← Κύπρος

ALPHA BANK LTD ν. Αντώνης Αντωνίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1536/02, 08.07.2005

ALPHA BANK LTD ν. Αντώνης Αντωνίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1536/02, 08.07.2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1536/02 Μεταξύ: ALPHA BANK LTD, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και

  1. Αντώνης Αντωνίου, εκ Λάρνακας
  2. Κώστας Αδάμου, εκ Δάλι Εναγομένων Ημερομηνία: 08.07.2005 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Αντ. Ανδρέου Για τον Εναγόμενο 1: κα Μ. Μικελλίδου για Κ. Ανδρέου Α Π Ο Φ Α Σ Η Από τα διάφορα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί κατά την ακρόαση της διαδικασίας, από την προφορική μαρτυρία που έχει προσαχθεί και τα δικόγραφα τα πιο κάτω γεγονότα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου για σκοπούς της παρούσας αγωγής. Οι ενάγοντες είναι Τραπεζικός Οργανισμός με έδρα την Λευκωσία και καταστήματα σε όλη τη Κύπρο συμπεριλαμβανομένων και καταστημάτων στην Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και Στρατηγού Τιμάγια στη Λάρνακα. Στις 07.03.02 ο εναγόμενος 1 παρουσιάστηκε στο κατάστημα των εναγόντων στην Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ στη Λάρνακα και ζήτησε να ανοίξει τρεχούμενο λογαριασμό αφού παρουσίασε στο υπάλληλο των εναγόντων ΜΕ3 επιταγή της ΣΠΕ Αραδίππου ημερ. 07.03.02 η οποία είχε εκδοθεί από τον εναγόμενο 2 στο όνομα του εναγόμενου 1, τεκμήριο 1 και συμφώνησε μαζί με τους ενάγοντες το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού με κατάθεση της εν λόγω επιταγής. Οι ενάγοντες άνοιξαν τον εν λόγω λογαριασμό αφού προηγουμένως συμπληρώθηκε από τον ενάγοντα σχετική αίτηση, τεκμήριο 2, η οποία και περιέχει τους όρους λειτουργίας του εν λόγω λογαριασμού, και κατέθεσαν την εν λόγω επιταγή. Στις 13.03.02 ο εναγόμενος 1 μετάβηκε στο ίδιο κατάστημα των εναγόντων και ζήτησε να αποσύρει από το λογαριασμό του το ποσό των Λ.Κ.400,
  3. Αφού ο αρμόδιος υπάλληλος βεβαιώθηκε ότι υπήρχε διαθέσιμο το εν λόγω ποσό στο λογαριασμό του εναγόμενου 1 έδωσε στο εναγόμενο 1 το εν λόγω ποσό. Λίγο αργότερα την ίδια ημέρα δηλαδή 13.03.02 ο εναγόμενος 1 απέσυρε το ποσό των Λ.Κ.4.000,00 από τον εν λόγω λογαριασμό από το κατάστημα των εναγόντων στην Λεωφόρο Στρατηγού Τιμάγια, αφού και πάλι πριν την ανάληψη του εν λόγω ποσού ο αρμόδιος υπάλληλος των εναγόντων ΜΕ2 έλεγξε το υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγόμενου 1 και βεβαιώθηκε ότι το ποσό των Λ.Κ.4.000,00 ήταν διαθέσιμο. Κατατέθηκαν σχετικά τα τεκμήρια 3 και 4 οι αποδείξεις ανάληψης του ποσού των Λ.Κ.4.000,00 εκ μέρους του εναγόμενου 1 στις 13.03.02 ενώ ως τεκμήριο 5 κατατέθηκε κατάσταση του λογαριασμού στην οποία φαίνεται ότι ο λογαριασμός ανοίκτηκε στις 07.03.02 και πιστώθηκε με το ποσό των Λ.Κ.4.600,00, που είναι το ποσό του τεκμηρίου 1, στις 13.03.02 χρεώθηκε με το ποσό των Λ.Κ.400,00 και την ίδια ημέρα επίσης χρεώθηκε με το ποσό των Λ.Κ.4.000,00 αφήνοντας έτσι υπόλοιπο Λ.Κ.200,
