Αναφορικά με την Αίτηση για Έκδοση του SALEM MOHAMED ABDEL HADY, Αίτηση Έκδοσης αρ. 6/05, 21.10.2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΚΑΝΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αίτηση Έκδοσης αρ. 6/05 Αναφορικά με τον Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο, 97/70 και Αναφορικά με την Αίτηση για Έκδοση του SALEM MOHAMED ABDEL HADY ----------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 21.10.2005 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Ηλ. Στεφάνου Για τον καθ΄ου η αίτηση: κ. Μ. Πελεκάνος και κα Γ. Ζαχαρίου Καθ΄ ου η αίτηση: Παρών Χρέη διερμηνέα θα εκτελεί η κα Ευτυχία Ράατ, η οποία ορκίζεται και λέγει ότι θα μεταφράζει πιστά και αληθινά από τα Ελληνικά στα Αράβικα και αντίστροφα, όσο καλύτερα μπορεί. ----------------------------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το πέρας της υπόθεσης για τον αιτητή, ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ΄ ου η αίτηση ζήτησε ουσιαστικά από το Δικαστήριο την έκδοση απόφασης αναφορικά με το νομικό καθεστώς που διέπει την διαδικασία σε σχέση με την αποδεκτότητα της μαρτυρίας την οποία το Δικαστήριο θα αξιολογήσει για να καταλήξει ουσιαστικά σε απόφαση κατά πόσο θα εκδώσει ή όχι τον καθ΄ ου η αίτηση στην Αιτούσα Χώρα. Όπως έχει αναφέρει ο κ. Πελεκάνος, η πλευρά του καθ΄ ου η αίτηση δεν έφερε ένσταση επί ενός έκαστου των εγγράφων που είχαν κατατεθεί από τους μάρτυρες των αιτητών κατά την παρουσίαση της υπόθεσης για τον αιτητή και ειδικά για τα έγγραφα που αναφέρονται στο μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την διάπραξη ποινικών αδικημάτων εκ μέρους του καθ΄ ου η αίτηση στις Η.Π.Α. ακριβώς για να εγείρουν το θέμα που εξετάζεται από το Δικαστήριο σ΄ αυτό το στάδιο. Είναι η θέση του κ. Πελεκάνου ότι, όπως προκύπτει από την ίδια την Σύμβαση για Έκδοση Φυγοδίκων μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Η.Π.Α. η οποία έχει κυρωθεί με τον Νόμο 9(ΙΙΙ)/97, οι πρόνοιες του άρθρου 8 και συγκεκριμένα οι παράγραφοι 8.2 και 8.3 με τίτλο "Διαδικασίες Έκδοσης Φυγοδίκων και Απαιτούμενα Έγγραφα" εξαντλούνται με την υποβολή όλων των απαραιτήτων εγγράφων από την Αιτούσα Χώρα προς την Αρμόδια Αρχή της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην συγκεκριμένη περίπτωση τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, όπου και εξετάζονται και αποφασίζεται κατά πόσο θα δοθεί η απαιτούμενη εξουσιοδότηση. Εάν η εξουσιοδότηση εκδοθεί, τότε όλες οι πρόνοιες της Συνθήκης αναφορικά με έγγραφα και μαρτυρικό υλικό παύουν να ισχύουν και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου διέπεται αποκλειστικά από τις πρόνοιες του Νόμου περί Έκδοσης Φυγοδίκων Ν. 97/70όπως έχει τροποποιηθεί και ειδικά τα άρθρα 9 και 13 του εν λόγω Νόμου με πλαγιότιτλους "Διαδικασία Εκδόσεως" και "Αποδεικτικά Στοιχεία" αντίστοιχα. Αυτή η θέση ενισχύεται, πάντοτε σύμφωνα με τον κ. Πελεκάνο, από την νομολογία και τις πρόνοιες της παραγράφου 8.7 της Σύμβασης το οποίο αναφέρει «8.7- Εκτός όταν η Συνθήκη αυτή προνοεί διαφορετικά οι διαδικασίες αναφορικά με την έκδοση και προσωρινή σύλληψη διέπονται αποκλειστικά από το Νόμο του Αιτούμενου Κράτους.» Το επιχείρημα του κ. Πελεκάνου γίνεται κατανοητό αφού αναφερθεί ότι με βάση τα άρθρα 8.2 και 8.3 της Σύμβασης δεν απαιτείται η παρουσία μάρτυρα για να δώσει δια ζώσης μαρτυρία στο Δικαστήριο αναφορικά με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο καθ΄ ου η αίτηση στην Αιτούσα Χώρα όπως επίσης και δεν απαιτείται η αποστολή αυτούσιας ένορκης δήλωσης ή της μαρτυρίας των μαρτύρων. Σύμφωνα όμως με τα άρθρα 9 και 13 του Νόμου 97/70 ο Δικαστής που εξετάζει την αίτηση έκδοσης έχει και ακολουθεί κατά το πλησιέστερο δυνατό την ίδια διαδικασία και τις ίδιες εξουσίες όπως και ο Δικαστής που διεξάγει προανάκριση. Επίσης ο Δικαστής πρέπει να ικανοποιηθεί ότι τα προσαχθέντα ενώπιον του στοιχεία είναι επαρκή ώστε να δικαιολογούν την παραπομπή του καθ΄ ου η αίτηση σε δίκη για το εν λόγω αδίκημα εφόσον αυτό διεπράττετο εντός της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Παραπέμποντας σε νομολογία ο κ. Πελεκάνος υποστήριξε τη θέση του ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ακολουθήσει, για σκοπούς απόδειξης του κατά πόσο με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία τα αδικήματα με τα οποία κατηγορείται ο καθ΄ ου η αίτηση στην Αιτούσα Χώρα είναι αρκετά ώστε να δικαιολογούν την παραπομπή του σε δίκη για το ίδιο αδίκημα εάν αυτό διαπράττετο εντός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου τη Σύμβαση και δη τα άρθρα 8.2 και 8.3 αλλά τις πρόνοιες του Νόμου 97/70 άρθρα 9 και 13. Σε περίπτωση που η πιο πάνω εισήγηση γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο τότε θα επιτραπεί στους συνηγόρους του καθ΄ ου η αίτηση να εγείρουν ενστάσεις και /ή να προβάλουν προς το Δικαστήριο αιτήματα αναφορικά με την προσαχθείσα μαρτυρία προτού καλέσουν τους μάρτυρες υπεράσπισης. Στην δική του εμπεριστατωμένη αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον αιτητή υποστήριξε την αντίθετη από τον κ. Πελεκάνο άποψη δηλαδή ότι αυτό που εφαρμόζεται είναι η διαδικασία όπως προνοείται στην Σύμβαση στην οποία καθορίζεται και η διαδικασία και το αναγκαίο αποδεικτικό υλικό και το βάρος απόδειξης το οποίο το Δικαστήριο αφού εξετάσει θα πρέπει να καταλήξει στο κατά πόσο στοιχειοθετείται η αίτηση για έκδοση ή όχι. Ο κ. Στεφάνου επίσης παρέπεμψε το Δικαστήριο σε νομολογία. Το ερώτημα το οποίο έχει τεθεί από τον κ. Πελεκάνο είναι εν πολλοίς υποθετικό υπό την έννοια του ότι το Δικαστήριο δεν καλείται να αντιμετωπίσει συγκεκριμένο αίτημα επί του οποίου να πρέπει να αποφασίσει αναφορικά με συγκεκριμένο έγγραφο ή μαρτυρία. Επειδή όμως το ερώτημα όπως έχει τεθεί έχει άμεση επίπτωση στην παρουσίαση της υπόθεσης εκ πλευράς του καθ΄ ου η αίτηση θεωρώ ότι η θεσμοθέτηση του πλαισίου διεξαγωγής της παρούσας διαδικασίας, η οποία κατά την άποψη μου έχει διασαφηνιστεί από την νομολογία μπορεί να βοηθήσει την περαιτέρω διαδικασία. Η περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νομοθεσία έχει σκοπό να εμποδίσει φυγόδικο, ο οποίος διέπραξε αδίκημα σε μια χώρα, να βρει άσυλο σε άλλη στην οποία καταφεύγει και, έτσι, να αποφύγει τη δίκη και την τιμωρία. Βασίζεται πάνω στις απλές αρχές της δικαιοσύνης. Η νομοθεσία αυτή είναι υψίστης σπουδαιότητας για τη δημόσια απονομή της δικαιοσύνης και την εσωτερική ασφάλεια των διαφόρων χωρών (βλ. Benwell v. Attorney General
(1986)LRC 2 (Const) 246 στη σελ. 254 και Altieri (Aρ.2)
(1993)1 ΑΑΔ 576, 580, 581). Ο τρόπος ερμηνείας διεθνών συμβάσεων αποτέλεσε το αντικείμενο πολλών κυπριακών και ξένων αποφάσεων. Σύμφωνα με την νομολογία, σε κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών (βλ. Athanasiadis v. The Government of Greece
(1969)3 All E.R. 293). Η διαδικασία εκδόσεως βασίζεται στις διεθνείς υποχρεώσεις που προκύπτουν από αμοιβαίες συμφωνίες μεταξύ διαφόρων χωρών, υποχρεώσεων που συνεπάγονται πλήρη ευθύνη και δέσμευση από την κάθε συμβαλλόμενη χώρα (βλ. In Re Vaskevich
(1992)1 (A) A.Α.Δ. 136). Τέλος, συμβάσεις για την έκδοση φυγοδίκων δεν υπόκεινται στους συνήθεις κανόνες ερμηνείας του ημεδαπού δικαίου αλλά επιβάλλεται η φιλελεύθερη ερμηνεία τους για ευόδωση του στόχου στον οποίο αποβλέπουν και που είναι η καταπολέμηση του εγκλήματος σε διεθνή κλίμακα [βλ. Hachem
(1991)1 A.A.Δ. 723 και Government of Belgium v. Postlethwaite
(1987)2 All E.R. 985 (H.L.)]. Διεθνείς Συνθήκες, καθώς και διμερείς συμβάσεις, ή διευθετήσεις για την έκδοση φυγοδίκων, σκοπούν στον παραμερισμό των συνόρων ως φραγμού στη δίωξη του σοβαρού εγκλήματος που αποτελεί κοινή επιδίωξη των εθνών [βλ. Hachem (ανωτέρω)]. Η παρούσα διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου συνιστά πολιτική δικαιοδοσία δεν εξομοιώνεται όμως με αστική αγωγή. Η διαδικασία ρυθμίζεται από τον περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμον 97/70 και ιδιαίτερα από το Μέρος ΙΙΙ. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά από τον Πική Π. στην απόφαση Μελάς ν. Αρχηγού Αστυνομίας κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. σελ. 2261, στις σελ. 2266-2267: "Πρόκειται για ειδική διαδικασία προσαρμοσμένη στη φύση του αντικειμένου αίτησης για την έκδοση φυγόδικου. Κύριος σκοπός της είναι η διαπίστωση της ύπαρξης των προϋποθέσεων για την έκδοση του". Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχει τις ίδιες εξουσίες όπως ο δικαστής που διεξάγει προανάκριση, ενώ η δίκη διεξάγεται, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό, όπως η δίκη συνοπτικού αδικήματος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 136). Τα στοιχεία που απαιτούνται για έκδοση προσώπου από την Κυπριακή Δημοκρατία στις Ηνωμένες Πολιτείες καθορίζονται ρητά από το άρθρο 8 της Συνθήκης. Παραθέτω αυτούσιες τις πρόνοιες των παραγράφων 2 και 3 του πιο πάνω άρθρου, οι οποίες είναι σχετικές με την παρούσα διαδικασία, για εύκολη αναφορά: "8.
- Όλες οι αιτήσεις για έκδοση υποστηρίζονται από: (α) έγγραφα, δηλώσεις, ή άλλου τύπου πληροφορίες που περιγράφουν την ταυτότητα και πιθανή τοποθεσία που βρίσκεται το πρόσωπο που καταζητείται· (β) πληροφορίες που περιγράφουν τα γεγονότα του αδικήματος και τη διαδικαστική ιστορία της υπόθεσης· (γ) αντίγραφο του νόμου ή έκθεση των διατάξεων του νόμου που περιγράφουν τα ουσιώδη στοιχεία του αδικήματος για το οποίο ζητείται έκδοση· (δ) αντίγραφο του νόμου ή έκθεση των διατάξεων του νόμου που περιγράφουν την ποινή για το αδίκημα· και (ε) τα έγγραφα, δηλώσεις ή άλλου τύπου πληροφορίες που ορίζονται στην παράγραφο 3 ή στην παράγραφο 4 του Άρθρου αυτού, όπου εφαρμόζονται.
- Αίτηση για έκδοση προσώπου το οποίο καταζητείται για δίωξη υποστηρίζεται επίσης από: (α) αντίγραφο του εντάλματος ή διατάγματος σύλληψης· (β) αντίγραφο του κατηγορητηρίου, αν υπάρχει· και (γ) έκθεση των γεγονότων της υπόθεσης η οποία να περιέχει περίληψη της μαρτυρίας των μαρτύρων και να περιγράφει πραγματική και γραπτή μαρτυρία και να φανερώνει εύλογους λόγους να πιστεύεται ότι διαπράχθηκε αδίκημα και το πρόσωπο που καταζητείται το διέπραξε. Για το σκοπό αυτό δεν είναι ανάγκη να αποστέλλονται αυτούσιες οι ένορκες δηλώσεις ή η μαρτυρία των μαρτύρων." Σύμφωνα με το άρθρο 8.7 της Συνθήκης, εκτός όταν η Συνθήκη προνοεί διαφορετικά, οι διαδικασίες αναφορικά με την έκδοση και προσωρινή σύλληψη διέπονται αποκλειστικά από το νόμο του Αιτουμένου κράτους. Το άρθρο 9
(5)(α) του Ν.97/70 προνοεί ότι, για την έκδοση του καθ΄ ου η αίτηση το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι "τα προσαχθέντα ενώπιον αυτού αποδεικτικά στοιχεία είναι επαρκή ώστε να δικαιολογούσε την παραπομπή αυτού εις δίκη διά το εν λόγω αδίκημα εφόσον τούτο διεπράττετο εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου". "Δικαστήριο" είναι το Κυπριακό Δικαστήριο. Βάσει του Νόμου και της σχετικής νομολογίας τα αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να είναι αποδεκτά ως μαρτυρία με βάση την Κυπριακή νομοθεσία. Αναγκαία προϋπόθεση για την έκδοση φυγοδίκου είναι η ύπαρξη τέτοιας μαρτυρίας ώστε αν το αδίκημα είχε διαπραχθεί στην Κύπρο, να δικαιολογούσε την παραπομπή του φυγοδίκου σε δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 94 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του πιο πάνω νόμου: "
- Όταν υπάρχει σύγκρουση αποδείξεων, ο Δικαστής πρέπει να θεωρεί την απόδειξη ως επαρκή για παραπομπή του κατηγορουμένου σε δίκη αν η απόδειξη εναντίον του είναι τέτοια ώστε, αν παράμενε αδιάψευστη, θα δημιουργούσε πιθανόν τεκμήριο ενοχής αυτού." Αναφορικά με το επίπεδο και το βαθμό απόδειξης που απαιτείται σε τέτοιας φύσεως διαδικασία σχετικές είναι οι αποφάσεις In re Hussein Jamil Hachem, Πολ. Έφ. αρ. 8533, ημερ. 31.01.92, In re El - Bustani
(1991)1 AAΔ 736 και In re Rashid
(1985)1 CLR 393). Στην τελευταία ο Πικής Δ., όπως ήταν τότε, είπε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: "That a Court concerned with an application for extradition, is not changed to weigh the effect of the evidence, its task being confined to ascertaining its sufficiency. Evidence should be deemed as sufficient to warrant extradition if it would have been adequate to warrant the committal of the accused for trial had the crime been committed in Cyprus. The relevant test for the adequacy of evidence to justify committal for trial down in s. 94 of the Criminal Procedure Law". Στην Hachem v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1992)1 Α.Α.Δ. 191 στις σελίδες 198 και 199 αναφέρθησαν σχετικά με το επίπεδο απόδειξης τα πιο κάτω: ". Αναφορικά με το επίπεδο ή το βαθμό απόδειξης εισάγεται το κριτήριο του άρθρου 94 του Κεφ. 155 που ισχύει για τις προανακρίσεις. Είναι αρκετό δηλαδή, για να διαταχθεί η έκδοση αν η προσαχθείσα μαρτυρία δημιουργεί, όπως ορίζει το άρθρο 94, πιθανόν τεκμήριο ενοχής (βλ. Re Jean Gabriel Hayek
(1983)1A C.L.R. 266). Και για τον σκοπό αυτό η προσφερόμενη μαρτυρία θεωρείται ότι παρέμεινε αναντίλεκτη .". Και στην υπόθεση In re Hayek
(1983)1 A.A.Δ. 266, αναφέρθησαν τα ακόλουθα στη σελ. 284: ". The proceedings before the committal Judge are not to be regarded as in the nature of the final trial by which the prisoner could be convicted or acquitted of the crime charged against him but rather of the character of a Preliminary Inquiry which takes place in this country before a committing Court for determining whether a case is made out which will justify the committal of the accused to trial on information in which he shall be finally tried. The essence of the test is that the evidence against him is such as, if uncontradicted, would raise a probable presumption of his guilt." Το άρθρο 8.3(γ) της Συνθήκης προνοεί ότι αίτηση για έκδοση προσώπου το οποίο καταζητείται για δίωξη υποστηρίζεται επίσης από "έκθεση των γεγονότων της υπόθεσης η οποία να περιέχει περίληψη της μαρτυρίας των μαρτύρων και να περιγράφει πραγματική και γραπτή μαρτυρία και να φανερώνει εύλογους λόγους να πιστεύεται ότι διαπράχθηκε αδίκημα και το πρόσωπο που καταζητείται το διέπραξε. Για το σκοπό αυτό δεν είναι ανάγκη να αποστέλλονται αυτούσιες οι ένορκες δηλώσεις ή η μαρτυρία των μαρτύρων." Σύμφωνα με το άρθρο 8.3 (γ) της Συνθήκης η μαρτυρία που προσφέρεται για την έκδοση φυγοδίκου πρέπει "να φανερώνει εύλογους λόγους να πιστεύεται ότι διαπράχθηκε αδίκημα και το πρόσωπο που καταζητείται το διέπραξε". Αυτό είναι το επίπεδο ή ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται με βάση το πιο πάνω άρθρο. Από μια απλή σύγκριση ή αντιπαραβολή του επιπέδου ή βαθμού απόδειξης που απαιτείται δυνάμει του άρθρου 9
(5)(α) του Ν.97/70 και του άρθρου 94, Κεφ. 155, όπως έχει ερμηνευτεί στην πιο πάνω νομολογία, με το επίπεδο ή βαθμό απόδειξης που απαιτείται δυνάμει του άρθρου 8.3(γ) της Συνθήκης είμαι της γνώμης ότι πρόκειται για το ίδιο επίπεδο ή βαθμό απόδειξης και στις δύο περιπτώσεις. Ως προς τα στοιχεία που απαιτούνται από το άρθρο 8.3(γ) της Συνθήκης, ερμηνεύοντας την Συνθήκη με βάση τις αρχές που έχω προαναφέρει, είναι καθαρό ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών ήταν να περιορίσουν τα αναγκαία στοιχεία σε εκείνα που προβλέπονται στην Συνθήκη. Θα ήταν νομίζω παράλογο να καταλήξω σε αντίθετο συμπέρασμα τη στιγμή που η Συνθήκη δεν διαχωρίζει στάδια στην όλη διαδικασία και αναφέρει ότι δεν είναι ανάγκη να αποστέλλονται αυτούσιες οι ένορκες δηλώσεις ή η μαρτυρία μαρτύρων, για να καταλήξουμε σε συμπέρασμα που θα οδηγούσε στο άτοπο αποτέλεσμα να ζητείται σε μεταγενέστερο στάδιο από την Αιτούσα Χώρα η προσαγωγή νέων στοιχείων και μαρτυρίας για ικανοποίηση του αιτήματος τους. Παρόμοια αντιμετώπιση είχε αναφορικά με την Ευρωπαϊκή βεβαίως Σύμβαση και όχι την διμερή Σύμβαση μεταξύ Η.Π.Α. και Κυπριακής Δημοκρατίας το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση 9697 Petrov v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1996)1 Α.Α.Δ. 856 και πιστεύω ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος γιατί το επιχείρημα αυτό να μην ισχύει και για την διμερή Σύμβαση μεταξύ Κύπρου και Η.Π.Α. Ως εκ τούτου, εάν και σε όποιο μέτρο το άρθρο 9
(5)(α) του Ν.97/70 απαιτεί οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία, τούτο δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση, όπου φαίνεται ότι η μεταγενέστερη Συνθήκη, που, σύμφωνα με το άρθρο 169 του Συντάγματος, υπερισχύει του ημεδαπού νόμου (Ν.97/70), έχει πρόνοιες που δεν συνάδουν με εκείνες του Ν.97/70 (βλ. Petrov v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1996)1 Α.Α.Δ. 856). Επομένως ουδεμία μαρτυρία πέραν των στοιχείων που συνοδεύουν την ρηματική διακοίνωση είναι αναγκαία. Δεν χρειάζεται η αποστολή αυτούσιων των ενόρκων δηλώσεων ή της μαρτυρίας. Ενισχυτική άποψη της πιο πάνω θέσης ότι δηλαδή είναι σύμφωνα με τις παραγράφους 8.2 και 8.3 του άρθρου 8 της Σύμβασης που θα πρέπει να προχωρήσει η παρούσα διαδικασία είναι πιστεύω και οι πρόνοιες του άρθρου 1 της Σύμβασης με τίτλο "Υποχρέωση Έκδοσης Φυγοδίκων" το οποίο προνοεί τα ακόλουθα "Τα Συμβαλλόμενα Κράτη συμφωνούν να εκδίδουν το ένα στο άλλο σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης αυτής, πρόσωπα που καταζητούνται για δίωξη ή που καταδικάστηκαν για αδίκημα για το οποίο δύναται να χωρήσει έκδοση." Περαιτέρω η ίδια η Συνθήκη καθορίζει στο άρθρο 2 τα αδικήματα για τα οποία δύναται να χωρήσει η έκδοση και στο άρθρο 4 αδικήματα, πολιτικά και στρατιωτικά για τα οποία δεν χορηγείται ή για τα οποία μπορεί το Αιτούμενο Κράτος να αρνηθεί την έκδοση. Το παρόν Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας στο στάδιο αυτό - εξάλλου αυτό είναι αδύνατο καθότι οι μάρτυρες δεν έχουν δώσει μαρτυρία διά ζώσης - αλλά περιορίζεται να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα παραδεκτή μαρτυρία, η οποία περιορίζεται σε έκθεση γεγονότων, δημιουργεί όπως ορίζει το άρθρο 94, Κεφ. 155 "πιθανό τεκμήριο ενοχής" του καθ΄ ου η αίτηση. Σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι το επίπεδο ή ο βαθμός απόδειξης που απαιτεί το άρθρο 8.3(γ) της Συνθήκης είναι διαφορετικό από αυτό που απαιτεί το άρθρο 9
(5)(α) του Ν.97/70 και το άρθρο 94, Κεφ. 155 τότε θα πρέπει να υπερισχύσει το άρθρο 8.3(γ) της Συνθήκης (βλ. άρθρο 169 του Συντάγματος και τη σχετική νομολογία). (Υπ.) .......................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητή /ΧΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο