← Κύπρος

Γεώργιος Αργυρού (ανηλίκου) διά των γονέων του Μάριου και Ελένης Αργυρού ν. Ανδρέα Αντωνίου, Αρ. Αγωγής: 2832/01, 12 Μαίου 2005

Γεώργιος Αργυρού (ανηλίκου) διά των γονέων του Μάριου και Ελένης Αργυρού ν. Ανδρέα Αντωνίου, Αρ. Αγωγής: 2832/01, 12 Μαίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2832/01 Μεταξύ: Γεώργιος Αργυρού (ανηλίκου) διά των γονέων του Μάριου και Ελένης Αργυρού εκ Λειβάδια Ενάγοντος - και - Ανδρέα Αντωνίου εκ Ξυλοφάγου Εναγομένου Ημερομηνία: 12 Μαίου 2005 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Α. Παπαλλής Για τον Εναγόμενο: κ. Γ. Λουκαίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 05.01.2001 ο ενάγοντας ο οποίος ήταν ανήλικος ενώ οδηγούσε το ποδήλατο του στην οδό Ανεξαρτησίας στα Λειβάδια χτυπήθηκε από το όχημα υπ' αρ. εγγραφής ΕΚΒ793 ISUZU φορτηγό που οδηγούσε ο εναγόμενος με κατεύθυνση από Λάρνακα προς τα Λειβάδια. Συνεπεία της σύγκρουσης ο ενάγοντας τραυματίστηκε και οι γονείς του υπό την ιδιότητα τους ως τα πρόσωπα που έχουν την επιμέλεια του καταχώρησαν την παρούσα αγωγή εναντίον του εναγόμενου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας επιρρίπτοντας σε αυτόν την ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Με την αγωγή τους ζητούν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Στην δίκη οι ενάγοντες κάλεσαν τέσσερεις συνολικά μάρτυρες, εκ των οποίων αναφορικά με το θέμα της ευθύνης ένα μόνο μάρτυρα τον εξεταστή του ατυχήματος ο οποίος και παρουσίασε το σχέδιο της σκηνής επί κλίμακος, ενώ ο εναγόμενος δεν κάλεσε κανένα μάρτυρα ούτε και έδωσε ο ίδιος μαρτυρία. Ο ΜΕ1 αστυφύλακας 517 Ανδρέας Ανδρέου όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω παρουσίασε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 1 που είναι το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος. Η μαρτυρία του ήταν ότι κλήθηκε να πάει στη σκηνή του δυστυχήματος όπου βρήκε το όχημα ΕΚΒ 793 στην τελική του θέση και τον οδηγό του (τον εναγόμενο) παρόντα. Ο ποδηλάτης είχε μεταφερθεί, όπως του είχε αναφερθεί, στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και το ποδήλατο δεν ήταν στην σκηνή. Αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο του σχεδίου εξήγησε τα διάφορα σημεία και τις αποστάσεις. Είπε ότι το σημείο σύγκρουσης του το έδειξε ο ίδιος ο εναγόμενος, ο δρόμος στο σημείο που έγινε το δυστύχημα είναι ευθύς ήταν στεγνός και καθαρός και η μέρα ήταν ηλιόλουστη με αίθριο καιρό. Δεν γνωρίζει αν υπάρχει πινακίδα με το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας αλλά επειδή η περιοχή είναι κατοικημένη το όριο ταχύτητας πρέπει να είναι 50 χλμ/ω. Το όχημα του εναγόμενου το οποίο έχει σημειωθεί στο σχεδιάγραμμα με το σημείο Α1 ήταν στην τελική του θέση όπως του την υπέδειξε ο εναγόμενος. Δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης. Πήρε κατάθεση από τον αυτόπτη μάρτυρα Χαράλαμπο Βαττή ο οποίος εργαζόταν σε γειτονική οικοδομή ενώ ο εναγόμενος ο οποίος είναι αστυνομικός στο επάγγελμα έγραψε μόνος του την κατάθεση του. Ζητήθηκε από τον μάρτυρα να καταθέσει τις καταθέσεις αλλά μετά από σχετική ένσταση του συνηγόρου του εναγόμενου ο συνήγορος για τον ενάγοντα ζήτησε όπως οι καταθέσεις καταχωρηθούν μόνο για σκοπούς αντεξέτασης και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια Α και Β αντίστοιχα. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, από όσα του έχουν αναφερθεί, ο ενάγοντας ο οποίος οδηγούσε το ποδήλατο του αμέσως πριν το δυστύχημα ακολουθούσε πορεία κάθετη σε σχέση με το δρόμο και εισήχθη στο δρόμο ακολουθώντας πορεία κατά μήκος ενός τοίχου ύψους περίπου 2.10μ. και συγκρούστηκε με το όχημα του εναγόμενου περίπου στην μέση του δρόμου. Το σημείο σύγκρουσης έχει σημειωθεί στο τεκμήριο με «Χ». Την πορεία του ενάγοντα του την υπέδειξαν ο εναγόμενος και ο αυτόπτης μάρτυρας. Κατά την αντεξέταση του ρωτήθηκε εάν λόγω του ύψους του περιτοιχίσματος που είναι κάθετο στον δρόμο που έγινε το δυστύχημα και το οποίο είναι 2.10μ. πρόσωπο το οποίο ακολούθησε την πορεία Α, που είναι η πορεία που ακολουθούσε ο εναγόμενος, μπορεί να έχει ορατότητα και να δει πρόσωπο που ακολουθούσε την πορεία Β όπως ήταν ο ενάγοντας και η απάντηση του ήταν αυτό εξαρτάται από το ύψος του αυτοκινήτου που οδηγεί το πρόσωπο που ακολουθεί την πορεία Α. Ρωτήθηκε για τη ζημιά στο όχημα του εναγόμενου και είπε ότι ήταν στην αριστερή μπροστινή γωνιά και σε ερώτηση αν αυτό σημαίνει ότι εκεί έγινε η σύγκρουση η απάντηση του ήταν καταφατική. Επιβεβαίωσε ότι το όχημα του εναγόμενου βρισκόταν στην τελική του θέση σύμφωνα με τα όσα του είχε υποδείξει ο ίδιος ο εναγόμενος και ότι το σημείο Χ του το υπέδειξε μόνο ο εναγόμενος ο οποίος ήταν παρών στην σκηνή αλλά εκεί υπήρχε στο δρόμο μια κηλίδα αίματος την οποία δεν τοποθέτησε στο σχέδιο του. Εκτός από τον εναγόμενο και αυτόπτη μάρτυρα Βαττή δεν υπήρχε κανένας άλλος στην σκηνή του δυστυχήματος. Στην επανεξέταση του ρωτήθηκε κατά πόσο είχε μετρήσει το ύψος του οχήματος του εναγόμενου, η απάντηση του ήταν αρνητική αλλά είπε ότι είναι πιο ψηλό από ένα συνηθισμένο όχημα. Ως δεύτερος μάρτυρας για τον ενάγοντα, ΜΕ2 κατέθεσε ο ωτορυνολαριγγολόγος Ιάκωβος Κάκκουρας ο οποίος είπε ότι ασκεί το επάγγελμα του από το 1989, το 2002 εργαζόταν στο Απολλώνειο Ιατρικό Κέντρο στην Λευκωσία και ότι για πρώτη φορά στις 24.10.2002 εξέτασε τον ενάγοντα Γιώργο Αργυρού τον οποίο υπέβαλε σε ακουολογικό έλεγχο συγκεκριμένα του το έκανε ακουόγραμμα και τυμπανόγραμμα. Τις εξετάσεις αυτές τις επανέλαβε άλλες δύο φορές δηλαδή έχει συνολικά υποβάλει τον ενάγοντα στις εξετάσεις αυτές στις 24.10.2002, 14.11.2002 και 03.06.

  1. Τα ακουογράμματα τα οποία είχαν γίνει έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια 2, 3 και 4 αντίστοιχα με τις ημερομηνίες που έχουν γίνει ενώ ως τεκμήριο 5 κατατέθηκε η έκθεση την οποία ο ίδιος έχει συντάξει στις 22.11.
  2. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ2, το τεκμήριο 2 δείχνει ότι ο ενάγοντας πάσχει από νευροαισθητηριακή βαρηκοΐα και από τα δύο αυτιά με μεγαλύτερη εκείνη στο δεξιό αυτί. Το ύψος της βαρηκοΐας είναι μέσος όρος 60 dB στο δεξί αυτί και περίπου 50 dB στο αριστερό αυτί. Σύμφωνα με το τεκμήριο 3 φαίνεται ότι στο δεξί αυτί η βαρηκοΐα κυμαίνεται γύρω στα 70 dB ενώ στο αριστερό γύρω στα 60 dB ενώ στο τεκμήριο 4 είναι γύρω στο 70dB και από τα δύο αυτιά. Διευκρίνισε ότι στα τεκμήρια 2 και 3 φαίνεται ότι ο ενάγοντας έχει πτώση στις ψηλές και στις χαμηλές συχνότητες δηλαδή στα 250 - 500 - 1000 Hz ενώ στο τεκμήριο 4 φαίνεται ότι η πτώση είναι μόνο στις ψηλές συχνότητες 2000 - 4000 - 8000 Hz. Σύμφωνα με τα όσα έχει αναφέρει τα τεκμήρια 2 και 3 ήταν η εικόνα που παρουσίαζε ο ενάγοντας μέχρι να σταθεροποιηθεί η βλάβη του όπως αυτή απεικονίζεται στο τεκμήριο
  3. Η κατάσταση του ενάγοντα σύμφωνα με την τελευταία εξέταση που είχε διενεργηθεί στις 03.06.2004 μπορεί να περιγραφεί ότι υπάρχει πτώση της ακουστικής οξύτητας και από τα δύο αυτιά η οποία δεν επιδέχεται συντηρητικής θεραπείας δηλαδή με φάρμακα ούτε χειρουργικής αποκατάστασης δηλαδή είναι μόνιμη και μη αναστρέψιμη. Ήταν η θέση του ότι ένα παιδί ηλικίας 11½ χρονών όπως είναι περίπου η ηλικία του ενάγοντα σήμερα έχει ακουστική οξύτητα μικρότερη των 20 dB και εξήγησε ότι όσο πιο μεγάλος είναι ο αριθμό των dB αυτό αποδεικνύει βαρηκοΐα. Σύμφωνα με την εμπειρία του πρόσωπα και ιδιαίτερα παιδιά που εμφανίζουν βαρηκοΐα αντιμετωπίζουν και κοινωνικά και ψυχολογικά προβλήματα, είναι πιο νευρικά και πιο επιθετικά από άλλα παιδιά της ηλικίας τους που δεν παρουσιάζουν αυτό το πρόβλημα. Η βαρηκοΐα και ειδικά η νευροαισθητηριακή βαρηκοΐα από την οποία πάσχει ο ενάγοντας δημιουργούν μόνιμο βουητό στο αυτί το οποίο αλλάζει την ψυχολογική σύνθεση του ατόμου αφού ο συνεχής θόρυβος και το βουητό προκαλούν μεγάλο εκνευρισμό. Επίσης το άτομο αυτό συνήθως οδηγείται σε απομόνωση από το κοινωνικό περιβάλλον γιατί η απώλεια της ακοής στερεί στο παιδί την ικανότητα να παρακολουθεί το μάθημα στην τάξη να εκπληρώνει όλες του τις δραστηριότητες. Η νευροαισθητηριακή πάθηση έχει πολλά αίτια και είναι ανάλογα με την ηλικία. Υπάρχει η κληρονομική βαρηκοΐα, βαρηκοΐα που είναι αποτέλεσμα παιδικών ασθενειών όπως παρωτίτιδα, ανεμοβλογιά, ερυθρά και άλλες παιδικές ιώσεις, βαρηκοΐα που μπορεί να προκληθεί από πυρετικούς σπασμούς, επιληψία, προβλήματα κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης και του τοκετού και οπωσδήποτε παιδικά τραύματα στο κεφάλι. Αν το πρόβλημα οφείλεται σε κληρονομικούς παράγοντες τότε θα παρουσιαστεί σίγουρα κατά τους πρώτους μήνες της ζωής του παιδιού ενώ αν οφείλεται σε παιδικές ασθένειες επιληψία, πυρετικούς σπασμούς ή προβλήματα εγκυμοσύνης και τοκετού αυτά κατά κανόνα περιγράφονται με ακρίβεια στο ιστορικό του κάθε ασθενή από τον παιδίατρο του. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του δεν υπήρχε στο ιστορικό του ενάγοντα όπως αυτό του είχε αναφερθεί τίποτε που να καταδεικνύει παιδικές αρρώστιες ή ανωμαλίες τοκετού και κύησης, ο ενάγοντας είχε ανάπτυξη λόγου και κανένα πρόβλημα επικοινωνίας και συνεπώς αποκλείει όλες τις αιτίες εκτός της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης και ήταν η θέση του ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η βαρηκοΐα να προήλθε από κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Αυτό ήταν το συμπέρασμα του και στο τεκμήριο 5 το οποίο έχει καταθέσει. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι την πρώτη φορά που τον επισκέφτηκε ο ενάγοντας ήταν μαζί με τον πατέρα του. Το παράπονο του πατέρα ήταν ότι είχε διαπιστώσει ότι το παιδί του δεν άκουε καλά και ότι υπήρχε μια διαταραχή στην προσωπικότητα του / αλλαγή συμπεριφοράς, το οποίο όμως ο ΜΕ2 δεν κατέγραψε ούτε στις σημειώσεις του ούτε στο τεκμήριο
  4. Ούτε ο ενάγοντας ούτε ο πατέρας του δεν του είχαν αναφέρει ότι ο ενάγοντας παραπονιόταν για βουητό στα αυτιά του. Για τη χειρόγραφη διόρθωση που υπάρχει στο τεκμήριο 5 δήλωσε ότι η αρχική ημερομηνία 07.01.2000 διορθώθηκε από τον ίδιο σε 05.01.2001 μόλις πριν να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο όταν σύγκρινε το τεκμήριο 5 μαζί με τις προσωπικές του σημειώσεις που κράτησε την πρώτη επίσκεψη στις 24.10.
  5. Ανέφερε ότι όταν βλέπει ένα ασθενή για πρώτη φορά ζητά πάντοτε πλήρες ιατρικό ιστορικό και όλα τα στοιχεία. Επέμενε ότι το λάθος στην ημερομηνία πρέπει να οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος της γραμματέας του. Είπε ότι όταν διαπιστωθεί μια βλάβη στο ακουολογικό σύστημα γίνονται διάφοροι έλεγχοι σε τακτά χρονικά διαστήματα για να μπορέσει να σταθεροποιηθεί η βλάβη και ότι στον ένα χρόνο θα πρέπει να υπάρξει σταθεροποίηση. Του υπεβλήθηκε ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση η βλάβη του ενάγοντα δεν φαίνεται να έχει σταθεροποιηθεί αφού τα αποτελέσματα των τεκμηρίων 2, 3 και 4 υπάρχει διαφορά και ο χρόνος που έχει μεσολαβήσει από το τεκμήριο 2 μέχρι το τεκμήριο 4 είναι δύο χρόνια αλλά δεν συμφώνησε με την υποβολή και είπε ότι αυτό οφείλεται σε ένα περιθώριο λάθους που αναγνωρίζεται στην ιατρική και αφού στην συγκεκριμένη περίπτωση η διαφορά που παρουσιάζεται είναι πολύ μικρή δεν θεωρεί ότι δεν υπάρχει σταθεροποίηση της κατάστασης του ενάγοντα. Εξήγησε κατόπιν την διαδικασία του ακουογράμματος και δέχτηκε ότι ένας σημαντικός παράγοντας είναι η ηλικία και η συνεργασία του ασθενούς αφού είναι εκείνος ο ίδιος που δείχνει πότε ακούει και πότε δεν ακούει. Δέχτηκε ότι όλες οι μορφές βαρηκοΐας αντιμετωπίζονται σήμερα με διάφορα βοηθήματα προηγμένης τεχνολογίας τα οποία κυμαίνονται γύρω στις ΛΚ 3.000 για ένα πολύ καλό ζευγάρι ακουστικών αλλά είπε ότι με το βοήθημα δεν λύνεται το πρόβλημα της βαρηκοΐας αλλά της επικοινωνίας. Του υπεβλήθηκε ότι στο τεκμήριο 5 δεν αναφέρει κατά πόσο η βαρηκοΐα του ενάγοντα έγινε αντιληπτή μετά το επίδικο δυστύχημα και σε ερώτηση του κατά πόσο αν ο ενάγοντας τον επισκεπτόταν αμέσως μετά το δυστύχημα και όχι μετά την πάροδο αρκετού χρονικού διαστήματος όπως έγινε το πρόβλημα του ενάγοντα θα γινόταν αμέσως αντιληπτό και η απάντηση του ήταν αυτό εξαρτάται από το άτομο αφού ο πόνος το βουητό ή η ενόχληση είναι υποκειμενικό και δεν μπορεί να το απαντήσει ο ίδιος. Επιβεβαίωσε ότι για να καταλήξει στην αιτία που προκάλεσε την βαρηκοΐα σύμφωνα με το τεκμήριο 5 βασίστηκε στα δεδομένα που του είχαν αναφερθεί από τον ενάγοντα και τον πατέρα του. Ρωτήθηκε κατά πόσο έχει διαπιστώσει πιο συγκεκριμένο μέρος του ακουστικού συστήματος του ενάγοντα έχει υποστεί βλάβη και ήταν η θέση του ότι δεν μπορεί να πει ο ίδιος ποια είναι η βλάβη όμως υπάρχουν οι εξειδικευμένες εξετάσεις που μπορεί να διαπιστώσουν που βρίσκεται η βλάβη. Σε υποβολές κατά πόσο από μια εξέταση μαγνητικού τομογράφου (MRI) μπορεί να διαπιστωθεί η βλάβη ήταν η θέση του ότι με το MRI μπορεί κάποιος να παρακολουθήσει την πορεία του ακουστικού νεύρου και να ανακαλύψει αν υπάρχει οποιαδήποτε βλάβη στον εγκέφαλο που να παρεμποδίζει τη σωστή λειτουργία του ακουστικού νεύρου και κατά προσέγγιση μπορεί να διαπιστωθεί η βλάβη στο ακουστικό σύστημα και από ένα εγκεφαλογράφημα πάλι κατά προσέγγιση μπορεί να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει οποιαδήποτε εγκεφαλική δυσλειτουργία. Τρίτη μάρτυρας για τον ενάγοντα κατέθεσε η μητέρα του Ελένη Αργυρού, ΜΕ3 η οποία ανέφερε ότι η συμπεριφορά του ενάγοντα άλλαξε πολύ μετά το επίδικο δυστύχημα, έγινε επιθετικός, βίαιος αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει δύο φορές και ως αποτέλεσμα ζήτησαν την γνώμη παιδοψυχολόγου συγκεκριμένα της Δρ. Π. Χριστοφή η οποία υπηρετεί στο Μακάριο Νοσοκομείο στη Λευκωσία η οποία και παρακολουθεί τον μικρό Γιώργο μέχρι και σήμερα. Εκτός από το ψυχολογικό πρόβλημα ο ενάγοντας παρουσίασε και πρόβλημα με την ακοή του και με συμβουλή της παιδοψυχιάτρου η ίδια πήρε το μικρό Γιώργο στο ωτορυνολαριγγολόγο του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας ο οποίος διέγνωσε ότι το πρόβλημα του Γιώργου έχει ως αιτία το δυστύχημα και δεν μπορεί ούτε να τον εγχειρήσει ούτε να του τοποθετήσει οποιαδήποτε ακουστική βοήθεια. Ο πατέρας του Γιώργου με τον οποίο είναι σε διάσταση εδώ και 4½ χρόνια είχε πάρει τον Γιώργο για γνωμάτευση στο Απολλώνειο Νοσοκομείο στην Λευκωσία στον Δρ. Κάκκουρα. Επίσης η απόδοση του Γιώργου στο σχολείο έχει αλλάξει σημαντικά μετά το δυστύχημα ενώ προηγουμένως ήταν άριστος μαθητής σήμερα είναι κακός μαθητής δεν μπορεί να διαβάσει πολλή ώρα η μνήμη του έχει ασθενήσει ζαλίζεται συχνά ενώ αλλαγή συμπεριφοράς έχει σημειωθεί και όσον αφορά τον ύπνο του συγκεκριμένα πολλές φορές ενώ κοιμάται φωνάζει στον ύπνο του και γενικά έχει διαπιστώσει μεγάλη αλλαγή στην όλη συμπεριφορά του τόσο σε σχέση με την ίδια όσο και με τα αδέλφια του και τους φίλους του. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι μετά τον χωρισμό της με τον πατέρα του ενάγοντα και τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας που είναι όλα αγόρια ζουν μαζί της. Ο πατέρας του Γιώργου τον βλέπει πάρα πολύ συχνά συγκεκριμένα κάθε μέρα από τις 4:00 μέχρι τις 6:00 το απόγευμα και επίσης διανυκτερεύει και κάποια βράδια μαζί του. Έχει εξίσου την ευθύνη για την πειθαρχία και την συμμόρφωση του Γιώργου μαζί με τον πατέρα του. Είπε ότι το ραντεβού με την παιδοψυχολόγο το κανόνισε για πρώτη φορά ο Δρ. Διέτης του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και ότι στα περιστατικά βιαιότητας τα οποία είχε περιγράψει και τις απόπειρες αυτοκτονίας η ίδια δεν ήταν παρούσα και ότι τα περιστατικά της τα είχαν περιγράψει άλλα πρόσωπα που ήταν παρόντες. Αναφορικά με το πρόβλημα της ακοής είπε ότι ο Γιώργος της παραπονιόταν από πολύ καιρό προηγουμένως η ίδια όμως δεν έδωσε τη σωστή βαρύτητα και σημασία σε αυτά που της έλεγε και έτσι για πρώτη φορά πήρε το Γιώργο στον ωτορυνολαριγγολόγο στο Νοσοκομείο Λάρνακας περίπου Δεκέμβριο του 2002 με Γενάρη του
  6. Ήταν η θέση της ότι προηγήθηκε ιατρική γνωμάτευση από τον ωτορυνολαριγγολόγο του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας και μετά έγινε η επίσκεψη στον Δρ. Κάκκουρα γιατί ήθελαν να πάρουν δεύτερη γνώμη. Ήταν η θέση της ότι η αλλαγή συμπεριφοράς του Γιώργου σημειώθηκε εδώ και 2½ χρόνια η ίδια το ανέφερε στον Δρ. Διέτη ο οποίος και την παρέπεμψε στην Δρ. Χριστοφή. Ερωτώμενη κατά πόσο ο χωρισμός της με τον σύζυγο της μπορεί να ήταν η αιτία της αλλαγής της συμπεριφοράς του Γιώργου η απάντηση της ήταν αρνητική είπε ότι επειδή η σχέση της με τον πρώην σύζυγο της είναι πολύ καλή τα παιδιά της δεν έχουν ουσιαστικά καταλάβει ότι οι γονείς τους έχουν χωρίσει. Ερωτώμενη για τις φοβίες που παρουσιάζει ο μικρός Γιώργος είπε ότι δεν θέλει να είναι μόνος του, δεν μπαίνει σε ασανσέρ, τα βράδια φοβάται να κυκλοφορά μόνος του και μέσα στο ίδιο του το σπίτι, βλέπει άσχημα όνειρα όταν κοιμάται και φωνάζει ζητά περισσότερη προσοχή και φροντίδα έχει αλλάξει η επιμέλεια του στο σχολείο και η αφοσίωση του στα μαθήματα και η θέση της ήταν ότι όλα τα πιο πάνω οφείλονται στο δυστύχημα. Σε ερώτηση του συνηγόρου για τον εναγόμενο μήπως το δυστύχημα αποτελεί την μόνιμη δικαιολογία του μικρού Γιώργου για ότι του συμβαίνει η απάντηση της ήταν αρνητική και ειδικά για το θέμα του σχολείου είπε ότι λόγω της κατάστασης του δεν μπορεί να συγκεντρωθεί όπως όλα τα άλλα παιδιά της ηλικίας του. Ήταν η θέση της ότι ο Γιώργος οδηγούσε ποδήλατο από πολύ μικρός και σήμερα οδηγά ποδήλατο και είπε ότι την ημέρα που έγινε το επίδικο δυστύχημα ο Γιώργος είχε πάει στην περιοχή μαζί με κάποιο φίλο του που ήξερε την περιοχή ο Γιώργος δεν είχε πάει προηγουμένως. Οδηγούσε καλά το ποδήλατο του γι αυτό και η ίδια τον άφηνε να κυκλοφορεί χωρίς φόβο. Σε ερώτηση εάν σήμερα που οδηγεί ποδήλατο δεν έχει φοβίες όταν οδηγεί η απάντηση της ήταν ότι φοβάται μόνο όταν δει αυτοκίνητο μπροστά του. Της υπεβλήθηκε ότι τα προβλήματα του Γιώργου όπως τα περιέγραψε είναι πολύ υπερβολικά ότι εν πάση περιπτώσει κανένα από αυτά δεν έχει σχέση και σίγουρα ούτε και προέκυψαν λόγω του δυστυχήματος υποβολές τις οποίες αρνήθηκε και τελικά της υπεβλήθη ότι όλα τα μεγάλα προβλήματα του Γιώργου όπως αυτή τα περιέγραψε δηλαδή οι απόπειρες αυτοκτονίας και οι βίαιες τάσεις τοποθετούνται χρονικά πριν από ένα περίπου χρόνο και συνεπώς σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να έχουν ως αφορμή ή αιτία το δυστύχημα η θέση της ήταν ότι όλα αυτά είχαν ως αιτία το δυστύχημα. Ως τέταρτος μάρτυρας υπεράσπισης, ΜΕ4, κατέθεσε ο Ιατρός Δρ. Α. Διέτης, Ειδικός Νευροχειρούργος στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, ο οποίος ανέφερε ότι εξέτασε το Γιώργο Αργυρού στις 05.01.2001 όταν διεκομήσθη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας από το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας μετά από τραυματισμό. Του είχε γίνει αξονική τομογραφία εγκεφάλου η οποία έδειξε μικρή συλλογή αίματος στη δεξιά βρεγματική χώρα όπου υπήρχε και τραυματισμός του δέρματος. Έμεινε στο Νοσοκομείο τρεις μέρες και μετά που εξετάστηκε και βρέθηκε φυσιολογική η νευρολογική του κατάσταση εξήλθε στις 08.01.
  7. Ενόσω νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο ο Γιώργος παραπονείτο για πονοκεφάλους έκανε μερικούς εμετούς συμπτώματα τα οποία καταδεικνύουν εγκεφαλική διάσειση μετρίου βαθμού. Ο ενάγοντας ξαναεπισκέφθηκε τα εξωτερικά ιατρεία στις 09.02.2001 και παραπονείτο για ζάλη και εμετούς. Η νευρολογική εξέταση που του έγινε ήταν φυσιολογική όπως και η παρακλινικές εξετάσεις που του είχαν γίνει. Ο ίδιος έχει συντάξει ιατρικό πιστοποιητικό για την κατάσταση του ενάγοντα το οποίο φέρει ημερ. 22.10.2001 και το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου ως τεκμήριο
  8. Ήταν η θέση του ότι συμπτώματα αυτού του είδους διαρκούν συνήθως μερικές εβδομάδες με προοδευτικά βελτιωμένη τάση και στο τέλος παρέρχονται. Κατά την εξέταση του Γιώργου ο ίδιος διαπίστωσε θλαστικό τραύμα στην δεξιά κροταφική χώρα το οποίο προφανώς προήλθε από κτύπημα στη κεφαλή. Ρωτήθηκε κατά πόσο αυτό το κτύπημα μπορούσε να προκαλέσει βαρηκοΐα και η απάντηση του ήταν ότι απότομα κτυπήματα στη κεφαλή μπορούν να προκαλέσουν επιτάχυνση εγκεφαλικών στοιχείων και είναι δυνατό να προκαλέσουν βαρηκοΐα και το κτύπημα που έφερε ο Γιώργος θα μπορούσε να προκαλέσει βαρηκοΐα. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο λόγος που έγινε ηλεκτροεγκεφαλογράφημα στον ενάγοντα στις 09.02.2001 ήταν ότι ο Γιώργος συνέχισε να παραπονιέται για πονοκεφάλους και για να διαπιστωθεί κατά πόσο χρειαζόταν περαιτέρω εξετάσεις και θεραπεία υπεβλήθη στη εξέταση αυτή η οποία ήταν φυσιολογική και δεν έδειξε οποιαδήποτε διαταραχή σοβαρής μορφής. Επίσης έγινε αξονική τομογραφία για να διαπιστωθεί κατά πόσο το λεπτό αιμάτωμα στη περιοχή του τραυματισμού που είχε δείξει η πρώτη εξέταση που έγινε την ημέρα του τραυματισμού είχε απορροφηθεί η οποία κατέδειξε ότι όντως το αιμάτωμα είχε απορροφηθεί. Όταν τον είχε εξετάσει ο Γιώργος επικοινωνούσε πλήρως με το περιβάλλον απαντούσε κανονικά και μπορούσε να εκτελέσει τις εντολές που του δίνοντο. Σε απάντηση της ερώτησης κατά ποσό από ένα τέτοιο κτύπημα μπορεί να προκληθεί βαρηκοία και σε πόσο χρονικό διάστημα η απάντηση ήταν ότι το σύνηθες είναι ότι όποιος χτυπήσει στο κεφάλι δεν εμφανίζει βαρηκοΐα εάν όμως είναι σοβαρή η περίπτωση εγκεφαλικής διάσεισης και υπάρχει βλάβη στα νεύρα τότε τα συμπτώματα της βαρηκοΐας εμφανίζονται συνήθως αμέσως αλλά μπορεί να περάσει λίγος χρόνος μέχρι να διαπιστωθεί από τον ασθενή και σε περιπτώσεις μετρίου βαθμού εγκεφαλικής διάσεισης το σύνηθες είναι να μην προκληθεί βαρηκοΐα. Εάν εκδηλωθεί τότε τα συμπτώματα θα έπρεπε να γίνουν αντιληπτά μετά από μερικές εβδομάδες και από τους οικείους του αλλά και από τον ίδιο τον ασθενή ο οποίος ήταν τότε 9 χρόνων. Κατά την επανεξέταση του διευκρίνισε ότι η σοβαρότητα ενός κτυπήματος δεν συναρτάται άμεσα με αυξημένη πιθανότητα βαρηκοΐας. Ο ενάγοντας δεν κάλεσε άλλους μάρτυρες να δώσουν προφορική μαρτυρία. Κατατέθηκε όμως εκ συμφώνου και σημειώθηκε ως τεκμήριο 8 Ιατρικό Πιστοποιητικό της Δρ. Ν. Χριστοφή Παιδοψυχιάτρου στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Νοσοκομείο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ΙΙΙ Λευκωσία ημερ. 19.07.2004 στο οποίο αναφέρεται ότι ο ενάγοντας παραπέμφθηκε τον Ιούλιο του 2001 στο Τμήμα Παιδικής και Εφηβικής Ψυχιατρικής για ριψοκίνδυνη /επικίνδυνη συμπεριφορά. Η νευρολογική εξέταση ήταν χωρίς παθολογικά ευρήματα ενώ η εξέταση CT Scan εγκεφάλου και το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα ήταν φυσιολογικά. Στο ιστορικό του αναφέρεται τροχαίο ατύχημα τον Ιανουάριο του 2001 κατά το οποίο τραυματίστηκε στο κεφάλι και νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στο εν λόγω πιστοποιητικό δεν γίνεται καμία αναφορά στο πρόβλημα βαρηκοΐας του Γιώργου αντίθετα η έκθεση αυτή επικεντρώνεται στην ψυχολογική του κατάσταση όπου αναφέρεται ότι η νοημοσύνη του είναι φυσιολογική δεν παρατηρήθηκαν διαταραχές σκέψης ή αντίληψης ο λόγος του ήταν ομαλός αναφέρετο ο ίδιος στο διαζύγιο των γονιών του το οποίο φαινόταν να τον στενοχωρεί ιδιαίτερα και να δυσκολεύεται να το δεχτεί σε σημείο που προσπαθεί συχνά να εκμεταλλευτεί καταστάσεις για να φέρει τους γονείς του κοντά. Αναφορικά με την σχολική απόδοση του η παιδοψυχιατρική και ψυχομετρική αξιολόγηση του έδειξαν σημαντικές μαθησιακές δυσκολίες. Δύο φορές σε διαφορετικούς χρόνους εκδήλωσε αυτοκαταστροφική συμπεριφορά και ο ίδιος έχει δυσκολία να αναγνωρίσει ότι η συμπεριφορά του τον οδηγούσε σε απομόνωση από τον κύκλο των συμμαθητών του. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία και θεωρώ ότι η αξιολόγηση τους δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία. Η μαρτυρία του ΜΕ1 έμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη. Πρέπει βέβαια να αναφερθεί ότι ο μάρτυρας αυτός ουσιαστικά περιορίστηκε στην παρουσίαση και υιοθέτηση του τεκμηρίου 1 και επεξήγησε τα διάφορα σημεία πάνω στο σχέδιο του. Η εντύπωση που έχω αποκομίσει από τον μάρτυρα είναι θετική και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο μάρτυρας αυτός είναι μάρτυρας της αλήθειας. Δέχομαι λοιπόν την μαρτυρία του στην ολότητα της. Η μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ4 που είναι και οι δύο Ιατροί επίσης ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη. Όπως είναι καλά νομολογιακά καθιερωμένο η Ιατρική μαρτυρία όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη, σχετικές είναι οι υποθέσεις Andreas Anastassiades v. The Republic

(1977)2 CLR 97 και Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 CLR
  1. Το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά /ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία αφού εκτιμηθούν να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις, Κώστας Νεάρχου ν. Σάββα Στεφανίδη και Ευανθίας Προδρόμου Πολιτική Έφεση 10960 ημερ. 26.03.
  2. Κρίνω ότι η μαρτυρία και των δύο Ιατρών ήταν αντικειμενική και αληθινή την οποία επίσης αποδέχομαι. Το κατά πόσο η μαρτυρία αυτή ενισχύει τις αξιώσεις του ενάγοντα αυτό θα καταδεικτύει πιο κάτω όταν θα εξετάζονται οι αξιώσεις αυτές. Η ΜΕ3 ήταν σαφώς συναισθηματικά φορτισμένη. Η προσπάθεια της να αποδώσει την όλη συμπεριφορά του μικρού Γιώργου στο ατύχημα ήταν ολοφάνερη. Έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην αλλαγή της ψυχολογικής κατάστασης του Γιώργου αναφέροντας βίαιες στάσεις, περιγράφοντας κάποια περιστατικά και για την απόπειρα αυτοκτονίας του. Αναφορικά με το πρόβλημα της ακοής ήταν η θέση της ότι για πρώτη φορά αντιλήφθηκαν το πρόβλημα πριν από ενάμιση χρόνο (από την ημερομηνία που έδιδε μαρτυρία στο Δικαστήριο η οποία ήταν η 17.06.04) το συζήτησε με τον την παιδοψυχίατρο η οποία τη συμβούλεψε να τον πάρει σε ωτορινολαρυγγολόγο πράγμα το οποίο έπραξε η ίδια τον πήρε δύο φορές στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας ενώ στον ΜΕ2 τον πήρε ο πατέρας του με τον οποίο βρίσκεται σε διάσταση εδώ και τεσσεράμιση χρόνια. Ήταν η θέση της ότι ο λόγος που πήγαν για ιατρική γνωμάτευση στον ΜΕ2 ήταν για να πάρουν δεύτερη γνώμη και ότι ο Γιώργος παραπονιόταν ότι πονεί το αυτί του και δεν ακούει από πολύ πιο πριν αλλά η ίδια δεν έδωσε πολλή σημασία γιατί θεώρησε ότι ο Γιώργος ήθελε περισσότερη σημασία από την ίδια γι αυτό και παραπονιόταν και ότι μετά από συζήτηση με την Δρ. Χριστοφή τον πήρε στο Νοσοκομείο στη Λάρνακα. Καθ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της μιλούσε έντονα για την αλλαγή κυρίως στη ψυχολογία του Γιώργου και στις φοβίες που έχει και δεν έδωσε μεγάλο βάρος στο θέμα της βαρηκοΐας. Η μαρτυρία της έρχεται σε σύγκρουση με τη μαρτυρία του ΜΕ2 ο οποίος ανέφερε ότι είδε το Γιώργο Αργυρού για πρώτη φορά στις 24.10.02 μετά στις 14.11.02 και τελικά στις 03.06.
  3. Αφού σύμφωνα με τη δική της εκδοχή η πρώτη φορά που πήρε το Γιώργο η ίδια σε ωτορινολαρυγγολόγο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας μετά από συμβουλή της Δρ. Χριστοφή ήταν ενάμιση χρόνο πριν την ημερομηνία που έδιδε μαρτυρία και μάλιστα επέμενε ότι είχε προηγηθεί η επίσκεψη στον ωτορινολαρυγγολόγο του Νοσοκομείου Λάρνακας και μετά στο Δρ. Κάκκουρα βρίσκεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ΜΕ2 για την οποία υπάρχει και το τεκμήριο 2 ότι πρώτη επίσκεψη ήταν στις 24.10.02, και το τεκμήριο 3 που φέρει ημερομηνία 14.11.02 αλλά και το τεκμήριο 5 που έχει ημερομηνία 22.11.
  4. Έτσι λοιπόν η αξιολόγηση της μάρτυρος αυτής πέραν της έντονης συναισθηματικής φόρτισης από την οποία ήταν διάχυτη είναι μαρτυρία στην οποία δεν μπορεί το Δικαστήριο με ασφάλεια να στηριχτεί. Η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει την εξής ιδιαιτερότητα, ούτε ο ενάγοντας, ούτε ο εναγόμενος αλλά και ούτε οποιοσδήποτε αυτόπτης μάρτυρας παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο για να δώσουν ενόρκως την εκδοχή τους για το πώς επεσυνέβηκε το επίδικο δυστύχημα. Το Δικαστήριο για το σκοπό αυτό έχει ενώπιον του μόνο το τεκμήριο 1 που είναι το σχέδιο του ΜΕ1 και την ένορκη μαρτυρία του ΜΕ
  5. Ο ΜΕ1 είχε αναφέρει ότι όταν επισκέφτηκε τη σκηνή ο ενάγοντας δεν ήταν παρών, είχε διακομισθεί στο νοσοκομείο ούτε και το ποδήλατο του ήταν στη σκηνή. Τα όσα έχει σημειώσει στο τεκμήριο 1 καθώς και τα όσα έχει αναφέρει ενόρκως προέρχονται από τα όσα ο εναγόμενος και αυτόπτης μάρτυρας του είχαν αναφέρει, κανένας εκ των δύο όμως δεν έχει δώσει μαρτυρία. Το σημείο σύγκρουσης το οποίο ο ΜΕ1 είπε ότι του το υπέδειξε ο εναγόμενος, το οποίο ο συνήγορος του εναγόμενου δεν αμφισβήτησε και περαιτέρω στο σημείο αυτό υπήρχε και μια κηλίδα αίματος όπως έχει αναφέρει ο ΜΕ1 βρίσκεται σαφώς στην πλευρά της κανονικής πορείας του εναγόμενου και στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 το πλάτος του δρόμου είναι 6 μέτρα και το σημείο Χ απέχει από την άκρια του δρόμου αριστερά σε σχέση με την πορεία Α 2.20 μέτρα. Ίχνη τροχοπέδησης δεν υπάρχουν. Παράλληλα με την πορεία του εναγόμενου υπάρχει περιτοίχισμα ύψους 2.10εκ. Το περιτοίχισμα αυτό το οποίο σχηματίζει γωνία και προεκτείνεται κάθετα περιφράσσει γήπεδο. Αναφορικά με το όριο ταχύτητας η μαρτυρία του ΜΕ1 είναι ότι δεν πρόσεξε αν υπήρχε σχετική πινακίδα, η περιοχή είναι κατοικημένη και συνεπώς σύμφωνα με την μαρτυρία του το όριο πρέπει να είναι 50 χλμ/ω. Αναφορικά με την ορατότητα δεν υπάρχει καμία μαρτυρία πέραν του ότι το ύψος του περιτοιχίσματος είναι 2.10εκ. και ότι ο εναγόμενος οδηγούσε ημιφορτηγό αυτοκίνητο το οποίο είναι πιο ψηλό από ένα συνηθισμένο αυτοκίνητο αλλά ο ΜΕ1 δεν μέτρησε το ύψος του. Η πορεία του εναγόμενου και του ενάγοντα υποδείχτηκαν στον ΜΕ1 από τον εναγόμενο. Ο εναγόμενος ακολουθούσε την πορεία οδός Ανεξαρτησίας με κατεύθυνση προς Λειβάδια ενώ ο ενάγοντας ήταν σε χωράφι από το οποίο φαίνεται ότι εισήλθε κάθετα στον κύριο δρόμο. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη ο καιρός αίθριος ο δρόμος στεγνός και καθαρός και το δυστύχημα έγινε η ώρα 11:30 π.μ. Είναι άγνωστο το πόσο απείχε ο ενάγων ποδηλάτης από το περιτοίχισμα που φαίνεται στο τεκμήριο 1 όμως το σημείο Χ απείχε 4.30εκ. από την γωνία που σχηματίζει το περιτοίχισμα. Είναι γνωστή η αρχή ότι ο ενάγων φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων. Είναι νομολογημένο ότι σε αγωγή για αμέλεια το βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγοντας. Σχετική είναι η υπόθεση Σοφοκλέους ν. Καλογήρου Πολ. Έφεση 9411 ημερ. 15.04.
  6. Στο σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence, 8η έκδοση παρ. 5-22 το ζήτημα του βάρους απόδειξης τίθεται ως πιο κάτω: «In an action for negligence, as in every other action, the burden of proof falls upon the plaintiff alleging it to establish each element of the tort. Hence it is for the plaintiff to give evidence of the facts, on which he bases his claim for damages. His evidence must consist of facts, either proved or admitted, and, after it is concluded, two questions arise,
(1)whether, on that evidence, negligence may be reasonably inferred and
(2)whether assuming it may be reasonably inferred, negligence is in fact inferred». Η απόδειξη που πρέπει να παρουσιάσει ο ενάγοντας, πρέπει να προχωρεί πέρα από την καθαρή πιθανολόγηση και να φθάνει μέχρι το πεδίο των νομικών συμπερασμάτων (βλ. Charlesworth & Percy on Negligence πιο πάνω, παρ. 5 - 23). Οι εικασίες δεν έχουν νομική ισχύ. Είναι άγνωστες στο νομικό μας σύστημα (βλ. Searay Ltd v. M/V «Augostino Neto» Αγωγή Ναυτοδικείου 155/90, ημερ. 23.03.1995). Ενώπιον του Δικαστηρίου έχει κατατεθεί εκ συμφώνου το τεκμήριο 1 που είναι το σχεδιαγράφημα που έχει ετοιμάσει ο ΜΕ
  1. Επίσης έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια Α και Β για σκοπούς αντεξέτασης η κατάθεση του εναγόμενου Ανδρέα Αντωνίου και η κατάθεση κάποιου Χαράλαμπου Βαττή. Κανένας από τους δύο όπως έχει ήδη επισημανθεί δεν έχει μαρτυρήσει προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Έτσι έστω και αν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον ενάγοντα ότι ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η κατάθεση των τεκμηρίων αυτών παρόλο που έγινε για σκοπούς αντεξέτασης μόνο μπορούν να θεωρηθούν ως κανονικά τεκμήρια αφού ιδιαίτερα η κατάθεση του εναγόμενου περιέχει δηλώσεις εναντίον συμφέροντος, θέση η οποία εν πάση περιπτώσει δεν με βρίσκει σύμφωνη και πάλι δεν θα μπορούσε να δοθεί κανένα βάρος σε αυτή αφού σύμφωνα με το γενικό κανόνα του δικαίου της απόδειξης η μαρτυρία που δίδεται στο Δικαστήριο για την απόδειξη των επίδικων θεμάτων δίνεται προφορικά. Περαιτέρω το περιεχόμενο των γραπτών καταθέσεων στην αστυνομία μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για σκοπούς δοκιμασίας της αξιοπιστίας των διαδίκων και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αλήθεια του περιεχομένου του ή να αποτελέσει το βάθρο για την διεξαγωγή συμπερασμάτων ή ευρημάτων. Σχετικό είναι το σύγγραμμα Phipson on Evidence 12η έκδοση παράγραφος 657 όπως και η υπόθεση Σοφοκλέους ν. Καλογήρου ανωτέρω και η πιο πρόσφατη απόφαση Έλλη Δημητρίου ν. Μάριου Δημητριάδη ανηλίκου δια του πατρός και μητρός του Φίλιππου και Μάρως Δημητριάδη, Πολ. Έφεση 10226 ημερ. 04.10.
  2. Στην παρούσα περίπτωση ο εναγόμενος δεν έδωσε μαρτυρία κατά την ακρόαση. Το επίδικο έγγραφο δηλαδή η κατάθεση του κατατέθηκε μόνο για σκοπούς αντεξέτασης και σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε ρητή δήλωση του δικηγόρου του ότι δεχόταν ως αληθές το περιεχόμενο του. Είναι γεγονός ότι η γραπτή κατάθεση διαδίκου προς την αστυνομία μπορεί να γίνει αποδεκτή για την αλήθεια του περιεχομένου της καθώσην έκταση περιέχει επιζήμιες παραδοχές σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Σχετική είναι η απόφαση Χατζηγιάννης ν. Κουμάση, Πολ. Έφεση 8360 ημερ. 27.02.
  3. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η γραπτή κατάθεση του εναγόμενου προς την αστυνομία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από το Δικαστήριο προς απόδειξης της αλήθειας του περιεχομένου της ούτε μπορεί να αποτελέσει το υπόβαθρο για διεξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων, έτσι η εν λόγω κατάθεση όπως και η κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Χαράλαμπου Βαττή δεν μπορεί να τους αποδοθεί καμιά μαρτυρική αξία. Έχουν ήδη αναφερθεί τα συμπεράσματα και τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα. Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει κατά πόσο ο ενάγοντας έχει αποδείξει τους ισχυρισμούς του στο μέτρο που απαιτείται. Με βάση τα όσα έχουν ήδη αναφερθεί είναι η θέση μου ότι ο ενάγων σαφέστατα έχει αποτύχει να αποσείσει το βάρος αυτό. Πρέπει να αναφέρω ότι με έχει απασχολήσει το κατά πόσο εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση η αρχή της μετακίνησης του βάρους της απόδειξης (shifting of evidential burden of proof) στον εναγόμενο. Είναι ο εναγόμενος εκ πρώτης όψεως ένοχος αμελείας και το βάρος απόδειξης μεταφέρθηκε αμέσως και αυτόματα κατά τη διάρκεια της δίκης στου ώμους του ο οποίος όφειλε να το αποσείσει; Και βεβαίως δεν το απέσεισε διότι δεν προσήγαγε οποιαδήποτε μαρτυρία. Στην υπόθεση Theodoulou v. Pelopidha
(1981)1 CLR 230 έχει αποφασιστεί ότι η αρχή της μετακίνησης του βάρους της απόδειξης στους ώμους της άλλης πλευράς τυγχάνει εφαρμογής και στις αγωγές για αμέλεια. Επίσης σχετική είναι η υπόθεση Kasinos Constructions Ltd v. Christodoulides
(1987)1 CLR 6 όπως και οι πρόνοιες του άρθρου 55 του περι Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
  1. Όπως έχει νομολογηθεί η αρχή του res ipsa loquitur εφαρμόζεται στις κατάλληλες περιπτώσεις και σε υποθέσεις τροχαίων ατυχημάτων. Σχετικό είναι το σύγγραμμα Charlesworth on Negligence, 6η έκδ., σελ. 182, παρ. 271, Halsbury´s Laws of England, 4η έκδ. τόμος 5, σελ. 184-185 και Theodoulou v. Pelopidha (ανωτέρω). Στην παρούσα υπόθεση ο ίδιος ο εναγόμενος υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης του αυτοκινήτου που οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο με το ποδήλατο του ενάγοντα στη δική του λωρίδα κατεύθυνσης και περίπου 80εκ. από το κέντρο του δρόμου μέσα στη δική του πορεία. Το σημείο αυτό εκτός του ότι δεν αμφισβητήθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας από τον εναγόμενο υποστηρίζεται και από την ανεξάρτητη μαρτυρία του ΜΕ1 ο οποίος έχει αναφέρει ότι βρέθηκε στο σημείο εκείνο και μια κηλίδα αίμα. Υπάρχει επίσης μαρτυρία ότι στη σκηνή δεν ανευρέθησαν ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του εναγόμενου. Δεν υπάρχει όμως καμιά μαρτυρία αναφορικά με την ορατότητα που είχε ο εναγόμενος αντίθετα η ύπαρξη του τσιμεντένιου περιτοιχίσματος ύψους 2.10εκ. συνηγορούν ως προς την περιορισμένη ορατότητα που είχε ο εναγόμενος. Επίσης δεν δόθηκε καμιά μαρτυρία αναφορικά με την ταχύτητα του εναγόμενου ή με τις συνθήκες που ο ενάγοντας εισήλθε στον κύριο δρόμο από το παρακείμενο χωράφι. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα κλίνω προς την άποψη ότι με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα από το Δικαστήριο ότι ο εναγόμενος ήταν εκ πρώτης όψεως αμελής και ότι το βάρος της απόδειξης μετακινήθηκε σ΄ αυτόν για να εξηγήσει ότι ο τραυματισμός του ενάγοντα δεν ήταν το αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας. Η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται σαφώς από την υπόθεση Χριστοφή Παυλή και Άλλων ν. Ανδρέα Αβραάμ, Πολ. Έφεση 10067 ημερ. 24.02.
  2. Πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι η αρχή του res ipsa loquitur επιτρέπει συμπέρασμα αμέλειας του εναγόμενου κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις και κανένα άλλο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξυπονοείται. Η αρχή εφαρμόζεται μόνο για να αποδείξει παράβαση καθήκοντος και όχι την ύπαρξη καθήκοντος. Δεν επιτρέπει την επιβολή ευθύνης χωρίς σφάλμα. Ο ενάγων φέρει το βάρος να αποδείξει τα ουσιώδη της αγώγιμης αμέλειας. Σχετική είναι η υπόθεση Geopan Co Ltd, Α/φοι Λευκαρίτη Λτδ ν. Πανίκου Παναγή Πολ. Εφέσεις αρ. 9594 και 9595 ημερ. 10.11.1999, 1999 1(Γ) ΑΑΔ
  3. Ενόψει των ανωτέρω ο ενάγοντας έχει αποτύχει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του και συνεπώς η αγωγή του είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και απορρίπτεται. Ανεξάρτητα με την πιο πάνω κατάληξη και για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης θα εξετάσω την αξίωση του ενάγοντα για γενικές αποζημιώσεις. Είναι νομολογημένο ότι οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται για τραύματα, πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές. Σκοπός είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και ζημιά του τραυματισμού χωρίς όμως να τίθεται υπερβολικό βάρος επί του αδικοπραγούντος. Η καθοδηγητική αρχή είναι ότι ο ανθρώπινος πόνος και η δυσχέρεια πρέπει να αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη ευαισθησία και η γενική τάση είναι να αυξάνεται το ποσό των αποζημιώσεων σε μια προσπάθεια πιο δίκαιης αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου (βλ. μεταξύ άλλων Αντωνιάδης ν. Μακρίδης
(1989)1 ΑΑΔ 145, Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 ΑΑΔ 789, Παπανεοφύτου ν. Χ"Δημητρίου
(1992)1 ΑΑΔ 430 και Παναγής ν. Θεοδώρου
(1992)1 ΑΑΔ 1303). Είναι επίσης δεκτό ότι ποσά που επιδικάζονται σε άλλες υποθέσεις έχουν καθοδηγητική σημασία γιατί δεν υπάρχουν δύο παρόμοιες υποθέσεις που απορρέουν από δυστυχήματα (βλ. Σπύρου ν. Χ"Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 298). H αξίωση του ενάγοντα όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης του όπως αυτή έχει τροποποιηθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 17.03.03 είναι για κάκωση κεφαλής, σοβαρή διάσειση, αιμάτωμα, αλλαγή συμπεριφοράς, φοβίες και εφιάλτες που παρουσιάζονται ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, παρακολουθείται από παιδοψυχίατρο όπως και για νευροαισθητική βαρηκοΐα άμφω δεξιά προς αριστερά η οποία δεν είναι ανατρέψιμη. Θα εξετάσω πρώτα την απαίτηση για κάκωση της κεφαλής, σοβαρή διάσειση και αιμάτωμα. Έχει καταχωρηθεί ως τεκμήριο 6 εκ συμφώνου Ιατρικό Πιστοποιητικό του Τμήματος Ιατρικών Υπηρεσιών που έχει εκδοθεί από την Δρ. Σοφία Νικολάου, Ιατρικό Λειτουργό 1ης Τάξης στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα, "Στις 05.01.01 ο Γιώργος Αργυρού προσήλθε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Νοσοκομείου Λάρνακας μετά από τροχαίο ατύχημα. Έφερε μεγάλο θλαστικό τραύμα στην δεξιά πλευρά του κρανίου. Έφερε σοβαρή διάσειση. Εξετάσθη από ειδικό χειρούργο, και λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης του, μεταφέρθη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου και εισήχθη." Επίσης έχει κατατεθεί ως τεκμήριο 7 η Ιατρική Γνωμάτευση του ΜΕ4, ημερ. 22.10.01 στην οποία αναφέρει ότι την ημέρα που ο ενάγοντας είχε παραπεμφθεί στο Νευροχειρουργικό Τμήμα του Γ. Ν. Λευκωσίας έφερε θλαστικό τραύμα στο τριχωτό της κεφαλής, ήταν πλήρως προσανατολισμένος και επικοινωνούσε με το περιβάλλον. Δεν παρουσίαζε εστιακά νευρολογικά σημεία. Υπεβλήθη σε ακτινολογικό έλεγχο ο οποίος έδειξε την ύπαρξη λεπτού επισκληριδίου αιματώματος το οποίο αντιμετωπίστηκε με συντηρητική αγωγή. Παρέμεινε στο νοσοκομείο για τρεις μέρες για παρακολούθηση και μετά που εξήλθε και σε διάστημα ενός μήνα προσήλθε για εξέταση στα εξωτερικά ιατρεία παραπονούμενος για ζάλη και εμετούς. Υπεβλήθη σε κλινική εξέταση η οποία ήταν φυσιολογική όπως φυσιολογικό ήταν και το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα και ο βιοχημικός έλεγχος που έχει γίνει. Στο εν λόγω τεκμήριο ο Δρ. Διέτης γράφει επίσης και την ιατρική του γνώμη ως ακολούθως, "Ο μικρός Γιώργος υπέστη εγκεφαλική διάσειση λόγω του τραυματισμού στη κεφαλή που ήταν η αιτία της ζάλης και των εμετών. Δεν αναμένεται να παρουσιάσει προβλήματα στο μέλλον λόγω του τραυματισμού του." Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω ο Δρ. Διέτης έχει καταθέσει και προφορικά στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη. Τα όσα αναφέρει γραπτώς στο τεκμήριο 7 έχει ουσιαστικά υποστηρίξει με την προφορική του μαρτυρία. Η διάγνωση του όπως και η προφορική του μαρτυρία είναι ότι ο μικρός Γιώργος συνεπεία του δυστυχήματος υπέστη μετρίου βαθμού εγκεφαλική διάσειση, είχε πονοκεφάλους και μερικούς εμετούς και το αιμάτωμα το οποίο υπήρχε στη δεξιά βρεγματική χώρα αντιμετωπίστηκε με συντηρητική θεραπεία με αποτέλεσμα να αντιμετωπιστεί πλήρως. Έφερε θλαστικό τραύμα στη δεξιά κροταφική χώρα και υπήρχαν και εκχυμώσεις στην ίδια περιοχή. Χρειάστηκε να παραμείνει στο νοσοκομείο για τρεις περίπου μέρες. Ενόψει των ανωτέρω τα πιο πάνω αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου για τα οποία και ο μικρός Γιώργος θα πρέπει να αποζημιωθεί. Για το ποσό που θα επιδικαστεί θα επανέλθω αργότερα αφού εξετάσω και τους άλλους ισχυρισμούς βλαβών του ενάγοντα όπως προβάλλονται στην παράγραφο 3 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι συνεπεία του δυστυχήματος έχει αλλάξει η συμπεριφορά του συγκεκριμένα έχει φοβίες και εφιάλτες και παρακολουθείται από ψυχίατρο. Όπως έχει ήδη αναφερθεί δεν έχει κληθεί ως μάρτυρας η παιδοψυχίατρος που παρακολουθεί τον μικρό Γιώργο αλλά έχει κατατεθεί εκ συμφώνου ως τεκμήριο 8 πιστοποιητικό ημερ. 19.07.04 το οποίο έχει εκδοθεί από την παιδοψυχίατρο του Τμήματος Παιδιατρικής και Εφηβικής Ψυχιατρικής του Νοσοκομείου Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ΙΙΙ Λευκωσία, Δρ. Ν. Χριστοφή. Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο ο ενάγοντας παρεπέμφθη στο Τμήμα Παιδικής και Εφηβικής Ψυχιατρικής τον Ιούλιο του 2001 από την νευρολόγο του Γενικού Νοσοκομείου για επικίνδυνη /ριψοκίνδυνη συμπεριφορά. Η νευρολογική εξέταση όπως και το CT Scan εγκεφάλου και το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα ήταν φυσιολογικά. Από την παιδοψυχιατρική εκτίμηση προέκυψε ότι ο ενάγοντας είναι αγόρι αδρά εκτιμώμενης φυσιολογικής νοημοσύνης, ευγενικό, ευκολοσχέτιστο χωρίς εκδηλώσεις άγχους αποχωρισμού. Δεν παρατηρήθηκαν διαταραχές της σκέψης ή της αντίληψης, ο λόγος του ήταν ομαλός και αναφερόταν με άνεση τόσο στο αυτοκινητιστικό ατύχημα όσο καις το διαζύγιο των γονιών του το οποίο φαινόταν να τον στενοχωρεί ιδιαίτερα και να δυσκολεύεται να το δεχτεί. Είναι γενικά συνεργάσιμος συχνά παρορμητικός και ιδιαίτερα χειριστικός (αναγνωρίζεται η προσπάθεια του συχνά να εκμεταλλευτεί καταστάσεις προς όφελος του και να χειριστεί τους ενήλικες του περιβάλλοντος του ιδιαίτερα τους γονείς με επανειλημμένες προσπάθειες να τους φέρει κοντά. Συναισθηματικά είναι ευάλωτος και επηρεάζεται άμεσα από καταστάσεις που συμβαίνουν τόσο στο οικογενειακό όσο και στο σχολικό περιβάλλον. Παρουσιάζει σημαντικές μαθησιακές δυσκολίες με ανάγκη συστηματικής ψυχοπαιδαγωγικής παρέμβασης. Δύο φορές σε διαφορετικούς χρόνους εκδήλωσε αυτοκαταστροφική συμπεριφορά με αρκετά χειριστικά στοιχεία. Τη δική της μαρτυρία αναφορικά με τη ψυχολογική κατάσταση του Γιώργου έχει καταθέσει η ΜΕ3 η οποία όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω προσπάθησε να αποδώσει την αλλαγή της συμπεριφοράς του Γιώργου στο δυστύχημα. Με τα ενώπιον μου στοιχεία δεν βλέπω ότι η αλλαγή στη συμπεριφορά του Γιώργου σχετίζεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με το επίδικο δυστύχημα αντίθετα το τεκμήριο 8 αλλά και η προφορική μαρτυρία της ΜΕ3 καταδεικνύουν ότι ο μικρός Γιώργος έχει επηρεαστεί συναισθηματικά από το διαζύγιο των γονιών του. Η αυτοκαταστροφικές του τάσεις όπως έχουν περιγραφεί από την ΜΕ3 αλλά και από το τεκμήριο 8 δεν σχετίζονται σε καμιά περίπτωση με το επίδικο δυστύχημα. Επομένως η αξίωση του ενάγοντα για αποζημιώσεις συνεπείας αλλαγής στην συμπεριφορά του από το επίδικο δυστύχημα δεν έχει τεκμηριωθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. O ενάγοντας αξιεί επίσης αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη βαρηκοΐα η οποία προκλήθηκε συνεπεία του δυστυχήματος. Για το θέμα αυτό έχει δοθεί μαρτυρία από τον ΜΕ2 και από την ΜΕ3 και είχαν επίσης κατατεθεί τα τεκμήρια 2, 3, 4 που είναι τα ακουογραφήματα στα οποία έχει υποβληθεί ο ενάγοντας από τον ΜΕ2 όπως και το τεκμήριο 5 που είναι Ιατρική Έκθεση που έχει συντάξει ο ΜΕ2. Σύμφωνα με το τεκμήριο 5 έγινε στον ενάγοντα ακουολογικός έλεγχος ο οποίος έδειξε ότι υπάρχει νευροαισθητική βαρηκοΐα άμφω δεξιά μεγαλύτερη από αριστερά. Επίσης το συμπέρασμα του εν λόγω γιατρού είναι "ο μικρός Γιώργος μετά από την κρανιοεγκεφαλική κάκωση, αιμάτωμα εγκεφάλου και διάσειση ενεμφάνισε νευροαισθητηριακή βαρηκοΐα η οποία δεν είναι ανατρέψιμη." Σύμφωνα με την προφορική ένορκη μαρτυρία του ΜΕ2 ο μικρός Γιώργος σήμερα παρουσιάζει πτώση της ακουστικής οξύτητας και από τα δύο αυτιά η οποία δεν επιδέχεται συντηρητικής θεραπείας ούτε χειρουργικής αποκατάστασης δηλαδή είναι μόνιμη και μη αναστρέψιμη. Ήταν η θέση του ότι μετά από τέτοια διάγνωση τα προβλήματα που παρουσιάζονται είναι πρώτα κοινωνικά - ψυχολογικά γίνονται πιο επιθετικά και πιο νευρικά διότι υπάρχει συνέχεια βουητό στο αυτί τους το οποίο τους προκαλεί αυτό τον εκνευρισμό και επίσης κοινωνικό πρόβλημα. Αναφερόμενος γενικά για τους λόγους που μπορούν να προκαλέσουν βαρηκοΐα ο ΜΕ2 ανέφερε διάφορους ένας εκ των οποίων είναι τα παιδικά τραύματα της κεφαλής άλλοι λόγοι συμπεριλαμβάνουν κληρονομικότητα, παιδικές ασθένειες και προβλήματα στο τοκετό της μητέρας. Ο ΜΕ2 είχε αποκλείσει την κληρονομικότητα ως αιτία για το πρόβλημα του Γιώργου, αναφορικά με τυχόν επιπλοκές στον τοκετό ή παιδικές ασθένειες ο ΜΕ2 έχει αναφέρει ότι το ιστορικό του ενάγοντα δεν ανέφερε τέτοιες ασθένειες. Στην έκθεση του ο ίδιος θεωρεί ότι το πρόβλημα δημιουργήθηκε από το επίδικο δυστύχημα. Σύμφωνα όμως με τη δική του προφορική μαρτυρία τα προβλήματα βαρηκοΐας θα έπρεπε να παρουσιαστούν στο μικρό Γιώργο εντός ενός χρόνου από την αιτία. Η πρώτη φορά που ο ΜΕ2 εξέτασε το Γιώργο ήταν στις 24.10.02 δηλαδή σχεδόν δύο χρόνια μετά που επεσυνέβη το δυστύχημα. Σε αυτή τη γραμμή ήταν και η μαρτυρία του ΜΕ4, ο οποίος ανέφερε ότι σε μετρίου βαθμού εγκεφαλική διάσειση (ως είναι η περίπτωση του ενάγοντα) το σύμπτωμα βαρηκοΐας θα έπρεπε να γίνει αντιληπτό λίγες εβδομάδες μετά από τον ίδιο τον ενάγοντα αλλά και από τους οικείους του. Αντίθετα με αυτή τη μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση ο ενάγοντας επισκέφθηκε τον ΜΕ2 σχεδόν δύο χρόνια μετά το δυστύχημα. Βέβαια υπάρχει η μαρτυρία της ΜΕ3 η οποία είπε ότι αντιλήφθηκε το πρόβλημα βαρηκοΐας του Γιώργου ενάμιση χρόνο προηγουμένως πριν την ημερομηνία που έδινε μαρτυρία που ήταν η 17.06.04 δηλαδή περίπου αρχές του 2002 και ένα χρόνο μετά το δυστύχημα. Η ίδια είπε ότι πήρε το Γιώργο σε ωτορινολαρυγγολόγο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας ο οποίος και τον εξέτασε αλλά δεν έχει δοθεί καμιά μαρτυρία που υποστηρίζει αυτή της τη θέση. Ούτε έχει προσκομιστεί πιστοποιητικό από τον ωτορινολαρυγγολόγο του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Το γεγονός παραμένει ότι η πρώτη φορά που ο Γιώργος έτυχε ακουολογικής εξέτασης ήταν από τον ΜΕ2 στις 24.10.02 σχεδόν δύο χρόνια μετά το δυστύχημα το οποίο σύμφωνα με την μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων γιατρών ΜΕ2 και ΜΕ4 είναι πολύ μακρύ χρονικό διάστημα σε σχέση με το πότε έχει επεσυμβεί το επίδικο δυστύχημα για να μπορέσει να θεωρηθεί ότι είναι αποτέλεσμα και /ή ότι συνδέεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με το επίδικο δυστύχημα. Περαιτέρω αν και η μαρτυρία του ΜΕ2 αναφορικά με τη σημερινή κατάσταση του Γιώργου ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί, ο ΜΕ4 που σύμφωνα και με τη μαρτυρία της ΜΕ3 είναι αυτός που συμβούλεψε την ίδια να σταλεί ο Γιώργος σε παιδοψυχολόγο για περαιτέρω εξετάσεις και παρακολούθηση δεν ανέφερε τίποτα για τα προβλήματα βαρηκοΐας του Γιώργου αντίθετα μάλιστα η γνώμη του στο τεκμήριο 7 είναι ότι "δεν αναμένεται να παρουσιάσει προβλήματα στο μέλλον λόγω του τραυματισμού του", και αναφέρω ότι το τεκμήριο αυτό έχει ημερ. 22.10.01 εννέα μήνες από την ημέρα που επεσυνέβηκε το επίδικο δυστύχημα. Επίσης κάτι άλλο που είναι αξιοπρόσεκτο είναι ότι στο τεκμήριο 8 δεν γίνεται καμιά απολύτως αναφορά από την Δρ. Χριστοφή στο πρόβλημα βαρηκοΐας του Γιώργου. Αντίθετα στην έκθεση της αναφέρει ότι ο λόγος του ήταν ομαλός. Αυτή η μαρτυρία έρχεται σε κάθετη σύγκρουση με την μαρτυρία του ΜΕ2 ο οποίος έχει αναφέρει ότι το πρόβλημα του Γιώργου είναι οξύ και παρουσιάζεται και στα δύο αυτιά. Η συναισθηματική φόρτιση της ΜΕ3 όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω δεν αφήνει στο Δικαστήριο ασφαλή περιθώρια για να στηριχτεί στη μαρτυρία της αναφορικά με το πρόβλημα βαρηκοΐας που παρουσιάζει ο μικρός Γιώργος. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το πρόβλημα βαρηκοΐας του Γιώργου συνδέεται κάθε οιονδήποτε τρόπο με το επίδικο δυστύχημα. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου οι αποζημιώσεις που θα δικαιούτο ο ενάγων εάν επιτύγχανε η αγωγή του θα ήταν μόνο για την μετρίου βαθμού εγκεφαλική διάσειση που υπέστη ο Γιώργος συνεπεία του δυστυχήματος, ως αποτέλεσμα της οποίας είχε ζαλάδες, εμετούς, πονοκεφάλους και χρειάστηκε να παραμείνει στο νοσοκομείο για τρεις ημέρες. Αφού έχω διεξέλθει τη σχετική νομολογία επί του θέματος και λαμβάνοντας υπόψη την αυξητική τάση που υπάρχει για την επιδίκαση τέτοιων υποθέσεων κρίνω ότι ο ενάγοντας θα δικαιούτο σε γενικές αποζημιώσεις ύψους ΛΚ 1.750,00 ποσό το οποίο θεωρώ ότι θα ήταν μια δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. Επί του πιο πάνω ποσού θα επιδικαζόταν τόκος προς 8% από τις 05.01.2001 ημερομηνία του δυστυχήματος. Με την έκθεση απαίτησης του ο ενάγοντας επίσης διεκδικεί ως ειδικές αποζημιώσεις ΛΚ25 για την σύνταξη της αστυνομικής έκθεσης, ΛΚ35 για τα ιατρικά πιστοποιητικά, ΛΚ50 για τα μεταφορικά και ΛΚ 70 για τις ζημιές του ποδηλάτου. Αποτελεί καθιερωμένη αρχή ότι οι ειδικές ζημιές πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα με συγκεκριμένη σαφή και αποδεκτή μαρτυρία. Η απόδειξη τους κινείται πάντοτε μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Όπως έχει λεχθεί στην πολύ γνωστή απόφαση Bonham - Carter v. Hyde Park Hotel
(1948)64 T.L.R. 177: «Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages it is for them to prove their damage; it is not enough to write down the particulars, and so to speak, throw them at the head of the court, saying «This is what I have lost, I ask you to give me these damages». They have to prove it». Ο ενάγοντας έχει καταχωρήσει απόδειξη της Κυπριακής Δημοκρατίας με την οποία αποδεικνύεται ότι έχει πληρωθεί το ποσό των ΛΚ10 για την ιατρική έκθεση της Δρ. Σοφία Νικολάου τεκμήριο
  1. Καμιά άλλη απόδειξη δεν έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο για τα ποσά τα οποία αξιώνονται ούτε και έχει δοθεί οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία που να στηρίζει την αξίωση του ενάγοντα. Συνεπώς για το μόνο ποσό που μπορεί να επιδικαστεί υπέρ του για το θέμα των ειδικών αποζημιώσεων είναι το ποσό των ΛΚ10 στο οποίο ποσό επιδικάζεται τόκος 8% ετησίως από 13.09.
  2. Όπως έχει ήδη αναφερθεί τα πιο πάνω έχουν καταγραφεί για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης. Το αποτέλεσμα είναι ότι η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον του ενάγοντα τα έξοδα της διαδικασίας στη κλίμακα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........................................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.