  4. Ακολούθως την επόμενη μέρα, 14.03.02, οι ενάγοντες μέσω του Τραπεζικού συστήματος πληροφορήθηκαν από την ΣΠΕ Αραδίππου στην οποία και είχε προωθηθεί το τεκμήριο 1 ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα στο λογαριασμό του εκδότη της και έτσι η επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη. Οι ενάγοντες δια της ΜΕ1 στις 14.03.02 επικοινώνησαν με τον εναγόμενο 1 τον πληροφόρησαν για το γεγονός ότι η επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη και ζήτησαν από αυτόν όπως τους καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.4.400,00 το οποίο είχε αποσύρει χωρίς όμως αυτός να ανταποκριθεί. Έτσι καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή εναντίον του εναγόμενου 1 και του εναγόμενου 2 εκδότη του τεκμηρίου
  5. Εναντίον του εναγόμενου 2 εκδόθηκε απόφαση στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημερ. 26.09.02 λόγω παράλειψης του να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Η απόφαση εναντίον του εναγόμενου 2 εκδόθηκε στις 11.11.02 για το ποσό των Λ.Κ.4.400,00 με τόκο 8% ετησίως από 23.04.02 μέχρι εξόφλησης πλέον Λ.Κ.352,50 έξοδα όπως αυτά υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή με τόκο 8% από 23.04.02 επί του ποσού των Λ.Κ.338,00 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Η αξίωση των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου 1 είναι για το ποσό των Λ.Κ.4.600,00 δυνάμει εκδοθείσας και μη τιμηθείσας τραπεζικής επιταγής η οποία πληρώθηκε από τους ενάγοντες και /ή της οποίας κατέστησαν καλόπιστοι κάτοχοι και /ή το εν λόγω ποσό ως χρήματα καταβληθέντα χωρίς αντάλλαγμα και /ή εκ λάθους πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες διεκδικούσαν διαζευκτικά το ποσό των Λ.Κ.4.600,00 ως γενικές και /ή ειδικές ζημιές τις οποίες υπέστησαν λόγω δόλου και /ή απάτης και /ή ψευδών παραστάσεων και/ ή συνομωσίας των εναγομένων αναφορικά με συμφωνία ανοίγματος και λειτουργίας τραπεζικού λογαριασμού με επιταγή ημερ. 07.03.02 για το ποσό των Λ.Κ.4.600,00 που εκδόθηκε από τον εναγόμενο 2 προς όφελος του εναγόμενου 1 όμως αυτή η αξίωση αποσύρθηκε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Οι ενάγοντες κάλεσαν τρεις μάρτυρες προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου για την παρούσα υπόθεση έχουν ήδη αναφερθεί πιο πάνω. Θεωρώ ότι πρέπει να αναφερθεί στο παρόν στάδιο η θέση των μαρτύρων των εναγόντων αναφορικά με τον τρόπο ανοίγματος και λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού αφού έχει καταλυτική σημασία για την αξίωση των εναγόντων. Σύμφωνα με τον ΜΕ3, Μιχάλη Δαμιανού, ο εναγόμενος 1 παρουσιάστηκε ενώπιον του στο κατάστημα των εναγόντων στην Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ στη Λάρνακα και του ζήτησε να ανοίξει λογαριασμό ταμιευτηρίου παρουσιάζοντας του για κατάθεση το τεκμήριο
  6. Ο ίδιος πήρε τα στοιχεία του εναγόμενου 1 συγκεκριμένα ταυτότητα, διεύθυνση, τόπο διαμονής, εργασία και τα τηλέφωνα του και ακολούθως του έδωσε το τεκμήριο 2 που είναι η αίτηση για άνοιγμα λογαριασμού τους όρους του οποίου εξήγησε στον εναγόμενο 1 και ο οποίος το υπέγραψε στην παρουσία του. Εξήγησε επίσης στον εναγόμενο 1 μετά από δική του ερώτηση ότι η επιταγή χρειάζεται 5 ημέρες για να ξεκαθαρίσει. Ήταν η θέση του ότι εάν την ημέρα που ζητά ένας δικαιούχος ενός λογαριασμού να προβεί σε ανάληψη χρημάτων από τον λογαριασμό του τότε ο ταμίας που θα εκτελέσει αυτή την εντολή ελέγχει μέσω του υπολογιστή της Τράπεζας εάν υπάρχουν διαθέσιμα στο λογαριασμό του πελάτη τα χρήματα που ζητά να αποσύρει και σε περίπτωση που είναι διαθέσιμα τότε μπορεί να δώσει στον πελάτη το ποσό που ζητά. Όταν πρόκειται για επιταγές άλλης Τράπεζας τότε η επιταγές κατατίθενται στο λογαριασμό του πελάτη στο τέλος της ημέρας μαζεύονται όλες οι επιταγές που είχαν κατατεθεί στο κατάστημα και αποστέλλονται στη Λευκωσία από όπου και πηγαίνουν η κάθε επιταγή στην Τράπεζα που εκδόθηκε για να ξεκαθαρίσουν. Με την πάροδο κάποιων ημερών, από 4 - 6 ημέρες, εάν η επιταγή δεν επιστραφεί ως απλήρωτη τότε τα ποσά θεωρούνται ότι είναι διαθέσιμα και φαίνονται ως τέτοια στο λογαριασμό του πελάτη. Αν κάποια χρήματα πληρώθηκαν και η επιταγή επιστραφεί ως απλήρωτη τότε θα χρεωθεί ο λογαριασμός του πελάτη που έκανε την ανάληψη. Δεν υπάρχει επικοινωνία μεταξύ των Τραπεζών γι΄ αυτά τα θέματα δηλαδή δεν μπορεί ο υπάλληλος μιας Τράπεζας να τηλεφωνήσει σε υπάλληλο άλλης Τράπεζας για να ρωτήσει εάν υπάρχουν διαθέσιμα υπόλοιπα. Αυτή η πρακτική που εφαρμοζόταν κάποτε έχει καταργηθεί και όλες οι Τράπεζες περιμένουν μέσω του συστήματος εκκαθάρισης των επιταγών "clearing" να πληροφορηθούν για το αν υπάρχουν διαθέσιμα ή όχι τα ποσά των διαφόρων επιταγών. Η ΜΕ1, Γιώτα Μιχαήλ, είναι η υπεύθυνη των τρεχούμενων λογαριασμών στο κατάστημα των εναγόντων στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ στη Λάρνακα. Είπε ότι είδε τον εναγόμενο 1 στην Τράπεζα στις 07.03.02 τον οποίο εξυπηρετούσε ο συνάδελφος της ΜΕ3 για άνοιγμα του λογαριασμού. Ο ΜΕ3 την συμβουλεύτηκε προτού να προχωρήσει με το άνοιγμα του λογαριασμού αφού της έδειξε την ταυτότητα του εναγόμενου 1 και το τεκμήριο 2 υπογραμμένο. Ανέφερε τα ίδια όπως και ο ΜΕ3 αναφορικά με το ξεκαθάρισμα επιταγής άλλης Τράπεζας η οποία κατατίθεται σε λογαριασμό που διατηρεί ένας πελάτης με την δική τους Τράπεζα. Ο ΜΕ2 είναι ταμίας στο κατάστημα των εναγόντων στην Λεωφόρο Στρατηγού Τιμάγια και ανέφερε ότι στις 13.03.02 παρουσιάστηκε ενώπιον του ο εναγόμενος 1 ο οποίος ζήτησε την ανάληψη του ποσού των Λ.Κ.4.000,00 από τον λογαριασμό του. Ο ίδιος του ζήτησε δελτίο ταυτότητας και αφού διαπίστωσε ότι ήταν το πρόσωπο το οποίο έλεγε, έλεγξε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή το υπόλοιπο του λογαριασμού του στον οποίο φαινόταν ως διαθέσιμο το ποσό των Λ.Κ.4.200,
  7. Ακολούθως τηλεφώνησε στο κατάστημα των εναγόντων στο οποίο διατηρούσε λογαριασμό ο εναγόμενος 1 και πήρε έγκριση για την ανάληψη του εν λόγω ποσού. Έλεγξε το δείγμα υπογραφής του εναγόμενου 1 μέσω φαξ με το κατάστημα στο οποίο είχε αναχθεί ο λογαριασμός και αφού επιβεβαιώθηκε η υπογραφή του εναγόμενου 1 από την ΜΕ1 (τεκμήρια 3 και 4) έδωσε στον ενάγοντα το ποσό που ζητούσε αφού προηγουμένως πήρε και έγκριση από τον Διευθυντή του υπό καταστήματος στο οποίο εργαζόταν γιατί το ποσό που ζήτησε ο εναγόμενος 1 ήταν πέραν του ορίου του το οποίο είναι Λ.Κ.500,
  8. Έδωσε στον εναγόμενο 1 τέσσερεις δεσμίδες των Λ.Κ.1.000,00 η κάθε μια. Από την πιο πάνω μαρτυρία η οποία ουσιαστικά έμεινε αναντίλεκτη είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι στην παρούσα υπόθεση στις 13.03.02 όταν ο εναγόμενος 1 πήγε σε δύο υποκαταστήματα των εναγόντων να αποσύρει χρήματα, το ποσό των Λ.Κ.4.600,00 που ήταν το ποσό του τεκμηρίου 1, φαινόταν διαθέσιμο στο λογαριασμό του. Ο εναγόμενος 1 απέσυρε την εν λόγω ημέρα σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις το συνολικό ποσό των Λ.Κ.4.400,
  9. Για να του δοθεί το ποσό αυτό οι υπάλληλοι των εναγόντων έλαβαν όλα τα αναγκαία μέτρα και ακολούθησαν τις επιβλεπόμενες διαδικασίες αναφορικά με την εξακρίβωση των στοιχείων και επιβεβαίωση του δείγματος υπογραφής του εναγόμενου 1, το γεγονός ότι υπήρχαν διαθέσιμα στο λογαριασμό του τα εν λόγω ποσά και δόθηκαν οι αναγκαίες συγκαταθέσεις από τον Διευθυντή του υπό καταστήματος στην περίπτωση της ανάληψης του ποσού των Λ.Κ.4.000,
  10. Ο εναγόμενος 1 παραδέχτηκε ενόρκως ότι είσπραξε τα εν λόγω ποσά στις εν λόγω ημερομηνίες από τα υποκαταστήματα των εναγόντων που έχουν αναφερθεί. Ήταν η θέση του ότι δεν του εξηγήθηκαν οι όροι της σύμβασης για το άνοιγμα του λογαριασμού, ότι κατάθεσε το τεκμήριο 1 χωρίς να το οπισθογραφήσει και ότι ρώτησε πότε ξεκαθαρίζει η επιταγή και η απάντηση που πήρε ήταν ότι χρειάζεται 3 ή 4 μέρες. Αρνήθηκε ότι οι ενάγοντες επικοινώνησαν μαζί του όταν παρουσιάστηκε το πρόβλημα με την απλήρωτη επιταγή και ήταν η θέση του ότι πρώτη φορά που πληροφορήθηκε το θέμα αυτό όπως και για την αξίωση των εναγόντων εναντίον του ήταν από το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής. Δεν γνωρίζει ποιο είναι το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού σήμερα ούτε τι έγινε ο λογαριασμός αυτός και ουδέποτε πήρε επιστολή τερματισμού του λογαριασμού. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο εναγόμενος 2 ήταν συνεργάτης και φίλος του και του έδωσε το τεκμήριο 1 για να του αποπληρώσει κάποιο δάνειο που του είχε δώσει ο ίδιος προηγουμένως. Όταν του δόθηκε η επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη ένα με δύο μήνες. Είπε ότι στις 07.03.02 ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε να ανοίξει λογαριασμό στην συγκεκριμένη Τράπεζα και ο λόγος που το έκανε ήταν ότι είχε πληροφορηθεί ότι οι ενάγοντες θα ζητούσαν προσφορές για τον καθαρισμό των τζαμιών των καταστημάτων τους και επειδή ο ίδιος διατηρούσε συνεργείο καθαρισμού τζαμιών θεωρούσε ότι αν ήταν πελάτης τους θα είχε καλές προοπτικές να κερδίσει την προσφορά. Ανέφερε επίσης ότι είχε πολλά οικονομικά προβλήματα ότι για κάποιο χρονικό διάστημα είχε εκτίσει ποινή φυλάκισης για αστικά χρέη και ότι αντιμετώπιζε ποινικές υποθέσεις αναφορικά με την έκδοση επιταγών άνευ αντικρίσματος. Από την αντεξέταση του προέκυψε ότι το ίδιο χρονικό διάστημα που έγινε η κατάθεση του τεκμηρίου 1 και η ανάληψη των ποσών που είναι αντικείμενο της παρούσας αγωγής έγιναν άλλες δύο καταθέσεις επιταγών από τον ίδιο σε άλλες δύο Τράπεζες συγκεκριμένα στην Εμπορική Τράπεζα και την Εθνική Τράπεζα και ερωτώμενος γιατί προέβηκε στο άνοιγμα τριών λογαριασμών σε τρεις διαφορετικές Τράπεζες την ίδια χρονική περίοδο η απάντηση του ήταν ότι είχε μάθει ότι όλες οι Τράπεζες θα έκδιδαν προσφορές για τον καθαρισμό των τζαμιών των καταστημάτων τους και ήθελε να έχει καλές πιθανότητες να κερδίσει τουλάχιστον κάποιες από τις προσφορές. Ήταν η θέση του ότι δεν γνώριζε ότι η επίδικη επιταγή είχε οποιοδήποτε πρόβλημα και ότι ο ίδιος καλή τη πίστη και αφού ήταν ο νόμιμος δικαιούχος του τεκμηρίου 1 και αφού τα χρήματα αυτά του τα χρωστούσε ο εναγόμενος 2 τα εισέπραξε αφού προηγουμένως οι ενάγοντες βεβαιώθηκαν ότι τα χρήματα αυτά ήταν διαθέσιμα στον λογαριασμό του. Η αξιολόγηση των μαρτύρων δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία. Και οι τρεις μάρτυρες των εναγόντων ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Η μαρτυρία τους ήταν απόλυτα συγκροτημένη και περιεκτική, απαντούσαν χωρίς αντιφάσεις και υπεκφυγές λέγοντας στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως πραγματικά συνέβησαν και όπως υποστηρίζονται από τα διάφορα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Δεν κλονίστηκαν καθόλου κατά την αντεξέταση τους και παρέμειναν σταθεροί στα όσα είχαν αναφέρει και κατά την κυρίως εξέταση τους. Η μαρτυρία του κάθε ενός από τρεις συμπλήρωνε και επιβεβαίωνε τη μαρτυρία του άλλου και χωρίς κανένα ενδοιασμό αποδέχομαι την μαρτυρία τους στην ολότητα της. Αντίθετα η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο ο εναγόμενος 1 είναι πενιχρή. Η όλη μαρτυρία του βρίθει αντιφάσεων, αοριστολογιών και μετέωρων ισχυρισμών. Απαντούσε όλες τις ερωτήσεις με υπεκφυγές αναφέροντας επιλεκτικά γεγονότα και αναφέροντας ότι για άλλα πράγματα δεν θυμόταν καθόλου. Δεν μπορούσε να δώσει σαφή και πειστική εξήγηση για τα χρήματα που κατ΄ ισχυρισμό του όφειλε ο εναγόμενος 2 στην παρούσα υπόθεση ούτε για ποιο σκοπό αυτά δόθηκαν, ούτε πότε του τα είχε δώσει, το γεγονός αυτό δεδομένου της πολύ άσχημης οικονομικής του κατάστασης όπως ο ίδιος την έχει περιγράψει στο Δικαστήριο και παραδεχόμενος μάλιστα ότι έχει εκτίσει και ποινή φυλάκισης για τα χρέη του αφήνουν εύλογα μεγάλα ερωτηματικά στο Δικαστήριο. Η προσπάθεια του να αποφύγει να απαντήσει τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και να παραστήσει τον εαυτό του ως ένα αθώο πρόσωπο που καλή τη πίστη πήγε και είσπραξε τα χρήματα που του όφειλε ο εναγόμενος 2 ήταν εμφανής. Η όλη του εικόνα ήταν τόσο άσχημη που δεν έχει αφήσει κανένα περιθώριο στο Δικαστήριο για να μπορεί να χαρακτηριστεί ως αξιόπιστος μάρτυρας ή μάρτυρας της αλήθειας. Ένα και μοναδικό είναι το ερώτημα το οποίο χρήζει απάντησης στην παρούσα περίπτωση. Νομιμοποιούνται οι ενάγοντες να διεκδικούν από τον εναγόμενο 1 το ποσό των Λ.Κ.4.400,00 πλέον τόκους το οποίο έχουν δώσει στον εναγόμενο 1 μετά που οι υπάλληλοι τους, ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου ανωτέρω, έχοντας ακολουθήσει όλες τις ορθές και προβλεπόμενες διαδικασίες και αφού είχαν σιγουρευτεί ότι το ποσό ήταν διαθέσιμο την ημέρα της είσπραξης του; Οι θέσεις των δύο πλευρών είναι κάθετα αντίθετες. Η θέση του εναγόμενου 1 είναι ότι από τη στιγμή που όταν ο ίδιος πήγε να εισπράξει το ποσό αυτό ήταν διαθέσιμο στον λογαριασμό του δεν ευθύνεται σε καμία περίπτωση για το αν αργότερα το τεκμήριο 1 επεστράφη απλήρωτο ενώ η θέση των εναγόντων είναι ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 2 ο εναγόμενος 1 παραμένει υπεύθυνος για το ποσό το οποίο εισέπραξε, ότι οι ενάγοντες σε καμία περίπτωση δεν ενήργησαν με αμέλεια ή κακοπιστία, ότι ειδοποίησαν αμέσως τον εναγόμενο 1 για το πρόβλημα που παρουσιάστηκε και αξίωσαν το ζητούμενο ποσό και ότι ακόμα και σε περίπτωση που το Δικαστήριο κάνει εύρημα ότι το ποσό πληρώθηκε στον εναγόμενο 1 κατά λάθος και πάλι οι ενάγοντες δικαιούνται το ποσό που εκ λάθους και καλόπιστα έχουν πληρώσει σε αυτόν. Είναι παραδεχτό και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο εκδότης της επιταγής είναι ο εναγόμενος 2 το πρόσωπο προς το οποίο εκδόθηκε η επιταγή είναι ο εναγόμενος 1 ο οποίος και την κατέθεσε στο λογαριασμό που άνοιξε με τους ενάγοντες. Δεν χρήζει συνεπώς εξέτασης το θέμα του κατά πόσο η επιταγή έχει οπισθογραφηθεί από τον εναγόμενο 1 όπως έχει εισηγηθεί ο ευπαίδευτος συνήγορος του. Ο εναγόμενος 1 παραδέχτηκε ότι υπέγραψε το τεκμήριο
  11. Οι μάρτυρες των εναγόντων και ιδιαίτερα ο ΜΕ3 του οποίου τη μαρτυρία έχω ήδη κρίνει ως πλήρως αξιόπιστη και την έχω αποδεχτεί έχει αναφέρει στο Δικαστήριο ότι εξήγησε στον εναγόμενο 1 τους όρους που διέπουν την μεταξύ του και των εναγόντων συμφωνία. Σύμφωνα με το τεκμήριο 2 ο εναγόμενος 1 έχει συμφωνήσει "

(1)ότι οι επιταγές που κατατίθενται σε αυτό το λογαριασμό γίνονται δεκτές από σας (τους ενάγοντες, δική μου σημείωση) με επιφύλαξη και είμαι υπεύθυνος μέχρι την τελική εκκαθάριση." Είναι παραδεχτό και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες πλήρωσαν το ποσό των Λ.Κ.4.400,00 μετά που έλαβαν τα δέοντα μέτρα ως η συνήθης πρακτική που ακολουθείται μεταξύ των Τραπεζών και πλήρωσαν τα χρήματα αφού βεβαιώθηκαν ότι μπορούσαν να τα πληρώσουν. Κρίνω ότι δεν υπάρχει καμιά κακοπιστία ή αμέλεια εκ πλευράς των εναγόντων στην πληρωμή του εν λόγου ποσού. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εκδότρια Τράπεζα του τεκμηρίου 1 ΣΠΕ Μακράσυκας καθυστέρησε στο να επιστρέψει την επιταγή στους ενάγοντες ως απλήρωτη. Είναι δεδομένο από τη μαρτυρία των εναγόντων ότι σε περίπτωση που το τεκμήριο 1 επιστρεφόταν ως απλήρωτο την ημέρα που ο εναγόμενος 1 πήγε να αποσύρει τα χρήματα από τον λογαριασμό του τότε οι ενάγοντες δεν θα επέτρεπαν την ανάληψη αυτή και δεν θα έδιδαν το ποσό αυτό στον εναγόμενο
  1. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες τηλεφώνησαν αμέσως στον εναγόμενο 1 μόλις επιστράφηκε το τεκμήριο 1 με την ένδειξη απλήρωτη και ζητήθηκε από τον εναγόμενο 1 να επιστρέψει τα χρήματα. Είναι η απόφαση μου ότι το γεγονός ότι οι ενάγοντες είχαν πληρώσει το ποσό των Λ.Κ.4.400,00 σε σχέση με το τεκμήριο 1 στον εναγόμενο 1 ουδόλως απαλλάσσει τον εναγόμενο από την συμβατική του υποχρέωση με τους ενάγοντες, τεκμήριο 2 και δη από τον όρο 1 του τεκμηρίου 2 σύμφωνα με τον οποίο ο εναγόμενος 1 παραμένει υπεύθυνος μέχρι την τελική εκκαθάριση της επιταγής. Στο σύγγραμμα Paget's on Banking Law υπό τον τίτλο "Debiting customer's account upon dishonour" στη σελίδα 413 αναφέρονται τα ακόλουθα. "The right to debit the customer with a returned cheque, notwithstanding that it has been credited as cash, was recognised by Lord Lindley when he said in the Gordon case: 'It is no doubt true that if the cheque had been dishonoured, Jones [the customer] would have become liable to reimburse the bank the amount advanced by it to him when it placed the amount to his credit. This he would have to do where any cheque, crossed or not, was placed to his credit, and was afterwards dishonoured.' Prior to the Gordon case, in Re Mills Bawtree & Co, ex p Stannard, Vaughan Williams J, speaking of cheques paid by Stannard, said as follows: 'The answer to this seems to me to be twofold. First, in all probability the cheques paid in were indorsed by Messrs. Stannard. This would give the bankers the right to debit their customer, even though they originally received the cheque as their property as a loan to them. Secondly, even if the cheque was not indorsed, the result in my opinion would be the same, because I think that, just as a cheque may operate as a conditional payment to be avoided if the cheque is not honoured, so a cheque may operate as a conditional loan, creating a debt by the recipient of the cheque to be avoided if not honoured.' Περαιτέρω ακόμα και σε περίπτωση που το εν λόγω ποσό έχει πληρωθεί από τους ενάγοντες στον εναγόμενο 1 λόγω λάθους τότε και πάλι η κατάληξη του Δικαστηρίου δεν θα ήταν άλλη από το ότι οι ενάγοντες δικαιούνται την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.4.400,00 από τον εναγόμενο 1 με νόμιμο τόκο. Στο σύγγραμμα Paget's Law of Banking, 8η έκδοση, κεφάλαιο 13 με τον τίτλο "money paid by mistake" στη σελιδα 362 αναφέρονται τα εξής "The general rule as to money paid under mistake of fact was stated by PARKE, B., in Kelly v. Solari, in the following terms: 'Where money is paid to another under the influence of a mistake, that is, the supposition that a specific fact is true which would entitle the other to the money, but which fact is untrue and the money would not have been paid if it had been known to the payer that the fact was untrue, as action will lie to recover it back.' In the same case, ROLFE, B., said: 'With respect to the argument that money cannot be recovered back except where it is unconscientious to retain it, it seems to me, that wherever it is paid under mistake of fact, and the party would not have paid if the fact had been known to him, it cannot be otherwise than unconscientious to retain it' Σύμφωνα με το ίδιο σύγγραμμα για να μπορούν να ανακτηθούν χρήματα που έχουν πληρωθεί κατά λάθος υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν. Το λάθος πρέπει να είναι λάθος που να αφορά γεγονότα και όχι νομικό (the mistake must be of fact, not general law), το λάθος αυτό πρέπει να έχει μεγάλη σημασία (mistake must be fundamental) και πρέπει να είναι μεταξύ των μερών (between the parties). Είναι η θέση μου ότι και οι τρεις προϋποθέσεις ικανοποιούνται πλήρως στην παρούσα περίπτωση. Οι ενάγοντες δεν έχουν ενεργήσει κάτω από λανθασμένη νομική αντίληψη. Το λάθος της πληρωμής του ποσού αυτού δεν προκύπτει από λανθασμένη νομική προσέγγιση των εναγόντων. Αντίθετα το λάθος προέκυψε καθαρά και μόνο με βάση τα γεγονότα και δη της καθυστέρησης της εκδότριας Τράπεζας να επιστρέψει στους ενάγοντες το τεκμήριο
  2. Επίσης αυτό το λάθος ήταν ουσιώδες (fundamental) και αγγίζει την ουσία της πληρωμής των χρημάτων. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω είναι η θέση μου ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να ανακτήσουν από τον εναγόμενο 1 το ποσό των Λ.Κ.4.400,00 το οποίο του έχουν πληρώσει συνεπεία λάθους που αφορά πραγματικό γεγονός, ανεξάρτητα και παράλληλα με το δικαίωμα που είχαν να χρεώσουν τον λογαριασμό του με το ποσό αυτό λόγω της μη πληρωμής του τεκμηρίου 1 και δυνάμει του όρου 1 του τεκμηρίου
  3. Ενόψει της κατάληξης μου αυτής θεωρώ ότι η θέση του εναγόμενου 1 ότι δεν έχει τερματιστεί ο λογαριασμός του και συνεπώς δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα στους ενάγοντες θεωρώ ότι δεν έχει έδαφος και δεν εξετάζεται. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 1 αλληλεγγύως και /ή κεχωρισμένως με τον εναγόμενο 2 για το ποσό των Λ.Κ.4.400,00 με νόμιμο τόκο. Επιδικάζονται επίσης υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 1 τα έξοδα της διαδικασίας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) .............................................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ . Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.