ΜΑΝΩΛΗ ΚΡΑΝΙΔΙΩΤΗ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1070/98, 22.4.2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Eνώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1070/98 Μεταξύ: ΜΑΝΩΛΗ ΚΡΑΝΙΔΙΩΤΗ Ενάγοντα -και- ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 22.4.
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: Ο κ. Α. Ποιητής. Για Εναγόμενους: Ο κ. Μιχαήλ για ν΄ ακούσει απόφαση για τον κ. Χρ. Τριανταφυλλίδη. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με συμφωνία ημερ. 13.1.1995 (Τεκμήριο 1) οι εναγόμενοι παρεχώρησαν στον ενάγοντα άδεια χρήσης της νηοδόχου που βρίσκεται στη Μαρίνα Λάρνακας για την εγκατάσταση και λειτουργία συνεργείου ανέλκυσης/καθέλκυσης σκαφών, έναντι δικαιώματος άδειας χρήσης εκ £21.
- Για το ποσό αυτό ο ενάγοντας παρέσχε προς τους εναγομένους τραπεζική εγγυητική επιστολή, «για την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων» του από τη συμφωνία (παρ. 26, Τεκμ. 1). Η άδεια είχε ισχύ από 16.1.95 μέχρι 15.1.96, αλλά στη συνέχεια παρατάθηκε μέχρι 15.1.97 (Τεκμ. 2), στη συνέχεια μέχρι τις 16.2.97 (Τεκμ. 4) και τελικά χωρίς να χρειάζεται ν΄ αναφερθώ στα όσα μεσολάβησαν (βλ. Τεκμ. 3,5,6,7,8) μέχρι 31.12.97 (Τεκμ. 9). Εν τω μεταξύ δε είχαν ζητήσει προσφορές για παραχώρηση άδειας για την μετέπειτα περίοδο (Τεκμ. 11) την οποία και παραχώρησαν σε τρίτο πρόσωπο από 1.1.98 μέχρι 31.12.99 (Τεκμ. 13). Ο ενάγοντας όμως παρέμεινε στο χώρο οπότε οι εναγόμενοι, στις 7.1.98, κατεχώρησαν την αγωγή 65/98, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (Τεκμ. 33) ζητώντας την άμεση παράδοση της κατοχής. Επρόκειτο για την ίδια θεραπεία που ζητείται τώρα με την ανταπαίτηση οπότε και τελικά η αγωγή 65/98 αποσύρθηκε. Τότε πάντως, στα πλαίσια της αγωγής 65/98 οι ενάγοντες σ΄ εκείνη την αγωγή, εναγόμενοι στην παρούσα, ζήτησαν ενδιάμεσα διατάγματα για παράδοση κατοχής. Η αίτηση εκδικάστηκε και ενώ αναμενόταν η επιφυλαχθείσα απόφαση του Δικαστηρίου, στις 5.3.98 οι εναγόμενοι με τη συνδρομή της αστυνομίας εξέβαλαν τον ενάγοντα από το χώρο. Εν τω μεταξύ, στις 18.2.98, οι εναγόμενοι απαίτησαν από την τράπεζα και εισέπραξαν το ποσό της προαναφερθείσας εγγυητικής επιστολής επικαλούμενοι «μη εκπλήρωση των όρων της συμφωνίας» (βλ. Τεκμ. 15 και μαρτυρία του Μ.Ε.1 Γεώργιου Μυλωνά, διευθυντή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας). Ο ενάγοντας τώρα εισηγείται ότι δικαιωματικά βρισκόταν στο χώρο και ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν αυθαίρετα και καταπιεστικά, χωρίς νόμιμο δικαίωμα και ειδικότερα χωρίς να έχουν δικαίωμα αυτοδικίας. Επί αυτών των εισηγήσεων και των παραπάνω γεγονότων ο ενάγοντας ζητά διάταγμα που να διατάσσει την παράδοση της κατοχής στον ίδιο και άλλα συναφή διατάγματα, £21.250,- που οι εναγόμενοι εισέπραξαν από την τραπεζική εγγύηση με τόκο, «περαιτέρω αποζημιώσεις για περαιτέρω ζημιές» και τιμωρητικές αποζημιώσεις λόγω της κατ΄ ισχυρισμό αυθαίρετης συμπεριφοράς των εναγομένων. Οι εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν τα γεγονότα και δεν προσέφεραν μαρτυρία. Εισηγούνται όμως, επί των γεγονότων αυτών, ότι ο ενάγοντας δεν είχε δικαίωμα να βρίσκεται μετά την 31.12.97 στο χώρο και ότι οι ίδιοι είχαν δικαίωμα να τον εκβάλουν χωρίς παρεμβολή της δικαστικής εξουσίας. Ανταπαιτούν δε διάταγμα παράδοσης της χρήσης από τον ενάγοντα και άλλα συναφή διατάγματα και αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση, χωρίς όμως λεπτομέρειες της κατ΄ ισχυρισμόν ζημίας. Η εισήγηση περί δικαιώματος του ενάγοντα να βρίσκεται στο χώρο με τους όρους της αρχικής άδειας στηρίχθηκε στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι απαίτησαν και εισέπραξαν στις 18.2.98 ποσό £21.250,- της προαναφερθείσας εγγυητικής επιστολής. Ο κ. Ποιητής εισηγήθηκε πως οι εναγόμενοι εισέπραξαν το ποσό ως «ενοίκια» και άρα ο ενάγοντας εδικαιούτο να παραμείνει μέχρι 31.12.
- Ο κ. Τριανταφυλλίδης απάντησε πως η κατάπτωση της εγγύησης έγινε λόγω μή πληρωμής «ενοικίων» και όχι προς ανανέωση της άδειας χρήσεως. Στο ζήτημα της εγγυητικής επιστολής θα επανέλθω. Αυτό που τώρα πρέπει να λεχθεί είναι πως η μαρτυρία δεν υποστηρίζει την παραπάνω θέση του κου Ποιητή περί ανανέωσης της άδειας προς τον ενάγοντα μέχρι 31.12.
- Αντίθετα υπενθυμίζεται το γεγονός της παραχώρησης της χρήσης του χώρου σε τρίτο πρόσωπο από 1.1.
- Η πληρωμή του ποσού δεν έγινε για οποιαδήποτε δικαιώματα χρήσης αλλά στα πλαίσια της εγγυητικής επιστολής (βλ. Τεκμ. 15). Ο ίδιος δε ο ενάγοντας δεν αναφέρθηκε στη μαρτυρία του σε οποιαδήποτε ανανέωση της άδειας χρήσης, παρά απλώς υπέδειξε ότι το ποσό αντιστοιχούσε στο ποσό του «ενοικίου» του πρώτου χρόνου. Αλλ΄ ούτε και μ΄ αυτό τον έμμεσο συλλογισμό υποστηρίζεται η θέση για ανανέωση, εφόσον ήδη τα δικαιώματα είχαν αυξηθεί για τις μετέπειτα ανανεώσεις σε σχέση με τα δικαιώματα για το πρώτο έτος προς τα οποία αντιστοιχούσε το ποσό της εγγυητικής (βλ. Τεκμ. 9). Κατά συνέπεια η άδεια έληξε στις 31.12.97 χωρίς να ανανεωθεί περαιτέρω. Ως εκ τούτου ο ενάγοντας δεν είχε πλέον δικαίωμα να χρησιμοποιεί το χώρο ως η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, χωρίς να ήταν ανάγκη να του δοθεί εύλογη ειδοποίηση όπως εισηγήθηκε αγορεύοντας ο κ. Ποιητής. Το περιεχόμενο της συμφωνίας (Τεκμ. 1) υποδηλώνει ότι όντως επρόκειτο για συμβατική άδεια χρήσεως με αντάλλαγμα, καθορισμένης διάρκειας. Η αρχικώς συμφωνηθείσα διάρκεια παρατάθηκε τελικά μέχρι 31.12.97, δηλαδή και πάλιν για καθορισμένο χρόνο. Άδεια καθορισμένου χρόνου τερματίζεται με την επέλευση της καθορισθείσας ημερομηνίας, χωρίς να απαιτείται ειδοποίηση. Συνεπώς το παράπονο του ενάγοντα ότι δεν δόθηκε ειδοποίηση δεν ευσταθεί, οι υποθέσεις δε στις οποίες παρέπεμψε σχετικά ο κ. Ποιητής (Winter Garden Theatre (London) Ltd v. Millenium Productions Ltd [1947] 2 All E.R. 331, Martin-Baker Ltd v. Canadian Flight Ltd [1955] 1 All E.R. 722) αφορούν άδειες ακαθορίστου χρόνου οπότε όντως απαιτείται να δίδεται εύλογη ειδοποίηση τερματισμού. Βέβαια στη συμφωνία (όρος αρ. 21) προνοείται ο τερματισμός με ειδοποίηση για τις περιπτώσεις που εκεί καθορίζονται, περιλαμβανομένου του τερματισμού από τους εναγομένους με τρίμηνη ειδοποίηση,. Εφόσον όμως επρόκειτο για άδεια ορισμένου χρόνου και ανανεώθηκε ως τέτοια, η παραπάνω πρόνοια πασιφανώς ρύθμιζε τις προϋποθέσεις τερματισμού πριν τη λήξη της άδειας. Άλλωστε, και αν ακόμα απαιτείτο εύλογη ειδοποίηση σε σχέση με την υποχρέωση του ενάγοντα να παραδώσει το χώρο στις 31.12.97, (υπό το φως του ότι προηγήθηκαν, ως άνω, ανανεώσεις μετά τις εκάστοτε λήξεις της άδειας) οι εναγόμενοι με επιστολή τους ημερ. 21.10.97 (Τεκμ. 10) έδωσαν τέτοια ειδοποίηση και ακολούθησε, στις 7.1.98, η αγωγή 65/
- Ως εκ των άνω οι απαιτήσεις του ενάγοντα για διατάγματα σε σχέση με την κατοχή και τη χρήση του χώρου αποτυγχάνουν. Το ίδιο και η απαίτηση του για «αποζημιώσεις για περαιτέρω ζημίες». Στο παρακλητικό δεν καθορίζονται οι ζητούμενες αποζημιώσεις. Γίνεται αντιληπτό ότι ως «περαιτέρω ζημίες» εννοούνται οι ειδικές ζημίες εκ £45.000,- που εξειδικεύονται στο σώμα της έκθεσης απαίτησης (παρ. 12) «για απώλεια εργασίας ή και εισπράξεων για την περίοδο 5.3.98-31.12.98». Ο ενάγοντας αναφέρθηκε σε ετήσιο κέρδος £30.000,-. Εφόσον όμως δεν είχε κατ΄ εκείνη την περίοδο νόμιμο δικαίωμα στο χώρο, δεν μπορεί να διεκδικεί αποζημιώσεις ως εάν να είχε τέτοιο δικαίωμα. Πέραν των αποζημιώσεων για απώλεια εργασίας ο ενάγοντας ζητά, ως άνω, το ποσό των £21.250,- που οι εναγόμενοι εισέπραξαν από την τραπεζική εγγύηση ως εισπραχθέν «άνευ νομίμου αιτίας». Η απαίτηση αυτή του ενάγοντα είναι βέβαια σε άμεση αντίθεση με την εκδοχή του ότι η αιτία για την είσπραξη του ποσού ήταν η περαιτέρω ανανέωση της άδειας χρήσης. Δεν θα είχε νόημα παρά ως διαζευκτική θεραπεία και ως τέτοια εκλαμβάνεται. Επί του προκειμένου ο κ. Ποιητής εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει συγκεκριμένη ζημία. Ο κ. Τριανταφυλλίδης απάντησε πως η κατάπτωση της εγγύησης έγινε λόγω μη πληρωμής «ενοικίων» όπως φαίνεται, είπε, σε επιστολή ημερ. 17.2.98 με την οποία οι εναγόμενοι απαίτησαν την πληρωμή της εγγύησης από τον τραπεζικό οργανισμό (Τεκμ. 15) και από πρακτικά των εναγομένων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Όμως στο Τεκμήριο 15 γίνεται γενικότερα ισχυρισμός ότι ο ενάγοντας «δεν εκπλήρωσε τους όρους της συμφωνίας». Σε ότι δε αφορά τα πρακτικά, δεν έχω παραπεμφθεί, ούτε έχω εντοπίσει τέτοια αναφορά. Άλλωστε, είτε στη μιά, είτε στην άλλη περίπτωση, θα επρόκειτο για δήλωση των ιδίων των εναγομένων χωρίς αποδεικτική αξία. Οι εναγόμενοι όντως δεν έχουν αποδείξει ζημία από οποιαδήποτε παράβαση της συμφωνίας από τον ενάγοντα. Εν πάση περιπτώσει ούτε στο δικόγραφο τους περιέχεται η συγκεκριμένη θέση περί οφειλομένων «ενοικίων» παρά γίνεται γενικά και πάλιν λόγος περί ποσού που κατασχέθηκε νόμιμα προς το σκοπό μετριασμού της ζημίας και/ή έναντι των αποζημιώσεων. Στην υπόθεση Γεώργιος Χρυσοστόμου & Υιός Λτδ ν. Long Life Construction Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1944, έχει αποφασιστεί ότι η είσπραξη και κράτηση του ποσού τραπεζικής εγγυητικής επιστολής είναι σε άμεση συνάρτηση της οποιασδήποτε ζημίας που υφίσταται ο προς ον η εγγύηση συνεπεία παράβασης της συμφωνίας από το άλλο μέρος. Σ΄ εκείνη την υπόθεση, όπως και στην παρούσα, η εγγυητική έδιδε το δικαίωμα είσπραξης του ποσού από την Τράπεζα εφόσον ο προς ον η εγγύηση πληροφορούσε την Τράπεζα ότι το άλλο μέρος δεν είχε εκπληρώσει τους όρους της συμφωνίας. Σε τέτοια περίπτωση η τράπεζα υποχρεούται να πληρώσει, εκτός αν υπάρχει φανερός δόλος για τον οποίο έχει γνώση (Deutsche Ruckversicherung v. Welbrook Ins.
(1994)4 All E.R. 181). Άλλο όμως είναι το ζήτημα μεταξύ των μερών της σύμβασης. Το δικαίωμα ρευστοποίησης μιας τραπεζικής εγγυητικής επιστολής είναι ζήτημα προς επίλυση μεταξύ των συμβαλλομένων «ενταγμένο στο ευρύτερο πλαίσιο της μεταξύ τους διαφοράς» [βλ. Φλουρέντζου ν. Παναγιώτου
(2001)1 Α.Α.Δ. 94]. Το ζήτημα δε αυτό, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης (βλ. σε αντιδιαστολή την Syncon Ltd v. Σπύρου, Πολ. Έφ. 11038, ημ., 13.9.2002) διέπεται από την αρχή της Γεώργιος Χρυσοστόμου & Υιός Λτδ (ανωτέρω). Απαιτείται απόδειξη ζημίας, άλλως η απόδοση του ποσού της εγγυητικής επιστολής θα ισοδυναμούσε με έγκριση ποινικής ρήτρας. Πέραν τούτου, όπως στην υπόθεση εκείνη έτσι και εν προκειμένω, στη συμφωνία δεν καθορίζεται η φύση της εγγυητικής ως συμφωνημένες αποζημιώσεις ή ποινική ρήτρα, με αποτέλεσμα η εγγυητική «να μην συσχετίζεται αφ΄ εαυτής με τη συμφωνία και να στερείται συμβατικής ουσίας και συνάρτησης.» Η εγγυητική αποκτά νομική υπόσταση μόνο σε συνάρτηση με τα συμφωνηθέντα επί των οποίων και δίδεται. Το τί συμφωνήθηκε εν προκειμένω ήταν πως οι εναγόμενοι θα μπορούσαν κατά την απόλυτη κρίση τους να χρησιμοποιήσουν το ποσό ή μέρος της εγγύησης για την εκπλήρωση οποιασδήποτε υποχρέωσης του ενάγοντα, περιλαμβανομένης και της παράλειψης πληρωμής. Ρύθμιση που παραπέμπει σε συγκεκριμένη απώλεια ή ζημία που θα έπρεπε ν΄ αποδειχθεί. Εν πάση δε περιπτώσει όπως παρατηρείται καταληκτικά στην εν λόγω απόφαση, μια εγγυητική «ως τέτοια, και πάλιν δεν θα μπορούσε να εκφύγει των παγίων παραμέτρων των αρχών του δικαίου των συμβάσεων που καθορίζουν τα δικαιώματα των μερών σε περίπτωση παράβασης συμφωνίας». Ως εκ των άνω, η είσπραξη της εγγυητικής έγινε χωρίς δικαίωμα και θα πρέπει το ποσό να αποδοθεί στον ενάγοντα. Για την απαίτηση του ενάγοντα για παραδειγματικές αποζημιώσεις σημειώνονται τα ακόλουθα: Η απαίτηση αυτή συναρτάται με τον τρόπο που ενήργησαν οι εναγόμενοι να εκβάλουν τον ενάγοντα, όπως περιέγραψε χωρίς αντίκρουση, ενόσω εκκρεμούσε σχετική απόφαση του Δικαστηρίου. Ο νόμος αναγνωρίζει κατάλοιπα δικαιώματος σ΄ ένα πρόσωπο που απώλεσε το δικαίωμα του παραμονής σε μια περιουσία, υπό την έννοια ότι ο ιδιοκτήτης δεν νομιμοποιείται σε βίαιη έξωση του, αλλά επιβάλλεται η παρεμβολή της δικαστικής εξουσίας. [Kennedy Hotels v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400]. Για να αποδοθούν παραδειγματικές αποζημιώσεις σε περίπτωση που ο ιδιοκτήτης ενεργεί αυτοδίκαια, σημασία έχει και ο τρόπος εισόδου και επέμβασης του (THANOS HOTELS LTD v. Ιωακείμ, Πολ. Έφ. 11517, ημερ. 29.6.2004). Γενικότερα το θέμα διέπεται από τις αρχές που έχουν τεθεί στην Papakokkinou v. Kanther
(1982)1 Α.Α.Δ. 65, από τον Δικαστή, όπως ήταν τότε, Γ.Μ.Πική. Αφού έγινε αναφορά στην πιο περιορισμένη προσέγγιση του θέματος, σύμφωνα με την οποία παραδειγματικές αποζημιώσεις επιδικάζονται σε τρεις συγκεκριμένες κατηγορίες [Rookes v. Barnard
(1964)1 All E.R. 367] το Ανώτατο Δικαστήριο, χωρίς να αποφαίνεται τελικά, εφόσον δεν ήταν αναγκαίο, σημειώνει πως αν παρίστατο ανάγκη θα έτεινε να ακολουθήσει την ευρύτερη, προϊσχύσασα της Rookes προσέγγιση που επιτρέπει την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων όχι στα πλαίσια συγκεκριμένων κατηγοριών, αλλά γενικότερα οσάκις η διαγωγή του εναγομένου είναι τέτοια ώστε να επισύρει τιμωρία με τη μορφή δίκαιου νομικού μέτρου και προς παραδειγματισμό. Αξιόμεμπτη διαγωγή υπ΄ αυτή την έννοια είναι η ενέχουσα έντονα στοιχεία αλαζονίας, θρασύτητας ή αθέμιτου κινήτρου [Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836]. Μία από τις περιπτώσεις που αναγνωρίζει η Rookes είναι η χρήση καταπιεστικής και αντισυνταγματικής συμπεριφοράς από κρατικούς υπαλλήλους. Εν προκειμένω οι ενάγοντες, ένας δημόσιος οργανισμός, εξέβαλε με τη συνδρομή της αστυνομίας τον αντίδικο τους πολίτη και ενόσω αναμενόταν σχετική δικαστική απόφαση σε δική τους αίτηση. Επρόκειτο για αλαζονική, υπεροπτική και καταπιεστική συμπεριφορά έναντι του πολίτη αντιδίκου τους σε πλαίσια, μάλιστα, καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας που οι ίδιοι ενεργοποίησαν. Επρόκειτο για συμπεριφορά που θα μπορούσε να τιμωρηθεί από πολιτικό δικαστήριο με την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων επί της ευρύτερης προσέγγισης, αλλά και με αναφορά στην πρώτη κατηγορία της Rookes. Όμως για να επιδικαστούν παραδειγματικές αποζημιώσεις θα πρέπει πρώτα το Δικαστήριο να έχει κατά νου το ποσό που θα ήταν ορθό ως συνήθης αποζημίωση. Αν η διαπίστωση είναι πως το ποσό αυτό που έχει υπόψη του να επιδικάσει είναι ανεπαρκές για να τιμωρήσει την αποτρόπαια συμπεριφορά του εναγομένου, τότε είναι που οι αποζημιώσεις θα προσλάβουν επιβαρυντικό, τιμωρητικό χαρακτήρα. Η αδυναμία καθορισμού της συνήθους ζημίας δεν παρέχει, ως εκ τούτου, περιθώρια για την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων (Κωνσταντίνου ν. Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λτδ, Πολ. Έφ. 11399, ημερ. 23.12.2003). Εν προκειμένω ο ενάγοντας δεν έχει αποδείξει συνήθη ζημία ως εκ της απαράδεκτης συμπεριφοράς των εναγομένων. Έτσι η απαίτηση του για παραδειγματικές αποζημιώσεις μένει μετέωρη και καθίσταται ατελέσφορη. Το δε ποσό στο οποίο δικαιούται σε σχέση με την εγγυητική επιστολή δεν πηγάζει από τη συμπεριφορά των εναγομένων κατά την έξωση του, δεν συνιστά αποζημιώσεις που συναρτώνται μ΄ εκείνο το πλαίσιο γεγονότων. Αφορούν μια άλλη διακριτέα, χρονικά και επί της ουσίας, ενέργεια των εναγομένων που δεν μπορεί να συνδεθεί με απαίτηση του ενάγοντα για παραδειγματικές αποζημιώσεις. Ο ίδιος ο ενάγοντας άλλωστε είναι που συνδέει, τόσο με την έκθεση απαίτησης όσο και με την τελική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου δικηγόρου του, την απαίτηση του για παραδειγματικές αποζημιώσεις με τη συγκεκριμένη συμπεριφορά των εναγομένων. Ο ενάγοντας ζητά με το παρακλητικό της αγωγής τόκο προς 8% επί του ποσού της εγγυητικής από 13.1.
- Έδωσε μαρτυρία περί του ότι είχε χρέη με επιτόκιο 9%, θέτοντας, έτσι, ζήτημα τόκου υπό τη μορφή αποζημιώσεων. Τέτοια μαρτυρία δεν καλύπτεται από την έκθεσης απαίτησης εφόσον η μόνη σχετική αναφορά είναι, ως άνω, στο παρακλητικό. Η δε απαίτηση για τόκο από 13.1.95 παραμένει ασύνδετη με ό,τι θα μπορούσε να δικαιολογήσει τόκο από τότε. Όμως ο ενάγοντας στερήθηκε το ποσό από τις 18.2.98 υπό τη μορφή ειδικής ζημίας. Υπάρχει εκ του νόμου ευχέρεια και δικαιολογείται από τις περιστάσεις απόδοση τόκου από τότε. Αναφορικά με την ανταπαίτηση: Οι εναγόμενοι δικαιούνται έναντι του ενάγοντα να έχουν ελεύθερη κατοχή του χώρου. Δεν έχουν όμως προσφέρει μαρτυρία ότι ο ενάγοντας βρίσκεται πλέον στο χώρο υπό περιστάσεις που θα δικαιολογούσαν το διάταγμα παράδοσης του και τα άλλα συναφή διατάγματα που ζητούν. Αντίθετα η υπάρχουσα μαρτυρία υποδηλώνει ότι ο ενάγοντας εξεβλήθη ήδη από 5.3.
- Έτσι η ανταπαίτηση για διατάγματα είναι καταδικασμένη ν΄ αποτύχει. Το ίδιο, για τον ίδιο λόγο, και η ανταπαίτηση για αποζημιώσεις. Περιπλέον, ως άνω, ούτε στα δικόγραφα έγινε η απαιτούμενη εξειδίκευση, αλλ΄ ούτε δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για ζημία. Η ανταπαίτηση θα απορριφθεί. Ως εκ της συνεκδίκασης της όμως με την απαίτηση, δεν θα δοθούν έξοδα επί της ανταπαίτησης. Ως εκ των άνω δίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων για £21.250,- με νόμιμο τόκο από 18.2.98 και έξοδα στην αντίστοιχη κλίμακα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς διαταγή για έξοδα. (Υπ.)..................................... Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο