← Κύπρος

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ ν. DELOITE TOUCHE κ.α., Αρ.αγωγής 5503/00, 22 Απριλίου 2005

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ ν. DELOITE TOUCHE κ.α., Αρ.αγωγής 5503/00, 22 Απριλίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A38 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α.Πασχαλίδη, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 5503/00 Μεταξύ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ, από τη Λάρνακα Ενάγοντος και

  1. DELOITE & TOUCHE
  2. TOUCHE ROSS & ASSOCIATES
  3. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, από τη Λεμεσό
  4. ΤΑΣΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, από τη Λεμεσό
  5. ΚΩΣΤΑ ΓΙΩΡΚΑΤΖΗ, από τη Λεμεσό
  6. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΤΑΛΙΩΤΗ, από τη Λεμεσό
  7. ΑΝΔΡΕΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ, από τη Λευκωσία
  8. ΜΑΡΚΟΥ ΔΡΑΚΟΥ, από τη Λευκωσία
  9. ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΠΗΤΤΑ, από τη Λευκωσία
  10. ΝΑΚΗ ΣΠΑΝΟΥΔΗ, από τη Λάρνακα
  11. ΧΑΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, από τη Λάρνακα Εναγομένων. Ημερ.: 22 Απριλίου
  12. ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΣΗΜΕΙΟΥ Για εναγόμενους 1 - 6: κ.Γ.Χριστοδούλου για Χρ.Δημητριάδη και Σία Για ενάγοντα: κ.Α.Ποιητής. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Προτού ασχοληθώ με την ουσία της προδικαστικής ένστασης, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω σε συντομία βέβαια, το ιστορικό της μέχρι σήμερα διαδικασίας, όπως αυτό προκύπτει μέσα από το φάκελο της υπόθεσης και το οποίο συνιστά ουσιαστικά κοινό έδαφος και για τις δυο πλευρές. Στις 11.1.1999 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, η αγωγή 107/99 με ενάγοντα και εναγομένους, τον ενάγοντα και τους εναγόμενους στην παρούσα αγωγή. Με την εν λόγω αγωγή του, ο ενάγοντας αξίωνε από τους εναγομένους το ποσό των £40,526.46, με τη μορφή οφειλομένων μισθών και ωφελημάτων, ποσά τα οποία προέκυπταν από τη συμφωνία εργοδότησης του σαν ελεγκτή από τον Ελεγκτικό Οίκο των εναγομένων, πλέον τόκους και έξοδα. Η εν λόγω αγωγή τελικά συμβιβάστηκε μετά από μερική ακρόαση. Η σχετική απόφαση του Δικαστηρίου, εκδόθηκε εκ συμφώνου στις 6.10.
  13. Της καταχώρησης της αγωγής 107/99 προηγήθηκε επιστολή του ενάγοντα προς τους εναγόμενους, ημερ. 4.1.1999, στο περιεχόμενο της οποίας θα αναφερθώ, στο βαθμό και την έκταση, βέβαια, που αυτό αφορά την παρούσα διαδικασία, σε κατοπινό στάδιο. Στις 13.1.1999, δηλαδή δύο μέρες μετά την καταχώρηση της αγωγής 107/99, ο ενάγοντας απέστειλε στους εναγόμενους δεύτερη επιστολή, με την οποία «πληροφορεί», όπως αναφέρει, τους εναγόμενους, «ότι τερματίζει πάραυτα υπαιτιότητι των (των εναγομένων)» την σύμβαση εργοδότησης του. Δύο χρόνια αργότερα, και συγκεκριμένα στις 11.12.2000 και αφού στο μεταξύ προηγήθηκε η έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης του Δικαστηρίου στην αγωγή 107/99, ο ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αγωγή, η οποία στην ουσία έχει σαν βάση τον τερματισμό της εργοδοτικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων, ο οποίος τερματισμός επιτεύχθηκε, σύμφωνα με τον ενάγοντα, με την επιστολή του ημερ. 13.1.
  14. Με την παρούσα αγωγή του ο ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις ύψους £104,797.00 «σαν αποζημιώσεις για διάρρηξη συμβολαίου ή/και για εξαναγκασμό σε τερματισμό συμβολαίου», όπως και «τιμωρητικές αποζημιώσεις για την κυνική συμπεριφορά των εναγομένων, νόμιμο τόκο και έξοδα». Στην ΄Εκθεση Απαίτησης, η οποία καταχωρήθηκε στις 9.1.2001, ο ενάγοντας, αναφερόμενος στην επιστολή του ημερ. 4.1.1999, την χαρακτηρίζει σαν «προειδοποίηση» προς τους εναγόμενους ότι, αν, μέχρι τις 8.1.1999, δεν συμμορφώνονταν με το περιεχόμενο της, «... θα θεωρήσει τη συμφωνία τερματισθείσα εξ υπαιτιότητι των και θα αξιώσει αποζημιώσεις». Στην παρ.15 του εν λόγω δικογράφου ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι «επειδή οι εναγόμενοι εκώφευσαν, ο ενάγων ήγειρε στις 11.1.1999 την ........ αγωγή 107/99 ...... και στις 13.1.1999 ετερμάτισε τη συμφωνία υπαιτιότητι τους επιφυλάσσοντας όλα τα δικαιώματα του λόγω του εξαναγκασμού του εις παραίτησιν από τις συστηματικές παραβάσεις των εναγομένων». Στην Υπεράσπιση τους, την οποία οι εναγόμενοι 1 - 6 καταχώρησαν στις 4.4.2001, οι τελευταίοι εγείρουν προδικαστική ένσταση σύμφωνα με την οποία: «... ο ενάγοντας εμποδίζεται (estopped) να προχωρήσει με την αγωγή του λόγω δεδικασμένου (res judicata) καθ ότι τα θέματα και/ή αξιώσεις και/ή θεραπείες οι οποίες εγείρονται στη παρούσα αγωγή έχουν αποφασισθεί τελεσίδικα μεταξύ του ιδίου (με την παρούσα αγωγή) ενάγοντα και των ιδίων (με την παρούσα αγωγή) εναγομένων στην αγωγή 107/99 κατόπιν απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ο ενάγων εμποδίζεται να προχωρήσει με την παρούσα αγωγή λόγω δεδικασμένου καθ΄ ότι τα θέματα και/ή αξιώσεις και/ή οι θεραπείες που εγείρονται στη παρούσα αγωγή προκύπτουν ακριβώς από τα ίδια γεγονότα και βασίζονται στην ίδια αιτία αγωγής με αυτά στην αγωγή 107/99 ή και θα έπρεπε να είχαν εγερθεί στην εν λόγω αγωγή. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ο ενάγων εμποδίζεται να προχωρήσει με την παρούσα αγωγή λόγω της συμπεριφοράς και/ή διαγωγής του (estopped by his conduct) στην αγωγή 107/
  15. Κατά συνέπεια η έγερση της παρούσας αγωγής αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και/ή είναι κακόβουλος και/ή εκδικητική και θα πρέπει ν΄ απορριφθεί με έξοδα εναντίον του ενάγοντα.» Το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 30.4.2002, κάμνοντας δεκτό σχετικό αίτημα των εναγομένων, απεφάσισε την προδικαστική εκδίκαση «του εγερθέντος», με την πιο πάνω πτυχή της ένστασης, «νομικού ζητήματος». Και αυτό είναι το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Προτού ασχοληθώ με τη νομική πτυχή του θέματος θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο τόσο το περιεχόμενο της επιστολής του ενάγοντα προς τους εναγόμενους ημερ. 4.1.1999, όσο και των πρακτικών του Δικαστηρίου ημερ. 6.10.2000, στην Αγωγή αρ. 107/
  16. Το περιεχόμενο των εν λόγω δύο εγγράφων, συνιστά ουσιαστικά και τον κεντρικό άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφονται οι θέσεις και τα επιχειρήματα των δύο πλευρών, στην παρούσα διαδικασία. Επιστολή ημερ. 4.1.1999 των δικηγόρων του ενάγοντα προς τους εναγόμενους «Εντιμοι κύριοι, ΄Εχομε εντολή από τον πελάτη μας κ.Κωστάκη Χριστοφίδη να αναφερθούμε στο μεταξύ σας συμβόλαιο εργοδότησης και να παρατηρήσουμε ότι συνεχώς παραβιάζετε τους όρους συμφωνίας και μεταξύ άλλων τον όρο που προνοεί για την υποχρέωση σας για την πληρωμή του μισθού του και άλλων οφελημάτων του. ΄Όπως αντιλαμβάνεσθε ο πελάτης μας είναι δύσκολο να επιβιώση εάν δεν έχει τον μισθό του. Γι΄ αυτό είναι απαραίτητο να του εξοφλήσετε μέχρι τις 8.1.99 όλο το οφειλόμενο προς αυτόν υπόλοιπο που ανέρχεται σε Λ.Κ.40.526,46 πλέον τόκους ή και αποζημιώσεις για την καθυστέρηση. Διαφορετικά ο πελάτης μας θα αποταθή στο Δικαστήριο για διεκδίκηση των δικαιωμάτων του. Επίσης ο πελάτης μας θα αναγκασθή να θεωρήση την συμφωνία τερματισθείσα εξ υπαιτιότητος σας και θα απαιτήση ανάλογες αποζημιώσεις. Μετά τιμής» Πρακτικό Δικαστηρίου ημερ. 6.10.00 στην Αγωγή αρ. 107/1999 «κ.Ποιητής: Σε αυτό το στάδιο μπορούμε να δηλώσουμε ότι έχει συμφωνηθεί η υπόθεση. Θα εκδοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντος 1 για ποσό £25,000.- σχετικά με την απαίτηση του για τα έτη 1996, 1997, 1998 και υπέρ του ενάγοντος 2 για ποσό £10,000.-. Το ποσό των £25,000.- περιλαμβάνει £10,000.- έναντι εξόδων τα οποία ο πρώτος ενάγων είχε καταβάλει πλαίσια των υπηρεσιών του προς ή και δια λογαριασμό των εναγομένων. Οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό φορολογίας πάνω στα πιο πάνω ποσά για αμφοτέρους τους ενάγοντες. Οι εναγόμενοι θα καταβάλουν επίσης ποσό £5,000.- ως έξοδα περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α. κ.Κυριακίδης: Συμφωνούμε. Δικαστήριο: Εκ συμφώνου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα στο ποσό των £25,000.- υπέρ του ενάγοντα 1 και £10,000.- υπέρ του ενάγοντα 2 με νόμιμο τόκο από σήμερα. Οι εναγόμενοι θα καταβάλουν επίσης έξοδα £5,000.- συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Οι υπόλοιπες δηλώσεις των συνηγόρων σε σχέση με την ανάλυση του ποσού £25,000.- και σε σχέση με την υποχρέωση των εναγομένων για τη φορολογία, γίνονται Κανών του Δικαστηρίου.» Οι εναγόμενοι υποστήριξαν - και αυτή είναι η βασική θέση τους - ότι η τελεσίδικη απόφαση στην αγωγή αρ. 107/1999, αποτελεί δεδικασμένο σε νέα δίκη που αφορά την παρούσα αγωγή, με την οποία ο ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις λόγω τερματισμού της εργοδοτικής σχέσης του με τους εναγόμενους. Η αξίωση αυτή έπρεπε, σύμφωνα με τον κ.Χριστοδούλου, να είχε εξυπαρχής περιληφθεί στην άλλη αγωγή ή τουλάχιστο ο ενάγοντας όφειλε να επιδιώξει την τροποποίηση της άλλης αγωγής έτσι ώστε να συμπεριλάβει σε αυτή και την αξίωση του στην παρούσα αγωγή. Οι εναγόμενοι υποστήριξαν επίσης ότι, η συμπεριφορά του ενάγοντα από τις 4.1.1999 και μετά, κρινόμενη, υπό το φως των γεγονότων που ακολούθησαν την εν λόγω επιστολή, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, στοιχείο που δικαιολογεί την απόρριψη της αγωγής και γι΄ αυτό το λόγο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα υποστήριξε τις αντίθετες απόψεις. Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη οι αρχές του δεδικασμένου, οι οποίες να σημειωθεί εμπίπτουν μέσα στο γενικό πλαίσιο της υπεράσπισης για estoppel, στην απουσία εξαιρετικών περιστάσεων, τυγχάνουν εφαρμογής όχι μόνο σε σχέση με τις διαφορές που έχουν περιληφθεί στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που θα μπορούσαν να είχαν αποτελέσει μέρος της προηγούμενης αντιδικίας, αλλά δεν αποτέλεσαν. Η συγκεκριμένη προέκταση του πεδίου εφαρμογής των αρχών του δεδικασμένου ισχύει και ως προς τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου, δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα. Αναφορικά με τα πρόσωπα που δεσμεύονται από το δεδικασμένο η γενική αρχή που το συνδέει μόνο με τους διαδίκους έχει διευρυνθεί ώστε να επηρεάζει με πανομοιότυπο τρόπο και όσους τρίτους είτε έλκουν τα δικαιώματα τους από τους διαδίκους είτε παραλείπουν να παρέμβουν στην αντιδικία για να πάρουν μέρος σε αυτή, τη στιγμή που και οι ίδιοι διεκδικούν ταυτόσημα με τα υπό κρίση συμφέροντα. (Βλ. Θεωρή και άλλων ν. Τζιωνή και άλλων [1984] 1 C.L.R. 296, Νικολαϊδης ν. Γερολεμή [1984] 1 Α.Α.Δ. σελ. 744, Παναγιώτης Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τράπεζας Λτδ [1995] Α.Α.Δ. 670, Σοφία Κλεόπα ν. Χριστόφορου Αντωνίου Π.Ε. 10976, ημερ. 14.1.02, Ηendelson v. Hendelson [1843-1860] All E.R. (Rep.) 378, Nana Ofori Bonsra II [1957] 3 All E.R. 559 (P.C.), Vernaeke v. Smith [1982] 2 All E.R. 144 (H.L.) και Arnold v. Natwest Bank Plc [1991] 2 A.C. 93). Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που με ασφάλεια μπορεί να διαπιστωθεί από την επιστολή του ενάγοντα ημερ. 4.1.1999, το περιεχόμενο της οποίας υπενθυμίζω, αποτελεί τον κεντρικό άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η επί του προκειμένου θέση των εναγομένων, είναι πως ο ενάγοντας, με την εν λόγω επιστολή του, ναι μεν αξιώνει από τους εργοδότες του, εναγόμενους, την καταβολή των μέχρι τότε ισχυριζομένων σαν οφειλόμενων δεδουλευμένων του, πληροφορώντας τους παράλληλα ότι προτίθεται να προσφύγει και στο Δικαστήριο «για διεκδίκηση των δικαιωμάτων του», δεν τερματίζει όμως, όπως είναι η εισήγηση των εναγομένων, το συμβόλαιο εργοδότησης του. Ο ενάγοντας τερμάτισε το συμβόλαιο εργοδότησης του, με την επιστολή του ημερ. 13.1.1999, αφού στο μεταξύ είχε προηγηθεί η καταχώρηση της αγωγής αρ. 107/
  17. Ως εκ τούτου θα ήταν αδύνατο τα θέματα που εγείρονται σε αυτή την αγωγή να εγείρονταν στην αγωγή 107/1999, αφού όταν ηγέρθη η αγωγή 107/1999 το συμβόλαιο εργοδοσίας δεν είχε καν τερματισθεί. Υπενθυμίζω ότι στην αγωγή 107/1999 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση πριν την έγερση της παρούσας αγωγής. Το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου παρατίθεται αυτούσιο πιο πάνω. ΄Ηταν η θέση του κ.Χριστοδούλου ότι, με την καταχώρηση της αγωγής αρ. 107/1999, το συμβόλαιο εργοδοσίας του ενάγοντα αυτόματα τερματίσθηκε και συνεπώς τα θέματα που εγείρονται στην παρούσα αγωγή θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί στην αγωγή 107/
  18. Η εν λόγω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Συνιστά καλά θεμελιωμένη αρχή, ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, παρέχεται στον ενάγοντα η επιλογή, είτε να τερματίσει τη σύμβαση και παράλληλα να προσφύγει στο Δικαστήριο αξιώνοντας τόσο τα δεδουλευμένα του όπως και αποζημιώσεις για παράβαση του συμβολαίου εργοδοσίας του, είτε να μην τερματίσει τη σύμβαση εργοδοσίας του και να προσφύγει στο Δικαστήριο αξιώνοντας μόνο τα δεδουλευμένα του. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι προφανές ότι ο ενάγοντας επέλεξε την τελευταία από τις εν λόγω δύο επιλογές που είχε. Ο κ.Χριστοδούλου πρόβαλε τη διαζευκτική θέση ότι ο ενάγοντας όφειλε, τουλάχιστο, να επιδιώξει την τροποποίηση του δικογράφου του στην αγωγή αρ. 107/1999, έτσι ώστε να συμπεριλάβει στις αξιώσεις του και τις αξιώσεις που εγείρει στην παρούσα αγωγή. Ούτε η εν λόγω θέση με βρίσκει σύμφωνο. ΄Εστω και αν παραβλέψουμε το γεγονός ότι η διαδικασία τροποποίησης συνεπάγεται τη δημιουργία εξόδων, τα οποία σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, πολύ πιθανόν θα επωμιζόταν ο ενάγοντας, γεγονός που θα τον έθετε σε μειονεκτική θέση έναντι του εναγομένου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δοθέντος ότι η τροποποίηση δικογράφου ανατρέχει, σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη, στο χρόνο της κατάρτισης του αρχικού δικογράφου (βλ. Σοφοκλέους ν. Στυλιανού [1992] 1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 81), αδυνατώ να αντιληφθώ πώς θα ήταν δυνατό, να περιληφθούν στην αγωγή αρ. 107/1999 θέματα που ηγέρθηκαν μετά την καταχώρηση της. Καταλήγοντας, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι οι αρχές του δεδικασμένου δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Η εν λόγω κατάληξη μου σφραγίζει τη μοίρα και της άλλης θέσης των εναγομένων, σύμφωνα με την οποία, η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Κρίνω ότι ο ενάγοντας είχε δικαίωμα να εγείρει την παρούσα αγωγή αφού οι προβαλλόμενες σε αυτήν αξιώσεις του, δεν ήταν δυνατό να καταστούν μέρος της προηγούμενης αντιδικίας, ήτοι της αγωγής αρ. 107/
  19. (Βλ. Zeeland Navig. Co. Ltd. v. Banque Worms [Ar.1] [1999] 1 (A) A.A.Δ. σελ. 463 και τις εκεί επί του προκειμένου αναφερόμενες αυθεντίες). ΄Ηταν η θέση των εναγομένων ότι η συμπεριφορά του ενάγοντα δικαιολογεί την απόρριψη της παρούσας αγωγής σαν καταχρηστικής της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Επί της εν λόγω θέσης περιορίζομαι να αναφέρω ότι καμιά μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον μου που να τεκμηριώνει, στο βαθμό που απαιτείται, την εν λόγω θέση. Ως εκ τούτου και η θέση αυτή απορρίπτεται. Σαν αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, η προδικαστική ένσταση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται με έξοδα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα καταβληθούν, όμως, στο τέλος της υπόθεσης υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων. Η κύρια αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 10.5.
  20. Α.Πασχαλίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.