DANSK MOLLER INDUSTRY AS ν. BENTEX MINERALS CO LTD κ.α., Γενική Αίτηση 6/2005, 22.9.2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Γενική Αίτηση 6/2005 Αναφορικά με τον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/87) -και- Αναφορικά με την Διαιτησία Δ.Α.1/2001 ενώπιον του Διαιτητή κ. Αντώνη Ανδρέου. ΜΕΤΑΞΥ:- DANSK MOLLER INDUSTRY A.S. Απαιτητών/Αιτητών -και- 1. BENTEX MINERALS CO. LTD 2. Πρώην Μέτοχοι της Βentex Mineral Co. Ltd (
- a)Zeeve M. Berdy (
- b)William F. Berdy (
- c)Frelin Trading Co. Ltd. (
- d)Geo. K. Seraphim & Son Ltd Καθ΄ ων η απαίτηση/Καθ΄ ων η αίτηση Ημερομηνία: 22.9.2005. Εμφανίσεις: Για αιτητές: Ο κ. Παστός για κ. Νικολάου για κ. Π. Παύλου. Για καθ΄ ων 1: Ο κ. Ταλιαδώρος. Για καθ΄ ων 2: Ο κ. Μ. Μοντάνιος. Α Π Ο Φ Α Σ Η Όπως εξηγείται στην Γενικός Εισαγγελέας Κένυας ν. Bank Fur Arbeit Und Wirtschaft A.G.
(1999)1 A.A.Δ. 585, η συχνή και επιτυχής χρήση του θεσμού της διαιτησίας σε οικουμενική κλίμακα, ώθησε τα Ηνωμένα Έθνη να θεσπίσουν, το 1985, ένα πρότυπο κώδικα διαιτησίας τον οποίο έκτοτε έχουν υιοθετήσει, συνολικά ή μερικώς, διάφορα κράτη, μεταξύ των οποίων η Κύπρος, με τον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/87), που παρακάτω θα αναφέρεται ως «ο Νόμος». Η φύση του διαιτητικού θεσμού εξηγείται ως εξής στην ίδια απόφαση: «Η διαιτησία αποτελεί εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών. Η μακρά διεξαγωγή της δίκης στα πλαίσια της κρατικής δικαιοσύνης, η χρήση χρονοβόρων ένδικων μέσων που επαυξάνουν τις καθυστερήσεις, η εξοικείωση των διαιτητών με το αντικείμενο τους, η ανελαστικότητα της τακτικής δικαιοσύνης, είναι μερικοί από τους λόγους για τους οποίους έχει ανθίσει και καθιερωθεί ο θεσμός της διαιτησίας για ποικίλης φύσεως διαφορές. Αποτελεί χαρακτηριστικό συμπλήρωμα κάθε σύγχρονου νομικού συστήματος. Ο θεσμός επιβιώνει χωρίς ένδικα μέσα. Μόνο σε καθορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθούν κατά της διαιτητικής απόφασης». Τα παραπάνω αντανακλούν την κεντρική ιδέα του εν λόγω διεθνή κώδικα και του Νόμου. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 6 του Νόμου, παρέμβαση του Δικαστηρίου χωρεί μόνο ως ο Νόμος ορίζει. Έτσι, διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί μόνο εφόσον συντρέχει ένας από τους λόγους που εξαντλητικά απαριθμούνται στο άρθρο 34 του Νόμου. Οι σχετικοί εν προκειμένω λόγοι, ορίζονται στα 34
(2)(α)(ιι) και (ιιι). «34.
(2)Η διαιτητική απόφαση ακυρώνεται από το Δικαστήριο μόνο εφόσο συντρέχει ένας από τους ακόλουθους λόγους: (α) αν το μέρος που υποβάλλει την αίτηση ακυρώσεως αποδείξει ότι: (ι) ...................... (ιι) δεν του εγνωστοποιήθη, έγκαιρα και κανονικά, το γεγονός του διορισμού διαιτητή ή της διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας ή ότι κατ΄ οποιοδήποτε άλλο τρόπο εστερήθη της ευκαιρίας προς εμφάνιση και ανάπτυξη της υπόθεσής του· ή (ιιι) η διαιτητική απόφαση αναφέρεται σε διαφορά μη προβλεπόμενη ή μη εμπίπτουσα στους όρους της συμφωνίας προς παραπομπή σε διαιτησία ή περιέχει αποφάσεις επί ζητημάτων που εκφεύγουν από τα όρια της συμφωνίας προς παραπομπή σε διαιτησία· αν οι αποφάσεις επί ζητημάτων παραπεμφθέντων σε διαιτησία μπορούν να διαχωρισθούν από τις αποφάσεις επί των μη παραπεμφθέντων, δύναται να ακυρωθεί μόνο το καθ΄ υπέρβαση εξουσίας εκδοθέν μέρος της απόφασης· ή (ιν) ...............» Στο σύνολο τους οι δικαιοδοτικές πρόνοιες του άρθρου 34 αφορούν σαφώς περιορισμένες περιπτώσεις τόσο αριθμητικά, όσο και ως προς την εμβέλεια τους. Στην εν λόγω απόφαση διαπιστώνεται, χαρακτηριστικά, ο τονισμός που γίνεται σε αλλοδαπές αποφάσεις για την ανάγκη αυτοσυγκράτησης κατά την αναθεώρηση από τα κρατικά δικαστήρια των διαιτητικών αποφάσεων. Εν προκειμένω οι διάδικοι προσέφυγαν ήδη από το 2001 σε διεθνή διαιτησία στην Κύπρο διεπόμενη από το Νόμο. Στο πολύ αρχικό στάδιο προσεβλήθη στο Δικαστήριο μια ενδιάμεση απόφαση του διαιτητή. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση στις 17.6.2004. Ακολούθησε εμφάνιση, στις 10.9.2004, ενώπιον του διαιτητή για σκοπούς προγραμματισμού της συνέχισης της διαδικασίας. Στο άρθρο 23
(1)του Νόμου προβλέπεται πως τα δικόγραφα υποβάλλονται σε συμφωνημένη από τα μέρη ή σε τακτή από το διαιτητή προθεσμία. Δόθηκαν στις 10.9.2004 οδηγίες όπως οι αιτητές υποβάλουν έκθεση απαίτησης εντός 45 ημερών. Καθορίστηκαν επίσης προθεσμίες για τα περαιτέρω δικόγραφα. Οι αιτητές παρέλειψαν να τηρήσουν την προθεσμία και ζήτησαν παράταση χρόνου. Οι καθ΄ ων η αίτηση είχαν ένσταση. Ο διαιτητής αφού άκουσε τα μέρη απέρριψε το αίτημα για παράταση και στηριζόμενος στις πρόνοιες του άρθρου 25(α) του Νόμου, τερμάτισε τη διαιτητική διαδικασία, εκδίδοντας αιτιολογημένη απόφαση της οποίας τώρα οι αιτητές ζητούν την ακύρωση. Σύμφωνα με το άρθρο 25(α): «25. Ελλείψει συμφωνίας των μερών περί του εναντίου, αν χωρίς σπουδαίο λόγο: (α) το μέρος που έχει την απαίτηση παραλείψει να υποβάλει την έκθεση απαιτήσεως κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 23
(1), το διαιτητικό δικαστήριο τερματίζει τη διαιτητική διαδικασία» Οι αιτητές λέγουν ότι το άρθρο 25(α) δεν είχε εφαρμογή ενόψει των όσων συμφωνήθηκαν μεταξύ των μερών ενώπιον του διαιτητή στις 3.9.
- Τότε είχαν συμφωνήσει ότι εφαρμοστέος είναι ο Ν.101/87και ότι η ακολουθητέα διαδικασία θα ήταν όσο το δυνατό εγγύτερη προς τους Κυπριακούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας («The procedure to be followed will be as near as possible to the Cyprus Civil Procedure Rules"). Η αναφορά αυτή στους Θεσμούς, συνεχίζει η εισήγηση των αιτητών, υποδηλώνει ότι τα μέρη απέκλεισαν, όπως είχαν εκ του Νόμου ευχέρεια να πράξουν, την εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 25 του Νόμου και συνεπώς ο διαιτητής όφειλε να εφαρμόσει τους Θεσμούς και να εξετάσει το αίτημα με την ευρύτερη ευχέρεια που οι Θεσμοί παρέχουν, αντί να ενεργήσει υπό τις πολύ περιορισμένες πρόνοιες του άρθρου
- Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών παρέπεμψε σε συγγράμματα που υποδηλώνουν την ευχέρεια των μερών να επιλέξουν την εφαρμοστέα διαδικασία και τη σημασία της. Αλλά, συνεχίζουν οι αιτητές, ακόμα κι αν εφαρμοστέες ήταν οι πρόνοιες του άρθρου 25, έγινε εσφαλμένη εφαρμογή εφόσον ο όρος «σπουδαίος λόγος» ερμηνεύθηκε από το διαιτητή στενά. Στον πρότυπο κώδικα, υπέδειξε ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους, χρησιμοποιείται ο όρος «sufficient cause" (επαρκής λόγος) αντί του όρου «σπουδαίος λόγος». Ο διαιτητής εξετάζοντας το ζήτημα αυτό έκρινε πως υπάρχει φανερή διαφορά και πως για να στοιχειοθετηθεί «σπουδαίος λόγος» θα πρέπει να συντρέχει κάτι πέραν του επαρκούς, απλώς, λόγου. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών ενώ δεν διαφωνεί, όπως είπε, απόλυτα με την ερμηνεία που προσπάθησε να δώσει, ως άνω, ο διαιτητής, εισηγήθηκε πως δεν θεωρεί ότι υπάρχει σύγκρουση ή μεγάλη διαφορά μεταξύ των δύο όρων και ότι το κριτήριο τελικά είναι να υπάρχει ένας σημαντικός λόγος και όχι μια απλή δικαιολογία. Οι λόγοι που επικαλέστηκαν οι αιτητές ήταν, όπως φαίνονται στην επίδικη απόφαση, ως εξής: Ότι αναμενόταν αναγκαστικά η απόφαση του Δικαστηρίου γα την προηγούμενη, ενδιάμεση, απόφαση του διαιτητή. Ότι οι αιτητές βρίσκονταν στο εξωτερικό και υπήρχε πρόβλημα στο συντονισμό και την συλλογή όλων των αναγκαίων εγγράφων. Ότι οι Δανοί δικηγόροι των αιτητών δεν είχαν συμπληρώσει εγκαίρως τα στοιχεία και/ή τις τροποποιήσεις τους στο προσχέδιο Έκθεσης Απαίτησης. Ότι, τέλος, οι αιτητές χρειάζονταν περαιτέρω χρόνο ώστε να συγκεντρώσουν το έγγραφο υλικό που θα έπρεπε να επισυνάψουν στην έκθεση απαίτησης προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Οι διαιτητής, καταλήγει σχετική εισήγηση των αιτητών, ερμηνεύοντας στενά τον όρο «σπουδαίος λόγος», εσφαλμένα δεν θεώρησε τους λόγους αυτούς ως τέτοιους επί των οποίων θα μπορούσε να δοθεί παράταση. Με αυτή τούτη την εφαρμογή του άρθρου 25 αντί των Κυπριακών Θεσμών ή, εν πάση περιπτώσει, με την εφαρμογή κατά τρόπο εσφαλμένο των προνοιών του άρθρου 25 οι αιτητές στερήθηκαν, όπως τώρα παραπονούνται, της ευκαιρίας να αναπτύξουν την υπόθεση τους. Είναι συνεπώς περίπτωση που το Δικαστήριο μπορεί να παρέμβει στα πλαίσια του άρθρου 34
(2)(α)(ιι). Αλλά, συνεχίζουν οι αιτητές, παρέμβαση χωρεί και στα πλαίσια των προνοιών του άρθρου 34
(2)(α)(ιιι). Αυτό δε, επειδή η διαιτητική απόφαση ήταν εκτός των όσων συμφωνήθηκαν περί εφαρμογής των Θεσμών. Γι΄ αυτό το ζήτημα μπορεί αμέσως να λεχθεί πως τα όσα προνοούνται στο εδάφιο (ιιι) δεν έχουν σχέση με τα υπό συζήτηση. Αφορούν την περίπτωση που ο διαιτητής αποφασίζει ένα θέμα που δεν τέθηκε ενώπιον του. Για το πρώτο ζήτημα οι καθ΄ων η αίτηση απάντησαν αναφερόμενοι κατ΄ αρχάς στη φύση του Θεσμού της διαιτησίας με παραπομπή στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας Κένυας σε συνάρτηση με το περιορισμένο της εξουσίας του Δικαστηρίου υπό το φως των προνοιών του άρθρου
- Ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση αρ. 1, που υιοθετήθηκε μαζί με το σύνολο της αγόρευσης του από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των καθ΄ ων η αίτηση αρ. 2, πως η περίπτωση δεν εμπίπτει σε καμμιά από τις πρόνοιες του άρθρου
- Οι αιτητές δεν στερήθηκαν της ευκαιρίας να αναπτύξουν την υπόθεση τους. Εμφανίστηκαν σε κάθε στάδιο και παρουσίασαν τις θέσεις τους. Η απόφαση του διαιτητή ήταν συνέπεια της δικής τους παράλειψης και η ιδία παράλειψη δεν μπορεί να στοιχειοθετεί παράπονο, συνέχισε. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι τα μέρη δεν συμφώνησαν ν΄ αποκλείσουν τις πρόνοιες του άρθρου
- Ο διαιτητής καλώς εφάρμοσε το άρθρο 25 και με τον ορθό τρόπο. Εν πάση περιπτώσει, και αν ακόμα επρόκειτο για εσφαλμένη εφαρμογή, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να παρέμβει ως εκ της φύσης της διαιτησίας. Παρέμβαση του Δικαστηρίου χωρεί, όπως περιορίστηκαν τα πράγματα, μόνο αν φανεί πως οι αιτητές «στερήθηκαν της ευκαιρίας προς εμφάνιση και ανάπτυξη της υπόθεσης τους κατά οποιοδήποτε άλλο τρόπο πλην της μη γνωστοποίησης του διορισμού διαιτητή ή της διεξαγωγής της διαιτησίας». Η διαζευτική αυτή επιπρόσθετη αναφορά, εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών, δείχνει πως η εξουσία του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο σε περιπτώσεις μη γνωστοποίησης, αλλά έχει σκοπό την προστασία του διαδίκου που του έχει αποστερηθεί «η λογική δυνατότητα και ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση του.» Τέτοια όπως ευρεία ερμηνεία δεν δικαιολογείται από το περιορισμένο και συγκεκριμένο λεκτικό του εδαφίου (ιι) που αναφέρεται σε αποστέρηση της ευκαιρίας για εμφάνιση και ανάπτυξη της υπόθεσης. Είναι σαφές ότι όσα ακολουθούν τη διάζευξη, όσο κι αν γίνεται λόγος ευρύτερα περί «οποιουδήποτε άλλου τρόπου», είναι στα ίδια πάντως πλαίσια με όσα περιπτωσιολογικά ρυθμίζονται στην αρχή του εδαφίου (ιι) και καλύπτουν τις περιπτώσεις που για οποιοδήποτε άλλο, πλην της μη ειδοποίησης, λόγο, ο διάδικος στερείται της ευκαιρίας να εμφανιστεί και να αναπτύξει την υπόθεση του. Αποδοχή της εισήγησης των αιτητών θα ισοδυναμούσε με εισαγωγή ουσιωδώς διαφορετικού λεκτικού και με θεμελιακή διαφοροποίηση των όσων σαφώς ο Νόμος προβλέπει. Η γραμματική αυτή ερμηνεία υποστηρίζεται και από την τελολογική προσέγγιση του θέματος, αν τούτο θα ήταν αναγκαίο. Ο κανόνας που άπτεται της ουσίας και του λόγου της ίδιας της ύπαρξης του θεσμού της διαιτησίας, είναι ότι «ο θεσμός επιβιώνει χωρίς ένδικα μέσα». Η εξαίρεση δεν μπορεί να ερμηνευθεί με ευρύτητα και μάλιστα με ευρύτητα τέτοια ώστε σαφώς να ανατρέπεται ο κανόνας. Αποδοχή της εισήγησης πως υπάρχει ένδικο μέσο για κάθε περίπτωση που ένας διάδικος αισθάνεται ότι δεν «είχε λογική δυνατότητα να παρουσιάσει την υπόθεση του» θα απέληγε σε υιοθέτηση ενός ενδίκου μέσου με ευρύτατη εμβέλεια προς ανατροπή του θεμελιακού σκοπού του θεσμού της διαιτησίας. Εν προκειμένω οι αιτητές εμφανίστηκαν και ανέπτυξαν την υπόθεση τους όπως κατά το συγκεκριμένο χρόνο ήταν ενώπιον του διαιτητή, δηλαδή το αίτημα τους για παράταση χρόνου μετά από τη δική τους παράλειψη. Ο διαιτητής άκουσε τα επιχειρήματα τους και απάντησε με αιτιολογημένη απόφαση. Η περίπτωση δεν καλύπτεται από το άρθρο 34 και το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να παρέμβει. Εν πάση περιπτώσει αν η προσέγγιση αυτή είναι εσφαλμένη και το Δικαστήριο έχει εξουσία να παρέμβει υπό την έννοια που εισηγήθηκαν οι αιτητές, σημειώνονται τα ακόλουθα:- Οι διάδικοι είχαν όντως την ευχέρεια να αποκλείσουν τις πρόνοιες του άρθρου 25 όπως εκεί ρητά προβλέπεται. Όμως δεν το έπραξαν. Η αναφορά τους σε εφαρμογή των Θεσμών δεν σημαίνει αποκλεισμό των προνοιών του άρθρου 25 το οποίο ευθέως παραπέμπει στα οριζόμενα από το άρθρο
- Το άρθρο 23 προβλέπει, ως άνω, πως τα δικόγραφα υποβάλλονται σε συμφωνημένη ή τακτή από το διαιτητή προθεσμία. Εν προκειμένω δε οι διάδικοι προχώρησαν στο να συμφωνήσουν προθεσμίες, στα πλαίσια ακριβώς του άρθρου 23, ανεξάρτητα από τα διαλαμβανόμενα στους Θεσμούς. Συνεπώς όχι μόνο δεν συμφώνησαν ρητά αποκλεισμό του άρθρου 25, αλλά ενήργησαν στα πλαίσια του άρθρου 23 με το οποίο το άρθρο 25 διασυνδέεται. Ο «σπουδαίος λόγος» του άρθρου 25 σαφώς διαφοροποιείται από τον «επαρκή λόγο». Και το κριτήριο είναι ό,τι ο Νόμος τελικά αναφέρει. Ο διαιτητής έκρινε πως δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος. Αυτή του η απόφαση δεν ισοδυναμεί με «αποστέρηση λογικής δυνατότητας και ευκαιρίας παρουσίασης της υπόθεσης των αιτητών». Πρόκειται για αιτιολογημένη άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Εν πάση δε περιπτώσει ήταν ορθή άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Είναι χαρακτηριστικό λ.χ. το ότι οι αιτητές, που οι ίδιοι προσέφυγαν στη διαιτησία, το 2001, χρόνια μετά την έναρξη της διαδικασίας, μιας διαδικασίας που ο λόγος ύπαρξης της έγκειται στην ταχύτητα εκδίκασης, ζητούσαν χρόνο για να συγκεντρώσουν το απαιτούμενο υλικό. Η τύχη της αίτησης έχει κριθεί. Οι καθ΄ων η αίτηση όμως ήγειραν και άλλα ζητήματα. Είπαν ότι η παράλειψη ν΄ αναφερθεί η αξία της επίδικης διαφοράς στο σώμα της αίτησης ή στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι σημαντική γιατί, κυρίως, άπτεται του ζητήματος του αρμόδιου καθ΄ ύλην δικαστή. Στην αίτηση σημειώνεται απλώς πάνω από τον τίτλο η κλίμακα £50.000 - £250.
- Ετέθη ενώπιον Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή που σύμφωνα με τον περί Δικαστηρίων Νόμο έχει δικαιοδοσία να επιλαμβάνεται υποθέσεων τέτοιας κλίμακας. Οι καθ΄ ων η αίτηση υπεβλήθησαν στη δικαιοδοσία του δικαστή. Θεωρώ πως δεν τίθεται πλέον ζήτημα. Είπαν ακόμη πως οι αιτητές παρέλειψαν να θέσουν τα όσα ετέθηκαν ενώπιον του διαιτητή και από τις δύο πλευρές για το ζήτημα της παράτασης. Το γεγονός στερείται σημασίας ενόψει της τύχης της αίτησης αλλά και των λόγων επί των οποίων θα οδηγηθεί σε αποτυχία. Εν πάση περιπτώσει τα σχετικά φαίνονται στην απόφαση του διαιτητή. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα της αίτησης. (Υπ.)....................................... Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο