Τζβέτα Μιχάλη Μιχαήλ και κ.α. ν. American Life Insurance Company Ltd., Αρ. Αγωγής 3433/2003, 30 Ιουνίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A59 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Αρ. Αγωγής 3433/2003 Ενώπιον: Α.Πασχαλίδη, Π.Ε.Δ. Μεταξύ:
(1)(α) του Ν.14/60 το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να αποφασίζει αγωγή, που η βάση της έχει προκύψει είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει μέσα στα όρια της επαρχίας για την οποία το Δικαστήριο έχει καθιδρυθεί. Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη στην απουσία ρητής ή εξυπακουόμενης συμφωνίας αναφορικά με τον τόπο πληρωμής, ο οφειλέτης έχει καθήκον να αναζητήσει το δανειστή με σκοπό να τον πληρώσει, είτε στον τόπο διαμονής είτε στον τόπο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, νοουμένου βεβαίως ότι οι τόποι αυτοί είναι στην Κύπρο (βλ. Κωστάκη Πούγιουκα κ.α. ν. Ευαγόρα Θρασυβούλου [1998] 1(Δ)Α.Α.Δ. 2014 και αυθεντίες που η απόφαση του Δικαστή Νικολαϊδη παραπέμπει). Αυτό που προκύπτει στην παρούσα υπόθεση, είναι πως ούτε ρητά ούτε εξυπακουόμενα έχει ορισθεί τόπος πληρωμής του επίδικου ποσού. Αυτό που επίσης προκύπτει, είναι πως η αξίωση των εναγόντων είναι για καταβολή οφειλόμενου, σύμφωνα με τους ίδιους, ποσού. Κατά συνέπεια, ήταν καθήκον των εναγομένων, να αναζητήσουν, για σκοπούς πληρωμής, τους ενάγοντες στον τόπο της διαμονής τους, στο χωριό Ορμήδεια στην Επαρχία Λάρνακας. Σημειώνεται πως ο τόπος διαμονής των εναγόντων αναφέρεται στο δικόγραφο τους, όπου επίσης γίνεται αναφορά στο γεγονός του διορισμού τους από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, σαν διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα, ιδιότητα με την οποία εγείρουν την παρούσα αγωγή. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω πως ορθά η αγωγή καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και κατά συνέπεια η σχετική θέση των εναγόντων απορρίπτεται. Στρέφομαι τώρα στα επίδικα θέματα και γενικά στα γεγονότα που τα περιβάλλουν. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, τα γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα θέματα, είτε έχουν γίνει παραδεκτά, είτε, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία και τα διάφορα έγγραφα - τεκμήρια, τα οποία να σημειωθεί, στη συντριπτική τους πλειοψηφία έχουν κατατεθεί εκ συμφώνου, είναι κοινά αποδεκτά ή δεν αμφισβητούνται. Τα συνοψίζω. Καθ΄ όλο τον ουσιώδη χρόνο, ο αποθανόντας ήταν μέλος της Εθνικής Φρουράς στις τάξεις της οποίας υπηρετούσε σαν Ε.Π.Υ. Παράλληλα ήταν ποδοσφαιριστής στον «Ονήσιλλο» Σωτήρας, ομάδα Β΄ κατηγορίας, ενταγμένη στη δύναμη της Κ.Ο.Π. ΄Ηταν ηλικίας 33 χρόνων. Η αίτηση για ασφάλιση ημερ. 30.8.1999 (Τεκμ.2) υποβλήθηκε από τον αποθανόντα σε αντιπρόσωπο των εναγομένων στη Λάρνακα, ο οποίος τη διαβίβασε στα κεντρικά γραφεία της εναγόμενης στη Λευκωσία για σκοπούς αξιολόγησης. Η αίτηση, μεταξύ άλλων, των οποίων η εγκυρότητα δεν αποτελεί επίδικο θέμα στην παρούσα αγωγή, αφορούσε και απλή ασφάλεια ζωής για περίοδο 10 χρόνων και ασφαλισμένο ποσό Λ.Κ.70.000.00. Στην αίτηση αναφέρεται το όνομα του προσωπικού γιατρού του αποθανόντα, όπως και το γεγονός ότι ο πατέρας του πέθανε σε ηλικία 50 ετών από έμφραγμα. Αναφέρεται επίσης ότι ο αποθανόντας είναι ποδοσφαιριστής σε συγκεκριμένη ομάδα Β΄ κατηγορίας καθώς επίσης και ότι λόγω αυτής της ιδιότητας του υποβαλλόταν κάθε χρόνο σε ιατρικές εξετάσεις, τα αποτελέσματα των οποίων στην αίτηση χαρακτηρίζονται σαν φυσιολογικά. Στην ερώτηση «5. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 5 χρόνων έχετε εσείς ... συμβουλευθεί γιατρό ή έχετε πρόθεση να συμβουλευθείτε γιατρό ή να υποβληθείτε σε ιατρικές εξετάσεις .. ΝΑΙ/ΟΧΙ», στο μικρό τετράγωνο κάτω από το ΟΧΙ έχει τοποθετηθεί το σημείο «√» με αποτέλεσμα την αρνητική απάντηση. Στην ερώτηση «7. ΄Εχετε εσείς ... κάνει ποτέ ακτινογραφίες ή ηλεκτροκαρδιογράφημα ή άλλες διαγνωστικές εξετάσεις, νοσηλευθεί ή υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση ... ΝΑΙ/ΟΧΙ», στο μικρό τετράγωνο κάτω από το ΝΑΙ έχει τοποθετηθεί το σημείο «√», με αποτέλεσμα την καταφατική απάντηση. Μαζί με την πρόταση για ασφάλιση, ο αποθανόντας κατέβαλε στους εναγόμενους το ποσό των Λ.