Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ανδρέας Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αγωγής: 920/03, 6 Ιουνίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 920/03 Μεταξύ: Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Εκ Λευκωσίας Εναγόντων και
- Ανδρέας Κωνσταντίνου, εκ Λάρνακας
- Ανδρούλλα Κωνσταντίνου, εκ Λάρνακας Εναγομένων Ημερομηνία: 6 Ιουνίου 2005 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Α. Κλεάνθους και Α. Ζαχαρίου Για του Εναγόμενους: κ. Α. Κουμής Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν ποσό £10,000.00 και/ή £13,100.00 ως όφελος το οποίο οι εναγόμενοι προσπορίσθηκαν από άκυρη συμφωνία και/ή δυνάμει των προνοιών του Περί Συμβάσεων Νόμου και/ή ως money had and received και/ή δυνάμει των αρχών περί Αδικαιολόγητου Πλουτισμού και ή άλλως πλέον τόκο 9% από 27/11/97 μέχρι εξοφλήσεως. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 27/11/97 οι ενάγοντες ενοικίασαν στον 1ον εναγόμενο υπό την αλληλέγγυα εγγύηση και/ή υποχρέωση και/ή συμφωνία προς αποζημίωση και/ή κάλυψη της εναγόμενης 2, υπό συνήθεις όρους ενοικιαγοράς με δικαίωμα αγοράς, τα έπιπλα τα οποία περιγράφονται στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης έναντι της συμφωνημένης τιμής εκ £13.
- Όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης, οι ενάγοντες καταχώρησαν εναντίον των εναγομένων στις 14.12.00 την αγωγή 5582/00 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με την οποία αξιούσαν απόφαση εναντίον των εναγομένων για ποσό Λ.Κ. 11,961,15 πλέον νόμιμο τόκο και επιστροφή των αντικειμένων, δυνάμει συμφωνίας ενοικιαγορας. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στις 28.09.01 μετά από ακρόαση απέρριψε την αγωγή αποφασίζοντας ότι η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς ήταν εικονική και ως εκ τούτου άκυρη. Η απόφαση αυτή εφεσιβλήθηκε από τους ενάγοντες και στις 22.12.02 το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της Πολιτικής Έφεσης 11220 επιβεβαίωσε την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Είναι η θέση των εναγόντων, ότι οι εναγόμενοι εισέπραξαν και έλαβαν από τους ενάγοντες το ποσό των £10,000.00 και/ή £13,100.00 με νόμιμο τόκο και/ή τόκο προς 9% ετησίως από 27.11.97 και ως εκ τούτου έχουν προσπορισθεί όφελος από την εν λόγω εικονική και παρεπόμενα άκυρη συμφωνία το εν λόγω ποσό το οποίο και αξιούν με τη παρούσα αγωγή. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους εγείρουν θέμα δεδικασμένου προβάλλοντας τη θέση ότι τα αγώγιμα δικαιώματα των εναγόντων έχουν εκδικαστεί με την αγωγή 5582/00 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας το οποίο αποφάσισε ότι η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς ήταν εικονική και συνεπώς άκυρη και ότι η απόφαση αυτή έχει επικυρωθεί και με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.12.02 με την Πολιτική Έφεση
- Είναι περεταίρω η θέση των εναγομένων ότι έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο (Res Judicata) δυνάμει των ως άνω αποφάσεων και συνεπώς οι ενάγοντες κωλύονται (are estopped) από του να επανέρχονται και να προβάλλουν τις ίδιες αξιώσεις και απαιτήσεις έναντι των ίδιων εναγομένων, με την παρούσα αγωγή. Περεταίρω είναι η θέση των εναγομένων ότι η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση δικαιοδοσίας (abuse of the Process of the Court) και ότι πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Είναι δε άλλη θέση τους ότι εκ παρανόμου και ακύρου εικονικής σύμβασης δεν δύναται να δημιουργεί οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα. Με την απάντηση στην υπεράσπιση οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή έχει εγερθεί νόμιμα και κανονικά και ότι η παρούσα αξίωση των εναγόντων πηγάζει μόνο από την ακυρότητα της συμφωνίας η οποία έχει αποφασιστεί με τις αναφερόμενες αποφάσεις αλλά αποτελεί ξεχωριστή αιτία αγωγής και δεν τίθεται θέμα δεδικασμένου. Οι συνήγοροι των εναγόντων και των εναγομένων συμφώνησαν όπως εκδικαστεί πρώτα από το Δικαστήριο το νομικό ζήτημα που εγείρεται στην υπεράσπιση των εναγομένων βάση παραδεκτών γεγονότων, δηλαδή το κατά πόσο οι προηγούμενες αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην αγωγή 5582/00 και του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Έφεση 11220 αποτελούν δεδικασμένο και συνεπώς οι ενάγοντες εμποδίζονται να προχωρήσουν με την παρούσα αγωγή. Επί αυτού του ζητήματος το Δικαστήριο αποφάσισε με την ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 30.04.04 ότι δεν τίθεται θέμα δεδικασμένου και ότι η παρούσα αγωγή μπορεί να προχωρήσει κανονικά. Εναντίον της ενδιάμεσης αυτής απόφασης του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε από τους εναγόμενους στο Ανώτατο Δικαστήριο η Πολιτική Έφεση 11220 στις 07.05.04, η οποία δεν έχει ακόμη εκδικαστεί. Ακολούθως οι εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση στις 28.05.04 με την οποία ζητούσαν διάταγμα που να διατάττει την αναστολή της εκδίκασης της αγωγής μέχρι της ακρόασης και αποπεράτωσης της Πολιτικής Έφεσης που καταχωρήθη στις 07.05.04 κατά της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 30.04.
- Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση αυτή και το Δικαστήριο με απόφαση του ημερ. 10.09.04 απέρριψε την αίτηση και όρισε την υπόθεση για ακρόαση. Τελικά η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε στις 13.05.
- Παρά τη θέση του Δικαστηρίου πριν την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας εκδίκασης της παρούσας αγωγής ότι το θέμα ήταν καθαρά νομικό και ότι εάν γίνονταν παραδεκτά τα γεγονότα η διαδικασία θα μπορούσε να απλουστευθεί, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων είχε διαφορετική άποψη γι΄ αυτό και κλήθηκαν εκ πλευράς εναγόντων τρεις μάρτυρες και για τους εναγόμενους έδωσε μαρτυρία ο εναγόμενος
- Ο πρώτος μάρτυρας των εναγόντων ήταν η Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Μ. Τσιάππα, η οποία ουσιαστικά περιορίστηκε στο να καταθέσει τεκμήρια του φακέλου της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με αρ. 5582/00 που ήταν η υπόθεση στην οποία το Δικαστήριο πρωτόδικα αποφάσισε ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς ήταν εικονική. Ο δεύτερος μάρτυρας των εναγόντων ήταν ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Παρακολούθησης των Λογαριασμών στην Λαϊκή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Δ. Λεβέντης. Ήταν η θέση του ότι με βάση την συμφωνία η οποία κηρύχθηκε άκυρη από το Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής 5582/00 οι ενάγοντες έδωσαν £10.000 στους εναγόμενους και σύμφωνα με γραπτές οδηγίες του εναγόμενου υπ΄ αρ. 1 το ποσό αυτό κατατέθηκε σε ένα συμβόλαιο ενοικιαγοράς που είχε ο εναγόμενος 1 μαζί με κάποιο Σπύρο Λεβέντη και κάποιο μέρος του ποσού σε τρεχούμενο λογαριασμό πάλι επ΄ ονόματι του εναγόμενου 1 και του Σπύρου Λεβέντη. Ανέφερε επίσης ότι υπήρχε ακόμα ένα συμβόλαιο ενοικιαγοράς στο όνομα της εναγόμενης 2 από το οποίο μεταφέρθηκαν χρήματα στους λογαριασμούς που διατηρούσαν ο εναγόμενος 1 και ο Σπύρος Λεβέντης στην Λαϊκή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις). Από το ποσό των £10.000 έχει πληρωθεί από τον εναγόμενο 1 σύμφωνα με τον μάρτυρα ένα ποσό £1.148,85 και παραμένει υπόλοιπο £8.851,15, το ποσό αυτό δεν έχει πληρωθεί μέχρι σήμερα, η Τράπεζα σαν Χρηματοδοτικός Οργανισμός δεν χαρίζει αυτά τα χρήματα σε κανένα και απαιτούν από τους εναγόμενους το ποσό αυτό. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ2 δεν κλονίστηκε καθόλου και επεξήγησε ότι από το αρχικό ποσό που διεκδικούσε με βάση την αγωγή έχουν αφαιρεθεί τα δικαιώματα ενοικιαγοράς όπως και το δικαίωμα αγοράς και το ποσό που έχει πληρωθεί από τους εναγόμενους γι΄ αυτό και το ποσό το οποίο σήμερα διεκδικούν είναι το ποσό των £8.851,
- Ο ΜΕ3, Νίκος Νικολάου, είναι υπάλληλος των εναγόντων, αναγνώρισε την υπογραφή του εναγόμενου 1 και την δική του στο έντυπο με το οποίο δόθηκαν οδηγίες από τον εναγόμενο 1 προς τους ενάγοντες αναφορικά με τον τρόπο διανομής του ποσού των £10.000 στους διάφορους λογαριασμούς των εναγομένων. Κατέθεσε επίσης την κατάσταση λογαριασμού του επίδικου συμβολαίου (τεκμήρια 8Α και 8Β) σύμφωνα με τα οποία το υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν £11.961,15, £3.100 είναι τα δικαιώματα ενοικιαγοράς και £10 τα δικαιώματα αγοράς. Εάν αφαιρεθούν αυτά τα ποσά από το ποσό το αρχικό το υπόλοιπο είναι £8.851,15 οι εναγόμενοι έχουν πληρώσει συνολικά το ποσό £1.148,
- Κατά την αντεξέταση του η θέση του παρέμεινε σταθερή στα είχε αναφέρει κατά την κυρίως εξέταση του και ανέφερε ότι τις γραπτές οδηγίες για το πώς να διανεμηθούν τα χρήματα στους διάφορες λογαριασμούς του τους έδωσε ο εναγόμενος 1, από την εναγόμενη 2 δεν πήρε οδηγίες. Ο εναγόμενος 1 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι δεν είσπραξε κανένα ποσό χρημάτων ούτε και ουδέποτε οποιαδήποτε έπιπλα αγοράστηκαν από τον ίδιο και ότι τα λεφτά που ζητούν οι ενάγοντες σήμερα έχουν κατατεθεί στο λογαριασμό του Σπύρου Λεβέντη που είναι αδελφός του ΜΕ2 και σε ένα λογαριασμό συνεταιρισμού που είχε ο ίδιος μαζί με τον Σπύρο Λεβέντη. Ο ίδιος δεν έβαλε ούτε ένα σεντ στην τζιέπη του, τον ΜΕ3 δεν τον είδε ποτέ μπροστά του ούτε του έδωσε οδηγίες αναφορικά με τον τρόπο διανομής των χρημάτων σε λογαριασμούς και ότι η σύζυγος του, εναγόμενη 2 δεν καρπώθηκε ούτε ένα γρόσι από αυτές τις δοσοληψίες. Κατά την αντεξέταση του όμως παραδέχτηκε ότι το ποσό των £10.000 κατατέθηκε σε δύο λογαριασμούς. Ο ένας αφορούσε συμβόλαιο χρηματοδότησης στο όνομα του και του Σπύρου Λεβέντη ενώ ο άλλος ήταν λογαριασμός τρεχούμενου και πάλι στο όνομα του και του Σπύρου Λεβέντη. Δεν έλαβε μετρητά και σε υποβολή όμως ότι με τον τρόπο που εξήγησε πιο πάνω πήρε αυτό το ποσό χρημάτων η θέση του ήταν ότι δεν καρπώθηκε μόνο ο ίδιος αλλά και ο Σπύρος Λεβέντης. Παραδέχτηκε επίσης ότι έκαμε πληρωμές έναντι αυτού του δανείου με δικές του προσωπικές επιταγές (σχετικό είναι το τεκμήριο 9) η οποία και επιστράφηκε απλήρωτη. Ήταν η θέση του ενόρκως ότι και σήμερα έχει την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει αυτό το δάνειο αλλά θεωρεί ότι η πράξη που έκανε η Τράπεζα ήταν άδικη γιατί δεν καρπώθηκε ο ίδιος ολόκληρο το ποσό του δανείου και θεωρεί ότι είναι άδικο να πρέπει να το αποπληρώσει ολόκληρο ο ίδιος. Παρακολουθώντας όλους τους μάρτυρες των εναγόντων ενώ έδιδαν την ένορκη τους μαρτυρία δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι όλοι έλεγαν την αλήθεια. Αφού και η μαρτυρία τους κυμαίνεται στις ίδιες γραμμές. Ο εναγόμενος 1 επίσης με τη δική του μαρτυρία όπως αυτή προέκυψε από την αντεξέταση του, ενίσχυσε τους μάρτυρες των εναγόντων. Με βάση λοιπόν την προφορική μαρτυρία και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο γίνονται ευρήματα του Δικαστηρίου τα πιο κάτω. H επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς, τεκμήριο 7, κηρύχθηκε άκυρη από το πρωτόδικο Δικαστήριο που εκδίκασε την αγωγή 5582/00 εφόσον είχε ως αντικείμενο ανύπαρκτη συναλλαγή. Η διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου ήταν ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς ήταν εικονική. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Εφετείο με την Πολιτική Έφεση 11220 ημερ. 20.12.
- Οι ενάγοντες έχουν δανείσει στον εναγόμενο 1 στις 27.11.97 το ποσό των £10.000 το οποίο σύμφωνα με τις γραπτές οδηγίες του εναγόμενου 1 σχετικό είναι το τεκμήριο 6 που αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 7 της ίδιας ημερομηνίας το ποσό των £5.519,00 στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς με αρ. 3584402 το οποίο ήταν στο όνομα του εναγόμενου 1 και κάποιου Σπύρου Λεβέντη. Επίσης το ποσό των £4.399,00 κατατέθηκαν στον τρεχούμενο λογαριασμό 042-21-21012 ο οποίος είναι στο όνομα του εναγόμενου 1 και κάποιου Σπύρου Λεβέντη. Από το ποσό των £10.000 το ποσό £82,00 ήταν τα έξοδα της Τράπεζας. Σύμφωνα με το τεκμήριο 8Α στις 24.04.03 το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού ήταν £11.961,15 χρεωστικό. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται τα δικαιώματα ενοικιαγοράς των εναγόντων όπως και το δικαίωμα αγοράς τα οποία συμποσούνται στο ποσό των £3.110,
- Τα ποσά αυτά οι ενάγοντες δεν τα δικαιούνται αφού υπάρχει η προηγούμενη δεσμευτική απόφαση του Δικαστηρίου ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς ήταν εικονική και κατ΄ επέκταση άκυρη. Ορθά λοιπό οι ενάγοντες έχουν αφαιρέσει το ποσό αυτό από το υπόλοιπο το οποίο ανέρχεται στο ποσό των £8.851,15 ποσό στο οποίο πολύ σωστά και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγόντων έχουν μειώσει την απαίτηση τους. Στο ποσό των £11.961,15 που είναι το υπόλοιπο του λογαριασμού σύμφωνα με το τεκμήριο 8Α έχουν ληφθεί υπόψη οι πληρωμές που έχουν γίνει από τον εναγόμενο 1 με επιταγές οι οποίες επεστράφησαν απλήρωτες, σχετικό είναι το τεκμήριο
- Από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η παρουσία των μαρτύρων στο Δικαστήριο καθώς και όλη η προφορική μαρτυρία που δόθηκε ήταν σπατάλη αδικαιολόγητα δικαστικού χρόνου λαμβανομένης υπόψη τελικά της ένορκης παραδοχής του εναγομένου 1 ότι το ποσό χρημάτων το οποίο διεκδικείται δόθηκε στον ίδιο και χρησιμοποιήθηκε για την εξόφληση δανείων όπως έχει ανωτέρω αναφερθεί. Η αγωγή των εναγόντων σύμφωνα με την παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης στηρίζεται στο ότι "Οι εναγόμενοι μέχρι σήμερα αμελούν και /ή αρνούνται να επιστρέψουν το ως άνω προσπορισθέν όφελος από άκυρη συμφωνία και ως εκ τούτου οι ενάγοντες διεκδικούν το εν λόγω ποσόν δυνάμει των αρχών περί Αδικαιολόγητου Πλουτισμού και /ή ως money had and received και /ή ως όφελος που προσπορίσθησαν οι εναγόμενοι και /ή οιοσδήποτε από αυτούς από άκυρη συμφωνία". Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους εναγόμενους ανέφερε στο Δικαστήριο ότι υπάρχει δεδικασμένο για την παρούσα αγωγή η οποία δεν μπορεί να προχωρήσει, ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς έχει κηρυχθεί εικονική και συνεπώς υπάρχει δόλος και /ή απάτη και /ή ψευδής παραστάσεις από πλευράς των εναγόντων και τέλος ότι δεν υπάρχει στο Κυπριακό Νομικό Σύστημα αγωγή που να στηρίζεται στον αθέμιτο ή αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ο κ. Κουμής παρέπεμψε το Δικαστήριο σε νομολογία. Η θέση του κ. Ζαχαρίου ήταν ότι η βάση της απαίτησης είναι το Άρθρο 65 του περί Συμβάσεων Νόμου, η σύμβαση ενοικιαγοράς κηρύχθηκε άκυρη λόγω εικονικότητας και όχι παράνομη και συνεπώς με βάση την αρχή της αποκατάστασης (restitution) οι ενάγοντες δικαιούνται απόφαση για το ποσό που διεκδικούν δεδομένης και της ένορκης παραδοχής του εναγόμενου 1 ότι πήρε τα χρήματα παραδοχή η οποία ουσιαστικά αποτελεί παραδοχή της παραγράφου 7 της έκθεσης απαίτησης. Ο κ. Ζαχαρίου επίσης παρέπεμψε το Δικαστήριο σε νομολογία. Η υπεράσπιση του δεδικασμένου όπως έχει ήδη αναφερθεί σαφώς και δεν μπορεί να επιτύχει αφού υπάρχει επί του θέματος αυτού ενδιάμεση απόφαση αυτού του Δικαστηρίου με την οποία η θέση αυτή της υπεράσπισης έχει εξεταστεί προδικαστικά και έχει απορριφθεί και εναντίον της απόφασης αυτής εκκρεμεί έφεση. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του δόλου, της απάτης ή των ψευδών παραστάσεων παρατηρώ ότι τέτοια θέση δεν είναι δικογραφημένη. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Sevegep Ltd v. United Sea Transport
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 729, Safarino v. Σταυρινού
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059, Παναγή ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. 10544, ημερ. 03.10.01, Λουκή Λουκαϊδη ν. Εκδοτικής Εταιρείας Αλήθειας Λτδ κ.α., Πολ. Έφ. 10934 και 10935, ημερ. 24.01.03 και η πρόσφατη απόφαση Αντρέα Τσαγγάρη ν. Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ.ά, Πολ. Έφ. 11435, ημερ. 21.04.03. Τίποτε και κανένας από τους ισχυρισμούς περί δόλου, απάτης ή/ και ψευδούς παράστασης δεν δικογραφείται στην υπεράσπιση των εναγομένων. Οι ισχυρισμοί αυτοί για πρώτη φορά έχουν τεθεί στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων ούτε και οποιαδήποτε μαρτυρία έχει προσαχθεί σε σχέση με αυτούς τους ισχυρισμούς συνεπώς και απορρίπτονται. Στην υπόθεση Minerva Finance & Investment Ltd v. Γεωργιάδης
(1998)1(Δ) A.A.Δ. 2173 ο έντιμος Δικαστής Κωνσταντινίδης συνοψίζοντας και την αγγλική νομολογία επί του θέματος έχει αναφέρει τα εξής "Ο άδικος πλουτισμός (unjust enrichment) δεν αποτέλεσε και δεν αποτελεί ακόμα στο Αγγλικό Δίκαιο, παρά τον προβληματισμό που εκδηλώνεται, αυτόνομη αιτία αγωγής. Αναγνωρίζεται όμως πλέον πως, ως έννοια βρίσκεται στον πυρήνα της αξίωσης για αποκατάσταση (restitution) ως συνιστώσα την αρχή που την υποστυλώνει. Το θέμα αναπτύσσεται στον Chity On Contracts 27η Έκδοση, ειδικά από την παράγραφο 29-007 κ.ε. Και το σύγγραμμα The Law Of Restitution των Goff & Jones, 2η Έκδοση, αρχίζει ακριβώς με την επεξήγηση πως το δίκαιο της αποκατάστασης είναι το δίκαιο που αφορά σε όλες τις αξιώσεις, οιονεί συμβατικές ή άλλως, που θεμελιώνονται στην αρχή του άδικου πλουτισμού. (βλ. επίσης σελ. 11 κ.ε.). Και είναι με την πιο πάνω έννοια που και τα δύο συγγράμματα αναφέρονται στα τρία στοιχεία του άδικου πλουτισμού στα οποία αναφέρθηκε ο εφεσίβλητος. (βλ. παράγραφος 29-011 και σελ. 13 αντίστοιχα)...... Θα προσθέταμε εδώ πως αρκετά πρόσφατα, στην υπόθεση Woolwich Building Society v. I.R.C. (H.L.(E)) [1993] A.C. 167 αποφασίστηκε πως όπου έχει πληρωθεί ποσό χρημάτων αχρεωστήτως αλλά ο πληρώσας δεν μπορεί να θεμελιώσει κάποια βάση για επιστροφή του, το ποσό δεν μπορεί να επιστραφεί. Τέτοια βάση θα μπορούσε να είναι το λάθος, ως πτυχή της ευρύτερης έννοιας που συνοπτικά αποδίδεται με τον όρο "money had and received". (Χρήματα του ενάγοντα που λήφθηκαν από τον εναγόμενο). Όρος που στην Κύπρο, στο πλαίσιο του Άρθρου 72 του Κεφ. 149 καλύπτει και το νομικό λάθος (βλ. George William Portsmouth v. Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1967)1 C.L.R. 87 και συναφώς C.T.C. Consultants v. Grindlays Bank
(1988)1 C.L.R. 264). Όπως και η πληρωμή συνεπεία εξαναγκασμού (duress ή compulsion ή coercion) που επίσης συνιστά βασικό κεφάλαιο του δικαίου που διέπει την αποκατάσταση. Συνοψίζουν την αγγλική νομολογία πάνω στο θέμα τα δύο συγγράμματα στα οποία έχουμε αναφερθει, ο Chitty on Contracts από την παράγραφο 29-056 και οι Goff & Jones από τη σελίδα 161. Αναγνωρίζονται εν προκειμένω όσα περιγράφονται ως όρια στο δικαίωμα για αποκατάσταση. Αποκλείεται, μεταξύ άλλων, η αποκατάσταση όταν ο ενάγων ενεργεί εκουσίως προς δικό του όφελος. Η κατ΄ αποδοχή ή συμβιβασμός έντιμης αξίωσης. (βλ. Chitty ανωτέρω παράγραφος 29-011 κ.ε., Goff & Jones σελ. 24 κ.ε.)." Η υπόθεση Μinerva (ανωτέρω) έχει υιοθετηθεί σε πολλές αποφάσεις και έχει επικυρωθεί επανειλημμένα αναφέρω ενδεικτικά την απόφαση Α.Ι. Καρπασίτης και Υιοί Λτδ κ.ά. ν. Καραφωκά κ.ά.
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980. Ήταν η θέση του κ. Κουμή ότι με βάση τις πιο πάνω αυθεντίες η παρούσα υπόθεση θα πρέπει και να απορριφθεί. Σίγουρα αν η αξίωση των εναγόντων βασιζόταν στα Άρθρα 70, 71 και 72 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, αυτή θα ήταν και η θέση του Δικαστηρίου. Όμως όπως αναφέρεται και την παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης οι ενάγοντες διεκδικούν το ποσό δυνάμει των αρχών περί Αδικαιολόγητου Πλουτισμού και /ή ως όφελος που προσπορίσθηκαν οι εναγόμενοι και /ή οποιοσδήποτε από αυτούς από άκυρη συμφωνία. Το Άρθρο 65 του Κεφ. 149 προνοεί τα ακόλουθα "When an agreement is discovered to be void, or when a contract becomes void, any person who has received any advantage under such agreement or contract is bound to restore it, or to make compensation for it, to the person from whom he received it". Στην παρούσα υπόθεση είναι σαφές ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς κηρύχθηκε τόσο πρωτόδικα όσο και κατ΄ έφεση στα πλαίσια της αγωγής 5582/00 εικονική και ως εκ τούτου άκυρη, σε καμία όμως περίπτωση η σύμβαση αυτή δεν χαρακτηρίστηκε παράνομη. Στην απόφαση A and C Antoniou Resort Ltd v. Eleonora Hotel Apartments Ltd, Πολ. Έφ. 10997 ημερ. 13.09.02, το Εφετείο δια του εντίμου Δικαστή Κρονίδη αναφέρει τα εξής. "Tο πρωτόδικο Δικαστήριο αφού ανέλυσε τη μαρτυρία και τη νομολογία επί του θέματος κατέληξε ότι η συμφωνία ενοικίασης δεν ήταν έγκυρη και εκτελεστή, στο βαθμό που υπερβαίνει το ένα έτος, ως προνοεί το άρθρο 77
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Θεώρησε ότι η συμφωνία ήταν παράνομη (illegal) και συνεπώς δεν ετύγχανε εφαρμογής το άρθρο 65 του Νόμου, και όπως αναφέρει στην απόφαση του το πρωτόδικο Δικαστήριο, 'επομένως δεν μπορούν να αποδοθούν οποιαδήποτε ποσά πίσω στους ενάγοντες είτε από την εγγυητική είτε με βάση οποιαδήποτε άλλη νομική αξίωση εφόσον η συμφωνία ενοικίασης είναι άκυρη και μη εκτελεστή.'...... Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε τη σύμβαση ενοικίασης ως παράνομη και αφού παρέθεσε τη σχετική νομολογία και αποσπάσματα από τους Halsbury's Law of England (3η Έκδοση, Τόμος 8, παράγραφος 258) κατέληξε ότι η ενάγουσα δεν εδικαιούτο να απαιτήσει επιστροφή του ποσού της τραπεζικής εγγύησης λόγω ακριβώς του παρανόμου της συναλλαγής. Δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Παράνομη σύμβαση είναι αυτή που αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας δεν είναι νόμιμος γιατί είτε είναι απαγορευμένος από οποιοδήποτε νόμο, είτε συνιστά απάτη, είτε επιφέρει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου ή αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική (τάξη) (βλέπε: άρθρο 23 του Κεφ. 149). Δυνάμει δε του άρθρου 24 του ίδιου κεφαλαίου τέτοια συμφωνία είναι παράνομη και κατά συνέπεια άκυρη εξ υπαρχής. Όλη η νομολογία στην οποία στηρίχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο για να απορρίψει την απαίτηση της εφεσείουσας για επιστροφή του ποσού της τραπεζικής εγγύησης, που εισέπραξε η εφεσίβλητη, αναφέρεται στο παράνομο της αντιπαροχής και όχι στην ακυρότητα της σύμβασης που προκύπτει από τη μη συμμόρφωση στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 77
(1)του Νόμου για την έγκυρη συνομολόγηση της σύμβασης. Στην παρούσα υπόθεση όμως τόσο η αντιπαροχή όσο και ο σκοπός της συμφωνίας δεν ήταν παράνομος όπως διαλαμβάνει το άρθρο 23. Το άρθρο 65 έτυχε εφαρμογής στην υπόθεση KIER (CYPRUS) LTD. v. TRENCO CONSTRUCTIONS LTD.
(1981)1 CLR 30 και ANTHOULLA PAPADOPOULOU v. XENOPHON POLYCARPOU
(1968)1CLR 352. Στην τελευταία απόφαση (ANTHOULLA PAPADOPOULOU) η εφεσείουσα, ούσα ανήλικη, πώλησε και μεταβίβασε στην εφεσίβλητη ακίνητο το οποίο ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της. Δεκατρία χρόνια αργότερα καταχώρησε αγωγή ζητώντας την επιστροφή του ακινήτου. Το Ανώτατο Δικαστήριο απεφάνθη ότι η συμφωνία ήταν άκυρη και διέταξε την επιστροφή του ακινήτου στην εφεσείουσα. Εφαρμόζοντας δε το άρθρο 65 του Νόμου, διέταξε την καταβολή από την εφεσείουσα αποζημίωσης προς την εφεσίβλητη." Επίσης στην υπόθεση Maison Jenny Ltd v. Krashias Footware Industry Ltd Πολ. Έφ. Αρ. 10881 ημερ. 24.07.02, ο τέως Πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου Πικής αναφέρει τα ακόλουθα "Η νομολογία διευκρινίζει ότι εφόσον στοιχειοθετούνται τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την απαίτηση είναι παραδεχτή η παροχή αρμόζουσας θεραπείας άσχετα από το ακριβές νομικό πέπλο κάτω από το οποίο τίθεται η απαίτηση. (βλ. Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 A.A.Δ. 319, Kennedy Hotel Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 A.A.Δ. 400.) Στην προκείμενη περίπτωση διαγράφηκαν από την έκθεση απαιτήσεων τα γεγονότα και οι συνθήκες κάτω από τα οποία πληρώθηκε το ποσό των £20.000 από τους αγοραστές στους πωλητές. Αποκλειστικός λόγος ήταν η μεταξύ τους συμφωνία. Εφόσον αυτή ήταν άκυρη προβάλλεται ευθέως ο λόγος για την παροχή θεραπείας στην επιστροφή του ποσού το οποίο δόθηκε χωρίς αντάλλαγμα." Οι πιο πάνω αποφάσεις εφαρμόζονται πλήρως κατ΄ αναλογία στην παρούσα περίπτωση. Η σύμβαση μεταξύ εναγόντων και εναγόμενου 1 δεν είναι παράνομη αφού ο σκοπός για τον οποίο αυτή συνήφθη δεν είναι παράνομος. Ο δανεισμός χρημάτων δεν μπορεί να θεωρηθεί παράνομος. Επίσης έστω και αν οι ενάγοντες γνώριζαν εκ των προτέρων ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς ήτο άκυρη σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δεχθεί ότι αυτή τους η γνώση επενεργεί κατά τρόπο ώστε να απαλλάξει τον εναγόμενο 1 από την οφειλή του. Με βάση τα πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι η αξίωση των εναγόντων μπορεί να επιτύχει όσον αφορά τον εναγόμενο 1 ο οποίος και ενόρκως έχει αποδεχθεί ότι έχει λάβει το ποσό από τους ενάγοντες. Εκδίδεται λοιπόν απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 1 για το ποσό των £8.851,15 με νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης. Επιδικάζονται επίσης υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 1 τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Η εναγόμενη 2 δεν έχει συνδεθεί από τους ενάγοντες ικανοποιητικά με τη δοσοληψία αυτή επομένως η αγωγή εναντίον της εναγόμενης 2 αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης 2 και εναντίον των εναγόντων τα έξοδα της διαδικασίας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.)............................................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο