Ανδρέας Κ. Μορφάκης ν. Αδελφοί Σταύρου Γενικαί Επιχειρήσεις Λτδ, Αρ. Αγωγής: 919/03, 1.08.2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 919/03 Μεταξύ: Ανδρέας Κ. Μορφάκης, από την Ελλάδα Ενάγοντας - και - Αδελφοί Σταύρου Γενικαί Επιχειρήσεις Λτδ, από τη Λάρνακα Εναγομένων Ημερομηνία: 1.08.2005 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Ν. Δαμιανού με κα Α. O' Mahony Για τους Εναγόμενους: κ. Γ. Κουκούνης Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα γεγονότα της παρούσας αγωγής είναι απλά και στη μεγαλύτερη έκταση τους παραδεκτά. Ο ενάγοντας είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, είναι Κυπριακής καταγωγής και ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ενός χωραφιού με αρ. εγγραφής 7538 Φ/Σχ. LVI/2, Τεμάχιο 174, τοποθεσία Κοτσιηνοκαφκαλιά του χωριού Αναφωτία. Σχετικό είναι το τεκμήριο 5. Οι εναγόμενοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με λατομεύσεις, εξορύξεις και μεταφορές χωμάτων. Στις 16.06.89 ο ενάγοντας δια του νομίμως εξουσιοδοτημένου πληρεξουσίου αντιπροσώπου του, Αντρέα Αποστόλου, τεκμήριο 9, συμφώνησε να πωλήσει και πώλησε στην εναγόμενη εταιρεία με γραπτό πωλητήριο έγγραφο που έγινε στη Λάρνακα και φέρει την πιο πάνω ημερομηνία, τεκμήριο 7, το πιο πάνω χωράφι αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης των Λ.Κ.10.000. Ήταν γραπτός όρος του τεκμηρίου 7 ότι οι εναγόμενοι θα έδιδαν σαν προκαταβολή το ποσό των Λ.Κ.5.000 με την υπογραφή της συμφωνίας και όντως οι εναγόμενοι κατέβαλαν με την υπογραφή της συμφωνίας το ποσό των Λ.Κ.5.000 με τραπεζική επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας με αριθμό 2260171 και ημερ. 16.06.89. Το υπόλοιπο εκ Λ.Κ.5.000 σύμφωνα με το τεκμήριο 7 θα πληρωνόταν "άμα τη μεταβιβάσει του τίτλου, περί το τέλος Αυγούστου". Η εναγόμενη εταιρεία από την ημερομηνία υπογραφής του τεκμηρίου 7 έλαβαν ελεύθερη και πλήρη κατοχή του χωραφιού και προχώρησαν στη λατόμευση του αφαιρόντας όγκους άμμου από αυτό. Κατά ή περί το τέλος του 1989 και /ή αρχές του 1990 ο Αποστόλου ενεργώντας για λογαριασμό του ενάγοντα και ο κ. Θεόδωρος Σταύρου, Διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας, για και εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας συμφώνησαν να ακυρώσουν και προς τούτο ακύρωσαν την μεταξύ τους συμφωνία, τεκμήριο 7, η οποία δεν είχε μέχρι τότε ολοκληρωθεί και /ή εκπληρωθεί υπό κάποιους όρους. Οι όροι αυτοί είναι και η διαφωνία των δύο πλευρών και η αιτία της παρούσης αγωγής. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η συμφωνία για την ακύρωση της συμφωνίας προνοούσε ότι ο ενάγοντας θα επέστρεφε στους εναγόμενους το εισπραχθέν ποσό της προκαταβολής των Λ.Κ.5.000 και οι εναγόμενοι ανέλαβαν να επαναφέρουν το χωράφι στην κατάσταση που αυτό βρισκόταν κατά την υπογραφή του τεκμηρίου 7 δηλαδή προτού δηλαδή αφαιρεθούν τα χώματα /άμμος από το χωράφι. Το ποσό των Λ.Κ.5.000 επιστράφηκε στους εναγόμενους από τον ενάγοντα μέσω του Αποστόλου αλλά οι εναγόμενοι δεν εκπλήρωσαν το δικό τους μέρος της συμφωνίας, δεν τοποθέτησαν τα χώματα τα οποία είχαν αφαιρέσει από το χωράφι παρόλο που είχαν υποσχεθεί και συμφωνήσει ότι έτσι θα έπρατταν και μάλιστα είχαν διαβεβαιώσει και τον Αποστόλου αλλά και τον ενάγοντα ότι θα τοποθετήσουν άλλα χώματα τα οποία μάλιστα τους είχαν υποδείξει από που θα έπαιρναν, με αποτέλεσμα το ύψος του επίδικου χωραφιού να μην είναι στην ίδια ευθεία με τα γειτονικά χωράφια αφού είναι σκαμμένο σε ολόκληρη του την επιφάνεια σε βάθος μεγαλύτερο του 1½ μέτρου. Οι ενάγοντες διεκδικούν αποζημιώσεις για διάρρηξη της συμφωνίας ύψους Λ.Κ.30.750,00 που σύμφωνα με την παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης είναι το κόστος το οποίο θα επωμισθεί ο ενάγοντας για να επαναφέρει το χωράφι στην κατάσταση που αυτό βρισκόταν προ της λατόμευσης του από τους εναγόμενους. Εντελώς αντίθετη είναι η θέση των εναγομένων. Ο ισχυρισμός τους είναι ότι η μόνη υποχρέωση που ανέλαβαν κατά την ακύρωση του τεκμηρίου 7 ήταν να ισιώσουν το έδαφος του επίδικου χωραφιού και να πάρουν πίσω την προκαταβολή των Λ.Κ.5.000 που είχαν πληρώσει. Είναι ο ισχυρισμός τους ότι εκπλήρωσαν αυτή τους την υποχρέωση και μάλιστα ότι ο Αποστόλου είχε επισκεφθεί το επίδικο χωράφι και διαπίστωσε ότι όντως είχε ισιωθεί γι΄ αυτό και επέστρεψε σε αυτούς το ποσό της προκαταβολής. Ισχυρίζονται επίσης ότι οι ίδιοι ήταν πάντοτε έτοιμοι και πρόθυμοι να εκπληρώσουν τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, τεκμήριο 7, και ότι είχαν μεταβεί στο Κτηματολόγιο μαζί με τον Αποστόλου και είχαν μαζί τους το υπόλοιπο ποσό του συμφωνηθέντος τιμήματος για να γίνει η μεταβίβαση αλλά δεν μπορούσε τελικά να γίνει η μεταβίβαση λόγω κάποιων προβλημάτων στα έγγραφα που κατείχε ο Αποστόλου. Ισχυρίζονται επίσης ότι ο ενάγοντας για δικούς του λόγους δεν ήθελε να προχωρήσει με την υλοποίηση της συμφωνίας. Ο ενάγοντας κάλεσε συνολικά τέσσερεις μάρτυρες προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Ο ΜΕ1 είναι ο μηχανολόγος μηχανικός Thrasso O´ Mahony ο οποίος συνδέεται συγγενικά με τον ενάγοντα, συγκεκριμένα ο ενάγοντας είναι θείος της γυναίκας του. Η μαρτυρία του ουσιαστικά επικεντρώθηκε στο να εξηγήσει στο Δικαστήριο την κατάσταση που παρουσιάζει σήμερα το επίδικο χωράφι προς τούτο κατέθεσε και σχετικές φωτογραφίες τα τεκμήρια 1 - 4. Ανέφερε επίσης ότι συναντήθηκε με τον Διευθυντή της εναγόμενης εταιρείας Θ. Σταύρου, τον ενάγοντα και τον Αποστόλου στο χωριό Μαζωτός το καλοκαίρι του 1994 και όλοι μαζί πήγαν και είδαν το επίδικο χωράφι αλλά και κάποιο χωράφι πολύ κοντά στο επίδικο το οποίο ήταν ιδιοκτησία της εναγόμενης εταιρείας από όπου και είπε ο Θ. Σταύρου ότι θα βγάλει χώμα για να το τοποθετήσει στο επίδικο χωράφι. Το επίδικο χωράφι το ξαναεπισκέφτηκε μετά από δύο χρόνια περίπου μετά από παράκληση του ενάγοντα ο οποίος ήθελε να εξακριβώσει αν οι εναγόμενοι είχαν τηρήσει τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας και ακολούθως το 2002 μαζί με τον εκτιμητή Μίλτο Φιλώτα ο οποίος είχε οδηγίες από τον ενάγοντα να εκτιμήσει τις ζημιές του χωραφιού. Τα τεκμήρια 1 - 4 τα είχε βγάλει ο κ. Φιλώτας την ημέρα που πήγαν μαζί στο χωράφι. Ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος μετά από οδηγίες του ενάγοντα συνάντησε τον Θ. Σταύρου στο σταθμό βενζίνης που διατηρεί στη Λάρνακα σε μεταγενέστερη ημερομηνία από τη συνάντηση του 1994 αλλά πριν το 2002 για να τον ρωτήσει ποιες ήταν οι προθέσεις του για την επαναφορά του χώματος στο επίδικο χωράφι όπου ήταν εντελώς αρνητικός και δεν του έδωσε συγκεκριμένη απάντηση. Ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος θα ενδιαφερόταν να αγοράσει το επίδικο χωράφι εάν βέβαια δεν είχε αυτή την υψομετρική διαφορά με τα υπόλοιπα. Ο ενάγοντας κατέθεσε το τεκμήριο 6 το οποίο είναι το τοπογραφικό σχέδιο στο οποίο φαίνεται το επίδικο χωράφι και είπε ότι μετά την ακύρωση της συμφωνίας περί το 1994 ήρθε στην Κύπρο όπου μαζί με τον ΜΕ1 και τον Αποστόλου πήγαν στο χωριό Μαζωτός συνάντησαν τον Θ. Σταύρου ο οποίος τους επιβεβαίωσε ότι θα επαναφέρει το χωράφι στην αρχική του μορφή και μάλιστα τους έδειξε δικό του χωράφι πολύ κοντά στο παρακείμενο χωράφι από το οποίο θα έβγαζε χώμα για να το τοποθετούσε στο χωράφι του. Ανέφερε επίσης ότι ο ΜΕ1 ήθελε να αγοράσει το χωράφι αλλά μόνο εφόσον αυτό είχε επαναφερθεί στην αρχική του κατάσταση. Η θέση του ήταν ότι η επίδικη συμφωνία ακυρώθηκε εκ συμφώνου γιατί οι εναγόμενοι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις από τον Αποστόλου δεν πήγαν να πληρώσουν το υπόλοιπο του τιμήματος και να γίνει η μεταβίβαση τρεις μήνες μετά το χρονικό διάστημα που προνοείτο στο τεκμήριο 7. Ο ίδιος έδωσε οδηγίες στον Αποστόλου να ακυρώσει τη συμφωνία και να επιστρέψει τις Λ.Κ.5.000 στους εναγόμενους νοουμένου ότι οι εναγόμενοι θα επανέφεραν το χωράφι στην αρχική του μορφή. Μετά το 1994 ο ίδιος ξαναήρθε στην Κύπρο το 1999 όπου επισκέφθηκε και πάλι το χωράφι και διαπίστωσε ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν εκπληρώσει την υπόσχεση τους αφού δεν είχαν τοποθετήσει τα χώματα σε αυτό. Το 2001 όταν ήταν ξανά στην Κύπρο μαζί με τον Αποστόλου και την σύζυγο του επισκέφθηκαν τον Θ. Σταύρου στο σταθμό βενζίνης που διατηρεί στη Λάρνακα για να τον ρωτήσουν γιατί δεν είχε ακόμη τοποθετήσει το χώμα και αυτός πολύ θυμωμένος τους έδιωξε από το γραφείο του αναφέροντας τους "να φύγετε, να μην ξανάρθετε, δεν βάζω ούτε πιθανή χώμα". Ακολούθως επισκέφθηκε τον δικηγόρο του από τον οποίο και ζήτησε να προχωρήσει δικαστικά εναντίον των εναγομένων διεκδικώντας τη ζημιά του και μετά από συμβουλή του δικηγόρου του έδωσε οδηγίες στον εκτιμητή Μίλτο Φιλώτα να προβεί σε εκτίμηση της ζημιάς του. Το χωράφι το είχε επισκεφθεί πολύ πρόσφατα παρουσίαζε την ίδια κατάσταση και κατέθεσε στο Δικαστήριο τα τεκμήρια 8(
- i)- (
- ix)που είναι φωτογραφίες του επίδικου χωραφιού τις οποίες είχε ο ίδιος λάβει κατά την τελευταία επίσκεψη του στο χωράφι λίγες μέρες πριν την ένορκη του μαρτυρία. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι ήταν ο ίδιος που μετάνιωσε και ζήτησε ακύρωση της συμφωνίας όπως και το γεγονός ότι ο Αποστόλου μετέβη στο Κτηματολόγιο μαζί με τους εναγόμενους αλλά δεν προχώρησε η μεταβίβαση λόγω προβλημάτων στα έγγραφα που είχε ο Αποστόλου επαναλαμβάνοντας ότι ο λόγος που ζήτησε από τον Αποστόλου να ακυρώσει τη συμφωνία ήταν η απροθυμία και η αμέλεια των εναγομένων να εξοφλήσουν το τίμημα εντός λογικής προθεσμίας. Είπε επίσης ότι ούτε ο ίδιος αλλά ούτε ο Αποστόλου γνώριζαν ότι οι εναγόμενοι είχαν ανορύξει μεγάλη ποσότητα άμμου από το χωράφι και ότι μετά την ακύρωση το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η αποκατάσταση του χωραφιού του την οποία ο Θ. Σταύρου εκ μέρους των εναγόμενων είχε αναλάβει. Ήταν η θέση του ότι ο Αποστόλου έδωσε λανθασμένα "πίστη" στα λεγόμενα και τις διαβεβαιώσεις του Θ. Σταύρου γι΄ αυτό και του επέστρεψε τις Λ.Κ.5.000 της προκαταβολής πριν όντως οι εναγόμενοι να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν κατά την ακύρωση της συμφωνίας. Ο ΜΕ2 ήταν ο Α. Αποστόλου πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του ενάγοντα. Ήταν η θέση ότι όταν συμφώνησε με τους εναγόμενους να πωλήσει το επίδικο χωράφι του ενάγοντα για το ποσό των Λ.Κ.10.000 ήταν μετά από οδηγίες του ενάγοντα ο οποίος λόγω οικονομικών υποχρεώσεων ήθελε να το πουλήσει. Μετά την υπογραφή του τεκμηρίου 7 και αφού πέρασαν 2 - 3 μήνες χωρίς οι εναγόμενοι να πληρώσουν το υπόλοιπο ποσό για να γίνει η μεταβίβαση με οδηγίες του ενάγοντα ακύρωσε τη συμφωνία. Είπε ότι σε συνάντηση που είχε με τον Θ. Σταύρου συμφώνησαν όπως ακυρώσουν τη συμφωνία λέγοντας στο Σταύρου ότι θα του επιστρέψει τις Λ.Κ.5.000 και του έδωσε το ποσό των Λ.Κ.2.500 τη στιγμή της ακύρωσης ενώ τις υπόλοιπες Λ.Κ.2.500 θα τις έδινε μετά από 1½ μήνα. Ήταν η μαρτυρία του ότι μετά που έδωσε στο Σταύρου τις Λ.Κ.2.500 πληροφορήθηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία είχε προβεί σε ανόρυξη χωμάτων από το χωράφι και έτσι όταν ο Σταύρου τον επισκέφθηκε ζητώντας τις υπόλοιπες Λ.Κ.2.500 του είπε να επαναφέρει το χωράφι. Ο Σταύρου του είπε "να είσαι σίγουρος τα μηχανήματα τα έχουμε" και ο ίδιος δίδοντας πίστη στα λεγόμενα του Σταύρου του επέστρεψε τις Λ.Κ.2.500. Έλεγε επανειλημμένα στο Σταύρου να επαναφέρει το χωράφι, αυτός παρόλο που έλεγε εντάξει δεν το έκανε και το 1994 ο ίδιος μαζί με τον ΜΕ1 και τον ενάγοντα πήγαν στο σταθμό βενζίνης του Σταύρου συζήτησαν το θέμα, ο Σταύρου παραδέχτηκε ότι ανέλαβε να τοποθετήσει χώματα στο χωράφι και τους είπε ότι θα τους πάρει να δουν τα χώματα και έτσι και οι τρεις τους συνάντησαν τον Σταύρου στο Μαζωτό όπου τους έδειξε από ποιο χωράφι θα έπαιρνε τα χώματα για να τα τοποθετήσει στο επίδικο χωράφι. Επειδή και πάλι δεν εκπλήρωσε την υπόσχεση του ο ίδιος μαζί με τον ενάγοντα ξαναπήγαν στην βενζίνη του Σταύρου το 2001 συζήτησαν και ο Σταύρου τους είπε ότι δεν μπόρεσε να ισιώσει το χωράφι και τότε ο ίδιος του ανέφερε "Θεόδωρε πολλά φτηνός ο λόγος σου" και τότε ο Σταύρου θύμωσε και τους έδιωξε κακήν κακώς. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι γνώριζε τον λόγο που η εναγόμενη εταιρεία αγόρασε το επίδικο χωράφι. Είπε ότι ούτε ήξερε τον λόγο ούτε τον ενδιέφερε. Αρνήθηκε επίσης ότι οι εναγόμενοι ήταν έτοιμοι να εξοφλήσουν το υπόλοιπο και ότι πήγαν στο Κτηματολόγιο και δεν έγινε η μεταβίβαση λόγω προβλημάτων του τεκμηρίου 9. Δέχτηκε ότι αμέσως μετά την υπογραφή του τεκμηρίου 7 οι εναγόμενοι πήραν κατοχή του επίδικου χωραφιού. Επανέλαβε ότι όταν ακύρωσε τη συμφωνία με τον Σταύρου του έδωσε τις Λ.Κ.5.000 δίδοντας πίστη στα λεγόμενα του ότι θα ίσιωνε το χωράφι και ότι αυτό ήταν και το λάθος του ότι δηλαδή δεν έγραψε τους όρους ακύρωσης και του επέστρεψε ολόκληρο το ποσό πριν να ικανοποιήσει τους όρους που είχαν συμφωνήσει. Επέμενε ότι έγινε η συνάντηση στο χωριό Μαζωτός όπου ο Σταύρου τους έδειξε το χωράφι από το οποίο θα έπαιρνε τα χώματα και αρνήθηκε ότι μετά που έφυγαν από το σταθμό βενζίνης του Σταύρου ο ενάγοντας γύρισε και του είπε "είδες τι μας έκαμες;". O ME3, εκτιμητής Μίλτος Φιλώτας, διπλωματούχος πολιτικός μηχανικός και εκτιμητής ακινήτων είπε ότι μετά από οδηγίες του ενάγοντα επισκέφτηκε το επίδικο χωράφι και προέβηκε σε μία εκτίμηση ημερ. 02.05.02, τεκμήριο 10 και συμπληρωματική εκτίμηση ημερ. 30.01.05, τεκμήριο 10Α. Εξήγησε την μέθοδο που ακολούθησε για να προβεί στην εκτίμηση του και να καταλήξει στο κόστος που απαιτείται για να επαναφερθεί το επίδικο χωράφι στην αρχική του κατάσταση δηλαδή να γεμίσει με χώμα. Εξήγησε ότι υπολόγισε τον όγκο του χώματος με βάση τον όγκο ενός φορτηγού υπολόγισε πόσα φορτηγά χρειάζονται για να γεμίσει το χωράφι και με βάση τη τιμή ανά φορτηγό κατέληξε στο κόστος. Είπε ότι επισκέφτηκε το επίδικο ακίνητο δύο φορές μια φορά πριν από κάθε έκθεση. Την πρώτη φορά είχε πάει μαζί με τον ΜΕ1 ενώ την δεύτερη φορά με τον ενάγοντα. Η κατάσταση του κτήματος και το 2002 και το 2005 ήταν η ίδια και αναγνώρισε τα τεκμήρια 1 - 4 ως τις φωτογραφίες που είχε ο ίδιος λάβει το 2002. Σύμφωνα με το τεκμήριο 10 το κόστος αντικατάστασης του χώματος σήμερα είναι Λ.Κ.30.750 ενώ σύμφωνα με το τεκμήριο 10Α το κόστος κατά το 1990 ήταν Λ.Κ.16.110 ενώ κατά το 1994 Λ.Κ.18.540. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε τις υποβολές ότι η μέθοδος του είναι λανθασμένη και ότι οι τιμές που έχει βάλει είναι αυθαίρετες επιμένοντας ότι έχει χρησιμοποιήσει σωστή μέθοδο και οι τιμές είναι αυτές που επικρατούσαν στην αγορά κατά τις επίδικες περιόδους. Είπε ότι δεν έχει προβεί σε εκτίμηση της αξίας του κτήματος σε καμία χρονική περίοδο από το 1989 μέχρι σήμερα γιατί δεν του δόθηκε τέτοια εντολή. Εκ μέρους της εναγόμενης εταιρείας έδωσε μαρτυρία ο εκ των Διευθυντών της Θεόδωρος Σταύρου που είναι και το πρόσωπο το οποίο προέβηκε και στην σύναψη της επίδικης συμφωνίας και στη μετέπειτα ακύρωση της με τον ΜΕ2. Ο ΜΥ1 αναγνώρισε την υπογραφή του στο τεκμήριο 7, συμφώνησε ότι με την υπογραφή του τεκμηρίου 7 πλήρωσε στο ΜΕ2 το ποσό της προκαταβολής των Λ.Κ.5.000 και είπε ότι ο ΜΕ2 γνώριζε από τον ίδιο πριν ακόμα υπογραφεί η συμφωνία ότι η εναγόμενη εταιρεία θα λατόμευε το επίδικο ακίνητο γι΄ αυτό και ενώ η εκτιμημένη τιμή πώλησης του ακινήτου τότε ήταν Λ.Κ.5.000, σύμφωνα με την εμπειρία του και την γνώση του αφού αγόρασε και άλλα κτήματα στην ίδια περιοχή, συμφώνησε να πληρώσει το ποσό των Λ.Κ.10.000 για την αγορά του. Ήταν η θέση του σε αντίθεση με την μαρτυρία που δόθηκε για την πλευρά του ενάγοντα, ότι ο ΜΕ2 έδωσε οδηγίες σε κάποιο δικολάβο με το όνομα Χάρης Καραγιάννης να ετοιμάσει τα έντυπα του Κτηματολογίου και την απαλλαγή του επίδικου ακινήτου από τους φόρους προτού όλοι μαζί μεταβούν στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Κατέθεσε τα τεκμήρια 11 και 12 που είναι το έντυπο I.R. 401 με τίτλο Δήλωση Διάθεσης Ακίνητης Ιδιοκτησίας και το έντυπο τύπος Ν. 313 με τίτλο Μεταβιβάσεις Ακίνητης Περιουσίας αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα όσα έχει αναφέρει, στις 15.10.89 ο ίδιος, ένας από τους αδελφούς του επίσης Διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας, ο ΜΕ2 και ο Καραγιάννης μετέβηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας για να γίνει μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στην εναγόμενη εταιρεία. Το Κτηματολόγιο δεν δέχτηκε το τεκμήριο 9 που παρουσίασε ο ΜΕ2 και δεν προχώρησαν με την μεταβίβαση. Μετά από πάροδο δύο περίπου μηνών ο ίδιος πήγε και βρήκε τον ΜΕ2 στο γραφείο του για να τον ρωτήσει τι θα γίνει με την μεταβίβαση όπου ο ΜΕ2 του ανέφερε ότι ο ενάγοντας δεν θέλει να προχωρήσει με τη συμφωνία γιατί έμαθε ότι θα περάσει δρόμος από το ακίνητο και θα αποκτήσει αξία και επιθυμεί να ακυρώσει τη μεταξύ τους συμφωνία. Ο ίδιος με τη σύμφωνο γνώμη και των άλλων Διευθυντών της εναγόμενης εταιρείας συμφώνησαν στην ακύρωση της συμφωνίας με τον όρο να τους επιστρέψει ο ενάγοντας τα χρήματα της προκαταβολής που είχαν δώσει και η εναγόμενη εταιρεία ανέλαβε να ισιώσει το χωράφι. Ο ΜΕ2 του επέστρεψε πρώτα Λ.Κ.2.500 μετά ο ΜΕ2 πήγε και είδε ότι ίσιωσαν το χωράφι και του επέστρεψε και τις άλλες Λ.Κ.2.500 δίδοντας του μάλιστα συγχαρητήρια για την καλή δουλειά που έκανε. Ήταν μάλιστα η θέση του ότι ο ΜΕ2 μετά την ακύρωση της συμφωνίας και την επιστροφή της προκαταβολής επέτρεψε στον ίδιο να καλλιεργεί το επίδικο χωράφι χωρίς ενοίκιο. Σε απαντήσεις του δικηγόρου του αρνήθηκε επίμονα ότι συμφώνησε με τον ΜΕ2 να τοποθετήσει το χώμα που αφαίρεσε από το χωράφι συνεπεία της λατόμευσης όταν έγινε η ακύρωση της συμφωνίας, αρνήθηκε ότι έγινε συνάντηση το 1994 στο Μαζωτό όπου υπέδειξε και το χωράφι από το οποίο θα μετέφερε τα χώματα είπε ότι η πρώτη φορά που συνάντησε τον ενάγοντα ήταν το 2000 στο πρατήριο βενζίνης που διατηρούσε ο ίδιος στη Λάρνακα, όταν τον επισκέφθηκε ο ΜΕ2, ο ενάγοντας και ο Thrasso O' Mahony και μάλιστα ο ΜΕ2 του σύστησε εκείνη τη στιγμή τον ενάγοντα. Ήταν η θέση του ότι ο ενάγοντας τον ρώτησε "πότε θα μας βάλεις τα χώματα στο χωράφι όπως συμφώνησες με τον Αποστόλου;" εκείνος του απάντησε ότι δεν έκανε έτσι συμφωνία με τον Αποστόλου και ο ενάγοντας γύρισε στο ΜΕ2 και του είπε "είδες τι μας έκανες;" Η εντύπωση που είχε ήταν ότι ο ΜΕ2 είπε στον ενάγοντα άλλα πράγματα από αυτά που συμφώνησαν. Κατά την αντεξέταση του και σε υποβολή ότι ουδέποτε πήγαν στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση όπως ισχυρίζεται αρνήθηκε την υποβολή και είπε ότι τα τεκμήρια 11 και 12 κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο, το Κτηματολόγιο δεν τα δέχτηκε και τους τα επέστρεψε μαζί με άλλα έντυπα τα οποία δεν μπόρεσε να βρει παρόλο που έψαξε γιατί η υπόθεση είναι αρκετά παλιά. Εξήγησε ότι όταν λατόμευσε το χωράφι δεν αφαίρεσε όγκους πέτρας ή χαλίκι διότι η εταιρεία τους διαθέτει ειδικά μηχανήματα που διαχωρίζει την άμμο που είναι και το προϊόν που η εναγόμενη εταιρεία λατομεύει από τα υπόλοιπα συστατικά του εδάφους και έτσι το τι αφαιρέθηκε από το επίδικο χωράφι ήταν μόνο καθαρή άμμος. Ήταν η θέση του ότι προέβηκε αμέσως σε λατόμευση του επίδικου χωραφιού και είχε προς τούτο άδεια από το Αρμόδιο Τμήμα γιατί είχε κάμει από προηγουμένως τις έρευνες του και τις χημικές αναλύσεις στο έδαφος του συγκεκριμένου χωραφιού και ήξερε ότι η άμμος ήταν σύμφωνη με το προνόμιο. Επέμενε ότι είχε πει στον Αποστόλου τον σκοπό αγοράς του κτήματος και ότι είναι όρος που επιβάλλει το Τμήμα Λατομείων ότι μετά την λατόμευση το χωράφι πρέπει να ισιώνεται. Ήταν η θέση του ότι όταν συμφώνησε με τον ΜΕ2 την ακύρωση της συμφωνίας το χωράφι ήταν ήδη ισιωμένο αφού έπρεπε η εναγόμενη εταιρεία να το ισιώσει σύμφωνα με την άδεια λατόμευσης. Αναφορικά με το επίδικο θέμα της ακύρωσης της συμφωνίας ήταν η θέση του ότι συμφώνησε με τον ΜΕ2 την ακύρωση της συμφωνίας και την επιστροφή εκ μέρους του ενάγοντα στην εναγόμενη εταιρεία του ποσού της προκαταβολής, ότι οι Λ.Κ.2.500 του δόθηκαν από τον Αποστόλου αμέσως με την ακύρωση της συμφωνίας ενώ οι άλλες Λ.Κ.2.500 του δόθηκαν από τον Αποστόλου μετά που ο Αποστόλου πήγε και είδε ότι είχε ισιώσει το χωράφι και μάλιστα του έδωσε συγχαρητήρια. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι ουδέποτε πήγε στο Κτηματολόγιο με τον Αποστόλου και τον Καραγιάννη για σκοπούς μεταβίβασης, ότι ανέλαβε να επαναφέρει το χωράφι στην πρότερα του κατάσταση, ότι συναντήθηκε με τον ενάγοντα και τους ΜΕ1 και ΜΕ2 στο Μαζωτό το 1994 και ότι τους υπέδειξε δικό του χωράφι από το οποίο θα έβαζε τα χώματα, ότι συνάντησε τον ΜΕ1 περισσότερες από μια φορά και ότι όλα που έχει πει στο Δικαστήριο είναι ψέματα. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτύρια στο Δικαστήριο. Η αξιολόγηση τους κρίνω ότι δεν παρουσιάζει καμία ιδιαίτερη δυσκολία. Οι μάρτυρες ΜΕ1, ΜΕ3 όπως και ο ίδιος ο ενάγοντας έχουν αφήσει πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν μάρτυρες της αλήθειας οι οποίοι σεβάστηκαν τον όρκο τους και απαντούσαν τις ερωτήσεις τόσο του συνηγόρου του ενάγοντα αλλά και κατά την αντεξέταση τους με σαφήνεια χωρίς υπεκφυγές και τεκμηριώνοντας τη θέση τους. Κατά την αντεξέταση τους δεν κλονίστηκαν καθόλου. Ο ΜΕ2 που ήταν και ο κυριότερος μάρτυρας για την πλευρά των εναγόντων ήταν ολοφάνερο ότι βρισκόταν κάτω από έντονη συναισθηματική φόρτιση όταν έδιδε μαρτυρία. Έδιδε την εντύπωση ότι λογοδοτούσε για τις πράξεις του, σε δύο τρεις περιπτώσεις συγχύστηκε πολύ κυρίως κατά την αντεξέταση του με αποτέλεσμα να πέσει σε σημαντικές αντιφάσεις. Όπως θα φανεί και από τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο κάτω ο εν λόγω μάρτυρας ήταν μάρτυρας της αλήθειας αλλά επειδή φέρει το βάρος της ευθύνης για τα όσα έγιναν έναντι στον ενάγοντα αυτή του η συναισθηματική κατάσταση είχε αντίκτυπο στην προφορική του ένορκη μαρτυρία. Ο μοναδικός μάρτυρας των εναγομένων δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Κατά τις απαντήσεις του η μνήμη του ήταν επιλεκτική. Άλλα πράγματα τα θυμόταν μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια ενώ άλλες καταστάσεις και /ή γεγονότα δεν τα θυμόταν καθόλου. Προσπαθούσε με υπεκφυγές να τροχιοδρομήσει τη μαρτυρία του όπως ο ίδιος ήθελε και απέφευγε να απαντήσει την ουσία των ερωτήσεων κατά την αντεξέταση του. Το μέρος της μαρτυρίας του που αναφέρεται στην μετάβαση του στο Κτηματολόγιο με τον Καραγιάννη και τον ΜΕ2 παρέμεινε μετέωρο και ατεκμηρίωτο και δεν δέχομαι ότι έγινε τέτοια συνάντηση στο Κτηματολόγιο. Όπως έχει ήδη αναφερθεί τα περισσότερα ουσιώδη γεγονότα για την παρούσα υπόθεση είναι λίγο ή πολύ παραδεχτά. Ένα είναι το κρίσιμο ερώτημα το οποίο το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει, ποιοι ήταν οι όροι ακύρωσης της επίδικης συμφωνίας μεταξύ του ΜΕ2 ενεργώντας για λογαριασμό του ενάγοντα και του ΜΥ1 εκ μέρους της εναγόμενης εταιρείας. Η απάντηση αυτή πρέπει να δοθεί με βάση τα δικόγραφα και τη μαρτυρία που έχει προφορικά δοθεί και από τα διάφορα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Η πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιτάσσει ότι σε αστικές υποθέσεις το Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται στα αμφισβητούμενα θέματα που προκύπτουν κατά την συμπλήρωση των γραπτών προτάσεων ή νομότυπα προσθέτονται κατά την ημέρα της δίκης. Σχετική είναι η υπόθεση Παφίτη ν. Κακουρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 1154. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Βασιλειάδης, Π. στην υπόθεση Kourtis and others v. P.K. Iasonides
(1970)1 CLR 180 η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τρένο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής. Αυτή η αρχή υιοθετήθηκε σε πάρα πολλές υποθέσεις με πρόσφατη την απόφαση Ζήνων Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd, Πολ. Έφεση 11275 ημερ. 17.07.
- Σε μια αστική υπόθεση ο ενάγοντας έχει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities). Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης σχετική είναι η παράγραφος 7, είναι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του ενάγοντα ενεργώντας για λογαριασμό του ενάγοντα, και οι εναγόμενοι συμφώνησαν να ακυρώσουν και ακύρωσαν την μεταξύ τους συμφωνία πώλησης ημερ. 16.06.89 με τους πιο κάτω όρους: Α) ότι ο ενάγοντας θα επέστρεφε στους εναγόμενους το εισπραχθέν ποσό των Λ.Κ.5.000 και Β) ότι οι εναγόμενοι θα επανέφεραν το πωληθέν χωράφι στην κατάσταση που αυτό βρισκόταν κατά την υπογραφή της συμφωνίας πώλησης δηλαδή 16.06.89 με έξοδα των εναγομένων, ήτοι ανέλαβαν να τοποθετήσουν παρόμοιας ή και της ίδιας ποιότητας χώματα με τα αφαιρεθέντα από τους εναγόμενους από το χωράφι. Έχει ήδη αναφερθεί ότι η συμφωνία ακύρωσης έχει γίνει μεταξύ του ΜΕ2 εκ μέρους του ενάγοντα και του ΜΥ1 εκ μέρους των εναγομένων. Είναι λοιπό καταλυτικής σημασίας η μαρτυρία του ΜΕ2 στο σημείο αυτό. Ο ΜΕ2 στην κυρίως εξέταση του είπε τα ακόλουθα αυτολεξί "είπα στο Θεόδωρο ότι η πράξη δεν θα γίνει θα του επιστρέψω τις Λ.Κ.5.000, θα του δώσω Λ.Κ.2.500 σήμερα, το αποδέχτηκαν τους έδωσα Λ.Κ.2.500 και τις άλλες μετά από 1½ μήνα. Όταν του έδωσα τις Λ.Κ.2.500 μετά από 2 - 3 ημέρες έμαθα ότι εβγάλαν τα χώματα από το χωράφι. Όταν ήρθαν να πάρουν τις άλλες Λ.Κ.2.500 είπα στο Θεόδωρο να επαναφέρει το χωράφι. Μου είπε να είσαι σίγουρος τα μηχανήματα τα έχουμε, του έδωσα πίστη και του έδωσα τις άλλες Λ.Κ.2.500." Η ίδια ήταν και η θέση του κατά την αντεξέταση του ότι δηλαδή ακυρώθηκε η συμφωνία, οι εναγόμενοι συγκατατέθηκαν στην ακύρωση της, επεστράφηκε το ποσό των Λ.Κ.2.500 την ίδια ημέρα και μετά όταν πέρασε ο 1½ μήνας και ο ΜΥ1 πήγε και του ζήτησε να του επιστρέψει το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.2.500 τότε ζήτησε από τον ΜΥ1 να επαναφέρουν το χωράφι. Αυτή ήταν και η μαρτυρία του ΜΥ1 με τη διαφορά ότι αντί για επαναφορά του χωραφιού ο ΜΥ1 είπε ότι του ζητήθηκε να ισιώσει το χωράφι. Ο ΜΥ1 ρωτήθηκε ειδικά κατά την αντεξέταση του για το θέμα αυτό και απάντησε ότι το θέμα της ακύρωσης ήταν αντικείμενο τριών συναντήσεων μεταξύ του ιδίου και του ΜΕ
- Στην πρώτη συνάντηση συμφωνήθηκε η ακύρωση και ο ΜΕ2 του επέστρεψε τις Λ.Κ.2.500, στη δεύτερη συνάντηση ο ΜΕ2 του είπε να ισιώσει το χωράφι για να του δώσει τις άλλες Λ.Κ.2.500 και στην τρίτη συνάντηση ο ΜΕ2 είχε δει το κτήμα έδωσε στο Σταύρου συγχαρητήρια και του επέστρεψε τις Λ.Κ.2.
- Από τα πιο πάνω είναι ολοφάνερο ότι όταν συμφωνήθηκε η ακύρωση της συμφωνίας και η επιστροφή της προκαταβολής των Λ.Κ.5.000 σε δύο δόσεις μεταξύ των ΜΕ2 και ΜΥ1 δεν τέθηκε κανένας όρος για επαναφορά ή ίσιωμα του χωραφιού. Ο ΜΕ2 δεν γνώριζε τότε ότι οι εναγόμενοι είχαν λατομεύσει το χωράφι. Το πληροφορήθηκε αργότερα. Ούτε όμως και τότε έσπευσε να βρει τους εναγόμενους και να ζητήσει διαφοροποίηση των όρων της ακύρωσης παρά μόνο περίμενε, πάντοτε σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, να περάσει ο 1½ μήνας που είχε βάλει ως χρονικό πλαίσιο για επιστροφή του υπόλοιπου ποσού, να πάει ο ΜΥ1 να τον βρει ζητώντας το υπόλοιπο ποσό και μόνο τότε να του αναφέρει το θέμα επαναφοράς κατά τον ίδιο, ισιώματος κατά τον ΜΥ1, του επίδικου χωραφιού. Η πιο πάνω μαρτυρία είναι πολύ διαφορετική από τη θέση που παρουσιάζεται στο δικόγραφο του ενάγοντα. Είναι πάγια αρχή του δικαίου των συμβάσεων ότι για να είναι έγκυρη μια συμφωνία πρέπει οι συμβαλλόμενοι, ενεργώντας με πλήρη ελευθερία σκέψης να συμφωνήσουν το ίδιο πράγμα. Στην παρούσα περίπτωση συμφώνησαν την ακύρωση της συμφωνίας και την επιστροφή της προκαταβολής των Λ.Κ.5.000 από τον ενάγοντα στους εναγόμενους. Τίποτε άλλο δεν συμφωνήθηκε μεταξύ τους την ημέρα που έγινε η συμφωνία για ακύρωση της συμφωνίας πώλησης. Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Chitty On Contracts, 27η έκδοση, 1ος τόμος, παράγραφος 48 "It is a well-established rule that the parties must make their own contract, and this means that they must agree as to its terms. If therefore the terms are unsettled or indefinite, the contract cannot be upheld. For although the courts always seek to implement the intentions of the parties, they will not make a contract for them in order to do this." Στη παράγραφο 49 του ιδίου συγγράμματος αναφέρεται "it must however be emphasised that the courts seek to uphold bargains wherever possible. It is accordingly the duty of the court to construe such documents fairly and broadly, without being too astute or subtle in finding defects; but, on the contrary, the court should seek to apply the old maxim of English law, verba ita sunt intelligenda ut res magis valeat quam pereat. That maxim, however, does not mean that the court is to make a contract for the parties, or to go outside the words they have used, except in so far as there are appropriate implications of law." Πιο κάτω στη παράγραφο 50 αναφέρεται "the fact that an essential term of the contract has not been specifically agreed upon may not be fatal if that term can be determined otherwise than by a future agreement between the parties." Και στη παράγραφο 51 του ιδίου συγγράμματος "it is clearly fatal if the term not agreed upon can be determined only by a future agreement between the parties. As Lord Dunedin said in May & Butcher v. The King: 'To be a good contract there must be a concluded bargain and a concluded contract is one which settled by agreement between the parties. Of course it may leave something which has still to be determined but then that determination must be a determination which does not depend upon the agreement between the parties." Με βάση τα πιο πάνω αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι όταν συμφωνήθηκε η ακύρωση της συμφωνίας πώλησης δεν τέθηκε όρος αναφορικά με την επαναφορά ή το ίσιωμα του επίδικου χωραφιού. Το μόνο που συμφωνήθηκε ήταν η επιστροφή προκαταβολής των Λ.Κ.5.000 σε δύο δόσεις. Η μια αμέσως με την ακύρωση και η άλλη μετά από 1½ μήνα. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η θέση του ενάγοντα μπορεί να αποδοθεί σε διαφοροποίηση (variation) της συμφωνίας ακύρωσης μεταξύ των ΜΕ2 και ΜΥ
- Το βάρος απόδειξης και πάλι βρίσκεται στους ώμους του ενάγοντα. Ο ΜΕ2 έχει αναφέρει ενόρκως ότι αν και πληροφορήθηκε αμέσως μετά την ακύρωση του συμβολαίου ότι η εναγόμενη εταιρεία είχε αφαιρέσει χώματα από το χωράφι δεν προσπάθησε να συναντήσει τον ΜΥ1 για να συζητήσουν το θέμα αυτό παρά μόνο περίμενε να περάσει ο 1½ μήνας να τον επισκεφθεί ο ΜΥ1 για να ζητήσει τις υπόλοιπες Λ.Κ.2.500 μόνο τότε να εγείρει το θέμα και μάλιστα να πληρώσει το ποσό με τη προφορική, πάντα κατά τη δική του θέση, διαβεβαίωση του ΜΥ1 ότι θα επαναφέρει το χωράφι χωρίς να του θέσει χρονική προθεσμία εντός της οποίας να το επαναφέρει ούτε να του πει ότι δε θα του πληρώσει το ποσό μέχρι να το επαναφέρει. Θεωρώ λοιπόν ότι ο ενάγοντας δεν μπορεί να στηριχθεί με επιτυχία στον ισχυρισμό ότι διαφοροποιήθηκαν αργότερα οι όροι της συμφωνίας ακύρωσης. Ενόψει των ανωτέρω η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι ο ενάγοντας δεν έχει αποδείξει τους ισχυρισμούς του και συνεπώς η αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και απορρίπτεται. Ο ενάγοντας καταδικάζεται επίσης να πληρώσει τα έξοδα της αγωγής στη κλίμακα που αυτή έχει καταχωρηθεί. Αν και είναι ακαδημαϊκής πλέον σημασίας, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, σε περίπτωση που η αγωγή πετύγχανε το ερώτημα θα ήταν ποιο είναι το ύψος των αποζημιώσεων που δικαιούται η πλευρά του ενάγοντα. Ο ΜΕ4 έχει προβεί σε 3 εκτιμήσεις. Η μια αναφέρεται στο κόστος τοποθέτησης χωμάτων στις 02.05.02 και είναι για συνολικό ύψος Λ.Κ.30.
- Η άλλη αναφέρεται στο έτος 1990 όταν έγινε η ακύρωση της συμφωνίας και είναι για το συνολικό κόστος Λ.Κ.16.110 ενώ η άλλη για το έτος 1994 όπου κατά τους ισχυρισμούς των μαρτύρων της πλευράς του ενάγοντα είχε γίνει η συνάντηση στο Μαζωτό είναι για το ποσό των Λ.Κ.18.
- Ο ενάγοντας αποδεδειγμένα μέχρι σήμερα δεν έχει προβεί σε κανένα διορθωτικό μέτρο για να επαναφέρει το επίδικο χωράφι στην προτέρα του κατάσταση. Αυτό μαρτυρούν και τα τεκμήρια 1-4 και 8 αλλά ήταν και η προφορική μαρτυρία όλων των μαρτύρων που κάλεσε ο ενάγοντας. Είναι γνωστή η πάγια αρχή του δικαίου των συμβάσεων ότι το αθώο μέρος σε μια συμφωνία έχει καθήκον να μειώσει τη ζημιά του (duty to mitigate). Στην παρούσα περίπτωση εφόσον ο ενάγοντας δεν έχει λάβει κανένα μέτρο για να μειώσει τη ζημιά του δεδομένου ότι από το 1990 διεφάνη ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν επανέφεραν το χωράφι στην προτέρα του κατάσταση σίγουρα δεν θα δικαιούτο το ποσό αποζημίωσης που αξιώνεται με το τεκμήριο
- Πρέπει να σημειωθεί ότι παρατηρήθηκε μεγάλη καθυστέρηση από πλευράς του ενάγοντα στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Η επίδικη συμφωνία έγινε τον Ιούνιο του 1989 και η ακύρωση της συμφωνήθηκε αρχές του
- Η αγωγή καταχωρήθηκε το 2003 αφού ήδη η εναγόμενη εταιρεία αρνήθηκε επανηλημμένα να επανατοποθετήσει το χώμα στο χωράφι. Ήταν η θέση του ενάγοντα ότι η οριστική και αμετάκλητη θέση των εναγομένων να επαναφέρουν το χωράφι προέκυψε το 1994 μετά τη συνάντηση στο χωριό Μαζωτός αφού μέχρι τότε η εναγόμενη εταιρεία δια του ΜΥ1 έδειχνε πρόθυμη να επανατοποθετήσουν χώματα και μάλιστα τους είχαν δείξει και το χωράφι από το οποίο θα τα έβαλλαν. Όμως και πάλι από το 1990 που ακυρώθηκε η συμφωνία μέχρι και το 1994 είχαν ήδη περάσει σχεδόν τέσσερα χρόνια διάστημα που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν λογικό για να περιμένει ο ενάγοντας τους εναγόμενους να τηρήσουν τους όρους της συμφωνίας. Έτσι σε περίπτωση που πετύγχανε η αγωγή το ποσό που θα εδικαιούτο ο ενάγοντας θα ήταν το ποσό που θα χρειαζόταν για να επαναφέρει το χωράφι στην κατάσταση που αυτό ήταν κατά το 1990 όταν πλέον διαφάνηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν θα προέβαινε στα μέτρα επανόρθωσης. Και συνεπώς οι αποζημιώσεις θα ήταν σύμφωνα με το τεκμήριο 10Α για το ποσό των Λ.Κ.16.110 με νόμιμο τόκο. Τα έξοδα που θα κέρδιζε σε τέτοια περίπτωση ο ενάγοντας θα ήταν στη κλίμακα του ποσού που θα του επιδικαζόταν και όχι στη κλίμακα της αγωγής. (Υπ.) ........................................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο