← Κύπρος

INTERGAZ LTD ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΝΕΡΓΚΑΖ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1360/2005, 12 Ιουλίου 2005

INTERGAZ LTD ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΝΕΡΓΚΑΖ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1360/2005, 12 Ιουλίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1360/2005 Μεταξύ: INTERGAZ LTD Εναγόντων -και- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΝΕΡΓΚΑΖ ΛΤΔ Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 25.5.2005 12 Ιουλίου 2005 Εμφανίσεις: Για αιτητές: κ. Μ. Χατζηχριστοφής Για καθ΄ων η αίτηση: κ. Γρ. Σαββίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά την καταχώρηση της αγωγής με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και την εμφάνιση κατά το δέοντα τρόπο των εναγομένων οι ενάγοντες επανήλθαν με την καταχώρηση αίτησης για συνοπτική απόφαση. Όλα αυτά συνέβηκαν σε διάστημα μόλις είκοσι ημερών. Είναι φανερό ότι οι ενάγοντες επιθυμούν να δρέψουν τους καρπούς της απαίτησης τους εναντίον των εναγομένων το συντομότερο δυνατό. Αυτός είναι και ο σκοπός της συνοπτικής διαδικασίας η οποία προβλέπεται από τη Δ.18 Κ1(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Όμως, αυτό μπορεί να συμβεί μόνο στις πλέον ξεκάθαρες περιπτώσεις και τότε ο ενάγοντας λαμβάνει απόφαση εναντίον του εναγόμενου χωρίς να έχει προηγηθεί δίκη, με συνοπτικό τρόπο (βλ. Trans Middle East Trading Limited v. Abdul Aziz Tlais

(1991)1 ΑΑΔ 239). Αυτό μπορεί να συμβεί νοουμένου ότι ο εναγόμενος δεν έχει πείσει το δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής ή δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του επιτραπεί να προβάλει κανονικά την υπεράσπιση του. Πριν από την εξέταση της πτυχής αυτής το δικαστήριο θα πρέπει επίσης να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 Κ1(α) για την καταχώρηση και προώθηση της σχετικής αίτησης του ενάγοντα. Η ικανοποίηση τους αποτελεί προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της εξουσίας του δικαστηρίου να προχωρήσει περαιτέρω να εξετάσει την υπεράσπιση του εναγόμενου (βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1CLR 130, σελίδα 135). Από αυτές τις προϋποθέσεις η καταχώρηση της αγωγής με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ακολούθως του σημειώματος εμφάνισης από τον εναγόμενο εύκολα μπορούν να διαπιστωθούν. Η πιο σημαντική είναι η τρίτη σύμφωνα με την οποία η αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προσώπου το οποίο έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που συνθέτουν την αγωγή και ότι στην εν λόγω ένορκη δήλωση ο ομνύον θα πρέπει να επιβεβαιώνει (verify) την αιτία αγωγής και την απαίτηση και επίσης να δηλώνει την αληθή πίστη του ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Στην πράξη εύκολα μπορεί να γίνει μια τέτοια δήλωση από τον ομνύοντα όσον αφορά το τελευταίο πιο πάνω θέμα και θα φανεί στην πορεία της διαδικασίας κατά πόσο θα διαψευστεί ή όχι από την υπεράσπιση που θα παρουσιάσει ενόρκως μαζί με την ένσταση του ο εναγόμενος. Εύκολο επίσης είναι να διαπιστωθεί αν ο ομνύον στην αίτηση έχει προσωπική γνώση των γεγονότων τα οποία επιβεβαιώνει. Στην προκειμένη περίπτωση διαπιστώνεται από το φάκελο της υπόθεσης και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται πιο πάνω. Το ίδιο διαπιστώνεται σε σχέση και με τη γνώση του ομνύοντα. Από τα λεγόμενα του ιδίου προκύπτει θετικά ότι έχει προσωπική γνώση όλων των γεγονότων που αναφέρονται στην έκθεση απαιτήσεως ενώ συγχρόνως απουσιάζει οποιαδήποτε ένδειξη από την άλλη πλευρά που να το διαψεύδει αυτό. Παραμένει προς εξέταση το θέμα της επιβεβαίωσης της αιτίας αγωγής και της απαίτησης. Είναι η πλέον σημαντική από τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 Κ1(α) όσον αφορά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Η σημαντικότητα της έγκειται στο ότι βασικά, παραπέμπει στο περιεχόμενο της έκθεσης απαιτήσεως. Η επιβεβαίωση γίνεται σε σχέση με την αιτία αγωγής και την απαίτηση που αποκαλύπτονται σ΄ αυτή. Η επιβεβαίωση έχει την έννοια ότι ο ομνύον ορκίζεται για το αληθές της αιτίας αγωγής και της απαίτησης που αναφέρονται στην έκθεση απαιτήσεως. Στο Black's Law Dictionary 7η έκδοση στη σελίδα 1556 η αντίστοιχη αγγλική λέξη "verification" ερμηνεύεται ως "A formal declaration made in the presence of an authorised officer, .... by which one swears to the truth of the statements in the document" και η λέξη "verify" που χρησιμοποιείται στη Δ18 Κ1(α) αναφέρεται να εννοεί "to swear to the truth of". Πρόκειται για σύντομη δήλωση αφού δεν απαιτείται η προσαγωγή μαρτυρίας, σε οποιαδήποτε έκταση, προς απόδειξη των ανωτέρω. Δεν υπάρχει απαίτηση για κάτι τέτοιο στη Δ.18 Κ1(α). Ακόμα και η αναφορά στον Κ2 της πιο πάνω Διαταγής ότι η ένορκη δήλωση θα πρέπει να συνοδεύεται από τα τεκμήρια που αναφέρονται σ΄ αυτή είναι σ΄ αυτό το πλαίσιο που γίνεται. Εν ολίγοις ο ενάγοντας δε φέρει οποιοδήποτε βάρος απόδειξης στο πλαίσιο της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση. Ούτε και στο δικαστήριο επιτρέπεται να προβεί σε οποιοδήποτε στάδιο της σε ευρήματα αναφορικά με την ουσία της διαφοράς των μερών. Πόσο σύντομη και τι περιεχόμενο θα πρέπει να έχει μια τέτοια επιβεβαίωση φαίνεται από τα παραδείγματα που δίδονται στη σειρά Atkin's Court Forms 2η έκδοση
(1976), τόμος 29, σελίδα 186. Προκειμένου για περίπτωση που αφορά σε απαίτηση για την πληρωμή του τιμήματος από την πώληση και παράδοση αγαθών είναι αρκετή επιβεβαίωση ότι «Ο εναγόμενος αληθώς εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των £....... που αποτελεί το τίμημα αγαθών πωληθέντων και παραδοθέντων σ΄ αυτό». Είναι ένα από τα παραδείγματα στη σελίδα 186, ανωτέρω και ταιριάζει στην παρούσα περίπτωση. Τέλος, στη σειρά Halsbury's Laws of England 4η έκδοση τόμος 26 επισημαίνεται στην υποσημείωση 6 της παραγράφου 517, στις σελίδες 250 έως 251 ότι "Under an earlier rule requiring the cause of action to the verified (όπως συμβαίνει με την Δ18 Κ1(α)) it was held that the cause of action might be verified generally and shortly, and that it was not necessary to verify specifically all the particulars. May v. Chidley
(1894)1 Q.B. 451, Roberts v. Plant
(1895)1 Q.B. 597 at 605 CA).» Το ίδιο προκύπτει και από την υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ (Ε)
  1. Εξέτασα σε κάποια έκταση τον τρόπο που θα πρέπει να γίνεται η επιβεβαίωση στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση λαμβάνοντας αφορμή από τη μακρά μαρτυρία που παρατίθεται σ΄ αυτή και το σχετικά μεγάλο αριθμό τεκμηρίων που τη συνοδεύουν. Καθώς επίσης και από την ανάλυση του συνόλου της μαρτυρίας αυτής στην οποία προέβη ο ευπαίδευτος συνήγορος κατά την αγόρευση του, πασιφανώς θέλοντας να καταδείξει ότι η αίτηση συνοδεύεται από αρκετή μαρτυρία ικανή να αποδείξει την απαίτηση των εναγόντων, καταρρίπτοντας συγχρόνως οποιαδήποτε υπεράσπιση ήθελαν προβάλει οι εναγόμενοι. Όμως, όπως προσπάθησα να καταδείξω πιο πάνω δεν είναι αυτός ο σκοπός της επαλήθευσης και κατά συνέπεια δεν είναι δυνατό να γίνει τέτοια χρήση του εν λόγω μαρτυρικού υλικού όπως είναι η εισήγηση, ανωτέρω, εκ μέρους των εναγόντων. Εκτός από το περιεχόμενο της σημαντικός είναι και ο τρόπος διατύπωσης της επιβεβαίωσης. Η δήλωση του ομνύοντος θα πρέπει να κάμνει ακριβώς αυτό. Δηλαδή να επιβεβαιώνει ενόρκως το αληθές της αιτίας αγωγής και της απαίτησης, όπως εξηγείται πιο πάνω, χωρίς απαραίτητα να χρησιμοποιείται η λέξη «επιβεβαιώνω». Στην προκειμένη περίπτωση ή ένορκη δήλωση φαίνεται ότι έχει πρόβλημα και όσον αφορά την πτυχή αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση ο ομνύοντας αφού δηλώνει ότι ορκίζεται, ακολούθως, στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης αναφέρει, επί λέξει «Υιοθετώ το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαιτήσεως ....» και στη συνέχεια παραθέτει σε έκταση μαρτυρία αναφερόμενος και σε τεκμήρια. Με τη χρήση της λέξης «υιοθετώ» ο ομνύον επιχειρεί να καταστήσει το περιεχόμενο της έκθεσης απαιτήσεως μέρος του μαρτυρικού υλικού το οποίο λανθασμένα, κατά την άποψη μου, προσφέρει για απόδειξη της απαίτησης του, και χωρίς να δηλώνει εάν αυτά που αναφέρονται στην έκθεση απαιτήσεως είναι αληθινά. Ενώ ακριβώς το αντίθετο θα έπρεπε να είχεν κάμει· να δηλώσει ότι επιβεβαιώνει το αληθές του περιεχομένου της έκθεσης απαιτήσεως, κάνοντας ειδική αναφορά στην αιτία αγωγής και στην απαίτηση, όπως στο παράδειγμα που αναφέρεται πιο πάνω. Όπως αναφέρθηκε ήδη η επιβεβαίωση παραπέμπει, βασικά, στην έκθεση απαιτήσεως. Στην παρούσα υπόθεση όπως διαπιστώνεται από το περιεχόμενο της η αιτία αγωγής φέρεται να έχει προκύψει από συμφωνία πώλησης αγαθών (υγραέριο) τα οποία παραδόθηκαν στον αγοραστή πλην όμως αυτός παραλείπει να πληρώσει το τίμημα τους. Η απαίτηση είναι για την καταβολή του τιμήματος πώλησης που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των £220.814,57 (£122.328,84 συν £98.485,73). Είναι το άθροισμα των δυο ποσών που αναφέρονται στα δυο τιμολόγια που εξέδωσαν οι ενάγοντες προς τους εναγόμενους, ένα για κάθε μια από τις δυο παραδόσεις υγραερίου που είχαν γίνει σ΄ αυτούς. Είναι τα πιο πάνω δυο ποσά που αξιώνουν οι ενάγοντες με το παρακλητικό μέρος της ειδικής οπισθογράφησης, πλέον τόκους ή/και αποζημιώσεις ή/και άλλως πως προς 9% επί έκαστου ποσού. Ως εκ της φύσης της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση η έκθεση απαιτήσεως θα πρέπει να συνάδει αυστηρά με τις πρόνοιες της Δ.19 Κ
  2. Θα πρέπει να περιέχει κατά τρόπο συνοπτικό και συγχρόνως σαφή και ακριβή τα ουσιώδη γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειόμενης της μαρτυρίας με την οποία θα αποδειχθούν (βλ. CY.E.M.S. Co Ltd v. The Central Co - Operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897 Millington v. Loring
(1880)6 Q.B.D. 127). Στην παρούσα υπόθεση νοουμένου ότι η απαίτηση των εναγόντων δεν βασίζεται σε εκκαθαρισμένο λογαριασμό (account stated), τα αποσπάσματα στις παραγράφους 6 και 7 της έκθεσης απαιτήσεως, από επιστολές οι οποίες εστάλησαν από ή εκ μέρους των εναγομένων στους ενάγοντες, αναμφίβολα αποτελούν μαρτυρία. Περιλήφθηκαν στο δικόγραφο διότι, προφανώς, οι ενάγοντες θεώρησαν ότι σ΄ αυτά περιλαμβάνονται παραδοχές των εναγομένων ότι οφείλουν τα αξιούμενα ποσά. Πέραν του ότι δεν συνάδει η συμπερίληψη των εν λόγω αποσπασμάτων στην έκθεση απαιτήσεως με την πρακτική που υπαγορεύει ρητά η Δ.19 Κ4, προκαλούν συγχρόνως ακόμα πιο σοβαρό πρόβλημα στην αίτηση των εναγόντων δεδομένου ότι η επιβεβαίωση θα πρέπει να αναφέρεται σε μια σαφή, από κάθε άποψη, αιτία αγωγής και απαίτηση. Στη σειρά Atkin's Court Forms που αναφέρεται πιο πάνω δίδονται στη σελίδα 170 κ.ε. παραδείγματα εκθέσεων απαιτήσεως οι οποίες είναι συνταγμένες με την απαιτούμενη συντομία και καθαρότητα ειδικά για την περίπτωση που ο ενάγοντας προτίθεται να προβεί σε αίτηση για συνοπτική απόφαση. Το πρόβλημα στην προκειμένη περίπτωση εντοπίζεται στο ότι οι φερόμενες παραδοχές των εναγόντων στα πιο πάνω αποσπάσματα γίνονται υπό όρους. Το πρώτο απόσπασμα στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαιτήσεως αναφέρει ότι: «Η πληρωμή των υπολοίπων τιμολογίων αρ.226329 και 226626 θα γίνει κατά την ημερομηνία λήξης τους, νοουμένου βεβαίως ότι προηγουμένως θα αφαιρέσετε όλα τα ποσά των υπερχρεώσεων και ακυρώστε το τιμολόγιο σας αρ.12863 εκ ποσού Λ.Κ.12,075,- γιατί το ποσό αυτό δεν σας οφείλετε με βάση τη συμφωνία μας». Και το δεύτερο απόσπασμα στην παράγραφο 7 αναφέρει ότι: «Περαιτέρω οι πελάτες μας είναι πρόθυμοι να σας καταβάλουν οιονδήποτε τυχόν ποσόν σας οφείλετε με βάση τους όρους της μεταξύ σας συμφωνίας η οποία έχει νόμιμα τερματιστεί από τους πελάτες μας και όχι με βάση τους δικούς σας αυθαίρετους υπολογισμούς και απαιτήσεις.» Είναι πασιφανές ότι με τα πιο πάνω αποσπάσματα, από επιστολές των εναγόμενων προς τους ενάγοντες, αμφισβητείται το ύψος της απαίτησης των τελευταίων σε σημείο που να ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι αυτή είναι προϊόν αυθαίρετων υπολογισμών κατά παράβαση της συμφωνίας την οποία είχαν μεταξύ τους. Στις παραγράφους που ακολουθούν οι ενάγοντες για «σκοπούς άμεσης πληρωμής», όπως αναφέρουν, μείωσαν τα ποσά των προαναφερθέντων δυο τιμολογίων επιφυλάσσοντας το δικαίωμα τους να διεκδικήσουν τα υπόλοιπα. Η ενέργεια τους όμως αυτή δεν εξαλείφει την αμφισβήτηση σχετικά των εναγομένων αφού δεν υπάρχει αναφορά που να δείχνει ότι οι δυο πλευρές συγκλίνουν σε κάποιο ποσό. Αντίθετα, οι ενάγοντες εμμένουν σε ολόκληρο το ποσό των δυο τιμολογίων ενώ δεν αναφέρουν πάνω σε ποια βάση, δεδομένης της συμφωνίας τους με τους εναγόμενους, προέβηκαν στις πιο πάνω μειώσεις. Στη συνέχεια υπάρχουν ισχυρισμοί οι οποίοι φέρουν τους εναγόμενους να θέτουν όρους για την πληρωμή των επίδικων τιμολογίων συναρτώντας την με την αποδοχή από τους ενάγοντες του τερματισμού της μεταξύ τους συμφωνίας στην οποία οι εναγόμενο είχαν ήδη προβεί προηγουμένως με επιστολή τους 23.3.
  1. Τα όσα διαπιστώνονται πιο πάνω περιλαμβάνονται στην έκθεση απαιτήσεως των εναγόντων. Και αντί να αποκαλύπτουν μια σύντομη, σαφή και ακριβή περιγραφή της αιτίας αγωγής και της απαίτησης για καταβολή του τιμήματος από πώληση και παράδοση αγαθών, αποκαλύπτουν την ύπαρξη αμφισβήτησης από πλευράς των εναγομένων όσον αφορά το ύψος της απαίτησης αλλά και γενικότερα όσον αφορά τη συμβατική τους σχέση. Τέλος, ενώ με την αίτηση ζητείται απόφαση «ως η αξίωση στην Έκθεση Απαιτήσεως», τα ποσά που αναφέρονται στο παρακλητικό μέρος είναι διαφορετικά από αυτά που τελικώς αναφέρονται στο σώμα του δικογράφου. Δεν είναι για το δικαστήριο να επιλέξει πιο είναι το ορθό ποσό για το οποίο θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση ούτε αν για τις αμφισβητήσεις τους οι εναγόμενοι έχουν άδικο ή δίκαιο. Εν πάση περιπτώσει, όχι στο πλαίσιο της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση και ειδικά κατά την εξέταση της ύπαρξης δέουσας επιβεβαίωσης της αιτίας αγωγής και της απαίτησης. Να υπενθυμίσω εδώ την παρατήρηση του Λόρδου Esher M.R. στη Roberts v. Plants ανωτέρω, στη σελίδα 603 αναφορικά με την εξουσία που δίνει η αντίστοιχη αγγλική διαταγή, της Δ.18 Κ1(α): "That is a stringent power to give and therefore the Courts have said that its exercise must be strictly watched in order to see that the plaintiff has brought himself within the scope of the provisions of the order." Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η αίτηση δεν συνάδει με διάφορες από τις πτυχές που αφορούν στην προϋπόθεση για επιβεβαίωση της αιτίας αγωγής και της απαίτησης, και συνεπώς δεν μπορεί να επιτύχει. Είναι φανερό ότι η έκθεση απαιτήσεως συντάχθηκε κατά τρόπο που επιδιώκει την όσο το δυνατό πληρέστερη αποκάλυψη των περιστάσεων που περιβάλλουν την απαίτηση των εναγόντων. Ακόμα και ό,τι μπορεί να αποτελέσει την υπεράσπιση των εναγομένων. Έστω και αν δεν είναι αυτός ο σκοπός της σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες (βλ. Δ.19 Κ4). Ανεξάρτητα, όμως, με το θέμα αυτό πιστεύω ότι η αίτηση θα είχε την ίδια τύχη ούτως ή άλλως με δεδομένο ότι οι ίδιοι ισχυρισμοί και αμφισβητήσεις και ακόμα περισσότερα, εγείρονται υπό μορφή υπεράσπισης και στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων. Να αναφέρω για παράδειγμα τον ισχυρισμό τους για υπερχρεώσεις που έγιναν για τις δυο συγκεκριμένες παραδώσεις υγραερίου και υπερβαίνουν τα όσα προβλέπει η συμφωνία τους. Επίσης, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι στις 17.3.2005 κατέβαλαν στους ενάγοντες ποσό £100.000.- πλην όμως δεν ενημερώθηκαν πως έχει καταλογιστεί έναντι των οφειλών τους, εμμέσως αμφισβητώντας και πάλιν το ύψος της συγκεκριμένης οφειλής που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή. Το σύνολο των ισχυρισμών των εναγομένων αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα, ανεξάρτητα εάν τελικά θα αποδειχθεί ή όχι η αλήθεια τους, που δικαιολογούν να τους δοθεί άδεια να προβάλουν την υπεράσπιση τους κανονικά και στη συνέχεια να οδηγηθεί η υπόθεση σε ακρόαση για επίλυση της διαφοράς. Η αίτηση απορρίπτεται και δίδεται άδεια στους εναγόμενους να καταχωρήσουν υπεράσπιση άνευ όρων. Να καταχωρηθεί μέχρι την 9.9.
  2. Περαιτέρω, επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων. Να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να καταβληθούν με το πέρας της αγωγής. (Υπ.): ......... Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.