ΑΔΑΜΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ (ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΙ) ΛΤΔ κ.α. ν. ALPHA BANK LTD, Αρ.αγωγής 382/2005, 16 Μαίου, 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A44 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Αρ.αγωγής 382/2005 Ενώπιον: Α.Πασχαλίδης, Π.Ε.Δ. Μεταξύ:
- ΑΔΑΜΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ (ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΙ) ΛΤΔ
- ADAMOS ARISTIDES (MOTORLUX SALES) LTD
- N.A.K.A.M.A. ENTERPRISES LTD
- ΚΩΣΤΑ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ
- ΝΤΙΝΑΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
- ΑΔΑΜΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ
- ΜΑΡΩΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ άλλωςΤουτουζιάν Ενάγοντες Και ALPHA BANK LTD πρώην Lombard Natwest Bank Ltd από την Λευκωσία Ημερ.: 16 Μαίου,
- Για αιτητές - ενάγοντες: κα Ε.Κονναρή για κ.Κ.Βελάρη. Για καθ΄ ων η αίτηση - εναγόμενους: κ.Ζαχαρίου. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την πιο πάνω αγωγή τους οι ενάγοντες επιδιώκουν την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό των αποφάσεων στις αγωγές αρ. 955/98, 956/98 και 968/98 που εκδόθηκαν εκ συμφώνου στις 23.1.2001 γιατί αυτές ήταν, το προϊόν δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή υποσχέσεων και/ή ψυχολογικής βίας (undue influence) από πλευράς των εναγομένων. Οι ενάγοντες ζητούν επίσης διατάγματα που να διατάσσουν τους εναγόμενους να τους εφοδιάσουν με πλήρεις λεπτομέρειες των λογαριασμών που κατά καιρούς διατηρούσαν με τους εναγόμενους, όπως και διατάγματα που να απαγορεύουν στους εναγόμενους να προχωρήσουν στη λήψη μέτρων με στόχο την εκτέλεση των επίδικων αποφάσεων. Παράλληλα οι ενάγοντες ζητούν αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες έχουν, όπως ισχυρίζονται, υποστεί, λόγω της ισχυριζόμενης συμπεριφοράς των εναγομένων. Με μονομερή αίτηση τους η οποία καταχωρήθηκε στις 8.2.2005, ημερομηνία καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος, οι ενάγοντες ζήτησαν από το Δικαστήριο και πέτυχαν την έκδοση προσωρινού ενδιάμεσου διατάγματος, με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους, τους αντιπροσώπους ή υπηρέτες τους να προχωρήσουν στην εκτέλεση των επίδικων αποφάσεων καθώς επίσης και προσωρινού ενδιάμεσου διατάγματος με το οποίο ανεστάλη η καταναγκαστική πώληση ακίνητης περιουσίας των εναγόντων, η οποία περιγράφεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Η αίτηση εδράζεται ουσιαστικά στα άρθρα 4, 5 και 9 του Κεφ.6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου, συνοδεύεται δε από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση της εναγόμενης 5, στην οποία επισυνάπτονται σαν τεκμήρια αριθμός εγγράφων. Συνοψίζω το περιεχόμενο της. Η ενόρκως δηλούσα για λογαριασμό των αιτητών, είναι σύζυγος του ενάγοντα 4 και μια εκ των μετόχων και διευθυντών των εναγόντων 1, 2 και 3, εξουσιοδοτημένη δε, όπως αναφέρει, από όλους τους ενάγοντες να προβεί στη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση. Η συνεργασία των διαδίκων, την οποία η εναγόμενη 4 χαρακτηρίζει προβληματική και η οποία ήταν το αντικείμενο των αγωγών στις οποίες εκδόθηκαν οι εκ συμφώνου αποφάσεις των οποίων επιδιώκεται ο παραμερισμός, συνίστατο στη χορήγηση τραπεζικών διευκολύνσεων από τους εναγόμενους στους ενάγοντες 1, 2 και 3 με την εγγύηση των λοιπών εναγόντων. Στα πλαίσια των εν λόγω εγγυήσεων υποθηκεύτηκαν προς όφελος των εναγομένων συγκεκριμένα ακίνητα, ιδιοκτησίας είτε κάποιων από τους ενάγοντες είτε τρίτων. Αποκορύφωμα της προβληματικής συνεργασίας των διαδίκων, ήταν η καταχώρηση από τους ενάγοντες τον Μάρτιο 1998 των αγωγών 955/98, 956/98 και 968/98 εναντίον των εναγομένων. Στις αντίστοιχες Υπερασπίσεις και Ανταπαιτήσεις τους, οι εδώ ενάγοντες και εκεί εναγόμενοι, αρχικά αρνούντο τα ισχυριζόμενα από τους ενάγοντες σαν οφειλόμενα ποσά, όπως και την εγκυρότητα των ισχυριζομένων εγγυήσεων. Στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν στα πλαίσια των πιο πάνω υποθέσεων, οι καθ΄ ων η αίτηση πρότειναν στους αιτητές, πρόταση που έγινε δεκτή - σχετικά είναι τα Τεκμ. 1 Α και 1 Β - οι τελευταίοι να εγκαταλείψουν τις ανταπαιτήσεις τους και να δεχτούν την έκδοση των εκ συμφώνου επίδικων αποφάσεων, με ανταλλάγματα όπως την παραχώρηση στους αιτητές, με τη μέθοδο της ιδιωτικής τοποθέτησης μετοχών στην τράπεζα των αιτητών, η οποία προτίθετο να εισέλθει στο Χρηματιστήριο, την παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων, την από τους καθ΄ ων η αίτηση αγορά του εργοστασίου των αιτητών σε ψηλότερη από την εκτιμηθείσα τιμή και την αναστολή εκτέλεσης των αποφάσεων. Οι όροι της εν λόγω διευθέτησης περιλήφθηκαν στις επίδικες εκ συμφώνου αποφάσεις, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται στην αίτηση σαν Τεκμ. 2 Α, 2 Β και 2 Γ. Σε αντίθεση με τους αιτητές, οι οποίοι τηρούσαν όλους τους όρους των επί Δικαστηρίω συμφωνιών, οι καθ΄ ων η αίτηση δεν έπραξαν το ίδιο. Ιδιαίτερα, οι καθ΄ ων η αίτηση, παρά και την παρέμβαση της Κεντρικής Τράπεζας, αρνούντο και εξακολουθούν να αρνούνται να εφοδιάσουν τους αιτητές με τεκμηριωμένες καταστάσεις λογαριασμών, ως είχαν υποχρέωση να πράξουν. Επίσης οι καθ΄ ων η αίτηση κατά τη διάρκεια της περιόδου αναστολής εκτέλεσης των επίδικων αποφάσεων έλαβαν μέτρα για την πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων, περιλαμβανομένου του εργοστασίου των εναγόντων 1 και του σπιτιού στο οποίο διαμένει η ενόρκως δηλούσα με την οικογένεια της. Η αμέσως πιο πάνω συμπεριφορά των καθ΄ ων η αίτηση, ανάγκασε, σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα για λογαριασμό των αιτητών, τους αιτητές να επιδιώξουν τη λύση των διαφορών τους με διαπραγματεύσεις, οι οποίες όμως λόγω έλλειψης συνεργασίας από πλευράς των καθ΄ ων η αίτηση δεν σημείωσαν ουσιαστική πρόοδο. Η μοναδική παραχώρηση στην οποία οι καθ΄ ων η αίτηση προέβησαν ήταν, σύμφωνα πάντα με την ενόρκως δηλούσα για λογαριασμό των αιτητών «.. η πραγματοποίηση εισήγησης τους να παραταθούν οι ημερομηνίες καταναγκαστικών πωλήσεων του σπιτιού μας από 9.7.04 στις 13.2.05 με αιτήσεις στο Δικαστήριο ημερ. 9.8.04 που οι ίδιοι μου είχαν εισηγηθεί να καταχωρήσουμε και να δεχθούν εκ συμφώνου». Παρά τις περί του αντιθέτου υποσχέσεις τους, οι καθ΄ ων η αίτηση προχώρησαν με στόχο την υλοποίηση των καταναγκαστικών πωλήσεων, που ήταν προγραμματισμένες για τις 13.2.05, αφήνοντας έτσι σαν μόνη επιλογή στους αιτητές την προσφυγή στο Δικαστήριο. Παράλληλα, οι καθ΄ ων η αίτηση απάλλαξαν μια εκ των εγγυητών, διευθετώντας την εξόφληση των δικών της υποχρεώσεων, με βάση ιδιωτική συμφωνία. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας για λογαριασμό των αιτητών ότι «το θέμα είναι εξαιρετικά επείγον» γιατί στην περίπτωση που δεν εμποδιστούν οι καθ΄ ων η αίτηση να προχωρήσουν με την εκποίηση των επίδικων υποθηκών, οι αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά γιατί, μεταξύ άλλων, θα χάσουν και το σπίτι τους, ενώ σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος οι καθ΄ ων η αίτηση καμιά ζημιά δεν θα υποστούν, αντίθετα θα ωφεληθούν λόγω της αυξητικής τάσης που παρατηρείται στις τιμές των ακινήτων. Τέλος, η ενόρκως δηλούσα για λογαριασμό των αιτητών ισχυρίζεται ότι οι αιτητές έχουν καλή αιτία αγωγής, όπως και πιθανότητες επιτυχίας. Η αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση των εναγομένων. Οι τελευταίοι ζητούν την απόρριψη της αίτησης σαν νομικά και ουσιαστικά αβάσιμης, γιατί οι αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και τέλος γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση ελλείπει το στοιχείο του επείγοντος που δικαιολογεί την έκδοση διαταγμάτων μονομερώς. ΄Όπως και η αίτηση, έτσι και η ένσταση συνοδεύεται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση στην οποία επισυνάπτεται αριθμός εγγράφων σαν τεκμήρια. Συνοψίζω το περιεχόμενο της. Η ενόρκως δηλούσα για λογαριασμό των καθ΄ ων η αίτηση, η οποία ισχυρίζεται ότι για ένα μέρος των γεγονότων έχει προσωπική γνώση ενώ για το υπόλοιπο μέρος αντλεί τη γνώση της από πληροφορίες που έχει πάρει είτε από το φάκελο και τα στοιχεία που έχουν στην κατοχή τους οι εργοδότες της είτε από πληροφορίες που έχει πάρει από τους δικηγόρους των καθ΄ ων η αίτηση, απορρίπτει τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Είναι η θέση των καθ΄ ων η αίτηση, πως οι επίδικες αποφάσεις είναι το προϊόν της ελεύθερης βούλησης των αιτητών, οι οποίοι τόσο στις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν και τελικά οδήγησαν στην έκδοση των επίδικων αποφάσεων όσο και κατά το χρόνο έκδοσης των αποφάσεων, εκπροσωπούντο από δικηγόρο. Κατά τις εν λόγω διαπραγματεύσεις συμφωνήθηκε όπως «η διαδικασία πώλησης των ενυποθήκων να προχωρήσει αλλά να μην πωλούνταν τα ακίνητα αν τηρείτο το πρόγραμμα αποπληρωμής». Στη συνέχεια η ενόρκως δηλούσα για λογαριασμό των καθ΄ ων η αίτηση, ισχυρίζεται ότι οι αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, τα οποία, κατά το χρόνο που η αίτηση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά, μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του. Συγκεκριμένα, οι αιτητές έχουν, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αποκρύψει τα πιο κάτω γεγονότα: (α) Το γεγονός ότι η υποσχεθείσα πίστωση ήταν ύψους £10.000.00 και ότι αυτή είχε χορηγηθεί στους αιτητές, πριν την έκδοση των επίδικων αποφάσεων και συγκεκριμένα στο στάδιο των διαπραγματεύσεων καθώς επίσης και ότι στις 10.4.2001 δόθηκε στους αιτητές επιπρόσθετη πίστωση. (β) ΄Ότι καθόλο τον ουσιώδη χρόνο εκπροσωπούντο από δικηγόρο στην παρουσία του οποίου διεξήγοντο οι διαπραγματεύσεις. (γ) Με την απόσυρση των ανταπαιτήσεων τους έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο και έτσι εμποδίζονται να αξιώνουν παρόμοιες θεραπείες στην παρούσα αγωγή. (δ) Η εναγόμενη τράπεζα - καθ΄ ων η αίτηση, δεν προχώρησαν σε δημοσιοποίηση και δεν έχουν εκδώσει μετοχές και συνεπώς δεν ήταν δυνατό να παραχωρήσουν στους αιτητές μετοχές με τη μέθοδο ιδιωτικής τοποθέτησης. (ε) Η εμπρόθεσμη κατάθεση έχει συμψηφιστεί και για το εν λόγω γεγονός ενημερώθηκε ο δικηγόρος των αιτητών στις 17.1.
- (στ) Οι καθ΄ ων η αίτηση πρότειναν σαν τιμή πώλησης του εργοστασίου των εναγομένων 1 στην ελεύθερη αγορά το ποσό των £375.000.00 αντί των £325.000.00 που ήταν η αξία καταναγκαστικής πώλησης. (ζ) Τους λόγους για τους οποίους ζήτησαν και πέτυχαν την αναστολή της πώλησης των ενυπόθηκων κτημάτων, τον Αύγουστο του 2004, και τους σχετικούς ισχυρισμούς των αιτητών, όπως τους προβάλλουν στις ένορκες δηλώσεις που συνόδευαν τις αιτήσεις τους, ημερ. 9.8.2004 και 10.8.2004, αντίστοιχα. Οι καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι αυτό που οι αιτητές στην πραγματικότητα επιδιώκουν με την παρούσα αγωγή και αίτηση τους, είναι η περαιτέρω αναστολή της εκποίησης των επίδικων υποθηκών και κατ΄ επέκταση η περαιτέρω αναστολή εκτέλεσης των επίδικων αποφάσεων, οι οποίες «είναι έγκυρες, νόμιμες, ισχυρές και δεσμευτικές και δεν μπορούν να παραμεριστούν ή να ακυρωθούν». Τέλος, οι καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτουμένου διατάγματος και ειδικότερα ότι η συνεχής μείωση στις τιμές των ακινήτων, που παρατηρείται στην αγορά, θα προκαλέσει ζημιά στους καθ΄ ων η αίτηση γιατί οι αιτητές δεν διαθέτουν άλλη περιουσία. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών, στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, πρόβαλαν και προώθησαν τις θέσεις και τα επιχειρήματα των πελατών τους, όπως αυτά προβάλλουν μέσα από την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Προτού αναφερθώ στις νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις, όπως η παρούσα, θεωρώ ορθό να ασχοληθώ πρώτα με τις εισηγήσεις των καθ΄ ων η αίτηση, σύμφωνα με τις οποίες η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, χωρίς το Δικαστήριο να εξετάσει την ουσία της, πρώτον, γιατί οι αιτητές έχουν αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να παραπλανηθεί και δεύτερο γιατί οι αιτητές απέτυχαν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο αναφορικά με το υπαρκτό του επείγοντος στα πλαίσια του άρθρου 9 του Κεφ.
- Η προκαταρκτική εξέταση των συγκεκριμένων εισηγήσεων, επιβάλλεται από αυτή την ίδια τη φύση των εισηγήσεων. Σύμφωνα με την πάγια θέση της νομολογίας, η διαδικασία σε μονομερή αίτηση, δημιουργεί στον αιτητή, λόγω της φύσης της αίτησης, την υποχρέωση να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και τα οποία μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η παράλειψη του αιτητή να αποκαλύψει τα εν λόγω γεγονότα μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση του διατάγματος χωρίς να προχωρήσει το Δικαστήριο στην εξέταση της αίτησης. Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος συζήτηση, παραπέμπω στις υποθέσεις Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd. [1989] 1 A.A.Δ. (Ε) 602, Στυλιανού ν. Στυλιανού [1992] 1 Α.Α.Δ. 583, Resola Cyprus (Ltd.) v. Χρίστου [1998] 1 Α.Α.Δ. 598, Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation [1996] 1 A.A.Δ.
- Εχω ήδη κάμει αναφορά στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση και ιδιαίτερα στα ισχυριζόμενα από τους εναγόμενους γεγονότα, τα οποία οι ενάγοντες έχουν, σύμφωνα με αυτούς, αποκρύψει και συνεπώς θεωρώ περιττό να τα επαναλάβω. Συνιστά κοινό και για τις δύο πλευρές έδαφος πως τον Αύγουστο 2004 οι αιτητές επεδίωξαν και, με τη σύμφωνη γνώμη των καθ΄ ων η αίτηση, πέτυχαν την αναστολή των καταναγκαστικών πωλήσεων των επίδικων ενυπόθηκων κτημάτων, από τις 26.9.2004, που οι εν λόγω πωλήσεις είχαν οριστεί, στις 13.2.
- Τα σχετικά δικαστικά διατάγματα εκδόθηκαν εκ συμφώνου, στα πλαίσια των αιτήσεων με αριθμό 15/04 και 16/04, που καταχωρήθηκαν από τους αιτητές δυνάμει βασικά των προνοιών των Ν.9/65, 60/66, του ΄Αρθρου 30 του Κεφ. 224 και των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Θεσμών του
- Τα αμέσως πιο πάνω γεγονότα, αποκαλύπτονται μεν από την ενόρκως δηλούσα για λογαριασμό των αιτητών στην παρούσα αίτηση, δεν αποκαλύπτεται όμως το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου οι σχετικές αιτήσεις, εδράζονταν και συγκεκριμένα δεν αποκαλύπτονται οι εκεί προβαλλόμενοι ισχυρισμοί και γεγονότα με βάση τα οποία οι αιτητές επεδίωξαν και τελικά πέτυχαν την αναστολή των καταναγκαστικών πωλήσεων των επίδικων ενυπόθηκων κτημάτων. Τα εν λόγω γεγονότα παρατίθενται στις ένορκες δηλώσεις που συνόδευαν τις δύο αιτήσεις, αποκαλύπτονται δε από τους καθ΄ ων η αίτηση, οι οποίοι επισυνάπτουν αντίγραφα των εν λόγω ενόρκων δηλώσεων στην ένσταση, Τεκμ. 6 και
- Μια απλή ανάγνωση των εν λόγω τεκμηρίων είναι αρκετή για να καταδείξει ότι πρόκειται για ουσιαστικά γεγονότα, τα οποία μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση κατά το χρόνο που η παρούσα αίτηση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά. Επισημαίνω το γεγονός ότι πρόκειται για διαφορετικά, από όλες τις απόψεις γεγονότα, από τα γεγονότα που προβάλλονται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, καθώς επίσης και ότι οι αιτητές στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις, όχι μόνο δεν καταλογίζουν στους καθ΄ ων η αίτηση τα όσα επιλήψιμα τους καταλογίζουν με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση τους αλλά και ότι, όπως με ασφάλεια μπορεί να διαπιστωθεί, στόχος των εκεί προσπαθειών τους ήταν, στην ουσία, η εξεύρεση τρόπου εξόφλησης των επίδικων δικαστικών αποφάσεων και όχι η ακύρωση τους. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τα Τεκμήρια 6 και 7, το οποίο να σημειωθεί είναι πανομοιότυπο και στις δύο δηλώσεις. «
- Μετά που μου κοινοποιήθηκε η ως άνω απόφαση του Εφεσίβλητου Αρ.1 επικοινώνησα με τους Εφεσίβλητους Αρ.2 και συζήτησα το όλο ζήτημα και δεδομένου ότι έγινε αντιληπτό ότι η αξία του επίδικου ακινήτου υπερβαίνει το 1 εκατομμύριο Λίρες, ποσό που υπερκαλύπτει το χρέος που ανέρχεται σε Λ.Κ.379.442,00.- και παρά ταύτα η επιφυλαχθείσα τιμή πωλήσεως που καθόρισε ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Λάρνακας είναι μόνο Λ.Κ.265,000.00.- για το ακίνητο με αρ. εγγρ.Μ228 και γι΄ αυτούς τους λόγους συμφωνήθηκε ότι είναι δίκαιο υπό τις συνθήκες να αναβληθεί η πώληση για ένα χρόνο έτσι ώστε να δοθεί η ευκαιρία να εξευρεθεί μια λύση σ΄ ότι αφορά την εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους και την αποφυγή του πλειστηριασμού που εάν πραγματοποιηθεί θα προκαλέσει μεγάλη αδικία και καταστροφή σε μένα αλλά και στους εγγυητές του χρέους.» Σαν αποτέλεσμα, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί σ΄ αυτό το στάδιο χωρίς να υπάρχει ανάγκη να προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω και τη δεύτερη πτυχή της ένστασης, ήτοι την ένσταση σύμφωνα με την οποία η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω καθυστέρησης στην υποβολή της. Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη, «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση (βλ. Resola [Cyprus] Ltd. v. Christou [1998] 1 Α.Α. Δ. σελ. 598, Ahmad Zein v. Παράσχου Καμπανελλά Λτδ. [2000] 1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 606). «Το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ.6» (βλ. (In Re Stavros Hotel Apartments Ltd. - Αίτηση αρ. 76/94 - 29.12.94), In Re B.P. Cyprus Ltd. - Αίτηση αρ. 143/96 - 1.8.96). Η περίοδος καθυστέρησης κρίνεται, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, με βάση το χρόνο κατά τον οποίο τα σχετικά γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του ενάγοντα για πρώτη φορά (βλ. Σύγγραμμα "Equitable Remedies" του Ι.C.F. Spry, 4th ed.
(1990)σελ. 422-23). Στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστώνω ότι τα όσα επιλήψιμα οι αιτητές καταλογίζουν στους καθ΄ ων η αίτηση, περιήλθαν στη γνώση των αιτητών, πολύ πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Η εν λόγω διαπίστωση προκύπτει και από την ΄Εκθεση Απαίτησης, η οποία επισημαίνω, καταχωρήθηκε μετά την έκδοση του ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος. Υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι οι αιτητές έχουν καθυστερήσει αδικαιολόγητα να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση και συνεπώς η συγκεκριμένη πτυχή της ένστασης επίσης επιτυγχάνει. Ως εκ τούτου, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και γι΄ αυτό το λόγο. Σαν αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα εκδοθέντα ενδιάμεσα προσωρινά διατάγματα ακυρώνονται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα καταβληθούν όμως στο τέλος της υπόθεσης, επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών. Α.Πασχαλίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ . cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο