Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν. ALPHA SPORTS CENTRE LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 720/2003, 17 Ιουνίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 720/2003 Μεταξύ: Ελληνική Τράπεζα Λτδ Εναγόντων -και-
- ALPHA SPORTS CENTRE LTD
- Σωτήρης Σύζηνος
- Δημήτρης Τακούσιη Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 27.5.2005 17 Ιουνίου 2005 Εμφανίσεις: Για αιτητή - εναγόμενο 3: κ. Μ. Πελεκάνος με κ. Ν. Καπελάκη Για καθ΄ ων η αίτηση - ενάγοντες: κα Γ. Ζαχαρίου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα υπόθεση αν και ορίστηκε επανειλημμένα για ακρόαση εντούτοις είτε λόγω αιτημάτων για αναβολή τα οποία είχαν εγκριθεί είτε λόγω του βεβαρημένου προγράμματος του δικαστηρίου δεν κατέστη δυνατό μέχρι σήμερα να αρχίσει η εκδίκαση της. Στις 8.6.2005, η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη για ακρόαση, αναβλήθηκε, δυστυχώς, λόγω έλλειψης δικαστικού χρόνου. Οι λεπτομέρειες σχετικά αναφέρονται στο πρακτικό της πιο πάνω ημερομηνίας. Κατά την ίδια ημερομηνία, 8.6.2005, ήταν επίσης ορισμένη και μια αίτηση για τροποποίηση η οποία είχε καταχωρηθεί εκ μέρους του εναγόμενου 3 στις 27.5.
- Ενόψει του ότι θα αναβάλλετο η ακρόαση της αγωγής και θα ορίζετο πλέον για τον ίδιο σκοπό στις αρχές του νέου δικαστικού έτους που αρχίζει τον επόμενο Σεπτέμβριο, κρίθηκε ορθό εφόσον παρέχεται και ο απαραίτητος χρόνος, να εξεταστεί η προαναφερθείσα αίτηση στην παρούσα φάση της υπόθεσης. Δεν υπήρχε άλλωστε και άλλη επιλογή από τη στιγμή που η αίτηση είχε τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Η διαπίστωση η οποία γίνεται υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων είναι ότι η εξέταση της εν λόγω αίτησης κατά τον παρόντα χρόνο δεν προκαλεί οποιαδήποτε καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Κατά συνέπεια δεν προκαλείται και οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων των εναγόντων στην υπόθεση στον πιο πάνω τομέα, τουλάχιστο συνεπεία της αίτησης για τροποποίηση. Εν τούτοις οι ενάγοντες προβάλλουν ένσταση στην παραχώρηση της άδειας την οποία ζητά σχετικά ο εναγόμενος
- Με την αίτηση ζητείται να προστεθεί για πρώτη φορά στην υπεράσπιση του εναγόμενου 3 ισχυρισμός ότι η συμφωνία εγγυήσεως και η συμφωνία ενεχυρίασης κινητών αξιών τις οποίες επικαλούνται οι ενάγοντες σε σχέση με την απαίτηση τους έγιναν άνευ αντιπαροχής και κατά συνέπεια είναι άκυρες και/ή ανεφάρμοστες. Αυτή είναι και η πλέον σοβαρή τροποποίηση η οποία επιχειρείται να γίνει στην υπεράσπιση και ο λόγος είναι διότι επιδιώκει την εισαγωγή νέου λόγου ένστασης στην απαίτηση των εναγόντων. Μια άλλη τροποποίηση επιδιώκει την προσθήκη λεπτομερειών αναφορικά με αμέλεια ή και παράληψη των εναγόντων να λάβουν μέτρα προς μετριασμό της ζημιάς τους. Να σημειωθεί ότι οι βασικοί ισχυρισμοί του εναγόμενου αναφορικά με την υπεράσπιση αυτή περιλαμβάνονται ήδη στο δικόγραφο του όπως αυτό έχει επί του παρόντος. Ενώ με την τελευταία τροποποίηση κατ΄ ουσία επιδιώκεται ο νομικός προσδιορισμός και οι συνέπειες κάποιων ουσιωδών γεγονότων τα οποία είναι επίσης διατυπωμένα στην υπεράσπιση ως έχει και αναφέρονται στην απουσία δικαιώματος από πλευράς των εναγόντων να προβούν στον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Οι τελευταίες δυο τροποποιήσεις αν και φαινομενικά περιττές εφόσον τα σχετικά ουσιώδη γεγονότα περιλαμβάνονται ήδη στην υπεράσπιση εντούτοις στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44 κρίθηκε ότι ήταν επιτρεπτές εφόσον διαφώτιζαν περαιτέρω το θέμα στο οποίον αναφέροντο. Η συνήγορος των εναγόντων δεν ασχολήθηκε κατά την αγόρευση της με το κατά πόσο η προωθούμενες τροποποιήσεις είναι ή όχι επιτρεπτές εν όψει της φύσης τους. Ούτε καν σε σχέση με την πρώτη τροποποίηση που αναφέρεται πιο πάνω και επιδιώκει την εισαγωγή νέας υπεράσπισης στο δικόγραφο του εναγόμενου 3. Εν πάση περιπτώσει, είναι νομολογημένο ότι εφόσον η εισαγωγή μιας νέας βάσης ή υπεράσπισης θα έχει ως αποτέλεσμα να τεθούν όλα τα σχετικά με την επίδικη διαφορά θέματα ενώπιον του δικαστηρίου ώστε αυτή να κριθεί άπαξ και δια παντός τότε η αίτηση για διενέργεια της σχετικής τροποποίησης είναι επιτρεπτή. Και νοούμενου βέβαια ότι με αυτή δεν θα επηρεαστούν ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα της άλλης πλευράς (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου,
(1991)1 ΑΑΔ 934 και Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704). Η υιοθέτηση της πιο πάνω αρχής από τη νομολογία αποτελεί την έμπρακτή εφαρμογή των προνοιών της Δ.25 Κ1 στην οποία είναι βασισμένη η παρούσα αίτηση και με βάση τις οποίες το δικαστήριο έχει εξουσία να παραχωρεί στην κατάλληλη περίπτωση άδεια για τροποποίηση δικογράφου. Μάλιστα η σύγχρονη τάση, όπως έχει διαπιστωθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου, ανωτέρω, και έχει επιβεβαιωθεί στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα, ανωτέρω, είναι ότι επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις «ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοούμενου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Ένας παράγοντας ο οποίος επίσης λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της πιο πάνω εξουσίας κατ΄ επιταγή του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος είναι ο χρόνος. Το πιο πάνω Άρθρο προνοεί ότι η διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων ενός διάδικου διαγιγνώσκονται εντός εύλογου χρόνου. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να επιτραπεί αίτηση για τροποποίηση δικογράφου όταν θα έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση της πιο πάνω αρχής. Η εξέταση του παράγοντα αυτού γίνεται με αναφορά στο σύνολο των σχετικών περιστάσεων της κάθε υπόθεσης και δεν θεωρείται η καθυστέρηση αυτή καθ΄ αυτή ως η μόνη περίσταση που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Astor Manufacturing & Exporting Ltd v. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 ΑΑΔ 726). Στην προκειμένη περίπτωση έχει ήδη διαπιστωθεί ότι η εξεταζόμενη αίτηση δε έχει αυτή την επίδραση ούτως ή άλλως. Το θέμα παρέλευσης εύλογου χρόνου ηγέρθηκε από τη συνήγορο των εναγόντων ως λόγος που θα πρέπει να συνηγορήσει εναντίον της έγκρισης της αίτησης πλην όμως δεν έχει καταδειχθεί πως θα υποστούν οι ενάγοντες οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη όσον αφορά τα συμφέροντα τους στην υπόθεση αυτή εάν η αίτηση επιτραπεί. Ένα άλλο θέμα το οποίο ήγειρε η συνήγορος είναι ότι δεν εξηγείται λεπτομερώς στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γιατί είναι αναγκαίο να γίνουν οι αιτούμενες τροποποιήσεις. Είναι αλήθεια ότι η μη προσφορά επαρκούς ή και καθόλου εξήγησης για την αναγκαιότητα μιας τροποποίησης μπορεί να αποβεί μοιραία για την αίτηση (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Σιακόλα, Πολιτική Έφεση Αρ.11215, 22.2.2005). Ο λόγος είναι ότι σε τέτοια περίπτωση δεν παρέχεται πραγματικό υπόβαθρο στην βάση του οποίου να μπορεί το δικαστήριο να ασκήσει την προαναφερθείσα διακριτική εξουσία του. Στην προκειμένη περίπτωση αυτό που αναφέρεται είναι ότι η αναγκαιότητα για τις αιτούμενες τροποποιήσεις προέκυψε μετά από καλύτερη έρευνα στην υπόθεση και της παροχής περαιτέρω οδηγιών και λεπτομερειών από τον εναγόμενο προς τους συνηγόρους του. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί όχι μόνο δεν αποκλείουν αλλά αντίθετα επιβεβαιώνουν ότι τα όσα τώρα επιχειρείται να προστεθούν στην υπεράσπιση μπορεί να ήσαν γνωστά στον εναγόμενο και στους νομικούς του συμβούλους από την αρχή της υπόθεσης. Οπότε το συμπέρασμα το οποίο εξάγεται με βεβαιότητα είναι ότι η πλευρά του εναγόμενου 3 δεν ενήργησε με την δέουσα επιμέλεια κατά την ετοιμασία της υπεράσπισης. Είναι δε προφανές ότι καθίσταται τώρα αναγκαίο να γίνει σχετική τροποποίηση της υπεράσπισης ώστε να διορθωθούν οι παραλήψεις. Είναι αποδεχτό από την νομολογία ότι λάθη και παραλείψεις οι οποίες διαπράττονται κατά την ετοιμασία των δικογράφων δεν είναι απαγορευτικός παράγοντας στην έγκριση σε μεταγενέστερο χρόνο αίτησης τροποποίησης για τη διόρθωση τους ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση του αιτητή στην ορθή της βάση. Και εφόσον βέβαια με αυτό δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη βλάβη στην άλλη πλευρά. (βλ. Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426). Στην παρούσα περίπτωση ενόψει και του γεγονότος ότι δεν έχει αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης δεν διαπιστώνεται ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ενώ η αναγκαιότητα για τις συγκεκριμένες τροποποιήσεις είναι πασιφανής από την φύση και το περιεχόμενο τους. Αυτό είναι αρκετό καμιά φορά για την έγκριση μιας αίτησης, όπως προκύπτει από την υπόθεση Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, εφόσον δεν υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της ή δε διαπιστώνεται η ύπαρξη κακής πίστης. Ενόψει όλων των ανωτέρω η αίτηση εγκρίνεται και δίδεται άδεια για τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός επτά ημέρων από τη σύνταξη του διατάγματος και απάντηση αν υπάρχει να καταχωρηθεί και επιδοθεί εντός επτά ημέρων από την επίδοση της τροποποιηθείσας υπεράσπισης. Δεδομένου του λόγου που ώθησε στην υποβολή της παρούσας αίτησης όπως διαπιστώνεται πιο πάνω πιστεύω ότι είναι δίκαιο η πλευρά του εναγόμενου 3 να υποστεί και όλα τα έξοδα τόσο τα κατασπαταληθέντα όσον και αυτά της παρούσας διαδικασίας. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να καταβληθούν με το πέρας της αγωγής. (Υπ.): ........ Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο