SKYWAYS TRADING LTD ν. ΧΡΥΣΩ ΕΥΘΥΜΙΟΥ Φ/δι Creation Supermarket, Αρ. Αγωγής: 1357/02, 07.07.2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1357/02 Μεταξύ: SKYWAYS TRADING LTD, από την Λάρνακα Ενάγοντες και ΧΡΥΣΩ ΕΥΘΥΜΙΟΥ, Φ/δι Creation Supermarket, δρόμο Λάρνακας-Δεκέλειας Εναγόμενης Ημερομηνία: 07.07.2005 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Λ. Μουγής Για την Εναγόμενη: κ. Μ. Μοντάνιος Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον της εναγόμενης το ποσό των ΛΚ1.224,85 με τόκο 8% ετησίως επί του ποσού αυτού από τις 07.07.99 και δικηγορικά έξοδα για πωληθέντα και παραδοθέντα εμπορεύματα και/ή έναντι λογαριασμού. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που ασχολούνται με την διανομή εισαγόμενων ποτών και ζαχαροειδών και την κατασκευή φρέσκων χυμών. Σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ 04.05.98 και 07.07.99 πώλησαν και παράδωσαν στην εναγόμενη η οποία διατηρεί υπεραγορά στον δρόμο Λάρνακας - Δεκέλειας με το όνομα Creation Supermarket διάφορα προϊόντα έναντι συμφωνημένου και/ή λογικού ποσού για εκάστη πώληση. Συγκεκριμένα οι ενάγοντες εξέδωσαν για όλες τις δοσοληψίες που είχαν με την εναγόμενη διάφορα τιμολόγια για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.2.181,
- Η εναγόμενη σε διάφορες ημερομηνίες έχει καταβάλει έναντι της οφειλής της και /ή πιστώθηκε ο λογαριασμός της με το συνολικό ποσό των Λ.Κ.956,96 παραμένει δε υπόλοιπο εκ Λ.κ.1.224,85 το οποίο παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων η εναγόμενη αρνείται και /ή αμελεί και/ή παραλείπει να το εξοφλήσει μέχρι σήμερα. Με την υπεράσπιση της η εναγόμενη προβάλλει ουσιαστικά τρεις υπερασπίσεις. Αρνείται ότι αγόρασε οποιαδήποτε εμπορεύματα από τους ενάγοντες, αρνείται ότι είναι ιδιοκτήτρια ή και διαχειρίστρια του καταστήματος Creation Supermarket το οποίο, όπως ισχυρίζεται, ανήκει σε μια ιδιωτική μετοχική εταιρεία, είναι η θέση της ότι όλες οι δοσοληψίες και /ή τα τιμολόγια των εναγόντων εξεδόθηκαν στο όνομα Creation Supermarket και όχι στο όνομα της ίδιας προσωπικά και ισχυρίζεται ότι έχει εξοφλήσει τον λογαριασμό της με τους ενάγοντες και /ή ότι το τυχόν υπόλοιπο που παρέμεινε είναι πολύ μικρότερο από το ποσό που αξιούν οι ενάγοντες αναφέροντας ότι οι ενάγοντες δεν της έχουν εκδώσει αποδείξεις για όλα τα ποσά που τους πλήρωνε και ότι έχει επιστρέψει αριθμό εμπορευμάτων χωρίς να έχουν εκδοθεί από τους ενάγοντες πιστωτικές σημειώσεις. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τρεις μάρτυρες για τους ενάγοντες, η εναγόμενη και ακόμα ένας μάρτυρας υπεράσπισης και κατατέθηκαν συνολικά 7 τεκμήρια. Ο ΜΕ1, Σοφρώνης Μιχαηλίδης, εκ των Διευθυντών και μετόχων των εναγόντων ανέφερε ότι γνώρισε την εναγόμενη από ένα υπάλληλο της εταιρείας του με το όνομα Χριστόφορος γύρω στο 1997 όταν ο υπάλληλος αυτός, επειδή αντιμετώπιζε προβλήματα στην συνεργασία του με την εναγόμενη, αρνείτο να την εξυπηρετεί και άρχισε να πηγαίνει ο ίδιος. Η σχέση των εναγόντων ήταν προσωπικά με την εναγόμενη η οποία ήταν πάντοτε στο κατάστημα με εξαίρεση πολύ μεμονωμένες περιπτώσεις και ακόμα και εκείνες τις φορές που δεν ήταν η ίδια παρούσα κανένας από τους σύζυγο ή τον γιο της που τύχαινε να ήταν παρόντες δεν έπαιρναν καμιά πρωτοβουλία όσον αφορά την εξόφληση των τιμολογίων γιατί μόνο η ίδια η εναγόμενη διαχειριζόταν τα θέματα αυτά. Ήταν η θέση του, αυτοκίνητο των εναγόντων φορτωμένο με τα διάφορα εμπορεύματα που εμπορεύονταν οι ενάγοντες επισκεπτόταν το κατάστημα της εναγόμενης , η ίδια αφού έβλεπε τα προϊόντα αποφάσιζε ποια χρειαζόταν, τα προϊόντα δίδονταν στην εναγόμενη και για κάθε τέτοια παραγγελία εκδίδονταν από τον πωλητή τιμολόγια. Τα τιμολόγια αυτά τεκμήριο 1(α) - 1(λ), είναι διπλότυπα και το πρωτότυπο των οποίων πάντοτε διδόταν στην εναγόμενη. Η εναγόμενη έκανε διάφορες πληρωμές κατά καιρούς και /ή επέστρεψε κάποια προϊόντα στους ενάγοντες και για τις επιστροφές αυτές εκδίδονταν πιστωτικές σημειώσεις. Αντίγραφα των αποδείξεων και των πιστωτικών σημειώσεων έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια 2(α) - 2(ν). Ήταν η θέση του ότι εκτός από το τεκμήριο 2 η εναγόμενη δεν πλήρωνε κανένα άλλο ποσό και άρχισαν τα προβλήματα στην συνεργασία τους τα οποία τοποθετεί το
- Είπε ότι επισκεπτόταν ο ίδιος την εναγόμενη, μετά που ο Χριστόφορος αρνήθηκε να ξαναπάει στο υποστατικό της εναγόμενης, για να εισπράξει και πολλές φορές η εναγόμενη τους κορόιδευε λέγοντας του να περάσει άλλη μέρα. Ο ίδιος βαρέθηκε να την επισκέπτεται, ανέλαβε ο πεθερός του, Δημήτρης Τσόκκος, να εισπράξει τα οφειλόμενα ποσά ο οποίος κατάφερε να εισπράξει κάποια ποσά για τα οποία και εκδόθηκαν αποδείξεις αλλά επειδή και πάλι η εναγόμενη και πάλι δεν πλήρωνε καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία ζητά το αξιούμενο στην έκθεση απαίτησης ποσό. Κατά την αντεξέταση του επέμενε ότι η σχέση των εναγόντων ήταν προσωπικά με την εναγόμενη με την οποία και ο υπάλληλος των εναγόντων Χριστόφορος και ο ίδιος αλλά και ο πεθερός του είχαν τις διάφορες δοσοληψίες ενώ ο γιος της και ο σύζυγος της δεν είχαν καμία ανάμιξη στον τρόπο διεξαγωγής των εργασιών της με τους ενάγοντες εκτός από την παραλαβή προϊόντων. Ουδέποτε έθεταν οι ίδιοι παραγγελίες και ουδέποτε πλήρωσαν αυτοί οποιοδήποτε ποσό έναντι του λογαριασμού της εναγόμενης. Υποδείχθηκαν στον μάρτυρα όλα τα έγγραφα που αποτελούν τα τεκμήρια 1 και 2 και αναγνώρισε τις υπογραφές του, του πεθερού του και του υπαλλήλου του Χριστόφορου σε αυτά. Δέχτηκε ότι η εναγόμενη πλήρωσε μέρος της οφειλής της στους ενάγοντες καταθέτοντας κάποια ποσά στο λογαριασμό τους που διατηρούσαν σε εμπορική Τράπεζα για τα οποία δεν θυμόταν το συνολικό ποσό αλλά ισχυρίστηκε ότι για όλα αυτά τα ποσά ο ίδιος εξέδωσε αποδείξεις είσπραξης και οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στο τεκμήριο
- Κατατέθηκε ως τεκμήριο 3 το πρωτότυπο του τιμολογίου με αριθμό 1302 και ημερ. 22.05.99 το οποίο αναφέρει ως υπόλοιπο το ποσό των Λ.Κ.491,65 και υποδείχθηκε στον μάρτυρα ότι το διπλότυπο που είναι το τεκμήριο 1(θ) φέρει ως υπόλοιπο διαφορετικό ποσό και συγκεκριμένα το ποσό των Λ.Κ.717,97 και του ζητήθηκε να εξηγήσει αυτή τη διαφορά. Ήταν η θέση του ότι το τιμολόγιο αυτό έχει εκδοθεί από τον ίδιο και ότι δεν το είχε κλείσει ο ίδιος και ότι τα γράμματα με κόκκινη πέννα που υπάρχουν στο τεκμήριο 3 δεν είναι δικά του διότι κάποια προϊόντα που είχε παραδώσει στην εναγόμενη ήταν καινούρια και δεν γνώριζε τις τιμές τους όταν τα παρέδωσε και είχε αναφέρει στην εναγόμενη ότι θα συμπλήρωνε τις τιμές όταν τις έβρισκε, πράγμα το οποίο έκανε στο τεκμήριο 1(θ) και γι΄ αυτό παρουσιάζεται αυτή η διαφορά. Δέχτηκε ότι δεν είχε αποστείλει νέο τιμολόγιο στην εναγόμενη ούτε και ζήτησε από αυτή να του δώσει πίσω το πρωτότυπο του τιμολογίου για να το συμπληρώσει. Του υποδείχθηκε επίσης το τεκμήριο 4 που είναι κατάσταση λογαριασμού με ημερ. 30.09.98 στην οποία το φερόμενο υπόλοιπο είναι Λ.Κ.375,
- Επίσης του υποβλήθηκε ότι η εναγόμενη επέστρεψε εμπορεύματα συνολικής αξίας Λ.Κ.480,00 για τα οποία δεν της εξέδωσαν πιστωτική σημείωση μετά το Σεπτέμβριο του 1998 υποβολή την οποία αρνήθηκε όπως και αρνήθηκε την υποβολή ότι η εναγόμενη και ο σύζυγο της κάλεσαν επανειλημμένα τους ενάγοντες να εκδώσουν πιστωτικές σημειώσεις για τα προϊόντα που επέστρεψαν. Επίσης αρνήθηκε την υποβολή ότι η εναγόμενη κατέθεσε σε λογαριασμό του στην Τράπεζα Κύπρου ποσό Λ.Κ.956,00 με το οποίο εξόφλησε το υπόλοιπο που παρουσίαζε ο εν λόγω λογαριασμός και μετά ο ίδιος της ζήτησε να συνεχίζει να καταθέτει χρήματα σε άλλο λογαριασμό. Ο ΜΕ2, Χριστόφορος Χριστοφή, ήταν υπάλληλος των εναγόντων από το 1997 μέχρι το
- Ήταν διανομέας στην τουριστική περιοχή Λάρνακας -Δεκέλειας που κάλυπτε και την περιοχή του υποστατικού της εναγόμενης την οποία γνωρίζει από το κατάστημα Creation Supermarket στο οποίο ήταν υπεύθυνη. Ήταν η εναγόμενη που έδιδε παραγγελίες και έκδιδε τιμολόγια στο όνομα που αναγραφόταν έξω από το κατάστημα Creation Supermarket, αναγνώρισε τα περισσότερα τιμολόγια του τεκμηρίου 1 ότι ήταν ο ίδιος που τα είχε εκδώσει. Ανάφερε ότι όλα τα εμπορεύματα που αναφέρονται στα τιμολόγια παραδόθηκαν στην εναγόμενη από την οποία εισέπραξε κάποιο ποσό χρημάτων για τα οποία εξέδωσε ο ίδιος αποδείξεις και πάλι αναγνώρισε από το τεκμήριο 2 αρκετές αποδείξεις ότι είχαν εκδοθεί από τον ίδιο. Η συνεργασία των εναγόντων με την εναγόμενη παρουσίασε προβλήματα όταν η εναγόμενη άρχισε να μη ξοφλά τα τιμολόγια που της εξέδιδε και μετά που του είχε υποσχεθεί ότι θα του έδιδε χρήματα κάποιες φορές και δεν το έπραξε ανέφερε στον εργοδότη του ότι δεν θέλει πλέον να την εξυπηρετεί. Είπε επίσης ότι η εναγόμενη ουδέποτε ανέφερε στον ίδιο ότι δεν ήταν η υπεύθυνη του καταστήματος. Κατά την αντεξέταση του, του υπεδείχθησαν τα τεκμήρια 1(α) και 1(γ) και ρωτήθηκε κατά πόσο η υπογραφές είναι των ίδιων προσώπων ή όχι όπου ο μάρτυρας επέμενε ότι και στις δύο περιπτώσεις είναι η εναγόμενη που έχει υπογράψει και όχι ο σύζυγος της Ευθύμιος Ευθυμίου αν και οι υπογραφές παρουσιάζουν κάποιες διαφορές. Αρνήθηκε ότι είναι η εναγόμενη που του είπε να μην ξαναπάει στο κατάστημα της και όχι ότι ήταν δική του επιλογή και επανέλαβε ότι είναι η εναγόμενη που "έκανε κουμάντο" στο supermarket και ότι ο σύζυγος της πάντοτε του έλεγε "περίμενε να έρθει η Χρύσω" όσες φορές πήγε είτε για παραγγελία είτε για να εισπράξει ποσά. Επέμενε επίσης ότι από τα τιμολόγια που ο ίδιος εξέδωσε όταν συνεργαζόταν με τους ενάγοντες υπήρχε υπόλοιπο όταν ο ίδιος είχε φύγει από την υπηρεσία των εναγόντων αλλά δεν γνωρίζει τι ποσό χρωστά σήμερα η εναγόμενη στους ενάγοντες. Ο ΜΕ3, Δημήτρης Τσόκκος, είναι πεθερός του ΜΕ1, γνωρίζει την εναγόμενη από την επαφή που είχαν όταν πήγαινε να εισπράξει από το κατάστημα της τις οφειλές που είχε στους ενάγοντες. Πάντοτε συναντούσε την εναγόμενη εκεί η οποία ουδέποτε του ανέφερε ότι δεν ήταν υπεύθυνη του καταστήματος και ήταν πάντα η ίδια που του έδιδε τα χρήματα όσες φορές κατάφερε να εισπράξει αναφέροντας ότι 4 φορές που πήγε κατάφερε να εισπράξει ενώ άλλες 3-4 φορές έφυγε χωρίς χρήματα. Επέμενε ότι όσες φορές εισέπραξε χρήματα από την εναγόμενη πάντοτε εξέδιδε αποδείξεις και αναγνώρισε τα τεκμήρια 2(κ)-2(ν) ότι είχαν εκδοθεί από τον ίδιο και ότι δεν είσπραξε κανένα άλλο ποσό εκτός από αυτό των τεσσάρων αποδείξεων. Κατά την αντεξέταση του είπε ότι στις επισκέψεις του στο κατάστημα της εναγόμενης έτυχε να δει εκεί και τον σύζυγο της και τον γιο της ο οποίος μάλιστα μια μέρα τον ύβρισε όταν πήγε να ζητήσει χρήματα και δεν είχε κανένα άλλο εκεί. Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε του τηλεφώνησε η εναγόμενη για να του πει να πάει να εισπράξει και ήταν η θέση του ότι πάντοτε εξηγείτο μαζί της προφορικά κατά τις επισκέψεις του ποια θα ήταν η επόμενη φορά που θα πήγαινε. Είπε ότι στις αποδείξεις που ο ίδιος εξέδωσε ήταν στο όνομα Creation Supermarket και όχι στο όνομα της εναγόμενης προσωπικά γιατί έτσι έβλεπε τις προηγούμενες αποδείξεις μέσα στο μπλοκ του και ότι κάποιες από αυτές τις συμπλήρωσε ή ίδια η εναγόμενη και αυτός απλώς υπέγραφε. Αρνήθηκε ότι η εναγόμενη του ανέφερε ότι δεν χρωστά χρήματα και είπε ότι θυμάται ότι του είχε αναφέρει η εναγόμενη ότι είχε καταθέσει κάποια χρήματα στον λογαριασμό του γαμπρού του. Η εναγόμενη ανέφερε ότι το "Creation Supermarket" είναι "εμπορική επωνυμία το οποίο αναγραφόταν έξω από το μαγαζί σαν κράχτης. Είναι απλά για την ταυτότητα του μαγαζιού για να το βρίσκουν εύκολα οι πελάτες. Εκτός από το Creation αναγράφονται και οι λέξεις discount shop." Σε ερώτηση του συνηγόρου της σε ποιον ανήκει αυτή η εμπορική επωνυμία ήταν η θέση της ότι ανήκει σε οικογενειακή εταιρεία την E & C Leather Handicraft Centre Ltd στην οποία εργαζόταν η ίδια ο σύζυγος της και μια υπάλληλος, ο γιος της ήταν ηλικίας 14 ετών την επίδικη περίοδο ήταν μαθητής και εάν τύγχανε να ήταν παρών κατά την παραλαβή εμπορευμάτων έβαζε την υπογραφή του στα τιμολόγια. Ανέφερε ότι ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε επιστολή από τους ενάγοντες ή τον δικηγόρο τους ότι οφείλει σε αυτούς οποιοδήποτε ποσό. Υποδείχθηκαν στην εναγόμενη τα τεκμήρια 1(θ) που είναι το διπλότυπο του τιμολογίου με αριθμό 1302 και ημερ. 22.05.99 και το τεκμήριο 3 που είναι το πρωτότυπο και σε ερώτηση ποιο από τα δύο θεωρεί σωστό, αφού όπως έχει ήδη αναφερθεί παρουσιάζουν διαφορετικό υπόλοιπο, η θέση της ήταν ότι το τιμολόγιο που αποδέχεται είναι το τεκμήριο 3 για ποσό Λ.Κ.491,65 η υπογραφή αγοραστή στο εν λόγω τεκμήριο είναι του γιου της και στο πάνω μέρος του τεκμηρίου που γράφει "Λαϊκή 033-11-1540" ισχυρίζεται ότι έχουν αναγραφεί από τον ΜΕ1 και είναι ο αριθμός λογαριασμού του στην Λαϊκή Τράπεζα τον οποίο της έδωσε για να του καταθέτει εκεί τα ποσά που του χρωστά από τις δοσοληψίες τους αφού προηγουμένως του είχε εξοφλήσει ένα άλλο δικό του λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου. Ήταν η θέση της ότι ουδέποτε αρνήθηκε να δώσει χρήματα στον ΜΕ3 κατά τις επισκέψεις του τις οποίες είχαν προγραμματίσει, έτυχε όμως κάποιες φορές να περνά από το κατάστημα της ο ΜΕ3 και να σταματήσει και να τη ρωτήσει αν έχει χρήματα αλλά εκείνες τις φορές δεν του είχε δώσει. Ήταν η θέση της ότι κατέθεσε σε λογαριασμό του ΜΕ1 στο κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου που βρισκόταν δίπλα από το κατάστημα της ποσό συνολικά Λ.Κ.950,00 και όλες αυτές τις αποδείξεις των καταθέσεων τις έδωσε στο ΜΕ1 ο οποίος τη διαβεβαίωσε ότι με αυτές είχε εξοφληθεί ο λογαριασμός που είχε στην Τράπεζα Κύπρου και ότι θα της έδιδε άλλο λογαριασμό του στην Λαϊκή Τράπεζα αλλά δεν της έδωσε ποτέ απόδειξη. Δεν κατέθεσε οποιαδήποτε χρήματα στο λογαριασμό του ΜΕ1 στην Λαϊκή Τράπεζα και ζήτησε μέσω του δικηγόρου της, σχετικό είναι το τεκμήριο 5, να της δώσει ο ΜΕ1 τις καταθέσεις που έκανε στο λογαριασμό του πράγμα το οποίο αυτός ουδέποτε έκανε. Επίσης ήταν η θέση της ότι είχε επιστρέψει διάφορα εμπορεύματα στους ενάγοντες αξίας περίπου Λ.Κ.480,00 τα οποία είχαν επιστραφεί μέσω του ΜΕ2 ο οποίος όμως δεν της έδωσε πιστωτική σημείωση για το ποσό αυτό και το γεγονός αυτό το ανέφερε η ίδια στον ΜΕ1 και του ζήτησε να μην ξαναστείλει τον ΜΕ2 στο κατάστημα της. Ο ΜΕ1 είχε αναλάβει να της φέρει ο ίδιος την πιστωτική σημείωση για το ποσό αυτό πράγμα το οποίο ουδέποτε έπραξε. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι το "Creation Supermarket" δεν είναι εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία, το όνομα αυτό αναγράφεται πάνω σε ταμπέλα έξω από το κατάστημα ως κράχτης. Της υπεβλήθη ότι ουδέποτε ανέφερε στους ενάγοντες και /ή σε οποιοδήποτε από τους ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 ότι η ίδια δεν ήταν υπεύθυνη του καταστήματος θέση την οποία αρνήθηκε και ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που όλα τα τιμολόγια και οι αποδείξεις ήταν στο όνομα Creation ήταν γιατί το έβρισκαν πιο εύκολο οι συνεργάτες της αλλά και οι λογιστές της. Η εταιρεία E & C Leather Handicraft Centre Ltd διαλύθηκε πριν από 2-3 χρόνια τώρα υπάρχει άλλη εταιρεία στο όνομα του γιου της ο οποίος τότε ήταν 14 χρονών. Της ζητήθηκε να παρουσιάσει το πιστοποιητικό γέννησης του αλλά δεν το είχε μαζί της. Της υποδείχθηκε ακολούθως το τεκμήριο 1 και αναγνώρισε σ΄ αυτά τις δικές της υπογραφές του συζύγου και του γιου της. Της υπεβλήθη ότι σε κανένα από τα εν λόγω τιμολόγια δεν υπάρχει η υπογραφή του συζύγου της και ότι εκτός από ένα ή δύο τιμολόγια στα οποία η υπογραφή είναι του γιου της όλα τα άλλα έχουν υπογραφεί από την ίδια, η θέση της ήταν ότι υπάρχει η υπογραφή του συζύγου της. Κατατέθηκε το τεκμήριο 6, ενοικιαστήριο έγγραφο μεταξύ της ιδίας και του συζύγου της αφενός και ενός τρίτου προσώπου αφετέρου, και της υποβλήθηκε ότι η υπογραφή που παρουσιάζεται στο τεκμήριο 6 ως η υπογραφή του συζύγου της, την οποία και αναγνώρισε, δεν έχει καμία σχέση με τις υπογραφές στο τεκμήριο 1 θέση την οποία και πάλι δεν δέχθηκε. Της υποβλήθηκε επίσης ότι ο ΜΕ3 την επισκέφθηκε πολλές φορές μετά από συνεννόηση μεταξύ τους και τον έδιωξε χωρίς να του δώσει χρήματα, ότι για όλες τις αποδείξεις που είχε δώσει στον ΜΕ1 αναφορικά με τραπεζικές καταθέσεις στις οποίες η ίδια προέβηκε στο λογαριασμό του ΜΕ1 όπως και για όσα χρήματα του έδωσε πάντοτε έπαιρνε απόδειξη η οποία συμπεριλαμβάνεται στο τεκμήριο 2, ότι ουδέποτε επέστρεψε εμπορεύματα χωρίς να της δοθεί πιστωτική σημείωση, θέσεις τις οποίες δεν δέχτηκε. Επίσης δεν δέχτηκε την θέση ότι ο λόγος που παρουσιάζεται διαφορά στα τεκμήρια 3 και 1(θ) είναι το γεγονός ότι για τέσσερα ήδη εμπορευμάτων που ήταν καινούρια όταν της παραδόθηκαν ο ΜΕ1 έθεσε μετά τις τιμές. Δέχτηκε ότι σε απάντηση του τεκμηρίου 5 ο δικηγόρος της έλαβε το τεκμήριο 7 από τους δικηγόρους των εναγόντων στο οποίο αναφέρουν ότι αποδείξεις που είχαν στην κατοχή τους είχαν δοθεί προηγουμένως στους δικηγόρους της και αρνήθηκε ότι παρουσίαζε στους ενάγοντες και /ή σε οποιοδήποτε μάρτυρα που έχει παρουσιαστεί γι΄ αυτούς τον εαυτό της ως το υπεύθυνο άτομο για την συγκεκριμένη επιχείρηση. Μέσα στα πλαίσια της προσπάθειας της εναγόμενης να παρουσιαστεί αρμόδιος υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου για να μαρτυρήσει αναφορικά με τις καταθέσεις που η εναγόμενη προέβηκε στο λογαριασμό του ενάγοντα παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ο κ. Αντρέας Οικονόμου, Διευθυντής του Οργανισμού Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ στην Λάρνακα, ο οποίος και ανέφερε ενόρκως ότι δεν μπόρεσε να εντοπίσει τίποτα που να καταδεικνύει ότι η εναγόμενη προέβηκε σε οποιαδήποτε κατάθεση σε λογαριασμό που να διατηρούσαν είτε οι ενάγοντες είτε ο ΜΕ
- Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες εν' όσο έδιναν μαρτυρία και η αξιολόγηση τους δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία. Όλοι οι μάρτυρες που έχουν δώσει μαρτυρία για τους ενάγοντες άφησαν θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία τους ήταν στρωτή και χωρίς αντιφάσεις και δεν έχει πληγεί καθόλου από την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκαν. Οι απαντήσεις τους ήταν σαφής, ευθείς χωρίς υπεκφυγές και περιστροφές και τεκμηρίωναν την απαίτηση των εναγόντων. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι οι μάρτυρες των εναγόντων ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Αντίθετα η εναγόμενη έχει υποπέσει σε αντιφάσεις στη μαρτυρία της και επίσης έχει προβάλει πολλούς ισχυρισμούς περισσότεροι των οποίων παρέμειναν μετέωροι και ατεκμηρίωτοι. Αναμφίβολα πρόκειται για μια πολύ έξυπνη και πολύ δυναμική γυναίκα και σίγουρα η θέση της ότι είχε εξοφλήσει πολλά χρέη του ενάγοντα με ποσά που έχει καταθέσει η ίδια στην Τράπεζα και μάλιστα τις σχετικές αποδείξεις έχει δώσει στον ΜΕ1 χωρίς να κρατήσει αντίγραφα και χωρίς ο ίδιος να της δώσει απόδειξη την ίδια ώρα δεν πείθει καθόλου. Επίσης είναι δύσκολο να δεχτώ ότι είχε επιστρέψει εμπορεύματα στους ενάγοντες μέσω του ΜΕ2 με τον οποίο όπως και η ίδια είπε οι σχέσεις της δεν ήταν καλές χωρίς να πάρει πιστωτική σημείωση την ίδια ώρα. Πέραν τούτου απέφευγε να απαντήσει σταθερά τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν κατά την αντεξέταση καταφεύγοντας σε υπεκφυγές και περιπλέκοντας γεγονότα άσχετα με αυτά που αφορούσε η ερώτηση. Το γεγονός επίσης ότι παρά τις επανειλημμένες αναβολές και τις ευκαιρίες που δόθηκαν στην υπεράσπιση για να προσάξουν μάρτυρα που να ενισχύει τους ισχυρισμούς της ότι έχει προβεί σε καταθέσεις σε διάφορες τράπεζες δεν κατάφερε να βρει μάρτυρα που να ενισχύει τους ισχυρισμούς της έχει βαρύνουσα σημασία στην όλη εκδοχή της. Η πρώτη υπεράσπιση της εναγόμενης είναι ότι η ίδια δεν είναι ιδιοκτήτρια ή /και διαχειρίστρια του καταστήματος "creation supermarket" το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν ανήκει στην ίδια αλλά σε μια ιδιωτική μετοχική εταιρεία και ότι όλα τα τιμολόγια των εναγόντων εκδόθηκαν σε αυτό το όνομα και όχι στο όνομα της προσωπικά. Η εναγόμενη ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση της κατά πόσο το όνομα "creation supermarket" αποτελεί εμπορική επωνυμία ή είναι εγγεγραμμένο ως τέτοιο καθ' οιονδήποτε τρόπο. Η απάντηση της ήταν ότι δεν είναι εγγεγραμμένο ως εμπορική επωνυμία αλλά ανήκει σε μια εταιρεία για την οποία δεν προσκομίστηκε ούτε πιστοποιητικό σύστασης αντίθετα έχει αναφερθεί από την εναγόμενη ότι η εταιρεία αυτή έχει διαλυθεί αλλά ούτε και η εταιρεία αυτή φάνηκε να ήταν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αναμεμιγμένη στην παρούσα υπόθεση. Η μαρτυρία των εναγόντων επί αυτού του σημείου ήταν σαφής ότι όλες οι δοσοληψίες γίνονταν προσωπικά και μόνο με την εναγόμενη. Και οι τρεις μάρτυρες των εναγόντων ήταν κατηγορηματικοί ότι υπεύθυνη για τις παραγγελίες, για τις επιστροφές των προϊόντων και κύρια και για την πληρωμή του λογαριασμού ήταν η εναγόμενη και μόνο. Τη θέση αυτή έχει ενισχύσει, ιδιαίτερα όσον αφορά το θέμα της διευθέτησης των πληρωμών, και η ίδια η εναγόμενη. Είναι λοιπόν εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες συναλλάσσονταν με την εναγόμενη η οποία παρουσίαζε τον εαυτό της και ήταν στην ουσία η υπεύθυνη και /ή διαχειρίστρια του καταστήματος το οποίο καλείται "creation supermarket" όνομα το οποίο κατά την μαρτυρία της ίδιας της εναγόμενης είναι "κράχτης" για τους πελάτης όπως και οι λέξεις "discount shop". Η θέση της εναγόμενης ότι λανθασμένα η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί εναντίον της προσωπικά γιατί, πάντοτε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, κατά την συνεργασία της με τους ενάγοντες δεν συναλλασσόταν υπό την προσωπική της ιδιότητα αλλά εκ μέρους του καταστήματος Creation που ανήκει σε ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Η μαρτυρία των μαρτύρων των εναγόντων ήταν σταθερή ότι είναι προσωπικά η Χρύσω Ευθυμίου που ήταν υπεύθυνη. Όπως έχουν χαρακτηριστικά αναφέρει "ήταν εκείνη ο μάστρος και είναι από την ίδια πάντα που παραλαμβάναμε χρήματα σε μετρητά γιατί εκείνη έκανε λογαριασμό". Τα τιμολόγια και οι αποδείξεις, τεκμήρια 1, 2 και 3 που έχουν κατατεθεί είναι όλα στο όνομα "creation supermarket" και πλείστα από τα οποία είναι υπογραμμένα από την εναγόμενη, σε άλλα έχει η ίδια αναγνωρίσει την υπογραφή της ενώ αναφορικά με κάποια άλλα που η θέση της είναι ότι είναι η υπογραφή του συζύγου της γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι είναι δικές της οι υπογραφές αφού μια απλή αντιπαράθεση της υπογραφής του συζύγου της όπως αυτή φαίνεται στο τεκμήριο 6 με τις υπογραφές στα τεκμήρια 1 και 2 καταδεικνύει ότι οι υπογραφές στα εν λόγω τεκμήρια δεν μπορεί να είναι του συζύγου της. Η λογική εξήγηση λοιπόν και αυτό είναι και εύρημα του Δικαστηρίου είναι ότι ο λόγος που στα εν λόγω τεκμήρια αναγράφεται το όνομα "creation supermarket" είναι καθαρά και μόνο γιατί έτσι αναγραφόταν έξω από το κατάστημα, σύμφωνα με την ίδια την εναγόμενη ήταν "κράχτης" όχι μόνο για τους πελάτες αλλά και η ταυτότητα, χωρίς σε καμία περίπτωση να προσδίδεται νομική έννοια στον όρο αυτό, και για τους συνεργάτες της εναγόμενης . Αναφέρω ότι η εμπορική επωνυμία ή ο συνεταιρισμός δεν αποτελούν νομικές οντότητες. Αναφέρω σχετικά το πιο κάτω απόσπασμα από το βιβλίο Halsbury's Laws of England. "Meaning of "partnership" and "firm". Partnership is the relation which subsists between persons carrying on a business in common with a view of profit. The word "firm" denotes the persons who constitute the partners Under English law, a partnership or firm is not a "person" or legal entity although the firm may sue in the firm name." Επίσης στην παράγραφο 79 του ίδιου συγγράμματος αναφέρεται ότι ένα πρόσωπο έχει το δικαίωμα να ενάγει συνέταιρους στο όνομα του συνεταιρισμού. Ένας συνέταιρος ο οποίος έχει ο ίδιος παραγγείλει αγαθά ή εμπορεύματα μπορεί να εναχθεί προσωπικά και μόνος του και δεν μπορεί να ισχυριστεί την ευθύνη και των άλλων συνεταίρων του για υπεράσπιση. Επίσης το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση In re Antoniou 1998 1 CLR σελίδα 1 έχει αναφέρει τα εξής. " Business name" means the name or style under which any business is carried on. "ERA Fashions" is simply a trading name or a business description; it is a business name under which the individual Nicos Antoniou was carrying on business. "ERA Fashions" is not a company registered under the Companies Act. It has no separate entity in law. We find no merit in the argument of counsel that "Nicos Antoniou trading as ERA Fashions" is a different person from Nicos Antoniou, the physical person against whom execution of the Judgment is sought in this country. Στην απόφαση AVRAAM AVRAAMIDES V. SAVVAS CHRISTODOULOU 1988 1 CLR 562 αποφασίστηκε ότι "There is no differentiation between the business name of an individual and his physical person; a business name does not constitute a separate legal entity; a judgment issued against a person trading under a business name may be enforeed against that individual." Ενόψει των ανωτέρω είναι η θέση μου ότι η υπεράσπιση αυτή της εναγόμενης είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη προσωπικά είναι το πρόσωπο το οποίο οι ενάγοντες συναλλασσόταν. Έρχομαι τώρα να εξετάσω την ουσιαστική υπεράσπιση της εναγόμενης η οποία είναι ότι δεν οφείλει κανένα ποσό στον ενάγοντα καθότι έχει εξοφλήσει την οφειλή της και /ή ότι εάν υπάρχει υπόλοιπο αυτό είναι πολύ μικρότερο από το ποσό που διεκδικούν οι ενάγοντες. Στηρίζει τους εν λόγω ισχυρισμούς της στο ότι επέστρεψε στους ενάγοντες εμπορεύματα για τα οποία ουδέποτε της έκδωσαν πιστωτικές σημειώσεις και ότι είχε προβεί σε καταθέσεις μεγάλου ποσού χρημάτων σε λογαριασμούς του ΜΕ1 στη Τράπεζα Κύπρου που αυτός συναλλασσόταν για τις οποίες του παρέδωσε τις αποδείξεις χωρίς ο ίδιος όμως να της εκδώσει εξοφλητικές αποδείξεις. Οι ισχυρισμοί της αυτοί παρέμειναν μετέωροι και ατεκμηρίωτοι. Οι ενάγοντες δια των ΜΕ1 και ΜΕ2 ανέφεραν ότι για όσα εμπορεύματα τους είχε επιστρέψει η εναγόμενη έχουν εκδώσει πιστωτικές σημειώσεις. Πέραν τούτου ο ΜΕ1 έχει παραδεχτεί ότι η εναγόμενη έχει προβεί σε κάποιες καταθέσεις σε λογαριασμούς του για τις οποίες όμως πάντοτε έχει εκδώσει απόδειξη. Στο τεκμήριο 2 που είναι δέσμη εγγράφων παρατηρώ ότι υπάρχουν πέραν των αποδείξεων και πιστωτικές σημειώσεις. Θεωρώ ότι η σαφής και στρωτή μαρτυρία των εναγόντων η οποία ενισχύεται από το τεκμήριο 2 αποτελεί την αλήθεια ότι δηλαδή για όσα χρήματα έχει πληρώσει η εναγόμενη έναντι του λογαριασμού της και για όσα εμπορεύματα έχει επιστρέψει έχουν εκδοθεί οι αποδείξεις και οι πιστωτικές σημειώσεις που έχουν κατατεθεί. Η αξίωση των εναγόντων σύμφωνα με το τεκμήριο 4 της έκθεσης απαίτησης είναι για ποσό Λ.Κ.2.181,81, και προς τούτο έχει κατατεθεί το τεκμήριο 1, αναφέρουν ότι οι εναγόμενη έχει πληρώσει έναντι του ποσού αυτού το συνολικό ποσό των Λ.Κ.956,96 και προς τούτο έχει κατατεθεί το τεκμήριο 2 και αξιούν το υπόλοιπο που είναι το ποσό των Λ.Κ.1.224,
- Η εναγόμενη έχει καταθέσει το τεκμήριο 3 που είναι το πρωτότυπο του τεκμηρίου 1(θ). Στα δύο αυτά τεκμήρια όπως έχει ήδη αναφερθεί παρουσιάζεται μια διαφορά. Στο μεν τεκμήριο 3 που είναι το πρωτότυπο το άθροισμα του είναι για Λ.Κ.491,65 ενώ στο τεκμήριο 1(θ) το υπόλοιπο φαίνεται να είναι Λ.Κ.717,
- Η εξήγηση που έχει δώσει ο ΜΕ1 είναι ότι υπάρχουν τέσσερα εμπορεύματα στο τεκμήριο 3 τα οποία δεν έχουν τιμές γιατί ήταν νέα προϊόντα όταν παραδόθηκαν στην εναγόμενη και ο ίδιος δεν γνώριζε τις τιμές τους τότε τις οποίες συμπλήρωσε αργότερα στο τεκμήριο 1(θ). Η εκδοχή του αυτή είναι πειστική και σαφής, όμως όπως έχει ο ίδιος παραδεχθεί ενόρκως δεν θυμάται κατά πόσο είχε αναφέρει το ορθό υπόλοιπο μετά που πρόσθεσε τις τιμές στην εναγόμενη και σίγουρα ήταν η θέση του ότι δεν της έχει δώσει αντίγραφο του τιμολογίου μετά που συμπλήρωσε τις τιμές. Με αυτή του τη θέση θεωρώ ότι η διαφορά των δύο τιμολογίων θα πρέπει να πιστωθεί προς όφελος της εναγόμενης . Είναι ο ενάγοντας που έχει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και θεωρώ ότι με την ένορκη του μαρτυρία δεν έχει αποδείξει ότι η εναγόμενη γνώριζε το υπόλοιπο του τιμολογίου αυτού μετά που ο ίδιος πρόσθεσε τις τιμές των τεσσάρων νέων εμπορευμάτων. Η διαφορά των δύο τιμολογίων, με βάση πάντοτε τις τιμές που έχουν τοποθετηθεί αργότερα με μελάνι στο τεκμήριο 1(θ) και οι οποίες απουσιάζουν από το τεκμήριο 3 είναι Λ.Κ.217,
- Σε αυτό το ποσό υπάρχει και Φ.Π.Α. έτσι ώστε η διαφορά των δύο αυτών τιμολογίων να είναι συνολικά το ποσό των Λ.Κ.226,
- Όπως έχει ήδη αναφερθεί το ποσό αυτό θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο να αφαιρεθεί από την αξίωση των εναγόντων και να πιστωθεί προς όφελος της ενάγουσας. Ενόψει των ανωτέρω οι ενάγοντες έχει αποδείξει την αξίωση τους εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των Λ.Κ.998,
- Παραμένει προς εξέταση η θέση της εναγόμενης ότι δεν της έχει ζητηθεί ουδέποτε από τους ενάγοντες και /ή τους δικηγόρους τους να πληρώσει το αξιούμενο ποσό γραπτώς πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Και οι τρεις μάρτυρες των εναγόντων έχουν αναφέρει ότι επανειλημμένα είχαν ζητήσει το υπόλοιπο του λογαριασμού από την εναγόμενη η οποία ουδέποτε ανταποκρίθηκε. Δέχομαι αυτή τη θέση των εναγόντων και αποτελεί εύρημα ότι προφορικά οι ενάγοντες ενόχλησαν την εναγόμενη για το υπόλοιπο του λογαριασμού της. Δεν έχουν όμως αποστείλει οποιαδήποτε επιστολή. Παρόλο που το πιο πάνω επιχείρημα που έχει προβληθεί από το συνήγορο της αιτήτριας ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου όπως φαίνεται πιο πάνω είναι μόνο ακαδημαϊκής σημασίας είναι αρκετό να αναφέρω ότι η παρούσα υπόθεση που αφορά υπόλοιπο λογαριασμού έναντι τιμολογίου δεν είναι από τις περιπτώσεις που χρειάζεται η αξίωση της απαίτησης από τον ενάγοντα προς τον προτιθέμενο εναγόμενο για να δημιουργηθεί αγώγιμο δικαίωμα. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των Λ.Κ.998,53 με νόμιμο τόκο. Επιδικάζονται επίσης υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης τα έξοδα της διαδικασίας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του ποσού της απόφασης. (Υπ.) .............................................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο