← Κύπρος

ΤΣΙΜΕΝΤΟΠΟΙΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΑΡΧΗ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 937/2005, 11 Ιουλίου 2005

ΤΣΙΜΕΝΤΟΠΟΙΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΑΡΧΗ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 937/2005, 11 Ιουλίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 937/2005 Μεταξύ: ΤΣΙΜΕΝΤΟΠΟΙΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων -και- ΑΡΧΗ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ Εναγομένων 11 Ιουλίου 2005 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες-αιτητές: κα Ιφ. Στυλιανίδου Για εναγόμενους-καθ΄ων η αίτηση: κ. Ν. Παπαευσταθίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή στρέφεται εναντίον της Αρχής Λιμένων Κύπρου. Όπως προκύπτει δε από τις διάφορες θεραπείες οι οποίες διατυπώνονται στη γενική οπισθογράφηση οι ενάγοντες ουσιαστικά επιδιώκουν τον εξαναγκασμό της Αρχής σε συμμόρφωση με τους όρους συμφωνίας, όπως οι ίδιοι το αντιλαμβάνονται αυτό, την οποία είχαν συνάψει μεταξύ τους στις 14.8.1987. Λίγες ημέρες μετά την καταχώριση της αγωγής οι ενάγοντες καταχώρισαν και την υπό εξέταση αίτηση η οποία αν και ex parte δόθηκαν οδηγίες και επιδόθηκε στους εναγόμενους. Με αυτή οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στην Αρχή να προβεί στη διάθεση προς τρίτους συγκεκριμένου τεμαχίου γης εκτάσεως 40.000 τ.μ. το οποίο αποτελεί μέρος του λιμανιού Βασιλικού. Η Αρχή για τους διάφορους λόγους που αναφέρονται στη σχετική ειδοποίηση πρόβαλε ένσταση στην έκδοση του πιο πάνω διατάγματος. Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση βασίζονται στις πρόνοιες του άρθρου 32

(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Αποτελεί κοινό τόπο ότι στις 14.8.1987 τα μέρη στην παρούσα αγωγή σύνηψαν μεταξύ τους γραπτή συμφωνία με βάση την οποία «η Αρχή συμφώνησε να εκμισθώσει στο Μισθωτή (στους ενάγοντες) τις εγκαταστάσεις ξηράς στο λιμάνι του Βασιλικού και άλλους χώρους» οι οποίοι προσδιορίζονταν σε τοπογραφικό σχέδιο. Ενώ υφίστατο η σχέση αυτή οι ενάγοντες με επιστολή τους 11.10.2004 πληροφόρησαν την Αρχή για την πρόθεση τους να αρχίσουν να προβαίνουν εντός του έτους εκείνου στη χρήση συγκεκριμένου τεμαχίου γης εκτάσεως 40.000 τ.μ. το οποίο αποτελεί μέρος του χώρου ξηράς του εν λόγω λιμανιού, για σκοπούς των δραστηριοτήτων τους. Για την ακρίβεια έχουν υποβάλει αίτημα προς την Αρχή να τους παραχωρηθεί το πιο πάνω τεμάχιο γης για να το χρησιμοποιούν ως υπαίθριο αποθηκευτικό χώρο για την αποθήκευση πρώτων υλών. Ας σημειωθεί ότι οι ενάγοντες ασχολούνται με την παραγωγή και εμπορία τσιμέντου. Αυτά αναφέρονται στα πρακτικά συνάντησης η οποία είχε πραγματοποιηθεί μεταξύ αξιωματούχων των δυο οργανισμών στις 31.5.2005 προς εξέταση του αιτήματος των εναγόντων. Κατά την ίδια συνάντηση η Αρχή φέρεται να είχε ενημερώσει τους ενάγοντες ότι έχει λάβει προκαταρτικά αποφάσεις για την παραχώρηση τεμαχίων γης στον εν λόγω λιμενικό χώρο και σε διάφορες άλλες εταιρείες. Οι εν λόγω αποφάσεις προφανώς επηρεάζουν άμεσα το πιο πάνω αίτημα των εναγόντων καθ΄ ότι με αυτές το τεμάχιο γης το οποίο αυτοί ζητούν προφανώς παραχωρείται σε τρίτους. Ενώ σ΄ αυτούς αποφασίστηκε, προκαταρτικά, να παραχωρηθεί έκταση γης 10.000 τ.μ. όμως σε άλλο σημείο από αυτό στο οποίο έχουν υποδείξει. Πριν από την έναρξη των αγορεύσεων δηλώθηκε εκ μέρους της Αρχής, με τη σύμφωνη γνώμη και των εναγόντων, ότι δεν έχει εκδοθεί ακόμα η τελική διοικητική πράξη χορήγησης άδειας χρήσης στους τρίτους και η όλη διαδικασία βρίσκεται στο στάδιο έκδοσης των προπαρασκευαστικών, της τελικής απόφασης, πράξεων. Επίσης, δηλώθηκε ότι σε περίπτωση χορήγησης των αδειών είναι ενδεχόμενο κάποιος από τους τρίτους, με βάση όρους που θα επιβάλει η Αρχή, να ανεγείρει υποστατικά στο χώρο που θα του παραχωρηθεί. Πλην των δηλώσεων αυτών τα όσα άλλα αναφέρονται πιο πάνω φαίνονται στην ένορκη δήλωση και τα έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται σ΄ αυτή και συνοδεύουν την αίτηση. Παρόμοιας φύσεως διαφορά φαίνεται ότι είχεν αναφυεί μεταξύ των μερών και στο παρελθόν. Τότε τα μέρη στηριζόμενα σε σχετικό όρο της συμφωνίας υπέβαλαν τη διαφορά σε διαιτησία ενώπιον δυο διαιτητών. Εκ μέρους της Αρχής προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι εκείνη η διαφορά είναι η ίδια που απασχολεί τα μέρη και τώρα. Όμως, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από τα γεγονότα τα οποία παρατίθενται πιο πάνω. Κατά συνέπεια δεν είναι χρήσιμες για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας η διαιτητική απόφαση επί προκαταρκτικού θέματος, που όμως έθεσε τέλος στη διαιτησία, και οι αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με την πιο πάνω απόφαση των διαιτητών οι οποίες συνοδεύουν την ένσταση της Αρχής. Εν πάση περιπτώσει, όπως και τότε έτσι και τώρα η θέση των εναγόντων είναι ότι θα πρέπει να τύχει εφαρμογής η πρόνοια στον όρο 6.1 της συμφωνίας όπου αναφέρεται ότι «ο Μισθωτής (οι ενάγοντες δηλαδή) θα έχει προτεραιότητα να χρησιμοποιεί το λιμάνι του Βασιλικού» σε σχέση με τις εισαγωγικές και εξαγωγικές δραστηριότητες του. Και ότι η τυχόν παραχώρηση σε τρίτους του τεμαχίου γης το οποίο αυτοί διεκδικούν εκφεύγει της πρόνοιας, ανωτέρω, της συμφωνίας. Εξ ού και οι θεραπείες που ζητούν εναντίον της Αρχής με την αγωγή, για εξαναγκασμό συμμόρφωσης της με την εν λόγω πρόνοια. Συνακόλουθα, η συνήγορος των εναγόντων εξέφρασε την άποψη ότι το όλο θέμα εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Συγκεκριμένα, αφού έκαμε αναφορά σε κάποια νομολογία, εισηγήθηκε ότι μετά την αρχική διοικητική πράξη που είχε σαν αποτέλεσμα την εκμίσθωση της γης του λιμανιού Βασιλικού στους ενάγοντες το παρόν αίτημα τους για παραχώρηση άδειας χρήσης συγκεκριμένου τμήματος της για κάποιο ειδικό σκοπό θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως των σχετικών προνοιών της συμφωνίας τους, προϊόν της εν λόγω διοικητικής πράξης. Ο συνήγορος της Αρχής διαφώνησε με την πιο πάνω θέση. Εισηγήθηκε ότι η παραχώρηση άδειας χρήσης ακίνητης περιουσίας η οποία με βάση το σχετικό νόμο αποτελεί μέρος των εξουσιών της Αρχής, συνιστά απόφαση δημόσιας αρχής και ανάγεται στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Όπως εισηγείται στην προκειμένη περίπτωση η πιο πάνω μαρτυρία η διαφωνία των μερών είναι σε σχέση με τη νομική υφή της προτιθέμενης τελεσίδικης απόφασης της Αρχής να παραχωρήσει σε τρίτους τη χρήση του συγκεκριμένου τεμαχίου γης στο λιμάνι Βασιλικού, το οποίο αυτοί διεκδικούν δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας. Ειδικότερα, κατά πόσο η απόφαση αυτή, όταν ληφθεί, θα εμπίπτει στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου ή στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Είναι πρόδηλο λοιπόν ότι εγείρεται άμεσα θέμα δικαιοδοσίας· κατά πόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο κέκτηται, δικαιοδοτικά, εξουσία να επιληφθεί της παρούσας αγωγής. Η οποία να σημειωθεί είναι προληπτικού (quia timet) χαρακτήρα δεδομένου ότι με αυτή επιχειρείται να προληφθεί η λήψη απόφασης από την Αρχή η οποία ενδεχομένως να επηρεάζει τα ισχυριζόμενα συμβατικά συμφέροντα των εναγόντων. Όσον αφορά την παρούσα διαδικασία για έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος, το θέμα της δικαιοδοσίας όπως προσδιορίζεται πιο πάνω, άπτεται συγχρόνως ήτοι μέσω της ίδιας μαρτυρίας, των δυο πρώτων προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32
(1). Η πρώτη από αυτές απαιτεί την ύπαρξη «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση», φράση η οποία έχει ερμηνευθεί και εννοεί συζητήσιμη υπόθεση (arguable case ) (βλ. Odysseos v. Α. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, σελίδα 569). Θα πρέπει να μπορεί να διαπιστωθεί μέσα από τη δικογραφία ή όπου δεν υπάρχουν δικόγραφα μέσα από την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση για το διάταγμα (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598). Η δεύτερη προϋπόθεση απαιτεί την απόδειξη ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία κατά τη δίκη. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success) είναι αρκετή (βλ. Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd, ανωτέρω). Ειδικά στην προκειμένη περίπτωση, αποτυχία εδραίωσης της πρώτης προϋπόθεσης οδηγεί αυτόματα σε αποτυχία και της δεύτερης. Είναι η πτυχή που εξετάζεται στη συνέχεια. Η Αρχή Λιμένων Κύπρου έχει ιδρυθεί από τον ομώνυμο Νόμο 38/73 και αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (άρθρο 4
(1)). Δυνάμει των προνοιών του άρθρου 10
(2)του πιο πάνω Νόμου έχει εξουσία, μεταξύ άλλων, «να πωλή, έκμισθοι ή άλλως πως διαθέτη οιανδήποτε ...ακίνητον ιδιοκτησία ήτις ήθελε κριθή υπό της Αρχής ως μη αναγκαία δια τους σκοπούς αυτής» (υποπαράγραφος (η)(σελ. 5). Η νομική υπόσταση των πράξεων και αποφάσεως της Αρχής οι οποίες είναι προϊόν της άσκησης της εξουσίας που της παρέχει ο Νόμος 38/75 εξετάστηκε ενδελεχώς στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 ΑΑΔ 882. Το απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου την οποία έδωσε ο Πικής Δ, όπως ήταν τότε, στις σελίδες 892 έως 893 είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό. Αναφέρει: «Οι πράξεις της Αρχής Λιμένων, όπως και εκείνες κάθε δημόσιας αρχής ή οργάνου, που σχετίζονται με την προώθηση ή εκπλήρωση των δημόσιων σκοπών που έχουν εναποτεθεί σ΄ αυτή, συνιστούν πράξεις εξουσίας, δηλαδή πράξεις που εκπηγάζουν από την άσκηση των εξουσιών της Αρχής. Πράξεις αυτής της κατηγορίας - πράξεις εξουσίας - ανάγονται και επενεργούν στο πεδίο του δημόσιου δικαίου, οι αρχές του οποίου διέπουν την υπόστασή τους. Εφόσον είναι εκτελεστές, δηλαδή γενεσιουργοί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, υπόκεινται σε αναθεώρηση από το Ανώτατο Δικαστήριο στο οποίο παρέχεται, βάσει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος, αποκλειστική αρμοδιότητα για τον έλεγχο της εγκυρότητάς τους. Η λειτουργία δημόσιας αρχής ή οργάνου δεν περιορίζεται μόνο στο πεδίο του δημόσιου δικαίου επεκτείνεται και στο ιδιωτικό δίκαιο οποτεδήποτε η αρχή ενεργεί για την προστασία του ταμιευτικού της συμφέροντος (fiscus). Οι πράξεις αυτές χαρακτηρίζονται ως πράξεις διαχείρισης. Έρεισμα για τον καταρτισμό ή σύναψη πράξης διαχείρισης, αντλείται όχι από τη δημόσια εξουσία αρχής ή οργάνου, αλλά από τα περιουσιακά τους δικαιώματα βάσει του αστικού δικαίου. Πράξεις διαχείρισης δημόσιας αρχής επενεργούν στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου και αποτελούν αντικείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων κατά το αστικό δίκαιο. Στις πράξεις διαχείρισης εμπίπτουν και συμβάσεις αναφορικά με τη διάθεση και εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας δημόσιας αρχής. Η ισοτιμία των συμβαλλομένων είναι ένα από τα χαρακτηριστικά πράξεως διαχείρισης οποτεδήποτε παίρνουν τη μορφή «σύμβασης»· άλλο είναι η αποβολή, εκ μέρους της Αρχής, του μανδύα της εξουσίας στον καταρτισμό τους. Και λίγο πιο κάτω συμπληρώνει για το ίδιο θέμα: «Η ουσία και όχι ο τύπος ή η μορφή την οποία λαμβάνει η πράξη, συνιστά το κριτήριο για την κατάταξή τους σε πράξεις εξουσίας ή πράξεις διαχείρισης. Η διάκριση των δυο τομέων δικαίου και τα κριτήρια για το διαχωρισμό τους, απασχόλησαν το Ανώτατο Δικαστήριο ειδικά στην Antoniou and Others v. Republic
(1984)3 CLR 623, και Machlouzarides v. Republic
(1985)3 CLR 2342. Ο σκοπός για τον οποίο λαμβάνεται η απόφαση, ή γίνεται πράξη σε συνάρτηση με τις εξουσίες δημόσιας αρχής, αποτελεί το γνώμονα για την ταξινόμησή τους στο ένα ή το άλλο πεδίο του δικαίου. Εφόσον η πράξη ανάγεται ή σχετίζεται με την επίτευξη των σκοπών δημόσιας αρχής ή οργάνου, αυτή επενεργεί στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Δημόσιος σκοπός είναι εκείνος για τον οποίο εξ αντικειμένου το κοινό ή τμήμα του έχουν εκ της φύσεως των πραγμάτων συμφέρον στην ευόδωση του.» Στη συνέχεια αφού διαπιστώνεται ο ειδικός σκοπός για τον οποίο είχε παραχωρηθεί στην περίπτωση εκείνη συγκεκριμένο υποστατικό της Αρχής προς τον Ναυτικό Όμιλο Πάφου ήτοι προς «ικανοποίηση δημόσιας ανάγκης για την προώθηση του ναυταθλητισμού μέσω των λιμενικών διευκολύνσεων» καταλήγει, η απόφαση, στο συμπέρασμα ότι «η πράξη παραχώρησης της αποθήκης συνιστούσε πράξη εξουσίας αναγόμενη στο πεδίο του δημόσιου δικαίου. Σκοπός της Αρχής, όπως προνοείται στο άρθρο 4
(2)του Νόμου 38/73 είναι η διαχείριση και εκμετάλλευση των λιμανιών τα οποία βρίσκονται εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρόκειται για ένα σκοπό ο οποίος επιδιώκει αποκλειστικά και μόνο την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Δεδομένου μάλιστα, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου, ανωτέρω, στη σελίδα 892, όταν ο σκοπός αυτός «συνιστά σημαντική κρατική λειτουργία συνυφασμένη με την κυριαρχία του κράτους στο χώρο της επικράτειας της Πολιτείας». Και όχι μόνο, βέβαια, εφόσον με την κατάλληλη διαχείριση των χώρων οι οποίοι βρίσκονται με βάση το Νόμο κάτω από τον έλεγχο της Αρχής, ο πιο πάνω σκοπός συμβάλλει ουσιωδώς στην ανάπτυξη της οικονομίας και της ευημερίας της χώρας. Είναι δε προφανές από τη μαρτυρία και ειδικότερα από τις σχετικές αναφορές στα πρακτικά της συνάντησης της 31.1.2005 ότι η παραχώρηση χώρων στο λιμάνι Βασιλικού για την ανάπτυξη των εργασιών και άλλων εταιρειών οι οποίες είναι δραστηριοποιημένες σε ζωτικούς τομείς της οικονομίας, αυτήν ακριβώς την επιδίωξη θα έχει. Περαιτέρω, προς άρση κάθε αμφιβολίας όσον αφορά τη νομική υπόσταση της άσκησης στην προκειμένη περίπτωση της συγκεκριμένης εξουσίας από την Αρχή έχει περιληφθεί ειδικός όρος στη συμφωνία των μερών της 14.8.1987 ότι «Η χρήση του λιμανιού του Βασιλικού από τρίτους στη διάρκεια της μίσθωσης θα ρυθμίζεται από την Αρχή» (όρος 10.00). Πρόκειται για όρο ο οποίος παραπέμπει στο σκοπό, ανωτέρω, για τον οποίο ιδρύθηκε η Αρχή(άρθρο 4
(2)). Συνεπώς, καταλήγω ότι η ενδεχόμενη απόφαση της Αρχής να παραχωρήσει άδεια χρήσης σε τρίτους του χώρου στο λιμάνι Βασιλικού τον οποίο διεκδικούν οι ενάγοντες θα είναι διοικητικής φύσεως απόφαση εμπίπτουσα στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Εφόσον η εν λόγω απόφαση της Αρχής καταστεί εκτελεστή όσων τα έννομα συμφέροντα θα έχουν επηρεαστεί συνεπεία αυτής, περιλαμβανομένων και των εναγόντων, θα δικαιούνται να προσφύγουν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου με βάση το Άρθρο 146.1 του Συντάγματος επιζητώντας την ακύρωση της. Η πιο πάνω δικαιοδοσία είναι αποκλειστική και το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει εξουσία σε τέτοια περίπτωση να επιληφθεί. Παρεμπιπτόντως, στο ίδιο αποτέλεσμα και για τον ίδιο λόγο είχαν καταλήξει και οι διαιτητές σε σχέση με την ενώπιον τους διαδικασία. Και βεβαίως η έλλειψη εξουσίας στην προκειμένη περίπτωση αφορά στην ίδια την αγωγή και για κάθε δικονομικό μέτρο που λαμβάνεται στο πλαίσιο αυτής. Από τη συζήτηση η οποία έχει προηγηθεί διαπιστώνεται ανυπαρξία βάσης αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Αυτό σημαίνει ότι αποτυγχάνει η αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος και θα πρέπει να απορριφθεί στη βάση ότι δεν έχουν ικανοποιηθεί τα κριτήρια του άρθρου 32
(1)που αναφέρονται πιο πάνω. Όμως, συγχρόνως και για τον ίδιο λόγο διαπιστώνεται ότι ούτε και η αγωγή μπορεί να προχωρήσει περαιτέρω. Καμιά τροποποίηση δεν θα μπορούσε να διορθώσει την πιο πάνω διαπιστωθείσα κατάσταση. Θέμα δικαιοδοσίας λόγω έλλειψης καθ΄ ύλη αρμοδιότητας του δικαστηρίου να επιληφθεί μπορεί να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο και φάση και αν ευρίσκεται η αγωγή. Το ίδιο το δικαστήριο μπορεί να εγείρει αυτεπάγγελτα το θέμα και αφού ακούσει τις απόψεις επί τούτων των μερών να επιληφθεί, απορρίπτοντας εφόσον δεν υπάρχει άλλη διέξοδος, την αγωγή (βλ. SEVEGEP Ltd v. United Sea Transport Ltd
(1989)1 ΑΑΔ(Ε) 729). Στο τέλος των αγορεύσεων δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους των μερών να εκφέρουν άποψη, εάν είχαν, επί του προκειμένου. Συμφώνησαν ότι αυτή θα πρέπει να είναι η ενδεδειγμένη πορεία εάν διαπιστωθεί, όπως συνέβηκε ήδη, ότι το δικαστήριο δεν έχει καθ΄ ύλη δικαιοδοσία να επιληφθεί της αγωγής. Εν όψει λοιπόν όλων όσων αναφέρονται πιο πάνω τόσο η αίτηση όσο και ολόκληρη η αγωγή απορρίπτονται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.): ........ Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.