← Κύπρος

Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Τάκη Νικολάου, Αρ. Αγωγής: 209/2002, 12 Οκτωβρίου,  2005

Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Τάκη Νικολάου, Αρ. Αγωγής: 209/2002, 12 Οκτωβρίου, 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A79 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 209/2002 Μεταξύ: Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ Ενάγοντες- Καθ ών η Αίτηση -και- Τάκη Νικολάου Εναγομένου- Αιτητού Αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης με ημερ. 16.05.2005 Ημερομηνία: 12 Οκτωβρίου, 2005 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο - Αιτητή : κ. Μουγής για Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη & Σία Για ενάγοντες - Καθ΄ών η Αίτηση: κα Πετρίδου για Χρυσαφίνη & Πολυβίου ο κ. Παυλήμπεης στην εκφώνηση της απόφασης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Εναγόμενος - Αιτητής με την παρούσα αίτηση του με ημερομηνία 16.05.2005 επιζητεί την τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης του που φέρει ημερομηνία 20.01.2005 όπως αυτή προέκυψε μετά την καταχώρηση της τροποποιημένης έκθεσης απαιτήσεως. Προβληματίστηκα πολύ κατά πόσο η απόφαση μου θα έπρεπε να ακολουθήσει την κλασσική δομή που έχουν παρόμοιες αποφάσεις δηλαδή να αναφερθώ στο ιστορικό της αγωγής εφόσον προβάλλεται ως λόγος ένστασης η καθυστέρηση, να κάμω αναφορά στις επιζητούμενες τροποποιήσεις καθώς και στους λόγους ένστασης και να τους εξετάσω λαμβάνοντας υπόψη την νομική πτυχή που διέπει το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Κρίνω όμως ότι θα ήταν άσκοπο να καταπιαστώ με μια τέτοια διαδικασία εφόσον όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια είναι αχρείαστη εν΄ όψη της κατάληξης μου στον πιο κάτω λόγο που επικαλούνται οι ενάγοντες στην ένσταση τους. Πρόκειται για τον λόγο που προβάλλεται στη παράγραφο 4 της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση και τον οποίο καταγράφω στη συνέχεια αυτούσιο όπως αναγράφεται σε αυτή: ¨ Η αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης του εναγομένου - αιτητή συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Δικηγόρου κ. Λοϊζου Μουγή, εκ των Δικηγόρων του εναγομένου, του Δικηγορικού Γραφείου του κ. Ανδρέα Μαθηκολώνη & Σία, που τον εκπροσωπεί. Είναι γνωστόν το θέμα του μη επιθυμητού, σύμφωνα με την καθιερωμένη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όσον αφορά ένορκες δηλώσεις από δικηγόρους που συνοδεύουν αιτήσεις, ή οιαδήποτε άλλα έγγραφα. Ως εκ τούτου η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και ως τέτοια, δέον όπως απορριφθεί και /ή μη ληφθεί υπόψη¨. Πρόκειται για αίτηση δια κλήσεως η οποία όπως είναι η νομική της βάση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς (Civil Procedure Rules) Δ.25,Θ.Θ.1-5 και Δ.48 Θ.Θ. 1-4 και στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Σύμφωνα λοιπόν με τους πιο πάνω κανονισμούς μια αίτηση αυτής της φύσης θα πρέπει να γίνεται δια κλήσεως και να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση από γνώστη των γεγονότων τα οποία προβάλλονται. Σύμφωνα με τη Δ.39 Θ. 6 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όταν μια ένορκη δήλωση γίνεται για λογαριασμό κάποιου διαδίκου το πρόσωπο που κάμνει την ένορκη δήλωση και δεν είναι διάδικος θα πρέπει να κατονομάζει σ΄ αυτή από ποιόν εξουσιοδοτήθηκε να κάμει την ένορκη δήλωση. Στην παρούσα περίπτωση ο ενόρκως δηλών αναφέρεται ότι η γνώση του για τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην αίτηση και τα οποία δεν αναφέρει εάν τα υιοθετεί ότι προέρχεται από το περιεχόμενο του φακέλου της δικογραφίας καθώς και οδηγίες και γενικά την πληροφόρηση που είχε το γραφείο τους αλλά και ο ίδιος προσωπικά από τους ίδιους του εναγόμενους. Αναφερόμενος σε ¨εναγόμενους¨ δεν τους κατονομάζει ενώ είναι φανερό ότι στο κλητήριο ένταλμα φαίνεται πως είναι ένας ο εναγόμενος. Κατά συνέπεια κρίνω ότι υπάρχει ασάφεια ως προς το από που είχε πληροφόρηση ο ενόρκως δηλών εφόσον δεν κατονομάζει κανένα πρόσωπο και επίσης πουθενά δεν αναφέρει ότι έχει εξουσιοδότηση να προβεί στη παρούσα ένορκο δήλωση. Απλή ανάγνωση των λεπτομερειών των γεγονότων τα οποία γίνεται προσπάθεια να εισαχθούν ως ισχυρισμοί στην υπεράσπιση δεν αφήνουν αμφιβολία ότι ανάγονται στην προσωπική γνώση του εναγομένου. Για τους πιο πάνω λόγους η ένορκος δήλωση πάσχει. Η τροποποίηση που επιχειρείται να γίνει με την εισαγωγή των υπό στοιχεία Α και Β της αίτησης λεπτομερειών δεν υποστηρίζονται με την ένορκο δήλωση και με τον τρόπο που αυτά προβάλλονται δεν αποτελούν μαρτυρία στη διαδικασία (βλ. Ερμής Ασφάλειες Co. Ltd v. Ιούλιος Θεοδωρίδης

(1983)1 Α.Α.Δ. 333 και El. Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1255) , καθ΄ ότι οι λεπτομέρειες που παρατίθενται στην αίτηση δεν υιοθετούνται με την ένορκη δήλωση στην οποία δεν γίνεται καμιά αναφορά σχετικά με αυτές, επιπλέον όπως ανέφερα και πιο πάνω δεν αναφέρεται σε αυτή η παροχή στον ενόρκως δηλούντα οποιασδήποτε εξουσιοδότησης να προβεί στην ένορκη δήλωση στην οποία προέβη. Στην απόφαση Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036) το Ανώτατο Δικαστήριο (Per Curiam) έκαμε το ακόλουθο σχόλιο σχετικά με την υπογραφή ενόρκου δηλώσεως που συνόδευε την αίτηση από τον συνήγορο του αιτητή: ¨ Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα σχολιάσει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής και θα αναμέναμε ότι το φαινόμενο αυτό θα έπρεπε να είχε ήδη εκλείψει.¨ Σύμφωνα με τη νομολογία ο δικηγόρος μετά που θα διοριστεί από ένα διάδικο ασκεί πλέον καθήκοντα αντιπροσώπου αυτού και ενεργεί μέσα στο πλαίσιο των οδηγιών του διαδίκου (βλ. Αριστοδήμου v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. σελ. 402). Η ιδιότητα του δικηγόρου και του μάρτυρα είναι ασυμβίβαστες. Η θέση του δικηγόρου ως λειτουργού της δικαιοσύνης οριοθετεί και το πλαίσιο άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος (βλ. In re v. Efthymiou
(1987)1 Α.Α.Δ. 329 και In re Τζιεννάρο Παρέλλα (Αρ. 1)
(1995)1 A.A.Δ. σελ. 356) με αποτέλεσμα να δημιουργείται κώλυμα στο δικηγόρο να αντιπροσωπεύει τον πελάτη του στη διαδικασία στην οποία ο ίδιος καταθέτει σαν μάρτυρας και το κώλυμα αυτό υπάρχει σε κάθε περίπτωση που η ιδιότητα του μάρτυρα καθιστά αδύνατη τη συμμετοχή του δικηγόρου στη διαδικασία ως λειτουργού της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση In re I.A. an Advocate
(1987)1 A.A.Δ. 319 καθιερώθηκε το πλαίσιο λειτουργίας του δικηγόρου, σύμφωνα με τον κώδικα δεοντολογίας των δικηγόρων, ο οποίος συναρτά την δικηγορία και με την ιδιότητα του δικηγόρου ως λειτουργού της δικαιοσύνης. Το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του δικηγόρου ως μάρτυρος στην ίδια διαδικασία τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Σωκράτους v. Πανίκου Σαββίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. σελ. 1602 και Παπακόκκινου κ.ά. v. Δήμου Πάφου (Αρ. 1)
(1998)1 Α.Α.Δ. σελ. 634 . Στην απόφαση Σπύρος Σταυρινίδης v. Geskoslovenske Obhondi Banka A.S.
(1972)1 A.A.Δ.130 αποφασίστηκε ότι για να μπορεί κάποιος να ορκιστεί θετικά ως προς γεγονότα, πρέπει να έχει προσωπική γνώση των γεγονότων αυτών και όχι οδηγίες και πληροφορίες από άλλους. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω παρόλο ότι από τη νομολογία έχει κριθεί ως ¨ανεπιθύμητη¨ η πρακτική να προβαίνει σε ένορκο δήλωση ο δικηγόρος του αιτητή χωρίς να έχει αποφασιστεί ότι στην αντίθετη περίπτωση η διαδικασία είναι ή καθίσταται άκυρη εντούτοις εν όψη του συνόλου των πιο πάνω γεγονότων και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι την αίτηση παρουσίασε κατά την ακροαματική διαδικασία ο ίδιος δικηγόρος που υπέγραψε και την ένορκο δήλωση κρίνω ότι η αίτηση όπως υποβλήθηκε είναι παράτυπη, δεν μπορεί να εγκριθεί και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογισθούν στο τέλος της υπόθεσης, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου. Η αγωγή θα οριστεί για ακρόαση σε σύντομη ημερομηνία. (Υπ.)........................................................ Χρήστος Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.