Κ.18.25, το οποίο αντιπροσώπευε το πρώτο μηνιαίο ασφάλιστρο τόσο για την επίδικη ασφάλεια ζωής όσο και για την ασφάλιση για μέγιστο επίδομα σοβαρών ασθενειών, όπως και για την ασφάλιση για μόνιμη ολική ανικανότητα, που ο αποθανόντας επίσης ζητούσε με την ίδια αίτηση. Από πλευράς εναγομένων, την αίτηση χειρίστηκε η Μ.Υ.1, υπεύθυνη του τμήματος εκτίμησης κινδύνου και έκδοσης συμβολαίων, στα κεντρικά γραφεία των εναγομένων, στη Λευκωσία. Για σκοπούς αξιολόγησης της αίτησης, η Μ.Υ.1 παρέπεμψε τον Μιχάλη για απλές ιατρικές εξετάσεις, σε ένα, οποιονδήποτε, από τους τρεις γιατρούς με τους οποίους οι εναγόμενοι συνεργάζονται στη Λάρνακα, ένας από τους οποίους είναι και ο Μ.Ε.1, ενώ για αναλύσεις αίματος παρέπεμψε τον αποθανόντα σε ένα, οποιοδήποτε, από τα κλινικά εργαστήρια με τα οποία οι εναγόμενοι επίσης συνεργάζονται στη Λάρνακα. Για σκοπούς αναλύσεων αίματος, ο αποθανόντας ενήργησε σύμφωνα με τις υποδείξεις των εναγομένων, στους οποίους και προωθήθηκαν τα σχετικά αποτελέσματα, για σκοπούς αξιολόγησης. Για σκοπούς των απλών ιατρικών εξετάσεων, ο αποθανόντας επισκέφθηκε τον Μ.Ε.1 στις 2.9.02, ημερομηνία κατά την οποία συμπληρώθηκε το ερωτηματολόγιο Τεκμ.3. Το εν λόγω έντυπο συμπληρώθηκε από τον Μ.Ε.1 στην παρουσία του αποθανόντα. Κατά το χρόνο συμπλήρωσης του, ο μάρτυρας δεν είχε υπόψη του τις απαντήσεις του αποθανόντα στις ερωτήσεις της αίτησης για ασφάλιση, Τεκμ.2. Στο εμπρόσθιο μέρος του εντύπου, Τεκμ.3, αποτυπώνονται αυτούσιες οι απαντήσεις του αποθανόντα στις ερωτήσεις του εντύπου, τις οποίες απηύθυνε στον τελευταίο ο Μ.Ε.1, ενώ στο πίσω μέρος του εκτίθενται τα αποτελέσματα των απλών ιατρικών εξετάσεων στις οποίες ο μάρτυρας υπέβαλε τον αποθανόντα. Μετά τη συμπλήρωση του, το Τεκμ.3 προωθήθηκε στα κεντρικά γραφεία των εναγομένων για αξιολόγηση. Στο χώρο που υπάρχει στο έντυπο Τεκμ.3, για καταγραφή των απαντήσεων στις ερωτήσεις «1(α) Name and address of your personal physician, 1(
- b)Date and reason last consulted (if within the past 10 years) and 1(
- c)what treatment was given and Medication prescribed" υπάρχει διαγώνια γραμμή με πέννα (/). Στην ερώτηση «5(
- b)Have you within the past 5 years had a checkup, consultation, illness, injury, surgery, Yes/No" όπως και στην ερώτηση "5(
- d)Have you within the past 5 years had electrocardiogram, X-ray, other diagnostic test, Yes/No", στο μικρό αντίστοιχο τετράγωνο κάτω από τη στήλη «Νο» έχει τοποθετηθεί το σημείο «√» με αποτέλεσμα την αρνητική απάντηση. Ο αποθανόντας είχε επισκεφθεί τον Μ.Ε.1 για σκοπούς ιατρικών εξετάσεων και στο παρελθόν και συγκεκριμένα στις 12.11.1998 και 27.8.2001. Και στις δύο περιπτώσεις τον αποθανόντα παρέπεμψαν στον Μ.Ε.1, γιατροί, συνάδελφοι του τελευταίου, γιατί το απλό καρδιογράφημα στο οποίο είχαν υποβάλει τον αποθανόντα, παρουσίαζε «αλλοιώσεις» οι οποίες έχρηζαν περαιτέρω διερεύνησης. Και στις δύο περιπτώσεις ο Μ.Ε.1 υπόβαλε τον αποθανόντα σε ηχοκαρδιογράφημα, τα αποτελέσματα των οποίων ήταν φυσιολογικά όπως φυσιολογικό ήταν και το αποτέλεσμα της δοκιμασίας κόπωσης, στην οποία ο αποθανόντας υποβλήθηκε. Ουδέποτε ο Μ.Ε.1 υπόβαλε τον αποθανόντα σε ηλεκτροκαρδιογράφημα. Σαν αποτέλεσμα των απαντήσεων που ο αποθανόντας έδωσε στις ερωτήσεις του εντύπου, Τεκμ.3, και των ευρημάτων των απλών ιατρικών εξετάσεων, στις οποίες ο Μ.Ε.1 υπόβαλε τον αποθανόντα στις 2.9.2002, ο μάρτυρας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο αποθανόντας ικανοποιεί τις προϋποθέσεις για ασφάλιση, χωρίς να απαιτούνται εξειδικευμένες ιατρικές εξετάσεις, και εισηγήθηκε στους εναγόμενους την ασφάλιση του αποθανόντα "at ordinary rate". Κατά το χρόνο συμπλήρωσης του εντύπου Τεκμ.3, ο Μ.Ε.1 δεν θυμόταν είτε το γεγονός των δύο προηγούμενων επισκέψεων του αποθανόντα στο ιατρείο του, είτε τη φύση και το είδος των εξειδικευμένων ιατρικών εξετάσεων, στις οποίες είχε, κατά τις εν λόγω επισκέψεις, υποβάλει τον αποθανόντα ή τα αποτελέσματα τους. Η Μ.Υ.1, αφού αξιολόγησε τα ενώπιον της στοιχεία, έκδωσε το επίδικο συμβόλαιο ζωής (Τεκμ.4). Το γεγονός της έκδοσης του συμβολαίου, όχι όμως το συμβόλαιο, κοινοποιήθηκε στον αποθανόντα με την επιστολή ημερ. 20.9.2002, Τεκμ.15. Με την ίδια επιστολή οι εναγόμενοι πληροφόρησαν επίσης τον αποθανόντα ότι η πρόταση του για ασφάλιση για μόνιμη ολική ανικανότητα απορρίφθηκε γιατί αυτός ήταν στρατιωτικός και επέστρεψαν στον τελευταίο το αναλογούν για τη συγκεκριμένη ασφάλιση, ποσοστό ασφάλιστρου. Στην αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων η Μ.Υ.1 έλαβε υπόψη τόσο το περιεχόμενο της αίτησης για ασφάλιση, Τεκμ.2, όσο και το περιεχόμενο του εντύπου, Τεκμ.3. Λίγες μέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 29.9.02 και προτού το εκδοθέν ασφαλιστικό συμβόλαιο παραδοθεί στον αποθανόντα, ο τελευταίος, ενώ λάμβανε μέρος σε ποδοσφαιρικό αγώνα της ομάδας του, υπέστη έμφραγμα του μυοκαρδίου «επί εδάφους παλαιού», σαν αποτέλεσμα του οποίου πέθανε. Σχετικά είναι τα Τεκμ. 5 και 6. Οι ενάγοντες διορίστηκαν διαχειριστές της περιουσίας του αποθανόντα με διάταγμα Δικαστηρίου, (Τεκμ.1), και με την εν λόγω ιδιότητα υπέβαλαν στις 17.3.2003, στους εναγόμενους, συμπληρωμένο το έντυπο «ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟ ΘΑΝΑΤΟΥ - ΔΗΛΩΣΗ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥ», Τεκμ. 7, με το οποίο, στην ουσία, απαιτούσαν την καταβολή του ασφαλισμένου ποσού των Λ.Κ.70.000.00. Οι εναγόμενοι, σαν αποτέλεσμα πληροφοριών που περιήλθαν σε γνώση τους μετά το θάνατο του Μιχάλη και προτού το επίδικο συμβόλαιο παραδοθεί, αρνήθηκαν να καταβάλουν στους ενάγοντες το ασφαλισμένο ποσό. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι με επιστολή τους ημερ. 4.7.2003, προς το δικηγόρο των εναγόντων, (Τεκμ.11), ισχυρίζονται ότι ο αποθανόντας τους απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία, τα οποία «αν γνωστοποιούντο στην εταιρεία κατά το χρόνο της αίτησης, όπως οφείλετο να γίνει, ΔΕΝ θα προχωρούσε σε αποδοχή της αίτησης και έκδοσης συμβολαίου και το καθιστά ακυρώσιμο» και ακυρώνουν το επίδικο συμβόλαιο, παράλληλα δε επιστρέφουν στους διαχειριστές το ποσό των Λ.Κ.14.27, που αντιπροσωπεύει τα πληρωθέντα από τον αποθανόντα ασφάλιστρα. Της εν λόγω επιστολής των εναγομένων είχε προηγηθεί αλληλογραφία των τελευταίων τόσο με τον Κυπριακό Οργανισμό Αθλητισμού (Κ.Ο.Α.) όσο και με τον Μ.Ε.1 και το δικηγόρο των εναγόντων. Σχετικά είναι τα Τεκμ. 8, 9 και 12. Στο περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων, όπως και όλων των εγγράφων που έχουν κατατεθεί σαν τεκμήρια, θα αναφερθώ, στο βαθμό και την έκταση, βέβαια, που κριθεί ότι αυτό είναι αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης μου, σε κατοπινό στάδιο. Στο παρόν στάδιο περιορίζομαι να σημειώσω ότι το περιεχόμενο του Τεκμ.8 έχει γίνει παραδεκτά γεγονότα. Οι ενάγοντες, οι οποίοι εγείρουν την παρούσα αγωγή υπό την ιδιότητα τους σαν διαχειριστές της περιουσίας του αποθανόντα, με επιστολή τους ημερ. 14.7.2003 (Τεκμ.10), απορρίπτουν το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής των εναγομένων (Τεκμ.11), ενώ παράλληλα αρνούνται να αποδεχθούν την επιστροφή των ασφαλίστρων, τα οποία με τη σειρά τους επιστρέφουν στους εναγόμενους. ΄Όπως έχει αναφερθεί η πιο πάνω χρονολογική εξέλιξη των γεγονότων αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων. Για όλα τα πιο πάνω γεγονότα κάμνω ανάλογα ευρήματα. Κατά την ακρόαση δόθηκε και προφορική μαρτυρία. Με εξαίρεση κάποιες πτυχές της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, διευκρινιστικού, ουσιαστικά χαρακτήρα, τις οποίες συνοψίζω πιο κάτω, η μαρτυρία τόσο των Μ.Ε.1, 2 και 3 όσο και της Μ.Υ.1, καλύπτεται από παραδεκτά γεγονότα. Γι΄ αυτό, συγκεκριμένη αναφορά στην εν λόγω μαρτυρία θα κάμω μόνο σε περίπτωση που το απαιτήσουν οι ανάγκες της απόφασης. «Αλλοιώσεις» σε απλό καρδιογράφημα, όπως αυτές που ήταν η αιτία για την παραπομπή του αποθανόντα στον Μ.Ε.1, για σκοπούς ιατρικής διερεύνησης στις 12.11.1998 και 27.8.2001 μπορεί να οφείλονται, σύμφωνα με το μάρτυρα, και σε παθήσεις άσχετες με την κακή αιμάτωση του μυοκαρδίου. Με τον όρο «επί εδάφους παλαιού» εννοούμε, σύμφωνα με το μάρτυρα, ότι ο αποθανόντας είχε υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου και στο παρελθόν, γεγονός, όμως το οποίο ο αποθανόντας, ενδεχομένως, να μην είχε αντιληφθεί. Σχολιάζοντας τη διαγώνια γραμμή (/), την οποία έθεσε στο χώρο για απάντηση στην ερώτηση 7, του εντύπου Τεκμ.3, ο μάρτυρας ανάφερε ότι ο αποθανόντας θα πρέπει να μην του είχε αναφέρει ότι είχε προσωπικό γιατρό, γεγονός το οποίο ο μάρτυρας, εν πάση περιπτώσει, αγνοούσε. Ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε ότι, έστω και αν ο αποθανόντας του αποκάλυπτε την ύπαρξη προσωπικού γιατρού, όπως και το γεγονός ότι είχε στο παρελθόν υποβληθεί σε καρδιογράφημα και/ή ηχοκαρδιογράφημα, ενδεχομένως να μην υπέβαλλε τον αποθανόντα σε διαφορετικές από αυτές που τον είχε υποβάλει το 1998 και 2001, ιατρικές εξετάσεις. Ταυτόχρονα, όμως, δεν απέκλεισε την πιθανότητα να υπέβαλλε τον αποθανόντα και στις εξετάσεις γνωστές σαν «thalium test» και παράλληλα να εισηγείτο στους εναγομένους την αναστολή της αίτησης για ασφάλιση μέχρι να ολοκληρωθούν οι συγκεκριμένες εξειδικευμένες ιατρικές εξετάσεις. Επειδή το περιεχόμενο της αίτησης γι΄ ασφάλιση (Τεκμ.2), όπως και το περιεχόμενο του εντύπου (Τεκμ.3), έχουν αποτελέσει τον κεντρικό άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφονται οι θέσεις και τα επιχειρήματα των δύο πλευρών, θεωρώ σκόπιμο να κάμω ιδιαίτερη μνεία στο περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων. Σημειώνω ότι στο περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων έχω ήδη, σε κάποια έκταση, αναφερθεί πιο πάνω στα πλαίσια παράθεσης των γεγονότων που είναι παραδεκτά ή δεν αμφισβητούνται. Στην Αίτηση για ασφάλιση, στο τέλος των ερωτήσεων και των αντίστοιχων από τον αποθανόντα απαντήσεων, ακριβώς πάνω από την υπογραφή του αποθανόντα και την υπογραφή του ασφαλιστή, μεταξύ άλλων, διαβάζουμε τα πιο κάτω: «ΠΡΟΣΟΧΗ: Σε περίπτωση που θα παραλείψετε να αναφέρετε όλα τα ουσιώδη στοιχεία που γνωρίζετε, υπάρχει ενδεχόμενο να μην υπάρξει οποιαδήποτε ευθύνη της εταιρείας που να απορρέει από οποιοδήποτε συμβόλαιο που θα εκδοθεί. Ουσιώδη είναι όλα τα στοιχεία εκείνα που επηρεάζουν την απόφαση της εταιρείας για την αποδοχή της αίτησης. Αν έχετε οποιαδήποτε αμφιβολία για το αν ένα στοιχείο είναι ουσιώδες θα πρέπει να το αναφέρετε πιο πάνω. ΔΗΛΩΣΗ: Με την παρούσα δηλώνω ότι από ό,τι ξέρω και πιστεύω, οι πληροφορίες που δόθηκαν σε αυτή την αίτηση είναι αληθινές και ότι εκτός από αντίθετες πληροφορίες που αναφέρονται πιο πάνω, βρίσκομαι σε καλή κατάσταση υγείας. Συμφωνώ ότι οι δηλώσεις που έγιναν σε αυτή την αίτηση μαζί με άλλες έγγραφες δηλώσεις που έγιναν προς την εταιρεία ή τον εξεταστή της εταιρείας, θα αποτελούν τη βάση της σύμβασης μεταξύ εμένα και της εταιρείας. .............. .............. Επίσης εξουσιοδοτώ οποιονδήποτε γιατρό ή νοσοκομείο, ιδιωτική κλινική, ασφαλιστική εταιρεία, άλλο οργανισμό, ίδρυμα ή πρόσωπο που έχει αποδείξεις ή γνωρίζει κάτι για μένα ή για την υγεία μου, που να επηρεάζει την ασφαλισιμότητά μoυ, να δώσει στην American Life Insurance Company ή τον αντιπρόσωπο της όλες τις πληροφορίες σε σχέση με μένα, συμπεριλαμβανομένων και των πληροφοριών για την υγεία και το ιατρικό ιστορικό, νοσηλεία σε νοσοκομείο, ιατρική συμβουλή, διάγνωση, θεραπεία, πάθηση ή ενόχληση. Η αίτηση αυτή, η οποία αποτελείται από τρεις σελίδες γίνεται με ευθύνη μου για τις απαντήσεις και δηλώσεις που περιλαμβάνονται σε αυτή. ... .............». Εξουσιοδότηση, πανομοιότυπου περιεχομένου με την πιο πάνω εξουσιοδότηση του αποθανόντα, στην αγγλική όμως γλώσσα, περιέχεται και στο τέλος του ερωτηματολογίου, που ο Μ.Ε.1 συμπλήρωσε με τις απαντήσεις του αποθανόντα, στο έντυπο Τεκμ.3. Στο πίσω μέρος του εν λόγω εντύπου ο Μ.Ε.1 εκθέτει τα αποτελέσματα των απλών ιατρικών εξετάσεων, στις οποίες υπέβαλε τον αποθανόντα στις 2.9.2002. ΄Οπως έχω ήδη επισημάνει, κεντρικό άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφονται τα επιχειρήματα των εναγομένων, συνιστά η θέση, σύμφωνα με την οποία, το επίδικο ασφαλιστήριο έγγραφο ήταν εξυπαρχής άκυρο και άνευ αποτελέσματος γιατί ήταν το αποτέλεσμα απόκρυψης από πλευράς του αποθανόντα, ουσιωδών στοιχείων αναφορικά με την πραγματική κατάσταση της υγείας του κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης γι΄ ασφάλιση, με ενσωμάτωσή τους μάλιστα στο συμβόλαιο βάσει όρου που καθιστούσε την απόλυτη αλήθεια σαν προϋπόθεση για την εγκυρότητα της ασφάλισης. Επί τούτου, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, παρέπεμψε στην έγγραφη δήλωση του αποθανόντα, που περιέχεται στο Τεκμ.2, της οποίας το περιεχόμενο έχω ήδη παραθέσει αυτούσιο. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από τον κ.Δημητριάδη στις απαντήσεις του αποθανόντα σε συγκεκριμένες ερωτήσεις που περιέχονται τόσο στο ερωτηματολόγιο, που περιλαμβάνεται στην αίτηση γι΄ ασφάλιση (Τεκμ.2), όσο και στο ερωτηματολόγιο που περιλαμβάνεται στο έντυπο (Τεκμ.3), σε συνάρτηση, βασικά, με το γεγονός ότι στα Τεκμ. 2 και 3 δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στις επισκέψεις του αποθανόντα στο ιατρείο του Μ.Ε.1 στις 12.11.1998 και 27.8.2001, για σκοπούς εξειδικευμένων ιατρικών εξετάσεων, Στις συγκεκριμένες ερωτοαπαντήσεις έχω ήδη αναφερθεί στα πλαίσια παράθεσης των παραδεκτών γεγονότων και/ή γεγονότων που δεν αμφισβητούνται και συνεπώς θεωρώ περιττό να τις επαναλάβω. ΄Εχοντας παραθέσει τις θέσεις της υπεράσπισης, προχωρώ να εξετάσω το πρώτο ερώτημα που αναπόφευκτα εγείρεται, δηλαδή, κατά πόσο, στην υπό κρίση υπόθεση, η ακρίβεια των δηλώσεων του αποθανόντα έχει καταστεί η βάση της σύμβασης και κατ΄ επέκταση προϋπόθεση (conditions precedent) για την εγκυρότητα της, και σε περίπτωση που η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα είναι καταφατική, ποιο το νομικό πλαίσιο που το διέπει. Μια ματιά στη «δήλωση» που περιέχεται στο Τεκμ.2 και συγκεκριμένα στην παρ.1 της εν λόγω «δήλωσης», είναι πιστεύω αρκετή για να διαπιστώσει ένας, διαπίστωση στην οποία και καταλήγω, ότι η απάντηση στο ποιο πάνω ερώτημα δεν μπορεί να είναι παρά καταφατική. Ως εκ τούτου κάμνω ανάλογο εύρημα. Αναφορικά με το νομικό πλαίσιο που διέπει το θέμα παρατηρώ τα εξής. Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη στις περιπτώσεις όπου η ακρίβεια των δηλώσεων καθίσταται η βάση της σύμβασης, δεν χρειάζεται να εξεταστεί κατά πόσο το ανακριβές γεγονός είναι ουσιώδες ή όχι ή κατά πόσο ο ασφαλισμένος γνώριζε ή όχι την αλήθεια. Αυτό που έχει καθοριστική σημασία για την εγκυρότητα της σύμβασης, είναι η ικανοποίηση της συγκεκριμένης προϋπόθεσης∙ διαφορετικά παρέχεται στον ασφαλιστή η επιλογή να θεωρήσει τη σύμβαση άκυρη εξ υπαρχής (void ab initio). Ως εκ τούτου, καμιά αξίωση, με βάση τη σύμβαση, μπορεί να πετύχει, έστω και αν η ζημιά προκλήθηκε προτού ο ασφαλιστής ακυρώσει τη σύμβαση. Για μια ενδιαφέρουσα, επί του προκειμένου, συζήτηση παραπέμπω στα συγγράμματα General Principles of Insurance Law 4η έκδ. του H.Ivamy, σελ. 250 και 292, και MacGillivray, E.J. "Insurance" 6η έκδ., σελ. 342, παρ. 824 όπως και στις νομικές αυθεντίες, στις οποίες τα σχετικά αποσπάσματα από τα εν λόγω συγγράμματα παραπέμπουν, τις οποίες θεωρώ μεν περιττό να απαριθμήσω πλην, όμως, τις υιοθετώ. Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Νικολαϊδη, στην υπόθεση Πανευρωπαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. ν. Ερέτρια Leisure Cruises Ltd. [1998] 1 A.A.Δ. σελ. 1972. Στην απόφαση του, ο Δικαστής Νικολαϊδης, αφού επισημαίνει ότι οι ασφαλιστικές συμβάσεις, ως εκ της φύσης τους εμπίπτουν στην κατηγορία των συμβάσεων "uberrima fidei" , στις οποίες η απόκρυψη ουσιωδών πληροφοριών, έστω και αν αυτή οφειλόταν σε λάθος του αιτητή, χωρίς οποιαδήποτε δόλια πρόθεση από πλευράς του, παρασύρει τις ασφαλιστικές συμβάσεις σε ακυρότητα αναφέρει και τα πιο κάτω: «Η διατύπωση και ευρύτητα των διάφορων σχετικών συμβατικών όρων ποικίλει. ΄Ετσι όρος μπορεί να καθιστά την ακρίβεια όλων των δηλώσεων που γίνονται κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων ουσιώδη όρο της σύμβασης. Σ΄ αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ ουσιωδών και επουσιωδών δηλώσεων, εκτός αν ο όρος ρητά αναφέρεται σε ουσιώδεις μόνο δηλώσεις (Dawsons Ltd. v. Bonnin [1922] 2 A.C. 413 και Re Universal Non.Tariff Insurance Fire Co., Forbes & Co´s Claim [1875] L.R. 19 Eq. 485). ´Οπου η ακρίβεια των δηλώσεων καθίσταται η βάση της σύμβασης δεν χρειάζεται να εξεταστεί κατά πόσο το ανακριβές γεγονός είναι ουσιώδες η όχι, ή κατά πόσο ο ασφαλισμένος εγνώριζε ή όχι, την αλήθεια (Condogiannis v. Guardian Assurance Co., 90 L.J.P.C. 168). ΄Όταν αντίθετα δεν υπάρχει όρος που να καθιστά την πρόταση προς ασφάλιση βάση της σύμβασης, η ανακρίβεια των απαντήσεων δεν παρέχει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να απεκδυθεί της ευθύνης, εκτός αν η ανακρίβεια συνιστά μη αποκάλυψη ή ψευδή παράσταση ουσιώδους γεγονότος (Dawsons Ltd v. Bonnin, ανωτέρω). Δόλια παραπλάνηση που αναφέρεται σε ουσιώδες γεγονός παρέχει την ευχέρεια μη τήρησης της σύμβασης. Αν το γεγονός δεν είναι ουσιώδες, η εγκυρότητα της σύμβασης δεν επηρεάζεται (Anderson v. Fitzgerald, ανωτέρω).» Επανερχόμενος στις θέσεις και τα επιχειρήματα της υπεράσπισης, παρατηρώ τα εξής. Είναι η θέση των εναγομένων, πως, ενώ ο αποθανόντας είχε προσωπικό γιατρό και συγκεκριμένα το γιατρό Α.Βασιλείου, τον οποίο μάλιστα συνήθιζε να επισκέπτεται, σε σχετικές ερωτήσεις του Τεκμ.3, (Ερώτηση 1 (a), (
- b)και (c)), τις οποίες του απηύθυνε ο Μ.Ε.1, απάντησε αρνητικά. Είναι επίσης η θέση των εναγομένων πως ενώ ο αποθανόντας είχε μέσα στα τελευταία πέντε χρόνια, που προηγήθηκαν της αίτησης του για ασφάλιση, υποβληθεί σε διαγνωστικά τεστς και συγκεκριμένα σε καρδιογραφήματα, ηχοκαρδιογραφήματα και δοκιμασίες κόπωσης, σε σχετικές ερωτήσεις του Τεκμ.3, (Ερώτηση 5 (
- b)και (d)), τις οποίες επίσης του απηύθυνε ο Μ.Ε.1, όπως και σε σχετική ερώτηση του Τεκμ.2, (Ερώτηση 5), επίσης απάντησε αρνητικά. Η θέση αυτή προκύπτει, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, από το περιεχόμενο των Τεκμ. 2 και 3. ΄Ομως, από το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων προκύπτουν και τα πιο κάτω. Ναι μεν ο αποθανόντας στην ερώτηση 1(α) του Τεκμ.3 έχει απαντήσει αρνητικά, σε αντίστοιχη όμως ερώτηση του Τεκμ.2 (Ερώτηση 1), ο αποθανόντας παρέχει στοιχεία του προσωπικού του γιατρού και συγκεκριμένα το ονοματεπώνυμο του. Ναι μεν ο αποθανόντας στις ερωτήσεις 1(
- b)και 1(c), 5(
- b)και 5(d), του Τεκμ.3, όπως και στην ερώτηση 5 του Τεκμ.2, έχει απαντήσει αρνητικά, στην παρόμοιου, όμως, περιεχομένου ερώτηση 7 του Τεκμ.2, απαντά καταφατικά ως προς το κατά πόσο έχει ποτέ κάμει ακτινογραφίες ή ηλεκτροκαρδιογράφημα ή διαγνωστικές εξετάσεις και στην ιδιόχειρη μάλιστα σημείωση υπό στοιχείο 7, επίσης του Τεκμ.2, αναφέρει ότι, όντας αθλητής, υποβάλλεται σε ιατρικές εξετάσεις κάθε χρόνο. Και το ερώτημα που αναπόφευκτα εγείρεται είναι κατά πόσο, υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου και γενικά των συγκεκριμένων περιστάσεων, δικαιολογείται στην υπό κρίση υπόθεση παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο εκεί όπου η ακρίβεια των δηλώσεων έχει καταστεί η βάση του συμβολαίου και συνεπώς προϋπόθεση για την εγκυρότητα του, η σύμβαση είναι άκυρη εξ υπαρχής, άσχετα αν ο ασφαλισμένος γνώριζε ή όχι την αλήθεια. Στο σύγγραμμα General Principles of Insurance Law, του H.Ivamy (πιο πάνω) o συγγραφέας, αφού επισημαίνει την ανάγκη εξέτασης της αίτησης για ασφάλιση στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά, αναφέρει και τα εξής στις σελ. 191 και 192: «4. ΄Άλλες πληροφορίες στην κατοχή του ασφαλιστή. Στην εξέταση ως προς την ακρίβεια των απαντήσεων σημασία πρέπει να δίδεται όχι μόνο στις δηλώσεις που περιέχονται στην ίδια την απάντηση αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη πληροφορία βρίσκεται στην κατοχή των ασφαλιστών. Απάντηση, η οποία όταν ληφθεί από μόνη της είναι ανεπαρκής, ενδεχομένως να μην είναι ανακριβής όταν διαβαστεί μαζί με άλλες απαντήσεις στην πρόταση για ασφάλιση. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύνολο της πρότασης∙ και όπου ο ασφαλιζόμενος υποβάλλει ταυτόχρονα αριθμό αιτήσεων, οι οποίες αφορούν σε διαφορετικές περιουσίες αλλά αλληλοαναφερόμενες, θα πρέπει να διαβαστούν όλες μαζί και η ακρίβεια των απαντήσεων να διευκρινιστεί ανάλογα.» (Η μετάφραση όπως και οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου) («Ιn the considering the accuracy of the answers, regard must be had not only to the statements contained in the answer itself, but also to any other information in the possession of the insurers. An answer,which when taken by itself is insufficient, may not be inaccurate when read with other answers in the proposal. Consequently, the whole of the proposal must be taken into account; and where the assured submits at the same time a number of proposals relating to different properties, but referring to each other, they are all to be read together, and the accuracy of the answers determined accordingly.») «5. Αντιφατικές ή μη ικανοποιητικές απαντήσεις. ΄Όταν οι απαντήσεις τις οποίες δίνει ο αιτητής είναι αντιφατικές ή μη ικανοποιητικές και η Ασφαλιτιστική εταιρεία δεν προβαίνει σε περαιτέρω διερεύνηση και εκδίδεται ασφαλιστική κάλυψη, η εταιρεία δεν μπορεί να αποποιηθεί ευθύνης πάνω στη βάση ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, γιατί θα θεωρηθεί ότι έχει παραιτηθεί των δικαιωμάτων της. `Αν η απάντηση του είναι αβέβαιη ή μη ικανοποιητική, οι ασφαλιστές τίθενται σε εγρήγορση και έχουν την επιλογή να απορρίψουν την ασφάλιση ή να επιδιώξουν πληροφορίες από άλλες πηγές ή να χρεώσουν ψηλότερο ασφάλιστρο΄». (Η μετάφραση είναι του Δικαστηρίου). ("When the answers which the proposer gives are inconsistent or unsatisfactory, and no further inquiries are made by the insurance company, and a policy is issued, the company cannot repudiate liability on the ground that there has not been a full disclosure, for it will be held to have waived its rights. `If his answer if hesitating or unsatisfactory, the insurers are put upon their guard, and have the option of declining the assurance, or seeking information from other sources, or of charging a higher premium"). Είναι φανερό από τα πιο πάνω πως οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν θα πρέπει, ενώ από τη μια δέχονται την αίτηση για ασφάλιση, από την άλλη να οχυρώνονται πίσω από την εν λόγω αρχή για να δικαιολογήσουν αδράνεια τους, είτε αυτή είναι εσκεμμένη είτε όχι, να λάβουν μέτρα με στόχο τον εντοπισμό των πραγματικών στοιχείων εκεί όπου η αίτηση που έχουν κάμει δεκτή, περιέχει στοιχεία ή παραλείψεις τα οποία ένας εύλογα θα ανέμενε να τις θορυβήσει. Στην προκειμένη περίπτωση, για σκοπούς αξιολόγησης της αίτησης για ασφάλιση, λήφθηκαν υπόψη τόσο τα στοιχεία που περιέχονται στην αίτηση για ασφάλιση, Τεκμ.2, όσο και τα στοιχεία που περιέχονται στο έντυπο, Τεκμ.3. Υπενθυμίζω ότι κατά το χρόνο αξιολόγησης ενώπιον της Μ.Υ.1 βρίσκονταν και τα δύο εν λόγω τεκμήρια. Μια απλή ανάγνωση των ερωτήσεων που περιέχονται στα δύο έντυπα και των αντίστοιχων απαντήσεων του αποθανόντα, το λιγότερο που μπορεί να καταδείξει είναι την ασυνέπεια που προκύπτει μεταξύ της δήλωσης/απάντησης στο έντυπο Τεκμ.3, ότι ο αποθανόντας δεν έχει προσωπικό γιατρό και της αντίστοιχης δήλωσης/απάντησης στο Τεκμ.2 σύμφωνα με την οποία, ο αποθανόντας έχει προσωπικό γιατρό, το ονοματεπώνυμο του οποίου μάλιστα παραθέτει, όπως και την ασυνέπεια που προκύπτει μεταξύ των αρνητικών δηλώσεων/απαντήσεων του αποθανόντα στις ερωτήσεις υπό στοιχεία 5, του Τεκμ. 2 και 5(
- b)και 5(
- d)του Τεκμ.3 από τη μια, και των καταφατικών δηλώσεων/απαντήσεων του αποθανόντα στην υπό στοιχείο 7 ερώτηση του Τεκμ.2, όπως και στην υπό στοιχείο 7 χειρόγραφη δήλωση/απάντηση, επίσης του Τεκμ.2. Είναι φανερό από τα αμέσως πιο πάνω, πως η εικόνα την οποία συνέθεταν τα ενώπιον της Μ.Υ.1, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή κατά το χρόνο αξιολόγησης της αίτησης, στοιχεία, ήταν σε τέτοιο βαθμό αντιφατική, που λογικά η Μ.Υ.1 θα έπρεπε, λαμβανομένης υπόψη της πολυετούς πείρας της σε θέματα αξιολόγησης στοιχείων / κινδύνων για σκοπούς ασφάλισης, να εντοπίσει την ασυνέπεια και να θορυβηθεί, τουλάχιστον, ως προς την πραγματική κατάσταση της υγείας του αποθανόντα. Ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι όφειλαν υπό τις περιστάσεις, συμπέρασμα στο οποίο και καταλήγω, όπως προτού εγκρίνουν την αίτηση, προβούν σε περαιτέρω έρευνα με στόχο την διακρίβωση της πραγματικής κατάστασης της υγείας του αποθανόντα και γενικά την πλήρη διαλεύκανση των υπό εξέταση αντιφατικών στοιχείων. Και μια ορθή έρευνα, σε περίπτωση που η Μ.Υ.1 επέλεγε να προβεί σε τέτοια έρευνα, πιστεύω πως, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, θα οδηγούσε στην αποκρυστάλλωση της πραγματικής εικόνας αναφορικά με την κατάσταση του αποθανόντα και στα ορθά στοιχεία. Ας μη ξεχνούμε πως ο Μ.Ε.1 στον οποίο παραπέμφθηκε ο αποθανόντας από τους εναγόμενους για σκοπούς της επίδικης ασφάλισης, ήταν και ο γιατρός στον οποίο παραπέμφθηκε ο αποθανόντας στις 12.11.1998 και 27.8.2001 από συναδέλφους του μάρτυρα, για σκοπούς εξειδικευμένων εξετάσεων. Αντί της περαιτέρω έρευνας, όμως, η Μ.Υ.1 και κατ΄ επέκταση οι εναγόμενοι, επέλεξαν να προχωρήσουν στην έγκριση της αίτησης και στην έκδοση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, παρά την αντιφατική εικόνα που παρουσίαζαν τα ενώπιον τους στοιχεία. Σαν αποτέλεσμα, βρίσκω πως οι εναγόμενοι, με τη συγκεκριμένη επιλογή τους, έχουν παραιτηθεί του δικαιώματος τους να θεωρήσουν τη σύμβαση άκυρη εξυπαρχής (void ab initio) και να την ακυρώσουν, αρνούμενοι να καταβάλουν στους ενάγοντες το επίδικο ποσό. ΄Ηταν επίσης η θέση του κ.Δημητριάδη πως ο αποθανόντας είχε στο παρελθόν υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου, γεγονός το οποίο δεν αποκάλυψε και το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν συνήδε με τη γενική εικόνα καλής κατάστασης της υγείας του, που αυτός προβάλλει με τις απαντήσεις του στις ερωτήσεις των Τεκμ. 2 και 3. Εχω την άποψη πως ούτε η εν λόγω θέση των εναγομένων διαφοροποιεί, υπό τις περιστάσεις, την αμέσως πιο πάνω κατάληξη και συμπεράσματα μου. Η από τους εναγόμενους επιλογή να εγκρίνουν την αίτηση για ασφάλιση του αποθανόντα, χωρίς τη διεξαγωγή περαιτέρω έρευνας, ενώ υπό τις περιστάσεις όφειλαν να προβούν σε τέτοια έρευνα, ήταν, όπως έχω ήδη καταλήξει, αποκλειστικά δική τους. Ανεξάρτητα, όμως, τούτου, θα πρέπει να επισημάνω πως δεν υπάρχει μαρτυρία ως προς το χρόνο που ο αποθανόντας υπέστη το προηγούμενο έμφραγμα, δηλαδή κατά πόσο είχε υποστεί το έμφραγμα πριν την υποβολή της αίτησης για ασφάλιση, έτσι ώστε να εγείρεται θέμα μη αποκάλυψης του συγκεκριμένου γεγονότος. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αγωγή θα πρέπει να πετύχει. Σαν αποτέλεσμα εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για Λ.Κ.70.000.00 πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, στην κλίμακα της αγωγής. Α.Πασχαλίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο