← Κύπρος

ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ) ΛΤΔ ν. PARSON EMPORIO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3426/2002, 13 Ιουνίου 2005

ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ) ΛΤΔ ν. PARSON EMPORIO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3426/2002, 13 Ιουνίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Ν. ΓΙΑΣΕΜΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3426/2002 Μεταξύ: ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ) ΛΤΔ Ενάγοντες -και-

  1. PARSON EMPORIO LTD
  2. Παρσών Παρσών
  3. Κώστα Παρσών Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 25.4.2005 13 Ιουνίου 2005 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κα Ε. Ανδρέου Για εναγόμενο: κ. Α. Μαθηκολώνης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ακρόαση της υπόθεσης αυτής βρίσκεται σε εξέλιξη. Ολοκληρώθηκε η μαρτυρία του πρώτου και προφανώς ουσιωδέστερου μάρτυρα των εναγόντων κ. Σιάτη Σαριεντίν. Η μαρτυρία του ήταν μακρά και κάλυψε αν όχι ολόκληρο ίσως το μεγαλύτερο μέρος ης απαίτησης των εναγόντων που είναι για επιστροφή ποσού £350.000.- το οποίο κατεβλήθη στην εναγομένη εταιρεία για την αγορά μέρος του μετοχικού της κεφαλαίου με προοπτική την εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Η εν λόγω απαίτηση υποβάλλεται επί διαφόρων διαζευκτικών νομικών βάσεων, δεν είναι απαραίτητο να αναφερθούν εδώ. Από την πλευρά των εναγομένων η πιο πάνω απαίτηση αντικρούεται στη βάση διαφόρων ισχυρισμών, πραγματικών και νομικών. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του κ. Σαριεντίν η υπόθεση αναβλήθηκε για συνέχιση σε άλλη ημερομηνία οπότε δηλώθηκε από το συνήγορο των εναγομένων ότι εν όψει των όσων κατάθεσε ο μάρτυρας αυτός θα εμελετάτο το ενδεχόμενο υποβολής αίτησης για τροποποίηση της υπεράσπισης. Όταν υποβλήθηκε η αίτηση διαπιστώθηκε ότι είναι εκτεταμένη και με αυτή ζητείται να περιληφθούν για πρώτη φορά στην υπεράσπιση διαζευκτικοί ισχυρισμοί ότι η επίδικη συμφωνία έγινε καθ΄ υπέρβαση των σκοπών που αναφέρονται στο ιδρυτικό των εναγόντων ότι έγινε καθ΄ υπέρβαση του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου και των σχετικών Κανονισμών και ότι αντίκειται προς τα χρηστά ήθη καθ΄ υπέρβαση, όπως υπέδειξε ο συνήγορος κατά την αγόρευση του, του άρθρου 23(ε) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  4. Ειδικά σε σχέση με την τελευταία υπεράσπιση ζητείται να επιτραπεί και εκτενής προσθήκη λεπτομερειών οι οποίες φέρεται να προέκυψαν από τη μαρτυρία του κ. Σαριεντίν. Τέλος, ζητείται να προστεθούν περαιτέρω λεπτομέρειες σε σχέση με υφιστάμενο λόγο υπεράσπισης. Υποβλήθηκε ένσταση από την πλευρά των εναγόντων με την οποία προβάλλονται διάφοροι λόγοι γιατί οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν θα πρέπει να επιτραπούν. Οι κυριότεροι είναι ότι δεν δίδονται καθόλου ή και επαρκείς εξηγήσεις γιατί η αίτηση υπεβλήθη τόσο καθυστερημένα καθώς και για την αναγκαιότητα συμπερίληψης στο δικόγραφο των εναγομένων των εν λόγω νέων υπερασπίσεων και λεπτομερειών. Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.25 Κ1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του πιο πάνω κανονισμού και την ερμηνεία η οποία έχει τεθεί σ΄ αυτές από τη νομολογία η τροποποίηση δικογράφου επιτρέπεται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου όλα τα ζητήματα τα οποία είναι σχετικά προς επίλυση της πραγματικής διαφοράς μεταξύ των μερών και νοουμένου ότι με αυτή δεν θα επηρεαστούν τα συμφέροντα της άλλης πλευράς κατά τρόπο ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου

(1991)1 ΑΑΔ 934 και Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704). Συναφής προς την πιο πάνω αρχή είναι η επίσης δικονομική αρχή ότι δεν είναι επιτρεπτή η συμπερίληψη σε δικόγραφο μαρτυρίας αλλά μόνο ουσιωδών γεγονότων τα οποία πηγάζουν από αυτή και στοιχειοθετούν την αιτία αγωγής και την απαίτηση ή την υπεράσπιση, ανάλογα με την περίπτωση (Δ.19 Κ4). Η παραχώρηση άδειας για τροποποίηση δικογράφου επαφίεται, όπως προκύπτει και από τη διατύπωση της σχετικής πρόνοιας στη Δ.25 Κ1, ανωτέρω, στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως αυτό είναι ειδικότερα συνυφασμένο με τα αντίστοιχα δικαιώματα και συμφέροντα των διαδίκων. Το δικαστήριο εξετάζοντας μια τέτοια αίτηση σταθμίζει τους πιο πάνω παράγοντες λαμβάνοντας υπόψη και τις εξηγήσεις οι οποίες έχουν δοθεί από την πλευρά του αιτητή, ειδικά όσον αφορά τα διάφορα θέματα τα οποία εκ πρώτης όψεως επηρεάζουν άμεσα τα συμφέροντα της άλλης πλευράς αλλά και γενικότερα την πορεία της υπόθεσης, συναρτημένης με την ευόδωση των σκοπών της δικαιοσύνης. (βλ. Ajini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδας Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ 11 και Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 33). Μια εξήγηση η οποία έχει δοθεί στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες προς το σκοπό εναρμόνισης της υπεράσπισης με μαρτυρία την οποία προσέφερε ο κ. Σαριεντίν. Προφανώς, η αναφορά είναι σε κάποιο μέρος της προφορικής μαρτυρίας του ενώ ο συνήγορος των εναγομένων διευκρίνισε περαιτέρω, κατά την αγόρευση του ότι έχει προκύψει και από συγκεκριμένο έγγραφο, το τεκμήριο 18, το οποίο κατατέθηκε κατά την αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα. Όμως, στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση δεν εξειδικεύεται ποια είναι η μαρτυρία την οποία έχει υπόψη της η πλευρά των εναγομένων, αιτητών και σε ποιο στάδιο που κατέθετε ο μάρτυρας είχε δοθεί. Επίσης, δεν διευκρινίζεται σε τι ακριβώς θα εξυπηρετήσει η εναρμόνιση της υπεράσπισης με τη μαρτυρία αυτή. Η γενικόλογη αναφορά ότι θα εναρμονιστεί έτσι η υπεράσπιση με τα «αληθινά γεγονότα», φράση που χρησιμοποιεί ο ενόρκως δηλών, δε ρίχνει οποιοδήποτε φως αναφορικά με τις απαντήσεις που θα πρέπει να δοθούν στα πιο πάνω ερωτήματα. Συνεπώς, πιστεύω ότι η πιο πάνω εξήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή. Πρόσθετα, προϋποθέτει ότι έχει γίνει αποδεχτή μαρτυρία κατά την δίκη η οποία δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα. Υπενθυμίζεται ότι ακόμα και η αντεξέταση ενός μάρτυρα γίνεται μέσα στα πλαίσια τα οποία καθορίζει η δικογραφία (βλ. Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investment Services Ltd)
(1991)1 ΑΑΔ 29). Η αποδοχή μαρτυρίας εκτός δικογράφου μπορεί να επιτραπεί καμιά φορά με την ανοχή των δύο πλευρών όταν πασιφανώς δεν υπάρχει αμφισβήτηση αναφορικά με ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης τα οποία εκ παραδρομής δεν έχουν δικογραφηθεί και είναι η δεδηλωμένη πρόθεση της πλευράς που τα παρουσιάζει ότι θα γίνει τροποποίηση του δικογράφου με την πρώτη ευκαιρία. Δεν είναι τέτοια η παρούσα περίπτωση. Όπως διαπιστώνεται και προηγουμένως δεν υποδεικνύεται πουθενά και ειδικά στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση ότι έχει δοθεί μαρτυρία για συγκεκριμένα ουσιώδη γεγονότα τα οποία είτε θα μπορούσαν να αποτελούν μέρος της υφιστάμενης υπεράσπισης είτε συνθέτουν κάποια νέα υπεράσπιση την οποία επιθυμούν οι εναγόμενοι στο στάδιο αυτό να προβάλουν και τα οποία γεγονότα για κάποιο καλό λόγο παρέλειψαν να περιλάβουν στο δικόγραφο τους από την αρχή ή ότι έχει καταστεί αναγκαίο να περιληφθούν σ΄ αυτό το στάδιο. Επισημαίνεται δε πως δεν είναι υπό αμφισβήτηση ότι η μαρτυρία του κ. Σαριεντίν έγινε αποδεκτή κατά το στάδιο που εδίδετο στην βάση ότι καλύπτεται δεόντως από τη δικογραφία. Στο σημείο αυτό να παρατηρήσω, παρεμπιπτόντως, ότι εφόσον υπάρχουν στα δικόγραφα τα ουσιώδη γεγονότα δεν είναι απαραίτητος και ο νομικός προσδιορισμός τους για να μπορεί είτε η μια είτε η άλλη πλευρά να προβεί κατά το στάδιο των αγορεύσεων στην υποβολή των θέσεων της στην βάση των γεγονότων αυτών. Μια άλλη παρατήρηση είναι ότι εάν η μαρτυρία η οποία αποκαλύπτει κατ΄ ισχυρισμό την αλήθεια έχει προέλθει από την πλευρά των εναγόντων, όπως είναι ο ισχυρισμός εδώ, το θέμα αυτό δεν αντιμετωπίζεται από τους εναγόμενους με τροποποίηση της υπεράσπισης τους αλλά με εισήγηση κατά το τελικό στάδιο των αγορεύσεων ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αποσείσει το βάρος που φέρουν για απόδειξη της απαίτησης τους. Στη βάση αυτή είχε εξεταστεί και η απαίτηση στην υπόθεση Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου
(2001)1 ΑΑΔ 1432 αφού η μαρτυρία είχεν προέλθει εξ ολοκλήρου από την πλευρά των εναγόντων η δε πλευρά των εναγομένων περιορίστηκε στην εισήγηση ότι με βάση τη μαρτυρία αυτή η συμφωνία ενοικιαγοράς την οποία επικαλούντο οι ενάγοντες δεν αποδείχθηκε ότι ήταν γνήσια. Υπό τις εκεί δεδομένες περιστάσεις η πιο πάνω εισήγηση έγινε τελικώς αποδεκτή. Αυτό που μάλλον διαφαίνεται από την πιο πάνω εισήγηση των εναγομένων δεδομένων και των όσων επιχειρείται να εισαχθούν στην υπεράσπιση είναι ότι κάποια μαρτυρία η οποία εδόθη από τον κ. Σαριεντίν έχει αφυπνίσει την πλευρά αυτή για τη δυνατότητα η οποία υπήρχε από την αρχή για προβολή και κάποιων άλλων υπερασπίσεων, πλην των υφισταμένων, εναντίον της απαίτησης των εναγόντων. Είναι οι τρεις υπερασπίσεις οι οποίες αναφέρονται στην γενική τους μορφή πιο πάνω και οι οποίες πιστεύω θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί ευθύς εξ αρχής με την καταχώρηση της υπεράσπισης. Η διαπίστωση, ανωτέρω, ισχύει ιδιαίτερα σε σχέση με τις υπερασπίσεις ότι η επίδικη συμφωνία έγινε καθ΄ υπέρβαση των σκοπών ίδρυσης των εναγόντων ή και κατά παράβαση των νόμων και των κανονισμών οι οποίοι αφορούν στη λειτουργία του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου. Όλα τα γεγονότα τα οποία είναι αναγκαία για την υποστήριξη των συγκεκριμένων αυτών υπερασπίσεων μπορούσαν να ήταν γνωστά στους εναγόμενους και τους νομικούς τους συμβούλους κατά το στάδιο της μελέτης και της προετοιμασίας της υπεράσπισης. Μια έρευνα στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών και στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου θα μπορούσε να τους εφοδιάσει με μεγάλο μέρος των γεγονότων αυτών. Τα υπόλοιπα ήσαν ήδη στην κατοχή τους αφού σχετίζονται με τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας. Τα ίδια ισχύουν σε μεγάλο βαθμό και για την τρίτη υπεράσπιση. Ότι η επίδικη συμφωνία είναι παράνομη επειδή αντίκειται προς τα χρηστά ήθη. Και στην περίπτωση αυτή με εξαίρεση το έγγραφο τεκμήριο 18 όλα τα άλλα γεγονότα τα οποία τώρα επιχειρείται αν προστεθούν υπό μορφή λεπτομερειών στην υπεράσπιση ήσαν γνωστά στους εναγόμενους. Αναφέρονται στις επανειλημμένες άκαρπες προσπάθειες τους για εξασφάλιση χρηματοδότησης από την Ελληνική Τράπεζα η οποία φέρεται ως η ιθύνουσα εταιρεία των εναγόντων και στην οικονομική κατάσταση τους η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο φέρεται να μην ήταν αρκούντος ικανοποιητική προς τον σκοπό αυτό. Πέραν των πιο πάνω, η τελευταία αυτή υπεράσπιση πιστεύω είναι γενική καθώς και αόριστη. Με την μορφή υπό την οποία φαίνεται ότι θα προβληθεί δεν αναγνωρίζεται από τον νόμο. Είναι νομολογιακά καθιερωμένες οι υπερασπίσεις οι οποίες στηρίζονται σε παρανομία λόγω παράβασης των χρηστών ηθών στο πλαίσιο του άρθρου 23(ε) του Νόμου, Κεφ.149. Εν πάση περιπτώσει, στην παρούσα υπόθεση δεν έχει επεξηγηθεί ούτε φαίνεται οπουδήποτε πως η υπεράσπιση η οποία σκοπείται να προβληθεί εμπίπτει στις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου. Εφόσον όπως γίνεται κατανοητό, βασικά, θα υποστηριχθεί ότι η πρόβλεψη των εναγόντων ότι θα αποκόμιζαν μεγάλα κέρδη από την επίδικη συναλλαγή ή και η πρόθεση τους να το επιτύχουν αυτό δεν συνιστά χωρίς άλλο καταστρατήγηση του πιο πάνω άρθρου. Εδώ να σημειώσω ότι δεν είναι μοιραία η παράληψη δικογράφησης μιας παρανομίας όταν αυτή είναι πασιφανής από τη μαρτυρία. Το δικαστήριο έχει εξουσία να λάβει υπόψη τέτοια δεδομένα και να επιληφθεί ακόμα και αν δεν είναι η πρόθεση της υπεράσπισης να βασιστεί σ΄ αυτά. Κατά πόσο είναι τέτοια η περίπτωση στην παρούσα υπόθεση θα διαφανεί στην πορεία. Μπορεί να φαίνεται παράδοξο το γεγονός ότι εάν επροβάλλετο ο ισχυρισμός πως εκ παραδρομής δεν προστέθηκαν οι πιο πάνω υπερασπίσεις στο δικόγραφο των εναγομένων ευθύς εξ αρχής ενδεχομένως να μπορούσε να επιτραπεί η συμπερίληψη τους στο στάδιο αυτό, σύμφωνα και με την νομολογία (βλ. Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426). Ενώ στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση των εναγομένων για την προσθήκη των εν λόγω υπερασπίσεων δεν μπορεί να επιτύχει. Διαβάζοντας την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση ο λόγος για την πιο πάνω κατάληξη είναι πασιφανής. Δεν προβάλλεται σ΄ αυτή οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η μη συμπερίληψη των πιο πάνω υπερασπίσεων οφείλεται σε αβλεψία, ο οποίος βεβαίως λόγος όταν προβάλλεται θα πρέπει να υποστηρίζεται και από κάποια μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει πως ακριβώς προέκυψε αυτό καθώς και το καλόπιστο της προσπάθειας ειδικά όταν αυτή επιχειρείται σε καθυστερημένο στάδιο, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Αντίθετα, αυτό που αναφέρεται είναι ότι η ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση προέκυψε συνεπεία γεγονότων τα οποία αποκάλυψε η μαρτυρία του κ. Σαριεντίν και τα οποία δεν ήσαν γνωστά προηγουμένως στους εναγόμενους. Ο ισχυρισμός όμως αυτός, όπως καταδεικνύεται πιο πάνω, δεν γίνεται αποδεκτός. Ενώ περαιτέρω το αναγκαίο της αίτησης βασίζεται, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, στην άποψη των συνηγόρων των εναγομένων χωρίς να δίδονται οποιεσδήποτε περαιτέρω εξηγήσεις, αναγκαίες για την άσκηση από το δικαστήριο της διακριτικής του εξουσίας. Οπότε, ουσιαστικά παραμένει μετέωρος και χωρίς πραγματική αιτιολόγηση ο λόγος ο οποίος ώθησε τους εναγόμενους να επιχειρήσουν την παρούσα τροποποίηση (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL)v. Σιακόλα Πολιτική Έφεση Αρ. 11215, 22.2.2002). Και αυτό ισχύει όχι μόνο σε σχέση με τις νέες υπερασπίσεις αλλά και σε σχέση με τις λεπτομέρειες των υφισταμένων. Συνεπώς, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγομένων και υπέρ των εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα καταβληθούν με το πέρας της αγωγής. (Υπ.): ......... Γ.Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.