημιουργία των οικονομικών προβλημάτων που η εταιρεία αντιμετώπιζε, στο ψηλό κόστος παραγωγής του γυαλιού double glazing, με την οποία η εταιρεία βασικά ασχολείτο. Η μάρτυς συμφώνησε με το ύψος των χρεωστικών υπολοίπων που φαίνονται στις αναθεωρημένες καταστάσεις τόσο του τρεχουμένου λογαριασμού όσο και του δανείου, ανέμενε, όμως, όπως υπεστήριξε, την τράπεζα να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου στους εναγόμενους, προειδοποιώντας τους για την επικείμενη οικονομική τους καταστροφή έγκαιρα και όχι να συγκατατίθεται στις εκάστοτε διαφοροποιήσεις των τραπεζικών διευκολύνσεων που τους παρείχε. Η εναγόμενη 3 απέδωσε την μη εξόφληση των ισχυριζομένων επίδικων υπολοίπων σε οικονομική αδυναμία των εναγομένων να ανταποκριθούν θετικά στις συμβατικές υποχρεώσεις τους. Η εταιρεία ανέστειλε τις εργασίες της και εγκατέλειψε το εργοστάσιο που διατηρούσε στη βιομηχανική περιοχή Λειβαδιών, το
  21. Το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας στεγαζόταν στην οδό Νικολάου Ρώσσου στη Λάρνακα, όπου αρχικά στεγαζόταν, η επιχείρηση του συνεταιρισμού. Σ΄ αυτό το στάδιο και προτού ασχοληθώ με τα επιχειρήματα των δύο συνηγόρων, θεωρώ σκόπιμο να διευκρινίσω ότι οι ενάγοντες, με σχετική δήλωση του ευπαίδευτου συνηγόρου τους, περιόρισαν το ύψος μέρους των απαιτήσεων τους. Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες μείωσαν την απαίτηση τους αναφορικά με το υπόλοιπο που, σύμφωνα με τις θέσεις τους, εκκρεμεί προς όφελος τους στον τρεχούμενο λογαριασμό που η εταιρεία διατηρούσε μαζί τους από Λ.Κ. 172.427.49 πλέον τόκοι 9% ετησίως επί Λ.Κ.161.368.88 από 1.10.00 μέχρι εξόφλησης, το οποίο αξιώνουν με την αγωγή, σε Λ.Κ.163.632.13, πλέον τόκο 9% από 1.10.00 μέχρι εξόφλησης, όπως και την απαίτηση τους αναφορικά με το υπόλοιπο που, σύμφωνα πάντα με τις θέσεις τους, εκκρεμεί προς όφελος τους στο λογαριασμό δανείου, από Λ.Κ.69.913.73 πλέον τόκο 9% ετησίως επί ποσού Λ.Κ.65.487.80 από 1.10.00 μέχρι εξόφλησης που επίσης αξιώνουν με την αγωγή, σε Λ.Κ.69.496.05 πλέον τόκο 9% από 1.10.00 μέχρι εξόφλησης. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα που ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων προώθησε και ανέπτυξε στα πλαίσια της αγόρευσης του, περιστρέφονται βασικά γύρω από τους πιο κάτω άξονες:

(1)Οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν τα χρεωστικά υπόλοιπα, τα οποία εκκρεμούν, όπως ισχυρίζονται, στους επίδικους λογαριασμούς σε βάρος των εναγομένων.
(2)Η εταιρεία ουδέποτε εξουσιοδότησε τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού, με τρόπο που να υπερβαίνει το όριο παρατραβήγματος. Σαν αποτέλεσμα, οι οποιεσδήποτε ενέργειες των διευθυντών της προς αυτή την κατεύθυνση, δεν δεσμεύουν την εταιρεία.
(3)Εφόσον οι τραπεζικές διευκολύνσεις παρήχοντο στην εταιρεία, σε σχέση με τη λειτουργία βιομηχανίας ή εργοστασίου για την παραγωγή double glazing γυαλιού, αυτές είναι αντίθετες με τους σκοπούς για τους οποίους η εταιρεία έχει ιδρυθεί (ultra vires) και συνεπώς δεν δεσμεύουν την εταιρεία. Για τεκμηρίωση του εν λόγω ισχυρισμού του, ο κ.Μαθηκολώνης παρέπεμψε στο άρθρο 3 του ιδρυτικού εγγράφου. Στις σχετικές πρόνοιες του εν λόγω άρθρου θα αναφερθώ με λεπτομέρεια πιο κάτω.
(4)Οι επιστολές τερματισμού λειτουργίας των δύο επίδικων λογαριασμών, Τεκμ. 15 Α, 15 Β και 15 Γ, απεστάλησαν σε λάθος διεύθυνση και συνεπώς δεν παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους. Το εγγεγραμμένο γραφείο των εναγομένων 1 ήταν στην οδό Νικολάου Ρώσσου 19 - 23, η οποία ήταν και η τελευταία γνωστή στην τράπεζα διεύθυνση τους, και όχι η οδός Καβάλας 2, στην οποία οι εν λόγω επιστολές ταχυδρομήθηκαν. Τις αντίθετες απόψεις υποστήριξε ο κ.Ζαχαρίου. ΄Εχω εξετάσει την ενώπιον μου μαρτυρία με μεγάλη προσοχή και παρακολούθησα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι οι μάρτυρες των εναγόντων κατέθεσαν την αλήθεια. Πέραν από την πολύ καλή εντύπωση που οι εν λόγω μάρτυρες μου έχουν κάμει, η μαρτυρία τους δεν έχει ουσιαστικά αντικρουσθεί από άλλη μαρτυρία ούτε και κλονισθεί από την αντεξέταση. Με τη μαρτυρία της, η εναγόμενη 3, η οποία υπενθυμίζω ήταν και η μοναδική μάρτυς υπεράσπισης, στην ουσία δεν αμφισβητεί ούτε και αντικρούει, με εξαίρεση, ίσως, το ύψος των ισχυριζομένων σαν οφειλόμενων υπολοίπων, τη μαρτυρία των μαρτύρων της τράπεζας. Σαν αποτέλεσμα δέχομαι τη μαρτυρία των Μ.Ε.1, 2, 3 και
  1. ΄Όπως έχω ήδη επισημάνει, ένα πολύ μεγάλο μέρος των γεγονότων στην υπό κρίση υπόθεση είτε είναι παραδεκτά είτε δεν αμφισβητούνται. Αναφορικά με τα εν λόγω γεγονότα, τα οποία έχω συνοψίσει στα αρχικά στάδια της απόφασης μου, κάμνω ανάλογα ευρήματα. ΄Εχω επίσης δεχθεί τη μαρτυρία των Μ.Ε.1, 2, 3 και
  2. Αναφορικά με τα γεγονότα, στα οποία οι εν λόγω μάρτυρες έχουν αναφερθεί, και τα οποία δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των αποδεκτών γεγονότων ή γεγονότων που δεν αμφισβητούνται, κάμνω επίσης ανάλογα ευρήματα. Ειδικότερα βρίσκω τα πιο κάτω. Οι τραπεζικές διευκολύνσεις που χορηγήθηκαν στους εναγόμενους 1, αρχικά από την τράπεζα Barclays και στη συνέχεια από τους ενάγοντες, όπως και οι κατά καιρούς διαφοροποιήσεις των εν λόγω διευκολύνσεων, ήταν το προϊόν διαβουλεύσεων μεταξύ των εν λόγω τραπεζών από τη μια, και των εναγομένων 1 από την άλλη, εκ μέρους και για λογαριασμό των οποίων, όπως και με τις εντολές των οποίων, ενεργούσαν οι εναγόμενοι 2 και 3, οι οποίοι και υπέγραψαν όλα τα σχετικά έγγραφα. Οι εναγόμενοι 1 έκαμαν χρήση των επίμαχων τραπεζικών διευκολύνσεων. Οι εν λόγω διευκολύνσεις παραχωρήθηκαν στους εναγόμενους 1 τόσο με την προσωπική εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 όσο και με τις ενυπόθηκες επίδικες εξασφαλίσεις και τις επίδικες κυμαινόμενες επιβαρύνσεις επί της κινητής περιουσίας των εναγομένων
  3. Στις 30.9.2000 ο μεν λογαριασμός του δανείου με αρ.301-31-245816-02 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος των εναγομένων 1, Λ.Κ.69.496.05, ο δε τρεχούμενος λογαριασμός τους με αρ.301-01-245816-01, χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος των εναγομένων 1 ύψους Λ.Κ.163.632.
  4. Αμφότερα τα εν λόγω υπόλοιπα βαρύνονται με τόκους 9% ετησίως από 1.10.2000 μέχρι εξοφλήσεως. Ολόκληρο το ποσό των εν λόγω υπολοίπων, όπως και οι σχετικοί τόκοι που έχουν στο μεταξύ από την 1.10.2000 και εντεύθεν, προκύψει, εξακολουθούν να παραμένουν απλήρωτοι. Με την προς την εταιρεία επιστολή της, Τεκμ. 15 Α, η τράπεζα, για τους λόγους που επικαλείται στην εν λόγω επιστολή της, τερμάτισε τη λειτουργία των επίδικων λογαριασμών. Η τράπεζα κοινοποίησε το γεγονός του τερματισμού των επίδικων λογαριασμών στους εγγυητές της εταιρείας, εναγόμενους 2 και 3, με τις επιστολές Τεκμ. 15 Β και 15 Γ. ΄Ολες οι εν λόγω επιστολές απεστάλησαν στη διεύθυνση των εναγομένων 2 και 3, που είναι η οδός Καβάλας αρ.2, Τ.Τ. 6047 στη Λάρνακα, γιατί τα υποστατικά εργασίας της εταιρείας στα Λειβάδια Λάρνακας, είχαν εγκαταλειφθεί από την εταιρεία πριν τον τερματισμό των επίδικων λογαριασμών και συγκεκριμένα ένα περίπου χρόνο πριν την αποστολή των επιστολών, Τεκμ. 15 Α, 15 Β, 15 Γ. ΄Εχοντας καταλήξει στα πιο πάνω ευρήματα, στρέφομαι να εξετάσω τις θέσεις της υπεράσπισης, τις οποίες έχω ήδη παραθέσει και συνεπώς θεωρώ περιττό να τις επαναλάβω. Τα ευρήματα και συμπεράσματα, στα οποία έχω καταλήξει, σφραγίζουν και τη μοίρα των υπό στοιχεία
(1)και
(2)θέσεων της υπεράσπισης, οι οποίες και απορρίπτονται. Αναφορικά με την υπό στοιχείο
(3)θέση της υπεράσπισης παρατηρώ τα πιο κάτω. Το δόγμα ultra vires έχει κατά καιρούς αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης τόσο από τα Κυπριακά Δικαστήρια όσο και από τα Αγγλικά Δικαστήρια. Αυτό που προκύπτει μέσα από την αντίστοιχη νομολογία είναι πως το δόγμα ultra vires περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες όπου η συμφωνία ή η συναλλαγή είναι αντίθετη με τους σκοπούς για τους οποίους η εταιρεία έχει ιδρυθεί, με άλλα λόγια τους σκοπούς του ιδρυτικού εγγράφου της εταιρείας (memorandum of association). Το συγκεκριμένο δόγμα επιδέχεται φιλελεύθερης ερμηνείας και οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι άμεσα συνδεδεμένο ή επακόλουθο των σκοπών της εταιρείας, όπως αυτοί καθορίζονται στο ιδρυτικό της έγγραφο, εμπίπτει εκτός του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω δόγματος. Για μια πολύ ενδιαφέρουσα επί του συγκεκριμένου θέματος συζήτηση, παραπέμπω στην απόφαση του Δικαστή Τ.Ηλιάδη στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας ν. Nicosia Palace Hotel Co. Ltd. κ.α. 2003 1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 722 και στις εκεί αναφερόμενες νομικές αυθεντίες, τις οποίες θεωρώ μεν περιττό να επαναλάβω, όμως υιοθετώ. ΄Εχω διεξέλθει προσεκτικά το σύνολο της μαρτυρίας. Ανεξάρτητα από το κατά πόσο η λειτουργία του εργοστασίου της εταιρείας για παραγωγή γυαλιού double glazing, εμπίπτει ή όχι στους σκοπούς για τους οποίους η εταιρεία έχει ιδρυθεί - σημειώνω ότι με το συγκεκριμένο ερώτημα θα ασχοληθώ πιο κάτω - πουθενά, είτε στην προφορική είτε στη γραπτή μαρτυρία, έχω εντοπίσει οτιδήποτε που να συνηγορεί υπέρ της θέσης της υπεράσπισης, σύμφωνα με την οποία οι εκάστοτε τραπεζικές διευκολύνσεις, είτε αυτές παραχωρούντο στην εταιρεία από την τράπεζα Barclays είτε από τους ενάγοντες, παραχωρούντο υπό τον όρο να χρησιμοποιούνται, όπως η υπεράσπιση ισχυρίζεται, για σκοπούς παραγωγής του συγκεκριμένου προϊόντος. Τόσο από τους όρους, με βάση τους οποίους παραχωρούντο στην εταιρεία οι εκάστοτε διευκολύνσεις, όσο και από τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας με τις οποίες οι εν λόγω όροι γίνονταν αποδεκτοί, δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 1, 2, 3, 4, 23, 28 και 29, το περιεχόμενο των οποίων, όπως εξάλλου και το περιεχόμενο των υπόλοιπων εγγράφων - τεκμηρίων, μαρτυρεί του λόγου το αληθές. Ανεξάρτητα, όμως, με την πιο πάνω κατάληξη μου, θα απέρριπτα τη συγκεκριμένη θέση της υπεράσπισης και για τους πιο κάτω λόγους. Βασικό άξονα, γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η εν λόγω θέση, συνιστούν οι πρόνοιες του άρθρου 3 του ιδρυτικού εγγράφου της εταιρείας, Τεκμ.18, και συγκεκριμένα οι πρόνοιες των υποπαραγράφων (δ), (στ), (θ) και (ι), τις οποίες θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιες. Επίσης για τους λόγους που παραθέτω πιο κάτω θεωρώ σκόπιμο στο παρόν στάδιο να παραθέσω αυτούσιες και τις πρόνοιες του άρθρου 3 (α): «
  1. Οι σκοποί δι΄ ους η εταιρεία ιδρύεται είναι οι ακόλουθοι: (α) Να αποκτήση και παραλάβη δι΄ αγοράς, δωρεάς, ή άλλως πως το ενεργητικόν και παθητικόν της επιχειρήσεως εν ενεργεία υπό την επωνυμίαν ΑΔΕΛΦΟΙ ΠΙΤΣΙΛΛΗ. (β) . (γ) . (δ) Να διεξάγη οιανδήποτε άλλην επιχείρησιν ήτις ήθελεν φανή εις την εταιρείαν καλή να διεξάγεται κανονικώς εν συνδυασμώ με τους σκοπούς της εταιρείας ή ήτις εμμέσως ή αμέσως υπολογίζεται ότι θα υπερτιμήση την αξία της περιουσίας της εταιρείας, ή ότι θα καταστήση αυτήν πλέον προσοδοφόρον. (ε) . (στ) Να ανεγείρη οικοδομάς, κατεδαφίζη, μεγεθύνη, τροποποιή και συντηρή οιασδήποτε κατοικίας, μαγαζιά, αποθήκας, εργοστάσια, οικοδομήματα, εργαστήρια, μηχανήματα, ή γραφεία και να συμβάλλη ή επιχορηγή την ανέγερσιν, κατασκευήν ή συντήρησιν οιωνδήποτε των άνω. (ζ) . (η) . (θ) Να δανείζεται ή εξασφαλίζη την πληρωμήν χρημάτων διά τους σκοπούς ή εν σχέσει με τας εργασίας της εταιρείας. (ι) Να υποθηκεύη, ενεχυριάζη, δίδει εγγυήσεις και καθ΄ οιονδήποτε άλλον τρόπον επιβαρύνη το όλον ή μέρος της κινητής και ακινήτου περιουσίας της εταιρείας και το όλον ή μέρος του μη κατά καιρούς κληθέντος μέρους του κεφαλαίου της εταιρείας.» ΄Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω πρόνοιες και συγκεκριμένα από τις πρόνοιες των υποπαραγράφων 3 (δ) και 3(στ), στους σκοπούς για τους οποίους η εταιρεία ιδρύθηκε, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνεται η ανέγερση εργοστασίων, όπως και η διεξαγωγή οποιασδήποτε επιχείρησης, η λειτουργία της οποίας μπορεί να συνδυάζεται με τους σκοπούς της εταιρείας ή η οποία έμμεσα ή άμεσα θα συνέβαλλε στην αύξηση της περιουσίας της εταιρείας. ΄Εχω την άποψη ότι η συνδυασμένη εφαρμογή των προνοιών των εν λόγω δύο υποπαραγράφων, επιτρέπει στην εταιρεία όχι μόνο την ανέγερση εργοστασίων αλλά και τη λειτουργία τους. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι το δόγμα ultra vires, επιδέχεται φιλελεύθερης ερμηνείας και όπως έχω ήδη επισημάνει, οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι άμεσα συνδεδεμένο ή επακόλουθο των σκοπών της εταιρείας, όπως αυτοί καθορίζονται στο ιδρυτικό της έγγραφο, εμπίπτει εκτός του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω δόγματος. ΄Ηταν η θέση του κ.Μαθηκολώνη, ότι οι βασικοί και κύριοι σκοποί της εταιρείας είναι αυτοί που περιλαμβάνονται στις υποπαραγράφους 3(α) και 3(β) μόνο, και ότι οι πρόνοιες των υποπαραγράφων 3(δ), 3(ε) και 3(στ) αφορούν ουσιαστικά τρόπους για την πραγμάτωση των βασικών στόχων της εταιρείας και σαν τέτοιοι θα πρέπει να αντικρυσθούν από το Δικαστήριο. Για να τεκμηριώσει την εν λόγω θέση του ο ευπαίδευτος συνήγορος της υπεράσπισης παρέπεμψε στην υπόθεση Σακκόραφος ν. Παρασκευαϊδη [1990] 1 Α.Α.Δ. σελ.
  2. Η εν λόγω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Στην υπόθεση Σακκόραφος, σχετικές με το υπό συζήτηση στην προκειμένη περίπτωση θέμα, ήταν οι πρόνοιες των υποπαρ. 3(κ) και 3(ρ). Οι μεν πρώτες απέβλεπαν στην παροχή ευχέρειας στην εταιρεία για τη σύσταση εξαρτημένων ή αδελφικών εταιρειών με στόχο την προώθηση των σκοπών της εταιρείας, η δε ευχέρεια που επίσης παρήχετο στην εταιρεία με τις εν λόγω πρόνοιες για την παροχή εγγυήσεων από την εταιρεία, περιοριζόταν στην απόκτηση του μετοχικού κεφαλαίου ή των χρεωγράφων της νέας εταιρείας, οι δε δεύτερες στην παροχή ευχέρειας στην εταιρεία να προβαίνει σε οποιεσδήποτε ενέργειες ήθελε κρίνει υποβοηθητικές ή χρήσιμες για την επίτευξη οποιουδήποτε από τους σκοπούς για τους οποίους είχε ιδρυθεί. Κρίθηκε ότι οι μεν πρόνοιες του όρου 3(κ) συναρτώνται πρωτίστως με την παροχή μέσων για την προώθηση και εκπλήρωση των κατεξοχή σκοπών της εταιρείας και συνεπώς δεν παρείχαν στην εταιρεία εξουσιοδότηση να παράσχει την επίδικη εγγύηση, οι δε πρόνοιες του όρου 3(ρ) ότι καθιστούν ευχερή τη λειτουργία της για την επίτευξη των σκοπών της και συνεπώς δεν διευρύνουν τους σκοπούς της εταιρείας. Στην υπό κρίση υπόθεση, όμως, οι πρόνοιες των υποπαρ. 3 (δ) και 3(ε) κάθε άλλο παρά σαν πρόνοιες που συναρτώνται με την παροχή μέσων για την προώθηση και εκπλήρωση κατεξοχή σκοπών της εταιρείας μπορούν να θεωρηθούν. Αντίθετα, συνιστούν πρόνοιες που διευρύνουν τους σκοπούς για τους οποίους η εταιρεία έχει ιδρυθεί. Εστω, όμως, και αν δεχθούμε τη θέση του κ.Μαθηκολώνη, σύμφωνα με την οποία, οι κατεξοχή σκοποί της εταιρείας είναι αυτοί που περιλαμβάνονται στις υποπαρ. 3(α) και 3(β) μόνο, και ότι οι πρόνοιες των υποπαραγράφων 3(δ), 3(ε) και 3(στ) στην ουσία αφορούν τρόπους πραγμάτωσης των εν λόγω σκοπών, και πάλι η υπό στοιχείο
(3), πιο πάνω, θέση του κ.Μαθηκολώνη δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή. Σύμφωνα με την υποπαρ.3(α) η εταιρεία ιδρύθηκε για να αποκτήσει το ενεργητικό και παθητικό της εν ενεργεία επιχείρησης, που ο εναγόμενος 2 διεξήγαγε με τον αδελφό του υπό την επωνυμία ΑΔΕΛΦΟΙ ΠΙΤΣΙΛΛΗ. Σύμφωνα με την εναγόμενη 2, αντικείμενο της εν λόγω επιχείρησης ήταν η βιομηχανία γυαλιών double glazing. Ως εκ τούτου, η παραγωγή και η λειτουργία βιομηχανίας του συγκεκριμένου προϊόντος, κάθε άλλο παρά ήταν αντίθετη με τους σκοπούς για τους οποίους η εταιρεία ιδρύθηκε. Κατά συνέπεια, έστω και αν, για σκοπούς συζήτησης, δεχθούμε ότι οι εκάστοτε τραπεζικές διευκολύνσεις παραχωρούντο για σκοπούς παραγωγής γυαλιών double glazing, οι εν λόγω διευκολύνσεις εμπίπτουν εκτός του πεδίου εφαρμογής του δόγματος ultra vires. ΄Ηταν η θέση του κ.Μαθηκολώνη ότι οι επιστολές τερματισμού της λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών, Τεκμ. 15 Α, 15 Β και 15 Γ ουδέποτε παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους, (υπό στοιχείο 4 πιο πάνω θέση της υπεράσπισης). Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη, η ταχυδρόμηση επιστολής, η οποία δεν έχει επιστραφεί στον αποστολέα της, δημιουργεί τεκμήριο ότι η εν λόγω επιστολή παρελήφθη από το πρόσωπο προς το οποίο απευθυνόταν, στη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, νοουμένου βέβαια ότι η επιστολή έχει σταλεί στην ορθή διεύθυνση και τα καθορισμένα ταχυδρομικά τέλη έχουν πληρωθεί. (Βλ. Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery [1965] 1 C.L.R. 9, 18, και Ανδρέου ν. P & D Crystal Line Co. Ltd. 2001 1 (Γ) 1521). Στην υπόθεση Κatsantonis v. Frantzeskou [1981] 1 C.L.R. 566, λέχθηκε ότι το άρθρο 2 του Περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ.1, εναποθέτει το βάρος απόδειξης της μη λήψης της επιστολής στον παραλήπτη. Στην προκειμένη περίπτωση, δοθέντος ότι, οι επιστολές Τεκμ. 15 Β και 15 Γ, οι οποίες υπενθυμίζω απευθύνονταν στους εναγόμενους 2 και 3, στάλησαν, στη διεύθυνση των εναγομένων 2 και 3 με το συνηθισμένο ταχυδρομείο και δεν έχουν επιστραφεί, το βάρος απόδειξης της μη λήψης των εν λόγω επιστολών βρίσκεται στους ώμους των εναγομένων 2 και 3, οι οποίοι και δεν το έχουν αποσείσει με οποιοδήποτε τρόπο. Επισημαίνω το γεγονός ότι η εναγόμενη 2 στη μαρτυρία της ουδόλως ασχολήθηκε με το συγκεκριμένο θέμα. Κατά συνέπεια, βρίσκω ότι οι εν λόγω επιστολές παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους 2 και 3, οι οποίοι και έλαβαν, κατά συνέπεια, γνώση του τερματισμού της λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών. Αναφορικά με την επιστολή, Τεκμ. 15 Α, ήταν η θέση του κ.Μαθηκολώνη ότι, εφόσον η διεύθυνση στην οποία στάληκε η εν λόγω επιστολή δεν ήταν η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας, τότε η επιστολή δεν στάληκε στην ορθή διεύθυνση και συνεπώς δεν δημιουργείται τεκμήριο παραλαβής της επιστολής από την εταιρεία. Κατά συνέπεια, οι ενάγοντες όφειλαν, σύμφωνα πάντα με τον κ.Μαθηκολώνη, να αποδείξουν, την παραλαβή της επιστολής από τους εναγόμενους 1, πράγμα όμως που δεν έκαμαν. Η εν λόγω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η επίμαχη επιστολή στάληκε, όπως και οι επιστολές Τεκμ. 15 Β και 15 Γ, στη διεύθυνση των εναγομένων 2 και 3, οι οποίοι δεν πρέπει να ξεχνούμε, ήταν οι διευθυντές και μέτοχοι της εταιρείας και τα πρόσωπα που καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών ενεργούσαν με τις εντολές και για λογαριασμό της εταιρείας. Δεν πρέπει επίσης να μας διαφεύγει ότι κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου, η δι΄ αλληλογραφίας επικοινωνία των δύο τραπεζών με την εταιρεία, διεξαγόταν αποτελεσματικά, με τις τράπεζες να αποστέλλουν ταχυδρομικώς στη διεύθυνση των εναγομένων 2 και 3 τη συντριπτική πλειοψηφία των επιστολών τους που απευθύνονταν στην εταιρεία. (Βλέπε Τεκμ. 3, 14, 28 και 29). Κατά συνέπεια, η αποστολή της επιστολής Τεκμ. 15 Α στη διεύθυνση των εναγομένων 2 και 3 διασφάλιζε την εξυπηρέτηση του ουσιαστικού στόχου της επιστολής, που δεν ήταν άλλος από τη γνωστοποίηση στην εταιρεία του τερματισμού της λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών. Σαν αποτέλεσμα, βρίσκω ότι και η επιστολή Τεκμ. 15 Γ ταχυδρομήθηκε στην ορθή διεύθυνση και συνεπώς έχει παραληφθεί από την εταιρεία, η οποία μέσω των εναγομένων 2 και 3, έλαβε γνώση του τερματισμού της λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών. Ως εκ τούτου, βρίσκω ότι, όπως και οι επιστολές Τεκμ. 15 Β και 15 Γ, έτσι και η επιστολή Τεκμ. 15 Α, έχει παραληφθεί από τον παραλήπτη της, δηλαδή την εταιρεία για τους λόγους που κατέληξα Για τους πιο πάνω λόγους και η υπό στοιχείο
(4)θέση της υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται. Ενόψει όλων των πιο πάνω, βρίσκω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους και συνεπώς δικαιούνται στην έκδοση αντίστοιχων αποφάσεων. Αναφορικά με την ανταπαίτηση των εναγομένων βρίσκω ότι αυτή θα πρέπει, ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων μου, να απορριφθεί. Σαν αποτέλεσμα, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον όλων των εναγομένων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για (α) Λ.Κ.163.632.13 πλέον 9% τόκο από 1.10.2000 μέχρι εξόφλησης. (β) Λ.Κ.69.496.05 πλέον 9% τόκο από 1.10.2000 μέχρι εξόφλησης. (γ) ΄Εξοδα της παρούσας αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Περαιτέρω εναντίον των εναγομένων 1 εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι 22(Δ) και 22(Ε) της ΄Εκθεσης Απαίτησης. Περαιτέρω εναντίον (α) του εναγόμενου 2 εκδίδεται διάταγμα εκποίησης των υποθηκών Υ24/90 και Υ2208/96, του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας με τη διά δημοσίου πλειστηριασμού πώληση των ακινήτων, αντικείμενα των εν λόγω υποθηκών. Το προϊόν της πώλησης, αφαιρουμένων των εξόδων που η εκποίηση των υποθηκών θα συνεπάγεται, να διατεθεί προς εξόφληση ή έναντι της παρούσας απόφασης, περιλαμβανομένης και της απόφασης για έξοδα. Οποιοδήποτε πλεόνασμα να επιστραφεί στον εναγόμενο
  1. (β) της εναγόμενης 3 εκδίδεται διάταγμα εκποίησης της υποθήκης Υ25/90, του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας με τη διά δημοσίου πλειστηριασμού πώληση του ακινήτου, αντικείμενο της εν λόγω υποθήκης. Το προϊόν της πώλησης, αφαιρουμένων των εξόδων που η εκποίηση της υποθήκης θα συνεπάγεται, να διατεθεί προς εξόφληση ή έναντι της παρούσας απόφασης, περιλαμβανομένης και της απόφασης για έξοδα. Οποιοδήποτε πλεόνασμα να επιστραφεί στην εναγόμενο
  2. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Δοθέντος, όμως, ότι η ανταπαίτηση έχει εκδικασθεί στα πλαίσια εκδίκασης της Απαίτησης και ο δικηγόρος των εναγόντων ήταν ο ίδιος τόσο στην Απαίτηση όσο και στην Ανταπαίτηση, θεωρώ ορθό να μην κάμω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα για την Ανταπαίτηση. Α.Πασχαλίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.