← Κύπρος

Κώστας Αντωνίου Κωνσταντή κ.α. ν. Omar Sakandelidje κ.α., Αρ.αγωγής: 1575/01, 30 Ιουνίου, 2005

Κώστας Αντωνίου Κωνσταντή κ.α. ν. Omar Sakandelidje κ.α., Αρ.αγωγής: 1575/01, 30 Ιουνίου, 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A58 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Αρ.αγωγής: 1575/01 Ενώπιον: Α.Πασχαλίδη, Π.Ε.Δ. Μεταξύ:

  1. Κώστας Αντωνίου Κωνσταντή
  2. Μαρία Κώστα Αντωνίου αμφότεροι από την Η.Π.Α. Εναγόντων και
  3. Omar Sakandelidje
  4. Natalia Bodiouli Sakandelidje, αμφότεροι από την Ορόκλινη Εναγομένων Αίτηση ημερ. 12.12.2004 για αναστολή Εκτέλεσης Απόφασης εκκρεμούσης ΄Εφεσης. Ημερ..: 30 Ιουνίου,
  5. Για τους Αιτητές - Εναγόμενους: κ.Α.Ποιητής. Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση - Ενάγοντες: κ.Α.Μυλωνάς. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτηση τους, την παρούσα αίτηση, οι ενάγοντες επιδιώκουν την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε στην πιο πάνω αγωγή στις 30.4.2004, μέχρι εκδίκασης της έφεσης που έχουν καταχωρήσει εναντίον της απόφασης, όπως και την ακύρωση του διατάγματος ανακτήσεως κατοχής (writ of possession), που εκδόθηκε στα πλαίσια της εν λόγω απόφασης και αφορά το κτήμα με αριθμό εγγραφής 6665, αρ. τεμ. 348, Φ/Σχ.XLI/33 στο χωριό Ορόκλινη, τοποθεσία Λειβάδια της επαρχίας Λάρνακας, και του διώροφου κτιρίου με έξι διαμερίσματα, που βρίσκεται εντός του εν λόγω κτήματος. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι διατάχθηκαν όπως, στην περίπτωση που δεν συμμορφωθούν με το πιο πάνω διάταγμα μέχρι τις 6.8.2004, να καταβάλλουν στους ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.1.500.00 το μήνα από 6.8.2004 μέχρι παράδοσης του ακινήτου. Η αίτηση εδράζεται πάνω στις πρόνοιες της Δ.48, Κ.1,4,8 και 9, Δ.40, Κ.7-11, του άρθρου 9 του Κεφ.6, του άρθρου 32 του Ν.14/60, της Δ.43 Α, της Δ.40 Κ.1-17, και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση της δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων που χειρίζεται την υπόθεση για τους εναγόμενους, Ελένης Κωνσταντίνου. Στην ένορκη δήλωση της, η πιο πάνω δικηγόρος, αφού αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης παραδέχεται πως το διάταγμα επεδόθη στους εναγόμενους, ισχυρίζεται όμως πως οι τελευταίοι, όντες αλλοδαποί «δεν αντελήφθηκαν το νόημα του ούτε και αντελήφθηκαν το χρόνο εντός του οποίου θα έπρεπε να συμμορφωθούν επειδή ήταν στα ελληνικά και δεν καθόριζε χρόνο συμμόρφωσης του». Αναφορικά με την έφεση που οι εναγόμενοι καταχώρησαν εναντίον της απόφασης, η ενόρκως δηλούσα για λογαριασμό των εναγομένων ισχυρίζεται πως οι τελευταίοι, πέραν του ότι έχουν καλή υπόθεση, αυτοί, σε περίπτωση που η έφεση τους επιτύχει και η εκτέλεση της απόφασης δεν έχει στο μεταξύ ανασταλεί, θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά γιατί οι ενάγοντες δεν είναι σε οικονομική θέση να τους αποζημιώσουν. Η κα Κωνσταντίνου, αφού επικαλείται το γεγονός ότι οι ενάγοντες έχουν καταχωρήσει αντέφεση, ισχυρίζεται πως «δεν μπορούν ταυτόχρονα να προσπαθούν να εκτελέσουν την απόφαση και να προσπαθούν να την ακυρώσουν με την αντέφεση τους». Τέλος, η κα Κωνσταντίνου ισχυρίζεται πως αντίγραφο της ειδοποίησης για εκτέλεση του εντάλματος ανάκτησης κατοχής επιδόθηκε μόνο στην εναγόμενη 2, στις 21.12.2004, και αυτό γιατί ο εναγόμενος 1 νοσηλευόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Επειδή η εν λόγω ειδοποίηση ήταν διατυπωμένη στα Ελληνικά, η εναγόμενη 2 δεν γνώριζε το περιεχόμενο της. Στην ένορκη μαρτυρία της η κα Κωνσταντίνου, η οποία αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων, υποστήριξε βασικά τα όσα προβάλλει στην ένορκη δήλωση της και ισχυρίστηκε πως γνωρίζει τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται από το φάκελο της υπόθεσης και από πληροφορίες που της έχουν δώσει οι εναγόμενοι οι οποίοι και την έχουν εξουσιοδοτήσει να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Ισχυρίστηκε πως ο μεν εναγόμενος 1 αδυνατούσε να προβεί ο ίδιος σε ένορκη δήλωση για σκοπούς της παρούσας αίτησης, γιατί ήταν άρρωστος, η δε εναγόμενη 2 γιατί δεν γνώριζε ελληνικά. Τέλος, η κα Κωνσταντίνου δεν αρνήθηκε ότι οι εναγόμενοι, μετά την επίδοση αντιγράφου της συνταχθείσας απόφασης και κατ΄ επέκταση του επίδικου διατάγματος, επισκέφθηκαν τους δικηγόρους τους, ισχυρίστηκε, όμως, πως δεν γνώριζε κατά πόσο οι εναγόμενοι ενημερώθηκαν τελικά ως προς το περιεχόμενο του διατάγματος ή της ειδοποίησης για έξωση. Η αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση της άλλης πλευράς. Στο κύριο σώμα της ένστασης, η οποία να σημειωθεί συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του πληρεξουσίου αντιπροσώπου των εναγόντων Φάνου Γεωργίου, προβάλλονται οι πιο κάτω λόγοι ένστασης: (α) Η αίτηση στερείται νομικού ερείσματος. (β) Η αίτηση στερείται επαρκούς πραγματικού υπόβαθρου. (γ) Οι αιτητές στερούνται της αναγκαίας φερεγγυότητας ώστε να διασφαλίζεται η τελική πλήρης συμμόρφωση τους με την απόφαση του δικαστηρίου. (δ) Η τυχόν αναστολή της απόφασης του δικαστηρίου, ημερ. 30.4.2004 θα έχει καταστροφικές συνέπειες στην περιουσία των εναγόντων. (ε) Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντινομική και/ή αντικανονική καθώς γίνεται από δικηγόρο και όχι από τους εναγόμενους. (στ) Η εκτέλεση της απόφασης δεν θα προκαλέσει οιαδήποτε ζημιά στους εναγόμενους. (ζ) Είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης οι ενάγοντες να μην στερηθούν τον καρπό της επιτυχίας τους. (η) Η έφεση των εναγομένων έχει ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας. Στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση, ο ενόρκως δηλών για λογαριασμό των εναγομένων, αφού διευκρινίζει πως έχει προσωπική γνώση όλων των γεγονότων που περιβάλλουν τόσο την υπόθεση όσο και την αίτηση, καθώς επίσης και ότι αντίγραφο της επίδικης απόφασης επιδόθηκε προσωπικά στους εναγόμενους, επαναλαμβάνει βασικά τους λόγους ένστασης του και ισχυρίζεται ότι το επίδικο κτήμα, αξίας πέραν των Λ.Κ:500.000.00, έχει υποστεί σοβαρές ζημιές γιατί οι εναγόμενοι, οι οποίοι συνεχίζουν να το κατέχουν παράνομα, επιδεικνύουν πλήρη αδιαφορία ως προς τη συντήρηση του. Επικαλείται την παρέλευση μεγάλου χρόνου από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης και ισχυρίζεται πως οι εναγόμενοι έχουν επιδείξει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη λήψη μέτρων για αναστολή της εκτέλεσης της επίδικης απόφασης. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καταβάλει ούτε και καταβάλλουν στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό το οποίο, σύμφωνα με την επίδικη απόφαση, υποχρεούνταν να καταβάλουν. Τέλος, αφού απορρίπτει τον ισχυρισμό της ενόρκως δηλούσας για λογαριασμό των εναγομένων, ότι οι τελευταίοι έχουν μεγάλες πιθανότητες να επιτύχουν στην έφεση τους, ισχυρίζεται ότι η καταχώρηση αντέφεσης δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την επίδικη απόφαση. Τα πιο πάνω επανέλαβε ουσιαστικά ο ενόρκως δηλών για λογαριασμό των εναγομένων και στην αντεξέταση του. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών, στις αγορεύσεις τους πρόβαλαν τις θέσεις και τα επιχειρήματα τους, όπως αυτά πηγάζουν μέσα από την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Σε αυτό το στάδιο θεωρώ σκόπιμο να ασχοληθώ, και αυτό λόγω της φύσης της, με την υπό στοιχείο (α) πτυχή της ένστασης γιατί, τυχόν επιτυχία της θα σφραγίσει και τη μοίρα της αίτησης χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξέτασης της ουσίας της. Να σημειωθεί πως η συγκεκριμένη πτυχή της ένστασης, παρά το γεγονός ότι προωθήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των καθ΄ ων η αίτηση, δεν απασχόλησε τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων. Ο κύριος Μυλωνάς υπέβαλε πως η αίτηση στερείται ουσιαστικά νομικού υπόβαθρου γιατί οι θεσμικές και νομικές πρόνοιες, τις οποίες οι αιτητές επικαλούνται, και ιδιαίτερα οι πρόνοιες του Κ.11 της Δ.40 δεν προσφέρονται για υποστήριξη της παρούσας αίτησης. Το ζήτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο η αίτηση «στερείται νομικού ερείσματος» και αν η απάντηση είναι καταφατική ποιες οι συνέπειες της σχετικής παράλειψης. Οι πρόνοιες του Κ.11 της Δ.40*, οι οποίες παρέχουν στο Δικαστήριο εξουσία να αναστείλει την εκτέλεση απόφασης ή διατάγματος εκκρεμούσης έφεσης (βλ. Νίκος Σταύρου κ.α. ν. Φεραίου Χριστόπουλου [1985] 1 Α.Α.Δ. σελ.449), και οι οποίες συνιστούν το κεντρικό θεμέλιο του νομικού υπόβαθρου της αίτησης, δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση. ΄Όπως προκύπτει από την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, η αναστολή εκτέλεσης της επίδικης απόφασης δεν επιδιώκεται στη βάση γεγονότων που έχουν προκύψει τόσο καθυστερημένα, που δεν ήταν δυνατό να δικογραφηθούν. Αυτό που οι αιτητές επιδιώκουν είναι την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι εκδίκασης της έφεσης τους, γιατί στην περίπτωση που η έφεση τους στεφθεί με επιτυχία και η εκτέλεση της απόφασης δεν έχει στο μεταξύ ανασταλεί, θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά επειδή οι ενάγοντες δεν έχουν την οικονομική ευρωστία να τους αποζημιώσουν. * Any party against whom judgment has been given on an order made may apply to the Court or a Judge for a stay of execution or other relief against such judgment upon the ground of facts which have arisen to late to be pleaded; and the Court of Judge may give such relief upon such terms as may be just. Δοθέντος ότι η αίτηση εδράζεται ουσιαστικά επί των προνοιών του Κ.11 της Δ.40, η πιο πάνω κατάληξη μου αναφορικά με τις εν λόγω πρόνοιες, οδηγεί στο συμπέρασμα πως το νομικό υπόβαθρο της αίτησης είναι λανθασμένο. Αυτό αναπόφευκτα φέρνει στο προσκήνιο το δεύτερο από τα πιο πάνω δύο ερωτήματα, δηλαδή ποιες συνέπειες μπορεί να έχει για την αίτηση η παράλειψη των αιτητών να βασίσουν την αίτηση τους επί του ορθού νομικού υπόβαθρου.. Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη, σε ενδιάμεσες αιτήσεις η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης συνιστούν «όρους απαράβατους της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου της αίτησης» (Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ.α. [1990] 1 Α.Α.Δ. σελ. 965). Κατά συνέπεια, η παράλειψη τέτοιας αναφοράς καθιστά άκυρη την αίτηση. Ωστόσο, σε τέτοιες περιπτώσεις η αίτηση μπορεί να διασωθεί κατ΄ εφαρμογή των προνοιών της Δ.64, σκοπός της οποίας ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρων και παράτυπων διαδικασιών, με στόχο τη διάσωση, στην κατάλληλη περίπτωση, δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση θεωρούντο άκυρα. Με άλλα λόγια, οι πρόνοιες της Δ.64 παρέχουν στο διάδικο, ο οποίος επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών, στα πλαίσια που η Δ.64 ορίζει, την ευκαιρία να διορθώσει το διάβημα του ώστε το δικόγραφο του να μην θεωρείται άκυρο (Μαίρη Αθανασιάδη ν. Ηρώ Αλεξάνδρου [1991] 1 Α.Α.Δ. σελ. 945). Ωστόσο σε περιπτώσεις όπου το ελάττωμα είναι θεμελιακό δεν χωρεί διορθωτική παρέμβαση του Δικαστηρίου ούτε και μπορεί να τύχει εφαρμογής η Δ.64 (Remedica Ltd. v. Bayer Aktiengesellschaft [1998] 1 Α.Α.Δ. σελ. 1815, Νέδη Κυριάκου κ.α. ν. Κωνσταντίνου Φραντζίδη [1999] 1 Α.Α.Δ. σελ. 2035). Για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση επί των πιο πάνω παραπέμπω στην υπόθεση Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου [1999] 1 (Α) σελ.
  6. Στην προκειμένη περίπτωση έχω ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αίτηση δεν εδράζεται επί του ορθού νομικού υπόβαθρου. ΄Εχω την άποψη ότι η συγκεκριμένη παράλειψη των αιτητών συνιστά μη συμμόρφωση τους με τις πρόνοιες του Κ.1 της Δ.48 και συνεπώς δεν πρόκειται για ουσιώδη ή θεμελιώδη παράλειψη αλλά για απλή παρατυπία, η οποία είναι θεραπεύσιμη. Το ερώτημα, όμως, που εγείρεται και το οποίο προχωρώ να εξετάσω αμέσως πιο κάτω, είναι κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση, δοθέντος ότι ενώ το θέμα ακυρότητας ή παρατυπίας όχι μόνο ηγέρθηκε από τους καθ΄ ων η αίτηση στην ένσταση τους αλλά και έχει προωθηθεί κατά την ακρόαση, η πλευρά των αιτητών επέλεξε να αγνοήσει τη συγκεκριμένη πτυχή της ένστασης και να μην ασχοληθεί με το θέμα, δικαιολογείται διορθωτική παρέμβαση του Δικαστηρίου. ΄Όπως έχω ήδη επισημάνει πιο πάνω, οι πρόνοιες της Δ.64 παρέχουν στο διάδικο, ο οποίος επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των Θεσμών, στα πλαίσια που η εν λόγω Διαταγή ορίζει, την ευκαιρία να θεραπεύσει την παρατυπία, ώστε το δικόγραφο του να μην θεωρείται άκυρο. Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτητές επέλεξαν, όπως έχω ήδη επίσης επισημάνει, να μην κάμουν χρήση αυτής της ευκαιρίας. ΄Εχω την άποψη ότι η συγκεκριμένη επιλογή τους σφραγίζει και τη μοίρα της αίτησης. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, επιβάλλεται η εξέταση του θέματος της παρατυπίας από το Δικαστήριο, έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διαδίκους (βλ. Wunderlich, πιο πάνω). Στην κρινόμενη περίπτωση, όμως, το θέμα έχει εγερθεί και προωθηθεί, η πλευρά των αιτητών όμως, επέλεξε να μην ασχοληθεί μαζί του. Υπό αυτές τις περιστάσεις και δοθέντος ότι το ορθό νομικό υπόβαθρο της αίτησης δεν έχει καθοριστεί με αναφορά στις πρόνοιες συγκεκριμένου Κανονισμού, έχω την άποψη πως δεν χωρεί διορθωτική παρέμβαση του Δικαστηρίου και εφαρμογή των προνοιών της Δ.
  7. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και συνεπώς θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Ενόψει της εν λόγω κατάληξης μου κρίνω πως δεν παρίσταται ανάγκη να εξετάσω την ουσία της αίτησης και τις σχετικές εισηγήσεις / θέσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των δύο πλευρών. Σαν αποτέλεσμα, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων αιτητών, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. Το Ενδιάμεσο Προσωρινό Διάταγμα που εκδόθηκε στις 23.12.2004 στα πλαίσια μονομερούς αίτησης, η οποία καταχωρήθηκε στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, ακυρούται. (Υπ.)............ Α.Πασχαλίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ Στην κρινόμενη περίπτωση πρόκειται απλά για μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Κ.1 της Δ.48 και όχι για ουσιώδη ή θεμελιώδη παράλειψη ή παραβίαση βασικών νομικών αρχών. Κατά συνέπεια, πρόκειται για παρατυπία η οποία επιδέχεται θεραπεία. Στρέφομαι τώρα στο νομικό πλαίσιο και τις αρχές που διέπουν το υπό συζήτηση θέμα, όπως αυτές πηγάζουν από τη νομολογία. Επειδή πιστεύω πως το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Κραμβή, στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Α.Panayides Contractors Ltd. 2001 1(Γ) σελ. 1978, αντικατοπτρίζει με τον καλύτερο τρόπο την προσέγγιση της νομολογίας επί του θέματος, το παραθέτω αυτούσιο. «Οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, εκπηγάζουν από τη νομολογία και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. ΄Επεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Το δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες∙ ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas [2001] 1 A.A.Δ. 955, ειπώθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ΄ αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας.» Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.